6 Φεβρουαρίου 2026

Μια φορά κι έναν καιρό...


7534 ε.Κ. (A.M.) | 4723 黄帝历 | 6 | 2 | 2026 μ.Χ. | 1447 سنة هجرية (A.H.) | 7 μ.Κ. (VII A.Q.)

Απαραίτητη Μουσική Συνοδεία


...εννέα γενεές πριν από σήμερα, σε έναν κόσμο μακρινό, ζούσε μια βασίλισσα με τους τρεις γιους της.

Ας ξεκινήσω όμως την ιστορία μου από την εποχή που ήταν ακόμη πριγκίπισσα, η μικρότερη από τρεις αδερφές.

Μια μέρα, καθώς έτρωγαν όλες οι αδερφές μαζί στο τραπέζι της σάλας, ο βασιλιάς και πατέρας τους απευθύνθηκε στις κόρες του...

«Πόσο μ’ αγαπάς;» ρώτησε τη μεγαλύτερη. 

«Σ’ αγαπώ, πατέρα μου και βασιλιά μου, σαν το χρυσάφι και το ασήμι όλου του κόσμου», αποκρίθηκε εκείνη.

«Εσύ;» ρώτησε τη δευτερότοκη κόρη του. 

«Εγώ σ’ αγαπώ περισσότερο από τα κοσμήματα και τα νομίσματα όλων των βασιλείων», είπε με τσαχπινιά και γεμάτη χάρη η δεύτερη.

«Κι εσύ;» ρώτησε τη μικρότερη· κι αυτή αποκρίθηκε: 

«Πατέρα, σ’ αγαπώ σαν το αλάτι της Γης».

Ο βασιλιάς αποσύρθηκε στα διαμερίσματά του. Μετά από ώρες που έμεινε απομονωμένος, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο τη θέα της όμορφης χώρας του, έδωσε εντολή να διώξουν τη μικρή του κόρη από το Βασίλειο. 

Οι φρουροί ξαφνιάστηκαν· ωστόσο υπάκουσαν. Οδήγησαν τη μικρή πριγκίπισσα στο δάσος, την άφησαν εκεί και επέστρεψαν στο παλάτι.

~ . ~

Η πριγκίπισσα απαρηγόρητη και φοβισμένη, έκλαιγε. Σκεφτόταν πως μόλις το πέπλο της νύχτας καλύψει τα πάντα, θα της επιτεθούν τα θηρία. «Θα με κατασπαράξουν», μονολογούσε γεμάτη τρόμο. 

Εξουθενωμένη από τα δάκρυα, κάθισε να ξαποστάσει κάτω από ένα δέντρο. Ο ήλιος σχεδόν έδυε, ήταν η ώρα του δειλινού. Τελικά, μετά από ώρες αγωνίας, βυθίστηκε σε έναν ονειρικό ύπνο... 

Ξύπνησε απότομα, μέσα στα βαθιά μεσάνυχτα, λουσμένη από το φως της πανσελήνου, και βρήκε δίπλα της λίγο νερό και ένα πιάτο φαΐ· ξαφνιάστηκε με ό,τι είδε στο πιάτο. Έφαγε, ήπιε και αισθάνθηκε χαρούμενη για μια στιγμή. 

Βρίσκοντας κουράγιο μέσα της αποφάσισε να μαζέψει τη δύναμή της· 

Πήρε μια ανάσα και είπε στον εαυτό της: «αν δεν με κατασπαράξουν τα θηρία τη νύχτα, αύριο το ξημέρωμα θα φύγω από το δάσος και θα πάω πέρα από τα όρια της χώρας του πατέρα μου». 

Το επόμενο πρωί, μέσα στη δροσιά της αυγής, η πριγκίπισσα ξεκίνησε να περπατά όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος. Μετά από ώρες, και ενώ ένιωθε σα να έχει σταματήσει ο ήλιος να κινείται και ο χρόνος να κυλά, βρέθηκε μπροστά σε μια μεγάλη πύλη.

«Το μυστικό!», σκέφτηκε.

~ . ~

Η πύλη ήταν μισόκλειστη. Την άνοιξε και συνέχισε να περπατά. Μπροστά της φανερώθηκε ένας ωραίος κήπος. Σε ένα ξέφωτο, στο τέλος του κήπου, ξεπρόβαλε ένα παλάτι. Όλα ήταν πανέμορφα, όμως δεν υπήρχαν πουθενά άνθρωποι. Όλα ήταν έρημα. 

Ένιωθε περίεργα, αισθανόταν ότι τα πάντα ήταν γνώριμα. 

Μπήκε μέσα στο παλάτι και περνώντας από δωμάτιο σε δωμάτιο είδε μια σάλα. Στο τραπέζι είχε ένα πιάτο, αλλά δεν υπήρχε κανείς εκεί να τρώει. Δεν έδωσε σημασία και προχώρησε στους υπόλοιπους χώρους του παλατιού. 

