12 Αυγούστου 2016

Ένας σχολιασμός και ένα κείμενο (12 Αυγ 2016).

I
Λίγες ώρες πριν από την συνάντηση Putin-Erdoğan, ο Ρώσος Πρόεδρος παρευρέθηκε σε σύσκεψη μεταξύ Ρωσίας, Αζερμπαϊτζάν και Ιράν, κατά την οποία ανακοινώθηκε ένα τριμερές πλαίσιο συνεργασίας αυτών των χωρών, σε διάφορους τομείς. Στις δηλώσεις που έκανε ο Erdoğan, κατά την διάρκεια της συνέντευξης τύπου μετά την συνομιλία του με τον Ρώσο Πρόεδρο, επίσης ανακοίνωσε τριμερής συνεργασία μεταξύ Τουρκίας, Αζερμπαϊτζάν και Ρωσίας (εμφανής η κεντρικότητα του Αζερμπαϊτζάν). Συμπλήρωσε πως ελπίζει ότι «ο άξονας φιλίας μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας» θα αποκατασταθεί. Η αποκατάσταση και η ομαλοποίηση των σχέσεων των δύο χωρών ''will bring peace and stability to the region, which is very important'', επισήμανε στη συνέχεια (ειπώθηκαν αρκετά ακόμη που έχουν ενδιαφέρον: πραξικόπημα, Turkish Stream, Akkuyu Nuclear Power Plant project κ.λπ). Λίγες ώρες μετά την συνάντηση των δύο ανδρών, ο Putin συναντήθηκε με τον Serzh Sargsyan της Αρμενίας (εμφανής η περιθωριοποίηση της Γεωργίας στην περιοχή), ενώ είχε συνομιλία με την Theresa May της Βρετανίας, κατά την διάρκεια της οποίας εκφράστηκε ''dissatisfaction with the current parameters of cooperation in the political, trade and economic spheres'' και από τις δύο πλευρές. Τέλος, στις 10 Αυγούστου υπήρξε τηλεδιάσκεψη με τον Narendra Modi της Ινδίας, για τα εγκαίνια μονάδας πυρηνικής ενέργειας που κατασκεύασε η Ρωσία (Kudankulam Nuclear Power Plant). Αφού ο Modi είπε τα δικά του περί σεβασμού της μητέρας γης (I have a vision for India where achievements of our economic development are respectful to mother earth), έναν λόγο και ένα ύφος που χρησιμοποιεί και στις ομιλίες του στον Ο.Η.Ε, κατέληξε: Long live Indo-Russian friendship!

Είναι φανερό πως, σε διεθνές επίπεδο, η Ρωσία είναι δραστήρια και «ανεβαίνει». Αυτή η εικόνα φαίνεται αντιφατική σε σχέση με διάφορα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ρωσία στο εσωτερικό της, αν και χαρακτηρίζεται από σταθερότητα (βέβαια, νομίζω πως κατ' ουσίαν, ποτέ δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς συμβαίνει στο εσωτερικό αυτής της αχανούς χώρας). Με την Τουρκία, η εικόνα είναι κάπως αντίστροφή. Δυσκολεύτηκε, πιέστηκε και συνάντησε αρκετά εμπόδια στο εξωτερικό της [1], ενώ στο εσωτερικό της είναι σαφώς πιο δραστήρια και δυναμική, πιο νεανική και ζωτική χώρα από την Ρωσία.

Θα πρέπει να καταλάβουμε πως η Republic of Turkey, είναι νεαρή σε ηλικία. Είναι μόλις 93 ετών (η Συνθήκη της Λωζάνης, αποτελεί ιδρυτικό κείμενο της). Η Hellenic Republic είναι 186 ετών (η Republic of Turkey θα είναι συνομήλικη με την σημερινή Ελλάδα το 2109 μ.Χ). Σε μόλις 93 χρονιά, η Republic of Turkey κατάφερε να γίνει η 6-7η μεγαλύτερη οικονομία στην Ευρώπη και η 17-8η στον πλανήτη. Επίσης, όσες και όσοι έχουν μελετήσει το έργο του Παναγιώτη Κονδύλη, θα πρέπει να αντιληφθούν πως η σημερινή Τουρκία (2016) και η Τουρκία για την οποία έγραφε ο Κονδύλης (1997), μικρή σχέση έχουν μεταξύ τους [2]. Η σημερινή Τουρκία είναι πολύ ισχυρότερη. Από το 2002 έως το 2015, η Τουρκία αύξησε το Α.Ε.Π της από 230 σε 720 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ από το 1997 έως το 2016, είχε πληθυσμιακή αύξηση κατά περίπου 20 εκατομμύρια (αυξήθηκε κατά περίπου δύο Ελλάδες). Η Republic of Turkey, το 1997 είχε πληθυσμό περίπου 60 εκατομμύρια και σήμερα έχει περίπου 80 εκατομμύρια.

