24 Σεπτεμβρίου 2021

Η πολυδιάσπαση της Δύσης, η άμυνα της Ευρώπης και το Τριμερές Σύμφωνο του Άγγλοσαξωνικού Άξονα ― μέρος α΄.


24 | 9 | 2 μ.Κ (Year ΙΙ AQ) | 2021

Μουσική Συνοδεία


~ I ~

Τον Δεκέμβριο του 2000, στη Σύνοδο Κορυφής της Νίκαιας, ο τότε Πρόεδρος της Γαλλίας υποστήριξε ότι θα έπρεπε να διαμορφωθεί ένας ανεξάρτητος σχεδιασμός για μια δύναμη ταχείας αντίδρασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Rapid Reaction Force), η οποία θα αναπτυσσόταν σε περιοχές και σε επιχειρήσεις που δεν θα συμμετείχε το ΝΑΤΟ. Η αντίδραση του τότε Αμερικανού Προέδρου ήταν μια προειδοποίηση: οι Η.Π.Α θα αναθεωρούσαν τη δέσμευσή τους προς το ΝΑΤΟ, εάν η Ε.Ε δημιουργούσε μια πολιτική ασφαλείας ξεχωριστή από τον Οργανισμό του Βορειοατλαντικού Συμφώνου.

Από τότε μέχρι σήμερα έχουν λάβει χώρα σημαντικές μεταβολές και αλληλουχίες γεγονότων που σκιαγραφούν μια υπό διαμόρφωση νέα κατάσταση.


• Στις 19 Μαρτίου 2003 οι Η.Π.Α εισβάλλουν στο Ιράκ. Ο πόλεμος του Ιράκ θα απομακρύνει τις Ηνωμένες Πολιτείες από κεντρικά κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξέλιξη που θα οδηγήσει στην υιοθέτηση, από αμερικανικής πλευράς, της πολεμικής περί παλαιάς και νέας Ευρώπης. Είχαν προηγηθεί μαζικές αντι-αμερικανικές/πολεμικές διαδηλώσεις στις 15 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους σε Λονδίνο, Μαδρίτη, Βερολίνο, Παρίσι και άλλου (τρία χρόνια αργότερα, το 2006, ο Jürgen Habermas θα κυκλοφορήσει μια μετριότατη συλλογή με κείμενά του υπό τον τίτλο The Divided West). Όμως, παρά τις διαδηλώσεις και τις διαμαρτυρίες, ελάχιστοι είχαν αμφιβολίες για το ποιος είχε την απόλυτη δύναμη και επιρροή να διαμορφώνει τα παγκόσμια πράγματα το 2003. Παρ' όλα αυτά, οι συνθήκες αυτές διαμόρφωσαν ένα κλίμα ανασφάλειας και μια στάση δυσπιστίας απέναντι στις Η.Π.Α

• Το 2008 ξεσπά η οικονομική κρίση στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η οποία θα ακολουθηθεί τα επόμενα χρόνια από τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές κρίσεις. Την κρίση της ζώνης ευρώ (οικονομική-χρέους), της ζώνης Σένγκεν (μεταναστευτική-προσφυγική) και της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικότερα (τάσεις επαναφοράς κυριαρχίας, άνοδος «ευρωσκεπτικισμού» κ.λπ). Οι σχέσεις «Αμερικής» και «Ευρώπης» φτάνουν στο ναδίρ τους, στο χειρότερο σημείο τους εδώ και 70-80 χρόνια, από τη δεκαετία του 1930. Διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού.

• Το 2011 αποτέλεσε το έτος που η Κίνα ξεπέρασε οικονομικά την Ιαπωνία, παγιώνοντας μια συνθήκη-κατάσταση κατά την οποία για πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη και γνωστή σε εμάς ανθρώπινη ιστορία, οι δύο από τις τρεις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη βρίσκονται στην περιοχή της ανατολικής Ασίας ή της Ασίας του Ειρηνικού. Αυτή η μεταβολή μπορεί να ιδωθεί ως αιτιακός παράγοντας και οικονομικό θεμέλιο της σταδιακής αμερικανικής πολιτικής στροφής με επίκεντρο την Ασία, που θα λάβει την ονομασία Pivot to AsiaΔιαβάστε επίσης: Οδεύοντας από το 1800 στο 2025 ή από το ένα προς τα οκτώ δις ― μέρος α΄.

• Το 2013 αποτέλεσε ένα καταστροφικό έτος για τις Η.Π.Α. Το χειρότερο μεταψυχροπολεμικά, μέχρι εκείνη τη στιγμή. Η Κίνα πλέον αποτελεί το μεγαλύτερο εμπορικό έθνος στον πλανήτη. Στις αρχές Ιουνίου της ίδιας χρονιάς ο Έντουαρντ Σνόουντεν διοχετεύει στον τύπο απόρρητες πληροφορίες από την NSA σχετικά με τα προγράμματα μαζικής παρακολούθησης που εφάρμοζαν η αμερικανική και βρετανική κυβέρνηση. Ο Σνόουντεν αποκάλυψε πληροφορίες για μία σειρά από απόρρητα προγράμματα των μυστικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των προγραμμάτων παρακολούθησης PRISM και Tempora. Και σαν να μην έφτανε αυτό έρχεται η αποκάλυψη και ξεσπά το σκάνδαλο της παρακολούθησης από την NSA ευρωπαίων ηγετών, κάνοντας γνωστό στην παγκόσμια κοινή γνώμη πως τελούσε υπό παρακολούθηση το κινητό τηλέφωνο της Καγκελαρίου της Γερμανίας. Στις 30 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, η έντονη κομματική πόλωση και αντιπαράθεση οδηγεί σε νομοθετική εμπλοκή, με αφορμή την ανάγκη αύξησης του ορίου του δημοσίου χρέους πάνω από τα 16,5 τρισεκατομμύρια δολάρια, και συνεπακόλουθα στην αναστολή λειτουργίας της αμερικανικής κυβέρνησης για περίπου ένα μήνα. Εξέλιξη που έφθειρε σημαντικά το διεθνές κύρος και το παγκόσμιο γόητρο των Η.Π.Α. Διαβάστε περισσότερα κείμενα για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

• Στις 23 Ιουνίου 2016 διεξάγεται δημοψήφισμα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όπως είχε επισημάνθει εδώ και περίπου πέντε χρόνια, και τελευταία φορά στο κείμενο Γεγονότα, ημερομηνίες και εξελίξεις που καθόρισαν τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής την τελευταία εικοσαετία (2001-2021) ― μέρος α΄«Η απόφαση για αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση σηματοδοτεί, πέρα από την ολοκλήρωση ενός ιστορικού κύκλου για το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο (1973-2016), πολλαπλές μεταβολές πρώτον, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεύτερον, για τις σχέσεις Βρετανίας-Γαλλίας-Η.Π.Α και, τρίτον, δυτικής και ανατολικής Ευρώπης, τέταρτον, για τις ευρωαμερικανικές διατλαντικές σχέσεις και τέλος, πέμπτον, για την Αγγλόσφαιρα. Την ίδια χρονιά έχουμε τη συμμετοχή σχεδόν όλων των συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών ―πλην Ιαπωνίας― στην Asian Infrastructure Investment Bank (AIIB). Διαβάστε επίσης: Οδεύοντας από το 1800 στο 2025 ή από το ένα προς τα οκτώ δις ― μέρος α΄.


