29 Μαΐου 2018

Πόλεμος και Ιδέες.


Εισαγωγή

Είναι ο πόλεμος που καθορίζει τις μεγάλες μεταβολές και εκτρέπει ή αλλάζει τη ροή και την κατεύθυνση της ιστορίας, επιβάλλοντας νέες τάξεις και καταστρέφοντας παλαιές. Και οι ιδέες. Ορθότερα, είναι η εξέλιξη, οι επιπτώσεις και τα αποτελέσματα του πολέμου. Οι ιδέες τροφοδοτούν αποφάσεις και οι αποφάσεις επενδύονται ιδέες και καθορίζουν πράξεις, ενώ παρέχουν και το πλαίσιο μέσω του οποίου νοηματοδοτούμε και ερμηνεύουμε γεγονότα και καταστάσεις, εκτιμούμε, αξιολογούμε και σταθμίζουμε συνθήκες και αποτελέσματα, εκβάσεις και επιπτώσεις.

Πριν από περίπου ένα χρόνο τοποθετήσαμε, υπό μορφή νοητικού-ιστορικού πειράματος, ως εναρκτήριο σημείο του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όχι την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία αλλά την εισβολή της Ιαπωνίας στην Κίνα, επιδιώκοντας να ξαναδιαβάσουμε τα ίδια γεγονότα με λιγότερο ευρωκεντρικό τρόπο, προκειμένου να διαπιστώσουμε αν θα μπορούσε να προκύψει κάποιο γόνιμο συμπέρασμα που θα μας βοηθούσε, όχι μονάχα στην ανάγνωση και ερμηνεία του παρελθόντος, αλλά και κυρίως, στην καλύτερη κατανόηση της εποχής μας. Προκειμένου να εκτιμήσουμε πιθανές εξελίξεις και προοπτικές του μέλλοντος. Μπορεί άραγε το ξαναδιάβασμα του θεάτρου της Άπω-Ανατολικής Ασίας, μιας περιοχής που έχει αποκτήσει στις μέρες μας ιδιαίτερη σημασία και που μελλοντικά θα αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα, να μας βοηθήσει να προσεγγίσουμε τις εξελίξεις στην περιοχή αυτή με διαφορετικό μάτι; Αναρωτιόμασταν.

Η προηγούμενη προσπάθεια-απόπειρα σχετίζεται με τις ιδέες, με τη μεταβολή του πλαισίου μέσα από το οποίο αναδύεται ερμηνεία και νόημα, και τις ορθόδοξες ή επικρατούσες ερμηνείες και απόψεις. Προφανώς δεν είναι απαραίτητο να συμφωνούμε με όλες τις κυρίαρχες απόψεις και επικρατούσες ερμηνείες της ορθόδοξης μεταπολεμικής ιστοριογραφίας, καθώς οι απόψεις και οι ερμηνείες αυτές συνήθως εξηγούν λιγότερα απ' όσα ισχυρίζονται.

I

Το ότι ο πλανήτης θα ήταν διαφορετικός απ' ό,τι είναι σήμερα εάν είχε επικρατήσει στον πόλεμο η εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, δε νομίζουμε πως αμφισβητείται ή πως θέλει ιδιαίτερη ανάλυση.

Το γεγονός δεν αλλάζει - και όπως γίνεται ευκόλως αντιληπτό, υπάρχουν γεγονότα: η Γερμανία και η Ιαπωνία ηττήθηκαν στον πόλεμο. Οι ιδέες όμως αλλάζουν το νόημα, το ερμηνευτικό πλαίσιο και τα συμπεράσματα που προκύπτουν τόσο από την ήττα καθεαυτή, όσο και από τον πόλεμο στο σύνολο του (τα αποτελέσματα και την έκβαση του).

Πριν από τρία χρόνια, στη δημοσίευση με τίτλο Γιατί επικράτησαν οι «φιλελεύθερες δημοκρατίες» στον 20ο αιώνα, παραθέταμε:

Είναι δελεαστικό να εντοπιστεί η έκβαση (της επικράτησης του φιλελεύθερου δημοκρατικού στρατοπέδου) στα ειδικά χαρακτηριστικά και στα εγγενή πλεονεκτήματα της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ωστόσο, οι λόγοι για τις νίκες των φιλελεύθερων δημοκρατιών ήταν διαφορετικές για κάθε τύπο αντιπάλου... οι μη δημοκρατικές καπιταλιστικές δυνάμεις, η Γερμανία και η Ιαπωνία, ηττήθηκαν θεμελιωδώς στον πόλεμο επειδή ήταν μεσαίου μεγέθους κράτη με περιορισμένους πόρους. Αυτή η σύμπτωση και όχι τα κληρονομημένα πλεονεκτήματα της φιλελεύθερης δημοκρατίας έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ανατροπή της ισορροπίας εις βάρος των μη δημοκρατικών καπιταλιστικών δυνάμεων και υπέρ των δημοκρατιών.

Το πιο καθοριστικό στοιχείο ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Λόγω του ηπειρωτικού μεγέθους τους, όχι λιγότερο από ό,τι του δημοκρατικού τους καπιταλιστικού συστήματος, η ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών ξεπέρασε αυτή των επόμενων δύο ισχυροτέρων κρατών μαζί, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, με συνέπεια αυτό να ανατρέψει αποφασιστικά την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων υπέρ της - οποιαδήποτε - πλευράς στην οποία η Ουάσιγκτον βρισκόταν. Έτσι, αν κάποιος παράγοντας έδωσε στις φιλελεύθερες δημοκρατίες τη δυναμική τους, αυτός ήταν πάνω απ' όλα η ύπαρξη των Ηνωμένων Πολιτειών και όχι οποιοδήποτε εγγενές πλεονέκτημα. Στην πραγματικότητα, αν δεν ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η φιλελεύθερη δημοκρατία μπορεί κάλλιστα να είχε χάσει τις μεγάλες μάχες του 20ου αιώνα.

Αυτή είναι μια απογοητευτική σκέψη που συχνά παραβλέπεται στις μελέτες εξάπλωσης της δημοκρατίας στον 20ο αιώνα, και αυτό κάνει τον κόσμο σήμερα να εμφανίζεται πολύ πιο απρόβλεπτος και πενιχρός από ό,τι οι γραμμικές θεωρίες της ανάπτυξης - και του εκσυγχρονισμού - προτείνουν... [Έχουμε την επανάληψη] της θεωρίας εκσυγχρονισμού - η οποία πρόσφατα ενισχύθηκε από τους πολιτικούς επιστήμονες Francis Fukuyama και Michael Mandelbaum - σύμφωνα με την οποία υπάρχει μονάχα μια βιώσιμη πορεία προς τη νεωτερικότητα: η φιλελεύθερη δημοκρατική πορεία. Υπό το φως αυτής της οπτικής, οι χώρες που είχαν την ατυχία να παρεκκλίνουν από αυτή την πορεία, την οποία αρχικά πήραν το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, εν τέλει πρέπει να συγκλίνουν στο δρόμο του φιλελευθερισμού, είτε επειδή είναι κατώτερες από τις δημοκρατίες από άποψη ισχύος, είτε επειδή οι δυσεπίλυτες εσωτερικές τους αντιφάσεις θα εγκαινιάσουν τελικά μια διαδικασία δημοκρατικού μετασχηματισμού.

