30 Αυγούστου 2014

I) Why the Ukraine Crisis Is the West’s Fault. The Liberal Delusions That Provoked Putin. II) Russia Assaults Ukraine-and the Liberal World Order. III) Επιλογικές αναφορές.


.~`~.
I
Why the Ukraine Crisis Is the West’s Fault. The Liberal Delusions That Provoked Putin.

...the United States does not tolerate distant great powers deploying military forces anywhere in the Western Hemisphere, much less on its borders. Imagine the outrage in Washington if China built an impressive military alliance and tried to include Canada and Mexico in it.

24 Αυγούστου 2014

I) World getting 'super-aged' at scary speed II) UN global migration statistics reveal 232 million international migrants living abroad worldwide.


.~`~.
I
World getting 'super-aged' at scary speed

The world is graying at a break-neck pace and that's bad news for the global economy. By 2020, 13 countries will be "super-aged" - with more than 20% of the population over 65 - according to a report by Moody's Investor Service. That number will rise to 34 nations by 2030. Only three qualify now: Germany, Italy and Japan.
"Demographic transition ... is now upon us,"

23 Αυγούστου 2014

Περί των εξελίξεων στις σχέσεις «Δύσης» και Ρωσίας. Περιφερειακά και παγκόσμια διακυβεύματα και στρατηγικές σημασίες.


Σε αυτή την ανάρτηση, μήνες πρώτου εκλεγεί η τωρινή κυβέρνηση (23/8/2014), είχα αναφερθεί, κάνοντας μια εισαγωγή, σε αυτό που μέλη της τώρα ονομάζουν ως «τρίγωνο της αστάθειας».

Εισαγωγή
Το τρίγωνο της δυτικής Rimland είναι -και θα πρέπει να εξετάζεται ως- ενιαίος ή άμεσα αλληλοσυνδεόμενος γεωπολιτικός χώρος. Το ζήτημα του κράτους του Ισραήλ και της α-κρατικής Παλαιστίνης, για παράδειγμα, (το οποίο δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ζήτημα της Κύπρου, το οποίο στην Ελλάδα, «δεν πουλάει») δεν είναι αποκομμένο, απομονωμένο και αυτοτελές, παρά εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο, 1ον) του Νέου Ανατολικού Ζητήματος το οποίο συνδέεται με το Μεσανατολικό, 2ον) των σχέσεων «Δύσης και Ισλάμ», και 3ον) των σχέσεων «Δύσης» και Ρωσίας, οι οποίες «εκβάλλουν» στις ανακατατάξεις που συμβαίνουν στη Δυτική Rimland (δηλαδή στην περιοχή από τη Βαλτική, την Ανατολική Ευρώπη και τη Μάυρη Θάλασσα, την ανατολικη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή, μέχρι τον Καύκασο, τη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο).

http://cosmoidioglossia.blogspot.gr/2014/03/blog-post_1659.html

Προϋπόθεση προσέγγισης των προηγούμενων, υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν η συγκεκριμενοποίηση των όρων «Δύση», «Ευρώπη» και «Ισλάμ» ώστε να αποφευχθεί το πεδίο της «κοινής γνώμης» και των συνθημάτων που κυριαρχούν επ' αυτής. Η «κοινή γνώμη» είναι το μέσο πού έξασφαλίζει τίς προϋποθέσεις συνεχίσεως μιάς δεδομένης πολιτικής, εξαφανίζοντας τα ενδεχομενα αιτηματα που θα την έκαναν ν' αλλαξει εστω και στο ελάχιστο. Η «πολιτική» λοιπόν ασκείται δια της προκατασκευασμενης «κοινής γνώμης», η «ειδησεογραφία» έξασφαλίζει τήν σταθερή καί καθημερινή αναπαραγωγή της «κοινής γνώμης» μέσα σέ δεδομένα πλαίσια ιδεολογίας και έτσι βρισκόμαστε στο πεδίο της νομιμοποίησης και της πολεμικής, κατ' όπιν εορτής, και της προπαγάνδας.

Επίσης, τα επιμέρους ζητήματα που σχετίζονται με το ευρύτερο Νέο Ανατολικό Ζήτημα (1) δε μπορούν να ιδωθούν αποκομμένα το ένα από το άλλο, εκτός αν κάποιος χαρακτηρίζεται από μια στενή εθνοκρατική οπτική ή από αριστεροδεξιά πολεμική. Στο Νέο Ανατολικό Ζήτημα περιλαμβάνονται, το θρησκευτικό ζήτημα στα Βαλκάνια και η επιρροή της Τουρκίας σε αυτόν τον χώρο, το Μακεδονικό, το Κυπριακό (και ευρύτερα οι ΕλληνοΤουρκικές σχέσεις και το ζήτημα της Θράκης το οποίο έπεται), το Κουρδικό και το ζήτημα της Παλαιστίνης.

Στην συγκεκριμένη ανάρτηση παραθέτω σημεία που σχετίζονται μονάχα με τη βόρεια διάσταση του τριγώνου (δηλαδή την περιοχή από τη Βαλτική, την Ανατολική Ευρώπη έως και τη Μάυρη Θάλασσα), της Δυτικής Rimland ή διαφορετικά τις σχέσεις «Δύσης» και Ρωσίας (3). Σε επόμενη ανάρτηση θα συμπυκνώσω διακυβεύματα και στρατηγικές σημασίες που άπτονται του Νέου Ανατολικου Ζητήματος (1) και των σχέσεων «Δύσης και Ισλάμ» (2).

Ας αφήσουμε για μια στιγμή λοιπόν στην άκρη τον κυρίαρχο λόγο, της (ηθικιστικο)οικονομ(ολογ)ίας και της αριθμομετρίας επί μιας tabula rasa (ο οποίος λόγος, επιτυγχάνωντας τον κύριο σκοπό του, για μια ακόμη φορά, λειτούργησε αποπροσανατολιστικά στην περίπτωση της «Κυπριακής οικονομικής κρίσης» και μας προέτρεψε, ως «κοινή γνώμη» να ασχολούμαστε με τον «δημόσιο τομέα» της) και ας κατευθύνουμε τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μας σε ουσιωδέστερα και βαθύτερα στρατηγικά ζητήματα. Παρακάτω, παραθέτω επτά σύντομα και κομβικά σημεία που άπτονται των εξελίξεων στις σχέσεις «Δύσης» και Ρωσίας. Για όποια και όποιον ενδιαφέρεται για περαιτέρω ιχνηλάτηση των επτά σημείων, υπάρχουν οι παραπομπές επί των σημείων αυτών και επιμέρους προτεινόμενες αναρτήσεις στο τέλος.


I
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, βλέποντας μια χαμηλού κόστους ευκαιρία να ακινητοποιήσουν τους Ρώσους και να χωρίσουν την Ευρώπη στη Μέση, αποδυναμώνοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τη διαδικασία αυτή, θα αυξήσουν τη στήριξη προς την Ανατολική Ευρώπη. Γύρω στο 2015 θα δημιουργηθεί ένας νέος συνασπισμός εθνών, που θα αποτελείται κατά κύριο λόγο από τους παλιούς σοβιετικούς δορυφόρους μαζί με τα κράτη της Βαλτικής. Πολύ πιο ενεργητικός από τους Δυτικοευρωπαίους, με πολύ περισσότερα να χάσει, και με τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, αυτός ο συνασπισμός θα αναπτύξει έναν αναπάντεχο δυναμισμό.

Οι Ρώσοι θα απαντήσουν σ' αυτή τη διακριτική αρπαγή της ισχύος από τους Αμερικανούς με μια προσπάθεια να αυξήσουν την πίεση στις Ηνωμένες Πολιτείες σε άλλα μέρη του κόσμου. Στη Μέση Ανατολή, για παράδειγμα... Γενικώς, όπου υπάρχει ένα αντιαμερικανικό καθεστώς, οι Ρώσοι θα προσφέρουν στρατιωτική βοήθεια. Μια χαμηλού βαθμού παγκόσμια σύγκρουση θα βρίσκεται στα σκαριά ως το 2015 και ως το 2020 η ένταση της θα έχει αυξηθεί. Καμμία πλευρά δεν θα ρισκάρει πόλεμο, αλλά και οι δύο πλευρές θα κάνουν ελιγμούς.

Ως το 2020 αυτή η σύγκρουση θα είναι το κυρίαρχο παγκόσμιο θέμα - και όλοι θα την αντιμετωπίζουν ως ένα μόνιμο πρόβλημα. Η σύγκρουση δεν θα είναι τόσο εκτενής όσο ο πρώτος ψυχρός πόλεμος.


II
Στους 1,2 δισ. κατοίκους της σημερινής (1998) Κίνας θα προστεθούν ως το 2030 αλλά 500 εκ. περίπου, και ήδη η διατροφή τους, καθώς μάλιστα ανέρχεται παράλληλα το βιοτικό τους επίπεδο, θα θέσει σε τρομερή δοκιμασία τους παγκόσμιους αγροτικούς πόρους. Με τον ίδιο τουλάχιστον ρυθμό θα αυξηθεί η πείνα για ενέργεια και πρώτες ύλες. Εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων θα βρίσκονται μπροστά σ' έναν σχεδόν κενό τεράστιο χώρο, ο οποίος προσφέρει τα πλείστα, απ' όσα χρειάζονται κατεπειγόντως. Ο πειρασμός ή η ανάγκη θα έχουν τέτοια ένταση, ώστε θα κάμψουν κάθε αντίσταση, και οι παγκόσμιοι πολιτικοί συνδυασμοί, που θα προέκυπταν με άξονα τούτο το επίμαχο ζήτημα, θα ασκούσαν ασφαλώς καθοριστική επιρροή στην πλανητική ιστορία του 21ου αι. - προ παντός αν η Κίνα παραμείνει ενιαίο κράτος και προβάλλει ταυτόχρονα αξιώσεις τόσο στον ασιατικό-ηπειρωτικό χώρο όσο και στον χώρο του Ειρηνικού Ωκεανού.

Μόλις αρχίσει να διαγράφεται μία τέτοια κατάσταση η Ρωσσία θα τεθεί υπό πίεση και θ’ αναγκαστεί ν’ αναζητήσει συμμάχους. Αν δεν βρει, τότε θα υποχρεωθεί να κάμει παραχωρήσεις προς την Κίνα ή και να συμπαραταχθεί μαζί της, οπότε θα δημιουργούνταν ένας πανίσχυρος συνασπισμός.

Μία μακροπρόθεσμη ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στη Ρωσσία οφείλει να προσανατολισθεί σ’ αυτές τις γεωπολιτικές προοπτικές. Ασφαλώς είναι δικαίωμα των Ηνωμένων Πολιτειών να επιθυμούν τη διασφάλιση της πλανητικής μονοκρατορίας τους μεταξύ άλλων με τη συνεχή χαλιναγώγηση ή και με τον κατακερματισμό της Ρωσσίας. Όμως μία ενωμένη Ευρώπη δεν θα είχε να κερδίσει πολλά πράγματα, αν εμφανιζόταν ως στρατηγικός τοποτηρητής των Αμερικάνων στην Ανατολική Ευρώπη και ως υποστηρικτής όλων των χωριστικών τάσεων μέσα στην επικράτεια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Η ευρωπαϊκή, και προπαντός γερμανική μυωπία, όπως φαίνεται με την υποστήριξη του αμερικάνικου σχεδίου για την επέκταση του ΝΑΤΟ ίσαμε τα ρωσσικά σύνορα, δεν μπορεί παρά να δώσει τροφή σε μία απολύτως θεμιτή δυσπιστία της Ρωσίας και να σπρώξει τη γιγαντιαία ευρασιατική χώρα στην επιθετική απομόνωση ή στην αγκαλιά της Κίνας.

Όποιος είναι έστω κι επιφανειακά εξοικειωμένος με τη ρωσική ιστορία, θα πρέπει να γνωρίζει ότι καμία entente cordiale με τη Ρωσσία δεν είναι δυνατή, αν δεν της αναγνωρισθεί εξ υπαρχής το δικαίωμα να τηρεί την τάξη στην Καυκασία, στην κεντρική Ασία και σε ολόκληρο τον σιβηρικό χώρο. Η Ευρώπη δεν θα είχε να χάσει τίποτε, αν η Ρωσσία επιτελούσε με επιτυχία το έργο αυτό, αντίθετα μάλιστα. Και δεν θα υπήρχε κίνδυνος ρωσικής ηγεμονίας πάνω σε μία πλούσια κι ενωμένη Ευρώπη, ικανή να δρα πολιτικά με ενιαίο τρόπο. Μία τέτοια Ευρώπη δεν θα είχε να φοβηθεί τίποτε από την Ρωσσία, ενώ η Ρωσσία θα είχε να ελπίζει τα πάντα από μίαν τέτοιαν Ευρώπη. Συνάμα, στο πλαίσιο μιας μεγαλεπήβολης γεωπολιτικής αναδιάταξης της Ευρασίας θα λύνονταν από μόνα τους ζητήματα όπως η ρωσσική επιρροή στην Ανατολική Ευρώπη και οι αντίστοιχοι φόβοι των λαών.


III
Είναι αμφίβολο αν η Αμερική είχε ιδιαίτερη ανάγκη πολιτικής βοήθειας, αφού είχε απόλυτον σύμμαχο τη Γερμανία και -μέσα στην διαπλοκή του πολυεθνικού κεφαλαίου- μάλλον λεκτικές παρά πρακτικές δυνατότητες ανεξάρτητης πολιτικής είχε η Γαλλία. Ότι πάντως τον ρόλο του «συμπληρωματικού» παράγοντος η Αγγλία τον διετήρησε σε άλλες περιοχές και όχι κυρίως στην καθ' εαυτό δυτική Ευρώπη, θα μας δοθεί η δυνατότητα να ιδούμε. Σημασία έχει ότι αυτός ο χαρακτήρας της δυτικής πολιτικής που εκδηλώθηκε και στην βαλκανική κρίση -χαρακτήρας ΝΑΤΟ, βέβαια, αλλά εν προκειμένω χωρίς «εχθρό»-, προσέδωσε μάκρος σ' αυτήν αλλά όχι λύση. Είναι φανερό ότι εκ των πραγμάτων θα βρίσκονταν συντομότερα συνθήκες ειρήνευσης, έστω και προσωρινής, παρά με τα ατέρμονα και ανεφάρμοστα «σχέδια διαμεσολαβήσεων». Και λέμε «προσωρινής», αφ' ενός μεν διότι τα βαλκανικά προβλήματα δεν μπορούν να λυθούν τοπικώς και μερικώς, αφ' ετέρου δε γιατί δεν υπάρχει συγκεκριμένη αντίληψη περί των σχέσεων δυτικής Ευρώπης και Μεσογείου. Η αοριστολογία περί «γραμμής ασφαλείας», περί «μαλακού υπογαστρίου» κλπ. δείχνει ακριβώς ότι μια συγκεκριμένη αντίληψη δεν πρέπει ίσως και εγνωσμένως να υπάρχει. Ούτε και τυχαίο μπορεί να θεωρηθεί ότι στο Συνέδριο του Ελσίνκι το 1975 τα θέματα της Μεσογείου συζητήθηκαν ως συμπληρωματική υποσημείωση του «πακέτου ΙΙ» περί οικολογίας και... αισθητικής. Από όσο μπορεί κανείς να αντιληφθεί κάτι σαφές περί των καταστάσεων της σημερινής Ευρώπης, προβλέπεται μια κάποια ανάπτυξη σε μια ζώνη 300 περίπου χιλιομέτρων προς την ανατολική Ευρώπη, δηλ. περίπου στα όρια της παλαιάς Αυστροουγγρικής Μοναρχίας που συμπίπτουν κατά προσέγγιση με εκείνα της καθολικής Ευρώπης, αλλά κατά «λιμπεραλιστικούς» τρόπους ως προς τα λοιπά, ανάλογους εκείνων του «Korea-Boom», ασκούμενους απλώς την φορά αυτή στους χώρους των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου.

