26 Μαΐου 2025

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής δεν είναι εταιρεία, κύριε Μασκ.


7533 ε.Κ. (A.M.) | 4722 黄帝历 | 26 | 5 | 2025 μ.Χ. | 1446 سنة هجرية (A.H.) | 6 μ.Κ. (VI A.Q.)


Ο Ίλον Μασκ έκανε το λάθος να πιστεύει ότι το κράτος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής προσομοιάζει στις εταιρείες του.

Μόνο που η Tesla και η SpaceX υπάρχουν εδώ και 22 και 23 χρόνια αντίστοιχα, από το 2002-3, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής υπάρχουν από το 1776, εδώ και 249 χρόνια. Η Tesla απασχολεί 140.000 υπαλλήλους, η SpaceX 13.000, το X λιγότερους από 3.000 και η Neuralink 300 (αλήθεια, πόσοι από αυτούς θα πέθαιναν για την ίδρυση ή για τη διατήρηση της εταιρείας τους;..) ενώ οι ΗΠΑ έχουν 340.000.000 πληθυσμό.

Παραφράζοντας έναν μεγάλο της ρεαλιστικής σχολής των διεθνών σχέσεων, ο οποίος παρόλο που ήταν Αμερικανός και είχε περιορισμούς στην προσέγγισή του δεν υπέπεσε στις πλάνες (αντιλήψεις που συνήθως διατυπώνονται και προωθούνται από ανθρώπους τους οποίους χαρακτηρίζουν λέξεις όπως «Βρετανική αυτοκρατορία», «ΗΠΑ», «φιλελευθερισμός» και «οικονομισμός») παραλληλισμού ή ταύτισης των εταιρειών με τα κράτη:

Ποιος είναι πιθανότερο να υπάρχει μετά από 100 χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, η Αίγυπτος και η Ταϊλάνδη ή η Tesla; Εγώ θα στοιχημάτιζα στα κράτη. [Σημ.]

Οι άνθρωποι που έχουν τέτοιες αντιλήψεις ―οι οποίες προωθούνται συνεχώς μέσω της μαζικής κουλτούρας και του κινηματογράφου― περί παραλληλισμού ή ταύτισης εταιρειών και κρατών και υποκατάστασης των τελευταίων από τις πρώτες ας μας συνοδεύσουν στην παρακάτω συλλογιστική:

Ο Νόμος ή η Σχέση: Όσο μεγαλύτερο είναι το μέγεθος τόσο μικρότερος θα είναι ο αριθμός των ειδών αυτού του μεγέθους στο γένος ή την οικογένεια στην οποία ανήκουν αυτά τα είδη.

Το Παράδειγμα: Υπάρχουν λιγότερα είδη ελεφάντων απ’ ό,τι ελαφιών, λιγότερα είδη ελαφιών απ’ ό,τι ποντικιών, λιγότερα είδη ποντικιών απ’ ό,τι μυρμηγκιών και λιγότερα είδη μυρμηγκιών απ’ ό,τι εντόμων.

Το Συμπέρασμα: Υπάρχει αντίστροφη σχέση σε διάφορους τομείς της φύσης μεταξύ μεγέθους και αφθονίας.

Το Ερώτημα: Βρίσκουμε μια τέτοια σχέση να εκδηλώνεται στις ανθρώπινες κοινωνίες; 

Η Απάντηση: Ναι. Η σχέση ισχύει, για παράδειγμα, μεταξύ του μεγέθους των αυτόνομων πολιτικών μονάδων και της συχνότητας εμφάνισής τους (Robert L. Carneiro. Οι υπόλοιποι ας διαβάσουν ―τον σπουδαίο κατά τα άλλα― Weber για να μας πουν ότι οι Αιγύπτιοι δεν είχαν κράτος και ότι οι Κινέζοι δεν εφηύραν τη γραφειοκρατία, αναπαράγοντας ―ρασιοναλιστικά και νομικίστικα― ευρωκεντρικά δόγματα).

Το Παράδειγμα: Παλαιότερα υπήρχαν περισσότερα αυτόνομα χωριά απ’ ό,τι φυλαρχίες (chiefdoms), περισσότερες φυλαρχίες απ’ ό,τι κράτη και περισσότερα κράτη απ’ ό,τι αυτοκρατορίες.

Σκεφτείτε πόσες εταιρείες υπάρχουν σήμερα (η τελευταία εκτίμηση ήταν 359.000.000) και πόσα κράτη (193 επίσημα μέλη του ΟΗΕ, 2 κράτη-παρατηρητές και ορισμένες ακόμα υποτιθέμενες κρατικές οντότητες για τελικό σύνολο 206). Τι σημαίνει αυτό; Ότι έχουμε από τη μια μεριά εκατοντάδες εκατομμύρια (εταιρείες) και από την άλλη μόλις περίπου διακόσια (κράτη); Σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με διαφορετικά πράγματα (είδος, γένος, οικογένεια, τάξη κ.λπ. Επίσης, γνωρίζουμε από τον Αριστοτέλη ότι τα σπουδαιότερα όπλα για να αντιληφθείς μια απάτη ―και κατά συνέπεια να την αποφύγεις ή να την καταπολεμήσεις― είναι, πρώτον, να αναγνωρίζεις τις διαφορές ανάμεσα στα πράγματα και, δεύτερον, να ορίζεις και άρα να γνωρίζεις τι είναι ίδιο με κάτι άλλο).

Η συντριπτική πλειοψηφία των εταιρειών έχουν σχετικά μικρή διάρκεια ζωής και μεγάλη συχνότητα εμφάνισης και εξαφάνισης. Οι λίγες μεγάλες ιστορικές εταιρείες που έχουν μακρά διάρκεια ζωής και μικρή ή σπάνια συχνότητα εμφάνισης δεν είναι απαραίτητο ότι βρίσκονται πάντοτε στην πρωτοπορία της καινοτομίας και στην αιχμή της τεχνολογικής εξέλιξης μετά από τόσα χρόνια ύπαρξης: η Neuralink του Μασκ ιδρύθηκε το 2016 και η Amazon του Μπέζος το 1994, ενώ η DeKuyper που παράγει και εμπορεύεται οινοπνευματώδη υπάρχει από το 1695, η Merck KGaA, μια από τις μεγαλύτερες φαρμακευτικές (μεταξύ άλλων) του πλανήτη, από το 1668, ο εκδοτικός οίκος της Οξφόρδης υπάρχει από το 1534 και η Grazia Deruta, οικογενειακή επιχείρηση που παράγει κεραμικά, από το 1500


