Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετανάστευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετανάστευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Αυγούστου 2024

Με αφορμή τις επερχόμενες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.


26 | 8 | 5 μ.Κ ~ Year V AQ | 2024

Μουσική Συνοδεία


Ι

Μέχρι πριν από περίπου μια πενταετία (2020) το 60-65% των αμερικανικών νοικοκυριών, δηλαδή περίπου δύο στα τρία νοικοκυριά στις ΗΠΑ, δεν είχαν 500 δολάρια στην άκρη για μια έκτακτη ανάγκη. Φέτος, το χρέος των αμερικανικών νοικοκυριών έφτασε σε ιστορικό υψηλό, αγγίζοντας επίπεδα ρεκόρ σχεδόν 18 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Επιπλέον, το μέσο εισόδημα για το κάτω 50%, ή το φτωχότερο μισό, του αμερικανικού πληθυσμού μειώνεται για μια συνεχή περίοδο περίπου 30 ετών. Συν τοις άλλοις, από το 1980 μέχρι το 2015, ο λόγος του μέσου εισοδήματος του υψηλότερου-πλουσιότερου 1% προς το μέσο εισόδημα του χαμηλότερου-φτωχότερου 50% εκτοξεύθηκε από 41 (το 1980) σε 138 (το 2015), ο υψηλότερος στον πλανήτη. 

Τα προηγούμενα αποτελούν ενδεικτικά δείγματα διάσπασης και σήψης του κοινωνικού ιστού, που χαρακτηρίζουν κρατικές κοινωνίες οι οποίες βρίσκονται σε φάση αποσύνθεσης της εσωτερικής τους συνοχής, αν όχι προχωρημένης παρακμής. Δείγματα τα οποία οι περισσότεροι Αμερικανοί, αλλά και πολλοί άνθρωποι σε Ευρώπη, Ελλάδα και «Δύση», δεν γνωρίζουν. 

Παρόμοια, λίγοι αντιλαμβάνονται πραγματικά πόσο έχει αλλάξει ο κόσμος κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, από τη δεκαετία του 1980, περίοδο αποδυνάμωσης, σταδιακής αποσύνθεσης και τελικά διάλυσης της ΕΣΣΔ και έναρξης της μονοπολικής στιγμής κυριαρχίας των ΗΠΑ, τη δεκαετία του 1990, που συνοδεύτηκε από την κορύφωση της παγκοσμιοποίησης, μέχρι την οικονομική κρίση προς τα τέλη της δεκαετίας του 2000 και την εκλογή του Τραμπ στην αμερικανική προεδρία λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του 2010.

Το 1980 το οικονομικό μερίδιο των ΗΠΑ, ως ποσοστό επί της παγκόσμιας οικονομίας, με όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (δηλαδή ΑΕΠ με όρους PPP), ήταν περίπου 22%, ενώ της Κίνας γύρω στο 3%. Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το 2017 τα αντίστοιχα ποσοστά είχαν μεταβληθεί σε 15,3% για τις ΗΠΑ και 18,2% για την Κίνα (Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης, Σελ. 26). 

Το ίδιος έτος (1980) ο πληθυσμός των κρατών που αποτελούν την ομάδα των Επτά (G7) ήταν περίπου 618 εκατομμύρια, σε συνολικό πλανητικό πληθυσμό 4,45 δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Φέτος, ο πληθυσμός των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας, της Ιταλίας και του Καναδά εκτιμήθηκε σε 788 εκατομμύρια, ενώ στον πλανήτη ζουν περίπου 8,162 δισεκατομμύρια άνθρωποι. 

Δηλαδή, τα προαναφερθέντα κράτη, της ομάδας των Επτά (G7) και των τριών κέντρων του παγκόσμιου Βορρά (σε Βόρεια Αμερική, Ευρώπη και Ασία του Ειρηνικού), αντιπροσωπεύουν περίπου το 9,67% του παγκόσμιου πληθυσμού. Και μάλιστα το ποσοστό αυτό περιλαμβάνοντας την ηττημένη, δηλαδή εξημερωμένη και καλή Ιαπωνία, η οποία ως κακή Ιαπωνία πολέμησε, μεταξύ άλλων, τις μεγάλες φιλελεύθερες δυνάμεις της εποχής της, τη μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη (ΗΠΑ) και τις δύο μεγαλύτερες αποικιοκρατικές δυνάμεις (γαλλική και βρετανική αυτοκρατορία), επιδιώκοντας να πετάξει εκτός Ανατολικής Ασίας κάθε «δυτική» και ευρωπαϊκή δύναμη και επιρροή και να εγκαθιδρύσει μια νέα αυτοδύναμη και ανεξάρτητη περιφερειακή ασιατική τάξη: εξ ου και μια τέτοια Ιαπωνία ήταν μια κακή Ιαπωνία, η οποία έπρεπε να εξημερωθεί (Η διαδικασία μέσω της οποίας εξημερώνεσαι και γίνεσαι καλός μετά από συντριπτική ήττα μπορεί να ονομαστεί, πιο κομψά, και φιλελευθεροποίηση). Όμως, ακόμα κι έτσι, δηλαδή και με τη συμπερίληψη μιας ηττημένης/καλής/εξημερωμένης ασιατικής δύναμης, κράτη που αντιπροσωπεύουν μόλις το 9,67% του παγκόσμιου πληθυσμού δεν μπορούν να κυβερνούν τον πλανήτη: υπάρχει ζήτημα νομιμοποίησής τους, και τίθεται ζήτημα αντιπροσώπευσης των συμφερόντων και των αντιλήψεων των υπολοίπων κρατών, τα οποία θέλουν να συμμετέχουν και να έχουν ουσιαστικό λόγο στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Η διεθνής φιλελεύθερη τάξη «βασισμένη σε κανόνες» φαίνεται πως δεν έχει καταφέρει να πείσει σε διεθνές επίπεδο. 

Σε ό,τι αφορά το εσωτερικό του αμερικανικού κράτους, σε πολλά μέρη της Ασίας αποτελεί σχεδόν κοινό τόπο η άποψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποτελούν πλέον δημοκρατία αλλά πλουτοκρατία, καθώς ιστορικά ένα από τα χαρακτηριστικά της δημοκρατίας ήταν ότι προσπαθούσε μέσω της δύναμης των πολλών να αποσυνδέσει την ολιγαρχική δύναμη του πλούτου από την πολιτική ισχύ. «Ναι, αλλά εμείς στη Δύση έχουμε LGBT rights», θα απαντήσουν Αμερικανοί, «ενώ εσείς στην Ασία όχι». Και κάπου εκεί θα τελειώσει η όποια συζήτηση. Παρ' όλ' αυτά, σε ό,τι αφορά το παγκόσμιο περιβάλλον, το ζήτημα της νομιμοποίησης των κρατών που αποτελούν μια μειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού (9,67%, με το ποσοστό να βαίνει συνεχώς μειούμενο) και καθορίζουν τους κανόνες και τις νόρμες για όλους τους υπόλοιπους, και το ζήτημα της ουσιαστικής συμμετοχής στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και της αντιπροσώπευσης των κρατών που αποτελούν μια συντριπτική πλειοψηφία σε πλανητική κλίμακα θα παραμείνει, με ή χωρίς δημοκρατία. 

ΙΙ

Η ερμηνεία των πολιτικών φαινομένων μέσω μιας οικονομικής προσέγγισης είναι κυρίαρχη, έχει ηγεμονικό χαρακτήρα, και εν πολλοίς έχει μετατραπεί σε προσέγγιση του συρμού. Εκείνο το στοιχείο που υποτιμάται συστηματικά, όσον αφορά μεταβολές που λαμβάνουν χώρα στην αμερικανική κοινωνία, είναι το φυλετικό ζήτημα, το οποίο υπάρχει από τη σύσταση του αμερικανικού κράτους, έχει μεγάλη ιστορία πίσω του, και δίχως το οποίο σχεδόν καμία πτυχή και εξέλιξη της αμερικανικής ιστορίας δεν μπορεί να ερμηνευτεί.  

Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι το ζήτημα της φυλής συνόδευσε, έμμεσα ή άμεσα, κάθε σημαντική καμπή της ιστορίας του αμερικανικού κράτους, ότι ως μέλη της λευκής φυλής θεωρούνταν αρχικά μόνο οι Λευκοί Αγγλοσάξονες Προτεστάντες (WASP) και ότι η αμερικανική κοινωνία διαμορφώθηκε ως μια κοινωνία εποίκων στη βάση μιας πολιτικής οντότητας αποικιακού χαρακτήρα (settler colonialism), όπως συνέβη με όλα τα εξωευρωπαϊκά αγγλόφωνα κράτη, πλην του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο αποτελεί το κράτος γεννήτορά τους.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Νότια Αφρική, η Αυστραλία, όλα αυτά τα κράτη είναι παιδιά της Αγγλίας, των πολιτικών και των ανταγωνισμών της (ο Καναδάς και της Γαλλίας, η Ν. Αφρική και της Ολλανδίας): settler colonial states. Το ίδιο ισχύει και για το Ισραήλ. Η κοινότητα αποικιακού χαρακτήρα εποικισμού μεταξύ των κρατών της αγγλόσφαιρας και του Ισραήλ είναι ένας από τους λόγους που το υποστηρίζουν τόσο σθεναρά, από ρεαλιστική σκοπιά και ανεξάρτητα από γεωπολιτικές σκοπιμότητες και ιδεολογικούς ή άλλους λόγους. Την ίδια τους την ύπαρξη στηρίζουν και δικαιώνουν (Ο Χριστιανικός Σιωνισμός και το Ισραήλ ως θρησκευτικό ιουδαϊκό και κοσμικό ισραηλινό κράτος). Από τα κράτη αυτού του είδους, που δημιουργήθηκαν μέσω αποικιακής κυριαρχίας εποίκων, το κράτος της Αυστραλίας έχει περισσότερο εξασφαλισμένη μακροπρόθεσμα την επιβίωσή του και το κράτος του Ισραήλ λιγότερο. Επίσης, μόνο τυχαίο δεν είναι ότι ένα από αυτά τα κράτη, η Ν. Αφρική, πρωτοστάτησε εναντίον του Ισραήλ κατηγορώντας το εβραϊκό κράτος για γενοκτονία. Ασφαλώς, η εμπειρία του απαρτχάιντ, δηλαδή της πολιτικής φυλετικού διαχωρισμού, συνέβαλε στην επιλογή μιας τέτοιας απόφασης και στάσης, αλλά είναι και μια οικογενειακή διαμάχη σε διεθνές επίπεδο μεταξύ κρατών που διαμορφώθηκαν ως αποικίες εποίκων. Όμως και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η πολιτικοποίηση του ζητήματος της υποστήριξης του Ισραήλ επηρεάζει τόσο τον μετασχηματισμό του Δημοκρατικού κόμματος όσο και τη σχέση μεταξύ Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών.