Ότι οι «συλλήψεις» αυτές, οι οποίες στρέφονται σαφώς εις βάρος της Ουκρανίας και της Ρωσίας και στερούνται πάσης ιστορικής προοπτικής (καθ' ότι συλλήψεις εργαστηρίου) οδηγούν κατ' ευθείαν στον τρίτον παγκόσμιο πόλεμο, αφού προηγουμένως επιφέρουν και την πλήρη οικονομική κατάρρευση της δυτικής Ευρώπης (αρκεί απλώς να δει κανείς στον χάρτη την γραμμή «Bagdad-Bahn», που είναι της αυτής σημασίας με το Σουέζ για την Ευρώπη), είναι πλέον προφανές. Οι «ειδικοί» οφείλουν να τις διαγνώσουν...


IV
Η γερμανο-πολωνική συμφιλίωση, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, αποτέλεσε το κρίσιμο βήμα που ανέτρεψε τη μέχρι τότε κατάσταση και επέτρεψε στη Γερμανία να παίζει πιο ανοικτά ρόλο στην Κεντρική Ευρώπη... Μέσω της Πολωνίας, η γερμανική επιρροή θα μπορούσε να εξακτινωθεί προς το βορρά -στα βαλτικά κράτη- και στην ανατολή - στην Ουκρανία και στη Λευκορωσία.

Τώρα, τα συμφέροντα της Γερμανίας συμφωνούν με τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ και μάλιστα εξυψώνονται εντός αυτών των οργανισμών... Όμως, αν ακινητοποιηθεί η διαδικασια ενοποίησης και διεύρύνσης της Ευρώπης, υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι τότε θα αναδυόταν ένας πιο εθνικιστικός προσδιορισμός της αντίληψης της Γερμανίας για την ευρωπαϊκή «τάξη» δυνητικά επιβλαβής για την ευρωπαϊκή σταθερότητα. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, εξέφρασε αυτό τον τρόπο σκέψης, όταν δήλωσε ότι η Γερμανία δεν είναι πια «το δυτικό προπύργιο εναντίον της Ανατολής, γίναμε το κέντρο της Ευρώπης», προσθέτοντας απροκάλυπτα ότι «στις μακρόχρονες περιόδους κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα... η Γερμανία συμμετείχε δημιουργώντας τάξη στην Ευρώπη».

Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η Μεσευρώπη, αντί να είναι μια ευρωπαϊκή περιοχή στην οποία υπερέχει οικονομικά η Γερμανία, θα γινόταν μια περιοχή καταφανούς γερμανικής πολιτικής πρωτοκαθεδρίας, καθώς και η βάση για μια πιο μονομερή γερμανική πολιτική απέναντι στην Ανατολή και τη Δύση.

Τότε, η Ευρώπη θα έπαυε να είναι το ευρασιατικό προγεφύρωμα της αμερικανικής δύναμης και το δυνητικό εφαλτήριο για την επέκταση του παγκόσμιου δημοκρατικού συστήματος στην Ευρασία...

Η αμερικανο-γερμανική συνεργασία και κοινή ηγεσία σε αυτό το ζήτημα είναι ουσιαστικές. Η επέκταση θα πραγματοποιηθεί αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία ενθαρρύνουν από κοινού τους άλλους συμμάχους του ΝΑΤΟ να υποστηρίξουν αυτό το βήμα, είτε διαπραγματευτούν αποτελεσματικά κάποιο διακανονισμό με τη Ρωσία, αν αυτή είναι πρόθυμη να συμβιβαστεί, είτε δράσουν σθεναρά, έχοντας δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι το καθήκον οικοδόμησης της Ευρώπης δεν μπορεί να υποταγεί στις αντιρρήσεις της Μόσχας. Η συνδυασμένη αμερικανο-γερμανική πίεση είναι ιδιαίτερα αναγκαία, προκειμένου να επιτευχθεί η απαιτούμενη ομoφωνία όλων των μελών του ΝΑΤΟ, γιατί κανένα μέλος του ΝΑΤΟ δεν θα μπορέσει να αρνηθεί, αν η Αμερική και η Γερμανία πιέζουν από κοινού.

Τελικά, σε αυτή την προσπάθεια διακυβεύεται ο μακροπρόθεσμος ρόλος της Αμερικής στην Ευρώπη.

Η νέα Ευρώπη είναι ακόμη υπό διαμόρφωση και για να παραμείνει γεωπολιτικά αυτή η νέα Ευρώπη τμήμα του «εύρω-ατλαντικού» χώρου, η επέκταση του ΝΑΤΟ είναι ουσιαστική. Πράγματι, μια συνεκτική πολιτική των ΗΠΑ για την Ευρασία ως σύνολο δεν θα είναι δυνατή, αν η προσπάθεια να διευρυνθεί το ΝΑΤΟ, την οποία προώθησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, μπλοκαριστεί και κλονιστεί. Αυτή η αποτυχία θα ήταν πλήγμα στην αξιοπιστία της αμερικανικής ηγεσίας, θα συνέτριβε την έννοια της επεκτεινόμενης Ευρώπης, θα απογοήτευε τους Κεντροευρωπαίους και θα μπορούσε να πυροδοτήσει ρωσικές γεωπολιτικές βλέψεις για την Κεντρική Ευρώπη, που τώρα βρίσκονται εν υπνώσει ή ψυχορραγούν. Για τη Δύση, θα ήταν ένας αυτοτραυματισμός, που θα έβλαπτε θανάσιμα τις προοπτικές για έναν πραγματικά ευρωπαϊκό πυλώνα σε μια ενδεχόμενη ευρασιατική αρχιτεκτονική ασφάλειας και για την Αμερική δεν θα ήταν μόνο περιφερειακή ήττα, αλλά παγκόσμια ήττα.


V
Με τις μικρές αυτές «συνταγές» μέσω ΝΑΤΟ για λόγους «ασφαλείας», είναι βέβαιον ότι καμμιά έννοια κεντρικής Ευρώπης σε οργανική σύνδεση με τα βαλκάνια και την σκανδιναβική χερσόνησο δεν μπορεί να αποτελεσθεί, η πολιτική ύπαρξη της Ε.Ε. εκμηδενίζεται και οι σχέσεις Ρωσίας και υπολοίπου Ευρώπης, μη υπάρχοντος ενδιάμεσου εδάφους να αναπτυχθούν, καταντούν μονίμως προβληματικές.

Κατά τον τρόπο αυτόν επιτυγχάνεται ένα μείζον «αίτημα»: η διατήρηση του πολιτικού εκνανισμού της Γερμανίας (ο οποίος πρέπει να συμβαδίζει με τον αντίστοιχο της Ιαπωνίας) και η μεταβολή του χώρου της κεντρικής Ευρώπης στον κλασσικό χώρο «ισοζυγίων» των ευρωπαϊκών εθνικισμών, καταλλήλως ανανεομένων. Γι' αυτό και καθόλου παράδοξο δεν είναι, ότι ενώ κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου (και αμέσως μετά!) με το είδος των ειδικών σχέσεων της γαλλικής πολιτικής με το ΝΑΤΟ εγράφονταν βιβλία, ότι η Γαλλία έπρεπε να απαλλαγεί από τις ντεγκωλικές παραστάσεις και να καταγίνει με την προαγωγή του πολιτισμού δια των καλλυντικών (!!), σήμερα ξαφνικά προωθείται η ιδέα μιας Γαλλίας ισότιμου εταίρου στους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ. Πόσο «απαραίτητη» θεωρείται η πολιτική βαλκανοποίηση της νυν υπαρχούσης Ε.Ε και κυρίως η πολιτική εκνάνωση της Γερμανίας (εκ παραλλήλου με την αντίστοιχον της Ιαπωνίας) αποδεικνύει και ένα πρόσφατο άρθρο...

Η νέα αμερικανική πολιτική όχι μόνο δεν φαίνεται διατεθειμένη να καταργήσει τα κράτη-καρκινώματα εις βάρος των περιοχών, αλλά σκοπεί ευθέως στον πολλαπλασιασμό τους. Οι νέες «βάσεις» της αμερικανικής πολιτικής, όπως αυτή αρχιτεκτονείται στα κείμενα ύπατων επιτελών της - και εννοούμε βέβαια τον κ. S. Huntington και κ. Z. Brzezinski -, είναι η βαλκανοποίηση της υφηλίου και η καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας ως άλλοθι ασκήσεως της.


VI
...οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει ίσως να καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσουν περιφερειακούς συνασπισμούς που επιδιώκουν να εκδιώξουν την Αμερική από την Ευρασία, απειλώντας έτσι τη θέση της Αμερικής ως παγκόσμιας δύναμης...

Δυνητικά, το πιο επικίνδυνο σενάριο θα ήταν ένας μεγάλος συνασπισμός της Κίνας, της Ρωσίας και ίσως του Ιράν (Shanghai Cooperation Organisation), ένας «αντιηγεμονικός» συνασπισμός, τον οποίο δεν θα ένωνε η ιδεολογία, αλλά συμπληρωματικά παράπονα. Από την άποψη της κλίμακας και του πεδίου του, ένας τέτοιος συνασπισμός θα υπενθύμιζε την πρόκληση την οποία αποτελούσε άλλοτε ο σινο-σοβιετικός συνασπισμός, αν και αυτή τη φορά η Κίνα θα ήταν πιθανώς ο ηγέτης και η Ρωσία ο οπαδός. Η αποτροπή αυτού του ενδεχομένου, όσο απόμακρο και αν είναι, θα απαιτήσει την επίδειξη γεωστρατηγικής επιδεξιότητας εκ μέρους των ΗΠΑ ταυτοχρόνως στη δυτική, στην ανατολική και στη νότια περίμετρο της Ευρασίας...

Επίσης, πολύ απόμακρη, αλλά χωρίς να αποκλείεται εντελώς, είναι η δυνατότητα μιας μεγάλης ευρωπαϊκής συμφωνίας, που θα περιλάμβανε είτε μια γερμανο-ρωσική συνεργία είτε μια γαλλο-ρωσική συνεννόηση. Υπάρχουν προφανή ιστορικά προηγούμενα και των δύο περιπτώσεων, που θα μπορούσαν να προκύψουν αν η ευρωπαϊκή ενοποίηση ανακοπτόταν και αν οι σχέσεις μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής επιδεινώνονταν σοβαρά. Πράγματι, στο τελευταίο ενδεχόμενο, θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα διακανονισμό μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας προκειμένου να αποκλείσουν την Αμερική από την ήπειρο (Russia-EU: Time to Decide)...

Όποιο και αν είναι το μέλλον, είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι η αμερικανική πρωτοκαθεδρία στην ευρασιατική ήπειρο θα πληγεί από αναταραχές και ίσως από σποραδική, τουλάχιστον, βία. Η αμερικανική πρωτοκαθεδρία είναι δυνητικά ευάλωτη σε νέες προκλήσεις, είτε από περιφερειακούς ανταγωνιστές είτε από νέους αστερισμούς. Πιθανώς, το τωρινό κυρίαρχο αμερικανικό παγκόσμιο σύστημα, εντός του οποίου «η απειλή πολέμου είναι εκτός ημερήσιας διάταξης», θα είναι σταθερό μόνο σε εκείνα τα μέρη του κόσμου στα οποία η αμερικανική πρωτοκαθεδρία, καθοδηγούμενη από μακροπρόθεσμη γεωστρατηγική, στηρίζεται σε συμβατά και ομοειδή κοινωνικοπολιτικά συστήματα, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με πολυμερή πλαίσια στα οποία κυριαρχεί η Αμερική.


VII
Το γεγονός ότι η εν λόγω στρατηγική προσέγγιση από τη σκοπιά των ευρασιατικών ισορροπιών ισχύος εμπεριέχει μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σοβαρούς κινδύνους, κατευθύνει τη Γερμανία στο να ακολουθήσει μια πιο προσεκτική και ψύχραιμη οδό. Και αυτό, γιατί ο προσανατολισμός της Γερμανίας προς μια ευρασιατική στρατηγική υπό την κάλυψη της ομπρέλας της ΕΕ θα ενοχλήσει τις ΗΠΑ, ενώ ο προσανατολισμός της προς ένα παρόμοιο άνοιγμα στα πλαίσια της δικής της εθνικής στρατηγικής δύναται να επιφέρει αποτελέσματα που να ανησυχήσουν τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες πρωτίστως την Αγγλία και τη Γαλλία.

Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν από ένα τέτοιο περιβάλλον ανταγωνισμού, έχουν ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό πολιτικών βασιζόμενων στην υπέρβαση των στοιχείων οικονομικοπολιτικού ανταγωνισμού μέσω κοινοπραξιών. Από αυτή τη σκοπιά είναι άξια προσοχής η εμφάνιση πολυεθνικών εταιρειών, οι οποίες εμπεριέχουν στους κόλπους τους ταυτόχρονα υποκείμενα διαφόρων εθνικών ιδιοτήτων στο προσκήνιο του ανταγωνισμού οικονομικοπολιτικού διαμοιρασμού στην Κεντρική Ασία.

Στα πλαίσια μιας τέτοιας συγκυρίας ισορροπίας δυνάμεων, ενώ η Ρωσία αποκτά τη θέση της στρατηγικής χώρας-κλειδί, η Κίνα θα αποκτήσει την ευχέρεια να θέσει με περισσότερη άνεση τη βαρύτητα της στις διεθνείς σχέσεις.

Η συμμετοχή της Κίνας σε μια πιθανή γερμανορωσική συνεργασία

ενδέχεται να αφυπνίσει εκ νέου ιστορικούς ανταγωνισμούς μεταξύ χερσαίων κρατών με άξονα την Ευρασία και τις θαλάσσιες αυτοκρατορίες βασιζόμενες σε ωκεανούς που περιβάλλουν την Ευρασία, γεγονός που θα σήμαινε τη γέννηση μιας από τις πιο ανηλεείς πολώσεις που θα μπορούσε να δει ποτέ η ιστορία.


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

*
*
*

22 Αυγούστου 2014

Η διάσταση του συγχρονισμού τριών ζητημάτων: Το Παλαιστινιακό, το θέμα του Ιράκ και το Κουρδικό, τα Βαλκάνια και ο μαρκοπρόθεσμός στρατηγικός σχεδιασμός των ΗΠΑ.


.~`~.
Ι

Αν μπορούμε να συνοψίσουμε τη διαφορά μεταξύ της οπτικής γωνίας των ΗΠΑ και της Ευρώπης στο «Κουρδικό ζήτημα», οι ΗΠΑ σε πρώτο στάδιο θεώρησαν το «Κουρδικό ζήτημα» κυρίως μέρος του Ιρακινού προβλήματος, ενώ η Ευρώπη θεωρεί το ζήτημα πρωτίστως ως θέμα που αφορά την Τουρκία. Η εξέταση του «Κουρδικού ζητήματος» εντός των συνόρων του Ιράκ και της Τουρκίας αδυνατεί να προσδιορίσει εξολοκλήρου τα επί του εν λόγω ζητήματος συμφέροντα της Ευρώπης και των ΗΠΑ αντιστοίχως... Η θεώρηση εκ μέρους της Ευρώπης του «Κουρδικού ζητήματος», πέραν του ότι αξιολογείται ως σύμφυτο στοιχείο της αίτησης της Τουρκίας προς ένταξη της στην ΕΕ, πρόκειται περί ενός προβλήματος, το οποίο επηρεάζει τις διμερείς σχέσεις με τα ευρωπαϊκά κράτη, πρωτίστως με την Ελλάδα και με τη Γερμανία...
Η σύλληψη του Αμντουλάχ Οτζαλάν αξιολογούμενη από τη σκοπιά των μεγάλων δυνάμεων δεν είναι τίποτε άλλο από την έναρξη ενός νέου στρατηγικού παιχνιδιού... κατά πάσα πιθανότητα οι ΗΠΑ έπαιξαν σημαντικό ρόλο επηρεάζοντας άμεσα ή έμμεσα στο να πειστεί η Ελλάδα να τον παραδόσει όσο και στη διαξαγωγή της επιχείρησης στην Κένυα. Η παρεχόμενη από τις ΗΠΑ στήριξη προς την Τουρκία ενδεχομένως να διαρκέσει ως την επίλυση των αβεβαιοτήτων του Ιρακινού και Παλαιστινιακού ζητήματος.
Έτσι, οι ΗΠΑ έδωσαν το εξής μήνυμα στην Τουρκία:

21 Αυγούστου 2014

`~.