Όχι δεν είναι φυλαρχία (chiefdom), απλά μοιάζει με φυλαρχία. Μπορούμε να δούμε πολλές εταιρείες σαν το ανάλογο των φυλαρχιών στην εποχή μας (δεν το εννοώ υποτιμητικά): μη βιολογικές/συγγενικές οικονομικές/επιχειρηματικές διευρυμένες φυλαρχίες, παρόλο που ακόμη και σήμερα υπάρχουν οικογενειακές εταιρείες όπως η Grazia Deruta (αλλά και η οικογένεια Merck, μια από τις πλουσιότερες του πλανήτη, ελέγχει το 70% των μετοχών της εταιρείας). Μπορείτε επίσης να σκεφτείτε πόσοι ιδιοκτήτες, πρόεδροι και διευθυντές εταιρειών λειτουργούν ως φύλαρχοι: από την πραγματικότητα αθλητικών ομάδων και φαρμακοβιομηχανιών μέχρι τη φαντασία τηλεοπτικών σειρών όπως το Succession και το Yellowstone. Μόνο που πλέον ο φύλαρχος δεν είναι απαραίτητα μόνο αρσενικός. 


Το πολύ-πολύ θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχουν εταιρείες που προσπαθούν να μετεξελιχθούν (από το ανάλογο των φυλαρχιών) στο ανάλογο των κρατών ― όχι όμως σε κράτη καθ' εαυτά.

Τέλος, η Sumitomo Group (που κρατάει από τα παλιά ιαπωνικά zaibatsu, για όποιον γνωρίζει την εμμονή των Αμερικανών με την καταστροφή τους) υπάρχει από το 1615 και βασίζεται σε αφορισμούς του βουδιστή μοναχού Masatomo Sumitomo, ο οποίος πουλούσε βιβλία (Oxford University Press) και φάρμακα (Merck KGaA). Στην περιγραφή της φιλοσοφίας και των αρχών της Sumitomo Group διαβάζουμε, μεταξύ άλλων: 

The business posture advocated in these teachings of according prime importance to integrity and avoiding pursuit of immoral business is the essence of Sumitomo's Business Philosophy... The Sumitomo philosophy can be summed up in a tenet repeated by successive heads of the company: “We should plan our business on a long-term basis so as to benefit the country.”

Εταιρείες όπως η DeKuyper, ο όμιλος Merck Group, η Sumitomo Group, ο Oxford University Press και η Grazia Deruta, από την άποψη της μακράς διάρκειας ζωής και της μικρής ή σπάνιας συχνότητας εμφάνισης, είναι οι ελέφαντες των εταιρειών (οι λεγόμενες “start up” είναι τα ποντίκια ή μάλλον τα μυρμήγκια ή τα έντομα), αλλά παρόλα αυτά ούτε υπήρξαν ποτέ, ούτε είναι τώρα, ούτε πρόκειται να γίνουν κράτη, γιατί όπως επισήμανα έχουμε να κάνουμε με πράγματα διαφορετικής τάξης, μεγέθους, είδους ή γένους: Η Κίνα είναι ο ελέφαντας των κρατών (ή και των πολιτισμών, αν θέλετε).

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής δεν είναι εταιρεία, κύριε Μασκ.


Δημήτρης Β. Πεπόνης


[Σημ.] O αείμνηστος Kenneth Waltz στο κλασικό του έργο Theory of International Politics που κυκλοφόρησε το 1979 είχε γράψει: «Ποιος είναι πιθανότερο να υπάρχει μετά από 100 χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, η Αίγυπτος, η Ταϊλάνδη και η Ουγκάντα ή η Ford, η IBM, η Shell, η Unilever και η Massey-Ferguson; Εγώ θα στοιχημάτιζα στα κράτη, ίσως ακόμη και στην Ουγκάντα.»


.~`~.

Το βιβλίο μου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Τόπος με τίτλο:


Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης
Από την Ουκρανία και την Πανδημία στη Νέα Πλανητική Τάξη

Δημήτρης Β. Πεπόνης




Μπορείτε να προμηθευτείτε και να παραγγείλετε Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης (Τόπος) σε όλα τα βιβλιοπωλεία πανελλαδικά. Ενδεικτικοί σύνδεσμοι με το βιβλίο: Πολιτεία, ΙανόςΠρωτοπορίαPublic κ.λπ.




~


Αν θεωρείτε πως ο χρόνος που αφιερώνεται και οι ιδέες που εκφράζονται έχουν αξία, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το κουμπί Donate προκειμένου να συμβάλλετε στην απρόσκοπτη συνέχιση του εγχειρήματος της Κοσμοϊδιογλωσσίας. Ευχαριστώ.


7533 ε.Κ. (A.M.) | 4722 黄帝历 | 26 | 5 | 2025 μ.Χ. | 1446 سنة هجرية (A.H.) | 6 μ.Κ. (VI A.Q.)

5 Μαΐου 2025

Democracies in crisis, or rather liberal democracy at a crossroads?


7533 ε.Κ. (A.M.) | 4722 黄帝历 | 5 | 5 | 2025 μ.Χ. | 1446 سنة هجرية (A.H.) | 6 μ.Κ. (VI A.Q.)



KEY TAKEAWAYS

• The multiple crises of liberal democracy: Romania, Georgia, the U.S., France, Germany, South Korea.

• Democracy vs. liberalism: The current crisis affects not democracy per se, but the synthesis of liberal democracy, highlighting tensions between democratic and liberal principles, i.e., popular sovereignty, majority rule, equality, and freedom on the one hand, and individual rights and freedoms, minority protections, liberal legalism and constitutionalism and limited government on the other.

• Western fault lines and populism’s rise: In the West, contradictions between democracy and liberalism are evident, with populist parties demanding a realignment in the balance of power between democratic and liberal principles. Populist movements are a reaction against liberal elites perceived as unaccountable, reflecting dissatisfaction with constraints on democratic sovereignty.

• Global shifts: The decline of U.S. hegemony weakens liberal values globally. The liberal international order, once seen as inevitable, now appears to be increasingly out of step with the realities of a post-unipolar world in a post-Western era.

• Economic discontent: Disillusionment with economic liberalism post-2008 has fuelled protectionism and economic nationalism, weakening the liberal-democratic consensus.

• Core question and future scenarios: The fate of liberal democracy hinges on reconciling liberal and democratic principles; failure to do so may force societies to choose between illiberal democracies or liberal authoritarianism.

~

Democracy in crisis?

Although we have been repeatedly warned how populism (however defined) threatens democracies and about the dangers posed to democracies by “autocracies” in a democracies-versus-autocracies binary, something seems to be quite amiss in the democratic camp as well. In Romania, an EU country, presidential elections in toto were cancelled between the first and the second round—not because of meddling with ballot boxes, vote counts, or voter registries, but because one candidate was deemed to be too visible on a private popular social media platform, TikTok. Now, that candidate has been conclusively barred from participating in the upcoming elections.