Σε αντίθεση με την παρήγορη ιδέα πως το δημοκρατικό σύστημα τελικά αποδείχθηκε ανώτερο, ο λόγος για την ήττα της Γερμανίας και της Ιαπωνίας έγκειται στο γεγονός ότι οι δύο χώρες ήταν απλά μικρότερες από τους αντιπάλους τους και λιγότερο ανεκτικές στην αποτυχία. Προκειμένου η Γερμανία να υπερβεί τα περιορισμένα εδαφικά της όρια και να πλήξει μοιραία τον ανώτερο συνασπισμό που διαμορφώθηκε εναντίον της στους παγκόσμιους πολέμους, θα χρειαζόταν μια σειρά από διαδοχικές σημαντικές επιτυχίες. Πράγματι, ήρθε εξαιρετικά κοντά στην επίτευξη αυτού του στόχου και στους δύο παγκόσμιους πολέμους. Αντίθετα, η κολοσσιαία δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών σήμαινε ότι οι δημοκρατίες ήταν σε θέση να αντέξουν καταστροφικές αποτυχίες - όπως η απώλεια της Ρωσίας ως συμμάχου στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η πτώση της Γαλλίας και η καταστροφή του στόλου του Ειρηνικού των ΗΠΑ στο Περλ Χάρμπορ στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο - και παρόλα αυτά να ανακάμψουν.

Έτσι, χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες για σύμμαχό τους, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο πιθανότατα θα είχαν χάσει από τη Γερμανία και στους δύο παγκόσμιους πολέμους. Το υπόλοιπο του εικοστού αιώνα, θα ήταν πολύ διαφορετικό, και οι πολιτικοί επιστήμονες θα είχαν πολύ λιγότερες ρόδινες ιστορίες να πουν για τη δημοκρατία. Η κατασκευασμένη μεγάλη αφήγηση του εικοστού αιώνα θα είχε τονίσει την ανώτερη συνεκτικότητα των αυταρχικών καθεστώτων, όχι το θρίαμβο της ελευθερίας. Γιατί οι μεγάλες αφηγήσεις, όπως η ιστορία, γράφονται από τους νικητές.

Azar Gat

Το γεγονός δεν αλλάζει: η Γερμανία και η Ιαπωνία ηττήθηκαν στον πόλεμο. Οι ιδέες όμως αλλάζουν το ερμηνευτικό πλαίσιο και το νόημα [1], τόσο της μεταπολεμικής εποχής όσο και του πολέμου καθεαυτού.

Είναι ο πόλεμος που καθορίζει, διαμορφώνει ή αλλάζει τον ρου της παγκόσμιας ιστορίας. Και οι ιδέες που (καθ)ορίζουν το νόημα και την ερμηνεία των πραγμάτων - ή/και την μεταπολεμική ιδεολογία. Η παρατήρηση περί του πολέμου δεν σημαίνει απαραίτητα πως τα κράτη επαυξάνουν την ισχύ τους μέσω του πολέμου [2]. Σημαίνει όμως πως κρίνονται και καθορίζονται οι κομβικές εξελίξεις και οι μεγάλες ιστορικές τομές. Αν δεν διαμορφώνονται νέες συνθήκες τουλάχιστον νομιμοποιούνται νέες ιστορικές καταστάσεις και επιβάλλονται νέες τάξεις μέσω του πολέμου [2]. Ο πόλεμος δεν αποτελεί απλώς συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα ή/και βασικό μέσο ή τρόπο επιβολής συμφερόντων και άσκησης κυριαρχίας, αλλά και όχημα ή μέθοδο επιβολής ιδεών. Κλασικό παράδειγμα επιβολής ιδεών μέσω του πολέμου αποτελεί ο συνδυασμός λιμπεραλισμού και τεχνολογικής ανάπτυξης, που αποτελεί ένα πολιτικών σκοπιμοτήτων ιδεολόγημα, επιβληθέν από την έκβαση των δύο παγκόσμιων πολέμων και έχον μονίμως την καταγωγή του στην ιμπεριαλιστική προϊστορία των «δυτικών» κρατών [3].

II

Οι Αφγανοί Mujahiddeens συνέβαλλαν στη σοβιετική αυτοκρατορική κατάρρευση/αυτο-κατάλυση ή τουλάχιστον στην αποδυνάμωση της θέλησης διατήρησης της Σοβιετικής Σφαίρας Επιρροής. Εάν εντάξουμε σε ένα ιστορικό συνεχές τον πόλεμο των Σοβιετικών-Ρώσσων στο Αφγανιστάν, μπορούμε να συμπεράνουμε πως οι Αφγανοί επέτυχαν - ή ολοκλήρωσαν - το 1980, αυτό που οι Ούγγροι το 1956 και οι Τσέχοι το 1968 δεν κατάφεραν. Το προηγούμενο προϋποθέτει όμως την υπέρβαση του ευρωκεντρισμού - της ευρωκεντρικής ιδεολογίας και ιστοριογραφίας - μέσω της σύνδεσης των συμβάντων στην Κεντρική Ευρώπη (Ουγγαρία και Τσεχία) με αυτά στην Κεντρική Ασία (Αφγανιστάν), δηλαδή τη σύνδεση δύο περιφερειών της πρώην Σοσιαλιστικής-Σοβιετικής Σφαίρας με το Σοβιετικό Κέντρο (Ε.Σ.Σ.Δ-Ρωσσία). Μπορούμε να δεχθούμε ή να αντέξουμε μια τέτοια ερμηνεία; Είναι πασιφανές πως μια τέτοια ερμηνευτική προσπάθεια δεν είναι δημοφιλής (όπως ακριβώς και η τοποθέτηση της εισβολής της Ιαπωνίας στην Κίνα και όχι της Γερμανίας στην Πολωνία ως εναρκτήριο σημείο του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου). Προσφέρει όμως κάποια γόνιμη ερμηνεία για όσα συμβαίνουν στις μέρες μας;

Το τέλος του ψυχρού πολέμου έχει αρκετές ερμηνείες (όρθόδοξες και μη) και οι περισσότερες - οι ορθόδοξες κυρίαρχες ή καθεστωτικές - αποτελούν αμερικανοκεντρικές θριαμβολογίες. Ωστόσο, εάν οι θριαμβευτικές ερμηνείες ήταν πραγματικά ορθές, οι εξελίξεις και τα γεγονότα θα έπρεπε να οδηγούν στην επιβεβαίωση των θριαμβολογιών και όχι στην αναίρεση τους. Με την αυτο-κατάργηση της «Σοβιετικής» Σφαίρας η «Δύση» είδε ως «πραγματικότητα» αυτά που ήθελε να δει: Το Τέλος της Ιστορίας και τη Νίκη της «Δημοκρατίας» (εννοώντας του λιμπεραλισμού και του ριζοσπαστικού «δυτικισμού»). Η ταύτιση πραγματικότητας, επιθυμίας και συμφέροντος καθόλου δεν μας παραξενεύει. Χρειαζόμαστε επανερμηνείες λοιπόν.

Μετά από τους Ρώσσους-Σοβιετικούς στο Αφγανιστάν ήρθαν οι Αμερικανοί. Και πάλι όμως τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα. Έχοντας υπόψη πως έχει ασκηθεί κριτική στην άποψη που θεωρεί το Αφγανιστάν ως καταστροφέα (νεκροταφείο) αυτοκρατοριών, μπορούμε άραγε να δούμε με κριτικό μάτι - έχοντας δηλαδή παράλληλα στο μυαλό μας την προηγούμενη κριτική - τη θέση πως μετά από την πτώση της σοβιετικής αυτοκρατορίας, το Αφγανιστάν αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα και για την ολοκλήρωση της αμερικανικής μονοπολικής στιγμής κυριαρχίας; Όταν ξεκίνησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες τον πόλεμο στο Αφγανιστάν ήταν πλανητικά κυρίαρχες και σχεδόν κανείς δεν αντιδρούσε σε όσα έλεγαν και έπρατταν. Σήμερα, σχεδόν ουδείς υπακούει.

