20 Ιανουαρίου 2016

Το Κενό Κράτος. Το ρήγμα κράτους-κοινωνίας και η αναδυόμενη λαϊκή παράταξη.

Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής δημοσίευσε στις 10/10/2014 το μελέτημα του Δρ. Άγγελου Χρυσόγελου (βιογραφικό) με θέμα: Το Κενό Κράτος. Το ρήγμα κράτους-κοινωνίας και η αναδυόμενη λαϊκή παράταξη.

Εκκινώντας από διαφορετική αφετηρία καταλήγω σε παρόμοια συμπεράσματα. Πρωταρχική σημασία έχει να βρεθεί ένας κοινός τόπος ως προς την διάγνωση και την ερμηνεία (η θεραπεία και οι προτεινόμενες λύσεις έπονται). Το μελέτημα αποτελεί σοβαρή και αξιόλογη συνεισφορά κατά την προσπάθεια υπέρβασης της διανοητικής ερήμου που κυριαρχεί στη χώρα. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από αυτόχθονη παραγωγή ιδεών ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης. Τα μορφωτικά οικοδομήματα, ρεύματα, πεδία και υποκείμενα μετασχηματίζονται σε πολιτικά. Ο μετασχηματισμός αυτός αποτελεί προϋπόθεση για την επαναθεμελίωση και αναγέννηση της Ελλάδας.

Το μελέτημα είναι διαθέσιμο σε μορφή PDF:


.~`~.
Το Κενό Κράτος
Το ρήγμα κράτους-κοινωνίας και η αναδυόμενη λαϊκή παράταξη

Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής. Μελέτημα 2/14/Γ. Οκτώβριος 2014 - © ΙΝΣΠΟΛ & Άγγελος Χρυσόγελος

Συντάκτης

Ο Δρ. Άγγελος Χρυσόγελος γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα και εργάζεται ως Λέκτωρ ευρωπαϊκής και διεθνούς πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Limerick στην Ιρλανδία. Είναι διδάκτωρ πολιτικών και κοινωνικών επιστημών του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας και κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο διεθνών σχέσεων και διπλωματίας από το Πανεπιστήμιο του Leiden της Ολλανδίας και πτυχίο πολιτικών επιστημών από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο παρελθόν έχει συνεργαστεί με το Ινστιτούτο Clingendael στην Χάγη, το Wilfried Martens Centre for European Studies στις Βρυξέλλες και το Πανεπιστήμιο της Αμβέρσας.


Περίληψη

Βασικό στοιχείο της ρητορείας της αυτοανακηρυχθείσης ως αστικής και φιλοευρωπαϊκής οργανικής διανόησης στην Ελλάδα είναι η απόδοση της ευθύνης για τις αποτυχίες του σύγχρονου Ελλαδικού κράτους σε μια θεωρούμενη ως εγγενή στον Νεοέλληνα κουλτούρα λαϊκισμού και «μικροαστισμού», προσφάτως σκωπτικά ταυτισμένη από κάποιους εκπροσώπους αυτής της διανόησης (με αναφορά στο επεισόδιο αυτοχθόνων-ετεροχθόνων του 1843) με τον όρο «Μακρυγιαννισμός». Με βάση αυτό το αφήγημα, υπάρχει στην νεώτερη Ελληνική ιστορία μια συνέχεια μεταξύ φαινομένων λαϊκιστικών εκρήξεων καθώς και ενάρετων προσπαθειών εκσυγχρονισμού – με τον κυρίαρχο λαϊκισμό να υπερτερεί τελικά των ηρωικών μεταρρυθμιστών.