.~`~.

17 Αυγούστου 2014

Neoconservatism and American Foreign Policy and Why Neoconservatism Still Matters.

.
I) Why Neoconservatism Still Matters
What neoconservatism means today - The five pillars of neoconservatism (Internationalism, Primacy, Unilateralism, Militarism, Democracy) - Reasons for resilience: why neocons are still influential
II) Neoconservatism and American Foreign Policy
Neoconservatism - The Neoconservative ‘War on Terror’ - Neoconservatism and Islam - The Israel Factor in Neoconservatism - Continuity or Change? - The Perseverance of the Persuasion
Το (I) έχει ως κύριο άξονα την εθνική, ενώ το (II) την παγκόσμια αμερικανική πολιτική.

15 Αυγούστου 2014

Ο Ανατολικός Χριστιανισμός, «Παγκόσμια Οικονομία» και Μεσόγειος.


.~`~.
Εισαγωγή

Αν αναφερώμαστε στις θρησκείες, τούτο διότι ο κάθε άνθρωπος στην θρησκεία του ενδιαφέρεται για το είδος των κοινωνικών αρχών που αυτή πρεσβεύει και όχι κατ' ανάγκην για τον... Θεό που αυτή υπηρετεί. Αυτό είναι ένα είδος κοινωνικής φιλοσοφίας ιστορικως κατοχυρωμένης, που κανένας δεν μπορεί ν' αλλάξη τη σημασία της. Όποια και αν είναι η σχέση του με τη θρησκεία. Το κοινωνικώς πραγματούμενο, μέσα στο οποίο τυχαίνει ο άνθρωπος να υπάρχη, έχει μιάν ιστορικότητα αντικειμενικώς δεδομένη.

Αυτό π.χ. που μέσα στην αντίληψη της δυτικής εκκοσμίκευσης και της «φιλοσοφίας» θεωρείται «πρόοδος» ως προς τα θρησκευτικά πράγματα, για τον ανατολικό Χριστιανισμό είναι μια συνέπεια της περί ατόμου αντιλήψεως του δυτικού Χριστιανισμού. Κάτι φυσικά που οι «φιλόσοφοι» καθόλου δεν θα ήσαν διατεθειμένοι να παραδεχθούν, αφού είναι αναγκασμένοι να πιστεύουν ότι η δραστηριότητα τους συνιστά «πρόοδο»... Συνεπώς αυτή η ιδεολογία, που προβάλλεται ως τέτοια και επιδιώκει την επιβολή της δια διαφόρων πολιτικών μέσων, π.χ. «ανθρώπινα δικαιώματα», δεν άπτεται ουσιαστικά του ιδεολογικού περιεχομένου του ανατολικού Χριστιανισμού και του Ισλάμ...

Οι θεολογικές αντιλήψεις του Προτεσταντισμού - και τούτο αποδεικνύεται από τον ρόλο της φιλοσοφικής δραστηριότητας στα πλαίσια της θρησκευτικής αυτής κατευθύνσεως - ισοδυναμούν με ιστορική άρση του ιστορικού νοήματος του Χριστιανισμού. Ενώ ο Χριστιανισμός εμφανίζεται σαν μια «απάντηση» των φιλοσοφικών προβλημάτων της αρχαιότητας και σαν λύση των κοινωνικών προβλημάτων προβλημάτων που αυτά εδημιούργησαν, ο Προτεσταντισμός δια της φιλοσοφίας επαναφέρει την πνευματική κατάσταση στην προ του Χριστιανισμού εποχή και την ιστορικότητα 15 αιώνων χριστιανισμού την μεταβάλλει σε ιστορικότητα του κράτους... Για τον Προτεσταντισμό, το να γίνωνται οι γυναίκες παπάδες είναι χειραφέτηση και πρόοδος. Για την Ορθοδοξία, όμως, κάτι τέτοιο αποτελεί ύβρη και πιθανόν το ίδιο ισχύη και για τον Καθολικισμό. Δεν είναι θέμα «προσαρμογής» και «μοντερνισμού», αλλά καθαρό θέμα θρησκευτικής ιδεολογίας και φιλοσοφικής δογματικής. Η του κόσμου οικονομία επροίκισε την γυναίκα με τεράστια βιολογική δύναμη - που λείπει από τον άνδρα και γι' αυτό τούτος μπορεί να «θυσιασθή» για... «υψηλούς σκοπούς» -, προκειμένου να προστατευθή το είδος, που είναι κατά φύσιν των πραγμάτων «ιερώτερο». Το να θυσιάζεται μια γυναίκα για το παιδί της είναι η ιερώτερη πράξη. Το να θυσιάζεται για σκοπούς άλλους, και μάλιστα ιδεολογικούς, είναι υποτίμηση της φύση της και ύβρις προς την εσωτερική οικονομία του κόσμου.

Τι οφείλει να κάνη μια ιέρεια, η οποία βρίσκεται το πρωί της Κυριακής στον δρόμο προς την εκκλησία αλλά ξαφνικά μαθαίνει ότι καίγονται ταυτόχρονα η εκκλησία με τους πιστούς και το σπίτι της με τον μοναχογυιό της; Με... «φιλοσοφικά» κριτήρια και τις περί «πλειοψηφίας» αντιλήψεις, το να σώση τους πολλούς στην εκκλησία είναι πράξη καλύτερη απ' το να σώση έναν (το παιδί της), με κάποια άλλα πιο λεπτά κριτήρια όμως, ήγουν με κριτήρια θεολογικά, αυτό αποτελεί ύβριν προς την ίδια την Παναγία, που οι εικονικές της παραστάσεις θέλουν την ύπαρξη της αδιάσπαστα δεμένη μ' ένα μωρό...


Αυτοί που επενόησαν πρίν από χιλιάδες χρόνια έτσι τα πράγματα φαίνεται να μην ήσαν... ηλίθιοι, αλλά να είχαν συγκεκριμένα φιλοσοφικά προβλήματα στο νού τους... Είναι άλλη η χειραφέτηση της νομικής ισότητος (όντως, ο πωλητής αυτοκινήτων δεν ενδιαφέρεται για το γένος του πελάτη του αλλά μόνο για το πορτοφόλι του...) και άλλη για τα πράγματα που συζητούμε εδώ. «Ψιλές» βέβαια οι διαφορές, περίπου σαν αυτές που κάνουν τον Ντοστογιοέφσκυ... «ψυχολόγο», μόνο που αναφέρονται σε πραγματικότητες μάλλον αγεφύρωτου θεωρητικού - αλλά και πρακτικού ως προς τον «διάλογο» - χάσματος.


.~`~.
I
Ο Ανατολικός Χριστιανισμός

α´
Μεταξύ δυτικού Χριστιανισμού καί «Δύσης» έκάναμε ήδη μιά μικρή διάκριση -καίτοι, κατά περίπτωση, οι όροι ιδεολογικως φέρονται ως επικαλυπτόμενοι-, διότι απο τήν Μεταρρύθμιση κι' έδω, καί ιδίως από τήν Αναγέννηση, υπάρχει μιά μικρή διαφορά των όρων. Αναφερόμενος κανείς στόν κόσμο του ανατολικού Χριστιανισμού, αναφέρεται κατ' ανάγκην στόν πνευματικό εκείνον κόσμο πού έμαθε νά βλέπη τόν φυσικόν κόσμο σάν ακατανόητο θαύμα καί αίνιγμα, καί συνεπώς αδυνατεί νά ιδή τόν άνθρωπο αλλοιώς, παρά μόνον ώς άπλόν διαχειριστή του καί όχι... κυρίαρχον έπ' αυτού. Ο κόσμος σάν αίνιγμα είναι ήδη μιά θεμελιώδης φιλοσοφική θέση, άνευ τής όποίας κάθε περαιτέρω συζήτηση καταλήγει αναγκαστικά στήν όμίχλη καί τήν άκαθοριστία. Η θέση αυτή υποδηλοί ότι αδυνατεί κανείς έκ των προτέρων νά διακρίνη τό καλό καί τό κακό στόν φυσικό κόσμο καί συνεπώς παραιτείται πάσης προσπαθείας νά τόν «βελτιώση». «Βελτίωση» σημαίνει ότι είναι κανείς πεπεισμένος γιά τήν διάκριση μεταξύ φυσικού καλού καί κακού, ότι κατέχει τό μυστικό τής ύπαρξής των, άλλά πρόβλημα «Θεοδικίας» γιά τόν ανατολικό Χριστιανισμό δέν έτέθηκε ποτέ. Τό πρόβλημα τούτο προέκυψε μόνο στά ιστορικά πλαίσια τής δυτικής Ευρώπης, όταν ό Θεός εκάθησε στό εδώλιο του κατηγορουμένου καί άρχισε νά έρωτάται γιά τό γιατί τών πραγμάτων. Γιά τά χριστιανικά σύνολα τής χριστιανικής Ανατολής υπήρξεν ανέκαθεν η πεποίθηση -καί τούτο υπήρξε μιά συλλογική κοινωνική εμπειρία τών φιλοσοφικών εμπειριών τής μεσογειακής αρχαιότητας-, ότι κερδίζει κανείς περισσότερο άν παραιτηθή άπό τό μάταιο γιά τόν άνθρωπο τούτο ερωτημα, παρα αν θεληση να το υποκαταστηση με τις δικές του υποκειμενικές εξηγήσεις. Αν δηλαδή δεχθή ότι οι έννοιες καλού και κακού δέν έχουν καμμιά όντική ύπαρξη, άλλά αποτελούν απλώς προϋποθέσεις γιά τήν έσωτερικήν οικονομία του ανθρώπου. Αυτό είναι καί τό τελευταίον δίδαγμα τής φιλοσοφίας τής ελληνικής άρχαιότητας. Αλλά έτσι ή έννοια του ανθρωπισμού έπεκτείνεται αυτομάτως καί στόν «εκπεπτωκότα» - δηλαδή αυτός αποτελεί συστατικό στοιχείο τής έννοιας. Μόνο υπό τήν προϋπόθεση ότι αυτός αποτελεί κομμάτι τής κοινής εννοίας του ανθρωπισμού, αρχίζει νά λειτουργή η εσωτερική οικονομία του ανθρώπου. Μέσα στην κοινην αυτήν έννοια του ανθρωπισμού θα κυττάξη ο «καλός» να γίνη καλύτερος καί ό «κακός» να γίνη καλος. Η αποκοπή του «κακού» από τό κοινωνικό σώμα καταντά πρόβλημα μεταφυσικότητας και μιάς δύσκολης κοινωνικής πρακτικής, που υπερβαίνει τό νόημα τής νομοθετημένης τάξης. Σε παλαιότερες εποχές η κοινωνική διάκριση μεταξύ καλού καί κακού δέν ήταν τόσο εύκολη όσο σήμερα. Η ληστεία και η πειρατεία λ.χ. αποτελούσαν αποδεκτές μορφές συμπληρωματικότητας της ισχυούσης κοινωνικής ηθικής, στόν δέ επισκοπικό θρόνο της Ρώμης ανηλθον καί πρώην πειρατές.

Τά κριτήρια τού παρελθόντος δέν είναι βέβαια ίδια μέ τά σημερινά. Εάν η διαφορά μεταξύ «καλού» καί «κακού» ορίζεται απο κάποιον νόμο, τότε ή μεταφυσική σχέση των δύο κατηγοριών αμβλύνεται. Ο άλλος δέν έχει εσωτερική σχέση μ' έμάς και το «ουδείς έκών κακός» δέν αποκτά καμμίαν μεταφυσικότητα. Τό νεώτερο κράτος τής «Staatsräson» έχει μόνο «καλούς», διότι τούς «κακούς» τούς στέλνει στήν φυλακή. Κατά τόν «νόμο» είναι καλοί όσοι έχουν τήν «δύναμη» νά είναι. Καί αφού τήν έχουν, όπως νομικά όρίζεται, φυσικό είναι νά διακατέχωνται από τήν αίσθηση τής κυριότητας, νά αισθάνωνται «κυρίαρχοι» έναντι όσων τήν στερούνται καί νά τούς παραπέμπουν στό δικαστήριο. Με τόν «κακόν» δέν έχει νά κάμη ό ίδιος ό άνθρωπος σάν άτομο άλλά ό δικαστής. Στόν κόσμο του ανατολικού Χριστιανισμού, όπου η έννοια της «Staatsräson» εχει μέχρι σήμερα δυσκολίες, τα πράγματα συνεχίζουν νά μήν είναι απλά, πράγμα πού φυσικα προσδίδει μιάν «δυσκινησία» στίς κοινωνίες αυτές, όπως καί στίς -παραπλήσιες μ' αυτές- κοινωνίες του Ισλάμ. Οι κοινωνίες ειναι «δυσκίνητες», διότι τα άτομα, όπως άναλυτικώτερα θά ιδούμε (καί τούτο άποτελεί ιστορική διαμόρφωση στούς πολυεθνικούς τούτους χώρους), χρειάζονται περισσοτερον χρόνο για τον εαυτόν τους. Τό καλό καί το κακό στούς χώρους τούτους παραμένουν ακομα χωρίς σαφή σύνορα καί η διακρίβωση τους απαιτεί χρόνο. Καλος ειναι κανένας μόνον εφόσον μπορεί να είναι και κακός ταυτοχρονα, αλλά αυτή η διακρίβωση άπαιτεί ως εσωτερική προβληματικη χρόνο. Μόνο η αίσθηση ότι η δυνατότητα πρός αυτή τήν διακρίβωση μπορεί να χαθή ανά πάσαν στιγμή (ακόμη καί μέ μιά σκέψη, καθώς θα ιδούμε νά υποστηρίζη ό Ντοστογιέφσκυ) δημιουργεί την μεταφυσικότητα της εσωτερικής ευθύνης του ανθρώπου. Και ταυτόχρονα μ' αυτήν και μιά ειδική συνείδηση: ότι ο άνθρωπος ειναι απλος μόνο διαχειριστής των κατα κόσμον. Τόσο των έσωτερικών δυνάμεων του εαυτού του, όσο και του κόσμου έξω απ αυτόν.

Μεταξύ «κυριαρχίας επί του κόσμου» και «διαχειρίσεως τών κατά κόσμον» υφίσταται βέβαια διαφορά. Το να θελήση αυτή νά τήν καταργήση κανείς, καί μάλιστα «μια γιά πάντα» (einmal für immer) δια των όπλων, εκτός του οτι ειναι πρακτικά αδύνατο (καί τούτο λόγω τής μεταφυσικής τάξεως του κόσμού καί όχι λόγω τών «προόδων» τής πολεμικής βιομηχανίας), είναι ένα πρόβλημα ίστορικης κατανοήσεως πού έχει άμεση σχέση με το παρόν καί τό μέλλον. Ο ένας τρόπος «καταργήσεως» είναι βέβαια τα όπλα' ένας άλλος άοπλος, άλλά έξ ίσου πολεμικός, είναι οι «ιδεαλιστικές» φιλοσοφίες τών σημερινών διεθνών οργανισμών περί «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», «προόδου», «δημοκρατίας» κλπ., ήγουν η αντίληψη περί... σιδηροδρομικής φιλοσοφίας. Η «κατάργηση» συνεπώς δέν υπήρξε απότοκος της φιλοσοφίας του εθνικοσιαλισμού (περί ου κατωτέρω), αλλά κάτι το συνεχιζόμενο και αναλλοίωτο πρό πολλών αιώνων. Πρέπει νά ιδούμε γιατί.