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίεργη κατάσταση. Έχουμε μια περιθωριοποιημένη και τεχνολογικά και οικονομικά υπανάπτυκτη μουσουλμανική «χώρα» της κεντρική Ασίας, όπως το Αφγανιστάν, να νικά μια υπερδύναμη και να γονατίζει μια δεύτερη, συμβάλλοντας - όχι αποκλειστικά, αλλά ενεργητικά και σημαντικά - στην αλλαγή της πορείας της παγκόσμιας ιστορίας (οι Ηνωμένες Πολιτείες εχουν εγκλωβιστεί και ΔΕΝ έχουν νικήσει τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, παρόλο που τους βοήθησαν ή συνεργάστηκαν μαζί τους - κυρίως για αποχωρήσεις - τόσο οι Ρώσσοι όσο και οι Ιρανοί). Μπορούμε να δεχθούμε ή να αντέξουμε μια τέτοια ερμηνεία;

Η προηγούμενη αναφορά μαζί με τις δύο επόμενες, θα μας βοηθήσει να διανοίξουμε ένα ερμηνευτικό μονοπάτι και να βρούμε ένα συμπέρασμα-κλειδί.

Είναι δυνατόν η «Ειρήνη των Γενναίων» να προέκυψε από μεγαλοψυχία; Μπορεί άραγε να ισχυρίζεται κάποιος πως στην πραγματικότητα οι Γάλλοι «δεν έχασαν» στον πόλεμο της Αλγερίας όταν είχαμε ως πολίτικο αποτέλεσμα του πολέμου την Ανεξαρτησία της Αλγερίας; Είναι η απόφαση των Αλγερινών να πολεμήσουν που οδηγεί στην επιστροφή του Charles de Gaulle και στη δημιουργία όχι απλά πολιτικής αλλά συνταγματικής κρίσης και στην κατάρρευση-κατάλυση της Τέταρτης Δημοκρατίας και την Ανεξαρτησία της Αλγερίας (και όχι ασφαλώς το ανάποδο). Είναι οι αποικιακοί πόλεμοι των Πορτογάλων (1961-1974) που οδηγούν στην πτώση του Salazar, στην Επανάσταση των Γαρυφάλλων και στην πολιτειακή μεταβολή, και όχι η Επανάσταση των Γαρυφάλλων και η πολιτειακή μεταβολή που οδηγεί στην «παραχώρηση» ανεξαρτησίας στις πρώην αποικιακές κτίσεις [4].

Είναι η ήττα ή μη αντοχή του κόστους του πολέμου - ηθικού, πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού - που οδηγεί στις μεταβολές (και όχι π.χ η «γενναιοδωρία» των εξεγερμένων του μητροπολιτικού κέντρου). Είναι ο πόλεμος.

III

Στις προηγούμενες περιπτώσεις παρατηρούμε μια άτυπη ερμηνευτική «μεθοδολογία». Εσωτερικεύεται το αίτιο και μετατίθεται από το στρατιωτικό στο πολιτικό, κοινωνικό ή οικονομικό πεδίο (και φυσικά δίνεται ευρωκεντρική ερμηνεία). Επίσης, κατά αυτόν τον τρόπο εξαφανίζεται η ήττα - ή η αδυναμία να αντέξει μια κοινωνία και ένα κράτος το κόστος του συνεχούς πολέμου ή της μη νίκης.

Είναι η κοινωνική εξέγερση - και η πτώση ή μεταβολή του καθεστώτος μέσω αυτής - που οδηγεί στον τερματισμό του πολέμου και στην παραχώρηση ανεξαρτησίας, λένε. Είναι ο πόλεμος και η ανυπαρξία στρατιωτικής και πολιτικής νίκης που οδηγεί στα προηγούμενα (π.χ στην ανεξαρτησία στην περιφέρεια και στον κοινωνικό ή/και πολιτικό μετασχηματισμό στο κέντρο), απαντάμε.

Λες και ο αδιέξοδος πόλεμος στο Βιετνάμ δεν αποτελεί αίτιο, αλλά μια απλή αφορμή, για το μετασχηματισμό της αμερικανικής κοινωνίας από τη δεκαετία του 1960 και ύστερα. Κατά αυτόν τον τρόπο δεν είναι ο σχεδόν εικοσαετής πόλεμος και η ήττα στο Βιετνάμ, αλλά μια μεταφυσικού τύπου δεκαετία του 1960 (και οι «επιθυμίες» των φοιτητών) που οδηγεί στις μεταβολές στις Η.Π.Α.

Είναι ο πόλεμος και η ήττα στο Βιετνάμ - και μετέπειτα στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν - που έφεραν τις Ηνωμένες Πολιτείες εδώ που βρίσκονται.

Και πιο συγκεκριμένα, είναι η αποτυχία να επιτευχθούν πολιτικοί στόχοι και σκοποί με στρατιωτικά μέσα: ο πρώτος πόλεμος του Κόλπου ελάχιστα επηρέασε την αμερικανική οικονομία και κοινωνία (γιατί ήταν βραχύβιος και νικηφόρος. Επίσης το Ιράκ, κάτι που δεν τονίζεται ιδιαίτερα, ήταν απολύτως απομονωμένο περιφερειακά, δίχως σχεδόν καμία συμμαχία). Η αμερικανική οικονομία - και εδώ μετά την αποτυχία επίτευξης πολιτικών σκοπών με στρατιωτικά μέσα εισέρχεται στην εικόνα και η οικονομική στήριξη -, η αμερικανική οικονομία λοιπόν, αποδείχτηκε επανειλημμένα ανίκανη να σηκώσει το βάρος της στρατηγικής υπερεπέκτασης των Η.Π.Α (στο Βιετνάμ ο πόλεμος προσέγγισε την 20ετία, στο Αφγανιστάν έχει υπερβεί την 15ετία και στο Ιράκ - δεύτερος πόλεμος του Κόλπου - κράτησε λίγο λιγότερο από μια 10ετία).

Φυσικά κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως τα πράγματα έχουν ανάποδα: είναι η στρατιωτική επιτυχία και αποτελεσματικότητα και η επίτευξη πολιτικών σκοπών με στρατιωτικά μέσα που στηρίζει την οικονομία, και όχι το αντίστροφο [Δες V].

Η προσπάθεια αλλοίωσης των προηγούμενων νοημάτων έχει οδηγήσει στη δημιουργία ευφυολογημάτων: «οι Η.Π.Α νίκησαν όλες τις μάχες αλλά έχασαν τον πόλεμο» (στο Βιετνάμ) και διάφορα άλλα τέτοια αστεία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ισχυρίστηκαν, μετά από τον πρώτο πόλεμο στο Ιράκ, πως επιτέλους «ξεπέρασαν το σύνδρομο του Βιετνάμ». Οι εξελίξεις στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, δεκαπέντε και πλέον χρόνια μετά, και οι μεταβολές στο εσωτερικό τους, αποδεικνύουν πως κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί. Αυτός είναι ένας βασικός λόγος που πλέον ουδείς υπακούει τις Η.Π.Α.