Σε αυτό το σημείωμα αντιστρέφεται αυτή η κριτική για τις αποτυχίες του νέου Ελληνισμού. Αντί για τις παραδοσιακές αξίες και την αορίστως οριζόμενη «μικροαστική κουλτούρα», εστιάζουμε στις ίδιες τις κρατικές ελίτ ως υπεύθυνες για την αποτυχία. Αυτές οι ελίτ ουδέποτε κατόρθωσαν να ξεπεράσουν το θεμελιώδες έλλειμμα νομιμοποίησης του Ελλαδικού κράτους, αποτυγχάνοντας διαχρονικά στο να εκπληρώσουν την βασική τους υπόσχεση: να συγχρονίσουν τον βηματισμό του συνεχούς και οικουμενικού Ελληνισμού με την εξέλιξη της νεωτερικότητας.

Στην παρούσα συγκυρία, αυτή η έλλειψη νομιμοποιητικής ιδεολογίας καθιστά το Ελλαδικό κράτος πραγματικά «κενό» ερεισμάτων. Για πρώτη φορά φαίνεται να δημιουργούνται οι συνθήκες για την ανάδυση ενός πολιτικού υποκειμένου γύρω από το πρόταγμα της ραγδαίας ιδεολογικής επαναθεμελίωσης του κράτους. Υποστηρίζεται ότι ενώ αυτό το πολιτικό υποκείμενο, ήτοι μια αναδυόμενη «λαϊκή παράταξη», προς το παρόν σχηματοποιείται γύρω από ένα αποφατικό αίτημα αμφισβήτησης του κράτους και των ελίτ του, είναι απαραίτητη η εμπλαισίωσή του από μια πιο συνεκτική πολιτική ιδεολογία που θα επιτρέψει την διατύπωση γόνιμων και θετικών προτάσεων – ενός αυτοφυούς ελληνικού συντηρητισμού.


.~`~.
Το Κενό Κράτος
Το ρήγμα κράτους-κοινωνίας και η αναδυόμενη λαϊκή παράταξη

Βασικό μοτίβο της σχολιογραφίας της σύγχρονης Ελλαδικής οργανικής διανόησης (η οποία κάποτε αυτοχαρακτηριζόταν ως προοδευτική ή αριστερή αλλά σήμερα προτιμάει τους όρους φιλοευρωπαϊκή, μεταρρυθμιστική ή και φιλελεύθερη) είναι ότι υποδεικνύει ως το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας τον λαό και την κουλτούρα του, η οποία λειτούργησε ως πρόσκομμα στην δημιουργία ενός ισχυρού και οργανωμένου κράτους. Για τα μέλη αυτής της «εξευρωπαϊσμένης» διανόησης η ιδεατή μορφή που θα έπρεπε να έχει το Ελλαδικό κράτος είναι δεδομένη: το κράτος θα πρέπει να λειτουργεί «όπως γίνεται έξω», με βάση Ευρωπαϊκά πρότυπα. Και αφού αυτό το κράτος αποκτήσαμε (όπως αποκτήσαμε) το 1830, αυτό το κράτος είναι το ζητούμενο να «μεταρρυθμιστεί».