Παρ' όλ' αυτά, δεν αρκεί η έντονη πολιτικοποίηση του οικονομικού ζητήματος ή του ζητήματος της υποστήριξης του Ισραήλ, προκειμένου να ερμηνευτούν οι πολιτικές εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ερμηνεία πολιτικών φαινομένων που αναπτύσσονται σε κρατικές κοινωνίες οι οποίες έχουν διαμορφωθεί στη βάση εποικισμού με αποικιακό χαρακτήρα είναι αδύνατη δίχως τη φυλετική διάσταση. 

Μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, η αγγλοπροτεσταντική ηγεμονία στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν πολύ πιο ολοκληρωμένη απ' ό,τι ήταν στην Αυστραλία και στον Καναδά, ή συγκριτικά με τη γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη. Όμως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα αυτή η κυρίαρχη ηγεμονική θέση άρχισε να δέχεται πιέσεις. Ωστόσο, τη δεκαετία του 1920, οι Λευκές Αγγλοσαξονικές Προτεσταντικές (WASP) Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αντεπιτέθηκαν εδραιώνοντας τον αγγλοπροτεσταντικό εθνοτικό-θρησκευτικό φυλετικό τους χαρακτήρα με μια σειρά από νόμους (π.χ. Volstead Act το 1920, Johnson-Reed Act το 1924) που αποσκοπούσαν στη διατήρηση της κυριαρχίας των WASP, ενώ ο Alfred Emanuel Smith, ο πρώτος ρωμαιοκαθολικός υποψήφιος για την αμερικανική προεδρία με ιρλανδικές ρίζες, ηττήθηκε στις εκλογές του 1928. Μέχρι εκείνη την περίοδο η WASP Αμερική έδειχνε να αντέχει. Προτεσταντικές ομάδες, αδελφότητες και ενώσεις, όπως η Κου Κλουξ Κλαν, οι Μασόνοι, οι Κόρες της Αμερικανικής Επανάστασης, και ιδεολογικοί απόγονοι μυστικών εταιρειών όπως η American Protective Association και πολιτικών κινημάτων όπως το Know Nothing, που στρέφονταν εναντίον της μετανάστευσης, του Ρωμαιοκαθολικισμού, των Ιρλανδών και των Γερμανών, πρέσβευαν τον αυτοχθονισμό/νατιβισμό (όχι των ιθαγενών, βέβαια, αλλά των εποίκων που θεωρούνταν πλέον ιθαγενείς και αυτόχθονες) και είχαν ρεπουμπλικανικό και ασφαλώς προτεσταντικό χαρακτήρα, συνέχιζαν να καλλιεργούν τους δεσμούς μεταξύ της λευκής προτεσταντικής εθνοφυλετικής Αμερικής και επαναβεβαίωναν την αγγλοαμερικανική ηγεμονία στις ΗΠΑ (The rise and fall of Anglo-America, 2004).




Εντούτοις, η πόρτα για την είσοδο στη λευκή φυλετική εθνότητα είχε αρχίσει να ανοίγει, και το διαβατήριο έγραφε «Νορδισμός». Πρώτοι πήραν σειρά οι Σκανδιναβοί, και οι Γερμανοί και Ιρλανδοί ρωμαιοκαθολικοί, ως Βόρειοι-Νορδικοί λαοί. Αυτή η μεταβολή σηματοδότησε την υποβάθμιση της θρησκείας στον ορισμό της (πάλαι ποτέ λευκής αγγλοσαξονικής προτεσταντικής) φυλής. Έτσι οι βορειοδυτικοί Ευρωπαίοι, μεταξύ των οποίων και οι ρωμαιοκαθολικοί Ιρλανδοί, οι οποίοι μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα θεωρούνταν βδελύγματα και συγκρίνονταν με πιθήκους από Άγγλους, μέσω του Νορδισμού βαφτίστηκαν λευκοί. Γύρω στη δεκαετία του 1930, άρχισαν να παίρνουν σειρά ρωμαιοκαθολικοί ευρωπαϊκοί πληθυσμοί του Νότου (Μεσογειακοί) και της Ανατολής (Σλάβοι), αν και πατήθηκε φρένο στη μετανάστευσή τους για τις επόμενες δύο δεκαετίες, με το ποσοστό όσων μετανάστευαν από αυτές τις περιοχές της Ευρώπης να μειώνεται από σχεδόν 80% σε μόλις 20% μέχρι τη δεκαετία του 1950. Τη δεκαετία του Β΄ ΠΠ (1940) άρχισε να ανοίγει η πόρτα για τους Εβραίους. Μέχρι τη δεκαετία του 1960 σχεδόν όλοι οι Ευρωπαίοι είχαν βαφτιστεί λευκοί (ωστόσο η συντριπτική πλειοψηφία των λευκών προτεσταντών, ρωμαιοκαθολικών και ιουδαίων εξακολουθούσαν να παντρεύονται μέλη της δικής τους πίστης, δηλαδή εφάρμοζαν πρακτικές θρησκευτικής ενδογαμίας), το Άγαλμα της Ελευθερίας είχε επανερμηνευθεί συμβολικά συνδεόμενο σχεδόν αποκλειστικά με τη μετανάστευση και το αμερικανικό έθνος είχε αρχίσει να γίνεται αντιληπτό ως έθνος μεταναστών, ενώ είχε εκλεγεί και ο πρώτος μη προτεστάντης Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος βέβαια δολοφονήθηκε. Εξήντα πέντε χρόνια μετά από τη δολοφονία του, το 2008, θα εκλεγεί ο πρώτος μη λευκός Αμερικανός πρόεδρος. Πιθανώς, ο μόνος σύνδεσμος που παραμένει μεταξύ της λευκής ταυτότητας του παρόντος και της παλιάς αγγλοπροτεσταντικής ηγεμονίας είναι ένα μέρος του κινήματος της χριστιανικής ταυτότητας με αναφορές στον βρετανικό ισραηλιτισμό του 19ου αιώνα (The rise and fall of Anglo-America, 2004).

Αφήνοντας την αμερικανική ιστορία του παρελθόντος και επιστρέφοντας στο παρόν, σήμερα μια από τις εσωτερικές διαστάσεις του μεταναστευτικού, το οποίο είναι πολυπλόκαμο και πολυδιάστατο ζήτημα με μεγάλη ιστορία στις ΗΠΑ, είναι ότι συνενώνει εντός του το οικονομικό με το φυλετικό ζήτημα. Προς επίρρωση της πολυπλοκότητας του ζητήματος, θα ολοκληρώσουμε αυτό το μέρος με μια αναφορά στις εξωτερικές-διεθνείς διαστάσεις του μεταναστευτικού.

Έλεγχος μεταναστευτικών ροών σημαίνει έλεγχος συνόρων, και σαφώς οριοθετημένα σύνορα σημαίνουν καθορισμένη ταυτότητα. Η σχέση συνόρου-ταυτότητας είναι σημαντική: το βλέπουμε μεταξύ «Δύσης», Ευρώπης και Ρωσσίας, Ισραήλ και Παλαιστίνης, Ινδίας και Πακιστάν κ.λπ. Η Κίνα και η Ρωσσία δεν θα είχαν φτάσει στα επίπεδα των σημερινών τους σχέσεων δίχως την επίλυση των Σινο-Σοβιετικών συνοριακών τους διαφορών, ούτε η Γαλλία με τη Γερμανία. Η σχέση της Ρωσσίας με την Ιαπωνία καθορίζεται από τη διαμάχη για τις Κουρίλες νήσους, η σχέση της Κίνας με την Ινδία και την Ιαπωνία επίσης από συνοριακές και νησιωτικές διαφορές κ.λπ. Αλλά και πέρα από τη σχέση κράτους, συνόρων και ταυτότητας, η εξωτερική διάσταση του μεταναστευτικού σχετίζεται και με τις αντιφάσεις του φιλελευθερισμού: η λογική ανοιχτότητας του οικονομικού φιλελευθερισμού έρχεται σε σύγκρουση με τη λογική αν όχι κλειστότητας τουλάχιστον ελέγχου του πολιτικού φιλελευθερισμού. Η διεθνής μετανάστευση αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, και τα φιλελεύθερα «δυτικά» συμμαχικά κράτη ενέκριναν τα ίδια ένα φιλελεύθερο διεθνές νομικό μεταναστευτικό καθεστώς, προκειμένου να εξυπηρετήσουν οικονομικούς σκοπούς. 

Για τις μετακινήσεις πληθυσμών έχω γράψει παλαιότερα αποκλειστικό κείμενο με συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με την εξέλιξη της μετανάστευσης τα τελευταία 50 χρόνια σε παγκόσμια και περιφερειακή κλίμακα, για τα μερίδια επί της παγκόσμιας μετανάστευσης ανά γεωγραφική περιοχή και ήπειρο, για τις μετακινήσεις από κράτος σε κράτος και για τα κράτη προορισμούς (εισαγωγείς) και τα κράτη προέλευσης (εξαγωγείς), για τις sui generis ευρωπαϊκές συνθήκες, την αποσταθεροποίηση κρατών και περιοχών, τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και τις προϋποθέσεις ξεσπάσματος της μεταναστευτικής και προσφυγικής κρίσης, για την Ευρώπη και τη σχέση Νότου-Βορρά και Ανατολής-Δύσης, την ευρωπαϊκή δημογραφία και την εξω-ευρωπαϊκή μετανάστευση. Όμως ας επιστρέψουμε στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

ΙΙΙ

Παρόλο που η κυρίαρχη αντίληψη και συμβατική σοφία έχει προσδιορίσει το πολιτικό ρεύμα γύρω από τον Ντόναλτ Τραμπ ως ένα κίνημα που ο κύριος όγκος του προέρχεται κατά βάση από εργατικά στρώματα με χαμηλό εισόδημα και χωρίς κολεγιακή μόρφωση, και ως αποτέλεσμα κυρίως της αποβιομηχανοποίησης και της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, εντούτοις υπάρχουν αρκετοί που ισχυρίζονται ότι το πραγματικό ζήτημα που έφερε στο προσκήνιο τον Τραμπ δεν ήταν, και δεν παραμένει, απλώς οικονομικό και μορφωτικό αλλά κυρίως φυλετικό και πολιτειακό (εδώ δεν μας απασχολεί κατά πόσο ισχύουν όλα αυτά αντικειμενικά αλλά κατά πόσο γίνονται πιστευτά υποκειμενικά): ισχυρίζονται ότι το κίνημα γύρω και πίσω από τον Τραμπ δεν πιστεύει πλέον στις φιλελεύθερες αρχές που διέπουν το αμερικανικό συνταγματικό καθεστώς και το σύστημα διακυβέρνησης, και ότι επιδιώκει την ανατροπή της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, την εγκαθίδρυση ενός ριζικά διαφορετικού μεταφιλελεύθερου καθεστώτος και την οικοδόμηση μιας νέας Αμερικής.