IV

Η προηγούμενη προσέγγιση μας προσφέρει ένα πολύτιμο κλειδόλιθο προκειμένου ξεκλειδώσουμε ένα «κρυμμένο μυστικό» - το οποίο βρίσκεται σε κοινή θέα αλλά ουδείς το βλέπει: Οι «δυτικοί» ή ορθότερα ευρωατλαντικοί στρατοί έχουν να νικήσουν πόλεμο της προκοπής από του παππού μου τον καιρό (ιδιαίτερα δε οι ηπειρωτικό-ευρωπαϊκοί, ίσως από την εποχή που οι Ισπανοί ηττώνταν από ξυπόλητες βερβέρικες φυλές στο Μαρόκκο - Rif War - και προσέτρεχαν οι Γάλλοι προς βοήθεια και διάσωση. Μιλάμε για πολυπληθέστατες δυνάμεις. Και εδώ επαναλαμβάνεται το μοτίβο που περιγράψαμε προηγουμένως καθώς ο πόλεμος συνέβαλλε στην κατάληψη της εξουσίας από τον Primo de Rivera).

Στον μεγαλύτερο πόλεμο μεταξύ «Δύσης» και «Ασίας» κατά τη διάρκεια της ψυχροπολεμικής περιόδου, δηλαδή στους πολέμους της Ινδοκίνας και του Βιετνάμ, οι «δυτικοί» στρατοί ηττήθηκαν από τεχνολογικά και οικονομικά καθυστερημένες και υπανάπτυκτες στρατιωτικές δυνάμεις.

Ο ελέφαντας στο δωμάτιο είναι οι ήττες - ή οι μη νίκες - και η αποδυνάμωση των ευρωατλαντικων στρατών.

Το προηγούμενο δεν αποτελεί κοινό τόπο γιατί ενώ μεταπολεμικά και μεταψυχροπολεμικά χάνουν πολέμους, επικρατούν ή κυριαρχούν στις ιδέες (Οι ιδεολογικές αυτές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να υπάρχουν ως υποκεφάλαια σε ένα μελλοντικό-ανύπαρκτο τόμο-βιβλίο υπό τον τίτλο The Timeless Art of Turning Defeats into Victory - μέσω των ιδεών): Πόλεμος και Ιδέες.

Εκτιμούμε πως όπως προτείναμε εδώ μια ενδεικτική - προκειμένου να θέσουμε το παράδειγμα - (επαν)ερμηνεία των Πολέμων στο Αφγανιστάν, σε ό,τι αφορά την κατάλυση της Ε.Σ.Σ.Δ, τον τερματισμό του Ψυχρού Πόλεμου και το τέλος της Μονοπολικής-Αυτοκρατορικής Στιγμής κυριαρχίας των Η.Π.Α, ανάλογα, οι Πόλεμοι στην Ινδοκίνα και το Βιετνάμ θα επανερμηνευθούν μελλοντικά ως προς τη σημαντικότητα και τη βαρύτητα τους, εντασσόμενοι σε διαφορετικό ερμηνευτικό πλαίσιο (Η ψυχροπολεμική ερμηνεία στα πλαίσια της ιδεολογικής διαμάχης του ψυχρού πολέμου είναι μερική και ελλιπής - και «βόρειο» ή «δυτικό» κεντρική: Η.Π.Α vs Ε.Σ.Σ.Δ / «Δυτική» vs Σοβιετική Σφαίρα Επιρροής / Δύση vs Ανατολή: Διπολισμός). Ο Πόλεμος του Βιετνάμ ίσως αποδειχθεί ακόμα σημαντικότερος απ' ό,τι θεωρήθηκε κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου καθώς, μαζί με την ήττα των Ρώσσων από τους Ιάπωνες στις αρχές του 20ου αιώνα, ίσως ενταχθεί μελλοντικά σε ένα συνεχές από ήττες Ευρωπαίων (ηπειρωτικών και θαλάσσιων) και «Δυτικών» από (Νότιο και Άπω) Ασιάτες: ήττες Ρώσσων, Γάλλων, Αμερικανών και λοιπών από Ιαπωνία, Βιετνάμ (Ινδονησία κ.λπ). Η μόνη περίπτωση που (Άπω ή Νότιο) Ασιάτες ηττήθηκαν κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, ήταν όταν Ρωσσία και Η.Π.Α - με τον έναν ή τον άλλο τρόπο - ήταν στο ίδιο στρατόπεδο εναντίον της Ιαπωνίας [5].

V

Η κυριαρχία των τελευταίων τριών περίπου αιώνων θεμελιώθηκε στην στρατιωτική ανωτερότητα των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η στρατιωτική αυτή ανωτερότητα, όπως φανερώνει η συγκεκριμένη δημοσίευση, πλέον δεν υφίσταται. Η ευρωπαϊκή στρατιωτική ανωτερότητα δεν ήταν απλά τεχνολογική (Enfield Pattern 1853 rifle-musket, το οποίο αλλάζει τα πάντα, ή ανώτερα κανόνια και πλοία) αλλά και στρατηγική: Κατά τη διάρκεια πολλών αποφασιστικών μαχών στον 18ο και το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, αρκετοί στρατοί στις Ινδίες κατάφεραν να αναπτύξουν ανώτερη δύναμη πυρός (από τους Βρετανούς). Για παράδειγμα, στη Μάχη του Plassey το 1757 (ή ίσως ακόμη και στη μάχη της Chillianwala, μια από τις πλέον αιματηρές μάχες στην ιστορία της Βρετανικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών, σχεδόν έναν αιώνα μετά), ενώ ο πιο αξιόμαχος αντίπαλος που αντιμετώπισαν οι Βρετανοί, δηλαδή οι Σίχ, διέθεταν και αξιολογότατο πυροβολικό (γεγονός που φυσικά δεν συμβαδίζει με την οικονομίστική και κοινωνιολογική μεταφυσική ορθοδοξία). Ένα ακόμη σημαντικότατο - αν όχι το πλέον καθοριστικό - στοιχείο, το οποίο εντάσσουμε στα πλαίσια της στρατηγικής ανωτερότητας, αποτέλεσε η εκμετάλλευση και χειραγώγηση των εσωτερικών διαιρέσεων και σχέσεων αυτών των κοινωνιών, και η διατάραξη της εσωτερικής ισορροπίας σε αχανείς χώρους πολυφυλετισμού, πολυεθνίας και πολυθρησκευτισμού, όπου οι εξισορροπήσεις της εξουσίας συναντούσαν διάφορες μορφές αυτοδιοικήσεων και αποτελούσαν συνεχής και λεπτεπίλεπτη τέχνη. Δηλαδή, η δια της ξένης παρουσίας χειραγώγηση και βλάβη των λεπτών εσωτερικών τρόπων διοίκησης και ισορροπίας αυτών των περιοχών (στα προηγούμενα εντάσσεται και η εκ του εξωτερικού αντιπολίτευση - όπως η προστασία πληθυσμών, εμπόρων και ιεραποστόλων που μετονομάστηκε εκκοσμικευμένη σε «ανθρώπινα δικαιώματα»).

Τέλος, παλαιότερα ορισμένες εκατοντάδες ή/και χιλιάδες στρατιώτες έκαναν «παπάδες» ενώ οι μεταπολεμικοί «ευρωατλαντικοί» στρατιώτες βολοδέρουν με εξαιρετικά τεχνολογικά μέσα, δίχως να ξέρουν που πατούν, που πηγαίνουν, τι θέλουν, και δίχως να μπορούν να φέρουν εις πέρας αποστολές, επιδιωκόμενους στόχους και αποτελέσματα. Το υλικό είναι σκάρτο. Οι άνδρες, στο εσωτερικό αυτού που μάθαμε να ονομάζουμε «Δύση», άλλαξαν - έχουν γίνει της «πλάκας» (εξέλιξη που προφανώς οσμίζονται οι γυναίκες, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που συμβαίνουν αρκετά απ' όσα συμβαίνουν).