Στο τέλος, έφτασε σε ένα ολόφωτο δωμάτιο με μεγάλο μπαλκόνι. Μέσα από το φως διαφάνηκε η μορφή ενός νεαρού άνδρα που στεκόταν έχοντας πλάτη προς αυτήν, κοιτάζοντας έξω. 

«Γιατί δεν είναι κανείς εδώ;», τον ρώτησε.

«Έχουν φύγει όλοι σε εκστρατεία με τον πατέρα μου. Και οι υπήκοοι εγκατέλειψαν τη χώρα για να σωθούν», απάντησε ο νεαρός δίχως να γυρίσει να την κοιτάξει.  

«Και εσύ τι κάνεις εδώ, ολόκληρος πρίγκιπας, μόνος;», συνέχισε.

«Έδιωξα τους υπηρέτες και ετοιμάζομαι να φύγω και εγώ· πάω να γυρέψω νέα από τον πατέρα μου», αποκρίθηκε. «Μπορείς να μείνεις εδώ, αν θες», της είπε φεύγοντας χωρίς να την κοιτάξει.

~ . ~

Ο πρίγκιπας γύριζε από χώρα σε χώρα αλλά δεν μπορούσε να μάθει πουθενά νέα για την τύχη του πατέρα του και του στρατό του. Λες και είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης. 

Κουρασμένος από την αναζήτηση, αποφάσισε να ξαποστάσει κάτω από ένα δέντρο· ήταν απομεσήμερο και αποκοιμήθηκε. Μέσα στον ύπνο του είδε ένα όνειρο, και μέσα στο όνειρο τον επισκέφτηκε μια γυναικεία μορφή, που του ψιθύρισε ένα μυστικό. 

Όταν ξύπνησε, ζάλωσε το άλογό του και γεμάτος αποφασιστικότητα έφυγε γρήγορα. Στην επιστροφή του προς το παλάτι συνάντησε έναν ζητιάνο. Τον κοίταξε σαστισμένος, για μια στιγμή, σα να μην πίστευε αυτό που έβλεπε.

«Έλα μαζί μου», είπε στον ζητιάνο.

Πλησιάζοντας το παλάτι, η πριγκίπισσα είδε από το μπαλκόνι τους δύο άνδρες να έρχονται από μακριά. 

Μόλις έφτασαν, ο πρίγκιπας πήγε και της είπε να ετοιμάσει ένα πιάτο φαΐ για τον ζητιάνο. Μετά από λίγο όλα ήταν έτοιμα. Όμως μόλις ο πρίγκιπας και ο ζητιάνος μπήκαν στη σάλα, ήταν άδεια. Η πριγκίπισσα δεν ήταν εκεί. 

Στο τραπέζι υπήρχαν τρία πιάτα. Το ένα είχε χρυσό και ασήμι, το άλλο κοσμήματα και νομίσματα και το τελευταίο ψωμί και αλάτι.

Ο ζητιάνος κάθισε μπροστά από το πιάτο με το ψωμί και το αλάτι και δακρυσμένος αναφώναξε, «που είσαι κόρη μου! Που είσαι;»

~ . ~

Όλον αυτόν τον καιρό στο Βασίλειο είχε ξεσπάσει ταραχή μεγάλη. Πόλεμος. Οι δύο μεγαλύτερες κόρες είχαν συνασπιστεί και από κοινού είχαν εκθρονίσει και εξορίσει τον βασιλιά και πατέρα τους· και τώρα μάχονταν, μεταξύ τους, για το ποια θα καθίσει στον Θρόνο.

Ο εκθρονισμένος και εξορισμένος βασιλιάς, η εκδιωγμένη από τον πρώην βασιλιά και πλέον ζητιάνο πατέρα της πριγκίπισσα, και ο πρίγκιπας που τώρα ήταν βασιλιάς σε ένα βασίλειο χωρίς υπηκόους, αποφάσισαν να συγκεντρώσουν στρατό από τις γειτονικές περιοχές και να βαδίσουν ενάντια στις αδερφές που μάχονταν η μια την άλλη για το ποια θα γίνει βασίλισσα. Πέρασε καιρός όμως τελικά τα κατάφεραν. 

Στη μάχη που έγινε οι δύο μεγαλύτερες κόρες του βασιλιά, που τώρα είχαν συνασπιστεί, ξανά, προκειμένου να αντιμετωπίσουν, από κοινού μαζί, τον πατέρα τους, τη μικρή τους αδερφή και τον πρίγκιπα, ηττήθηκαν. 

Όμως προτού τελειώσει η μάχη, και ενώ τα πάντα είχαν κριθεί, ο πληγωμένος πατέρας τους πέταξε το σπαθί του και στάθηκε μπροστά τους. «Σας συγχωρώ», τους είπε. «Πετάξτε τα όπλα σας και ας τελειώσει εδώ αυτή η κατάρα». 

Οι δυο μεγαλύτερες κόρες τον κοίταξαν με μίσος, δείχνοντας τα αιματοβαμμένα τους σπαθιά, και  τράπηκαν σε φυγή. Βλέποντας τες να φεύγουν, αμετανόητες και γεμάτες μίσος, ο πατέρας τους ξεψύχησε.