β´
Η ανάγκη υπάρξεως ενός μονίμου «εχθρού» γιά τήν «Ευρώπη», λέει ο C. Erdman στό βιβλίο του Die Entstehung des Kreuzzugsgedankens, 1935, ανάγεται στις αρχές τής παρούσης χιλιετίας. Οι δυσκολίες, δηλαδή, έκχριστιανισμού τής Ευρώπης ώδηγησαν τόν Πάπα στην επινόηση ενός «εξωτερικού εχθρού», ώς στοιχείου συνοχής του δικού του χριστιανικού κόσμου. Στήν θεωρία αυτή -πού είναι σωστή- υπάρχει ένα πραγματικό στοιχείο πού δέν φαινεται, αλλα υπάρχει και θα συνεχίση νά υπάρχει όσο υφίσταται κόσμος. Ότι οι καταστάσεις τών θρησκευτικών πραγμάτων τής ανατολικής Μεσογείου αποτελούσαν έναν κίνδυνο γιά τόν δυτικό Χριστιανισμό, είναι βέβαια προφανές. Τό έρώτημα είναι γιατί η «πίστη» δέν εστράφηκε πρός τούς χώρους τής δυτικής Μεσογείου πού έκινδύνευαν, ή μάλλον πού είχαν καταληφθή από τό Ισλάμ, καί εστράφηκε «πρός απελευθέρωση της Ιερουσαλημ» (που δεν απελευθερώθη τελικά) στούς χώρους τής ανατολικής Μεσογείου.

Καί ότι βέβαια από στρατηγικής απόψεως η συνεργασία με τόν ανατολικόν Χριστιανισμό θά ήταν αυτή πού θά απωθούσε το Ισλάμ (άν όντως τό Ισλάμ ήταν ό στόχος), είναι αυτονόητο. Το Ισλάμ ήταν πανίσχυρο στούς χώρους τής νοτιοδυτικής Ευρώπης (λίγες δεκαετίες προ των σταυροφοριών, ο χαλίφης της Κόρδοβας παίρνει τον τίτλο του Χαλίφη) και άρα από στρατηγικής απόψεως είναι αδιανοητο να αποδυναμώση κανείς πλήρως στρατιωτικά τούς χώρους τής δυτικής Εύρώπης καί νά στέλνη στρατούς χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά πρός επιδίωξη άκρως αμφιβολων αποτελεσμάτων. Μάταια θά ψάξη κανεις στα σχετικά έργα και στούς άτλαντες νά βρή κάποιες λεπτομέρειες επί τών αποριών αύτών. Ότι οι δυσκολίες του Βατικανού με τα διοικούντα στρώματα της βόρειας Εύρώπης επέβαλαν τήν εξεύρεση ενός «εχθρού», είναι ώς στρατήγημα κατανοητό. Αυτό πού παραμένει μονίμως σε θολώδη κατάσταση είναι το ερώτημα, γιατί τό νόημα αύτού του «εχθρού» μετατοπίζεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά από εκεί πού ύπάρχει όντως αυτός ο έχθρός. Το πνεύμα τών σταυροφοριών σταματάει, μόνον έφ' όσον η Βενετία έξασφαλίζει την εμπορική εγκαθίδρυση της στην ανατολική Μεσόγειο και επαναβιώνει μερικούς αιώνες αργότερα, κατά τις διαμορφώσεις του έν λόγω χώρου διά των Οθωμανών, με τήν μάχη τής Ναυπάκτου. Εκμεταλλεύσεις τών στρατηγικών αποτελεσμάτων αυτής τής μάχης δέν υπάρχουν, πλήν του γεγονότος ότι συνεχίζει να εξασφαλίζεται η προηγούμενη δραστηριότητα τής Βενετίας, η όποία ένδιαφέρει ολόκληρη τήν δυτική Εύρώπη (έξ ου καί τό πνεύμα «σταυροφορίας» στην μάχη αυτή). Η Μεσόγειος θά παραμείνη υπό τήν άποκλειστική σχεδόν κυριαρχία τών μωαμεθανών από το 950 μέχρι τα τέλη περίπου του 18ου αίώνα. Καθ' όλη την διάρκεια αυτων των αιωνων, το μόνιμο μέλημα της δυτικης Ευρώπης είναι ή διατήρηση τών εμπορικών σχέσεων μέ τούς χώρους τής Ανατολικής Μεσογείου. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν οι Οθωμανοί παίρνουν τήν Κωνσταντινούπολη καί η αυτοκρατορία τους εδραιούται, συνεπώς μή έπιτρέπουσα άλλες έμπορικές σχέσεις με την άνατ. Μεσόγειο πλήν τών ήδη υφισταμένων της Βενετίας, τις οποίες αναγνώρισαν οι πρώτοι σουλτάνοι, η Πορτογαλία και η Ισπανία, ως ανερχόμενες δυνάμεις από τον κληρονομηθέντα πλούτο τών προηγουμένων ισλαμικών κρατών στρέφονται πρός τον ινδικόν ωκεανο και την Αμερική.

Υποθέτομε, λοιπον, ότι αυτό που μονίμως αποκρύπτεται ή τουλαχιστον δεν ομολογείται ως κοινή συνείδηση - πράγμα που θα επέβαλε και την ανάγκη μιάς άλλης πολιτικής πλήν εκείνης του «εχθρού», που εγκαινίασαν οι Πάπες προ δεκα αιώνων καί απετέλεσε το πολιτικό περιεχόμενο της παρούσης χιλιετίας, την οποίαν θα μπορούσαμε να καλεσωμε συλληβδην χιλιετία τών σταυροφοριών - είναι η μόνιμη επιβιωτική εξάρτηση της δυτικής Ευρωπης απο τον μεσογειακον χώρο και ιδιαιτερα εκείνον της ανατολικής Μεσογείου. Βεβαίως, σήμερα, διά των όρων «παγκόσμιος οικονομία» (Weltwirtschaft) και «παγκόσμια κατανομή εργασίας» (Arbeitsteilung), παραμερίζονται σκοπίμως από την κοινή συνείδηση τα φυσικά δεδομένα, οι «επιστημονικές ορολογίες» όμως είναι μάλλον αδύνατον να άλλάξουν τα γεωφυσικά δεδομένα του πλανήτη: η δυτική Ευρώπη, γιά όσο θά υπάρχη ο παρών κόσμος, πάντα θα εξαρτάται επιβιωτικά από τον μεσογειακό χώρο.

Ποιά ήταν η οίκονομική σημασία αυτού του χώρου για την βιομηχανική ανάπτυξη της δυτικής Ευρώπης (Αγγλίας, Γαλλίας), θα ιδή καλύτερα ό αναγνώστης στις σελίδες που άκολουθουν, εδώ όμως, μας ενδιαφέρουν τα πράγματα ώς γεωφυσικά και όχι ώς οικονομικά δεδομένα. Μάς ενδιαφέρουν δηλαδή ώς σύστημα ιστορικών σχέσεων διαρκείας και πρός τούτο πρέπει νά εξετάσουμε κάπως λογικώτερα από απόψεως εννοιών (υπάρχει λογική και χωρις έννοιες...) τον όρο της «παγκόσμιας οικονομίας», ο οποίος υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι δέν είναι απηλλαγμένος... σταυροφορικών παραστάσεων.

.~`~.
II
«Παγκόσμια Οικονομία» και Μεσόγειος

α´
Ο άνθρωπος ζή από την ένέργεια πού εναποθηκεύει κάθε πρωΐ ο ήλιος στήν Γη. Αυτή η ένέργεια έχει εϊτε ζωϊκή μορφή, εϊτε εκείνη τής ανόργανης ύλης. Τά μέταλλα, όπως και μια φυσική ντομάτα, δεν μπορούν να αναπαραχθούν εργαστηριακώς. Υποκαταστατα τους ειναι δυνατά (π.χ. μπορεί κανεις να κατασκευάση ενα χαπι με τα συστατικα της ντομάτας ή κάποιο υποκατάστατο του αλουμινίου), τα ίδια όμως όχι. Γιά λόγους άγνωστους μέχρι στιγμής (και πιθανώς γιά πάντα), η φύση, τής οποίας την τελειότητα των στρατηγικών μερικώς μόνο μπορεί να αντιληφθή η ανθρωπινη νόηση, δεν κατένειμε αυτή την ενέργεια ομοιογενώς επι του πλανήτη, πράγμα που δημιουργεί τήν πολλαπλότητα τών ειδών καί τήν οργάνωση τής κοινωνικής ζωής των αντιστοίχως. Στην περιπτωση του ανθρώπου, η οργάνωση της κοινωνικής ζωής αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις (όχι άναγκαστικη) της επιλεγομενης ιστορίας. Δεν θα αναφερθούμε περισσότερο επί του θέματος (ακριβώς γιατί υπάρχουν λαοί πού δέν γνωρίζουν την «ιστορία»), αλλά θά ιδούμε πώς τα παραπάνω δεδομένα διαμορφώθηκαν στόν ιστορικό χώρο τής Μεσογείου, γιά νά λάβουν τελικώς τήν όνομασία τής «παγκόσμιας οικονομίας» πού μάς απασχολεί.

Στον μεσογειακό χώρο, ο καταλληλότερος συνδυασμός τής ηλιακής ενεργείας συμβαίνει νά υπάρχη πρός τήν ανατολική μεριά και σε μιά χιλιομετρική έκταση πέριξ του νερού, την οποίαν χονδρικώς θά μπορούσαμε νά ορίσωμε ώς την έκταση εκείνη οπού λαλεί ο τζίτζικας. Εδώ οι συνθήκες είναι οι προσφορώτερες γιά τήν ζωή του ανθρώπου και γι' αυτόν τον λόγον ακριβώς έχομε στόν χώρον τούτον τήν ανάπτυξη μεγάλων πολιτισμών. Είναι προφανές ότι όσο λιγώτερο σε μιαν ευμενή φύση χρειάζεται ο άνθρωπος νά ασχοληθή γιά τήν επιβίωση, τόσο περισσότερο μπορεί νά διαθέτη τόν χρόνο του γιά πολιτιστική δραστηριότητα. Στoν χώρο τής δυτικής Ευρώπης ή φύση υπήρξε πιό φειδωλή, ενώ διά του Χριστιανισμού εσυνδέθηκε πολιτιστικα με τήν ιστορία της Μεσογείου. Πρέπει επίσης νά σημειώσωμε ότι το πολιτιστικό κέντρο της Μεσογείου δέν βρίσκεται στήν ιδια την Μεσόγειο (π.χ. Σουέζ) άλλά στήν Μαύρη Θάλασσα, όπως πιό κάτω θα ιδούμε (δέν ειναι τυχαίο ότι η γνωστη μας ιστορια αρχίζει με τον τρωικο πολεμο. Το ίδιο ισχύει μέχρι σημερα). Δια της ιστορικής δράσεως της Βενετίας και των αλλων γνωστών διαδικασιών (Αναγέννηση), η δυτική Ευρώπη ανέπτυξε τήν τεχνολογία, δηλαδή την τεχνική διαμορφώσεως των μετάλλων, καί με την δυνατότητα αυτή έπρεπε να εξασφαλίση την άλλη μορφή ενεργείας, δηλαδη την ζωικη, πού είναι πρωτογενώς απαραίτητη στόν άνθρωπο. Πώς τα πράγματα εξελίχθηκαν κατά τους νεωτερους αιωνες ειναι λιγο-πολύ στούς παντες γνωστά. Στην αρχή η δυτική Ευρώπη εστράφηκε προς εκτός τής Μεσογείου περιοχές, γιά να στραφή τελικώς στις αρχές του 19ου αιώνα στούς καθ εαυτό μεσογειακούς χώρους, που αποτελούν καί την βάση της φυσικής της επιβίωσης. Ποιά και πως υπήρξε η σημασία αυτών των χώρων γιά τήν νεώτερη βιομηχανική ανάπτυξη, θα ιδή ο αναγνώστης στα άκολουθούντα. Σημασία έχει ότι η δυτική Ευρώπη ευρήκε διά τής τεχνολογικής αναπτύξεως την επιδιωκόμενη σχέση της με τους χώρους τής ανατολικής Μεσογείου από τις αρχές της παρούσης χιλιετίας. Το παράξενο όμως είναι ότι η ποιότητα της σχέσεως δέν υπήρξε διαφορετική. Οι λόγοι είναι πολλαπλοί και μερικούς εξετάζομε στό βιβλίο τούτο.

β´
Ο λεγόμενος ιμπεριαλισμός σαν νόημα είναι πολύ απλούστερος από όσο αφήνουν οι σχετικές θεωρίες νά νομισθή. Ιμπεριαλισμός σημαίνει ανταλλαγή βιομηχανικών προϊόντων μέ προϊόντα τροφής. Για να προκύψει όμως αυτή η ανταλλαγή ως διαδικασία, είναι φανερό ότι αυτοί πού έχουν τήν τροφή πρέπει νά αποκτήσουν τέτοιες κοινωνικές σχέσεις, ώστε νά χρειάζωνται τά βιομηχανικά προϊόντα. Ποιά γενικώτερη σχέση μπορεί νά έχει αυτό με τήν πολιτιστική κατάσταση της ανθρωπότητας, θα ιδή καλύτερα ό αναγνώστης πιό κάτω. Σημασία έχει ότι η απλή αυτή φύση τών πραγμάτων καλύπτεται από πλήθος «θεωριών» και «αναλύσεων», συμποσουμένων τελικώς στήν... σιδηροδρομική φιλοσοφία του λιμπεραλισμού και των οποίων το τελικό αποτέλεσμα είναι να καθιστούν τήν πολιτική πράξη ενδεή οίασδήποτε άλλης προοπτικής. Τό «μετασοσιαλιστικό» αδιέξοδο της δυτικής πολιτικής είναι μιά από τις ικανές αποδείξεις. Ενας, π.χ. από τούς λόγους της ιμπεριαλιστικής τακτικής αναφέρεται η πληθυσμιακή αύξηση της δυτικής Ευρώπης κατά τους τελευταίους αίώνες. Πρόκειται συνεπώς για «φυσικό καταναγκασμό», ο οποίος σάν ιδεολόγημα έχει άκριβώς τήν σημασία να αποστρέφη το βλέμμα από ζητήματα πολιτικής (επίσης καί του παρόντος) και ιστορίας. Η πληθυσμιακή αύξηση, όμως, αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο τήν ιδια εποχή (βλ. π.χ. G. Schultze, Völker-Wohlstand und Weltwirtschaft), ιδιαίτερα μάλιστα στους χώρους της ανατολικής Μεσογείου, καθώς θα ιδούμε να παρατηρή ο N. Iorga, και συνεπώς ελάχιστα επαρκεί ως εξήγηση των πραγμάτων. Έχει όμως την ιδιότητα να «δικαιολογή» χωρίς περαιτέρω απορίες...