In France, the highest-polling presidential candidate was barred from running for French president in 2027. Meanwhile in Georgia, a new president has been elected by the 300-seat electoral college dominated by the governing pro-European Georgian Dream party, but the previous and more-pro-EU president Salome Zourabichvili did not recognise the legitimacy of the procedure. During the electoral period in the U.S., the homeland of checks and balances, Kamala Harris declared the incoming president a “fascist” that is “unfit for office,” whereas Donald Trump does not shy away from declaring the 2020 presidential elections as “stolen,” entailing their illegitimacy.

In both Germany and France, parties increasingly gaining traction in electoral procedures face a coalition of other parties so that they may remain banned from government irrespective of electoral results. The UK finds itself in a never-ending political crisis with Farage’s Reform party on the rise, while South Korea, often touted as a prototypical Western liberal democracy in Asia, saw a six-hour quasi-coup d’état, which involved the imposition of martial law with the pretext of protecting liberal democracy, summarily wrapped up due to abject failure. The above is a crude summary, yet the question becomes unavoidable: what’s going on with democracies? Phrased differently: what is truly ailing democracies today?

The heart of this question lies not in democracy itself, but in the compound term “liberal democracy” which is usually meant by “democracy” today—a synthesis that now appears strained to the point of rupture. This analysis explores the nature of that crisis, drawing a crucial distinction between democracy, with its roots in majority rule, popular sovereignty, equality and freedom, and the public expression of the collective general will of the people, and liberalism, which prioritises individual rights and freedoms, minority protections, (liberal) legalism and constitutionalism, and limited government. The tension between democratic and liberal principles, long papered over, is now erupting with destabilising consequences for political systems worldwide.

A trip down memory lane: The uneasy alliance of democracy and liberalism

Democracy and liberalism did not always walk hand in hand. Historically, democracy—characterised by majority rule, popular sovereignty, equality, and freedom—existed independently of liberal principles; it operated without a framework of top-down norms limiting the “tyranny of the majority.” Liberalism, on the other hand, emerged much later as a distinct ideological force, advocating for limited government, individual rights and freedoms, and the rule of law.

The merging of democratic and liberal principles into “liberal democracy” was more a marriage of convenience than a seamless integration. The revolutions of the late 18th and 19th centuries—particularly the French and American revolutions—necessitated a balance between the power of the majority and the rights of the individual. Liberalism feared the potential tyranny of majorities, while democracy sought to curb the power of unaccountable elites. The synthesis worked, but uneasily.

Liberalism has always harboured a deep suspicion of unfettered democratic power. This suspicion grew more pronounced in the 20th century, as liberal elites sought to insulate governance from what they viewed as the irrational passions of the populace. The institutions of liberal democracy—courts, bureaucracies, international bodies—were designed not just to uphold rights, but to check majoritarian impulses. This worked well in an era where liberal values held hegemonic sway. But when those values began to falter, the tensions within the system became harder to ignore.

Cracks in the edifice: Populism and the liberal backlash

The 21st century has seen the resurgence of populism—a political phenomenon best understood not as an attack on democracy, but as a symptom of the contradictions within liberal democracy itself. Populist movements, whether on the left or right, typically articulate a demand for greater popular control over decision-making processes that have been sequestered by what they diagnose as liberal elites—“liberal” here alluding to liberalism, not to a left/right divide per se. When British voters backed Brexit, they claimed to repudiate a liberal cosmopolitan order that, to them, seemed indifferent to their democratic will. When American voters supported Donald Trump, they claimed to be challenging a liberal establishment (including courts, media, academia unelected officials, think tanks etc.) that, in their view, had ceased to be accountable to them, the people, the citizenry, the body politic.

Populism, often decried as a threat to democracy, can be viewed as a democratic critique of liberalism. Populist movements demand greater popular control over decisions that liberal elites have insulated from public debate. Issues like immigration, trade policy, foreign affairs, and national sovereignty are often decided and/or determined by technocrats, unelected officials and bureaucrats, courts, or international organisations, with limited input from voters. When citizens demand a say on these issues, they are labelled as populists—a term that often carries a pejorative connotation.

Moreover, populist movements express dissatisfaction with the constraints imposed by liberal institutions. This dissatisfaction does not necessarily stem from hostility to democracy, but from a belief that liberalism has undermined democratic sovereignty. Populism, therefore, is not primarily an external threat to liberal democracy but rather an internal symptom of its inherent contradictions. It reflects a demand for realignment in the balance of power between democratic and liberal principles. Ignoring this demand, or dismissing it as irrational, risks deepening the crisis.

Liberal responses to these movements have often been defensive, if not outright disdainful. The rhetoric of “populism” serves as a catch-all for political expressions that defy liberal orthodoxy. Hillary Clinton’s characterisation of Trump supporters as a “basket of deplorables” in 2016 exemplified this elitist fear of an unruly majority. In Europe, mainstream parties routinely form “cordons sanitaires” to exclude populists from government, regardless of electoral outcomes. These defensive manoeuvres highlight the extent to which liberalism now views democratic and electoral procedures—or, at least, certain democratic outcomes—as a threat, to which there must be a defence in the name of democracy. But which democracy of the two?

Liberalism in crisis: A waning global influence

The liberal crisis is not confined to liberal democracy within the West. The international order, once shaped by the liberal hegemonic power of the United States, is undergoing seismic systemic shifts. After the Second World War and through the Cold War, American dominance helped spread liberal values across Europe and beyond. The fall of the Soviet Union in 1991 seemed to confirm the triumph of liberalism. Yet the global reach of an ideology is tied to the power of its sponsor. As American influence wanes, so too does the global appeal of liberalism.

Emerging powers such as China, Russia, and even India do not prioritise liberal principles—often explicitly noting that “there is no one-size-fits-all template to guide countries in establishing democracy”, a not too thinly veiled reference to the exclusivist claim of liberal democracy to the question of democracy at large. In Central Europe, countries like Hungary, Slovakia and Poland openly challenge the liberal consensus while maintaining majoritarian democratic legitimacy. The liberal international order, once seen as inevitable, now appears to be a historically contingent phase, increasingly out of step with the realities of a post-unipolar world in a post-Western era, at least insofar as its exclusivist claims are concerned.

Domestic fault lines: The West’s internal contradictions

Within Western nations, the contradictions between democracy and liberalism are growing more acute. For some conservatives, the “liberal establishment”—including courts, media, and academia—represents a hostile force that undermines democratic sovereignty. For others, “populist” majorities represent a threat to civil rights and institutional stability.