Κάπως έτσι επιστρέφουμε στην αρχή: Δεκαεπτά χρόνια μετά από τη Σύνοδο Κορυφής της Νίκαιας, στις αρχές του 2017, ένας άλλος Αμερικανός Πρόεδρος θα δηλώσει πως το ΝΑΤΟ είναι απαρχαιωμένο διότι, πρώτον, σχεδιάστηκε πριν από πολλά χρόνια, δεύτερον, τα κράτη-μέλη δεν πληρώνουν τα χρηματικά ποσά που τους αναλογούν και, τρίτον, δεν αντιμετώπισε την τρομοκρατία (Δεν έχει σημασία εάν αργότερα άλλαξε τα λόγια του γιατί θα ακολουθήσουν δηλώσεις και άλλων ηγετών, που θα εκφράσουν τους προβληματισμούς τους για τον Οργανισμό). Κάποιους μήνες αργότερα, η Καγκελάριος της Γερμανίας θα δηλώσει ότι η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στις Η.Π.Α για την προστασία της, προσθέτοντας πως «οι εποχές κατά τις οποίες θα μπορούσαμε να βασιζόμαστε στους άλλους τελειώνουν... Εμείς οι Ευρωπαίοι πρέπει να πάρουμε το πεπρωμένο μας στα χέρια μας... πρέπει να δώσουμε τον δικό μας αγώνα για το μέλλον μας, ως Ευρωπαίοι, για τη μοίρα μας».

Το 2019, δηλαδή δύο χρόνια μετά από τις δηλώσεις του Προέδρου της μεγαλύτερης στρατιωτικής δύναμης (Η.Π.Α) περί απαρχαιωμένου ΝΑΤΟ, ο Πρόεδρος της μεγαλύτερης στρατιωτικής δύναμης της Ε.Ε (Γαλλία), θα αναφέρει σε δηλώσείς του πως αυτό που ζούμε είναι ο εγκεφαλικός θάνατος του ΝΑΤΟ. Απαντώντας σε αυτόν, ο Πρόεδρος της μεγαλύτερης μη ατλαντικής στρατιωτικής δύναμης του Οργανισμού (Τουρκία), θα του πει να κοιτάξει μήπως ο ίδιος είναι εγκεφαλικά νεκρός (πρωταρχική σημασία έχει ο θεσμός και λιγότερο το όνομα και το πρόσωπο, εξ ου και δεν αναφέρω ονόματα). 

Η δήλωση του Γάλλου Προέδρου έγινε με αφορμή την ξαφνική, και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και ειδοποίηση, αποχώρηση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων που δρούσαν υποστηρικτικά στη βόρεια Συρία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να μείνουν εκτεθειμένοι τοπικοί συνεργάτες και σύμμαχοι των Η.Π.Α στην περιοχή, και έχει αξία για τρεις λόγους: πρώτον, η συμπεριφορά των Αμερικανών στη Συρία μπορεί να ιδωθεί ως προμήνυμα της συμπεριφοράς των Η.Π.Α στο Αφγανιστάν ― υπό αυτή την έννοια μπορούσε να προβλεφθεί. Και πράγματι αυτό συνέβη: η Γαλλία ήταν το πρώτο κράτος που αποχώρησε από το Αφγανιστάν, ήδη από το 2014, δεν ήταν αισιόδοξη για την πορεία και την τύχη της αφγανικής κυβέρνησης, και ξεκίνησε την αποχώρηση των υπηκόων της νωρίτερα από κάθε άλλη χώρα (ήδη από τον περασμένο Μάιο). Δεύτερον, φανερώθηκε πως δεν υπήρχε κανένας συντονισμός για μια κοινή διαδικασία στρατηγικής λήψης αποφάσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους στο ΝΑΤΟ (από αμερικανοκεντρική σκοπιά ο μη συντονισμός εκδηλώνεται ως μονομερής απόφαση και ενέργεια). Τρίτον, τόσο στη Συρία όσο και στο Αφγανιστάν, παρόλο που στην πρώτη περίπτωση δεν υπήρξε άμεση εισβολή ενώ στη δεύτερη υπήρξε και μάλιστα συνοδευόμενη από κατοχή μακράς διάρκειας, το κράτος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δεν μπόρεσε ούτε να προασπίσει το δίκαιο ούτε να επιβεβαιώσει την ισχύ του. 

Ο Γάλλος Πρόεδρος σε μια από τις πολλές δηλώσείς του εκείνης της περιόδου, που όλες προειδοποιούσαν για τη γεωπολιτική έκλειψη της Ευρώπης και αφορούσαν το ΝΑΤΟ, έθεσε τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων, όταν ρώτησε: «Ποιος είναι ο εχθρός μας; Αυτή η ερώτηση χρήζει διευκρίνησης», επισημαίνοντας και αυτός με τη σειρά του πως η Ευρώπη πλέον δεν μπορεί να βασίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, επαναλαμβάνοντας δύο χρόνια αργότερα τα λόγια της Καγκελάριου της Γερμανίας. 


~ II ~

Η λεγόμενη AUKUS έφερε ξανά στο προσκήνιο όλους τους προηγούμενους προβληματισμούς, υπονομεύοντας εμμέσως πλην σαφώς το ΝΑΤΟ (που είναι οι παλιές καλές εποχές που είχαμε τον εχθρό και ισχυριζόμασταν πως για όλα φταίει αυτός, δηλαδή οι εποχές που η Ρωσσία υπονόμευε το ΝΑΤΟ). 

Από την μια μεριά, οι Αμερικανοί αντιμετωπίζουν πολλούς γόρδιους συμμαχικούς δεσμούς. Παραδείγματος χάριν, κάνουν συμβιβασμό σε ό,τι αφορά την κατασκευή του Nord Stream 2, που θα συνδέει τη Ρωσία με τη Γερμανία παρακάμπτοντας την Ουκρανία, και στην Πολωνία προβληματίζονται για την αξιοπιστία των Η.Π.Α ― προβληματισμός που πιθανότατα θα οδηγήσει τους Πολωνούς να πυκνώσουν τις σχέσείς τους σε περιφερειακή κλίμακα με τους Ρουμάνους και τους Τούρκους, την ίδια στιγμή που η Τουρκία έχει αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις με τη Ρωσσία (όπως και η Γερμανία). Εδώ έχουμε το κυνήγι του ατλαντικού σκύλου με την ουρά του ― με τη Γερμανία, τη Ρωσσία και την Τουρκία να παρακολουθούν. Και τη Γαλλία να διαμαρτύρεται. Συγχρόνως, η ασυμφωνία και κυρίως το χάσμα ανάμεσα στα όμορφα λόγια που λένε οι Η.Π.Α στον Ο.Η.Ε και στις πεζές πράξεις και τις μονομερείς ενέργειες που κάνουν στην πραγματικότητα, βαθαίνει την κρίση εμπιστοσύνης. Οι Η.Π.Α λένε πως όλοι έχουμε ανάγκη όλους, συμπεριφέρονται σαν να μην έχουν ανάγκη κανέναν, ενώ στην πραγματικότητα έχουν ανάγκη τους πάντες (Διαβάστε και εδώ). Εξ ου και το Τριμερές Αμυντικό Σύμφωνο μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ηνωμένου Βασιλείου και Αυστραλίας, δίχως τη στρατιωτική συμμετοχή της Ινδίας και της Ιαπωνίας (και κάποια άμεση συσχέτιση με τις Φιλιππίνες και το Βιετνάμ), δεν μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μια μεγεθυμένη και ξαναζεσταμένη ANZUS του 1951, 70 χρόνια μετά ― ή για να το θέσουμε διαφορετικά, η AUKUS περισσότερα διακρατικά προβλήματα θα προκαλέσει στον Ατλαντικό, και στις σχέσεις μεταξύ ευρωπαϊκών και αγγλόφωνων κρατών, παρά θα «επιλύσει» ζητήματα στον Ειρηνικό. 