Πάντως τα στοιχεία λένε ότι στις αμερικανικές εκλογές το 2016 οι ψηφοφόροι με τα χαμηλότερα εισοδήματα ψήφισαν υπέρ της Κλίντον, ενώ μεταξύ όσων είχαν ετήσια εισοδήματα πάνω από 100.000 δολάρια Τραμπ και Κλίντον ήρθαν ουσιαστικά ισόπαλοι. Στους ψηφοφόρους που δήλωναν ότι η οικονομία ήταν το σημαντικότερο ζήτημα, η Κλίντον επικράτησε με σχετική άνεση, ενώ σε αυτούς που δήλωναν ότι η μετανάστευση ήταν το πιο σημαντικό ζήτημα, ο Τραμπ κέρδισε με μεγάλη διαφορά. Αυτή ήταν η πρώτη φορά μεταπολεμικά που το μεταναστευτικό ιεραρχήθηκε ως σημαντικότερο ζήτημα από την οικονομία από ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος και από μια πλειοψηφία των ψηφοφόρων ενός κόμματος.

Μέσα σε μια πενταετία από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2008, το μεταναστευτικό ζήτημα στις Ηνωμένες Πολιτείες έφτασε να κατατάσσεται ως κορυφαία προτεραιότητα, αρχικά, για ένα ποσοστό περίπου 15-20% των ψηφοφόρων του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, διαμορφώνοντας τη βάση για την επιτυχημένη προκριματική υποψηφιότητα του Ντόναλντ Τραμπ για το χρίσμα του Ρεπουμπλικανών το 2015. Στη συνέχεια, η διεύρυνση αυτής της βάσης οδήγησε στο να ιεραρχείται το μεταναστευτικό ως σημαντικότερο ζήτημα από την οικονομία για την πλειοψηφία όσων ψήφιζαν το Ρεπουμπλικανικό κόμμα. 

Το γεγονός ότι ένας υποψήφιος που ήρθε εκτός του ρεπουμπλικανικού κομματικού κατεστημένου, ο Ντόναλτ Τραμπ, μετετράπη αρχικά σε de facto και στη συνέχεια σε de jure ηγέτη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, σε συνδυασμό με το πώς η μετανάστευση ιεραρχήθηκε ως κορυφαία προτεραιότητα μεταξύ των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων, αυτός ο συνδυασμός σε επίπεδο ηγεσίας και βάσης, αποτέλεσε καταλύτη για τον μετασχηματισμό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Ένα στοιχείο που φανερώνει την πορεία μετασχηματισμού του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, συγκριτικά με το παρελθόν του, είναι ότι σχεδόν όλες οι κατηγορίες λευκών Αμερικανών ψήφισαν σε μεγαλύτερο αριθμό υπέρ του Τραμπ το 2016 από ό,τι υπέρ του Μπους το 2000: όχι απλώς η λευκή εργατική τάξη, οι λευκοί ψηφοφόροι χωρίς κολεγιακή μόρφωση και οι λευκοί χριστιανοί (τόσο καθολικοί όσο και ευαγγελικοί και προτεστάντες), αλλά τόσο οι λευκοί άνδρες όσο και οι λευκές γυναίκες. Από την άλλη, οι μη λευκοί ψηφοφόροι (Αφροαμερικανοί, Ισπανόφωνοι ή Λατινοαμερικανοί και Ασιάτες Αμερικανοί) χωρίς κολεγιακή μόρφωση ψήφισαν συντριπτικά υπέρ της Κλίντον.

Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η φυλή και όχι η μόρφωση αποτέλεσε τον καθοριστικό παράγοντα στο σύνολο της αμερικανικής κοινωνίας, και ότι ο μορφωτικός παράγοντας υπήρξε καθοριστικός μόνο σε ένα μέρος της, μεταξύ λευκών Αμερικανών.

Η επιτυχία του Τραμπ μεταξύ των λευκών ψηφοφόρων, σχεδόν όλων των κατηγοριών, υπήρξε το πολιτικό αποκορύφωμα μιας μακροπρόθεσμης δημογραφικής τάσης (αν αυτό το αποτέλεσμα σε επίπεδο ψήφων ήταν παροδικό και άρα αναστρέψιμο ή όχι, θα το φανερώσουν οι επερχόμενες εκλογές. Πάντως η δημογραφική τάση είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη). Η τάση αυτή εκβάλλει σε δύο καθοριστικές αλληλοσυνδεόμενες μεταβολές:

Πρώτον, στο συνεχώς μειούμενο ποσοστό των λευκών ψηφοφόρων επί του συνόλου τόσο του εκλογικού σώματος όσο και όσων ψηφίζουν, οι οποίοι σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες (πλην ίσως του ανώτατου επιπέδου πλούτου και μόρφωσης), ταυτίζονται ολοένα και εντονότερα με το Ρεπουμπλικανό κόμμα.

Στις εκλογές του 2000 ο Μπους κέρδισε τον Αλ Γκορ με περίπου 13 μονάδες στο σύνολο των λευκών ψηφοφόρων, σε αυτές του 2012 ο Ρόμνεϊ κέρδισε τον Ομπάμα με περίπου 20 μονάδες στο σύνολο της λευκής ψήφου, ενώ με την ίδια σχεδόν διαφορά κέρδισε ο Τραμπ την Κλίντον το 2016. Στις εκλογές του 2020 ο Τραμπ επικράτησε επί του Μπάιντεν με 17 μονάδες στη λευκή ψήφο, δηλαδή σε ένα μέρος των ψηφοφόρων, παρόλο που στο σύνολο των ψηφισάντων ηττήθηκε με περίπου 4,5 μονάδες.

Στις εκλογές του 2000, οι λευκοί ψηφοφόροι αποτελούσαν το 81% του συνόλου των ψηφοφόρων, σε αυτές του 2012 το ποσοστό επί του συνόλου είχε μειωθεί στο 72%, ενώ στις εκλογές του 2020 η λευκή ψήφος μειώθηκε στο 67%, σηματοδοτώντας μια πτώση 14% (από το 81% στο 67%), μέσα σε δύο δεκαετίες, και μια άνοδο 11% (από το 19% στο 30%) της μη λευκής ψήφου.

Όσο μειώνεται το πληθυσμιακό μερίδιο των λευκών Αμερικανών στο σύνολο του εκλογικού και κοινωνικού σώματος, τόσο μεγαλύτερη βαρύτητα αποκτά το ταυτοτικό ζήτημα σε ένα μέρος της αμερικανικής κοινωνίας και το φυλετικό ζήτημα στο σύνολο της αμερικανικής πολιτικής.

Η δεύτερη μεγάλη μεταβολή είναι η αλλαγή των πληθυσμιακών ισορροπιών μεταξύ μιας λευκής πλειοψηφίας και μιας μη λευκής μειοψηφίας: το 2012 το Αμερικανικό Γραφείο Απογραφής προέβλεψε ότι το 2043 οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θα αποτελούν χώρα με πλειοψηφικά μειονοτικό πληθυσμό (minority-majority population), για πρώτη φορά στην ιστορία τους, 267 χρόνια μετά από την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Αυτή η μεταβολή θα έρθει σε συνέχεια της εκλογής του Μπαράκ Ομπάμα, στις εκλογές της 4ης Νοεμβρίου του 2008, ως του πρώτου Αφροαμερικανού προέδρου μετά από 232 χρόνια ιστορίας του αμερικανικού κράτους (Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης, Σελ. 165-166).

Σας θυμίζει κάτι η σχέση μεταξύ λευκής και μη λευκής μειοψηφίας και πλειοψηφίας; Στο διεθνές και παγκόσμιο περιβάλλον τα πράγματα είναι αντίστροφά (I): από τη μια μεριά τίθεται ζήτημα νομιμοποίησης μιας λευκής μειοψηφίας σε πλανητική κλίμακα (που αντιπροσωπεύει το 9,67% του παγκόσμιου πληθυσμού, έχοντας ενσωματώσει ως υποτελές ένα ηττημένο/καλό/εξημερωμένο ασιατικό κράτος, την Ιαπωνία), και από την άλλη τίθεται ζήτημα αντιπροσώπευσης και συμμετοχής στα κέντρα λήψης αποφάσεων μιας μη λευκής πλανητικής πλειοψηφίας. Οι κακές σχέσεις μεταξύ Δύσης και Ρωσσίας, και οι καλές σχέσεις της Ρωσσίας με την Κίνα, την Ινδία αλλά και με χώρες της Ανατολής και του παγκόσμιου Νότου, σώζει την ανθρωπότητα από έναν παγκόσμιο ανταγωνισμό που θα μπορούσε δυνητικά να αποκτήσει εντονότατο φυλετικό χαρακτήρα, μεταξύ λευκού παγκόσμιου Βορρά και μη λευκού παγκόσμιου Νότου. 

