2 Ιουλίου 2017

Ανασύσταση ή επανεύρεση παλαιoτάτων δικτύων και λειτουργική επανασύνδεση ιστορικών περιοχών.

[Φαντάζει αδιανόητο πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν ότι] Το μέλλον της Ελλάδας δεν κρίνεται στις Βρυξέλλες, στο Βερολίνο, στο Ρήνο και τη Βόρεια Θαλασσα, αλλά στο Σουέζ, στο Λεβάντε, στα Στενα και τη Μεσόγειο. [Φαντάζει αδιανόητο πως] Υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν φυσική ιστορική τους περιοχή και πολιτικό και οικονομικό τους χώρο την ηπειρωτική ΝεοΚαρολίγγεια Ευρώπη -του Ρήνου- που έχει ως πυρήνα της το δίκτυο Παρίσι, Βερολίνο, Βρυξέλλες και όχι τη θαλάσσια μεσογειακή περιοχή με επίκέντρο το δίκτυο Κωνσταντινούπολη, Αθήνα, Ιερουσαλήμ. [Φαντάζει αδιανόητο που] Κατασκευάστηκε και κυριαρχεί ενας νεοελλαδικός ανθρωπολογικός τύπος, ο οποίος θεωρεί ως πολιτιστική πρωτεύουσα και κέντρο του το Άαχεν και όχι την Κωνσταντινούπολη.

Ούτε υπήρξε ιστορικά ούτε θα γίνει ποτέ η «Ευρώπη» το κέντρο μας. Κωνσταντινούπολη, Αθήνα, Ιερουσαλήμ, Αλεξάνδρεια. Εδώ είμαστε. Μετά η βεντάλια ανοίγει (ή/και έχουμε ελλειπτικές τροχιές). Συρακούσες, Σιδώνα, Αλεξανδρέττα και Τρίπολις (είτε της Λιβυής, είτε του Λιβάνου, είτε της Τουρκίας). Ραβέννα, Τραπεζούντα, Οδησσός (είτε της Βουλγαρίας -Βάρνα- είτε της Ουκρανίας) και Μπάαλμπεκ (Ηλιούπολις). Ρώμη, Κωνστάντζα, Μασσαλια και Karadeniz Ereğli (δηλαδή Ηράκλεια της Μαύρης Θάλασσας -του Πόντου- στην τουρκική και Heraclea Pontica στη λατινική) κ.λπ. Με αυτές τις περιοχές και αυτές τις πόλεις, οι οποίες είναι ζωντανές και όχι νεκρές, γίναμε ξένοι [1]. Στραβώσαμε το λαιμό μας κοιταζώντας βορειοδυτικά φτάνωντας σε σημείο -τραγελαφικό- σχεδόν να τον σπάσουμε. Οι συνθήκες και η πραγματικότητα η ίδια μας επαναφέρουν, θέλωντας και μη, μας αρέσει δεν μας αρέσει, ξανά σε αυτές τις περιοχές [2].

Ο κρίκος της Αθήνας με τη θεότητα που λατρεύεται στις μέρες μας υπό το όνομα «Ευρώπη», είναι η Ρώμη και η Ιταλία. Ωστόσο, η Ρώμη είναι περιφερειακή -εν πολλοίς ανάδελφη και υποταγμένη- και σχετικά απομακρυσμένη από τον πυρήνα-δίκτυο Παρίσι, Βερολίνο, Βρυξέλλες - ή Αμβούργο και Άαχεν (όπως ίσως αντίστοιχα, όχι για λόγους γεωγραφικούς αλλά για άλλους, απομακρυσμένη είναι και η Αλεξάνδρεια για το δίκτυο Κωνσταντινούπολη, Αθήνα, Ιερουσαλήμ).



