19 Φεβρουαρίου 2016

Περί του ελλαδικού ευρωπαϊκού ηπειρωτισμού.

Η Ελλάδα, κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του '90 και ύστερα, έστριψε το τιμόνι υπερβολικά ηπειρωτικό-ευρωπαϊκά. Και όπως ήταν αναμενόμενο, συνετρίβη. Η πλήρης σύνδεση και ενσωμάτωση της Ελλάδας σε μια ηπειρωτική ευρωπαϊκή υπερδομή που έχει ως κέντρο της τον άξονα Φρανκφούρτη, Βερολίνο, Βρυξέλλες, αποτέλεσε ανωμαλία και στρατηγικό σφάλμα πρώτου μεγέθους. Ο ηπειρωτισμός, σε μια χώρα με τα χαρακτηριστικά της Ελλάδας, μπορεί να λειτουργήσει γόνιμα μονάχα στα πλαίσια μιας ναυτικής-νησιωτικής εξισορρόπησης.

Ο ελλαδικός ευρωπαϊκός ηπειρωτισμός, ο οποίος απέκτησε μορφή, κατευθύνσεις και περιεχόμενα γύρω από έναν άξονα που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «ευρωκεντρικός γερμανοκίνητος εκσυγχρονισμός», κατέστρεψε τη χώρα (*).

Η υπερβολική στοχοπροσήλωση και μονομέρεια προς την Ευρώπη του Ρήνου διέλυσε την Ελλάδα, και όχι το αντίστροφο (όπως ισχυρίζονται). Η εμμονή με τον ευρωπαϊκό ηπειρωτισμό, η με πάθος επιδίωξη της Ευρώπης του Ρήνου ως μοναδικού στόχου, οδήγησε στον εγκλωβισμό, στην απομόνωση και τη συντριβή μας. Εμβαθύναμε υπερβολικά και βιαστικά και για αυτό εγκλωβιστήκαμε.

Αυτό, εν τέλει, συμβολίζει ή φανερώνει η όλη συζήτηση γύρω από το ευρωνομίσμα.

Η γεωγραφία της χώρας «φώναζε» πως η θεσμική σχέση της Ελλάδας με την Ευρώπη του Ρήνου, δηλαδή την Ε.Ε, όφειλε να είναι παρεμφερής ή ανάλογη με αυτή της Νορβηγίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Σουηδίας, της Δανίας, της Πολωνίας ή της Ελβετίας (**).

Οι οικονομιστές έχουν την τάση να αγνοούν και να υποτιμούν τη γεωγραφία. Η γεωγραφία όμως -και μαζί της η ιστορία- επιστρέφει και εκδικείται. Αυτό φανερώνει ένας χάρτης των χωρών της ζώνης Σένγκεν ή της ευρωζώνης (όπου η Ελλάδα δεν συνορεύει με καμία χώρα). Το ζήτημα της Σένγκεν ή του ευρώ δεν προκύπτει τυχαία. Φανερώνει την κατάρρευση της θεσμοκεντρικής λογικής.

Επιστρέφουμε σταδιακά στη σχέση που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα είχαμε με την Ευρώπη του Ρήνου (και που έχουν η Νορβηγία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Δανία κ.λπ), μετά από υπερβολικά μεγάλο κόστος και καταβάλλοντας δυσανάλογο τίμημα. Είναι πασιφανές, όχι μονάχα οικονομικά, πως το επίπεδο της καταστροφής θα ήταν μικρότερο εάν δεν είχαμε εισέλθει, δεν είχαμε εγκλωβιστεί, στην ευρωζώνη (δεν υπάρχει κανένα εσωτερικό κριτήριο ορθολογικής ερμηνείας της έντασης, της έκτασης και του βάθους της κρίσης - γι' αυτό άλλωστε αρκετοί ευρωκεντριστές καταλήγουν σε έναν κεκαλυμμένο ρατσισμό). Μάλιστα τώρα λένε πως δεν μπορούμε να φύγουμε! (δηλαδή εγκλωβιστήκαμε εις τον αιώνα τον άπαντα!). Αυτής της μορφής τα αδιέξοδα δεν προκύπτουν από έλλειψη «μεταρρυθμίσεων» (δεν καταρρέει απλά η οικονομία), προκύπτουν από σφάλματα στρατηγικού χαρακτήρα.