Ωστόσο, το τριμερές αυτό σύμφωνο δεν είναι μονοδιάστατο και πρέπει να ιδωθεί υπό πολλαπλά πρίσματα, πέρα από το προφανές: Κίνα. Η σημασία του δεν βρίσκεται τόσο στο επιχειρησιακό του σκέλος και στις πωλήσεις οπλικών συστημάτων όσο στις πολιτικές μεταβολές και τα ιστορικά νοήματα που προκύπτουν από τη γέννησή του. Τα νοήματα που αναδύονται μέσω μιας τέτοιας πολυπρισματικής θεώρησης του Συμφώνου δεν μπορούμε να τα θίξουμε εδώ σε βάθος, κάνουμε όμως μια πρώτη εισαγωγή, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης στα επόμενα μέρη.

Από την άλλη μεριά, οι Αμερικανοί βιάζονται, κάτι που είναι κατανοητό καθώς ο χρόνος μετρά εναντίον τους και είναι πλέον αντίπαλός τους. Όμως, τα κράτη που βρίσκονται στο τρίγωνο μεταξύ της νότιας και της ανατολικής Ασίας (από την Ινδική υποήπειρο μέχρι την Κορεατική χερσόνησο) με κορυφή την Αυστραλία, δηλαδή τα κράτη της νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN), αποτελούνται από κοινωνίες που ξεκινούν από χαμηλά και ανεβαίνουν, με σχετικά χαμηλά ποσοστά αστικοποίησης, ανάγκες εκσυγχρονισμού υποδομών και βελτίωσης συνθηκών ζωής, που ζουν σε μια περιοχή με περισσότερες από 30 πόλεις άνω του ενός εκατομμύριου κατοίκων και γιγάντια αστικά συμπλέγματα όπως η Τζακάρτα των 35 εκατομμυρίων κατοίκων, η Μανίλα και η Μπανγκόκ που αριθμούν 23 και 15 εκατομμύρια κατοίκους αντίστοιχα ― για αυτές τις κοινωνίες το παιχνίδι παίζεται ακόμη πολύ έντονα οικονομικά και μπορεί να είναι νωρίς για μια στρατιωκοποίησή του, καθώς δεν έχουν αποκομίσει αρκετά από τα οφέλη που προσμένουν. Για αυτές τις κοινωνίες, ο χρόνος μετρά υπέρ και όχι εναντίον τους. Επίσης, μεταψυχροπολεμικά, οι περισσότεροι ανέμεναν πως με 670 εκατομμύρια συνολικό πληθυσμό και ασύλληπτη εθνοτική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία (ενδεικτικά: 250 εκατομμύρια Μουσουλμάνοι, 150 εκατομμύρια Βουδιστές, λίγο λιγότεροι Χριστιανοί και μικρότερους αριθμούς Ταοϊστών, Ινδουιστών κ.λπ), η περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας θα μετατρεπόταν στα «Βαλκάνια της Ασίας», κάτι που δεν έχει επιβεβαιωθεί από τις τρεις περασμένες δεκαετίες. Επιπροσθέτως, την ίδια στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες στρατιωτικοποιούν την περιοχή, η Κίνα κάνει αίτηση συμμετοχής στη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία του Ειρηνικού (την πρώην Trans-Pacific Partnership που μετασχηματίστηκε), από την οποία οι Η.Π.Α αποχώρησαν, και αναπτύσσει βαθύτατες εμπορικές σχέσεις με τα κράτη της περιοχής μέσω της μεγαλύτερης εμπορικής περιφερειακής συμφωνίας στην νοτιοανατολική Ασία (RCEP). Οπωσδήποτε, το εμπόριο δεν υποκαθιστά τον πόλεμο, όπως πιστεύουν διάφοροι οικονομιστές, όμως για τη συγκεκριμένη περιοχή του πλανήτη, σε αυτή τη χρονική συγκυρία, μια κατεύθυνση προς στρατιωτικοποίηση των πραγμάτων θα μπορούσε να θεωρηθεί από τα κράτη της περιοχής ως πρώιμη. Όμως, όπως επισημάναμε, οι Αμερικανοί βιάζονται.

Ένα σύντομο σχόλιο για την Αυστραλία, πριν την ολοκλήρωση του δεύτερου μέρους. Είναι απορίας άξιο πως ακριβώς προστατεύει τα συμφέροντα του ένα νησί, που έχει ανάγκη τις εμπορικές οδούς, όταν στρέφεται εναντίον του μεγαλύτερου εμπορικού του εταίρου (Αυστραλία-Κίνα). Τις εμπορικές οδούς τις θέλουν ανοιχτές και υπό έλεγχο τα νησιωτικά κράτη προκειμένου να συνεχίζεται απρόσκοπτα το εμπόριο και η τροφοδοσία τους. Αφού ο μεγαλύτερος εμπορικός σου εταίρος είναι η Κίνα, από ποιον ακριβώς προστατεύεσαι; Από τον ίδιο τον μεγαλύτερο εμπορικό σου εταίρο, που έχει συμφέρον να συνεχίζεται απρόσκοπτα το εμπόριο μεταξύ σας; Εάν μάλιστα, στην προηγούμενη απορία, προστεθεί και η πιθανότητα κατάρρευσης της εμπορικής συμφωνίας Ε.Ε.-Αυστραλίας, η αντίθεση με την περίπτωση της Ιαπωνίας είναι εμφανής, καθώς Ε.Ε και Ιαπωνία έθεσαν σε ισχύ το 2019 μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές συμφωνίες στον πλανήτη. Τέλος, σε ό,τι αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο, η Κίνα δεν υπολογίζει σοβαρά και δεν θεωρεί ως ουσιαστική απειλή το βρετανικό ναυτικό.