Ένας από τούς βασικούς λόγους τής χωρίς περίσκεψη ιμπεριαλιστικής τροπής τής νεώτερης ιστορίας είναι το γεγονός (και εξ αιτίας άκριβώς αυτού) οτι πρωτοπόρος στόν τομέα της τεχνολογικής έξελίξεως ευρέθηκε το φτωχότερο σε φυσικούς πόρους ευρωπαϊκο κράτος, δηλαδή η Αγγλία. Τήν τροφή της η Αγγλία (πλην του ψαριού) έπρεπε νά την εισαγάγη σχεδόν καθ' όλοκληρίαν. Μόνο κατά τόν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η Γη στήν χώρα αυτή απέκτησε ένα νόημα διάφορο τών πάρκων και τών χώρων ιππασίας, ενώ βέβαια οι ναυτικές ανάγκες του παρελθόντος έφεραν μιαν άποδάσωση άνω του 90%. Ο έξαστισμός, συνεπώς, και η συγκέντρωση βιομηχανικού προλεταριάτου στήν Αγγλία υπήρξαν πράγματα ευκολώτερα άπ' ό,τι στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Αλλά ένας αστικός πληθυσμός πού εξαρτάται αποκλειστικώς από την είσαγωγή τροφής, αναγκαστικά ώς μόνη λύση έχει τόν ιμπεριαλισμό. Γι' αυτόν ακριβώς τόν λόγο η Αγγλία δέν μπόρεσε νά δημιουργήση αυτοκατορία. Πλήν τής ανομοιογενείας τών πληθυσμών, η λογική του γραφείου, η οποία έπρεπε διά τής βίας να εφαρμοσθή στήν πράξη, σύμφωνα μέ τις αρχές τής ιμπεριαλιστικής τακτικής, απέκλειε κάθε πιθανότητα πολιτιστικής επικοινωνίας. Οι αυτοκρατορίες όμως δημιούργουνται ακριβώς διά της δυνατότητος της πολιτιστικής αλληλεπίδρασης. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έγινε αυτοκρατορία ακριβώς επειδή αφομοιώθηκε πολιτιστικά από τόν ελληνιστικό κόσμο της ανατολικής Μεσογείου. Η ίμπεριαλιστική συμπεριφορά, αντίθετα, των νεωτέρων αιώνων είχε ως έμβλημα την «πολιτιστική αποστολή» και ο μεγάλος Ιστορικός Μακώλεϋ έλεγε πώς οι Ινδοί πρέπει να θεωρηθούν ως «Άγγλοι άλλου χρώματος». Δεν είναι τυχαίο, ότι κατά τον 19ον αι. πού η Αγγλία γίνεται η προεξάρχουσα χώρα τής Ευρώπης, έν αντιθέσει προς παλαιότερες εποχές, η έννοια της Ευρώπης διαρκώς μικραίνει, γιά νά καταλήξει τελικώς στήν συγχυσμένη έννοια της σήμερον και με τήν ίδια πάντα αδιέξοδη ιδεολογία. Το μεταπολεμικό ιδεολόγημα της «Ευρώπης» (περί ου κατωτερω) έγινε σημερα «Ευρωπαϊκή Ένωση» με την ίδια ιδεολογία παροχής «ελπίδων», της «φιλελέυθερης αναπτύξεως» και της «προόδου». Αλλά αν «αναπτυχθή» ο Τούρκος κατά την τρέχουσα έννοια του αδέσποτου καπιταλισμού, τι θα τρώη ο Βέλγος;

γ´
Μέσα στίς διαπλοκές της ευρωπαϊκής ιστορίας, την ίδια εξέλιξη ακολούθησαν και οι άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης. Εκατάντησαν άκρως ευαίσθητες και εξαρτώμενες στό θέμα της διατροφής των μεγαλουπόλεων, με μιαν ιδεολογία λιμπεραλισμού στην παραγωγή, η οποία ελάχιστα τους επέτρεπε την εξεύρεση μιάς ιστορικής πολιτικής συνδυασμού τών πραγμάτων. Θα ιδούμε πιό κάτω καλύτερα το νόημα του μεταπολεμικού «ψυχρού πολέμου». Η αφύσικη και ιστορικώς μετέωρη εξέλιξη αυτή των πραγμάτων, δεν άργησε βέβαια ν' αποτελέση αντικείμενο προβληματισμού, ιδίως στα χρόνια του μεσοπολέμου. Ο περίφημος λόγος του Χίτλερ, «το τρίτο Ράϊχ ή θα είναι ένα Ράϊχ γεωργών ή δέν θα υπάρξη καθόλου», δεν ήταν πολιτική παρόλα έν όψει της αυταρκείας του πολέμου. Ηταν ένας γενικώτερος προβληματισμός τών ευρωπαϊκών κοινωνιών του μεσοπολέμου. Το μάζεμα στίς μεγαλουπόλεις, η στρατιωτικοποίηση τής ζωής κατά τις ανάγκες τής ανταγωνιστικής παραγωγής, η νομοθέτηση της κοινωνικής συμπεριφοράς, η αποξένωση τών ανθρωπίνων σχέσεων, η αποσύνθεση της οικογενείας και το άδειασμα της υπαίθρου, οι συνέπειες του φιλελεύθερου τρόπου παραγωγής και της φιλοσοφίας του, δηλαδή, απετέλεσαν τους φορείς ανησυχίας ευρέων στρωμάτων του πληθυσμού και της διανοήσεως, και δεν εκφράζονται μόνο πολιτικά από τα κινήματα του φασισμού και εθνικοσοσιαλισμού (επί του οποίου θά επανέλθωμε λίγο πιό κάτω), αλλά έξεφράσθηκαν και με ένα ολόκληρο φιλοσοφικό σύστημα, εκείνο του υπαρξισμού, που αναπτύσσεται την ίδια εποχή του μεσοπολέμου και αποτελεί έκφραση αυτών τών προβληματισμών. Επόμενο βέβαια ήταν, μεταπολεμικώς να τεθή αυτός όσο το δυνατόν συντομώτερα κατά μέρος...

Μετά τόν πόλεμο, επεκράτησε, όπως ήταν φυσικό, το ιδεολόγημα της «παγκόσμιας οικονομίας» με το «φιλοσόφημα» της «ανοιχτής κοινωνίας» και της «ελευθερίας». Ελευθερία, βέβαια, μέσα σε μιά παραγωγή, της οποίας η ανάπτυξη θα κανονίζεται πιά με κομπιούτερ... Είναι σκόπιμο να ιδούμε πώς ξεκίνησε τούτο το σύστημα της «ελεύθερης», μεταπολεμικής οικονομίας και πως ολοένα ιδεολογικοποιείται προκειμένου να ιδούμε γιατί η «Ευρώπη» καμμιά πολιτική πρόταση δεν διαθέτει σήμερα.

Ίσως λίγοι θα θυμούνται οτι οι οικονομολόγοι της δεκαετίας του '50 εμιλούσαν για το «Korea-Boom». Ότι ο πόλεμος της Κορέας από στρατηγικής απόψεως ηταν μάλλον περιττός, το ομολογούν ειδήμονες [βλ. π.χ R. Grenfell, Bedingungsloser Hass? (Die deutsche Kriegsschuld und Europas Zukunft), 5η εκδ. 1956, σελ. 218]. Για μια δύναμη με την ναυτική υπεροχή της Αμερικής του καιρού, τίποτε δεν θα συνέβαινε εάν κατελαμβάνετο και η νότια Κορέα, όπως τίποτε δέν συνέβηκε που εχάθηκε το Βιετνάμ, ή που υπήρχε ο σοβιετικός στόλο έξω από τα Κύθηρα, δίπλα απο τον 6ον στόλο. Ο πόλεμος όμως της Κορέας ήταν απαραίτητος, προκειμένου να δουλέψη η οικονομία της «ελεύθερης αγοράς». Τα σχέδια Μάρσαλ εδόθηκαν μεν, το πρόβλημα της παραγωγής όμως παρέμενε. Για να αποδώσουν τα σχέδια Μάρσαλ και να ένεργοποιηθούν τα δάνεια, έπρεπε να υπάρξη «ανάπτυξη». Εν προκειμένω η διαδικασία υπήρξε «απλή»: με τον πόλεμο της Κορέας, στον οποίον η προσπάθεια ήταν να αχρηστεύεται όσο το πιό πολύ πολεμικό υλικό, άρχισε να δουλεύη πάλι η βαρειά βιομηχανία, η οποια έσερνε πίσω της όλη τήν υπόλοιπη. Με την παρανοϊκή ιδεολογία του «κομμουνιστικού κινδύνου» ταυτόχρονα, θα μπορούσαν να εγκαθιδρυθούν οι «κατάλληλες κυβερνήσεις» προς διαμόρφωση της αγοράς (στα πλαίσια του «έλεύθερου κόσμου») για την απορρόφηση των προϊόντων. Ούτω πως άρχισε το μεταπολεμικό βιομηχανικό «θαύμα της ευημερίας». Αλλά όπως βέβαια άρχισε, έτσι και συνέχισε. Πόσοι ακριβώς πόλεμοι υπήρξαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, θα ιδή ο αναγνώστης στο ακολουθούν κείμενο [περί τα 50 με 60 εκατομμύρια υπολογίζονται οι νεκροί από τους πολέμους που έγιναν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο]. Σημασία εχει οτι με την τακτική αυτή η οικονομία της «ελεύθερης αγοράς» επέτυχε την «άνθηση» της και -το κυριώτερο- την ξανασυγκέντρωση του κεφαλαίου που έχάθηκε με τον πόλεμο. Μέσα σε ένα υπέρμετρο ανθρώπινο και οικολογικό έξοδο φυσικά, αφού, εξ ίσου στην ιδιωτική ζωή και στην ζωή των κοινωνιών, ο εξανεμισμός και η επανασυγκέντρωση κεφαλαίου καθόλου εύκολο πράγμα δεν είναι. Οι Γερμανοί, μαλιστα, για τους οποίους η οικονομική ανόρθωση ήταν το πιο επείγον των προβλημάτων, έφθασαν μέχρι και σε αλλοίωση της φυσικής υποστάσεως του ανθρώπου, δια των ψυχοφαρμάκων που επέβαλε η κοινωνική ένταση, προκειμένου να την πετύχουν. Εκτός απο την καταστροφη του πολεμου, το σοβαρωτερο πρόβλημα της Γερμανιας τότε ήταν αυτό των προσφύγων, λογω της καταστροφής της ιστορικής δομής της κεντρικής Ευρώπης. Μιάς καταστροφης αναλογης με εκεινην της Μεσογειου και που υπήρξε προγραμματική του λιμπεραλισμού, καθως θα ιδούμε, αφού και οι δύο αυτές περιοχές ήσαν οι κατ' έξοχήν πηγές πλούτου, αλλά μη επιτρέπουσες αυθαιρέτους ορισμούς γιά την «Ευρώπη»...

Ανάλογες υπήρξαν οι διαδικασίες και μετά τόν πρώτον παγκόσμιο πόλεμο, μόνο που οι συνθήκες υπήρξαν διαφορετικές για μιά ανάλογη οργάνωση της «παγκόσμιας οικονομίας». Η Γερμανία έπρεπε επίσης ν' αρχίση με εξωτερικά δάνεια (η Royal-Shell απετέλεσε τον κυριώτερο χρηματοδότη γιά τον εξοπλισμό του Χίτλερ εναντίον του «μπολσεβικισμού»), αλλά η κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια επέμεναν να θέτουν το πρόβλημα ενός πραγματολογικού ορισμού της Ευρώπης και όχι ενός ιδεολογικού όπως μετά τον β' παγκ. πόλεμο. Τα πράγματα παρέμεναν στήν κατάσταση τής κλασσικής έννοίας του «εχθρού» της παρούσης χιλιετίας, τών συνθηκών μή έπιτρεπουσών τήν ιδεολογικοποίησή του ώς «παγκόσμιας ιδεολογίας» εις βάρος του τρίτου κόσμου. Μερικούς από τους λόγους θα εξετάσωμε πιό κάτω. Η άνοδος τών φασιστικών κινημάτων υπήρξε ήδη ένας δεύτερος «έχθρός» γιά τις φιλοσοφίες του λιμπεραλισμού, ενώ η «Κοινωνία τών Εθνών» απετέλεσε μέσω της «μικρής Αντάντ» (δηλ. μέσω τών Βαλκανίων) το όργανο της γαλλικής κυρίως μεταπολεμικής πολιτικής, που ήταν απλώς συνέχεια τής προηγούμενης. Η έννοια της «Ευρώπης» δεν είχε αποκρυσταλλωθή πολιτικά ώς αποκλειστικώς εκείνη του «φιλελευθερισμού», όπως συμβαίνει μετά τον πόλεμο. Πρίν ήδη τελειώση ο πόλεμος, απασχολεί η έννοια ενός ιδεολογικού «εχθρού», η οποία να συνδυάζη τα νέα δεδομένα μιάς μικρής βιομηχανικής Ευρώπης με εκείνα της βρεταννικής κοινοπολιτείας και την ανάγκη των «εθνικών διαιρέσεων», που έφεραν οι ιμπεριαλιστικές τακτικές του 19ου αιώνος. Ο «κίνδυνος» είναι ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος (βλ. π.χ. Lionel Curtis, Weltkrieg-Ursache und νerhutung, 1947) και λύση βέβαια ο ΟΗΕ. Ο οποίος, όμως, κατά τον έν λόγω συγγραφέα, θα έπρεπε να αποκτήση έδρα στό ντομίνιο του Καναδά κλπ, κλπ.

δ´
Ότι ο μέν ΟΗΕ κανένα ρόλο δεν έπαιξε μεταπολεμικά και κανέναν πόλεμο δεν εμπόδισε (τον μεγάλον πόλεμο τον εμπόδισαν απλώς οι εξοπλισμοί με την παρανοϊκή τους βάση), είναι σε όλους γνωστό. Καί ότι κανέναν δεν πρόκειται να παιξη, το άποκαλυφθέν παντοειδές χάος του κοσμου που μας απεκάλυψε η κατάργηση του παλαιού σοσιαλισμού είναι ικανό ως απόδειξη. Ο οποιοσδήποτε διεθνής οργανισμός, τότε μόνο εχει κάποιον θετικό ρόλο να παίξη και τότε μόνο μπορεί να λειτουργήση, όταν αποκατασταθούν οι οργανικές δομές γιά την οικονομική λειτουργία του πλανήτη. Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι ο οργανισμός αυτός θα ονομαζεται αλλοιώς, άνευ της χρήσεως του «έθνους», αλλά και ότι θα προκύπτη από μιάν άλλη πολιτική και ιστορικη φιλοσοφία. Δηλαδή, τότε μόνο θα μπορέσουν να δουλέψουν διεθνείς όργανισμοί που θα δικαιούνται αυτού του τίτλου, όταν ο αιώνας των πεποιημένων ιδεολογιών αντικατασταθή με την απλή πραγματικότητα πού καταλαβαίνουν οι πάντες, ήτοι όταν τα ιδεολογήματα αντικατασταθούν με τα πράγματα. Όταν δηλαδή η «Weltwirtschaft», η «παγκόσμια οικονομία», πάψη να αποτελή ιδεολογία και καταστή πραγματικότητα. Γιά να ιδούμε τι είδους ιδεολόγημα αποτελεί αυτή σήμερα, δέν θεωρούμε μάταιη μιά τελευταία παρατήρηση. Όχι από τόν χώρο τής καθ' εαυτό πολιτικής άλλά από τόν χώρο της «επιστήμης» και της «ιστορίας». Από τήν έντυπη πληθώρα επί του θέματος, ξεχωρίζομε ενα μικρό βιβλίο με πρόσβαση σε μεγαλύτερο κύκλο αναγνωστών: S. Breuer, Imperien der Alten νelt, Kohlham-mer 1987. Δέν θα μπούμε σε μεθοδικές λεπτομέρειες επί του βιβλίου αυτού, το οποίον ξεχωρίζει τήν Μικρά Ασία από τόν μεσογειακό χώρο, για να την συνδέση μόνο σε μιά έννοια οίκονομικής ανταλλαγής προϊόντων [πρώτες ύλες για την «πολιτιστική πρόοδο» (σελ. 83) με φαγώσιμα], αλλά θα πουμε, απλώς, ότι με δυσκολία αναγνωρίζει κανείς στο βιβλίο αυτό ποιά είναι άκριβώς ή περίπου αυτή η «Alte Welt» (παλαιός κόσμος).