Η άνοδος της «Ευρώπης» ξεκίνησε λοιπόν για αρκετούς λόγους, κυρίως όμως λόγω της στρατιωτικής της υπεροχής (εν ευρεία έννοια), η οποία την έφερε σε θέση να διαμορφώνει και να επιβάλλει τους κανόνες, τις αξίες, τις δομές και το σύστημα της στους άλλους. Αυτή η περίοδος έχει τελειώσει. Ο κύριος λόγος παρακμής της «Ευρώπης» είναι η απώλεια της στρατιωτικής ανωτερότητας που κατείχε τους περασμένους αιώνες (και συμπληρωματικά η ανεπάρκεια ή/και ανυπαρξία ενδογενών κινητήριων δυνάμεων που συνδέονται υλικά με τη δημογραφία και ηθικά με τον πολιτισμό, την παιδεία ή το «αξιακό σύστημα» και κλασικές αρετές που κατ΄ εξακολούθηση ιστορικά παρατηρούμε να υποχωρούν ανά περιόδους: Υποχωρεί το θάρρος, η αφοσίωση, το καθήκον, η τιμή και η τιμιότητα, η φιλαλήθεια, η ανιδιοτέλεια, η αυτοθυσία και έρχεται στην επιφάνεια ή κυριαρχεί όλο και πιο έντονα σε ευρεία κλίμακα η ιδιοτέλεια, η φιλαργυρία, η ανεντιμότητα, ο φιλοτομαρισμός, η εξυπνάδα, ο κυνισμός, ενώ τα ήθη μεταβάλλονται και η διασημότητα ή η διασκέδαση αποκτά «ηρωικό» status - οι διασκεδαστές και οι τσαρλατάνοι αποτελούν νέους «ήρωες» κ.λπ).

Η κατασκευή πυρηνικών όπλων υπήρξε βασικός παράγοντας για την ανακατανομή ισχύος στον πλανήτη. Για ορισμένους αιώνες τα καλύτερα χειροβόλα όπλα, κανόνια και πολεμικά πλοία, αποτέλεσαν τη βάση της πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής κυριαρχίας και επέκτασης της «Ευρώπης» και της ικανότητας της να δημιουργεί και να καταστρέφει, να απομυζεί και να ανακατανέμει παγκόσμιο παραγόμενο προϊόν προς όφελος της. Σε ό,τι αφορά το ευρωατλαντικό (και όχι απλά ευρωπαϊκό πλέον) και παγκόσμιο επίπεδο, το πλεονέκτημα αυτό εκμηδενίστηκε και η κατάσταση αυτή τερματίστηκε οριστικά μόλις η Σοβιετική Ένωση-Ρωσία και η Κίνα απέκτησαν δικά τους πυρηνικά όπλα. Ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη έπαψε αυτομάτως να είναι στρατιωτικά υποδεέστερο για πρώτη φορά μετά από αιώνες ενώ, την ίδια περίπου περίοδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες απέτυχαν να κερδίσουν τον πόλεμο της Κορέας και στη συνέχεια ηττήθηκαν στον πόλεμο του Βιετνάμ (παράλληλα είχαμε συνεχείς ήττες ή μη νίκες από ευρωπαϊκούς στρατούς σε αποικιακούς πολέμους και την απώλεια ή την κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομικής ηγεμονίας των Η.Π.Α το 1971). Οι στρατιωτικοί συσχετισμοί δύναμης άλλαζαν για πρώτη φορά μετά από αιώνες.

Την περίοδο 1992-2003 οι Η.Π.Α φάνηκε πως ανακτούσαν την απόλυτη στρατιωτική υπεροχή, καθώς έπαψε να υπάρχει ο μοναδικός πραγματικός πυρηνικός εξισορροπιστής. Μετά την αυτοδιάλυση-αποσύνθεση της Ε.Σ.Σ.Δ ή, ορθότερα, μετά αρχικά από τη Σοβιετική αποσύνθεση και έπειτα από τη Ρωσσική κατάρρευση, δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση πως οι Η.Π.Α ήταν παντοδύναμες ή πως ανήλθαν σε επίπεδο απόλυτης δύναμης. Όμως οι Η.Π.Α είναι πολύ μικρές και πολύ λίγες για να επιβάλλουν ηγεμονία σε ολόκληρο τον πλανήτη (συν τοις άλλοις, οι Η.Π.Α ως μονάδα ήταν ισχυρότερες την περίοδο 1945-1965, απ' ό,τι μετα-ψυχροπολεμικά, αλλά δεν υπήρχε κενό ισχύος εκείνη την περίοδο όπως κατά τη διάρκεια της λεγόμενης μονοπολικής τους στιγμής). Όμως καθώς η Ρωσσία ανακτούσε τις δυνάμεις της πολιτικά και στρατιωτικά και η Κίνα γιγαντωνόταν οικονομικά και διπλωματικά, οι Η.Π.Α είχαν μια σειρά από πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές «ατυχίες», ήττες, απώλειες και αποτυχίες, σε μάχες με αντιπάλους και κράτη δεύτερης διαλογής. Παράλληλα η κρίση του 2008 φανέρωσε, εκτός από ενδογενείς αδυναμίες, πως το οικονομικό μοντέλο δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει ανοικτό ανταγωνισμό δίχως τη στήριξη στρατιωτικής ισχύος [6]. Συν τοις άλλοις, η προσπάθεια ηγεμονικής επέκτασης και επιβολής της αμερικανικής ισχύος και επιρροής σε ολόκληρο τον πλανήτη, κινήθηκε ταυτόχρονα με την αποδυνάμωση και απώλεια ελέγχου τόσο στο εσωτερικό της Σφαίρας Επιρροής της («Δύση»), όσο και της ίδιας της πολιτικής μονάδας καθ' εαυτής (Η.Π.Α: απώλεια και απισχναση εθνικής-εδαφικής, παραγωγικής και κοινωνικής βάσης, επιταχυνόμενες μεταβολές στη δημογραφική δομή και σύνθεση, πολιτική, κοινωνική και κομματική πόλωση, αναστολή της λειτουργίας της κυβέρνησης και νομοθετική εμπλοκή με αφορμή την ανάγκη αύξησης του ορίου του δημοσίου χρέους κ.ο.κ). Τέλος, η ανακατανομή ισχύος επιταχύνθηκε μετά το 2008 δίχως αυτή τη φορά να υπάρχει στρατιωτικό πλεονέκτημα για πρώτη φορά μετά από αιώνες.

Θα χρειαστεί πολύς χρόνος για να προσαρμοστεί η «Δύση», στο βαθμό που θα συνεχίσει να υπάρχει ως τέτοια [7], στη νέα κατάσταση όπου δεν θα κυριαρχεί πλέον κυρίως στρατιωτικά, αλλά επίσης πολιτικά και οικονομικά - σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου ίσως και ιδεολογικά.