Ολοκληρώνοντας, όπως οι διαπραγματεύσεις για την Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP), που ξεκίνησαν το 2013, σταμάτησαν χωρίς να ολοκληρωθούν στο τέλος του 2016, μετά από την απόφαση για αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (και με απόφαση του Συμβουλίου της Ε.Ε το 2019 χαρακτηρίστηκαν ως ξεπερασμένες και άνευ σημασίας), έτσι αποτελεί ρεαλιστική πιθανότητα η κατάρρευση της εμπορικής συμφωνίας Ε.Ε.-Αυστραλίας, μετά από το Τριμερές Σύμφωνο του Άγγλοσαξωνικού Άξονα ― το οποίο έρχεται στη ζωή κατόπιν (i) της προαναφερθείσας μεταβολής του 2016, (ii) δύο σημαντικών γεγονότων που έλαβαν χώρα μέσα στο έτος 2021 και (iii) της ολοκλήρωσης μιας ιστορικής περιόδου η οποία, στη μικρή της χρονική κλίμακα, ξεκίνησε είκοσι χρόνια νωρίτερα, το 2001.






~ III ~

Η εισβολή στο Καπιτώλιο την 6η Ιανουαρίου 2021 και η πτώση της Καμπούλ στους Ταλιμπάν την 15η Αυγούστου 2021, τα δύο αυτά γεγονότα, σηματοδοτούν την ολοκλήρωση ενός εικοσαετούς ιστορικού κύκλου για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η έναρξη του οποίου σηματοδοτήθηκε με τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου και το Πεντάγωνο.

Εάν ο μύθος, από τη μια μεριά, και η παγκόσμια ισχύς, το διεθνές κύρος και η αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, από την άλλη, εδράζονται σε μεγάλο βαθμό στη γεωπολιτική τους δύναμη, σε ό,τι αφορά το εξωτερικό, και στην έλξη του κοινωνικού τους μοντέλου, σε ό,τι αφορά το εσωτερικό, τότε η εισβολή στο Καπιτώλιο και η πτώση της Καμπούλ, αποτελούν την εσωτερική και εξωτερική μορφή της ολοκλήρωσης αυτού του εικοσαετούς ιστορικού κύκλου.




Η αμφισβήτηση του μύθου και η επίθεση στα σύμβολα της εμπορικής και στρατιωτικής  παγκόσμιας αμερικανικής ηγεμονίας το 2001, ολοκληρώθηκε με την εισβολή ατάκτων στο κτίριο-σύμβολο της εθνικής συνοχής και της ομοσπονδιακής εξουσίας, και την άτακτη αποχώρηση από τη χώρα-σύμβολο του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Αν μάλιστα, στα δύο προηγούμενα, σταθμίσουμε  και τη διαχείριση της πανδημίας, τότε το 2021 αποτελεί το καταστροφικότερο έτος για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, τουλάχιστον μεταψυχροπολεμικά αν όχι από την ίδρυσή τους.

Από το “Nous sommes tous Américains” το 2001 και την ενεργοποίηση για πρώτη και μόνη φορά του άρθρου 5 της ιδρυτικής συνθήκης του ΝΑΤΟ, δηλαδή της ρήτρας συλλογικής άμυνας, οδηγηθήκαμε, είκοσι χρόνια μετά, στην άτακτη ΝΑΤΟϊκή αποχώρηση από το Αφγανιστάν, την επαναφορά του ζητήματος της ευρωπαϊκής άμυνας, και στο “A la demande du Président de la République, j’ai décidé du rappel immédiat à Paris pour consultations de nos deux ambassadeurs aux États-Unis et en Australie”, με αφορμή την AUKUS, δηλαδή, ας το επαναλάβουμε ακόμα μια φορά, το Τριμερές Σύμφωνο του Άγγλοσαξωνικού Άξονα.


~ IV ~

Το νησί της Μεγάλης Βρετανίας έχει διαδραματίσει ιστορικά έναν ασύλληπτα κεντρικό ρόλο, τον οποίο ουδέποτε πρόκειται να αντιληφθεί μια συνείδηση που σκέφτεται αποκλειστικά με όρους βιομηχανίας και κεφαλαιοκρατίας ―αποδίδοντας την κεντρικότητα της νήσου αποκλειστικά σε αυτούς τους όρους―, διότι ο κεντρικός ρόλος της Μεγάλης Βρετανίας προέκυψε από κάτι βαθύτερο, το οποίο ασφαλώς ούτε οι «θαλασσοκέφαλοι» και «ναυτοκεντρικοί» αερόμυαλοι, πρόκειται να αντιληφθούν. Η κεντρικότητά της νήσου οφείλεται στο γεγονός ότι αποτελούσε ιστορικά τον σύνδεσμο μεταξύ δύο διαφορετικών σφαιρών ή, ορθότερα, δικαίων και τάξεων: της θάλασσας και της στεριάς. Από αυτό τον δεσμό προέκυψε ιστορικά η κεντρικότητα της Μεγάλης Βρετανίας. Είναι αυτοκτονικό για τη Βρετανία να στραφεί ολοκληρωτικά προς τη θάλασσα ― αν απαγκιστρωθεί εντελώς από τη στεριά εξαϋλώθηκε. Εκτός, εάν η στροφή της αποτελεί ένα βήμα (και άρα μια κοροϊδία προς τους Αμερικανούς), μέχρι να καταφέρει να αποτελέσει ξανά σύνδεσμο μεταξύ της ναυτικής τάξης και μιας διαφορετικής εδαφικής τάξης, που δεν θα είναι ευρωπαϊκή (Το 2015, όταν υπήρξε το πρώτο ευρωπαϊκό κράτος που άνοιξε τον χορό για την ένταξη στην Asian Infrastructure Investment Bank, κάτι τέτοιο φάνταζε ρεαλιστικό και πιθανό. Πλέον, ένα τέτοιο ενδεχόμενο φαντάζει μη ρεαλιστικό ή υπερβολικά αισιόδοξο για να είναι αληθινό). Όπως και να 'χει, η ολοένα και στενότερη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί επιλογή και απόφαση αδυναμίας και πράξη εξαΰλωσης και έκλειψης του Ηνωμένου Βασιλείου ― κανένα κράτος δεν επιθυμεί να είναι πολυεπίπεδα εξαρτημένο αποκλειστικά από ένα άλλο κράτος, όσο και αν ισχυρίζονται κάτι τέτοιο φυλετισμοί και ιδεολογίες.

Όταν ο Alfred Mahan πρότεινε το 1894, σε άρθρο του, την επανένωση της Αγγλίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όχι πρώτιστα λόγω μιας κοινότητας φυλής, γλώσσας και κουλτούρας αλλά κυρίως προκειμένου να διαφυλαχθεί η παγκόσμια αγγλοσαξωνική κυριαρχία στις ανοιχτές θάλασσες, το νησί της Μεγάλης Βρετανίας ήταν υπερδύναμη (δηλαδή υπήρχε κάποια ισορροπία μεταξύ των δύο δυνάμεων μέσα σε μια πιθανή Αγγλό-Αμερικανική ένωση) και οι ηπειρωτικών διαστάσεων Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούσαν ακόμη τον αγγλο-προτεσταντικό εθνοτικό τους πυρήνα (δηλαδή υπήρχε κοινότητα φυλής, γλώσσας και κουλτούρας). Όμως, τότε η Αγγλία ήταν ισχυρή, και μια ισχυρή χώρα ουδέποτε θα σκεφτόταν σοβαρά μια τέτοια επιλογή ― αντίθετα, μια αδύναμη χώρα, ίσως και να μπορεί. Οι επαναφορές τέτοιων ιδεών, υπό τις τρέχουσες συνθήκες, σχεδόν 130 χρόνια μετά, αποτελούν σύμπτωμα κατάρρευσης και όχι επιβεβαίωσης της κοινότητας φυλής, γλώσσας και κουλτούρας καθώς και της παγκόσμιας αγγλοσαξωνικής κυριαρχίας. Θα επανέλθω στο ζήτημα.