Αφού ο ελληνιστικός κόσμος φθάνει μέχρι την εποχή του, Μεγάλου Κωνσταντίνου, εκεί θα ανέμενε κανείς ότι σταματαει και αυτή η «παλαιά εποχή». Τα πράγματα, ομως, δεν ειναι ετσι: αφού διαγράφονται 1.200 τουλάχιστον χρόνια μεσογειακής ιστορίας δια του Βυζαντίου (επί του οποίου υπάρχουν στο όλον βιβλιο 20 μόνο γραμμές, κι' αυτές μόνο καί μόνο πρός αντιμετώπιση μερικών εσφαλμένων θεωριών του Μαξ Βέμπερ σχετικά), μεταξύ των «αυτοκρατοριών του παλαιού κόσμου» εμφανίζεται ξαφνικά η Οθωμανική Αυτοκρατορία, με την οποία και «κλείνουν» οι «αρχαίες» αυτές αυτοκρατορίες. Το μόνο που πορίζεται κανεις γι' αυτήν είναι παντως σημαντικό: ότι οι εσωτερικές καταστάσεις παρακμής της Όθωμανικής Αυτοκρατορίας -τής οποίας ωστόσο τις αρχές ειναι εξαιρετικα δύσκολο να εντοπίση κανείς στην σχετική φιλολογία, μένοντας μάλλον με την εντύπωση οτι αύτη η αυτοκρατορια γεννηθηκε έξ αρχής... παρηκμασμένη...- ήσαν τέτοιες, ώστε να την μεταβάλουν κατ' ανάγκην στον πλέον ασήμαντο χώρο της «παγκόσμιας οικονομίας» (σελ. 235).

Οπως ήδη είπαμε, η περί Βυζαντίου ασχολία πρέπει να αποτελή μιαν έξειδικευμένη επιτήδευση, που να μην φθάνη στην κοινή συνείδηση. Η συνείδηση αυτή πρέπει να αντιλαμβάνεται περί πολιτικής όσο και όπως της επιτρέπουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αφού η έννοια του «εχθρού» κατά την παρούσα χιλιετία ήταν πάντα οι χώροι του ανατολικού Χριστιανισμού, είναι φανερό πώς όσο λιγώτερα ξέρει ή γνωρίζει κανένας περί του «εχθρού», τόσο πιό έτοιμος είναι να τον πολεμήση. Ιδιαίτερα στο είδος τούτο αγνοήσως των πραγμάτων του ανατολικού Χριστιανισμού διαπρέπει -μάλλον από εσφαλμένη εκτίμηση των πραγμάτων...- η εβραϊκή φιλολογία. Η λέξη «Βυζάντιο» μοιάζει συχνά σαν απηγορευμένη λέξη σ' αυτή καί σ' ένα πρόσφατο ογκώδες έργο υπό τόν τίτλο 2.000 Χρόνια Χριστιανισμού (έργο που αφορά στις σχέσεις Ιουδαϊσμού και δυτικού Χριστιανισμού κυρίως, αλλά Χριστιανισμός δέν είναι μόνο αυτός) μένει κανένας με την εντύπωση πως για τούς ανατολικούς χριστιανούς μάλλον καταχρηστικά μπορεί να χρησιμοποιηθή ο όρος...

Γεννάται όμως το ερώτημα: με όλους αυτούς τους «επιστημονικούς συνδυασμούς» αλλάζει τίποτε στην φύση τών πραγμάτων; Πρόκειται να πάψη στον αιώνα τον άπαντα η δυτική Ευρώπη να εξαρτάται άμεσα και παντοειδώς από τήν Μεσόγειο; Το να χαρακτηρίζεται ο χώρος αυτός υποσημείωση της «παγκόσμιας οικονομίας», δεν αλλάζει σε τίποτε την πραματικότητα, η οποία λέγει ότι γιά όσο θα υπάρχη κόσμος ουδέποτε θα πάψη και η δυτική Ευρώπη να εξαρτάται από τον μεσογειακό χώρο και ουδέποτε πρόκειται να αποκτήση αυτάρκεια καί ανεξαρτησία έναντι αυτού.

ε´
Διά της «παγκόσμιας οικονομίας» είναι βέβαια απολύτως δυνατόν ο Βέλγος ή ο Ολλανδός να τρώνε πορτοκάλια Αλγερίας και να τα ονομαζουν πορτοκάλια Ισπανίας, ή λεμόνια Ελλάδος και Τουρκίας και να τα όνομάζουν λεμόνια Ισραήλ. Όπως επίσης είναι δυνατόν ο Ολλανδός να τρώη φρέσκια φυσική ντομάτα Κρήτης και ο Κρητικός χημική ντομάτα Ολλανδίας. Διά της «παγκόσμιας οικονομίας» και τών «εθνικών κυβερνήσεων», διά τών συνθημάτων της «προόδου» και της «δημοκρατίας», αυτά είναι δυνατά. Το μόνο μειονέκτημα που έχουν είναι να προϋποθέτουν σιωπηρώς τον πόλεμο και να μην αποτελούν πολιτική ιστορικής προοπτικής. Η πολιτική ορολογία γιά τούς μεσογειακούς χώρους (τα Βαλκάνια «η πόρτα τής Εύρώπης», ολόκληρη η Μεσόγειος «γραμμή ασφαλείας της Ευρώπης», καθώς είδαμε, οι ισλαμικές χώρες της Μεσογείου «το μαλακόν υπογάστριον της Ευρώπης»), η αοριστολογία που αυτή ενέχει και της οποίας προϋπόθεση και συμπλήρωμα είναι οι διάφορες «επιστημονικές» εξειδικεύσεις, ένα δηλοί σαφώς, που άλλωστε αποτελεί και πρακτικό δεδομένο: ότι δέν υπάρχει καμμία ευρωπαϊκή πολιτική ή έστω στοιχειώδης πρόταση για κανένα από τα σύγχρονα προβλήματα του κόσμου (i - ii - iii - iv - v). Δηλαδή, με απλούστερα λόγια, τότε μονο υπαρχει η όποια πιθανότητα ευρωπαϊκης πολιτικής, αν αλλάξη στο λεξιλόγιο και στα μυαλά η ίδια η λέξη τής «Ευρώπης».


To «Ανατολικό Ζήτημα» Σήμερα
Εκδ. Εικοστού Πρώτου
1998


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.

9 Αυγούστου 2014

8 Αυγούστου 2014

Το πολιτισμικό υπόδειγμα και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης - μέρος γ´. Η Ισλαμική Αναβίωση.


.~`~.
Πρόλογος

Είναι γεγονός ότι πρέπει να αναζητήσουμε την πηγή των πρώτων συγκεχυμένων ιδεολογικών εστιών του ισλαμικού (και του ισλαμιστικού, κατά συνέπεια) κινήματος στην περίοδο της Ισλαμικής Αναγέννησης, της Nahda. Πρέπει, βέβαια, να ορίσουμε, και ιδιαίτερα από μερικές σύγχρονες αραβικές αλλά και έγκριτες ευρωπαϊκές πηγές, την έννοια του αραβικού Μεσαίωνα. Ακόμη, πρέπει να τονίσουμε τον αρνητικό ρόλο που αποδίδουν οι αραβικές πηγές στην οθωμανική κατάκτηση των λαών τους, προσδιορίζοντας αυτήν την περίοδο ως το σημαντικότερο παράγοντα καθυστέρησης και «ύπνωσης» του αραβικού κόσμου. Ο L.Cardet αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η κλασική περίοδος του μουσουλμανικού πολιτισμού αντιστοιχεί με τον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα, ενώ στον ευρωπαϊκό αιώνα του Διαφωτισμού αντιστοιχεί χρονολογικά ο πραγματικός αραβικός Μεσαίωνας». Ο Abdel Azim Ramadan αναφέρει: «Η Τουρκοκρατία στους Άραβες ήταν εποχή [εφαρμογής] του ιμπεριαλισμού για τους αραβικούς λαούς και καθυστέρησε τον αραβικό κόσμο, εμποδίζοντας τον να ακολουθήσει την Ευρώπη στους πιο δύσκολους αλλά και εύφορους αιώνες της προόδους (16ος-19ος μ.Χ αι.). Η εποχή της Τουρκοκρατίας ήταν θλιβερή πολιτισμική κατάπτωση και ύπνωση». Βλ. επίσης: Bulletin of the Faculty of Arts vol.XVI: «Η Αραβική Αναγέννηση αρχίζει με το χωρισμό της Αιγύπτου από το οθωμανικό κράτος, το αίσθημα του αιγυπτιακού εθνικισμού και τον ενθουσιασμό για την αραβική γλώσσα στη θέση της τουρκικής... Ο χωρισμός των αραβικών χωρών από το τουρκικό κράτος είναι από τους δυναμικούς παράγοντες [εξέλιξης] γι‘ αυτές τις χώρες. Έτσι, μετά το τέλος του Α‘ Παγκ. Πολέμου, το Ιράκ, ο Λίβανος και άλλες αραβικές χώρες αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την τουρκική γλώσσα και να προβούν στην αντικατάσταση της από την αραβική, κυρίως στον τομέα των κρατικών υπηρεσιών και στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Είναι δεδομένο ότι ο αραβικός Μεσαίωνας αρχίζει με το τέλος του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, δηλ. με την τουρκική κατάκτηση του αραβοισλαμικού κόσμου, το 1517 μ.Χ.».

Η ευρωπαϊκή αποικιοκρατική επέμβαση του 19ου αιώνα συναντά ένα αποστεωμένο Ισλάμ και επιβάλλει, χωρίς ιδιαίτερη λεπτότητα και μελέτη, έναν κοινωνικό δυισμό που στηρίχθηκε και διογκώθηκε από τα οικονομικά πρότυπα που εμφυτεύθηκαν σε κοινωνίες ανέτοιμες να τα δεχθούν.

.~`~.
Εισαγωγή

Καθώς οι Ασιάτες, λόγω της οικονομικής ανάπτυξης, αποκτούν ολοένα και περισσότερο μια διεκδικητική διάθεση, οι μουσουλμάνοι στρέφονται μαζικά στο Ισλάμ ως πηγή ταυτότητας, νοήματος, νομιμοποίησης, ανάπτυξης, δύναμης και ελπίδας, που συμπυκνώνεται στο σύνθημα "το Ισλάμ είναι η λύση". Αυτή η Ισλαμική Αναβίωση είναι κατά βάθος η τελευταία φάση της προσαρμογής του ισλαμικού πολιτισμού στη Δύση, μια προσπάθεια να αναζητηθεί "λύση" όχι στις δυτικές ιδεολογίες αλλά στο Ισλάμ.

Ενσωματώνει την αποδοχή του εκσυγχρονισμού, την απόρριψή της δυτικής κουλτούρας και τη δέσμευση εκ νέου στο Ισλάμ ως οδηγό ζωής στο σύγχρονο κόσμο. Ένας κορυφαίος Σαουδάραβας αξιωματούχος εξήγησε το 1994: "Οι 'ξένες εισαγωγές' είναι καλές ως 'αντικείμενα' φανταχτερά ή υψηλής τεχολογίας. Αλλά οι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί που εισάγονται από αλλού, μπορεί να αποβούν μοιραίοι - ρωτήστε το Σάχη του Ιράν... Το Ισλάμ δεν είναι για μας μόνο θρησκεία αλλά τρόπος ζωής. Εμείς οι Σαουδάραβες θέλουμε να εκσυγχρονιστούμε αλλά, όχι απαραίτητα να δυτικοποιηθούμε".

Η Ισλαμική Αναβίωση είναι η προσπάθεια των μουσουλμάνων να πραγματοποιήσουν αυτό το στόχο. Είναι ένα ευρύ πνευματικό, πολιτιστικό, κοινωνικό, και πολιτικό κίνημα, που επικρατεί σε όλο τον ισλαμικό κόσμο. Ο ισλαμικός "φονταμενταλισμός", ή αλλιώς το πολιτικό Ισλάμ, είναι ένα μόνο συστατικό της πολύ πιο εκτεταμένης αναβίωσης των ισλαμικών ιδεών, πρακτικών και ρητορικής καθώς και της αφοσίωσης εκ νέου των μουσουλμανικών πληθυσμών στο Ισλάμ. Η Ισλαμική Αναβίωση είναι η δεσπόζουσα και όχι η ακραία τάση, επικρατεί παντού, δεν είναι απομονωμένη...

Ο Αλή Ε. Χιλάλ Ντεσουκί βλέπει ότι η Ισλαμική Αναβίωση προσπαθεί να εγκαθιδρύσει εκ νέου το ισλαμικό δίκαιο στη θέση του δυτικού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξηγεί και την αυξανόμενη χρήση της θρησκευτικής γλώσσας και συμβολισμών, την επέκταση της ισλαμικής εκπαίδευσης (που εκδηλώνεται με τον πολλαπλασιασμό των ισλαμικών σχολείων και τον εξισλαμισμό του προγράμματος σπουδών ακόμα και στα δημόσια σχολεία), την εμμονή στους ισλαμικούς κώδικες κοινωνικής συμπεριφοράς (π.χ. κάλυπτρα κεφαλής των γυναικών, αποχή από το αλκόολ), την αυξανόμενη συμμετοχή στην τήρηση των θρησκευτικών υποχρεώσεων, την κυριαρχία ισλαμικών ομάδων στις αντιπολιτεύσεις των χωρών με κοσμικές κυβερνήσεις, καθώς και τις προσπάθειες για την ανάπτυξη διεθνούς αλληλεγγύης μεταξύ ισλαμικών κοινωνιών και κρατών. Η εκδίκηση του Θεού είναι παγκόσμιο φαινόμενο, αλλά, η εκδίκηση του Θεού, ή μάλλον του Αλλάχ είναι πιο διάχυτη και πιο ολοκληρωμένη στην ούμα, την κοινότητα του Ισλάμ.

---------------------------------------------------------------
Μερικοί αναγνώστες, γράφει ο συγγραφέας σε υποσημείωση του, μπορεί να αναρωτιούνται γιατί οι λέξεις "Ισλαμική Αναβίωση" γράφονται με κεφαλαία. Ο λόγος είναι ότι αναφέρονται σε ένα πολύ σημαντικό ιστορικό γεγονός που επηρέασε το ένα πέμπτο ή και περισσότερο της ανθρωπότητας, το οποίο είναι εξίσου σημαντικό όσο η Αμερικανική Επανάσταση, η Γαλλική Επανάσταση ή η Ρωσική Επανάσταση, που επίσης γράφονται με κεφαλαία και συγκρίνονται με την προτεσταντική Μεταρρύθμιση.
---------------------------------------------------------------

.~`~.
I

Η Ισλαμική Αναβίωση, στις πολιτικές εκδηλώσεις της, είχε κάποιες ομοιότητες με το μαρξισμό, γιατί διαθέτει βιβλικά κείμενα, το όραμα μιας τέλειας κοινωνίας, μια υπόσχεση αλλαγής εκ θεμελίων, απόρριψη των υπαρχουσών δυνάμεων και του εθνικού κράτους και μια δογματική ποικιλομορφία, που εκτείνεται από τη μετριοπαθή ως τη βίαιη επανάσταση. Ωστόσο, η προτεσταντική Μεταρρύθμιση παρουσιάζει χρησιμότερες αναλογίες. Και οι δύο αποτελούν αντιδράσεις στη στασιμότητα και τη διαφθορά των υπαρχόντων θεσμών: κηρύττουν την επιστροφή σε μια αγνότερη και πιο απαιτητική μορφή θρησκείας. Κηρύττουν την εργασία, την τάξη και την πειθαρχία, ενω απευθύνονται στην αναδυόμενη και δυναμική μεσοαστική τάξη. Είναι και οι δύο σύνθετα κινήματα με πόλλους κλώνους, αλλά μόνο με δύο σημαντικούς, το Λουθηρανισμό και τον Καλβινισμό, από τη μια, τον Σιίτικό και Σουνιτικό φονταμενταλισμό, από την άλλη. Υπάρχει, επίσης, αντιστοιχία μεταξύ του Καλβίνου και του Αγιατολάχ Χομεϊνί και της μοναστικής πειθαρχίας πού προσπάθησαν να επιβάλλούν στις κοινωνίες τούς. Επιπλέον, η κεντρική ιδέα της Μεταρρύθμισης και της Αναβίωσης είναι η εκ θεμελίων αναμόρφωση.