Ουδόλως τυχαίο είναι φυσικά πως η ενοποίηση της Μεσογείου και η γέννηση της Mare Nostrum πέρασε μέσα από τη σχέση Ρώμης - Αλεξάνδρειας. Η Αθήνα πρέπει να αποτελέσει σύνδεσμο μεταξύ Ρώμης και Αλεξάνδρειας -όπως, σε διαφορετικό πλαίσιο και για διαφορετικούς λόγους, αποτέλεσε σύνδεσμο ή ενδιάμεσο μεταξύ Κάϊρου και Ντόχας και- όπως ήδη συμβαίνει, σε έναν ορισμένο βαθμό, με την ελληνική Μακεδονία που αποτελεί σύνδεσμο μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης [3]. Ο ρόλος της Αθήνας σε περιφερειακή κλίμακα -πέρα από την επαφή της με τις πόλεις που αναφέρθηκαν ενδεικτικά σε προηγούμενη παράγραφο-, βρίσκεται στη λειτουργία της ως δεσμού ή συνδεσμού μεταξύ Ραβέννας και Κωνσταντινούπολης, Κωνσταντινούπολης και Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ και Τεχεράνης κ.ο.κ. Μέσω αυτών η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει μια κεντρικότητα.

Η επιβίωση μιας πολιτικής ή/και πολιτισμικής οντότητας ή ενός κράτους, σε βάθος χρόνου, εξαρτάται από τις ιστορικές σχέσεις που θα αναπτύξει και από τις λειτουργίες που θα επιτελέσει στη γεωγραφική και ιστορική περιφέρειά του, όχι από τα όπλα [4] ή την καταστροφή κρατικών οντοτήτων και κοινωνικών σχηματισμών, την καλλιέργεια χάους και αναρχίας και την εξυπηρέτηση σχεδιασμών -εν είδει παραρτήματος- εξωπεριφερειακών δυνάμεων.


Σημειώσεις - Επισημάνσεις - Σχόλια

[1] Σε περίπτωση που σας φάνηκαν τα προηγούμενα ονόματα πόλεων υπερβολικά απόμακρα ή «αρχαιοελληνικά» θυμιζω πρώτον, πως πολλές από αυτές τις πόλεις αποτελούσαν την κεντρική περιοχή του περιφερειακού ελληνισμού μέχρι περίπου τον 19ο αιώνα [5] και δεύτερον, πως στον πυρήνα της ανατολικομεσογειακής περιοχής βρισκεται το δίκτυο των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων. Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιοχεία/Δαμασκός, Ιεροσόλυμα. Αυτή είναι και η κεντρική γεωγραφία της Ορθόδοξης Ρωμαϊκότητας από την οποία αποκόπηκε και με την οποία διέκοψε σχέσεις η Ρώμη (δεν πρόκειται να καταλάβουν ποτέ τα περί Κωνσταντινούπολης ή Αγίάς Σοφιάς ορισμένοι, αν δεν αντιληφθούν ότι τα ιστορικά πράγματα δεν είναι «ισοσκελιμένα». Οι γεωφυσικές και γεωιστορικές σχέσεις δεν είναι προϋπολογισμοί υπουργείων).

[2] Είμαι σίγουρος πως αυτός ο ευρω(βρυξελλο/ρηνο)κεντρισμός μελλοντικά θα θεωρείται ως μια από τις πιο αστείες περιόδους της «σύγχρονης ελληνικής ιστορίας». Τα περί αποσύνδεσης, δηλαδή έμμεσης δραπέτευσης ή φυγής, από τους ιστορικούς μας χώρους και σύνδεσης μας με το Ρήνο δεν αποδείχθηκαν σοφά. Πρέπει να βρεθούν τρόποι να κρατηθούμε στους χώρους μας, και όχι να δραπετεύουμε στο Ρήνο. Το κύριο ευρωπαϊκό πεδίο που συνέφερε την Ελλάδα, ηταν αυτό της ΕυρωΜεσογειακής Πολιτικής (στο οποίο έπρεπε να παίξει όλα της τα χαρτιά και μαζί με την Ιταλία να μη δεχτούν επιβολές από... τις βόρειες θάλασσες, τα Αμβούργα τις Ολλανδίες και τις Βαλτικές. Ήδη από εκεί φάνηκε το πράγμα. Τι ακριβώς έγινε είναι μεγάλη ιστορία). Η Ιταλία έχει τις πλέον προωθημένες σχέσεις με το Ιράν από όλες τις χώρες της Ε.Ε. Κάποια στιγμή θα πρέπει να σπάσει η Ομερτά και επιτέλους να θιξει κάποιος τον -εν δυνάμει- ανταγωνιστικό χαρακτήρα των λιμανιών της Βορείου Θάλασσας (Ρότερνταμ, Αμβούργο) και της Μεσογείου.