The rise of populist parties exposes the limits of liberal tolerance for democratic outcomes and raises uncomfortable questions about the balance between liberal principles and democratic legitimacy. The tension is palpable: liberalism seeks to protect against the tyranny of the majority, while democracy insists on the primacy of majority rule. The liberal-democratic synthesis, i.e., liberal democracy, once thought to be the pinnacle of political evolution, now seems to contain the seeds of its own undoing.

Towards a liberal or democratic authoritarianism?

The internal contradictions of liberal democracy may lead to a liberalism that discards democratic legitimacy and the will of the majority, and impose policies regardless of popular consent, or a democracy that jettisons safeguards of political liberalism and tramples on individual and minority rights.

Illiberal democracies retain the forms of democratic legitimacy but undermine liberal principles of individual rights and judicial independence. These regimes argue that liberal constraints impede the will of the majority, a will they claim to embody. Their critics, both domestic and international, accuse them of dismantling democracy itself—identifying or conflating democracy per se with liberal democracy. Yet democracy has historically functioned without liberalism. On the other hand, liberal authoritarianism might arise when liberal elites, fearing the rise of populism, resort to undemocratic means to maintain their interests or impose their liberal values regardless of popular consent. This can manifest through judicial activism, censorship under the guise of combating misinformation, or international bodies overriding national sovereignty.

Both scenarios—illiberal democracy and liberal authoritarianism—highlight the fragility of the current liberal-democratic synthesis. The question facing Western societies is whether democratic and liberal principles can be reconciled, or whether the separation between democracy and liberalism is inevitable.

The role of economic factors in liberalism’s decline

The crisis of liberal democracy is not merely political; it is also economic. The post-Cold War era saw the triumph of economic liberalism, characterised by free markets, globalisation, and deregulation. This model, while benefiting certain sectors and regions, left many communities and social groups behind. The 2008 financial crisis exposed the fragility of this system and led to widespread disillusionment with economic liberalism.

In response, protectionist policies—once anathema to economic liberals—have gained traction. The Biden administration’s embrace of “friendshoring” reflected a trade bloc logic, while the Trump administration’s tariffs on foreign goods reflect the weaponization of trade and a broader trend of economic nationalism. These policies undermine the principles of free trade and globalisation that were central to post-war liberalism.

The politicisation of the economy—whether through tariffs, trade blocs, the weaponization of the U.S. dollar, or strategic decoupling—signals a retreat from economic liberalism. This retreat is not limited to the right; left-wing movements also call for greater state intervention and protection of national industries. The consensus that once supported economic liberalism has fractured, further weakening the ideological and social foundations of liberal democracy.

What is truly under threat?

So, is democracy under threat, or is it liberalism that finds itself in crisis? The evidence suggests that while democracy faces challenges, the deeper crisis lies in the retreat of Western liberalism and the internal contradictions of liberal democracy, which are now more evident than ever. The tension between liberal and democratic principles has reached a breaking point. Liberal democracy, once thought to be the final form of governance, now appears as a contingent synthesis—one that may or may not survive the current wave of populism, economic nationalism, and geopolitical realignment.

The future may see a decoupling of liberalism and democracy, with societies choosing either illiberal democracies or liberal authoritarianisms. Ultimately, the fate of liberal democracy depends on whether democratic and liberal principles can be reconciled.


Dimitris B. Peponis

Dimitris B. Peponis holds an MA in Governance and Public Policies from the University of the Peloponnese’s Department of Political Science and International Relations and is the author of “The End of the Great Deviation: From Ukraine and the Pandemic to the Shaping of the New Global Order” (Topos books, in Greek).


.~`~.

Το βιβλίο μου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Τόπος με τίτλο:


Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης
Από την Ουκρανία και την Πανδημία στη Νέα Πλανητική Τάξη

Δημήτρης Β. Πεπόνης




Μπορείτε να προμηθευτείτε και να παραγγείλετε Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης (Τόπος) σε όλα τα βιβλιοπωλεία πανελλαδικά. Ενδεικτικοί σύνδεσμοι με το βιβλίο: Πολιτεία, ΙανόςΠρωτοπορίαPublic κ.λπ.




~


Αν θεωρείτε πως ο χρόνος που αφιερώνεται και οι ιδέες που εκφράζονται έχουν αξία, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το κουμπί Donate προκειμένου να συμβάλλετε στην απρόσκοπτη συνέχιση του εγχειρήματος της Κοσμοϊδιογλωσσίας. Ευχαριστώ.


7533 ε.Κ. (A.M.) | 4722 黄帝历 | 5 | 5 | 2025 μ.Χ. | 1446 سنة هجرية (A.H.) | 6 μ.Κ. (VI A.Q.)

5 Απριλίου 2025

Άνοδος αντιπαγκοσμιοποίησης, κρίση φιλελεύθερης δημοκρατίας και το ερώτημα αν θα προσαρμοστεί ο πλανήτης στα μέτρα των ΗΠΑ ή οι ΗΠΑ στα μέτρα του πλανήτη;


7533 ε.Κ. (A.M.) | 4722 黄帝历 | 5 | 4 | 2025 μ.Χ. | 1446 سنة هجرية (A.H.) | 6 μ.Κ. (VI A.Q.)

Μουσική Συνοδεία


Πριν από 7 μήνες δημοσίευσα το κείμενο με τίτλο Επακόλουθα και συμπτώματα της σταδιακής αποσύνθεσης της φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης. Το υπενθυμίζω, παραπέμποντας σε αυτό, διότι ορισμένα από τα μέρη του είναι εξαιρετικά επίκαιρα με αφορμή διάφορες εξελίξεις (Άνοδος αντιπαγκοσμιοποίησης: Δασμοί. Κρίση φιλελεύθερης δημοκρατίας: Τζέι Ντι Βανς, Γαλλία, Ρουμανία κ.λπ. Θέματα στα οποία θα επανέλθω). 
 