Σημειώσεις - Επισημάνσεις

[1] Υπάρχει ασφαλώς και μια ανάλογη περίφημη ερμηνευτική και πολεμική του Παναγιώτη Κονδύλη ως προς το ζήτημα [Εδώ]:

Η σταλινική Σοβιετική Ένωση νίκησε τον εθνικοσοσιαλισμό, όχι η φιλελεύθερη Γαλλία και η κοινοβουλευτική Αγγλία. Και οι προϋποθέσεις για την επιτυχή στρατιωτική επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Δυτική Ευρώπη το 1944 δημιουργήθηκαν και αυτές στο Στάλινγκραντ... Εξ αιτίας των ηθικών τους προκαταλήψεων και των καταβολών τους στο δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμικό περιβάλλον οι διανοούμενοι αυτοί, βέβαια, ποτέ δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν τις εθνικές και πλανητικές αναγκαιότητες... Φορείς οικουμενικών ή κοσμοιστορϊκών ιδεών είναι ορισμένα έθνη, όχι ολόκληρος ο κόσμος... Η αντίληψη, ότι το ίδιο σχέδιο κοινωνικής οργάνωσης μπορεί και οφείλει στις γενικές του γραμμές να βρει πλανητική εφαρμογή, προβάλλει επιτακτικά στον παγκόσμιο ορίζοντα τη στιγμή όπου στην κοσμοιστορϊκή σκηνή εμφανίζονται δύο μεγάλη έθνη: η κομμουνιστική Ρωσσία και οι καπιταλιστικές Ηνωμένες Πολιτείες. Και οι δύο εκπροσωπούν και προωθούν, ως έθνη με φιλοδοξία μεγάλης παγκόσμιας Δύναμης, την προγραμματική σύνδεση της κοινωνικής και της πλανητικής έποψης, αν και με αντίθετα πρόσημα. Το ποιά πρόσημα θα επικρατούσαν εξαρτιόταν στο εξής από την έκβαση του αγώνα μεταξύ μεγάλων εθνών - κι όχι από τα εγγενή «προτερήματα του συστήματος» θεωρούμενα in abstracto. Το πλανητικό σχέδιο κοινωνικής οργάνωσης των κομμουνιστών ναυάγησε, με άλλα λόγια, όχι λόγω της ηθικής και οικονομικής κατωτερότητας, αλλά επειδή η εθνική ισχύς της Ρωσσίας προσέκρουσε στην υπέρτερη εθνική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών (Το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί και σε σχέση με την προσπάθεια της εθνικοσοσιαλιστικής γερμανίας να επιτύχει παγκόσμια κυριαρχία).

Αν η καπιταλιστική «λογική» είχε ενσαρκωθεί κοσμοιστορϊκά μόνο στο Βέλγιο και στην Ελβετία, ενώ ο «παραλογισμός» της σχεδιασμένης οικονομίας στη Ρωσσία και στην Κίνα, τότε οι προτιμήσεις της παγκόσμιας ιστορίας θα ήσαν πολύ διαφορετικές απ' ό,τι φάνηκε το 1989. Τούτη η διαπίστωση έχει ύψιστη ιστορική και μεθοδολογική σημασία: δείχνει ποσό βαθιά αλληλοσυμπλέκονται η πολιτική και κοινωνική ιστορία. Η ίδια σκέψη μπορεί να διατυπωθεί και αντίστροφα: η κοσμοιστορϊκή δυναμικότητα του κομμουνισμού, δηλαδή η ικανότητα του να προασπίσει ένα σχέδιο κοινωνικής οργάνωσης σε παγκόσμια κλίμακα, θα ήταν ίση με μηδέν αν είχε συμπτυχθεί μέσα στα σύνορα της Αλβανίας...

[2] Κάπως επιφανειακά θα μπορούσε να ειπωθεί πως «καμία» από τις μεγάλες δυνάμεις του 20ου αιώνα δεν κατάφερε να επαυξήσει την ισχύ της μέσω της χρήσης στρατιωτικής ισχύος και πολεμικών επιχειρήσεων: πρώτα και κύρια η Γερμανία και η Ιαπωνία, έπειτα η Βρετανία και Γαλλία. Η Ρωσσία είχε τεράστιες απώλειες που δεν είμαστε βέβαιοι αν τελικά αντισταθμίστηκαν από ανάλογα οφέλη ενώ η άνοδος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής κινείται παράλληλα με την επίμονη άρνηση τους να εισέλθουν σε ευρωπαϊκούς πολέμους και σε δεσμευτικές συμμαχίες (και η πτώση τους συμβαδίζει με τον πληθωρισμό χρήσης στρατιωτικής ισχύος και οικοδόμησης «συμμαχιών»). Ωστόσο ή από την άλλη, η οικοδόμηση της μεταπολεμικής τάξης δεν κρίθηκε στην οικονομική απόδοση των Η.Π.Α αλλά στην στρατιωτική απόδοση της Γερμανίας, της Ιαπωνίας, της Σοβιετικής Ρωσσίας-Ε.Σ.Σ.Δ και των Η.Π.Α στα ευρωπαϊκά και ασιατικά μέτωπα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Είναι ο πόλεμος που καθόρισε την μεταπολεμική τάξη και όχι απλά η οικονομική απόδοση των κρατών. Η οικονομική απόδοση δεν οικοδομεί και δεν επιβάλλει τάξη. Μονάχα ο πόλεμος το κάνει αυτό.

[3] II) Η προβληματική των σχέσεων «Ευρώπης» - Μεσογείου και I) Εκτενής πρόλογος και γενικότεροι προβληματισμοί περί της «Ευρώπης».

[4] Οι ερμηνείες αυτές προκύπτουν επειδή η έννοια της δημοκρατίας στη δυτική Ευρώπη προέκυψε από συνεχείς κοινωνικές διεκδικήσεις που σχετίζονταν με την εξέλιξη της παραγωγής, η οποία τελικά επέβαλε ένα είδος ελευθεριών και κατακτήσεων ως προϋποθέσεις που εξασφάλιζαν την λειτουργία της (παραγωγής). Έτσι λοιπόν πρέπει να συμβαίνει παντού με τον «ερχομό της δημοκρατίας». Ωστόσο δεν υπάρχει ένα είδος «δημοκρατίας» (μεγαλύτερη επ' αυτού απόδειξη δεν βρίσκεται στα ανατολικά, αλλά πέραν - στην άλλη μεριά - του Ατλαντικού), ούτε η κοινωνική μεταβολή προηγείται απαραίτητα του πολέμου. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ μπορεί να μην έφερε συνταγματική κρίση στις Ηνωμένες Πολιτείες (καθόρισε όμως τον κοινωνικό μετασχηματισμό της αμερικανικής κοινωνίας, ενώ μαζί με τους υπόλοιπους πολέμους επιτάχυνε την αμερικάνικη υποχώρηση και πτώση), αλλά ο πόλεμος της Αλγερίας οδήγησε στο τέλος της Αποικιακής Γαλλικής Αυτοκρατορίας και στην κατάρρευση της Τέταρτης Γαλλικής Δημοκρατίας ενώ οι αποικιακοί πόλεμοι της Πορτογαλίας επέφεραν τις κοινωνικές και πολιτειακές μεταβολές στη συγκεκριμένη χώρα.

[5] Εκείνο που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό για τις ημέρες μεταξύ των δύο ατομικών βομβαρδισμών στην Ιαπωνία είναι το εξής: Η ατομική επίθεση-πείραμα έλαβε χώρα την 5η (προς 6η) Αυγούστου 1945, ενώ στο Ναγκασάκι την 8η (προς 9η) Αυγούστου. Την ίδια μέρα, (August 8, 1945, 11pm Trans-Baikal time) η Ε.Σ.Σ.Δ κηρύσσει πόλεμο εναντίον της Ιαπωνίας. Μια πράξη που είτε εξαφανίστηκε είτε υποβαθμίστηκε ή/και σχετικοποίηθηκε στην μεταπολεμική ιστοριογραφία. Η συγχρονισμένη κήρυξη πολέμου από πλευράς Ε.Σ.Σ.Δ και οι ατομικές επιθέσεις από πλευράς Η.Π.Α είχαν τρομερές επιπτώσεις (δημιούργησαν αυτό που ονομάζεται "Twin Shocks"). Η κατάρρευση ήταν άνευ προηγούμενου και ολοκληρωτική (αν και υπήρξαν απόπειρες πραξικοπήματος προκειμένου η Ιαπωνία να μην παραδοθεί). Η Ιαπωνία παραδόθηκε άνευ όρων στις 15 Αυγούστου (συσχέτιση με την "V-J Day"). Επίσημα (υπογραφή) παραδόθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου - είχαν περάσει τρεις εβδομάδες από την κήρυξη πολέμου από πλευράς Ε.Σ.Σ.Δ. Υπάρχει μια μικρή «θολούρα» γύρω από το ζήτημα, που έχει να κάνει με τους μεταπολεμικούς διακανονισμούς και ανταγωνισμούς.