[3] Ο Αγωγός Trans Adriatic Pipeline (TAP), δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά η ενεργειακή Εγνατία Οδός, και η -οδική- Εγνατία Οδός (η οποία αποτελεί εξαιρετικής σημασίας έργο), δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά η ανασύσταση ή επανεύρεση με σύγχρονες μεθόδους και μέσα μιας δισχιλιετούς οδού (της ρωμαϊκής Via Egnatia) και η επαναφορά ή αναβίωση μιας παλαιότατης ιστορικής λειτουργίας και σχέσης. Εγνατίες οδοί, θρακικά ή μακεδονικά και ανατολικομεσογειακά οδικά, ναυτικά και ενεργειακά δίκτυα, δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο παρά επαναφορά, επανεύρεση ή επανακάλυψη -σε νέα γεωοικονομική ή άλλη μορφή- γεωφυσικών ιστορικών σχέσεων και παλαιών εμπορικών οδών. Το ουσιώδες δεν είναι οι αγωγοί (οι οποίοι, σε όχι λίγες περιπτώσεις, είναι επικίνδυνοι). Αν δεν ήταν οι αγωγοι θα ήταν τα φορτηγά ή τα πλοία. Το ουσιώδες είναι η ανασύσταση παλαιoτάτων δικτύων και η λειτουργική επανασύνδεση ιστορικών περιοχών. Οι «αγωγολόγοι», πριν απ' οτιδήποτε άλλο, πρέπει να μάθουν ιστορία και να αντιληφθούν γεωγραφικές λειτουργικότητες.

[4] Το σχόλιο αφορά μια ακαλλιέργητη και επιφανειακή (νέο)ισραηλινο-λαγνεία. Τα πιο σωστά πράγματα που κάνει το Ισραήλ είναι που σκαλίζει τη μεσογειακή του ταυτότητα και που αναπτύσσει και εμβαθύνει τις αφρικανικές και ασιατικές σχέσεις του (αυτές τις μέρες αναμένεται ο «τριτοκοσμικός» Modi της Ινδίας στην Ιερουσαλήμ. Eμάς εδώ -πέρα απ' ό,τι έχουμε μηδενικές σχέσεις με Ινδία και Ιαπωνία- προφανώς μας πέφτει «λίγη» η Αιθιοπία οπότε την έχουν αναλάβει οι ισραηλινοί -οι οποίοι έχουν αναπτύξει μια εκτεταμένη και πυκνή αφρικανική πολιτική, αδιανόητη για τους «πρωτοκοσμικούς» ευρώελλαδίτες-, ενώ οι Τούρκοι, όντας προφανώς ηλίθιοι, ασχολούνται με τη Σομαλία, μέσω της οποίας -και εν δυνάμει σε συνδυασμό με το Κατάρ- μπορούν, αν όχι να προβάλλουν ισχύ τουλάχιστον να προσεγγίζουν δύο από τα σημαντικότερα σημεία του πλανήτη. Προφανώς τέλος, σε επίπεδο ηλιθιότητας και «τριτοκοσμισμού» τους Τούρκους και τους Ισραηλινούς ακολουθούν οι Αμερικανοί οι οποίοι κυνήγανε τους Κινέζους στην Αφρική - δίχως μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Όλοι αυτοί οι δύσμοιροι φυσικά δεν είναι σαν τους «πρωτοκοσμικούς» ευρώελλαδίτες. Γελάει ο κόσμος). Οι ισραηλινοί έχουν καταλάβει ορισμενα πράγματα, γι' αυτό και θα ήθελαν π.χ, πύκνωση ανατολικομεσογειακών επαφών και σχέσεων, επίλυση του Κυπριακού (προς όφελος τους - εξέλιξη που δεν είναι απαραίτητα προς όφελος της Ελλάδας) κ.λπ. Οι ελλαδίτες δεν θα πρέπει να είναι ιδεολόγοι και αφελείς. Αλλά οι αφελείς είναι ιδεολόγοι και οι ιδεολόγοι είναι αφελείς (καλή τη πίστει, προϋποθέτουμε πως δεν είναι ιδιοτελείς). Όπως και να 'χει, μεγαλύτερη εμπιστοσύνη μπορεί να έχει κανείς στην Κύπρο παρά στους ελλαδίτες, σε αυτά τα εξαρτημένα και δουλικά κουτάβια, που κουνώντας την ουρά κοιτάνε τα αφεντικά τους με τρεχούμενα σάλια περιμένωντας να τους πετάξουν κανένα κόκκαλο (και που φυσικά ουδείς τα σέβεται και μόλις μεγαλώσουν λίγο, τα πετάνε στο δρόμο, αφού πρώτα σε ορισμένες περιπτώσεις τα έχουν στειρώσει).