Κανονικά, θα πρέπει να υπάρξει μια σειρά κειμένων που να αναφέρονται σε πολλαπλά ζητήματα, πιθανότητες και διαπιστώσεις που προκύπτουν από τους δασμούς που αποφάσισε η κυβέρνηση Τραμπ. Παραδείγματος χάριν, κάποιος θα πρέπει να ξεκινήσει από μια παγκόσμια και περιφερειακή γεωγραφία των δασμών, να αναδείξει την πιθανότητα μιας περαιτέρω περιφερειακής σύγκλισης Κίνας, Ιαπωνίας και Ν. Κορέας, ή ότι η ΕΕ, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Ν. Κορέα αντιμετωπίζονται με παρόμοιο τρόπο από την αμερικανική κυβέρνηση (η Ελβετία και η Ν. Αφρική αντιμετωπίζονται όπως η Κίνα), καθώς και ότι στα κεντρικά κράτη της Μέσης Ανατολής/Δυτικής Ασίας (Αίγυπτος, Τουρκία, Ιράν και Σαουδική Αραβία) επιβλήθηκαν χαμηλότεροι δασμοί ―οι ελάχιστοι δυνατοί (10%)― συγκριτικά με το Ισραήλ (17%). Επιπλέον, κάποιος θα πρέπει να αναφερθεί στο Δίλημμα του Triffin (Triffin dilemma) και στους δασμούς ως μοχλό πίεσης για την αναμόρφωση του παγκόσμιου εμπορικού συστήματος (που δεν είναι, ασφαλώς, μόνο οικονομικό αλλά και πολιτικό και στρατιωτικό ζήτημα) καθώς και στην προσπάθεια διατήρησης του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος και παράλληλης επαναβιομηχάνισης των ΗΠΑ.

Ωστόσο, εδώ θα περιοριστούμε, λόγω έλλειψης χρόνου, σε μια πρώτη επισήμανση ως προς την ουσία του πράγματος. 

Βασικά αυτό που κάνουν οι ΗΠΑ του Τραμπ είναι να χρησιμοποιούν τους δασμούς ως μέσο τιμωρίας και εξαναγκασμού προκειμένου να πειθαναγκάσουν τους εμπορικούς τους εταίρους να υπογράψουν ένα Bretton Woods II (χωρίς σύνδεση με τον χρυσό) ή ένα Plaza Accord II (όχι απλώς στο πλαίσιο των G7 αλλά μεταξύ των μεγαλύτερων εμπορικών τους εταίρων), προκειμένου στη συνέχεια να μειώσουν τους δασμούς απέναντί τους. Ο απώτερος στόχος είναι και ένα πιο «μαλακό» ή αδύναμο δολάριο και η διατήρησή του ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, και η επαναβιομηχάνιση και η αύξηση των εξαγωγών. 

Οι ΗΠΑ του Τραμπ θέλουν τον πλούτο, τη δύναμη και την επιρροή που συνεπάγεται το δολάριο ως αποθεματικό νόμισμα χωρίς την εξάρτηση από το Μεξικό, την Ευρώπη, την Ιαπωνία, τη Ν. Κορέα και την Ταϊβάν (δασμοί 25% και 32% σε Σεούλ και Ταϊπέι αντίστοιχα) αλλά και την Κίνα ή την Ινδία (δασμοί 34% και 26% αντίστοιχα). Θέλουν και αυτοκρατορία και ρεπούμπλικα ή εθνικό κράτος, και «ανεξάρτητους συμμάχους» (υποτίθεται) και υποτελή κράτη-πελάτες (vassal client states) που θα ανατιμούν τα νομίσματά τους έναντι του δολαρίου προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην αμερικανική αγορά και στο σύστημα του δολαρίου και να τους παρέχονται εγγυήσεις ασφαλείας υπό προϋποθέσεις (έχω εκφράσει εξ αρχής τις επιφυλάξεις μου για αυτούς τους δυϊσμούς και τη ρητορική που τους συνοδεύει σε εκτενές κείμενο με τίτλο ΗΠΑ προ και μετά Τραμπ, Ευρώπη, Ρωσσία, Ουκρανία και παγκόσμιος Βορράς). Στην ουσία και στην πράξη αυτό που θέλουν οι ΗΠΑ του Τραμπ είναι χώρες περιορισμένης κυριαρχίας, αυτονομίας, ανεξαρτησίας και αυτοδυναμίας (υποτελείς) που θα πληρώνουν έναν κλασικό φόρο υποτέλειας στο αμερικανικό αυτοκρατορικό κέντρο.

Το εξωφρενικό στην αφήγηση που προωθείται από την κυβέρνηση Τραμπ είναι ότι οι ΗΠΑ είναι το θύμα και όχι ο θύτης όσων συμβαίνουν. Έτσι παρουσιάζονται οι Βιετναμέζοι και οι Ιρακινοί, που έζησαν πόλεμο από τις ΗΠΑ, ή οι Ιάπωνες, που έζησαν αμερικανικές πυρηνικές επιθέσεις, ως αυτοί που εκμεταλλεύονται τους Αμερικανούς (και τιμωρούνται με δασμούς 46%, 39% και 24% αντίστοιχα), και όχι οι αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες που αποφάσισαν να μεταφέρουν την παραγωγή τους. Το γεγονός ότι ένα τέτοιο αφήγημα αμερικανικής θυματοποίησης πουλάει στην Ευρώπη, λόγω της απέχθειας που έχει διαμορφωθεί απέναντι στην ΕΕ (δασμοί 20%), δεν σημαίνει ότι ανταποκρίνεται και στην πραγματικότητα. Από το 1991 μέχρι το 2021 κουμάντο στον πλανήτη δεν έκανε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν (όσο κι αν απεχθάνεται κανείς την ίδια ή όσα αυτή συμβολίζει) αλλά το αμερικανικό κράτος και οι Αμερικανοί πρόεδροι. Άλλωστε η «εκμετάλλευση» προκύπτει από την ένταση μεταξύ αυτοκρατορίας και ρεπούμπλικας, δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος και αποβιομηχάνισης, ανάγκης μεγιστοποίησης των κερδών των αμερικανικών πολυεθνικών επιχειρήσεων και υποβάθμισης της εργατικής δύναμης στον αμερικανικό πυρήνα κ.λπ.

Ωστόσο το 2025 δεν είναι ούτε 1944 (Bretton Woods) ούτε 1971 (Nixon shock) ούτε 1985 (Plaza Accord). Οι ΗΠΑ είναι πιο αδύναμες και πιο μικρές σήμερα συγκριτικά με αυτά τα έτη και ο υπόλοιπος πλανήτης είναι πολύ πιο μεγάλος. 

Θα είναι ο πλανήτης που θα προσαρμοστεί στα μέτρα των ΗΠΑ ή οι ΗΠΑ που θα προσαρμοστούν στα μέτρα του πλανήτη; Ιδού το ερώτημα, και ο χρόνος θα δείξει ποια θα είναι η απάντηση.