Οι δυνάμεις του -λεγόμενου- μεταρρυθμιστικού και εκσυγχρονιστικού κέντρου, της γαλλο-γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και δεξιάς (ευρωφιλελεύθερης ή χριστιανοδημοκρατικής), μέσα σε είκοσι μόλις χρόνια -και λιγότερο- διέλυσαν τη χώρα ολοκληρωτικά, οδηγώντας τη στη μεγαλύτερη μεταπολεμική καταστροφή της. Η αποτυχία και η ήττα τους είναι στρατηγική και είτε θα συνθλίβουν -ή θα αλλάξουν μυαλά- είτε θα συνθλίψουν και θα πολτοποιήσουν ολοκληρωτικά την Ελλάδα.


Σημειώσεις

(*) Δεν επιθυμώ να το εξειδικεύσω εθνοκεντρικά (π.χ, με τι καταστροφές βρίσκεται αντιμέτωπη η χώρα, μόλις εισρέει σε υπερβολικό βαθμό η γερμανική ισχύ υπό διάφορες μορφές). Γενικά, οι εγκλωβισμοί και οι μονομέρειες οδηγούν νομοτελειακά σε ανωμαλίες και συντριβές, ενώ η εξισορρόπηση δύναμης προσφέρει βαθμούς ελευθερίας και περιθώρια ευελιξίας.

(**) Η Ελλάδα, μια χώρα «οντολογικά» νησιωτική, στα πλαίσια της εθνοκρατικής της συγκρότησης θα μπορούσε να έχει ως δέον, για παράδειγμα, την μετατροπή της σε Ελβετία της Μεσογείου, στη βάση της ουδετερότητας ενός ναυτιλιακού -αντί τραπεζικού της Ελβετίας των Άλπεων- κέντρου, το οποίο θα συνδυάζει ορισμένα ακόμα στοιχεία: π.χ. ουδέτερο διπλωματικά έδαφος (Δύση-Ρωσία, Ισραήλ-Άραβες, Σουνίτες-Σιίτες, Ε.Ε-Αραβικός Σύνδεσμος, αναπτυγμένοι-αναπτυσσόμενοι κ.α, η ίδια η ιστορική και γεωγραφική θέση, πολιτισμική συγκρότηση και ταυτότητα της Ελλάδας την οδηγεί να μην μπορεί να έχει ξεκάθαρη τοποθέτηση σε όλες αυτές τις αντιθέσεις και να αναπτύσσει σχιζοφρενικές τάσεις), πεδίο διαθρησκευτικού και διαπολιτισμικού διαλόγου, πολιτιστική οικονομία, διπλωματία και γλωσσομάθεια, σχέσεις με διεθνείς οργανισμούς κ.λπ. Δηλαδή μια διαφορετικού τύπου παγκοσμιοποίηση, διεθνοποίηση ή οικουμενικοποίηση. Αυτή είναι μια προσέγγιση, όχι η μόνη. Θα μπορούσαν να υπάρξουν και άλλες, περισσότερο «εδαφικές».

Η ουδετερότητα μπορεί να αποδειχθεί γόνιμη και για το εσωτερικό μιας χώρας. Λειτουργεί ως παράγοντας ανάσχεσης της εξάρτησης, του ελέγχου και της αλλοίωσης του πολιτικού της συστήματος. «Καθαρίζει» και εξυγιαίνει το εσωτερικό της. Επίσης, αναπτύσσονται ελεύθερα όλες οι πνευματικές τάσεις και αποφεύγονται οι πολιτιστικοί ακρωτηριασμοί που επιβάλλονται για λόγους γεωπολιτικού ελέγχου. Τέλος, σε μια τρομερά ασταθής και επικίνδυνη περιοχή, η ουδετερότητα αποτελεί την πλέον ασφαλή επιλογή (ουδετερότητα δεν σημαίνει ανυπαρξία ενόπλων δυνάμεων. Ίσως μάλιστα, υπό τις παρούσες συνθήκες, να αποτελεί και τη μόνη οδό για -στοιχειώδη- κυριαρχία και ανεξαρτησία). Η Ελβετία αποτελεί το γνωστότερο παράδειγμα χώρας υπό καθεστώς ουδετερότητας. Ιστορικά, η Σουηδία και η Αυστρία επίσης έχουν υιοθετήσει στάση ουδετερότητας στις διεθνείς τους σχέσεις.