ΙV

Οι Λευκοί Αγγλοσάξονες Προτεστάντες (WASP) Αμερικανοί δεν ηττήθηκαν από κάποιον εξωτερικό εχθρό. Από την περίοδο της εισόδου των ΗΠΑ στον Α΄ ΠΠ και τη συμμέτοχή τους στον ρωσσικό εμφύλιο, δηλαδή από τη στιγμή που πάτησαν πόδι στην Ευρώπη θέτοντας τα γεωπολιτικά θεμέλια της διατλαντικής ευρωαμερικανικής «Δύσης» (Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης, Σελ. 125-133), μέχρι και την περίοδο του πολέμου στο Βιετνάμ και της εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων, χονδρικά από τη δεκαετία του 1920 μέχρι αυτή του 1960, οι WASP Αμερικανοί ενεπλάκησαν σε έναν εγχώριο ιδεολογικό και πολιτισμικό εμφύλιο πόλεμο που οδήγησε στην επικράτηση της φιλελεύθερης και στην ήττα της συντηρητικής πτέρυγας της WASP Αμερικής. Ουσιαστικά, οι συντηρητικοί WASP Αμερικανοί αναγκάστηκαν να εκφράζουν τις αντιρρήσεις και τις ενστάσεις τους και να κινούνται μέσα σε ένα φιλελεύθερο πλαίσιο, δηλαδή να εξημερωθούν (το ίδιο συνέβη σχεδόν με όλους και εκτός ΗΠΑ: μοναρχικούς και δημοκρατικούς, συντηρητικούς και προοδευτικούς, μεταφασίστες «δεξιούς» και μετασοβιετικούς «αριστερούς» κ.λπ, όλοι τους εξημερώθηκαν), καθώς, όπως σημειώσαμε νωρίτερα, ως φιλελευθεροποίηση μπορεί να ονομαστεί η διαδικασία εξημέρωσης μετά από την ήττα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ζήσει κατά τα παρελθόν τη μετάβαση από μια αγγλοπροτεσταντική προς μια πλουραλιστική θρησκευτικά Αμερική, η οποία συνοδεύτηκε από τη διεύρυνση της έννοιας της λευκής φυλής (μέσω της συμπερίληψης στη «λευκότητα» Ιταλών, Πολωνών, Εβραίων κ.λπ). Τώρα βρίσκονται μπροστά σε μια μελλοντική μετάβαση από μια λευκή πλειοψηφικά Αμερική προς μια μη λευκή πλειοψηφικά ή πλουραλιστική φυλετικά Αμερική, η οποία συνοδεύεται από την ενίσχυση της λευκής ταυτότητας. 

Η κρίση και η πολιτικοποίηση της λευκής ταυτότητας (White identity politics) και του ζητήματος της φυλής (Critical race theory), αλλά ακόμα και της σεξουαλικότητας (LGBT politics), αποτελούν συμπτώματα της μακροπρόθεσμης και μη αναστρέψιμης δημογραφικής τάσης που εκβάλλει στην αλλαγή των πληθυσμιακών ισορροπιών μεταξύ της λευκής πλειοψηφίας και της μη λευκής μειοψηφίας, και στο μειούμενο ποσοστό της λευκής καθώς και στο αυξανόμενο ποσοστό της μη λευκής ψήφου επί του συνόλου τόσο του εκλογικού σώματος όσο και όσων ψηφίζουν. Είναι φανερό ότι αυτή η έντονη πολιτικοποίηση (π.χ. της σεξουαλικότητας) οδηγεί σε μια τεράστια ένταση μεταξύ νόμων και ηθών στο εσωτερικό της αμερικανικής κοινωνίας, η οποία εξάγεται και στο εξωτερικό, ιδίως στις υπόλοιπες «δυτικές» κοινωνίες. 

Εκτός από οικονομικές και χρηματοπιστωτικές κρίσεις, και πληθωρισμό, σε παγκόσμιο επίπεδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής εξάγουν και κρίσεις ηθών και αξιών, θεσμικές κρίσεις, και ό,τι άλλο χωρά ο ανθρώπινος νους, και στους συμμάχούς τους. Παλαιότερα, οι ΗΠΑ δεν άφηναν σε ησυχία τον πλανήτη, γενικά, και τους αντιπάλούς τους, ειδικά, με την εξωτερική τους πολιτική, τις πολεμικές τους περιπέτειες, τον παρεμβατισμό τους στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων κρατών και με τις οικουμενικές αξιώσεις ισχύος τους. Τώρα δεν αφήνουν τον πλανήτη σε ησυχία, τόσο τους συμμάχους όσο και τους ανταγωνιστές τους, με τις πολλαπλές εσωτερικές τους κρίσεις και την εξαγωγή αυτών των κρίσεων σε διεθνές επίπεδο.

Επιστρέφοντας στο εγχώριο επίπεδο, η ένταση στο εσωτερικό της αμερικανικής κοινωνίας μεταξύ νόμων και ηθών ενισχύεται ακόμα περισσότερο τόσο από τη σχέση όσο και από τη διαφορά περιεχομένου μεταξύ των νόμων στο ομοσπονδιακό επίπεδο και σε αυτό της πολιτείας. Τραμπ και Ρεπουμπλικανοί επιθυμούν τη μεταφορά πολλών ζητημάτων και αρμοδιοτήτων (π.χ. της παιδείας) από το ομοσπονδιακό επίπεδο στο επίπεδο της πολιτείας όχι μόνο για λόγους αρχής, όπως είναι η αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, αλλά και λόγω του διαφορετικού περιεχομένου των νόμων στο επίπεδο της πολιτείας, συγκριτικά με το ομοσπονδιακό επίπεδο, καθώς και της διαφορετικής σχέσης μεταξύ νόμων και ηθών: δηλαδή το κατά πόσο οι νόμοι μεταβάλλουν τα ήθη ή τα ήθη καθορίζουν τους νόμους. Πάντως, και στις δύο περιπτώσεις, τόσο όταν τα ήθη ακολουθούν τους νόμους όσο και όταν οι νόμοι ακολουθούν τα ήθη, ανεξάρτητα από το συντηρητικό ή προοδευτικό τους περιεχόμενο, προκύπτει μεγάλη ένταση μεταξύ νόμων και ηθών εξ αιτίας της πολιτικοποίησης αυτών των ζητημάτων. 

Δηλαδή στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής έχουμε ένταση μεταξύ νόμων και ηθών, που συνοδεύεται και από ένταση μεταξύ ομοσπονδιακής κυβέρνησης και κεντρικής εξουσίας από τη μια μεριά και πολιτειακής κυβέρνησης και εξουσίας από την άλλη, πρωτεύουσας και επαρχιακής πόλης, κέντρου-περιφέρειας. Προφανώς, τα ήθη είναι διαφορετικά στις πρωτεύουσες πόλεις συγκριτικά με τις επαρχιακές, όπως επίσης στις παραθαλάσσιες περιοχές συγκριτικά με τις ορεινές, ή τις περιοχές της ενδοχώρας. Επιπλέον, τα ήθη είναι διαφορετικά εκεί όπου κυριαρχεί ο πλούτος και η πολυτέλεια, εξ ου Μοντεσκιέ και Ρουσσώ τόνιζαν τη σχέση δημοκρατίας και λιτότητας, πολυτέλειας και μοναρχίας. 

Ο Ρουσσώ μιλά για ελάχιστη πολυτέλεια σε μια δημοκρατία, καθώς ο πλούτος και η πολυτέλεια διαφθείρουν τόσο τους πλούσιους όσο και τους φτωχούς. Ο πλούτος, γράφει «πουλά την πατρίδα στη μαλθακότητα και τη ματαιοδοξία». Οι πολίτες ενός ελεύθερου κράτους, σημειώνει, κάνουν τα πάντα με τον προσωπικό τους μόχθο και όχι πληρώνοντας με χρήμα, δηλαδή μεταβάλλοντας την προσωπική τους προσφορά σε χρηματική, διότι αν υποκαθιστούν την προσωπική τους παρουσία με το πορτοφόλι τους, π.χ., αν οι πολίτες πληρώνουν άλλους για να πολεμήσουν γι’ αυτούς, και διορίζουν βουλευτές αντί να πάνε οι ίδιοι στις συνελεύσεις, θα καταλήξουν οι μεν μισθοφόροι να υποδουλώνουν την πατρίδα τους οι δε βουλευτές να την ξεπουλούν (Το Κοινωνικό Συμβόλαιο, σ. 158-159, Εκδ. Πόλις). Επίσης, διατείνεται ότι σε μια κακοδιοικούμενη πολιτεία κανένας δεν θέλει να κάνει ούτε βήμα, καθώς διαβλέπει ότι η γενική βούληση δεν θα επικρατήσει, και καθένας απορροφάται πλήρως από τις ιδιωτικές του υποθέσεις (Σκεφτείτε και την αποχή από τις εκλογές). Αν οι νόμοι εκφράζουν την αρμονία συμφερόντων και την κατάσταση της κοινής γνώμης, των ηθών και των εθίμων, όπως πιστεύει ο Ρουσσώ, τότε δεν είναι παράξενο που η κοινωνική συνθήκη στις «Ηνωμένες» Πολιτείες της Αμερικής είναι αυτή που είναι. Ο Μοντεσκιέ θεωρεί ως θεμέλιο λίθο της δημοκρατίας τη λιτότητα, μαζί με την ισότητα και την πολιτική αρετή, με την τελευταία να ορίζεται ως αγάπη για τους νόμους και την πατρίδα, να απαιτεί συνεχώς την επιλογή του δημοσίου έναντι του ιδιωτικού συμφέροντος, και να συνδέεται ιδιαίτερα με τις δημοκρατίες. Σε ό,τι αφορά τη λιτότητα, εκτιμά πως όταν κυριαρχεί η πολυτέλεια λόγω του πλούτου το πνεύμα στρέφεται προς το ατομικό συμφέρον, η ψυχή αποκτά πολλαπλές επιθυμίες και μετατρέπεται σε εχθρό των νόμων που περιορίζουν την ικανοποίηση αυτών των επιθυμιών. 

Ο συνδυασμός της πίστης στην πρόοδο και της λατρείας της τεχνολογίας καλλιεργεί τον μύθο ότι οι άνθρωποι έχουν αλλάξει ριζικά συγκριτικά με το παρελθόν. Όποιος μελετά τους κλασικούς γνωρίζει ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά έχει αλλάξει ελάχιστα στο πέρασμα των αιώνων (Το τέλος της μεγάλης παρέκκλισης, Σελ. 328-336). 

V

Η πολιτικοποίηση του ζητήματος της μετανάστευσης συμπυκνώνει το δημογραφικό με το οικονομικό και το ταυτοτικό/φυλετικό ζήτημα. Η δημογραφική και μη αναστρέψιμη τάση αποτελεί την μακροπρόθεσμη βάση του φυλετικού/ταυτοτικού ζητήματος, ενσωματώνοντας και την ιστορική διάσταση, ενώ η οικονομική εκπτώχευση/φτωχοποίηση αποτελεί τη βραχυπρόθεσμη και καταλυτική αλλά πολιτικά αναστρέψιμη βάση, περιλαμβάνοντας την κοινωνική διάσταση.