Σύμφωνα με την κατεστημένη διανόηση, οι φορείς της ιδεολογίας του «ισχυρού κράτους» υπήρξαν στην Ελλάδα πάντα σε αέναη μάχη με τους φορείς του «λαϊκισμού», αυτούς που αναμόχλευαν την κυρίαρχη λαϊκή κουλτούρα (συνήθως αποδιδόμενη εν μέρει αν όχι εν όλω στον μεγάλο μπαμπούλα, την Ορθοδοξία) με σκοπό να «αλώσουν» το κράτος και να το εκτρέψουν σε ανατολίτικα πρότυπα. Πρόσφατα ο «μεγάλος εχθρός» ταυτοποιήθηκε από ευρωμανή αποδομητική γραφίδα (εξαιρετικά εύστοχα από την οπτική του εμπνευστή του) ως «Μακρυγιαννισμός», η αδήριτη δήθεν επίσημη ιδεολογία του νέου Ελληνισμού η οποία, σύμφωνα με το αφήγημα, παρά τις όποιες προσπάθειες πεφωτισμένων ηγεσιών και μειοψηφικών κοινωνικών δυνάμεων έχει καταδικάσει (σχεδόν ανεπίστρεπτα) την Ελλάδα σε οικονομική και θεσμική μειονεξία. Σε αυτό το επιχείρημα υπάρχει μια υποτιθέμενη ιστορική συνέχεια που συνδέει τον Μακρυγιαννισμό και το κίνημα των αυτοχθόνων (εκπεφρασμένο στις συζητήσεις της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης το 1843 για το ζήτημα των ετεροχθόνων) με τον λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ, το οποίο εξέφρασε την μικροαστική ιδεολογία της αναξιοκρατίας και της εξάρτησης από το κράτος που σήμερα πλέον έχει κυριαρχήσει πλήρως. Το ιστορικό αφήγημα της αυτοαναγορευθείσης ως «φιλοευρωπαϊκής» και «αστικής» οργανικής διανόησης είναι απλοϊκό και επομένως εξαιρετικά σαγηνευτικό: Από την μια μεριά ο Μακρυγιάννης και οι αυτόχθονες, ο Δηλιγιάννης, ο αντιβενιζελισμός της Μικράς Ελλάδος και το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη οι ετερόχθονες και η Μεγάλη Ιδέα, ο Τρικούπης, ο Βενιζέλος και ο Καραμανλής.

Πρόκειται φυσικά για ένα ιστορικό αφήγημα-ιδεολόγημα που περισσότερο επιτρέπει στους φορείς του να αναζητούν ιστορικότητα για ιδέες που είναι πασιδήλως ξένες προς το σώμα και την νοοτροπία του σημερινού Ελληνισμού, καθώς και να υιοθετούν τον ρόλο του «μάρτυρα» σε μια… ηρωική μάχη με το αέναο κακό του «παπαδαριού», των δημαγωγών και του ευεπηρέαστου λαουτζίκου. Είναι ενδιαφέρον ότι μια άλλη σταθερά της επίσημης διανόησης είναι η καταδίκη του, κατ’αυτήν, αισθήματος μειονεξίας και της αυτοθυματοποίησης του Ελληνικού λαού – η γνωστή θεωρία του Διαμαντούρου περί underdog culture. Αλλά ταυτόχρονα οι εκπρόσωποι αυτής της διανόησης παρουσιάζουν την ιδεολογία και παράταξη του νεωτερικού κράτους στην Ελλάδα ως μονίμως διωκόμενη και βαλλόμενη από τους λαϊκιστές. Και όμως, εδώ και σχεδόν 200 χρόνια ελάχιστες ήταν οι στιγμές που η Ελλάδα δεν κυβερνήθηκε από φιλοδυτικές, εκσυγχρονιστικές δυνάμεις. Ο Τρικούπης, ο Βενιζέλος, ο Καραμανλής δεν είναι υποσημειώσεις στην Ελλαδική ιστορία, αλλά οι επίσημα αποδεκτοί statesmen της επίσημης κρατικής ιδεολογίας. Ο Μακρυγιάννης και οι αυτόχθονες ηττηθήκαν το 1844, ο Βενιζελισμός κυβέρνησε χρόνο πολλαπλάσιο του Αντιβενιζελισμού μεταξύ 1910-1935, ενώ το «εκσυχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ ξεπέρασε σε συνολικό χρόνο παραμονής στην εξουσία το «λαϊκιστικό». Είναι πραγματικά παράδοξο ότι για κανένα από τα δεινά της Ελλάδας σήμερα δεν φταίνε αυτοί που την κυβέρνησαν εδώ και 200 χρόνια, αλλά κάποιες αόρατες πολιτιστικές δυνάμεις.