Πίσω από την επαναφορά τέτοιων ιδεών, λοιπόν, και κάτω από διάφορες προτεσταντικές, κεφαλαιοκρατικές, φιλελεύθερες, τεκτονικές, φιλανθρωπικές, δυτικίστικες, δημοκρατικές, ανθρωπιστικές και άλλες προβιές, κρύβεται αυτό για το οποίο ουδείς μιλά ανοιχτά, λόγω πολιτικού και διπλωματικού καθωσπρεπισμού: αγγλοσαξωνικός φυλετισμός και φυλετικός φόβος για τον Yellow Peril, Le Péril Jaune, Yellow Terror/Menace κ.λπ. Τα δύο αυτά, το πρώτο σε επίπεδο διάνοιας και το τελευταίο υπό τη μορφή συναισθήματος, έχουν αναμειχθεί και σμιλευθεί στο «δυτικό φαντασιακό». 130 χρόνια πριν:



An anti-colonial Qing Dynasty Chinese man standing over a fallen white woman, who represents the Western world. 1899.

Αυτό είναι το κεκαλυμμένο επιχείρημα και το πλαίσιο πάνω στο οποίο επιδιώκουν οι «Δυτικοί», για μια ακόμη φορά, να βγάλουν για λογαριασμό τους τα κάστανα από τη φωτιά οι Ρώσσοι: ο φυλετικός φόβος. Με λίγα λόγια, χτυπάνε τους Ρώσσους σε ένα ψυχοσυναισθηματικό και ιστορικό νεύρο διότι ο φόβος αυτός είναι πολύ βαθύτερος στο ευρωπαϊκό φαντασιακό ―ιδιαίτερα της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης― παρά στο φαντασιακό των Αγγλοσαξόνων ή στο «δυτικό φαντασιακό» (Ευρώπη και Δύση δεν είναι ίδια πράγματα). Η στάση που έχουν οι Ρώσσοι φανερώνει, στην πράξη, πως είναι περισσότερο ορθολογικοί από τους Αμερικανούς, διότι δεν έχουν υποκύψει σε αυτό τον ουσιαστικά συναισθηματικό φόβο, και ας έχουν ιστορική εμπειρία όχι μόνο προάσπισης αλλά και άλωσης της εστίας τους

Η βαθύτερη ρίζα του Yellow Peril είναι η παραλίγο κατάκτηση της Ευρώπης από τους Μογγόλους, η οποία αποτράπηκε όχι κυρίως λόγω της γενναιότητας «Ούγγρων, Κροατών κ.λπ» (με σημερινούς ορούς), καθώς ηττήθηκαν, αλλά εξαιτίας του γεγονότος ότι, εκείνη την εποχή, η Βαγδάτη ήταν κοσμόπολη ενώ το Παρίσι ήταν κωμόπολη, συγκριτικά με τις μεγάλες πόλεις της εποχής. Δηλαδή, η αντίσταση, παρά τις ήττες, ήταν αρκετή ώστε οι Μογγόλοι να σκεφτούν «Δεν αξίζει. Τι κάνουμε εδώ; Στην υπανάπτυξη και τη φτώχεια; Ό,τι ήταν να σαρώσουμε-σαρώσαμε. Πάμε να σαρώσουμε τον πολιτισμό και τον πλούτο», δηλαδή τη Βαγδάτη: βάζοντας κατά αυτό τον τρόπο τέλος στη λεγόμενη Χρυσή Εποχή του Ισλάμ. Για τους Μογγόλους, η μάχη του Mohi ήταν ένα περιφερειακό-συνοριακό γεγονός μικρής σημασίας, σε κάποιο απώτατο γεωγραφικό όριο του δικού τους κόσμου. Ό,τι δηλαδή ήταν και για τους Ομεϋαδες η μάχη της Tours (ή μάχη του Πουατιέ), που μετασχηματίστηκε σε μύθο. Ασφαλώς, για την εποχή τους, δηλαδή για το παρόν της καθεμιάς, η πρώτη (Mohi) ήταν σημαντικότερη από την τελευταία (Tours), όχι μόνο γιατί η μάχη του Mohi ήταν περισσότερο πολυάνθρωπη ή γιατί οι Μογγόλοι ήταν μια τρομακτική πολεμική μηχανή που όμοιά της δεν είχε δει μέχρι τότε ο άνθρωπος, αλλά κυρίως γιατί το 1241 μ.Χ υπήρχε κάτι διαμορφωμένο και σχετικά συνεκτικό να υπερασπιστείς: Χριστιανοσύνη και, στα σπάργανα και υπό διαμόρφωση, «Ευρώπη» (ασφαλώς καμία «Δύση» δεν υπήρχε τότε), σε αντίθεση με το 732 μ.Χ που δεν υπήρχε, παρά τα όσα γράφτηκαν εκ των υστέρων. Εάν οι Ούγγροι και η κεντρική Ευρώπη είχαν ανάλογη δύναμη και επιρροή με αυτή των Γάλλων και της Ευρώπης του Ρήνου, στις μέρες μας, τη μάχη του Mohi θα γνώριζαν οι άνθρωποι, παρόλο που αποτελεί ήττα (αυτό είναι ένα παράδειγμα όχι εξωτερικού αλλά εσωτερικού δυτικοευρωκεντρισμού με «Ευρώπη» και «Δύση», δηλαδή πολιτισμό, να είναι το Παρίσι, το Λονδίνο κ.λπ, που «πέρασαν διαφωτισμό» και τα λοιπά γνωστά ιστορικά αερολογήματα, και με τους άλλους, στην προκειμένη περίπτωση τους Ούγγρους, να είναι «όχι αρκετά Ευρώπη και Δύση», δηλαδή βαρβαρότητα, που χρήζουν «εκπολιτισμού»). 

Οι Αμερικανοί, σε αντίθεση με τους Ρώσσους, παρόλο που δεν έχουν ιστορική εμπειρία απειλής και άρα προάσπισης της εστίας τους, χαρακτηρίζονται από ιδεολογικό φόβο και είναι αυτό το στοιχείο ―μέχρι ενός σημείου και σε συνάφεια με άλλους παράγοντες ορισμένοι εκ των οποίων αναφέρονται στο επόμενο μέρος―, που καθρεφτίζει ένα βαθμό ανορθολογικότητας απέναντι στην Κίνα. 