Λένε πως ο τάφος του βασιλιά που έγινε ζητιάνος βρίσκεται στο σημείο όπου η αίσθηση του χρόνου και της κίνησης είναι πάντοτε παράξενη. 

Κάθε φορά που η Σελήνη είναι γεμάτη, η κόρη του, η μικρή πριγκίπισσα που έγινε βασίλισσα, περνάει από τον τάφο του πατέρα της, που μόνο η ίδια ξέρει που ακριβώς είναι κρυμμένος, και αφήνει λίγο νερό και ένα πιάτο φαΐ.

~ . ~

Με το πέρασμα του χρόνου ο πρίγκιπας, που έγινε σύζυγός της και βασιλιάς, αρρώστησε και πέθανε, αφήνοντας μονάχη τη βασίλισσα με τους τρεις γιους της. 

Ένα πρωινό, η βασίλισσα αποφάσισε να καλέσει τους τρεις γιους να καθίσουν γύρω από το τραπέζι της σάλας με σκοπό να αποφασίσει ποιος θα κληρονομήσει τον Θρόνο και θα κυβερνήσει το Βασίλειο. 

Τους έκανε μόνο μια ερώτηση. 

«Θέλω να μου πείτε τι αγαπάει περισσότερο ο καθένας σας;»

«Εσένα αγαπώ μητέρα», της απάντησε ο μεγαλύτερος γιος. «Και μετά από εμένα;», τον ρώτησε ξανά· «Αγαπώ τον ήλιο»,  αποκρίθηκε περήφανα ο πρωτότοκος, «γιατί το φως και η ζεστασιά που προσφέρει ο ήλιος δίνουν ζωή σε ολόκληρη την πλάση», συνέχισε. 

«Κι εγώ εσένα αγαπώ, μητέρα· και μετά τη ζωή μου, την οποία ευχαρίστως θα έδινα για σένα, βασίλισσά μου», είπε ο δευτερότοκος γιος.

Ήταν η σειρά του μικρότερου να απαντήσει· κι εκείνος είπε:

«Μητέρα σ’ αγαπώ σαν το αλάτι της Γης».

Η βασίλισσα ανακοίνωσε ότι στον Θρόνο θα καθόταν ο μικρότερος γιος. 

Οι δύο μεγαλύτεροι γιοι διαμαρτυρήθηκαν βίαια, εξεγέρθηκαν, δολοφόνησαν τον μικρότερο αδερφό τους, εκθρόνισαν και εξόρισαν τη μητέρα τους, την οποία παράτησαν ρακένδυτη να περιφέρεται στο δάσος. 

Κανείς δεν ξέρει ποια ήταν η τύχη της. 

Όμως οι χωρικοί συνεχίζουν να περνούν κάθε βράδυ από το δέντρο που είχε ξαποστάσει και αποκοιμηθεί η βασίλισσα όταν ήταν μικρή πριγκίπισσα. Κάποιοι λένε πως τη βρήκαν νεκρή και την έθαψαν, κρατώντας την τοποθεσία του τάφου της επτασφράγιστο μυστικό. 

Εννέα γενεές έχουν περάσει από τότε.

Ο μύθος λέει πως εάν βρεθείς στην περιοχή όπου η αίσθηση του χρόνου και της κίνησης είναι πάντοτε παράξενη, ξαποστάσεις κάτω από το συγκεκριμένο δέντρο και αποκοιμηθείς, θα δεις ένα όνειρο· και μέσα στο όνειρο θα σε επισκεφθεί μια γυναικεία μορφή, που θα σου ψιθυρίσει ένα μυστικό... 

Και μόλις ξυπνήσεις, θα βρεις δίπλα σου λίγο νερό, ψωμί και αλάτι ― και μέσα σου το κουράγιο και τη δύναμη για να αποφασίσεις να συνεχίσεις... 


Δημήτρης Β. Πεπόνης


.~`~.

Το βιβλίο μου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Τόπος με τίτλο:


Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης
Από την Ουκρανία και την Πανδημία στη Νέα Πλανητική Τάξη

Δημήτρης Β. Πεπόνης




Μπορείτε να προμηθευτείτε και να παραγγείλετε Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης (Τόπος) σε όλα τα βιβλιοπωλεία πανελλαδικά. Ενδεικτικοί σύνδεσμοι με το βιβλίο: Πολιτεία, ΙανόςΠρωτοπορίαPublic κ.λπ.




~


Αν θεωρείτε πως ο χρόνος που αφιερώνεται και οι ιδέες που εκφράζονται έχουν αξία, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το κουμπί Donate προκειμένου να συμβάλλετε στην απρόσκοπτη συνέχιση του εγχειρήματος της Κοσμοϊδιογλωσσίας. Ευχαριστώ.


7534 ε.Κ. (A.M.) | 4723 黄帝历 | 6 | 2 | 2026 μ.Χ. | 1447 سنة هجرية (A.H.) | 7 μ.Κ. (VII A.Q.)