Σε μόλις 93 χρόνια λοιπόν, η Republic of Turkey, κατάφερε να γίνει η 7η οικονομικά και 3η πληθυσμιακά χώρα στην Ευρώπη και 17-8η οικονομικά και 19η πληθυσμιακά χώρα στον πλανήτη.

Σημειώσεις
[1] Η ευθυγράμμιση της Τουρκίας με το Ισραήλ, την Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα (παρά τις διαστάσεις Ισραήλ-Τουρκίας, ευθυγράμμιση υπήρξε ως προς την Συρία και την πτώση του Assad). Την Τουρκία δεν την συνέφερε να είναι το μέτωπο της αντιπαράθεσης αυτού του περιφερειακού συστήματος απέναντι στον άξονα Μόσχας, Τεχεράνης και Δαμασκού (πόσο μάλλον όταν έχει το κουρδικό στον κόρφο της). Η Τουρκία πιέστηκε πολύ και εσωτερικά και εξωτερικά δίχως να έχει ουσιαστικό όφελος, το αντίθετο μάλιστα. Περικυκλωμένη γεωγραφικά, ήταν η μόνη από τις χώρες αυτού του περιφερειακού συστήματος που υπέστει -και εσωτερίκευσε- όλα τα αρνητικά, τις απώλειες, τα βάρη και τις επιπτώσεις αυτής της αντιπαράθεσης (οι υπόλοιπες τρεις χώρες του περιφερειακού συστήματος στο οποίο συμμετείχε, έμειναν ουσιαστικά ανέγγιχτες). Η επιλογή της Άγκυρας να προσεγγίσει -ή να είναι πιο ήπια με- τον άξονα Δαμασκός, Μόσχα, Τεχεράνη δεν είναι ούτε «παράξενη», ούτε «ανορθολογική», ούτε «ιδεολογική».

[2] Η Τουρκία, και 60 εκατομμύρια πληθυσμό να είχε, θα ήταν η ισχυρότερη χώρα στο εσωτερικό του τριγώνου Γερμανία, Ρωσία, Ιράν. Ο τόνος και το χρώμα στη γραφή του Παναγιώτη Κονδύλη αντικατόπτριζε αυτό ακριβώς. Την Τουρκία των 60 εκατομμυρίων πληθυσμού (και του Α.Ε.Π των 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων).

[*] Turkey 2016 GDP (nominal): $751 billion - GDP (PPP): $1.6 trillion.


II
Ακολουθεί ένα κείμενο που έχει ενδιαφέρον. Διαφωνώ σε ορισμένα σημεία του, βέβαια.

Επισημαίνει ο Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος

Ένας πολυπολικός κόσμος θα μπορούσε να υπάρξει ως ειρηνικός κόσμος για την ενίσχυση της ελευθερίας και της ισότητας, στο βαθμό που οι ειρηνιστές επικρατήσουν των μιλιταριστών στην ευρύτερη ευρασιατική ζώνη και στο μέτρο που Πούτιν και Ερντογάν πραγματοποιήσουν αυτά τα οποία διακήρυξαν χθες κατά την συνάντησή τους στην Αγία Πετρούπολη, με παράλληλο αυτοπεριορισμό των τάσεων αυταρχισμού και αυτοκρατορισμού στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική των δύο αυτών περιφερειακών δυνάμεων.