Ωστόσο δεν μπορεί κανείς παρά να παρατηρήσει το εξής: αν κατά τη διάρκεια της ψυχροπολεμικής περιόδου ήταν η απειλή της Σοβιετικής Ένωσης σε διακρατικό επίπεδο και η «κομμουνιστική απειλή» σε ιδεολογικό που οδήγησε κράτη να βασίσουν την εμπιστοσύνη τους στην αξιοπιστία των ΗΠΑ, κατά τη μεταψυχροπολεμική περίοδο είναι η συμπεριφορά των Ηνωμένων Πολιτειών, τόσο κατά τη μονοπολική στιγμή αμερικανικής ηγεμονίας όσο και μετά τη λήξη της (τόσο επί Μπαιντεν όσο επι Τραμπ), που έχει οδηγήσει σε ένα τεράστιο έλλειμμα εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας των ΗΠΑ και σε μια κρίση της αμερικανικής εξουσίας σε διεθνές και παγκόσμιο επίπεδο.



~ II. Από την παγκοσμιοποίηση υπό Αμερικανική ηγεμονία στην άνοδο της πολιτικής και οικονομικής αντιπαγκοσμιοποίησης και στην ολοκλήρωση της ηγεμονικής φάσης της φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης

~ III. Ένταση μεταξύ δημοκρατίας και φιλελευθερισμού και κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας στο εσωτερικό της «Δύσης», και υποχώρηση της επιρροής του φιλελευθερισμού διεθνώς

~ IV. Ο φιλελευθερισμός και η δημοκρατία ως έννοιες και ως πράγματα

~ Γέφυρα

~ V. Δημοκρατικοί και Ρεπουπλικάνοι απέναντι στην Κίνα και τη Ρωσσία

~ Επίλογος 
Η μονοπολική στιγμή κυριαρχίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής αποτέλεσε μια εξαιρετικά μικρή παρέκκλιση. Και δεν πρόκειται να επιστρέψει. Η άνοδος της πολιτικής και οικονομικής αντιπαγκοσμιοποίησης και η κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, στο εσωτερικό της «Δύσης», και η υποχώρηση του φιλελευθερισμού, διεθνώς, αποτελούν τα κυριότερα επακόλουθα και τα σημαντικότερα σύμπτωμα της αποσύνθεσης της φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης και της φθίνουσας ηγετικής ικανότητας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, ενώ η πολιτικοποίηση της οικονομίας και η εναντίωση στα ανθρώπινα δικαιώματα ―είτε σε συγκεκριμένα περιεχόμενά τους είτε σε δεσμευτικές ερμηνείες συγκεκριμένων περιεχομένων τούς―, φαίνεται πως μετεξελίσσονται σε κύριους διαμορφωτικούς παράγοντες της τρέχουσας φάσης της «παγκόσμιας τάξης».


Δημήτρης Β. Πεπόνης


.~`~.

Το βιβλίο μου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Τόπος με τίτλο:


Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης
Από την Ουκρανία και την Πανδημία στη Νέα Πλανητική Τάξη

Δημήτρης Β. Πεπόνης




Μπορείτε να προμηθευτείτε και να παραγγείλετε Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης (Τόπος) σε όλα τα βιβλιοπωλεία πανελλαδικά. Ενδεικτικοί σύνδεσμοι με το βιβλίο: Πολιτεία, ΙανόςΠρωτοπορίαPublic κ.λπ.




~


Αν θεωρείτε πως ο χρόνος που αφιερώνεται και οι ιδέες που εκφράζονται έχουν αξία, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το κουμπί Donate προκειμένου να συμβάλλετε στην απρόσκοπτη συνέχιση του εγχειρήματος της Κοσμοϊδιογλωσσίας. Ευχαριστώ.


7533 ε.Κ. (A.M.) | 4722 黄帝历 | 5 | 4 | 2025 μ.Χ. | 1446 سنة هجرية (A.H.) | 6 μ.Κ. (VI A.Q.)

14 Μαρτίου 2025

Μπορούν να συνεχιστούν οι εντάσεις στην Ευρώπη ανεξάρτητα από τη στάση των ΗΠΑ;


7533 ε.Κ. (A.M.) | 4722 黄帝历 | 14 | 3 | 2025 μ.Χ. | 1446 سنة هجرية (A.H.) | 6 μ.Κ. (VI A.Q.)

Το κείμενο αποτελεί μέρος μιας σειράς δημοσιεύσεων για την έναρξη της μετα-αμερικανικής/μονοπολικής ηγεμονικής εποχής στην Ευρώπη και συνέχεια ή συμπλήρωμα των εξής κειμένων: (1) ΗΠΑ προ και μετά Τραμπ, Ευρώπη, Ρωσσία, Ουκρανία και παγκόσμιος Βορράς. (2) Τι φανερώνουν τα ψηφίσματα για την Ουκρανία της Γενικής Συνέλευσης (ES-11/7) και του Συμβουλίου Ασφαλείας (2774) του ΟΗΕ;



Η πρώτη περίοδος του μεταψυχροπολεμικού κόσμου έχει τις ρίζες της στη βαθμιαία αποδυνάμωση και τελική κατάρρευση της ισχύος της Ρωσσίας, η οποία οδήγησε στην αποσύνθεση της Σοβιετικής Ένωσης στην Ανατολική Ευρώπη, άνοιξε τον δρόμο για την επανένωση της Γερμανίας και, σε συνδυασμό με την επίσημη λήξη του Συμφώνου της Βαρσοβίας, είχε ως αποτέλεσμα την ανασύσταση της Κεντρικής Ευρώπης και τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη – με τελικό αποτέλεσμα τη ριζική μεταβολή της δομής ισχύος σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. [...] Αυτή η πρώτη φάση διαμόρφωσης του μεταψυχροπολεμικού κόσμου ολοκληρώθηκε με την επέκταση του Οργανισμού Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ) στην ανασυσταθείσα πλέον Κεντρική Ευρώπη το 1999.


Για όσο χρονικό διάστημα αυτή η ριζική μεταβολή και αλλαγή στη δομή ισχύος στην Ευρώπη είχε οδηγήσει στην εξάλειψη της απειλής της Ρωσσίας οι ευρωπαϊκές εξελίξεις συνοδεύονταν από ένα λανθάνον και υπόκωφο αλλά σαφές αντιγερμανικό αίσθημα, πρόσημο και χαρακτήρα, από μια λανθάνουσα αντιγερμανική στάση. Εξ ου και έχω επισημάνει ότι, μεταξύ άλλων, «αποτέλεσμα της αλλαγής αυτής, σε συστημικό επίπεδο, είναι το Brexit.» (Σελ. 306).

Υπό αυτήν την έννοια, η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ε.Ε. αποτελεί μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα της ενοποίησης της Γερμανίας και της σταδιακής μεταβολής της δομής ισχύος της Ευρώπης σε ηπειρωτική και γερμανοκεντρική, μέσω της υπεροχής της επανενωμένης Γερμανίας. (Σελ. 193).