Η εκλογή του πρώτου Αφροαμερικανού προέδρου στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά από 232 χρόνια ιστορίας του αμερικανικού κράτους (1776-2008), είναι ασύγκριτα σημαντικότερο, καθοριστικότερο και πιο φορτισμένο συμβολικά ιστορικό γεγονός σε σχέση με την οικονομική κρίση του 2008, τα αποτελέσματα της οποίας όμως όντως λειτουργούν ως καταλύτης. Η ιστορικότητα του γεγονότος ενισχύεται επιπλέον αν συνυπολογιστεί ο ιστορικός ορίζοντας της μετατροπής των ΗΠΑ σε μια χώρα με πλειοψηφικά μειονοτικό πληθυσμό σε μόλις 19 χρόνια από φέτος.

Σε ένα τέτοιο ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο, η εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα στην αμερικανική προεδρία το 2008, του Ντόναλντ Τραμπ το 2016, η εισβολή στο Καπιτώλιο της 6ης Ιανουαρίου 2021 οπαδών του πρώην Αμερικανού προέδρου και εκ νέου υποψηφίου για την αμερικανική προεδρία, καθώς και η απόπειρα δολοφονίας του λίγους μήνες πριν από τις επερχόμενες εκλογές, φαντάζουν ως σημεία καμπής που παραπέμπουν σε προ και μετά Ομπάμα και Τραμπ εποχή για τη Δημοκρατία στην Αμερική. 

Και αν για ορισμένους είναι αληθοφανής ο ισχυρισμός ότι το κίνημα γύρω και πίσω από τον Τραμπ επιδιώκει την ανατροπή της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων και την εγκαθίδρυση ενός ριζικά διαφορετικού μεταφιλελεύθερου καθεστώτος στις ΗΠΑ, τότε, υπό το φως μιας τέτοιας ερμηνευτικής ματιάς, οι επερχόμενες εκλογές δεν αποτελούν μια ακόμα εκλογική αναμέτρηση μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών, αλλά ένα δημοψήφισμα με επίδικο τη συνέχιση της ύπαρξης της παλαιότερης φιλελεύθερης δημοκρατίας στον πλανήτη και τη διασφάλιση της δημόσιας φιλελεύθεροδημοκρατικής κοινωνικής, πολιτικής και συνταγματικής τάξης, που γεννήθηκε από την Αμερικανική Επανάσταση. 

Πράγμα που, με τη σειρά του, θα σημαίνει ότι η πολιτική μάχη που ξεκίνησε με την εκλογή των Ομπάμα και Τραμπ στην αμερικανική προεδρία, όχι μόνο δεν πρόκειται να τερματιστεί με το πέρας των εκλογών, παρά θα συνεχιστεί και θα ριζοσπαστικοποιηθεί μετά από αυτές. Γιατί το πραγματικό διακύβευμα των εκλογών 5ης Νοεμβρίου 2024 δεν θα είναι π.χ. η οικονομία, όπως διατείνονται πολλοί, αλλά οι ίδιες οι αρχές του πολιτεύματος, οι θεσμοί της πολιτείας, οι νόμοι του κράτους, τα ήθη και ο χαρακτήρας της αμερικανικής κοινωνίας, εν τέλει η ίδια η φύση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στον 21ο αιώνα.


Δημήτρης Β. Πεπόνης


.~`~.

Το βιβλίο μου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Τόπος με τίτλο:


Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης
Από την Ουκρανία και την Πανδημία στη Νέα Πλανητική Τάξη

Δημήτρης Β. Πεπόνης




Μπορείτε να προμηθευτείτε και να παραγγείλετε Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης (Τόπος) σε όλα τα βιβλιοπωλεία πανελλαδικά. Ενδεικτικοί σύνδεσμοι με το βιβλίο: Πολιτεία, ΙανόςΠρωτοπορίαPublic κ.λπ.




~

Επικοινωνία: cosmoidioglossia@gmail.com

Αν θεωρείτε πως ο χρόνος που αφιερώνεται και οι ιδέες που εκφράζονται έχουν αξία, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το κουμπί Donate προκειμένου να συμβάλλετε στην απρόσκοπτη συνέχιση του εγχειρήματος της Κοσμοϊδιογλωσσίας. Ευχαριστώ.


26 | 8 | 5 μ.Κ ~ Year V AQ | 2024

19 Ιουνίου 2023

Στοιχεία για τις μετακινήσεις πληθυσμών σε πλανητική κλίμακα.


19 | 6 | 4 μ.Κ ~ Year ΙV AQ | 2023

Μουσική Συνοδεία


Εξέλιξη της μετανάστευσης τα τελευταία 50 χρόνια

Το 1970 υπήρχαν περίπου 85 εκατομμύρια μετανάστες στον πλανήτη που αντιστοιχούσαν στο 2,3% του συνολικού ανθρώπινου πληθυσμού. Είκοσι χρόνια μετά, το 1990, στο μεταίχμιο της κατάρρευσης του διπολικού ψυχροπολεμικού συστήματος με πυρήνα τον παγκόσμιο Βορρά υπό τις Η.Π.Α. και την Ε.Σ.Σ.Δ., και της απαρχής της μονοπολικής αμερικανοκεντρικής στιγμής κυριαρχίας, ο αριθμός των μεταναστών σε πλανητική κλίμακα ήταν περίπου 152 εκατομμύρια και αντιστοιχούσαν στο 2,9% των ανθρώπων στον πλανήτη. Μια ακόμα εικοσαετία αργότερα, το 2010, υπό την κυριαρχία της λεγόμενης παγκόσμιας φιλελεύθερης τάξης (liberal/rules-based international order), ο αριθμός των μεταναστών είχε ανέβει στα 220 εκατομμύρια και σε ποσοστό 3,2% του παγκόσμιου πληθυσμού. Το 2020 περίπου το 3,6% του παγκόσμιου πληθυσμού ήταν μετανάστες, δηλαδή 280 εκατομμύρια άνθρωποι (World Migration Report 2022). 

Ενώ ο απόλυτος αριθμός των μεταναστών έχει αυξηθεί ποσοτικά με την πάροδο του χρόνου, όταν εκφράζεται ως ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού το μέγεθος των ανθρώπων που μεταναστεύουν παραμένει σχετικά σταθερό, ή ορθότερα αυξάνεται σε ελάχιστο βαθμό και με αργούς ρυθμούς: αύξηση κατά 1,3% σε πενήντα χρόνια: από 2,3% το 1970 σε 3,6% το 2020 υπό συνθήκες μάλιστα που διαμορφώθηκαν από ευνοϊκά τεχνολογικά, οικονομικά, ιδεολογικά και νομικά πλαίσια σε διεθνή και πλανητική κλίμακα. Παρόλο που εκατομμύρια άνθρωποι εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους κάθε χρόνο η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, περισσότερο από το 96%, δεν μεταναστεύουν διεθνώς, είτε επειδή δεν θέλουν να εγκαταλείψουν την κοινωνία τους είτε επειδή δεν μπορούν (The Ties That Bind: Immigration and the Global Political Economy): με εξαίρεση τους ανθρώπους που αναγκάζονται να φύγουν από τη χώρα τους λόγω πολεμικών συγκρούσεων ή φυσικών καταστροφών τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα αντιμετωπίζουν ανυπέρβλητα εμπόδια, έχουν περιορισμένη κινητικότητα και στο μεγαλύτερο ποσοστό τους αδυνατούν να φύγουν από τον τόπο τους ακόμη και όταν το επιθυμούν.

Ήπειροι, γεωγραφικές περιοχές και μερίδια επί της παγκόσμιας μετανάστευσης

Εάν εξετάσουμε τις περιοχές που κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο επί του συνόλου των μεταναστών σε πλανητική κλίμακα, η Ευρώπη ―συμπεριλαμβανομένης της Ρωσσικής Ομοσπονδίας― είναι επί του παρόντος ο μεγαλύτερος προορισμός με 87 εκατομμύρια μετανάστες, αριθμός που αντιστοιχεί σε ποσοστό 30,9% επί του παγκόσμιου μεταναστευτικού πληθυσμού. Ακολουθεί η Ασία, στην οποία ζουν και εργάζονται 86 εκατομμύρια διεθνείς μετανάστες, κατέχοντας μερίδιο 30,5%. Στην τρίτη θέση βρίσκεται η Βόρεια Αμερική αποτελώντας προορισμό για 59 εκατομμύρια μετανάστες, με τον αριθμό να αντιστοιχεί στο 20,9% των μεταναστών όπου γης, ακολουθούμενη από την Αφρική στην οποία ζουν 25 εκατομμύρια, δηλαδή το 9%. Τα τελευταία 15 χρόνια ο αριθμός των μεταναστών έχει υπερδιπλασιαστεί στη Λατινική Αμερική από περίπου 7 σε 15 εκατομμύρια, που αντιστοιχεί στο 5,3 % όλων των διεθνών μεταναστών. Περίπου 9 εκατομμύρια μετανάστες ζουν στην Ωκεανία, ή το 3,3% του πλανητικού μεταναστευτικού πληθυσμού (World Migration Report 2022).

Με βάση καθαρούς αριθμούς, ποσοτικά, περίπου το 50% όλων των μεταναστών βρίσκονται στη λεγόμενη Δύση, δηλαδή στην επικράτεια των φιλελεύθερων δημοκρατιών: Βόρεια Αμερική 20,9%, Ωκεανία 3,3% και Ευρώπη 30,9%, με το τελευταίο ευρωπαϊκό ποσοστό να είναι μικρότερο καθώς περιλαμβάνει τους μετανάστες που βρίσκονται στη Ρωσσική Ομοσπονδία και σε κράτη εκτός της Ε.Ε. Τρεις χώρες, η Γερμανία, η Ρωσσία και το Ηνωμένο Βασίλειο, φιλοξενούν περίπου 37 εκατομμύρια ανθρώπους ή το 13,1% των μεταναστών όπου γης (με τα κράτη της Μόσχας και του Λονδίνου να μην είναι μέλη της Ε.Ε). Στα υπόλοιπα κράτη της Ευρώπης βρίσκονται περίπου 50 εκατομμύρια μετανάστες ή το 17,8% όλων των μεταναστών. 