Η σημασία της Ελλάδας σε αυτό το πολυπολικό πλαίσιο θα ήταν κρίσιμη και ασφαλώς σημαντικότερη για την σταθερότητα του παγκόσμιου συστήματος ασφαλείας σε σχέση με την μονοπολική ηγεμονία ή την μονο-πολυπολική ηγεμονία [μια υπερδύναμη (ΗΠΑ) με 5-6 μεγάλες δυνάμεις (ΕΕ, Κίνα, Ρωσία, Ινδία, Τουρκία, Βραζιλία)]. Αυτό δεν φαίνεται να γίνεται αντιληπτό στην Ελλάδα, καθώς το κυρίαρχο πολιτικό αφήγημα εγκλωβίζει τον ελληνικό λαό σε μια διάσταση εθνικής ταυτότητας που δομείται και αναδομείται σχεδόν αποκλειστικά στην αντίθεση /αντιπαλότητα έως εχθρότητα με την Τουρκία.

Αν οι ελληνικές πολιτικές πρακτικές και ο πολιτικός λόγος που τους προσδίδει σημασία δεν ξεφύγουν από αυτό το στερεότυπο, η ηγεσία της χώρα μας δεν θα μπορέσει να ενδυναμώσει, υπέρ της ελληνικής κοινωνίας, τον ρόλο της σε αυτή την παγκόσμια συγκυρία, όπου η γεωπολιτική τάξη βρίσκεται υπό αναθεώρηση, ενώ το μεταβιομηχανικό και μετανεωτερικό φαινόμενο έρχεται να μεταβάλει ριζικά τις ίδιες τις έννοιες και τα κριτήρια που ορίζουν γεωπολιτικώς τη σύγχρονη παγκοσμιοποίηση.

Όσοι με (συμπλεγματικούς) όρους του παρελθόντος ατενίζουν το μέλλον, είναι καταδικασμένοι να ηττηθούν και να εξασθενίσουν στο μέλλον και στην Ελλάδα δυστυχώς η εθνική συνείδηση δεν έχει κάνει σοβαρά βήματα «αποθεραπείας» από την εθνικιστική ψύχωση. Η Τουρκία είναι ανταγωνιστής της Ελλάδας στην γεωπολιτική περιοχή μας σε μια σειρά ζητημάτων, αλλά όχι εχθρός με τα χαρακτηριστικά του παραδοσιακού ελληνικού εθνικισμού. Η Ρωσία, από την άλλη, θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται επίσης ώριμα και όχι μυθικά, μυθοπλαστικά ή παραπλανητικά. Είναι μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη που θα μπορούσε να έχει βαθιές σχέσεις συνεργασίας και αλληλοσεβασμού με την Ελλάδα, στο βαθμό που η μια πολιτική ηγεσία δεν χρησιμοποιεί την άλλη καιροσκοπικά και συχνά στο πλαίσιο κάποιας προβοκάτσιας. Καλό είναι μάλιστα να συνειδητοποιήσουμε πως είναι πολύ επικίνδυνο πράγμα να επιτρέψουμε στην Ορθοδοξία να κάνει πολιτική μεταξύ των δύο χωρών, που μοιράζονται πράγματι πολλά από την κοινή πολιτισμική κληρονομιά της Ορθοδοξίας. Άλλο το ένα και άλλο το άλλο. Αν μπερδέψουμε αυτά τα δύο, θα επιτρέψουμε στην παραπολιτική να κυριαρχήσει επί της εξωτερικής μας πολιτικής και σε διάφορους «περίεργους» Δυτικούς ή Ρώσους, που αγωνίζονται για την φαρσοειδή αναβίωση του ψυχρού πολέμου, να νομιμοποιήσουν πολιτικώς τις θρησκευτικού χαρακτήρα κατηγορίες με τις οποίες χωρίζουν αυθαιρέτως τον κόσμο και τους λαούς.

Δεν είναι «ανιστόρητη συμμαχία» η επιχείρηση Πούτιν και Ερντογάν να δρομολογήσουν την ειρήνη αντί για τον πόλεμο στις σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας. Αντίθετα αυτό σημαίνει ιστορική εξέλιξη στη βάση ενός γνωστικού μοντέλου που έχει επεξεργαστεί συγκρούσεις του παρελθόντος και εχθροπραξίες του παρόντος, για την παραγωγή ειρήνης και όχι πολέμου. Δεν είναι ο πόλεμος και η καταστροφή της βιόσφαιρας η μοναδική ιστορία της ανθρωπότητας, είναι και η ειρήνη, η συμφιλίωση, η αμοιβαία κατανόηση, ο συμβιβασμός και οι νέοι θεσμοί που περιορίζουν την πιθανότητα συγκρούσεων με στρατιωτικά μέσα.