[6] Οι οικονομικές κυρώσεις, δηλαδή η κατάχρηση και εκμετάλλευση της νομισματικής κυριαρχίας του δολαρίου, πάνε σύννεφο, ενώ η μετάθεση από το στρατιωτικό επίπεδο σε ό,τι αφορά κράτη δεύτερης διαλογής (όπως η Λιβύη, η Β. Κορέα, το Ιράκ, η Συρία - η οποία βέβαια διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο - κ.λπ), στο οικονομικό και εμπορικό σε ό,τι αφορά μεγαλύτερα κράτη, αυτό το χάσμα μεταξύ που βγάζω τα δόντια μου στρατιωτικά και που οικονομικά, βγάζει μάτι.

[7] Έχουμε επισημάνει παλαιότερα [5η Οκτωβρίου 2017]: Αυτό που ζούμε δεν είναι η επέκταση και εγκαθίδρυση του «δυτικού» εκκοσμικευμένου παραδείσου επί της γης, μετά από την κατάρρευση του «ανατολικού στρατοπέδου» και της Ουτοπίας του, αλλά η αποσύνθεση, ο κατακερματισμός και η πολυδιάσπαση και του παλαιού, με τη σειρά του, ψυχροπολεμικού «δυτικού» διατλαντικού συνασπισμού (και φυσικά ο επανακαθορισμός των εσωτερικών και εξωτερικών του σχέσεων)... Λόγω της οικονομικής κρίσης τα νοήματα στρέφονται προς τη δεκαετία του 1930. Μήπως όμως, όπως έχουμε επισημάνει και παλαιότερα, σε ό,τι αφορά το εσωτερικό της λεγόμενης «Δύσης», θα πρέπει να σκεφτόμαστε περισσότερο τη δεκαετία του 1980; Πιο συγκεκριμένα το τέλος αυτής της δεκαετίας; Όποιος έχει μελετήσει την άνοδο των «εθνικισμών» και την αναρχοποίηση του εγγύς σοσιαλιστικού κόσμου του σλάβικού ημισφαιρίου κατά την τελευταία περίοδο της Ε.Σ.Σ.Δ, μπορεί να αντλήσει διδάγματα για την σημερινή επάνοδο του «εθνικισμού». Επιστροφή εθνικισμών, δημοψηφίσματα, διακηρύξεις ανεξαρτησίας που αρχικά θεωρήθηκαν παράνομες και διακηρύξεις κυριαρχίας αυτόνομων δημοκρατιών, περίοδος τελμάτωσης, δείκτες γονιμότητας, μοτίβα αναπαραγωγής και δημογραφικές πιέσεις, δύστροπα κράτη-δορυφόροι. Σχεδόν όλα όσα παρατηρούνται σήμερα στα δυτικά υπήρχαν εκείνη την περίοδο στα ανατολικά.

Επισήμανση: Όπως αποδεικνύεται από την εποχή του Μαυρίκιου της Οράγγης μέχρι τις ήττες των «δυτικών» στρατών κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και τις ήττες των Αμερικανών κατά την μετά-ψυχροπολεμική περίοδο, η στρατιωτική τεχνολογία από μόνη της δεν οδηγεί απαραίτητα στην επιτυχία στο πεδίο της μάχης - χρειάζονται και άνδρες (και εμπειρία. Τα προηγούμενα μπορούν να λειτουργήσουν ως υπενθύμιση πως οι σύγχρονες εμμονές με τα οπλικά συστήματα και οι συζητήσεις για θέματα άμυνας, ίσως να είναι κάπως μονόπλευρες). Το θέμα όμως είναι πως πλέον μετά το «ποιοτικό», στρατηγικό, ηθικό ή/και οργανωτικό, χάνεται και το τεχνολογικό στρατιωτικό πλεονέκτημα.


Ενδεικτικές βιβλιογραφικές αναφορές και Έξοδος
(Quo vadis America? Ξανά)

Ενδεικτικά 1) Anatomy of Failure: Why America Loses Every War It Starts by Harlan K. Ullman, 2) Pussycats: Why The Rest Keeps Beating The West by Martin van Creveld [δες και εδώ από τον ίδιο για τους «παντοδύναμους»: The Sword And The Olive: A Critical History Of The Israeli Defense Force], 3) Victorious and Vulnerable: Why Democracy Won in the 20th Century and How it is Still Imperiled by Azar Gat, 4) The Challenge of Eurocentrism. Global Perspectives, Policy, and Prospects by Rajani Kanth και 5) The Decomposition of the American System / After the Empire: The Breakdown of the American Order by Emmanuel Todd. Το τελευταίο επειδή ήταν «εκτός κλίματος», σε περίοδο «παντοδυναμίας», και επειδή έγραφε εκείνη την εποχή ορισμένα από τα παρακάτω (βαθύς γαλλικός «ευρωπαϊσμός». Είχαμε κάνει παλαιότερα, το 2014, μικρή-σύντομη παρουσίαση του έργου του):

The real America is too weak to take on anyone except military midgets... [Such conflicts represent little or no military risk] theatrical media coverage must not blind us to a fundamental reality: the size of the opponent chosen by the US is the true indicator of its current power...

There is no global threat that requires an emergency response by the United States to protect freedoms. Only one threat to global stability hangs over the world today - the United States itself. which was once a protector and is now a predator. At the very moment when its political and military usefulness is no longer obvious, America is realizing that it cannot do without the goods produced by the rest of the planet. But the world is too vast, too populous, too diverse, and crisscrossed by too many uncontrollable forces. No strategy, no matter how well thought out, will allow the United States to transform its semi-imperial situation into a full-fledged legitimate empire. America is too weak economically, militarily, and ideologically. This is why every move intended to reaffirm its control over the world is causing negative blowback that weakens little by little its strategic standing...

Let the present America expend what remains of its energy, if that is what it wants to do, on "war on terrorism" - a substitute battle for the perpetuation of a hegemony that it has already lost. If it stubbornly decides to continue showing off its supreme power, it will only end up exposing to the world its powerlessness.

Δεκαπέντε και πλέον χρόνια πριν. Πολύ πριν από την εκλογή Τραμπ και κυρίως προτού ορισμένοι, αν όχι οι περισσότεροι, αρχίσουν να συγχέουν τα συμπτώματα (όπως π.χ ο προηγούμενος) με τα αίτια. Αλλά αυτή είναι η θεμελιώδης τάση που κυριαρχεί σε ολόκληρο τον ευρωατλαντικό χώρο (και στις «επιστήμες» του). Η ακούσια σύγχυση ή η ηθελημένη μεταβολή του συμπτώματος - και η αναγωγή του - σε αίτιο.