[5] Η αποσύνθεση του περιφερειακού ελληνισμού κατά το δεύτερο μισό του 19ου και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα οδήγησε στην ανασύσταση του ελληνισμού, κατά το δεύτερο μισό του 20ου, στον αγγλοσαξονικό κυρίως και -σε μικρότερο βαθμό- στον ευρωγερμανικό κόσμο. Υπό αυτή την έννοια μπορούμε όντως να μιλήσουμε για ένα γεωιστορικό οργανισμό ή μια οντότητα που κάπως γενικά και αόριστα ονομάζουμε Ελληνισμό και που λειτουργεί με μια εσωτερική λογική φανερώνοντας επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφοράς. Δεν είναι μικρό πράγμα να συνειδητοποιείς πως η γεωγραφική κατανομή της διασποράς του 19ου αιώνα ήταν παρεμφερής με αυτή της αρχαιότητας, και πως όταν η πρώτη καταστράφηκε, ξαναδημιουργήθηκε σε «παγκόσμια» -ουσιαστικά ευρωατλαντική- κλίμακα. Αν δεν ήταν ντροπή και όνειδος, απόπατος, το ελλαδικό κράτος, θα μπορούσε να υπάρξει επανα-γονιμομοποίηση και επανενεργοποίηση αυτής της γεωιστορικής οντότητας. Το έχω γράψει κατ' επανάληψη, οι συνθήκες ήταν ευνοϊκες μετά το τέλος της διπολικής δυστοπίας (στην οποία προσπαθούν να μας κρατήσουν καθηλωμένους ψυχροπολεμικά απομεινάρια και απολειφάδια). Κάποιοι όμως -που προσπαθούν να διασωθούν κατηγορώντας τους νεκρούς- έριξαν τη χώρα στο βάραθρο.

Πάντως, και ολοκληρώνοντας, σε σχέση με την ιστορική κλίμακα που ορίζεται από τον 7ο ή τον 4ο αιώνα π.Χ μέχρι και τον 20 αιώνα μ.Χ, τα 65 χρόνια δεν είναι δα και σπουδαίος ή άξιος λόγου χρόνος, εάν δει κανείς τα πράγματα μακροιστορικά. Το πρόβλημα, σε ό,τι αφορά το μέλλον, δεν είναι τι συνέβη το 1937 ή το 1952 στην Αλεξάνδρεια (ή το 1922 στη Σμύρνη), αλλά τι συμβαίνει στο μυαλό μας το κλούβιο, η κατάντια, η υλική και ηθική μας κατάπτωση και η παρακμή μας στο σήμερα.