Ας ολοκληρώσουμε, όμως, με τους Ρώσσους και τους απτούς λόγους για τους οποίους οι «Δυτικοί» τους έχουν ανάγκη, με προοπτική ασφαλώς μόλις τελειώσει η δουλειά ―αν έχει απομείνει τίποτα―, να τους δαιμονοποιήσουν και να τους περιθωριοποιήσουν, όπως συνηθίζουν να κάνουν ιστορικά, και να τους έχουν έτοιμη και εύκολη λεία προς βορά. Πριν από πολλά χρόνια ―μπορεί και από την αρχή, το 2012―, θέλοντας να αναδείξω σε αδρές γραμμές μια ιστορική και γεωγραφική σχέση, είχα επισημάνει:

Από τον Ναπολέοντα μέχρι τον Χίτλερ το παιχνίδι παραμένει το ίδιο και σχεδόν κουραστικό ― η κυρίαρχη ηπειρωτική ευρωπαϊκή δύναμη (Γαλλία, Γερμανία) ηττάται από μια συμμαχία της οποίας οι δύο συνεργαζόμενες δυνάμεις αναφωνούν: Ο τρόπος να συντρίψουμε τους ηπειρωτικοευρωπαίους είναι να τους λιώσουμε ανάμεσα στις μυλόπετρες της Ατλαντίας και της Ευρασίας! Πάντα μια ατλαντική δύναμη (Αγγλία, Η.Π.Α), στο τέλος, συνεργάζεται με τη συγκεκριμένη δύναμη που δεσπόζει στην Ευρασία. Τη Ρωσσία. Πιο συγκεκριμένα την αυτοκρατορική Ρωσσία τον 19ο, τη σοβιετική Ρωσσία στον 20ο αιώνα. Τον 19ο αιώνα η Αγγλία επικράτησε επί της Γαλλίας με τη βοήθεια της αυτοκρατορικής Ρωσσίας. Τον 20ο αιώνα οι Η.Π.Α επικράτησαν επί της Γερμανίας με τη βοήθεια της σοβιετικής Ρωσσίας. Ο 19ος αιώνας υπήρξε ο αιώνας της Αγγλίας (μέσω μιας ευρωκεντρικής ματιάς). Ο 20ος αιώνας ήταν ο αιώνας των Η.Π.Α. Ο 21ος αιώνας;...
Αναμένουμε να δούμε εάν οι Ρώσσοι θα γίνουν, για μια ακόμη φορά, τα κορόιδα των Αγγλο-Αμερικανών. Μέχρι πριν από μισό αιώνα οι ανατολικοί Σλάβοι ήταν κάτι σαν ερυθροί εκβιομηχανισμένοι Ούννοι και η Ρωσσία ήταν η «Ανατολή», ενώ οι Ιάπωνες από Κίτρινος Τρόμος μεταμορφώθηκαν και έγιναν «Δύση» (άλλωστε, παλαιότερα, Ούννοι ήταν και οι Γερμανοί μέχρι που απηύδησαν και αποφάσισαν να γίνουν Άριοι ― δηλαδή να αντιγράψουν τους πρωτεργάτες και πρωτοδίδαχους Άγγλους, και σε μικρότερο βαθμό τους Γάλλους: και οι δύο βολεύτηκαν που ταυτίστηκε το όλο ζήτημα με τους Γερμανούς αντιγραφείς). Τώρα, που ζορίζουν ξανά τα πράγματα για τους «θαλασσινούς», οι Ρώσσοι σιγά-σιγά γίνονται πάλι φυλετικά αδέρφια. Μέχρι στιγμής, οι Ρώσσοι φαίνεται να παίζουν έξυπνα το παιχνίδι. Ίδωμεν.


~ V ~

Δηλώνοντας, εξ αρχής, πως προϋποτίθεται ως αυτονόητη και κοινή γνώση το γεγονός ότι η Γαλλία καλύπτει τα εθνικά της συμφέροντα πίσω από τα ευρωπαϊκά ή, για να το θέσουμε ευρύτερα, ότι ντύνει και προωθεί τα συμφέροντά της μέσω υπερεθνικών και «οικουμενικών» πέπλων ―πέραν του «εξευρωπαϊσμού» τους, δηλαδή της προώθησης των γαλλικών συμφερόντων ως «ευρωπαϊκών»―, με κυριότερα από αυτά τα πέπλα να είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα, η φεμινιστική διπλωματία, η διεθνής δικαιοσύνη, οι επείγουσες ανθρωπιστικές δράσεις, η φραγκοφωνία και οι πολιτικές για το κλίμα και το περιβάλλον, μπορούμε να τονίσουμε το εξής:

Το επιχείρημα ότι η Γαλλία πάντοτε είχε παρεμφερείς συμπεριφορές, απέναντι στις Η.Π.Α, και ότι τα λόγια περί ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας επαναλαμβάνονται εδώ και χρόνια, αποκρύπτει το εξής απλό αλλά ουσιαστικό ― το 2021 δεν είναι ούτε 2001 ούτε 1981

Η λογική και δικαιολογημένη εκτίμηση πως μια προσπάθεια διαμόρφωσης ευρωπαϊκής κυριαρχίας, αυτονομίας και άμυνας, μπορεί να μην έχει ρεαλιστικές πιθανότητες (για λόγους υποκειμενικούς και αντικειμενικούς, στους οποίους δεν μπορούμε να επεκταθούμε λόγω χρόνου και έκτασης), δεν θα πρέπει να μας παραπλανά και να μας οδηγεί να χάνουμε από τα μάτια μας ορισμένες σημαντικές μεταβολές, που λαμβάνουν χώρα:

Όλο και περισσότεροι άνθρωποι στην Ευρώπη προσλαμβάνουν, πλέον, τις Η.Π.Α ως μια ηθικά και πολιτικά κατεστραμμένη ή, το λιγότερο, απομυθοποιημένη δύναμη: αντίληψη που ασφαλώς δεν υπήρχε πριν από δύο δεκαετίες. Μια τέτοια μεταβολή, στον τρόπο που προσλαμβάνουν άνθρωποι στην Ευρώπη τις Ηνωμένες Πολιτείες, σημαίνει ότι σταδιακά το αμερικανικό κράτος χάνει τη μάχη του ιστορικού ορίζοντα (αποκορύφωση της αμερικανικής επιρροής και ισχύος, υπό αυτό το πρίσμα, υπήρξε η πρώτη μεταψυχροπολεμική περίοδος μονοπολικής στιγμής-κυριαρχίας των Η.Π.Α, κατά τη διάρκεια της οποίας αρκετοί άνθρωποι πίστεψαν πως ζούμε κάποιο Τέλος της Ιστορίας). Επίσης, μια τέτοια αντίληψη επιφέρει αλλαγές στον τρόπο που προσεγγίζονται οι διατλαντικές σχέσεις και η βορειοατλαντική συμμαχία συνολικά. Πλέον, κάθε φορά που μια αμερικανική απόφαση δεν συνυπολογίζει τα συμφέροντα κεντρικών ευρωπαϊκών κρατών, επανέρχεται το ζήτημα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, με τις φωνές να πυκνώνουν και να δυναμώνουν (τα μπρος και τα πίσω, π.χ ένας συμβιβασμός της Γαλλίας με τις Η.Π.Α σε ό,τι αφορά τη σχέση βορειοατλαντικού συμφώνου και ευρωπαϊκής άμυνας, δεν αλλάζουν την κατεύθυνση προς την οποία κινούνται τα πράγματα). Το 2001 οι περισσότεροι πολίτες στην Ευρώπη θεωρούσαν την ήπειρό τους αδύναμη και την Αμερική πανίσχυρη. Είκοσι χρόνια μετά, ολοένα και περισσότεροι «Ευρωπαίοι» είναι σκεπτικοί, δύσπιστοι ή επιφυλακτικοί για τη δύναμη της Αμερικής (οι διαφοροποιήσεις ορισμένων κρατών που τελούν υπό συγκεκριμένες συνθήκες και έχουν ιδιαίτερες ανάγκες δεν αλλάζει τη μεγάλη εικόνα που διαμορφώνεται. Κράτη όπως η Πολωνία και η Νορβηγία, λόγω Ρωσσίας, και η Δανία, λόγω Γερμανίας, αποτελούν μια ιδιαίτερη ομάδα χωρών. Και η Ελλάδα, παρόλο που είναι μέλος και της Ε.Ε και της ευρωζώνης, αισθάνεται έναν μαγνητισμό προς αυτό το γκρουπ, λόγω Τουρκίας. Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια: η Τουρκία είναι πιο κοντά σε αυτό το ατλαντικό γκρουπ κρατών). Επιπλέον, είναι αμφίβολο εάν η πλειοψηφία των πολιτών στα κράτη-μέλη της Ε.Ε έχουν ως προτεραιότητά τους να ζήσουν το νεοψυχροπολεμικό remake ενός νέου διπολισμού υπό αμερικανική σκηνοθεσία και σενάριο γραμμένο στη Βιρτζίνια, το Λάνγκλεϊ, το Φορτ Μιντ και την Ουάσινγκτον, στο οποίο remake στη θέση της Ε.Σ.Σ.Δ θα πρωταγωνιστεί η Κίνα. Ο κόσμος είναι πολύ μεγάλος και πολύπλοκος για να είναι διπολικός. Μια περισσότερο πιθανή συνθήκη είναι η εξής: πολλαπλά ασύμμετρα ετερογενή μεταξύ τους κέντρα που δρουν σε ένα περιβάλλον-σύστημα έντονης ανισοκατανομής ισχύος, με δυσκολία διαχείρισης αυτής της ανισοκατανομής από ένα ή και περισσότερα εξ αυτών των κέντρων-πόλων, με αποτέλεσμα να συνυπάρχουν ταυτόχρονα, σε διαφορετικά μήκη και πλάτη του πλανήτη, τάξη, αταξία και αλλαγή. 

Οι άνθρωποι στην Ευρώπη που σκέφτονται τις Η.Π.Α ως μια δύναμη την οποία, ceteris paribus, θα υπερκεράσει η Κίνα στους περισσότερους κρίσιμους τομείς, εντός των επόμενων 10-15 ετών, σκέφτονται ορθά, ψύχραιμα και λογικά. Το πρόβλημα είναι πως οι άνθρωποι στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, απ' ό,τι φαίνεται, δεν μπορούν ούτε καν να διανοηθούν ένα τέτοιο ενδεχόμενο (δεν εννοώ να παραιτηθούν, αλλά να μην πέφτουν από τα σύννεφα όταν διαψεύδονται τα αυτονόητά τους από τα γεγονότα και την πραγματικότητα). Γιατί αδυνατούν να διανοηθούν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα αναρωτηθεί κάποιος. Οι λόγοι είναι πολλοί, αναφέρω τηλεγραφικά ορισμένους: επειδή (i) έτσι έχουν μάθει καθώς έχουν ζήσει μόνον ανοδική πορεία και ακμή, (ii) είναι αλαζόνες δίχως να αντιλαμβάνονται πως σε όλα τα πράγματα υπάρχουν όρια, (iii) συνεχίζουν να πολεμούν τον δεύτερο παγκόσμιο (οι Ταλιμπάν έπρεπε να είναι Ισλαμόφασίστες και στο Ιράκ έπρεπε να γίνει De-Ba'athification/nazification: αυτά όμως είναι καλά για τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης, την πολεμική και την προπαγάνδα, όχι για να χαράσσονται στρατηγικές. Κατά αυτό τον τρόπο καταστρέφουν χιλιάδες μυαλά που σκουπιδοποιούν τη σκέψη τους με αυτές τις κενές περιεχομένου, ουσίας και νοήματος αηδιολογίες, με τις οποίες αναγκαζόμαστε να ασχολούμαστε επειδή είναι πρώτη δύναμη και αναγκαστικά ο κόσμος την παίρνει στα σοβαρά). Όμως οι Η.Π.Α δεν ξαναζούν μόνο τον μεγαλύτερο νικηφόρο πόλεμο του παρελθόντος αλλά επιθυμούν να πολεμήσουν ξανά και τον Ψυχρό Πόλεμο (Ε.Σ.Σ.Δ = Κίνα). Τέλος, οι Αμερικανοί δεν μπορούν ούτε καν να διανοηθούν το ενδεχόμενο να αποτελούν το δεύτερο ισχυρότερο κράτος στον πλανήτη επειδή (iv) δεν σκέφτονται στρατηγικά και κυρίως μακροπρόθεσμα ― οι άνθρωποι αυτοί πυροδοτούν τον μεγαλύτερο γεωπολιτικό ανταγωνισμό που έχει γνωρίσει η ανθρώπινη ιστορία δίχως να έχουν αναπτύξει στρατηγική.

Επιστρέφοντας στο κυρίως θέμα, ο ψυχρός πόλεμος υπήρξε καλός για ευρωπαϊκά κράτη επειδή βρέθηκαν στην πλευρά του νικητή ― και όχι του ηττημένου. Διαπιστώνουμε πως όλο και περισσότεροι άνθρωποι, πλέον, τοποθετούν την έννοια «Δύση» εντός εισαγωγικών. Ποιες είναι άραγε οι έννοιες που κερδίζουν έδαφος, την ίδια στιγμή που η έννοια της «Δύσης» σχετικοποιείται και υποχωρεί; (Διαβάστε και εδώ: II) Η «Ευρώπη», έστω ως ψυχολογικό αποκούμπι, και η «Παρακμή». Μια ακόμα διαπίστωση είναι πως στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, σταδιακά, διαμορφώνεται ένα κλίμα και μια συνείδηση που συναντάμε και στο μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου πλανήτη: ότι δηλαδή οι κοινωνίες θα προτιμούσαν να μείνουν αμέτοχες, ή να μην αναγκαστούν να επιλέξουν πλευρές, σε μια πιθανή σύγκρουση μεταξύ Η.Π.Α και Κίνας. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά πολίτες ευρωπαϊκών κρατών, τούτο δεν συμβαίνει απλώς επειδή δεν επιθυμούν μια τέτοια σύγκρουση αλλά και επειδή δεν πιστεύουν πως θα βρίσκονται με αυτονόητο τρόπο στην πλευρά του νικητή – δηλαδή αμφιβάλλουν για τις δυνατότητες και την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής να επικρατήσουν σε μια τέτοια σύγκρουση, επιβεβαιώνοντας πως η απώλεια αξιοπιστίας των Η.Π.Α έχει προκαλέσει κρίση εμπιστοσύνης. Δεν χρειάζεται να επισημάνουμε ότι τα κράτη, όπως και οι άνθρωποι, εμπιστεύονται άλλα κράτη που έχουν δοκιμαστεί και αποδειχθεί αξιόπιστα ― κατά συνέπεια εφόσον ένα κράτος αποδειχθεί αναξιόπιστο δεν χαίρει εμπιστοσύνης (τα ίδια ισχύουν με τους ανθρώπους). Στο σημείο αυτό μπορεί να έρθει σε σύγκρουση το ζήτημα της ανάγκης ενός κράτους και της αναξιοπιστίας ενός άλλου: ένα κράτος μπορεί να έχει την πίστη πως δεν έχει άλλη επιλογή από το να εμπιστευτεί και να εναποθέσει της ελπίδες του σε ένα άλλο κράτος, παρόλο που το κράτος αυτό έχει αποδειχθεί αναξιόπιστο. Μια τέτοια επιλογή, είτε υποτιθέμενης είτε πραγματικής ανάγκης, το πιθανότερο είναι να καταλήξει σε διάψευση προσδοκιών και στο τέλος των ψευδαισθήσεων.