Η εικόνα που αναδύεται είναι διαφορετική αν εξετάσει κανείς τα πράγματα σε σχέση με τον πληθυσμό της κάθε περιοχής. Έτσι η περιοχή με τους λιγότερους μετανάστες στον πλανήτη σε καθαρούς αριθμούς, η Ωκεανία, έχει το μεγαλύτερο μερίδιο διεθνών μεταναστών ως ποσοστό επί του συνολικού πληθυσμού της, με το 22% των κατοίκων της να έχει γεννηθεί σε διαφορετική χώρα από αυτή που ζει και εργάζεται. Στη Βόρεια Αμερική αντιστοιχεί ποσοστό 15,9% ενώ στην Ευρώπη το 11,6% του πληθυσμού έχει μεταναστευτικό υπόβαθρο. Η Λατινική Αμερική, η Αφρική και η Ασία έχουν ελάχιστο μερίδιο μεταναστών συγκριτικά με τον πληθυσμό τους. 

Ωστόσο, οι προηγούμενες γεωγραφικές οριοθετήσεις αποκρύβουν την περιοχή με το μεγαλύτερο μερίδιο διεθνών μεταναστών ως ποσοστό επί του συνολικού της πληθυσμού: την Αραβική Χερσόνησο. Τρεις είναι, λοιπόν, οι μεγάλοι πόλοι σε πλανητική κλίμακα που υποδέχονται μετανάστες: οι Αραβικές μοναρχίες του κόλπου, η Αγγλοσφαιρα και η Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσσίας. 

Τα κράτη με το μεγαλύτερο ποσοστό μεταναστών σε σχέση με τον μόνιμο πληθυσμό τους είναι: τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ομάν και η Σαουδική Αραβία, τα τρία πρώτα, ακολουθούν η Αυστραλία και από την Ευρώπη η Γερμανία και η Σουηδία. 

Ο χάρτης αποτυπώνει τα κράτη με τον μεγαλύτερο αριθμό μεταναστών ως ποσοστό επί του συνολικού τους πληθυσμού (World Development Report 2023: Migrants, Refugees, and Societies). 




Μετακίνηση ανθρώπων από κράτος σε κράτος

Ο μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων δεν μετακινείται σε παγκόσμια αλλά σε περιφερειακή και διακρατική κλίμακα. Τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά και προσφυγικά ρεύματα σε διακρατικό επίπεδο, από χώρα σε χώρα, σε καθαρούς συνολικούς αριθμούς έχουν ως εξής (Από κράτος Α προς κράτος Ω):

1. Μεξικό προς Η.Π.Α 
2. Συρία προς Τουρκία 
3. Ινδία προς Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
4. Ουκρανία προς Ρωσσία και αντίστροφα
5. Ινδία προς Η.Π.Α

Αυτές είναι οι πρώτες πέντε μαζικότερες μετακινήσεις ανθρώπων στον πλανήτη, και ακολουθούν:

6. Αφγανιστάν προς Ιράν
7. Καζακστάν προς Ρωσσία και αντίστροφα 
8. Ινδία προς Σαουδική Αραβία
9. Μπαγκλαντές προς Ινδία
10. Κίνα προς Η.Π.Α 
11. Πολωνία προς Γερμανία
12. Φιλιππίνες προς Η.Π.Α
13. Μιανμάρ προς Ταϊλάνδη
14. Τουρκία προς Γερμανία
15. Βενεζουέλα προς Κολομβία
16. Ινδονησία προς Σαουδική Αραβία
17. Αλγερία προς Γαλλία
18. Αφγανιστάν προς Πακιστάν

Αυτά είναι τα μεγάλα ποσοτικά ρεύματα και οι μαζικότερες μετακινήσεις ανθρώπων σε πλανητική κλίμακα, και σχετίζονται με τον πόλεμο (Ουκρανία, Συρία, Αφγανιστάν), το αναπτυξιακό κράτος (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σαουδική Αραβία), το ανεπτυγμένο κράτος υπό φιλελεύθερο καθεστώς (Η.Π.Α, Γερμανία, Αυστραλία), τη φύση του καθεστώτος (Μιανμάρ, Βενεζουέλα), πρώην αποικίες και προτεκτοράτα (Αλγερία προς Γαλλία), τις σπουδές (Κίνα, Ινδία προς Η.Π.Α) κ.λπ.

Στην παγκόσμια και υπερεθνική κλίμακα, που γοητεύει αρκετούς ανθρώπους αλλά δεν θα είχε την τρέχουσα δομή δίχως τα κράτη, βασικοί παράγοντες που τροφοδοτούν τα μεταναστευτικά ρεύματα και σχετίζονται με κίνητρα και βούληση είναι οι παγκόσμιες αγορές, οι επενδύσεις και η κίνηση κεφαλαίων. Άλλοι βασικοί διαμορφωτικοί παράγοντες μαζικής μετακίνησης πληθυσμών είναι η τεχνολογία, η δημογραφία και η έλλειψη ή η υποβάθμιση φυσικών πόρων και δημόσιων αγαθών (ανεξάρτητα αν έχει ανθρωπογενή ή φυσικά αίτια: π.χ. πολιτικά, κλιματολογικά κ.λπ).

Κράτη προορισμοί (εισαγωγείς) και κράτη προέλευσης (εξαγωγείς)

Εδώ και περίπου μισό αιώνα, αδιάκοπα, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής παραμένουν ο κύριος προορισμός για διεθνείς μετανάστες, με τον αριθμό τους να ξεπερνά τα 51 εκατομμύρια. Η Γερμανία είναι το δεύτερο πιο σημαντικό κράτος προορισμός, φιλοξενώντας σχεδόν 16 εκατομμύρια μετανάστες (World Migration Report 2022). Η Σαουδική Αραβία και η Ρωσσική Ομοσπονδία βρίσκονται στην τρίτη και την τέταρτη θέση με 13 και 12 εκατομμύρια μετανάστες αντίστοιχα, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο συμπληρώνει τις πέντε κορυφαίες χώρες προορισμούς, με περίπου 9.5 εκατομμύρια ανθρώπους που έχουν γεννηθεί εκτός χώρας να βρίσκονται στα εδάφη του. 

Όπως φανερώνεται και από την προηγούμενη λίστα, στις Η.Π.Α μεταναστεύουν σε υπολογίσιμους αριθμούς άνθρωποι κυρίως από το Μεξικό, την Ινδία, την Κίνα και τις Φιλιππίνες, στη Ρωσσία από την Ουκρανία και το Καζακστάν, στη Γερμανία από την Τουρκία και την Πολωνία, και στη Σαουδική Αραβία από την Ινδία και την Ινδονησία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο μεταναστεύουν πληθυσμοί από κράτη της Ε.Ε (Πολωνία, Ιρλανδία, Γερμανία, Ρουμανία) και από περιοχές της πρώην αυτοκρατορίας (Ινδία, Πακιστάν, Νιγηρία).

Τα 20 κράτη που υποδέχονται/εισάγουν τους περισσότερους ανθρώπους σε καθαρούς αριθμούς: Η.Π.Α, Γερμανία, Σαουδική Αραβία, Ρωσσία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Γαλλία, Καναδάς, Αυστραλία, Ισπανία, Ιταλία, Τουρκία, Ουκρανία, Ινδία, Καζακστάν, Ταϊλάνδη, Μαλαισία, Ιορδανία, Πακιστάν, Κουβέιτ (UN DESA, 2021a). Ακολουθεί χάρτης που αποτυπώνει τις 20 κορυφαίες χώρες προορισμού για μετανάστες.


Κράτη-προορισμοί (εισαγωγείς)


Με σχεδόν 18 εκατομμύρια ανθρώπους να ζουν στο εξωτερικό της, η Ινδία είναι η μεγαλύτερη παραγωγός και το κορυφαίο κράτος προέλευσης μεταναστών παγκοσμίως. Το Μεξικό και η Ρωσσία βρίσκονται στη δεύτερη και την τρίτη θέση αντίστοιχα με περίπου 11 εκατομμύρια πολίτες τους να ζουν εκτός των συνόρων τους. Η Κίνα βρίσκεται στην τέταρτη θέση με περίπου 10 εκατομμύρια. Η πέμπτη πιο σημαντική χώρα καταγωγής είναι η Συρία, με πάνω από 8 εκατομμύρια ανθρώπους να ζουν στο εξωτερικό, κυρίως ως πρόσφυγες λόγω του πολέμου (World Migration Report 2022).

Τα 20 κράτη που παράγουν/εξάγουν τους περισσότερους μετανάστες ή πρόσφυγες σε καθαρούς αριθμούς: Ινδία, Μεξικό, Ρωσσία, Κίνα, Συρία, Μπαγκλαντές, Πακιστάν, Ουκρανία, Φιλιππίνες, Αφγανιστάν, Βενεζουέλα, Πολωνία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ινδονησία, Καζακστάν, Παλαιστίνη, Ρουμανία, Γερμανία, Μιανμάρ, Αίγυπτος (UN DESA, 2021a). Ακολουθεί χάρτης που αποτυπώνει τις 20 κορυφαίες χώρες προέλευσης μεταναστών και προσφύγων.


Κράτη προέλευσης (εξαγωγείς)



Sui generis ευρωπαϊκές συνθήκες και μετακίνηση πληθυσμών

• Το 1947 οι Βρετανικές Ινδίες διχοτομήθηκαν στην Ένωση της Ινδίας από τη μια μεριά και το Πακιστάν από την άλλη (με δύο συστατικά μέρη το τελευταίο αρχικά: λαϊκή δημοκρατία του Μπαγκλαντές στα ανατολικά και ισλαμική δημοκρατία του Πακιστάν στα δυτικά). Τρεις γενιές μετά, το 2023, ένας Ινδός στην καταγωγή, ο Rishi Sunak, είναι ηγέτης του Συντηρητικού Κόμματος και πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, και ένας Πακιστανός στην καταγωγή, ο Humza Yousaf, είναι ηγέτης του Εθνικού Κόμματος και πρωθυπουργός της Σκωτίας. Εδώ έχουμε το πλαίσιο της παλαιάς αυτοκρατορίας σε συνδυασμό με την αντιστροφή στη σχέση κέντρου-περιφέρειας που αποτελεί παράδειγμα, έστω σε συμβολικό επίπεδο, της ολοκλήρωσης της εποχής της Μεγάλης Παρέκκλισης. Στη Γαλλία, επίσης, έχουμε μετανάστες από τους χώρους της παλαιάς αυτοκρατορίας, από παλαιές αποικίες και προτεκτοράτα όπως η Αλγερία, το Μαρόκο και η Τυνησία. Βέβαια, στην περίπτωση του Παρισιού τα πράγματα είναι περισσότερο οργανικά και με μεγαλύτερο βάθος καθώς ενυπάρχει η διάσταση της γεωγραφίας και της ιστορίας ―μεταξύ Αγλαβιδών, Φατιμιδών και Οθωμανών με Νορμανδούς και Φράγκους― πολύ πριν από τον ερχομό της αυτοκρατορίας, σε αντίθεση με το Λονδίνο όπου η σχέση της Βρετανίας με την Ινδική Υποήπειρο γεννήθηκε και διαμορφώθηκε αποκλειστικά εντός αυτοκρατορικού πλαισίου.