Όμως όταν η αντίληψη και η πρόσληψη της απειλής της Ρωσσίας επανήλθε στο προσκήνιο, είτε τοποθετήσει κανείς ως ορόσημο το έτος 2008, είτε το 2014, όπως έκανε πρόσφατα ο Μακρόν, είτε το 2022, τα πράγματα άλλαξαν (Η αέναη αναβολή της ουσιαστικής πολιτικής αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από τα ευρωπαϊκά δρώμενα μπορεί να ενταχθεί σε αυτό το πλαίσιο).

Η οριστικοποίηση του τέλους της μεταψυχροπολεμικής αμερικανοκεντρικής αταξίας, δηλαδή η ολοκλήρωση της εποχής της επικυριαρχίας των ΗΠΑ, σφραγίζεται από την επαναβεβαίωση της ισχύος της Ρωσσίας. [...] Αυτό που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μας είναι η επανάκαμψη και η επαναβεβαίωση της ρωσσικής ισχύος. Η εκτίμηση της Μόσχας ότι η Ουάσινγκτον δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να πολεμήσει στην Ευρώπη εναντίον μιας πυρηνικής δύναμης έχει οδηγήσει τη Ρωσσία στις προσπάθειες επαναβεβαίωσης της ισχύος της, οι οποίες δεν πρέπει να αγνοηθούν. Η Μόσχα, πέρα από τη μερική αλλαγή των ισορροπιών που προέκυψαν μεταψυχροπολεμικά από τη ριζική μεταβολή της δομής ισχύος στο σύνολο της ευρωπαϊκής ηπείρου, επιπλέον αποσκοπεί στην αντικατάσταση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων στην Ευρώπη σε επίπεδο ασφάλειας, που βασίζεται στη μονομερή εξάρτηση από τις ΗΠΑ και στην κεντρικότητα του ΝΑΤΟ, από μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ή τάξη ασφάλειας που θα εδράζεται σε δύο πυλώνες, με κέντρα την Ουάσινγκτον και τη Μόσχα. Το Παρίσι, από την πλευρά του, παρά την αδυναμία του, προσπαθεί να προωθήσει μια κάποια ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, δηλαδή ένα είδος στρατηγικής απεξάρτησης κρατών της Ε.Ε. από τις ΗΠΑ, καθώς το τέλος του μεταψυχροπολεμικού κόσμου δεν είναι παρά η αρχή της μετα-αμερικανικής εποχής.


Η πρώτη μεταψυχροπολεμική περίοδος, λοιπόν, έχει τις ρίζες της στη βαθμιαία αποδυνάμωση και τελική κατάρρευση της ισχύος της Ρωσσίας, στην επανένωση της Γερμανίας και στη μονοπολική στιγμή ηγεμονίας των ΗΠΑ. Το τέλος της μεταψυχροπολεμικής περιόδου σφραγίζεται από την επαναβεβαίωση της ισχύος της Ρωσσίας, την επιστροφή της Γερμανίας ως ακρογωνιαίου λίθου της δομής ισχύος στην Ευρώπη και την υποχώρηση της μονοπολικής ηγεμονικής ισχύος των ΗΠΑ.

Με την εισβολή της Ρωσσίας στην Ουκρανία, το 2022, συνέβη μια τεκτονική αλλαγή στην ευρωπαϊκή ιστορία και ξεκίνησε μια νέα ψυχροπολεμική περίοδος. Η βασική διαφορά μεταξύ των κυβερνήσεων Μπάιντεν και Τραμπ δεν έγκειται στο εάν θα υπάρχει αυτή η νεοψυχροπολεμική περίοδος αλλά στον χαρακτήρα της, δηλαδή στο εάν αυτός ο νέος ψυχρός πόλεμος θα είναι πρώτιστα διατλαντικός (Δύση εναντίον Ρωσσίας) ή ενδοευρωπαϊκός (Ευρώπη εναντίον Ρωσσίας).

Η συμβολή των ΗΠΑ στη διαμόρφωση αυτής της νεοψυχροπολεμικής συνθήκης δεν σχετίζεται τόσο με το θεμελιώδες αίτιο όσο με την εξώθηση των πραγμάτων στα άκρα, με τη σπίθα που άναψε το φυτίλι, με το έναυσμα και την πυροκρότηση της πολεμικής έντασης, δηλαδή με την αμερικανική υποκειμενική επιδίωξη για επέκταση του ΝΑΤΟ. Και τούτο διότι, όπως φανερώνουν τα προηγούμενα, οι ιστορικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στην Ευρώπη έχουν ως θεμέλιο τους την αντικειμενική εξέλιξη της μεταβολής της ευρωπαϊκής δομής ισχύος και οριοθετούνται από την κατάρρευση της ισχύος της Ρωσσίας και την επανένωση της Γερμανίας, από τη μια μεριά, και από τις προσπάθειες επαναβεβαίωσης της ισχύος της Ρωσσίας και τον φόβο της επανόδου της υπεροχής μιας επανενωμένης Γερμανίας, από την άλλη.

Σε αυτό το ευρωκεντρικό πλαίσιο, όχι απλώς το Brexit αλλά και η άνοδος του Τραμπ μπορούν να ερμηνευτούν ως φυγόκεντρες δυνάμεις και ως φαινόμενα που ετεροκαθορίζονται από τη μεταβολή της ευρωπαϊκής δομής ισχύος σε περισσότερο ηπειρωτική και γερμανοκεντρική κατεύθυνση, αλλά ακόμα και αν αγνοηθούν τα δύο προηγούμενα δεν μπορούμε παρά να σκεφτούμε το σαμποτάζ στους αγωγούς Nord Stream επί κυβερνήσεως Μπάιντεν και την παρακολούθηση της Μέρκελ επί κυβερνήσεως Ομπάμα, τον εξοπλισμό και τη στρατιωτικοποίηση της Πολωνίας, την προσεκτική και διαφοροποιημένη στάση των κρατών της πρώην Αυστροουγγρικής σφαίρας αλλά και την ιδιαίτερη στάση της Τουρκίας απέναντι στη Ρωσσία, την αέναη μη αποχώρηση της Αγγλίας από τα ευρωπαϊκά πράγματα, την ίδια την επαναβεβαίωση της ισχύος της Ρωσσίας του Πούτιν, την άνοδο της Γαλλίας της Λε Πεν και, τέλος, το πρόσφατο άνοιγμα της συζήτησης για την προστασία μέσω πυρηνικής αποτροπής ευρωπαϊκών συμμάχων από τον Μακρόν, μετά από το ιστορικό κάλεσμα του καγκελαρίου της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς. Με λίγα λόγια, σε ένα τέτοιο ευρωκεντρικό πλαίσιο, όλα τα προηγούμενα μπορούν να γίνουν αντιληπτά ως μεσοπρόθεσμες αντιδράσεις απέναντι στη δυνητική επιστροφή του Γερμανικού Ζητήματος στην Ευρώπη ― παρόλο που κάτι τέτοιο μπορεί να φαντάζει αλλόκοτο αυτή τη στιγμή επειδή επικρατεί η αντίληψη της απειλής της Ρωσσίας και η Γερμανία δεν έχει ακόμη επανεξοπλιστεί (Με το τελευταίο δεν αναφέρομαι τόσο στα κίνητρα και τις προθέσεις του γερμανικού κράτους όσο στην πρόσληψη και την αντίληψη ευρωπαϊκών κρατών μιας διαφορετικής περισσότερο κυρίαρχης Γερμανίας).