Αλήθεια, τον έλληνα δεξιό, κεντρώο ή αριστερό σε τι τον «χαλάει» αυτό; Αφού η πλειονότητα των ελληνικών ΜΜΕ έδειξε να απογοητεύεται από την αποτυχία των στρατιωτικών να καταλάβουν με τα όπλα την πολιτική εξουσία στην Τουρκία και αφού «σνόμπαρε», όπου δεν ειρωνεύτηκε απαξιωτικά, την πρωτοφανή λαϊκή υποστήριξη του τουρκικού λαού προς τον Ερντογάν και τον πολιτικό κόσμο (κυβέρνηση και αντιπολίτευση), κατέληξε σήμερα να υποβιβάζει - όταν δεν δυσφορούν ανοιχτά - την ιστορική πρωτοβουλία Πούτιν και Ερντογάν να ξανακτίσουν αυτό που απειλήθηκε με γκρέμισμα από δικά τους λάθη και καιροσκοπισμούς, σε μια διεθνή σκακιέρα όπου οι ίδιοι έπαιζαν – και συνεχίζουν να παίζουν - χωρίς, ωστόσο, να είναι αυτοί που έχουν τον έλεγχο. Γιατί; Πρόκειται για ηλιθιότητα ή για κρίση στο εθνοδουλικό μας ασυνείδητο, το οποίο συνδέει διαχρονικά την εθνική μας ταυτότητα με την πατρωνία;

Είναι αντικειμενικά καλή είδηση για την Ελλάδα, αγαπητέ αναγνώστη, η επαναπροσέγγιση του Πούτιν με τον Ερντογάν, εκτός αν την δούμε με τους εθνικιστικούς παραμορφωτικούς φακούς μας. Αυτή η είδηση είναι καλή επίσης και για κάθε προοδευτικό ευρωπαίο ή βορειοαμερικανικό, που ασφαλώς αντιλαμβάνεται πως η επιβίωση στον πλανήτη θα πρέπει να αποσυνδεθεί από την απαίτηση στρατιωτικο-οικονομικών συμφερόντων στις ΗΠΑ ή/και στην Ευρώπη για παγκόσμια κυριαρχία/μονοκρατορία. Η Ελλάδα είναι οργανικό μέρος του Ευρωπαϊκού Πόλου. Αλλά το ότι αυτή ανήκει γεωπολιτικώς εκεί δεν σημαίνει πως το εθνικό της συμφέρον πρέπει να ταυτίζεται με αυτούς που με ελεγχόμενο πόλεμο, σχεδιασμένες οικονομικές κρίσεις, πραξικοπήματα και διαρκείς αναθεωρήσεις συνθηκών ασφαλείας, επιχειρούν να επιβάλουν την ηγεμονία τους.

Σε ό, τι αφορά αυτή καθ΄εαυτή την επαναπροσέγγιση Πούτιν- Ερντογάν, θα ήμουν απολύτως βέβαιος πως είναι μια κίνηση υπέρ της ειρήνης μεσο-μακροπρόθεσμα, στο βαθμό που έβλεπα σημάδια εκδημοκρατισμού και στις δύο χώρες. Η αναδόμηση και εμβάθυνση της συνεργασίας Ρωσίας-Τουρκίας δίνει «όπλα» και στα δύο καθεστώτα, που χαρακτηρίζονται από μεγάλο βαθμό αυταρχικότητας σήμερα, να αναπτύξουν ένα πρόγραμμα εκδημοκρατισμού και πολιτικοκοινωνικής φιλελευθεροποίησης άμεσα και με προοπτική δεκαετίας. Αυτό είναι η αναγκαία συνθήκη για να αποδώσει η συνεργασία τους με αναμφισβήτητους όρους ειρήνης και κοινωνικής προόδου. Μια υπόθεση που αφορά άμεσα και στην Ελλάδα.