Τα πράγματα που συμβαίνουν, δεν συμβαίνουν δίχως λόγο - ούτε η πρόσφατη παρουσίαση ή «επίδειξη» νέων στρατιωτικών τεχνολογιών από πλευράς Ρωσσίας, η οποία απευθύνεται προς τις Η.Π.Α, αλλά μια χαρά την παρακολουθεί και η Κίνα. Μια από τις προϋποθέσεις προκειμένου οι Ηνωμένες Πολιτείες να επιτύγχαναν, δηλαδή να επέβαλλαν, Πλανητική Ηγεμονία - μετά από την εξαΰλωση ή ρευστοποίηση της Σοβιετικής Σφαίρας -, ήταν η ολοκληρωτική, πλήρης και μιά για πάντα εξαφάνιση της Ρωσσίας ως Στρατηγικής Δύναμης και ως μοναδικής πραγματικής Δύναμης Πυρηνικής Εξισορρόπησης των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αφήνοντας κατά αυτόν τον τρόπο τις Η.Π.Α ως τη Μοναδική Δύναμη στον πλανήτη που θα μπορούσε να χτυπήσει οποιαδήποτε χώρα μονομερώς, δίχως τη δυνατότητα αντιποίνων (Δηλαδή Η.Π.Α εν έτει 1945, ή/και ό,τι προσπαθεί μονοπωλιακά και προνομιακά να διατηρήσει το Ισραήλ, όχι σε πλανητική αλλά σε περιφερειακή κλίμακα). Η Ρωσσία λοιπόν, την οποία όχι δεν κατέστρεψαν μια για πάντα αλλά απέτυχαν και να την απομονώσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (κάνοντας της βέβαια ζημιά), επιτέλεσε για μια ακόμα φορά έναν σημαντικό ρόλο στην ανθρώπινη ιστορία - πάντα με μεγάλο ανθρώπινο, οικονομικό, κοινωνικό κόστος για την ίδια (Να δούμε πόσο θα αντέχει να επιτελεί ανάλογους ρόλους). Δίχως τη Ρωσσία ο πλανήτης σήμερα θα ήταν ασύλληπτα, αδιανόητα διαφορετικός (αναφερόμαστε και στο παρελθόν). Και στις μέρες μας, η Κίνα δεν θα βρισκόταν εδώ που είναι σήμερα δίχως την επαναπροσέγγιση με τη Ρωσσία. Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης η de facto συμμαχία ή ορθότερα συνεννόηση ΗΠΑ-Κίνας έληξε και άρχισε μια (επανα)προσέγγιση Κίνας-Ρωσίας [Ένα από τα παράπονα Ρώσσων αναλυτών, «αστικής» μάλιστα υφής, είναι το εξής: Παιδιά, εμείς δεν είχαμε μόνο τη «Δύση» απέναντι μας. Είχαμε την ευρω-ατλαντική «Δύση» και την άπω-ασιατική «Ανατολή». Αλλά αυτή η οπτική δεν πολυακούγεται γιατί όπως γράφουμε και στον τίτλο: Πόλεμος και Ιδέες].

Από τα τέλη του 19ου αιώνα (1870-80, PPP) και μέχρι τις αρχές του 20ου (1910-20, Nominal), οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μετατράπηκαν σταδιακά στην μεγαλύτερη οικονομία και το μεγαλύτερο εμπορικό έθνος στον πλανήτη, καθώς και στο μεγαλύτερο πιστωτή της Βρετανίας και της Γαλλίας. Η εξέλιξη αυτή, πριν από περίπου έναν αιώνα, αποτέλεσε το οικονομικό θεμέλιο της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης. Η τάξη αυτή όμως επιβλήθηκε μέσω του πολέμου (όπως προείπαμε η οικοδόμηση της δεν κρίθηκε στην οικονομική αλλά στην στρατιωτική απόδοση των κρατών στα ευρωπαϊκά και ασιατικά μέτωπα). Η μεταπολεμική αυτή κυριαρχία και τάξη - η οποία χαρακτηρίζεται από την παγίωση και επέκταση κυρίως των φιλελεύθερων δημοκρατικών εθνικών κρατών - και η προσπάθεια επιβολής μιας Νέας Τάξης από τις Η.Π.Α μεταψυχροπολεμικά που την ακολούθησε, φτάνει στο τέλος της, καθώς η Κίνα επιτυγχάνει αυτό που δεν κατάφεραν με οικονομικούς όρους η αυτοκρατορική/εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία και η αυτοκρατορική/σοβιετική Ρωσσία, γεγονός που τις οδήγησε σε στρατιωτικό, στρατηγικό και ιδεολογικό ανταγωνισμό: Να ανέλθουν στο επίπεδο, την οικονομική ισχύ και την κατηγορία των Η.Π.Α, υπερβαίνοντας τες (οι Ιάπωνες, ως «σύμμαχοι» μάλιστα και με μικρότερο πληθυσμό, προσπάθησαν να το καταφέρουν αλλά «τέλειωσαν», συμμαχικά ασφαλώς, τη δεκαετία του 1980: The 1980s Trade Wars / Maybe Japan Was Just a Warm-Up to the Rivalry With China). Στις μέρες μας, αρχές του 21ου αιώνα, η Κίνα είναι πλέον η μεγαλύτερη οικονομία (PPP basis ήδη - εντός των επόμενων 10-15 ετών και nominal), το μεγαλύτερο εμπορικό έθνος (2014) και ο δεύτερος μεγαλύτερος πιστωτής των Η.Π.Α. Όπως η Γερμανία και η Ρωσσία - αλλά και η Ιαπωνία τελικά - δεν μπόρεσαν να ανταγωνιστούν οικονομικά τις Η.Π.Α, καταφεύγοντας σε στρατιωτικό, στρατηγικό και ιδεολογικό ανταγωνισμό, έτσι και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής δεν μπορούν να ανταγωνιστούν οικονομικά την Κίνα. Fill in the Blanks...

Όταν όμως έχεις χάσει και το πλεονέκτημα της στρατιωτικής ανωτερότητας, τότε Quo vadis America?

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής είναι μια χρεοκοπημένη χώρα-δύναμη που έχει μεταβάλλει τον ορισμό και τα όρια της έννοιας «χρεοκοπία», προκειμένου να μην θεωρείται τέτοια (Γιὰ νὰ δικαιολογοῦν τὶς πράξεις τους ἄλλαζαν ἀκόμα καὶ τὴν σημασία τῶν λέξεων, μας παραδίδει ο Θουκυδίδης), ενώ την ίδια στιγμή χρησιμοποιεί την κυριαρχία του δολαρίου προκειμένου να επιβάλλει οικονομικές κυρώσεις (κατά αυτόν τον τρόπο ταυτόχρονα το υπονομεύει). Παρά τον φαινομενικό οικονομικό ορθολογισμό του Τράμπ, ο οποίος πράγματι φαίνεται να υπάρχει, τα κράτη δεν είναι επιχειρήσεις ή εταιρείες για να τα κυβερνούν 'deal makers', ούτε οι διεθνείς σχέσεις είναι απλά εμπορικές και επιχειρηματικές συμφωνίες και 'deals' (τα προηγμένα είναι ενδεικτικά και φανερώνουν την πολιτική κατάπτωση των Η.Π.Α, όπως παλαιότερα αποτέλεσε σύμπτωμα η εκλογή στη θέση του Προέδρου ενός πρώην διασκεδαστή). Η ενασχόληση με τα εμπορικά ελλείμματα φανερώνει εκτός από την οικονομική, και την πολιτική, στρατηγική και ηγεμονική χρεοκοπία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, διότι τα ελλείμματα αυτά, ούτε κρυφά ήταν ούτε άγνωστα: αντιθέτως, γίνονταν ανεκτά ως «ανταποδοτικά οφέλη» από το ηγετικό κράτος μιας πολυμερούς «Συμμαχίας» προς βασικά μέλη της, τα οποία αποδέχονταν να είναι υποτελή, στα πλαίσια της προάσπισης και επέκτασης μιας Σφαίρας Επιρροής («Δύση») και «Κοινότητας Συμφερόντων και Αξιών», η οποία ήταν κάποτε U.S-led.

Το ερώτημα παραμένει: Quo vadis America?


.~`~.