Στο συγκεκριμένο πλαίσιο η διαφορά μεταξύ της Γαλλίας του Μακρόν και της Λε Πεν είναι διαφορά διαχείρισης της γαλλογερμανικής σχέσης και της έναρξης της μετα-αμερικανικής/μονοπολικής ηγεμονικής εποχής στην Ευρώπη. Η δε συνεχής επιμονή του Μερτς να μιλάει πάντα για Γαλλία και Πολωνία, δηλαδή να είναι προσανατολισμένος στο Τρίγωνο της Βαϊμάρης, είναι ένα χαρακτηριστικό που τον διαφοροποιεί από τη Μέρκελ και τον Σολτς, που αγνοούσαν συστηματικά την Πολωνία και ήταν περισσότερο εστιασμένοι στον Γαλλό-Γερμανικό Άξονα, και φανερώνει πως υπάρχει συνείδηση μιας διαχείρισης του Γερμανικού Ζητήματος στο πλαίσιο μιας νέας Ευρώπης. Η κυβέρνηση Τραμπ με τη διαφοροποίηση της στάσης της στον πόλεμο στην Ουκρανία και την τάση αποστασιοποίησης ή απεμπλοκής της από τα ευρωπαϊκά πράγματα ουσιαστικά σήκωσε το πέπλο, με αποτέλεσμα να φανούν όσα κρύβονταν κάτω από αυτό, και άναψε μια ―ακόμα αμερικανική― σπίθα η οποία μένει να δούμε αν θα οδηγήσει σε μια μεγάλη ευρωπαϊκή έκρηξη. 

Και στις δύο περιπτώσεις οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής βάζουν τις φωτιές: τόσο στην περίπτωση της επέκτασης του ΝΑΤΟ και της υποδαύλισης του πολέμου στην Ουκρανία, όσο και  σε αυτήν της μονομερούς διαπραγμάτευσης με τη Ρωσσία και της απεμπλοκής από τον πόλεμο στην Ουκρανία, η υποκειμενική επιδίωξη είναι αμερικανική: η διαφορά είναι ότι στην πρώτη περίπτωση το φυτίλι οδήγησε σε μια ρωσσική έκρηξη ενώ στη δεύτερη μπορεί δυνητικά να οδηγήσει σε μια ευρωπαϊκή έκρηξη. Ωστόσο σε καμία από τις δύο περιπτώσεις η αντικειμενική εξέλιξη δεν σχετίζεται με τις ΗΠΑ.

Ο μετασχηματισμός και η αναδόμηση που βρίσκονται σε εξέλιξη στο εσωτερικό της Δύσης, της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ αποτελούν το αποκορύφωμα των αποτελεσμάτων που έχει επιφέρει το ζήτημα της επιστροφής της Γερμανίας στο πλαίσιο της διαμόρφωσης μιας μετα-αμερικανικής Ευρώπης, ενώ σε ό,τι αφορά το εσωτερικό του παγκόσμιου Βορρά το ζήτημα είναι ποια θα είναι η θέση της Γερμανίας και της Ρωσσίας σε αυτόν. Οι ΗΠΑ του Τραμπ κινούνται προς εξομάλυνση με τη Μόσχα και προς μια πιθανή αμερικανορωσσική συμβασιλεία ή συνεννόηση, οι ΗΠΑ του Μπαίντεν σε διπολισμό Δύσης εναντίον Ρωσσίας με παράλληλη γερή πρόσδεση και έλεγχο της Γερμανίας. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με την επιτάχυνση της εκδήλωσης κρίσεων στην Ευρώπη.

Αν ένα τέτοιο πλαίσιο ανάλυσης είναι ορθό, και η ένταση στο εσωτερικό της Ευρώπης δεν σχετίζεται πρωτογενώς και θεμελιωδώς με τις Ηνωμένες Πολιτείες παρά την αμερικανική υποκειμενική επιδίωξη για επέκταση του ΝΑΤΟ, που λειτούργησε ως καταλύτης εξώθησης των πραγμάτων στα άκρα, αλλά στην πραγματικότητα στη ρίζα και στα θεμέλια όσων συμβαίνουν βρίσκεται η αντικειμενική εξέλιξη των αλλαγών στους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ Ρωσσίας και Γερμανίας στο πλαίσιο της αρχικής διαμόρφωσης μιας μετα-αμερικανικής Ευρώπης και ενός αναμορφωμένου παγκόσμιου Βορρά, τότε οι εντάσεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο θα μπορούσαν να συνεχιστούν ανεξάρτητα από τη στάση που θα τηρήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.


Δημήτρης Β. Πεπόνης



.~`~.

Το βιβλίο μου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Τόπος με τίτλο:


Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης
Από την Ουκρανία και την Πανδημία στη Νέα Πλανητική Τάξη

Δημήτρης Β. Πεπόνης




Μπορείτε να προμηθευτείτε και να παραγγείλετε Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης (Τόπος) σε όλα τα βιβλιοπωλεία πανελλαδικά. Ενδεικτικοί σύνδεσμοι με το βιβλίο: Πολιτεία, ΙανόςΠρωτοπορίαPublic κ.λπ.




~


Αν θεωρείτε πως ο χρόνος που αφιερώνεται και οι ιδέες που εκφράζονται έχουν αξία, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το κουμπί Donate προκειμένου να συμβάλλετε στην απρόσκοπτη συνέχιση του εγχειρήματος της Κοσμοϊδιογλωσσίας. Ευχαριστώ.


7533 ε.Κ. (A.M.) | 4722 黄帝历 | 14 | 3 | 2025 μ.Χ. | 1446 سنة هجرية (A.H.) | 6 μ.Κ. (VI A.Q.)