"Ή Μεταρρύθμιση πρέπει να είναι οικουμενική", δήλωσε ένας πουριτανός πάστορας... "πρέπει να μεταρρυθμίσουμε όλους τους τόπους, όλους τούς ανθρώπούς και όλα τα επαγγέλματα. Να μεταρρυθμίσουμε τη δικαιοσύνη, τούς κατώτερούς δικαστικούς (...) τα πανεπιστήμια, τις πόλεις, τις χώρες, τα σχολεία, τα Σάββατα, τις χειροτονήσεις, τη λατρεία του Θεού". Με παρόμοιο τρόπο, ο Αλ Τουράμπι ισχυρίζεται ότι "αυτή η αφύπνιση είναι γενική, δεν έχει να κάνει μόνο με την ατομική ευσέβεια. Δεν είναι μόνο πνευματική και πολιτιστική ούτε μόνο πολιτική. Είναι όλα τα παραπάνω και μια γενική ανοικοδόμηση της κοινωνίας εκ θεμελίων". Το να αγνοεί κανείς την επίδραση της Ισλαμικής Αναβίωσης στην πολιτική του ανατολικού ημισφαίριού στα τέλη του 20ου αιώνα, είναι σαν να αγνοεί την επίδραση της προτεσταντικής Μεταρρύθμισης στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή στα τέλη του 16ου αιώνα.

Ωστόσο, η Ισλαμική Αναβίωση διαφέρει από τη Μεταρρύθμιση σε ένα σημαντικό θέμα. Η επίδραση της Μεταρρύθμισης περιορίστηκε στή Βόρεια Ευρώπη. Δεν είχε ιδιαίτερη επίπτωση στην Ισπανία, την Ιταλία, την Ανατολική Ευρώπη και την Αυτοκρατορία των Αψβούργων γενικά. Αντιθέτως, η Ισλαμική Αναβίωση έχει επηρεάσει σχεδόν όλες τις μουσουλμανικές κοινωνίες. Ξεκινώντας από τη δεκαετία 1970, τα ισλαμικά σύμβολα, τα πιστεύω, οι πρακτικές, οι θεσμοί, οι πολιτικές και οι οργανώσεις κέρδιζαν την υποστήριξη και την αφοσίωση ενός δισεκατομμυρίού Μουσουλμάνων σε όλο τον κόσμο από το Μαρόκο στην Ινδονησία και από τη Νιγηρία στο Καζακστάν. Ο εξισλαμισμός έτεινε να πραματοποιείται πρώτα στο πολιτιστικό πεδίο και μετά να προχωρά στην κοινωνική και πολιτική σφαίρα. Πνευματικοί και πολιτικοί ηγέτες, ανεξάρτητα από το άν έδειχναν προτίμηση στο Ισλάμ ή όχι, δεν μπορούσαν ούτε να το αγνοήσουν ούτε να αποφύγουν την προσαρμογή σε αυτό με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Βέβαια, οι γενικεύσεις είναι πάντα επικύνδυνες και συχνά λανθασμένες. Ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση είναι δικαιολογημένες. Το 1995 όλες οι χώρες με κατ' εξοχήν μουσουλμανικό πληθυσμό, εκτός από το Ιράν, ήταν πιο ισλαμικές πολιτιστικά και κοινωνικά απ' ό,τι πριν από δεκαπέντε χρόνια.

.~`~.
II

Στις περισσότερες χώρες το κεντρικό συστατικό του εξισλαμισμού ήταν η ανάπτυξη των ισλαμικών κοινωνικών οργανισμών και η κατάκτηση των ήδη υπάρχοντων οργανισμών από ισλαμικές ομάδες. Οι ισλαμιστές συγκέντρωσαν την προσοχή τους στην ίδρυση ισλαμικών σχολείων και στην επέκταση της ισλαμικής επιρροής στα δημόσια σχολεία. Οι ισλαμικές ομάδες δημιούργησαν μια ισλαμική "κοινωνία των πολιτών", που ήταν παράλληλη αλλά ξεπέρασε και συχνά εκτόπισε τη σφαίρα των δραστηριοτήτων των συχνά εύθραστων θεσμών της κοσμικής κοινωνίας των πολιτών.

Στην Αίγυπτο στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι ισλαμιστές ανέπτυξαν ένα εκτεταμένο δίκτυο οργανισμών που, καλύπτοντας ένα κυβερνητικό κενό, παρείχαν βοήθεια σε θέματα υγείας, κοινωνικής πρόνοιας, εκπαιδευτικές και άλλες υπηρεσίες σε μεγάλο αριθμό φτωχών Αιγύπτιων. Μετά το σεισμό του 1992, στο Κάιρο αυτές οι οργανώσεις "ήταν στους δρόμους μοιράζοντας τρόφιμα και κουβέρτες την ώρα που η κυβέρνηση ολιγωρούσε". Στην Ιορδανία, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι συνειδητά ακολούθησαν πολιτική ανάπτυξης κοινωνικής και πολιτιστικής "υποδομής μιας ισλαμικής δημοκρατίας" και ως τις αρχές της δεκαετίας 1990 σε αυτή τη μικρή χώρα είχαν θέσει σε λειτουργία ένα μεγάλο νοσοκομείο, είκοσι κλινικές, σαράντα ισλαμικά σχολεία και εκατόν είκοσι κέντρα σπουδών για το Κοράνι. Στη γειτονική Δυτική Όχθη και στη Γάζα, οι ισλαμικές οργανώσεις ίδρυσαν και έθεσαν σε λειτουργία "φοιτητικούς συλλόγους, οργανώσεις νέων και θρησκευτικές, κοινωνικές και εκπαιδευτικές ενώσεις", σχολεία, παιδικούς σταθμούς και ισλαμικά πανεπιστήμια, κλινικές, ορφανοτροφεία, γηροκομεία και ένα σύστημα ισλαμικών δικαστών και διαιτητών. Επίσης, στις δεκαετίες του 1970 και 1980 οι ισλαμικές οργανώσεις επεκτάθηκαν σε όλη την Ινδονησία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η μεγαλύτερη από αυτές, η Μουχαμαντίγια, είχε έξι εκατομμύρια μέλη και στην ουσία αποτελούσε ένα "κράτος εν κράτει", ένα θρησκευτικό κράτος πρόνοιας μέσα στο κοσμικό κράτος που προσέφερε υπηρεσίες από "την κούνια ως τον τάφο" για όλη την χώρα μέσω ενός περίτεχνου δικτύου σχολείων, κλινικών, νοσοκομείων και πανεπιστημιακού επιπέδου ιδρυμάτων...

Οι πολιτικές εκδηλώσεις της Ισλαμικής Αναβίωσης, αν και είναι λιγότερες από τις κοινωνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, παραμένουν η σημαντικότερη πολιτική εξέλιξη στις μουσουλμανικές κοινωνίες στα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια του 20ου αιώνα... Γενικά, αυτά τα κινήματα δεν υποστηρίζονται ιδιαίτερα από τις ελίτ της υπαίθρου, από τους αγρότες και τους μεσήλικες. Όπως και οι φονταμενταλιστές άλλων θρησκειών, οι ισλαμιστές συμμετέχουν συντριπτικά στον εκσυγχρονισμό και είναι οι ίδιοι προϊόντα του. Είναι νέοι άνθρωποι, κοινωνικά κινητικοί και προσανατολισμένοι στο σύγχρονο τρόπο ζωής...

Όπως με όλα τα επαναστατικά κινήματα, ο πυρήνας της Ισλαμικής Αναβίωσης αποτελείται από φοιτητές και διανοούμενους... Η ελκτική δύναμη του Ισλαμισμού υπήρξε ιδιαίτερα έντονη μεταξύ των φοιτητών των τεχνολογικών ιδρυμάτων, των μηχανολογικών και επιστημονικών τμημάτων... Μια έρευνα με αντικείμενο τους μαχητικούς ηγέτες των αιγυπτιακών ισλαμικών οργανώσεων έδειξε ότι διαθέτουν πέντε χαρακτηριστικά. Είναι νέοι, κυρίως μεταξύ είκοσι και τριάντα, 80% είναι φοιτητές πανεπιστημίων ή απόφοιτοι πανεπιστημίων. Περισσότεροι από τους μισούς προέρχονταν από κορυφαία πανεπιστήμια και από απαιτητικούς τομείς της ειδίκευσης, όπως η ιατρική και η μηχανολογία. Πάνω από 70% προερχόταν από την μικροαστική τάξη, "από ταπεινό αλλά όχι φτωχό περιβάλλον" και ήταν η πρώτη γενιά στην οικογένεια τους που απέκτησε ανώτατη μόρφωση. Μεγάλωσαν σε μικρές πόλεις ή αγροτικές πόλεις αλλά έγιναν κάτοικοι των μεγαλουπόλεων. Οι φοιτητές και οι διανοούμενοι ήταν τα στελέχη που σχημάτισαν τις στρατιές των ισλαμικών κινημάτων, ενώ μεσοαστοί αποτελούν τα ενεργά μέλη...

Σε όλο τον ισλαμικό κόσμο στις δεκαετίες 1970 και 1980 ο αστικός πληθυσμός αυξήθηκε δραματικά. Στριμωγμένοι στις παρακμάζουσες και συχνά πρωτόγονες φτωχογειτονιές, οι εσωτερικοί μετανάστες είχαν ανάγκη και ωφελούνταν από τις κοινωνικές παροχές των ισλαμικών οργανώσεων. Επιπλέον, τόνισε ο Έρνεστ Γκέλνερ, το Ισλάμ προσέφερε "μια αξιοπρεπή ταυτότητα" σε αυτές τις "πρόσφατα ξεριζωμένες μάζες"... "Η μάζα του επαναστατικού Ισλάμ", είπε ο Ολιβερ Ρόυ, "είναι προϊόν της σύγχρονης κοινωνίας... αυτοί που φτάνουν στα αστικά κέντρα, τα εκατομμύρια χωρικών που έχουν τριπλασιάσει τον πληθυσμό των μεγάλων μουσουλμανικών μητροπόλεων"...

.~`~.
III

Ως τα μέσα της δεκαετίας του 1990, οι ισλαμιστές μόνο στο Ιράν και το Σουδάν είχαν καταλάβει την εξουσία. Ένας μικρός αριθμός μουσουλμανικών χωρών, όπως η Τουρκία και το Πακιστάν, είχαν καθεστώτα με κάποια δημοκρατική νομιμοποίηση. Οι κυβερνήσεις στις υπόλοιπες μουσουλμανικές χώρες ήταν αντιδημοκρατικές: μοναρχίες, μονοκομματικά συστήματα, στρατιωτικά καθεστώτα, δικτατορίες ή ένας συνδυασμός από όλα αυτά, που συνήθως στηρίζονταν σε ένα περιορισμένο οικογενειακό κύκλο ή φυλή, και σε μερικές περιπτώσεις με ιδιαίτερη εξάρτηση από την εξωτερική υποστήριξη. Δύο καθεστώτα, στο Μαρόκο και τη Σαουδική Αραβία, προσπάθησαν να επικαλεστούν την ισλαμική νομιμοποίηση. Ωστόσο, οι περισσότερες κυβερνήσεις δεν διαθέτουν την απαραίτητη βάση για να δικαιολογήσουν τη διακυβέρνηση αναφερόμενες στις ισλαμικές, δημοκρατικές ή εθνικιστικές αξίες. Για να χρησιμοποιήσω τη διατύπωση του Κλέμεντ Χένρυ Μούρ, αυτές οι κυβερνήσεις είναι "καθεστώτα φρούρια" καταπιεστικά, διεφθαρμένα και τελείως αποκομμένα από τις ανάγκες και τις φιλοδοξίες της κοινωνίας τους... Στα μέσα της δεκαετίας 1990 το κεντρικό θέμα αφορά τις πιθανές εναλλακτικές λύσεις: Ποιός ή τι θα τα διαδεχτεί; Σχεδόν σε όλες τις χώρες ο πιθανότερος διάδοχος αυτών των καθεστώτων είναι οι ισλαμιστές... Ο Ισλαμισμός ήταν το λειτουργικό υποκατάστατο της δημοκρατικής αντιπολίτευσης κατά του απολυταρχισμού που εμφανίστηκε στις χριστιανικές κοινωνίες... κοινωνική κινητικότητα, έλλειψη νομιμοποίησης των απολυταρχικών καθεστώτων και αλλαγή στο διεθνές περιβάλλον... όλα αυτά στον ισλαμικό κόσμο ενθάρρυναν τις ισλαμικές και όχι τις δημοκρατικές τάσεις.

Ιερείς, πάστορες και θρησκευτικές ομάδες διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην αντίδραση κατά των απολυταρχικών καθεστώτων στις χριστιανικές κοινωνίες' οι ουλεμάδες, οι ομάδες που είχαν ως βάση τα τζαμιά, και οι ισλαμιστές διαδραμάτισαν εξίσου σημαντικό ρόλο στην αντίδραση κατά των απολυταρχικών καθεστώτων στις μουσουλμανικές χώρες. Η επέμβαση του Πάπα ήταν καθοριστική για το τέλος του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Πολωνία' το ίδιο και του αγιατολάχ για την πτώση του καθεστώτος του Σάχη στο Ιράν.

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1980 και 1990, τα ισλαμικά κινήματα κυριαρχούσαν και συχνά μονοπωλούσαν την αντιπολίτευση στις μουσουλμανικές χώρες. Εν μέρει, η δύναμη τους οφειλόταν στην αδυναμία των εναλλακτικών πηγών αντιπολίτευσης. Τα αριστερά και κομμουνιστικά κινήματα τέθηκαν υπό αμφισβήτηση και υπονομεύθηκαν από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του διεθνούς κομμουνισμού. Οι φιλελέυθερες και δημοκρατικές ομάδες αντιπολίτευσης ενώ υπήρχαν στις μουσουλμανικές κοινωνίες, περιορίζονταν συνήθως σε μειωμένο αριθμό διανοούμενων και άλλων ανθρώπων με δυτικές ρίζες ή επαφές. Οι φιλελεύθεροι δημοκράτες, με περιστασιακές εξαιρέσεις, απέτυχαν στην προσπάθεια τους να αποκτήσουν λαϊκή υποστήριξη στις μουσουλμανικές κοινωνίες. Ακόμα και ο ισλαμικός φιλελευθερισμός απέτυχε να ριζώσει. "Στη μια μουσουλμανική κοινωνία μετά την άλλη", γράφει ο Φουάντ Αγιάμι, "το να γράφει κανείς για το φιλελευθερισμό και την εθνικιστική μεσοαστική παράδοση, είναι σαν να γράφει νεκρολογίες ανθρώπων που προσπάθησαν το ακατόρωτο και απέτυχαν". Η γενική αποτυχία της φιλελευθερης δημοκρατίας να ριζώσει στις μουσουλμανικές κοινωνίες αποτελεί μέρος ενός φαινομένου που επαναλαμβάνεται έναν ολόκληρο αιώνα, ξεκινώντας από τα τέλη του 19ου αιώνα...

Η επιτυχία των ισλαμικών κινημάτων να κυριαρχήσουν στην αντιπολίτευση και να επιβληθούν ως η μόνη βιώσιμη εναλλακτική λύση στα υπάρχοντα καθεστώτα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική των καθεστώτων. Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, πολλές κυβερνήσεις στην Αλγερία, την Τουρκία, την Ιορδανία, την Αίγυπτο και το Ισραήλ ενθάρρυναν τους ισλαμιστές ως αντιστάθμισμα στα κομμουνιστικά ή τα εχθρικά εθνικιστικά κινήματα. Τουλάχιστον ως τον Πόλεμο του Κόλπου, η Σαουδική Αραβία και οι άλλες χώρες του Κόλπου προσέφεραν μαζική οικονομική υποστήριξη στους Αδελφούς Μουσουλμάνους και σε ισλαμικές ομάδες σε πολλές χώρες. Επιπλέον, η ικανότητα των ισλαμικών ομάδων να κυριαρχήσουν στο χώρο της αντιπολίτευσης αυξήθηκε από την κυβερνητική καταπίεση της κοσμικής αντιπολίτευσης... η κοσμική αντιπολίτευση είναι πιο ευάλωτη στην καταπίεση απ' ό,τι η θρησκευτική. Η δεύτερη μπορεί να λειτουργήσει μέσα από ένα δίκτυο τζαμιών, οργανισμών πρόνοιας, ιδρυμάτων και άλλων μουσουλμανικών θεσμών που μια κυβέρνηση αισθάνεται ότι δεν μπορεί να καταπνίξει. Οι φιλελεύθεροι δημοκράτες δεν διαθέτουν τέτοια κάλυψη...