Ο οποιοσδήποτε καλόπιστος (;) παρατηρητής διαπιστώνει λοιπόν ότι για την προφανή αποτυχία του μοντέρνου κράτους ως θεσμού και αξίας στην νεώτερη Ελλάδα δεν μπορεί να ευθύνεται ο «λαός» γενικώς και αορίστως (ο λαός που διαχρονικά ανέδειξε σε ηγέτες τον Τρικούπη, τον Βενιζέλο, τον Καραμανλή, τον Σημίτη). Αν απέτυχε το κράτος στην Ελλάδα αυτό οφείλεται στις δικές του εγγενείς αδυναμίες και ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο από την στιγμή γέννησής του τέθηκε υπό τον έλεγχο ενός συνασπισμού μετα-Οθωμανικών ελίτ και εξευρωπαϊσμένων Φαναριωτών, των λιγότερο δημοφιλών και πιο αποκομμένων από τις λαϊκές ανάγκες δυνάμεων της εποχής δηλαδή. Ήταν αυτός ο συνασπισμός που εδραίωσε την πελατοκρατία και τον κομματισμό ως βασικό τρόπο πολιτικής πρακτικής. Είναι χρήσιμο εδώ να θυμηθούμε ότι η βασική διαχωριστική γραμμή στην Εθνοσυνέλευση του 1843 σχετικά με το ζήτημα των ετεροχθόνων ήταν αυτή μεταξύ πολιτικών ελίτ και μικρομεσαίων πολιτικών που εξέφραζαν έντονες και διαδεδομένες λαϊκές διαμαρτυρίες. Οι ηγεσίες και των τριών «ξενικών» κομμάτων της εποχής στήριξαν την ατζέντα των ετεροχθόνων, και τα παράπονα των αυτοχθόνων απέμειναν να εκφραστούν αποσπασματικά και εξωπολιτικά, στην πολιτιστική και δημόσια σφαίρα αλλά όχι στην πολιτική καθαυτή.

Το μάθημα λοιπόν που μας δίνει το επεισόδιο ετεροχθόνων-αυτοχθόνων (στο οποίο κατά τα άλλα δεν αμφισβητείται ότι η επωφελέστερη για το έθνος άποψη ήταν αυτή των ετεροχθόνων) δεν είναι ότι η γενικώς ορισμένη και πανταχού παρούσα «μικροαστική» ιδεολογία στάθηκε εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό και την καλή λειτουργία του κράτους, αλλά ότι το κράτος στην Ελλάδα εξ αρχής δομήθηκε εναντίον και επί των αναγκών του λαού, καταφέρνοντας παρόλα αυτά να επιβληθεί χάρη στην περιοδική ικανότητά του να αυτοαναπαράγεται μέσω της προσκόλλησής του στην εθνική ιδεολογία της συνέχειας και οικουμενικότητας του Ελληνισμού. Είναι πραγματικά παράδοξο το ότι στηλιτεύεται η ιδεολογία και οι αξίες του λαού που ποτέ δεν αποδέχτηκε τις αρχές του νεωτερικού κράτους, ενώ το ίδιο το κράτος έσκαψε βαθιά σε αυτές προκειμένου το ίδιο να νομιμοποιηθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι η μνημειώδης ιδεολογική και ιστορική σύνθεση του Παπαρρηγόπουλου δεν μπόρεσε να βρει καλύτερο εκφραστή στο πολιτικό πεδίο της εποχής από τον Κωλέττη, τον πρωτομάστορα της βίας και της νοθείας στα ελληνικά πολιτικά πράγματα (και στο κόμμα του οποίου, το Γαλλικό, ανήκε και ο Μακρυγιάννης).