• Στον χάρτη που ακολουθεί φαίνονται κράτη που έζησαν πόλεμο κατά τη διάρκεια της μονοπολικής κυριαρχίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Η αποτύπωση είναι ελλιπής προκειμένου να καταδειχθεί η αποσταθεροποίηση που λαμβάνει χώρα στις ευρύτερες περιοχές μεταξύ Ανατολικής Μεσογείου, Εύξεινου, Κασπίας και Περσικού Κόλπου (θα πρέπει να προστεθούν κράτη όπως η Υεμένη, η Σομαλία και η Ερυθραία, δηλαδή ο έλεγχος του Κόλπου του Άντεν και η διασύνδεση Ερυθράς και Αραβικής Θάλασσας, Αφρικής και Αραβικής Χερσονήσου, ο έλεγχος του Νείλου, βλέπε επίσης Σουδάν και Αιθιοπία κ.λπ). 

Ασφαλώς, προϋπόθεση του ξεσπάσματος της μεταναστευτικής και προσφυγικής κρίσης του 2015 ήταν αν όχι η καταστροφή τουλάχιστον η αποσταθεροποίηση κρατών όπως η Συρία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ και η Λιβύη, που εξελίχθηκε με υπόβαθρο τη λεγόμενη Αραβική Άνοιξη και τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας.




Επιπλέον, ο χάρτης θα πρέπει να ενταχθεί νοηματικά στο πλαίσιο της επιστροφής των μετώπων που Πρώτου Παγκοσμίου Πόλεμου, το οποίο έχω αναπτύξει στο βιβλίο μου «Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης. Από την Ουκρανία και την Πανδημία στη Νέα Πλανητική Τάξη».

• Οι αμερικανικές περιπέτειες στην «Ευρύτερη Μέση Ανατολή» έχουν δημιουργήσει γύρω στα 30 εκατομμύρια εκτοπισμένους εσωτερικά και εξωτερικά περιφερειακά της Ευρώπης. Έχει περάσει πλέον στην ιστορία η φράση του πρώην Υπουργού Οικονομικών της Σουηδίας, Anders Borg, ο οποίος σε ομιλία του στο Peterson Institute στις 23 Απριλίου 2012, είχε πει: «Βασικά οι Η.Π.Α. παρέχουν αυτές τις ροές για εμάς, εσείς κάνετε πόλεμο και εμείς παίρνουμε τους πρόσφυγες». Πιο συγκεκριμένα, για να δώσουμε και το πλαίσιο, είχε δηλώσει:

Η Σουηδία είναι πλέον, σε απόλυτους αριθμούς, η χώρα που έχει τους περισσότερους μετανάστες στην Ευρώπη. Σε απόλυτους αριθμούς δεχόμαστε τόσους ανθρώπους όσους η Γαλλία, η Αγγλία και η Γερμανία, και η Σουηδία είναι περίπου 10 εκατομμύρια (σε πληθυσμό) και η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι άλλες (χώρες) είναι μεταξύ 50, 60 και 70 εκατομμυρίων. Βασικά οι Η.Π.Α παρέχουν αυτές τις ροές για εμάς, εσείς κάνετε πόλεμο και εμείς παίρνουμε τους πρόσφυγες. Η μεγαλύτερη εθνική μειονότητα στη Σουηδία τώρα είναι οι Ιρακινοί, που είναι η μεγαλύτερη ομάδα, έχουμε μια πολύ μεγάλη ιρανική ομάδα, μια μεγάλη ομάδα Σομαλών, μια αρκετά μεγάλη αφγανική ομάδα, και πιστεύουμε ότι αυτό είναι βασικά ένα πλεονέκτημα για τη σουηδική κοινωνία, έχουμε ανοίξει τα σύνορα με απόφαση της κυβέρνησής μου από το 2008...

Η ομιλία του πρώην Υπουργού Οικονομικών της Σουηδίας, Anders Borg, στο Peterson Institute στις 23 Απριλίου 2012 (το απόσπασμα που προηγήθηκε: 36:29).


Επιπλέον, υπάρχει μία σημαντική παράμετρος που υποβαθμίζεται ή δεν αναδεικνύεται: άνθρωποι που συνεργάζονται με τις «δυτικές» υπηρεσίες, «μαχητές της δημοκρατίας» π.χ στο Ιράν ή στη Συρία ή σε άλλα κράτη της Μέσης Ανατολής, όταν το σχέδιο «εκδημοκρατισμού» αποτυγχάνει «πρέπει να εγκολπωθούν» σε κράτη των συμμάχων τους: κατά αυτόν τον τρόπο παλαιότερα μπορεί να έβλεπε κανείς σε ευρωπαϊκές μητροπόλεις μοναρχικούς της Περσίας, ενώ πιο πρόσφατα μεγάλος αριθμός από όσους ήρθαν στην Ευρώπη από τη Συρία ήταν άνθρωποι που πολέμησαν εναντίον του καθεστώτος Άσαντ υποστηριζόμενοι από «δυτικές» δυνάμεις (Η.Π.Α, Γαλλία, Τουρκία αρχικά, αργότερα υπήρξε διαφοροποίηση) και από συνεργαζόμενες ή φιλικές με αυτές δυνάμεις (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σαουδική Αραβία). Επιπροσθέτως, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, η απορρόφηση αντικαθεστωτικών ομάδων βοηθάει στη διαμόρφωση μιας αντιπολίτευσης από το εξωτερικό προς τη χώρα καταγωγής, συνήθως με βάση τα ανθρώπινα δικαιώματα (National Coalition of Syrian Revolution and Opposition Forces, National Council of Iran, United Transitional Cabinet of Belarus, Congress of People's Deputies of RussiaFree Nations of Post-Russia ForumEast Turkistan Government-in-Exile, World Uyghur Congress κ.λπ. Σε εντελώς διαφορετικό ιστορικό και διεθνοπολιτικό πλαίσιο, τόσο από πλευράς βαρύτητας και κύρους όσο και σημασίας και ουσίας, αξίζει μια αναφορά στην κυβέρνηση της Ταϊπέι στην Ταϊβάν). 

Συνοψίζοντας, όταν λοιπόν αποτυγχάνουν τα αμερικανικά σχέδια και ο «εκδημοκρατισμός» μιας περιοχής ή ενός κράτους οι τοπικοί σύμμαχοι και συνεργάτες της Δύσεως, ειδικότερα των Η.Π.Α, πρέπει να απορροφηθούν στη συμμαχική επικράτεια και σε κράτη που την αποτελούν: αυτό ισχύει όχι μόνο για ανθρώπους από τη Μέση Ανατολή αλλά και από τον λεγόμενο μετασοβιετικό χώρο, δηλαδή για όλη την περιφέρεια της Ε.Ε και του ΝΑΤΟ προς Νότο και Ανατολή. 

Ευρώπη και σχέση Νότου-Βορρά και Ανατολής-Δύσης

Ωστόσο, η ισχυρή αντίσταση και αντίδραση απέναντι στα μεταναστευτικά και προσφυγικά ρεύματα ανθρώπων είναι χαρακτηριστική στον άξονα Νότου-Βορρά, σε αντίθεση με τον άξονα Ανατολής-Δύσης (στο εσωτερικό του παγκόσμιου Βορρά) όπως φαίνεται χαρακτηριστικά όχι μόνο στον καλό τρόπο που αντιμετωπίζονται οι Ουκρανοί πρόσφυγες σε κράτη όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία (τουλάχιστον προσώρας), αλλά επιπλέον στο γεγονός ότι στη Γερμανία οι αντιδράσεις δεν είναι απέναντι σε Πολωνούς και Ρουμάνους αλλά κυρίως απέναντι σε Σύρους ή άλλους πληθυσμούς προερχόμενους από τη Συρία, στην οποία πολέμησαν άνθρωποι από 10-15 διαφορετικές χώρες (το γεγονός αυτό θα πρέπει να συνδυαστεί με όσα επισήμανα νωρίτερα περί μαχητών που όταν ηττώνται πρέπει να απορροφηθούν). Επίσης, υποβόσκει ο φόβος ότι οι ρόλοι μπορεί να αντιστραφούν: από εκεί που ασκούσαν ηγεμονικό έλεγχο τα ευρωπαϊκά προς τα υπόλοιπα κράτη του πλανήτη μπορεί μελλοντικά να ασκεί κριτική και έλεγχο π.χ η Τουρκία σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων π.χ στη Γερμανία. 

Ο άξονας Νότος-Βορράς είναι φορτισμένος με νοήματα όπως Αφρική-Ευρώπη, Ισλάμ-Χριστιανισμός και Τρίτος-Πρώτος Κόσμος, ενώ ο άξονας Ανατολή-Δύση από νοήματα όπως Ευρασία-Ευρώπη, Σλάβοι-Φράγκοι, Ορθοδοξία-Ρωμαιοκαθολικισμός ή/και Προτεσταντισμός, Σοσιαλισμός-Καπιταλισμός, Δεύτερος-Πρώτος Κόσμος. 