.~`~.
IV

Στις δεκαετίες 1970 και 1980, οι πολιτικοί ηγέτες βιάστηκαν να ταυτίσουν τα καθεστώτα τους και τους εαυτούς τους με το Ισλάμ. Ο βασιλιάς Χουσεΐν της Ιορδανίας, πεπεισμένος ότι οι λαΐκές κυβερνήσεις δεν είχαν μέλλον στον αραβικό κόσμο, έκανε λόγο για την ανάγκη δημιουργίας μιας "ισλαμικής δημοκρατίας" και ενός "εκσυγχρονισμένου Ισλάμ". Ο βασιλιάς του Μαρόκου Χασάν τόνισε την καταγωγή του από τον Προφήτη και το ρόλο του "Ηγέτη των Πιστών". Ο σουλτάνος του Μπρουνέι, αν και στο παρελθόν δεν τηρούσε ισλαμικά έθιμα, έγινε "θρήσκος" και όρισε το καθεστώς του ως "Μαλαισιανή Μουσουλμανική Μοναρχία". Ο Μπεν Αλή στην Τυνησία άρχισε συστηματικά να αναφέρει τον Αλλάχ στους λόγους του και "τυλίχτηκε στον μανδύα του Ισλάμ" για να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες απαιτήσεις των ισλαμικών ομάδων. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο Σουχάρτο υιοθέτησε ανοικτά μια πολιτική μεταμόρφωσης σε "περισσότερο μουσουλμάνο". Στο Μπαγκλαντές, η αρχή της "λαϊκότητας" καταργήθηκε από το σύνταγμα στα μέσα της δεκαετίας 1970 ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η λαϊκή κεμαλική ταυτότητα της Τουρκίας δέχτηκε επιθέσεις για πρώτη φορά...

Όπως και οι άλλες εκδηλώσεις της παγκόσμιας θρησκευτικής αναβίωσης, έτσι και η Ισλαμική Αναβίωση αποτελεί ταυτόχρονα το αποτέλεσμα του εκσυγχρονισμού, αλλά και μια προσπάθεια αντιμετώπισης του... Ενώ η άνοδος της Ανατολικής Ασίας πυροδοτήθηκε από εκπληκτικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, η Αναβίωση του Ισλάμ πυροδοτήθηκε από εκπληκτικούς ρυθμούς πληθυσμιακής ανάπτυξης... οι νέοι άνθρωποι συνήθως πρωταγωνιστούν στις διαμαρτυρίες, στην αστάθεια, στη μεταρρύθμιση και στην επανάσταση. Ιστορικά, η ύπαρξη μεγάλων αριθμών νέων ανθρώπων συμπίπτει με τέτοια κινήματα. "Η προτεσταντική Μεταρρύθμιση", έχουν υποστηρίξει μερικοί, "ήταν ένα παράδειγμα ενός από τα εξαιρετικότερα κινήματα νέων στην ιστορία". Ο Τζακ Γκολντστόουν έχει πολύ πειστικά υποστηρίξει ότι η δημογραφική ανάπτυξη ήταν ο κεντρικός παράγοντας για τα δύο κύματα της επανάστασης που σημειώθηκαν στην Ευρασία στα μέσα του 17ου και στα τέλη του 18ου αιώνα. Η αξιοσημείωτη αύξηση της αναλογίας νέων στον πληθυσμό της Δύσης οδήγησε στην "Εποχή της Δημοκρατικής Επανάστασης" στις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα. Στον 19ο αιώνα η εκβιομηχάνιση και η μετανάστευση μείωσαν την πολιτική επίπτωση των νέων πληθυσμών στις ευρωπαϊκές πόλεις. Η αναλογία των νέων αυξήθηκε ξανά στη δεκαετία 1920, προσφέροντας νέους για στρατολόγηση στα φασιστικά και άλλα ακραία κινήματα. Τέλος τέσσερις δεκαετίες μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η γενιά του πολέμου [baby boom] έδωσε το πολιτικό της στίγμα στις διαδηλώσεις και στις διαμαρτυρίες του 1960. Η νεολαία του Ισλάμ δίνει το δικό της στίγμα στην Ισλαμική Αναβίωση... Η γοργή εξάπλωση της γραφής και της ανάγνωσης στις αραβικές κοινωνίες δημιουργεί επίσης, ένα χάσμα μεταξύ της μορφωμένης νεότερης γενιάς και της παλαιότερης σε μεγάλο βαθμό αγράμματης γενιάς. Δημιουργείται κατά τον τρόπο αυτό "διάσταση μεταξύ γνώσης και εξουσίας" που είναι πιθανό να θέσει σε δοκιμασία τα πολιτικά συστήματα.

.~`~.
Επίλογος

Καμιά κοινωνία δεν μπορεί να διατηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα εντατικό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης... Παρομοίως, καμία θρησκευτική αναβίωση και κανένα πολιτιστικό κίνημα δεν διαρκεί αιωνίως. Ετσι και η Ισλαμική Αναβίωση θα υποχωρήσει και θα χαθεί στην ιστορία. Αυτό είναί πιθανό να συμβεί, όταν η δημογραφική έκρηξη που τη στηρίζει αποδυναμωθεί κατά τη διάρκεια της δεύτερης και τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Εκείνη την εποχή, οι αριθμοί των μαχητών, των πολεμιστών και των μεταναστών θα μειωθούν και, συνεπώς, και οι συγκρούσεις μέσα στο ίδιο το Ισλάμ και μεταξύ των μουσουλμάνων και άλλων θα μειωθούν. Οι σχέσεις μεταξύ του Ισλάμ και της Δύσης δεν θα γίνουν στενότερες, αλλά θα πάψουν να είναι συγκρουσιακές, ενώ ο οιονεί πόλεμος είναι πιθανό νά δώσει τη θέση του στον ψυχρό πόλεμο ή ακόμα και στην ψυχρή ειρήνη.

Η οικονομική ανάπτυξη της Ασίας θα κληροδοτήσει πλούσιες και σύνθετες οικονομίες με σημαντικές διεθνείς διασυνδέσεις, μια ακμάζουσα αστική τάξη και μια εύπορη μικροαστική. Αυτό είναι επίσης πιθανό να οδηγήσει σε πλουραλιστικές και ίσως πιο δημοκρατικές μορφές πολιτικής, που δεν θα είναι απαραίτητα πιο φιλοδυτικες. Αντιθετως, η αυξημένη δύναμη θα προωθήσει τη συνεχιζόμενη ασιατική διεκδίκηση στις διεθνείς σχέσεις, θα ενισχύσει τις προσπάθειες να κατευθυνθούν οι διεθνείς τάσεις μακριά από τη Δύση, και θα διαμορφώσει διεθνείς θεσμούς διαφορετικούς από τα δυτικά πρότυπα. Η Ισλαμική Αναβίωση, όπως και η Μεταρρύθμιση, θα αφήσει πίσω της σπουδαία κληρονομιά. Οι μουσουλμάνοι θα αποκτήσουν καλύτερη αντίληψη για τα κοινά τους στοιχεία, όπως και για εκείνα τα στοιχεία που τους ξεχωρίζούν από τους μη μουσουλμάνους. Η νέα γενιά των ηγετών πού θα προέρχεται από τη σημερινή μουσουλμανική νεολαία, δεν θα είναι απαραίτητα φονταμενταλιστές αλλά αναμφίβολα θα είναι πολύ πιο αφοσιωμένοι στο Ισλάμ από τούς προκατόχους τους. Η πολιτισμική ιθαγένεια θα ενισχυθεί. Η Αναβίωση θα κληροδοτήσει ένα δίκτυο ισλαμικών κοινωνικών, πολιτιστικών, οικονομικών και πολιτικών οργανισμών μέσα και έξω από τις κοινωνίες. Επίσης, η Αναβίωση θα έχει αποδείξει ότι, πράγματι, το "Ισλάμ είναι η λύση" σε ζητήματα ηθικής, ταυτότητας, αντιλήψεων και πίστης, αλλά όχι σε προβλήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, πολιτικής καταπίεσης, ανέχειας και στρατιωτικής αδυναμίας. Αυτές οι αποτυχίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν απογοήτευση για το πολιτικό Ισλάμ, κάποια αντίδραση εναντίον τού και αναζήτηση εναλλακτικών "λύσεων" σε αυτά τα προβλήματα. Θεωρητικά, ακόμα εντονότεροι αντιδυτικοί εθνικισμοί θα μπορούσαν να εμφανιστούν, που θα κατηγορούσαν τη Δύση για ό,τι πήγε στραβά με το Ισλάμ. Η Μαλαισία και η Ινδονησία, αν συνεχίσουν να αναπτύσσονται οικονομικά, θα μπορούσαν να προσφέρουν μια εναλλακτική λύση, ένα "ισλαμικό πρότυπο" ανάπτυξης που θα συναγωνιστεί το δυτικό και το ασιατικό.

Σε κάθε περίπτωση, στη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών η ασιατική οικονομική ανάπτυξη θα έχει αποσταθεροποιητικές συνέπειες στην υπάρχουσα διεθνή τάξη που κυριαρχείται από τη Δύση. Η ανάπτυξη της Κίνας, αν συνεχιστεί, μπορεί να δημιουργήσει σημαντική αλλαγή στην ισορροπία των πολιτισμών. Επιπλέον, η Ινδία θα μπορούσε να αναπτυχθεί οικονομικά με γοργούς ρυθμούς και να αναδειχτεί σε σημαντικό παράγοντα στις παγκόσμιες σχέσεις. Εν τω μεταξύ, η πληθυσμιακή ανάπτυξη των μουσουλμάνων θα αποτελεί αποσταθεροποιητικό παράγοντα και για τις ίδιες τις μουσουλμανικές κοινωνίες, αλλά και για τις γειτονικές τους χώρες. Οι μεγάλοι αριθμοί των νέων με δευτεροβάθμια εκπαίδευση θα συνεχίσουν να τροφοδοτούν την Ισλαμική Αναβίωση και να προωθούν τη μαχητικότητα του Ισλάμ και τη μετανάστευση. Στις αρχές του 21ου αιώνα είναι πιθανό να δούμε την αναβίωση της μη δυτικής κουλτούρας και δύναμης και συγκρούσεις της Δύσης με λαούς μη δυτικών πολιτισμών, αλλά και μεταξύ αυτών των ίδιων λαών.

Η σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης
Terzo Books
1996

.~`~.
Έξοδος

Ωστε η θεωρία περί συγκρούσεως των πολιτισμών περιέχει το πολύ–πολύ μια διαστρεβλωμένη και κακοδιατυπωμένη αλήθεια. Εν τούτοις θα μπορούσε ­-και νομίζω ότι αυτή είναι η πρόθεση του Huntington-­ να χρησιμεύσει ως ιδεολογικός πόλος έλξεως της «Δύσης» (υπό αμερικανική ηγεσία), αν τυχόν αυτή, για οικονομικούς και στρατιωτικούς λόγους, ερχόταν σε σφοδρή σύγκρουση με μη δυτικές Δυνάμεις. Τότε το πνευματικό κλίμα στη Δύση θα άλλαζε ακαριαία και ενάντια στην αλλαγή αυτή μάταια θα αμύνονταν (αν καθόλου αμύνονταν) όσοι σήμερα κυνηγούν τη δημοσιότητα κηρύσσοντας τη «συνεννόηση μεταξύ των πολιτισμών» ή πραγματώνοντάς την σε εξωτικά «πολυπολιτισμικά» συνέδρια με πληρωμένη τη συμμετοχή...
Αν οι ίδιες εκείνες Δυτικές Δυνάμεις, οι οποίες το 1919 απέρριψαν το αίτημα της Ιαπωνίας και αρνήθηκαν να κατοχυρώσουν την ισότητα των φυλών στη Συνθήκη των Βερσαλλιών, εν έτει 1997 πασχίζουν επισήμως για την κατανόηση των ξένων πολιτισμών, αυτό δεν αποτελεί οπωσδήποτε πρόοδο της κατανόησης. Όμως αποτελεί ένδειξη μιας δραματικής μεταβολής στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων.

Η δυτική Ευρώπη - υπό τον ιδεολογικό μανδύα του λιμπεραλισμού - αποτελεί το μοναδικό παράδειγμα πολιτισμού στην ιστορία που ευρέθηκε με κολοσσιαία μέσα διαδόσεως και δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα πολιτιστικό αποτέλεσμα έστω και διάρκειας δεκαετιών... Σήμερα η Ευρώπη αποτελεί πολιτιστικώς νησίδα, η οποία αντιμετωπίζει όλους τους άλλους πολιτισμούς ως είδος πειρατών... Με διάφορες «κοινωνιολογικές προσεγγίσεις» των άλλων πολιτισμών και με κατασκευές «συνθημάτων» γι' αυτούς, σκοπούμενο πάντα ήταν να δοθεί στον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό πολιτιστική ανα τον κόσμο αποστολή, πράγμα που στον ιδεολογικό τομέα ήταν ακριβώς αντίστοιχο με τα αξιώματα του φιλελευθερισμού περί «διεθνούς κατανομής εργασίας» και «διεθνούς οικονομικής συνεργασίας», των οποίων το πρακτικό νόημα ήταν να καταργηθεί η όποια αυτοδυναμία των άλλων πολιτισμών, για να «ενσωματωθούν» οι οικονομίες τους στον προγραμματισμό της δυτικόευρωπαϊκής παραγωγής... Οἱ ὑπόλοιποι πολιτισμοὶ ὄχι μόνο δὲν χρειάζονται, ἀλλά, ὅπως ἐξηγήσαμε, εἶναι καὶ ἀρνητικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν «παραγωγή»... Και το βλέπουμε: «ολίγος ισλαμισμός» για την Τουρκία, «ολίγος ασιατισμός» για την Κίνα, όπως θα δούμε, «ολίγον ιστορικό παρελθόν» για τη Ρωσία και εν γένει «ολίγα» από τους πολιτισμούς και την ιστορία - στον βαθμό μόνο που αυτά εξυπηρετούν τους σχεδιασμούς της αμερικανικής πολιτικής (τυχαίως άραγε ο κ. Huntington εμίλησε περί προγραμματικής «σύγκρουσης των πολιτισμών»;)... Οἱ θεωρίες αὐτὲς προσπαθοῦν νὰ ἐπικαλύψουν τὸ νόημα τῆς «νέας ἐποχῆς» γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα καὶ γι’ αὐτὸ ἀμέσως μετὰ τὸν «κίνδυνο» τοῦ κομμουνισμοῦ ἡ πρώτη μέριμνα ἦταν νὰ βρεθῆ ὁ «νέος κίνδυνος». Πού δὲν μποροῦσε βέβαια νὰ εἶναι παρὰ τὸ Ἰσλάμ. Ἀλλὰ αὐτὲς οἱ θεωρίες δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἡ πλήρης ἀπόδειξη τῆς πνευματικῆς χρεοκοπίας τοῦ ἀνταγωνιστικοῦ καπιταλισμοῦ, ἤγουν τοῦ φιλελευθερισμοῦ;
*

Η αποικιοκρατία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η κατεξοχήν κατάκλυση ενός πολιτισμού από έναν άλλον.

Οι ηττημένοι σκύβουν πάντα το κεφάλι εμπρός στον ισχυρό. Αλλά, εφόσον υπάρχει σύγκρουση πολιτισμών η υπόταγη είναι μόνο προσωρινή. Αυτές οι μακρές περιόδοι αναγκαστικής συνύπαρξης δεν είναι δυνατές χωρίς αμοιβαίες υποχωρήσεις ή συνεννοήσεις, χωρίς ουσιώδη και καμιά φορά γόνιμα πολιτισμικά δάνεια.

Που δεν υπερβαίνουν όμως ποτέ ένα όριο.


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

*
- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.
*
*
*