Αν και η κατεστημένη διανόηση ταυτίζει συνήθως την «μικροαστική» ιδεολογία διαχρονικά με τον μικροελλαδισμό και το κράτος (ή ακριβέστερα τις ελίτ του) με την προσπάθεια ένταξης του Ελληνισμού στο διεθνές γίγνεσθαι (είτε με την ολοκλήρωση της εθνικής ολοκλήρωσης είτε με την τοποθέτηση της Ελλάδας στο στρατόπεδο της Δύσης), λαϊκισμός και οικουμενικότητα έχουν μια περίπλοκη σχέση στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Πολλές φορές λαϊκιστικές πολιτικές δυνάμεις εξέφρασαν εκφάνσεις του οικουμενικού Ελληνισμού, όπως και το κράτος οικειοποιήθηκε όψεις της μικροαστικής ιδεολογίας. Για παράδειγμα, το μετεμφυλιακό «κράτος της Δεξιάς», που αγκύρωσε αναπόδραστα την Ελλάδα στην Δύση, ήταν πολιτιστικά και αισθητικά κατεξοχήν ένα κράτος της Παλαιάς Ελλάδας. Η κουλτούρα της προσφυγιάς και των χαμένων πατρίδων (συνέχεια και απομεινάρι του οικουμενικού Ελληνισμού) βρέθηκε στο περιθώριο μεταπολεμικά μέχρι να καταστεί αντικείμενο πολιτικής εκμεταλλεύσεως από το λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ.

Ενώ λοιπόν τα πολιτικά διακυβεύματα αλλάζουν στην πάροδο των εποχών και οι άξονες πολιτικού ανταγωνισμού μεταλλάσσονται, περιστρέφονται και ανατέμνονται, η διάσταση κράτους-λαού έχει παραμείνει σταθερά της Ελλαδικής πολιτικής ιστορίας. Αν ο κατασυκοφαντούμενος ως «Μακρυγιαννισμός» φαντάζει μια γραφική και μικροαστική αντίδραση σε κάτι μεγάλο και ωραίο όπως η έννοια της οικουμενικότητας του Ελληνισμού, αυτό είναι γιατί αυτή ακριβώς η οικουμενικότητα διαχρονικά υιοθετήθηκε και καλουπώθηκε από ένα κράτος εξαρχής στερημένο ιδεολογικής νομιμοποίησης. Είναι η επίσημη ιδεολογική και νομιμοποιητική αφήγηση αυτού του κράτους που ρίχνει στην «προαιώνια» μικροαστική νοοτροπία και κουλτούρα του Νεοέλληνα την ευθύνη για όλους τους διχασμούς και όλες τις σχιζοφρένειες που έχει υποφέρει το σώμα του Ελληνισμού εδώ και 200 χρόνια: τοπικισμός εναντίον οικουμενισμού κάποτε, πατριωτισμός εναντίον Ευρωπαϊκότητας σήμερα.

Στην πραγματικότητα όμως είναι αυτό το εξαρχής απονομιμοποιημένο κράτος, με την εγγενή του πολιτική ελίτ, που δημιουργεί ρήγματα εκεί που κάποτε ο Ελληνισμός είχε αρμονία (η δυαδικότητα τοπικισμού και οικουμενικότητας έχει για παράδειγμα υπάρξει ιστορικά βασικό χαρακτηριστικό και γόνιμος τροφοδότης του Ελληνισμού – κλασσικού, Ελληνιστικού ή Ορθόδοξου). Ήταν ακριβώς η αποτυχία αυτού του κράτους να μεσολαβήσει μεταξύ της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού και των αναγκών της νεωτερικότητας, μαζί με την λαίμαργη αναζήτηση για ολοένα και ανανεούμενη νομιμοποιητική βάση στην ιδεολογική αποθήκη του γένους/έθνους η οποία εξαντλήθηκε αδικαιολόγητα και εγκληματικά γρήγορα μέσα σε 200 χρόνια, που έχει ξαναενεργοποιήσει αισθήματα απέχθειας, ιδιωτείας και αντίστασης στο κράτος.