Εάν, λοιπόν, η σκέψη μας καθηλωθεί απλώς στη μη ρεαλιστική πιθανότητα μιας «ευρωπαϊκής» κυριαρχίας και αυτονομίας, όλα αυτά εξαφανίζονται. Και όχι μόνο. Καθώς, εάν τα προηγούμενα θεωρηθούν γνώμες ή ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας, υπάρχουν και κάποια ακόμα, πρωταρχικά και κύρια, που χάνονται από τη ματιά μας:

Η θέση του Πρόεδρου της Γαλλίας, το 2000, για μια δύναμη ταχείας αντίδρασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν έγινε μετά από δηλώσεις και της Καγκελαρίου της Γερμανίας και του ίδιου του Γάλλου Προέδρου πως η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στις Η.Π.Α για την προστασία της, ούτε μετά από μια θεμελιώδη μεταβολή και μια νέα κατάσταση κατά την οποία, για πρώτη φορά, οι δύο από τις τρεις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη βρίσκονται στην περιοχή της ανατολικής Ασίας ή της Ασίας του Ειρηνικού. Το 2000 ακολούθησε, αρχικά, το 2013 με την αποκάλυψη της παρακολούθησης του κινητού τηλεφώνου ενός ή μιας Καγκελάριου της Γερμανίας και, έπειτα, το 2016 με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα λόγια του Σιράκ προηγήθηκαν των δηλώσεων του Τράμπ πως το ΝΑΤΟ είναι παρωχημένο και του Μακρόν πως είναι εγκεφαλικά νεκρό, και δεν ειπώθηκαν μετά, αλλά πριν, από δύο συνεχείς περιπτώσεις κατά τις οποίες οι Η.Π.Α δεν μπόρεσαν ούτε να προασπίσουν το δίκαιο ούτε να επιβεβαιώσουν την ισχύς τους. Τέλος, οι δηλώσεις περί ευρωπαϊκής άμυνας επαναλαμβάνονται μετά από την ήττα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στο Αφγανιστάν και στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και τη σύναψη του Τριμερούς Αμυντικού Συμφώνου του Αγγλοσαξωνικού Άξονα.

Το 2021 δεν είναι ούτε 2001 ούτε 1981.


Επίλογος

Τα προηγούμενα αποτελούν σημεία καμπής και αιτιακούς παράγοντες που σε συνάφεια με ακολουθίες μεταβολών και αλληλουχίες γεγονότων σκιαγραφούν μια υπό διαμόρφωση νέα κατάσταση

Ποιος θα είναι ο τελευταίος χρονικά από αυτούς τους παράγοντες και τα γεγονότα που θα προστεθούν στην υπάρχουσα κατάσταση, διαδραματίζοντας τον αποφασιστικό ρόλο για τη μεταβολή της, δηλαδή ποιο θα είναι το κατ' εξοχήν αίτιο (και αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι θα αντιληφθούν ως και το μοναδικό), δεν γνωρίζουμε. Ίσως να μην έχει και ιδιαίτερη σημασία, καθώς αυτό το λεγόμενο κατ' εξοχήν αίτιο δεν θα είναι, ασφαλώς, ο ουσιαστικός παράγοντας και λόγος για την καθοριστική μεταβολή ―όπως δεν ήταν τα λόγια του Τράμπ πριν από την εισβολή ατάκτων στο Καπιτώλιο ή η εντολή του Μπάιντεν πριν από την άτακτη αποχώρηση από το αεροδρόμιο της Καμπούλ―, παρά ο λόγος και η αιτία θα βρίσκεται στην όλη κατάσταση που θα έχει διαμορφωθεί (εάν συνεπαίρνει τον αναγνώστη μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να ρίξει μια ματιά σε Τολστόι και Βίτγκενσταϊν). Μπορεί να μη γνωρίζουμε, λοιπόν, ποιο θα είναι αυτό το τελευταίο χρονικά γεγονός και  το κατ' εξοχήν αίτιο, όμως αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε είναι πως η νέα κατάσταση που αχνοφαίνεται στον ιστορικό ορίζοντα, από τους παράγοντες που τη σκιαγραφούν, μπορεί να περιγραφεί ως πολυδιάσπαση της «Δύσης».

Τέλος, από τη σκοπιά μιας ματιάς που επικεντρώνεται στις Η.Π.Α, όλα τα προηγούμενα αποτελούν γεωπολιτικές επιπτώσεις και συμπτώματα της κρίσης εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας, της αδυναμίας, των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Εν κατακλείδι, οι συνεχώς ενισχυόμενες τάσεις πολυδιάσπασης της Δύσης είναι ευθέως ανάλογες με την κρίση της αμερικανικής ισχύος.



~ . ~

Σημείωση-Επισήμανση
Για την αναρχοποίηση και πολυδιάσπαση της Δύσης ο παλαιός αναγνώστης έχει διαβάσει και έχει γνώση ήδη από την περίοδο της | π.Κ - BQ | Κοσμοϊδιογλωσσίας (εδώ κάποιες αναφορές παλαιότερων ετών που έχω επαναφέρει), και πιο συγκεκριμένα από το 2016. Η πρώτη φορά ήταν ενάμισι μήνα πριν από το δημοψήφισμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε κείμενο που αναφερόταν στις προσπάθειες, πρώτον, αποτροπής της αποχώρησής του από την Ε.Ε και, δεύτερον, ολοκλήρωσης της διατλαντικής εταιρικής σχέσης εμπορίου και επενδύσεων (TTIP), ενώ υπήρχε και αναφορά στη δυσλειτουργικότητα του ΝΑΤΟ.  Με λίγα λόγια, υπήρξε ορθή πρόγνωση για τις δύο μεταβολές. Θα επανέλθω παραθέτοντας τους παράγοντες, τις προσεγγίσεις και τις θέσεις, επί των οποίων εδραζόταν η λογική της πρόγνωσης, η οποία τελικά κατέστη πραγματικότητα.


.~`~.

Αν θεωρείτε πως ο χρόνος που αφιερώνεται και οι ιδέες που εκφράζονται έχουν αξία, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το κουμπί Donate, προκειμένου να συμβάλλετε στην απρόσκοπτη συνέχιση του εγχειρήματος της Κοσμοϊδιογλωσσίας. Ευχαριστώ.


24 | 9 | 2 μ.Κ (Year ΙΙ AQ) | 2021