Ουσιαστικά στην Ανατολή έχουμε τους βάρβαρους και στο Νότο τους πρωτόγονους, με βάση το σχήμα που δημιούργησε ο Σκωτσέζος νομικός του φυσικού δικαίου James Lorimer προς τα τέλη του 19ου αιώνα:

Μέχρι περίπου το 1820 το διεθνές σύστημα ήταν ευρωκεντρικό, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν παγκόσμιο. Επίσης, δεν υπήρχε ένα ενιαίο και σχετικά ομοιογενές πολιτικό σύστημα σε ολόκληρο τον πλανήτη. Οι δυνάμεις που βρίσκονταν στο κέντρο του διεθνούς ευρωκεντρικού συστήματος και αποτελούσαν τον πυρήνα ενός δυνητικά πλανητικού πολιτικού συστήματος θεωρούνταν μέλη της «πολιτισμένης ανθρωπότητας»...

Μέχρι περίπου το 1870 οι δυνάμεις που περιλάμβαναν τα ανεξάρτητα κράτη της Ασίας, τη σημερινή Τουρκία/Οθωμανική Αυτοκρατορία, την Περσία, το Σιάμ, την Ιαπωνία κλπ., θεωρούνταν από τον ευρωπαϊκό πυρήνα του συστήματος ως η βάρβαρη ανθρωπότητα και είχαν δικαίωμα μονάχα μερικής αναγνώρισης. Τέλος, υπήρχαν και οι λεγόμενες πρωτόγονες κοινωνίες –οι «υπόλοιπες»–, που ήταν απόβλητες από την κοινωνία των κρατών ή εκτός συστήματος και εκτός ανθρωπότητας, αν και είχαν ένα ελάχιστο δικαίωμα «φυσικής και ανθρώπινης αναγνώρισης».

Η τριχοτόμηση αυτή ανάμεσα σε πολιτισμένους, βάρβαρους και πρωτόγονους είναι η ίδια με εκείνη που χρησιμοποιούν οι κοινωνικοί επιστήμονες όταν κάνουν διάκριση μεταξύ σύγχρονων, παραδοσιακών και πρωτόγονων κοινωνιών [Bull H., The Anarchical Society: a Study of Order in World Politics].

Η τελευταία μεταμφίεση αυτού του τριχοτομικού σχήματος, με νομιμοποιητική ιδεολογική βάση τη Γαλλική Επανάσταση, έλαβε σάρκα και οστά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου: Πρώτος, Δεύτερος και Τρίτος Κόσμος. Βλέπουμε πως το ίδιο τριχοτομικό σχήμα πέρασε από αντιλήψεις περί φυσικού δικαίου σε κοινωνιολογικές θεωρήσεις για να καταλήξει, μετασχηματιζόμενο, σε διεθνοπολιτικές και οικονομικές αντιλήψεις. Μέσω αυτής της τριχοτομικής ιεράρχησης, απόρριψης και αποβολής, το σύστημα διατηρούσε τη συνοχή και την ταυτότητά του, ενώ οι μονάδες που ανταγωνίζονταν μεταξύ τους επέβαλλαν τις αντιλήψεις τους και προωθούσαν τα συμφέροντά τους έναντι των υπολοίπων.


Ας αφήσουμε όμως το ιδεολογικό σύμπαν του 19ου (Πολιτισμένοι, Βάρβαροι, Πρωτόγονοι) και του 20ου αιώνα, σε ό,τι αφορά την κοινωνιολογία (Σύγχρονοι, Παραδοσιακοί, Πρωτόγονοι) και τις διεθνείς οικονομικές και πολιτικές σχέσεις (Πρώτος, Δεύτερος και Τρίτος Κόσμος), και ας επιστέψουμε την πραγματικότητα του 21ου αιώνα.

Όσο περισσότερο σκληραίνει και κλείνει ο άξονας Νότος-Βορράς τόσο περισσότερο ανοίγει και χαλαρώνει ο άξονας Ανατολή-Δύση. Με μια διαφορά όμως: υπάρχει ένας εξωτερικός παράγοντας, ένας γεωγραφικά ξένος ως προς τον ευρωπαϊκό χώρο δρώντας, που δημιουργεί μια «αντίφαση» εμποδίζοντας το άνοιγμα ακόμη και στον συγκεκριμένο άξονα Ανατολής-Δύσης στην Ευρώπη και στο εσωτερικό του παγκόσμιου Βορρά: οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (Περισσότερα για την ιστορική μεταστροφή από τον άξονα Ανατολή-Δύση του 19ου και του 20ού αιώνα στον άξονα Βορράς-Νότος του 21ου και του 22ου αιώνα στο βιβλίο).

Ευρωπαϊκή δημογραφία και εξω-ευρωπαϊκή μετανάστευση

Η προηγούμενη σχέση ανοίγματος-κλεισίματος στους άξονες Νότου-Βορρά και Ανατολής-Δύσης και η άνοδος της αντίδρασης απέναντι στα μεταναστευτικά και προσφυγικά ρεύματα ανθρώπων διαπλέκεται με τις πολιτικές επιπτώσεις, την εξέλιξη και τις μελλοντικές προοπτικές σε επίπεδο δημογραφίας: το 1970 ο πληθυσμός της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσσίας, ήταν ελαφρώς μεγαλύτερος από 650 εκατομμύρια αποτελώντας το 19,7% του παγκόσμιου πληθυσμού, που αριθμούσε συνολικά 3,7 δισεκατομμύρια ανθρώπους από τους οποίους 85 εκατομμύρια ήταν μετανάστες (αριθμός που αντιστοιχούσε στο 2,3% του παγκόσμιου και στο 13% του ευρωπαϊκού πληθυσμού). Το 1970 ένας στους πέντε ανθρώπους ήταν Ευρωπαίος. 

Πενήντα χρόνια μετά, το 2020, ο πληθυσμός της Ευρώπης ήταν κάτι λιγότερο από 750 εκατομμύρια αποτελώντας το 9,6% του παγκόσμιου πληθυσμού, που αριθμούσε 7,8 δισεκατομμύρια ανθρώπους από τους οποίους περίπου 280 εκατομμύρια ήταν μετανάστες (3,6% του παγκόσμιου και 37,3% του ευρωπαϊκού πληθυσμού). Πλέον λιγότερο από ένας στους δέκα ανθρώπους ζει στην Ευρώπη.

Τα προηγούμενα δεδομένα συνοδεύονται από την γήρανση εκ των άνω (αύξηση του προσδόκιμου ζωής) και την γήρανση από τα κάτω (μείωση του αριθμού των γεννήσεων) των ευρωπαϊκών κοινωνιών, από φοβία ή αίσθηση αδυναμίας αφομοίωσης πιο ζωτικών πληθυσμών και από ανασφάλεια απέναντι σε νεανικούς αλλογενείς πληθυσμούς.

Από τη σκοπιά μιας καθαρά οικονομικής και φιλελεύθερης αντίληψης είναι «αναποτελεσματικό» να τίθενται εμπόδια στην ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων. Οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού, ιδιαίτερα σε γερασμένες κοινωνίες, υποτίθεται πως θεωρητικά οδηγούν τα ανεπτυγμένα κράτη και τα φιλελεύθερα καθεστώτα να υποστηρίζουν την απελευθέρωση της μετανάστευσης. Και πράγματι αυτό έκαναν, μέχρι πρότινος, με κάθε τρόπο όπως διαπιστώσαμε από τα κυνικά λόγια του Anders Borg που προηγήθηκαν και τα γελάκια που τα συνόδευαν, φανερώνοντας μια λησμονημένη και ηθελημένα πλέον ξεχασμένη, λόγω υποκρισίας, αλήθεια. 

Έξοδος: | μ.Κ - AQ | Εποχή και Πλανητική Τάξη

Παρ' όλα αυτά, η πολιτική διαχείριση της πανδημικής κρίσης (2019-2023) οδήγησε τα κράτη του παγκόσμιου Βορρά να κλείσουν τα σύνορά τους και να εφαρμόσουν πρωτοφανείς περιορισμούς κινητικότητας όχι μόνο διασυνοριακά, ως προς το εξωτερικό τους, αλλά ακόμη και στο ίδιο το εσωτερικό τους, όπου εφαρμόστηκαν αδιανόητοι μέχρι εκείνη τη στιγμή περιορισμοί και έλεγχοι της ελεύθερης και κατά βούληση κυκλοφορίας των πολιτών, ρυθμίσεις και απαγορεύσεις πρωτοφανείς σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία (Δες επιλογικό  μέρος στο βιβλίο μου: «Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης»). 

Στην | μ.Κ - AQ | Εποχή πλέον κυριαρχεί μια ισχυρή αντίδραση στις «δυτικές δημοκρατίες» απέναντι στη διεθνή μετανάστευση, η οποία αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της προσφυγικής και μεταναστευτικής κρίσης (2015–2016) και έχει τις ρίζες της στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας (2001-2021). 

Από διεθνοπολιτική σκοπιά η μέγα-κρίση και η κατάσταση έκτακτης ανάγκης της τετραετίας 2019-2023 ―της οποίας μέρος είναι και ο πολυεπίπεδος ενεργειακός, οικονομικός, πληροφοριακός, διπλωματικός και στρατιωτικός πόλεμος που διεξάγεται με αφορμή την εισβολή της Ρωσσίας στην Ουκρανία―, αποτελεί κρίσιμο σημείο καμπής ή σημείο θραύσης στην περίοδο μετάβασης από τη συρρίκνωση και τη σταδιακή αποσύνθεση της μονοπολικής παγκόσμιας φιλελεύθερης αμερικανοκεντρικής τάξης προς τα αρχικά στάδια της διαμόρφωσης και της διεύρυνσης μιας νέας πολυπολικής πλανητικής τάξης.


Δημήτρης Β. Πεπόνης


.~`~.

Αν θεωρείτε πως ο χρόνος που αφιερώνεται και οι ιδέες που εκφράζονται έχουν αξία, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το κουμπί Donate προκειμένου να συμβάλλετε στην απρόσκοπτη συνέχιση του εγχειρήματος της Κοσμοϊδιογλωσσίας. Ευχαριστώ.


19 | 6 | 4 μ.Κ ~ Year ΙV AQ | 2023


Το βιβλίο μου Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης. Από την Ουκρανία και την Πανδημία στη Νέα Πλανητική Τάξη κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Τόπος:




Μπορείτε να προμηθευτείτε και να παραγγείλετε Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης (Τόπος/mέta) σε όλα τα βιβλιοπωλεία πανελλαδικά. Ενδεικτικοί σύνδεσμοι με το βιβλίο: Πολιτεία, ΙανόςΠρωτοπορίαPublic κ.λπ.