Έστω κι έτσι, η περίπτωση του 1843 περιέχει ενδιαφέροντα διδάγματα για το σήμερα. Όπως και σήμερα, τότε ο καταλύτης για την πολιτική κρίση ήταν η επερχόμενη χρεωκοπία του κράτους, η οποία οδήγησε σε επιβολή σκληρής φορολογίας και με την σειρά της οδήγησε στην επανάσταση εναντίον του ΄Οθωνα. Όπως και σήμερα, η συζήτηση για πολιτική μεταρρύθμιση αναπόφευκτα στράφηκε στο ζήτημα της νομιμοποιητικής βάσης του κράτους – η διαμάχη αυτοχθόνων-ετεροχθόνων υπήρξε η επίκαιρη έκφραση ενός βαθύτερου ζητήματος που αφορούσε την σχέση κράτους-κοινωνίας. Όπως και σήμερα, το κράτος κατ’ ουσίαν είχε χρεωκοπήσει ιδεολογικά πολύ πριν χρεωκοπήσει οικονομικά. Μόνο που σε αντίθεση με το τότε, δεν υπάρχει η ιδεολογική εφεδρεία της Μεγάλης Ιδέας για να μπορέσει το κράτος να αντλήσει καινούρια νομιμοποίηση. Αντίθετα, όπως και σήμερα, η οικονομική κρίση σήμανε μια αποτυχία του κράτους να μεσολαβήσει μεταξύ του Ελληνισμού και της νεωτερικότητας. Η δήθεν «μικροαστική» «Μακρυγιαννική» αντίδραση, τότε και τώρα, δεν εκφράζει μια μόνιμη και συνεχή τάχα κατάσταση του σώματος του νέου Ελληνισμού, αλλά μια συγκεκριμένη και επίκαιρη κατά περίπτωση απάντηση στις αποτυχίες ενός συστήματος που, παρά τις εξαγγελίες και υποσχέσεις του, ούτε οργάνωσε τις σχέσεις του Ελληνισμού με την νεωτερικότητα ούτε εξέφρασε με συνέπεια τις δάνειες αξίες που καπηλεύτηκε από το ιδεολογικό απόθεμα του Ελληνισμού.

Υπήρξαν στιγμές στην Ελλαδική ιστορία που η ιδεολογία και η πολιτική του κράτους απέκλειαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού, όπου το κράτος ταυτιζόταν με μια παράταξη σε βάρος κάποιας άλλης. Σε αυτές τις περιπτώσεις η αντίθετη ιδεολογία με αυτήν του κράτους ενεδύετο την γλώσσα του «λαού», υποδηλώνοντας την ύπαρξη ενός πολιτικού υποκειμένου πέραν των ορίων της πολιτικής κοινότητας όπως την εννοούσε η επίσημη ιδεολογία του κράτους. Αυτά τα φαινόμενα υπήρξαν «λαϊκιστικά» με την πιο στενή ακαδημαϊκή έννοια του όρου. Το ΠΑΣΟΚ του ’80 και ο Αντιβενιζελισμός του ’20 είναι ίσως τα πιο κλασσικά παραδείγματα αυτού του είδους πολιτικής. Και στις δυο περιπτώσεις όμως πολιτικές και ιδεολογικές τομές προϋπήρχαν, και η ρητορική φόρμα του «λαού» εμπλαισίωσε μια προϋπάρχουσα πολιτική διαπάλη. Ο λαϊκισμός ήταν μέθοδος κινητοποίησης, όχι ιδεολογία. Αντίθετα σήμερα, όπως και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα το 1843, ζούμε μια περίοδο κατά την οποία ένα πολιτικό υποκείμενο συστήνεται γύρω από την έννοια του «λαού» καθ’ εαυτήν, όπου ως «λαός» σημαίνεται η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων που δεν αναγνωρίζει πια τον εαυτό της στην επίσημη ιδεολογία του κράτους, ούτε είναι διατεθειμένη να συνεχίσει να χρηματοδοτεί την αναπαραγωγή του. Η διαιρετική τομή δεν είναι οριζόντια και ιδεολογική, αλλά αφορά την διάσταση μεταξύ κράτους και λαού καθαυτόν. Ο «λαϊκισμός» και ο «Μακρυγιαννισμός», όπως ευχερώς ονομάζονται από όσους εφευρίσκουν εχθρικά σκιάχτρα, γίνονται αποφατικές ιδεολογίες εν όψει της αποτυχίας του κράτους, όχι γιατί ο μικροαστισμός είναι αναπόφευκτο ίδιον του σώματος των Νεοελλήνων, αλλά γιατί αυτοί που είχαν υποσχεθεί σύζευξη των αιτημάτων του ιστορικά συνεχούς και οικουμενικού Ελληνισμού με τα διεθνή τρέχοντα απέτυχαν – για μιαν ακόμα φορά.

Η «λαϊκή παράταξη» λοιπόν όπως ορίζεται εδώ δεν αφορά πολιτικές παρατάξεις που κατά καιρούς υιοθέτησαν την ρητορική λογική και την ταυτοτική αυτο-κατανόηση ως «λαού». Είναι μια παράταξη που ποτέ στο παρελθόν δεν μορφοποιήθηκε σε πολιτικό υποκείμενο και το εγγύτερο που είχε φτάσει ποτέ ήταν με το ζήτημα των ετεροχθόνων το 1843. Αφορά ένα μόνιμο λανθάνον ρήγμα μεταξύ κράτους και κοινωνίας στην νεώτερη Ελλάδα που οι έντονες διαμάχες, ο κομματισμός και ο πελατειασμός, και ο αλυτρωτισμός και οι εξωτερικές περιπέτειες πάντα κατόρθωναν να κρατούν υπό έλεγχο. Μορφοποιείται γύρω από ένα βασικό ιδεολογικό πρόγραμμα που όμως δεν διαθέται τα εργαλεία για να καταστεί μέθοδος κινητοποίησης. Η λαϊκή παράταξη έχει ως πρωταρχικό ιδεολογικό ιστό την απόρριψη της επίσημης ιδεολογίας του κράτους σε μια δεδομένη στιγμή. Βρίσκεται επομένως στην ανάγκη εμπλαισίωσης από μια βαθύτερη και συνεπέστερη ιδεολογία πέραν του σκληρού πυρήνα της εναντίωσης στο (ιδεολογικά πάνω από όλα) χρεωκοπημένο κράτος προκειμένου να μεταβληθεί από διαμαρτυρία σε πολιτικό πρόγραμμα.

Στην παρούσα συγκυρία, η ιδεολογία της λαϊκής παράταξης μπορεί ευχερέστερα να διατυπωθεί με όρους ενός αυτοφυούς Ελληνικού συντηρητισμού. Αυτό γιατί ο ίδιος ο διαχρονικός χαρακτήρας της λαϊκής ιδεολογίας ως μιας διαχυμένης αντίδρασης στο νεωτερικό κράτος, που πηγάζει από την ανικανότητα αυτού να λειτουργήσει ως το πλαίσιο ένταξης του Ελληνισμού στην νεωτερικότητα, συμβαδίζει με την ιδιοσυγκρασία του συντηρητισμού ως ιδεολογίας που αναζητεί την ανανέωση και την πρόοδο στην ιστορική συνέχεια με το παρελθόν. Ο συντηρητισμός εξ ορισμού βλέπει την σύγχρονη πολιτική και εθνική κοινότητα με όρους συνέχειας με το παρελθόν. Αυτό που εκφράζεται ως δυσαρέσκεια απέναντι στο ψευδονεωτερικό Ελλαδικό κράτος είναι στην πραγματικότητα η αποτύπωση στην σημερινή εποχή της ασφυξίας του Ελληνισμού μέσα σε αυτό το πλαίσιο.

Είναι κρίσιμη για την πολιτική διατύπωση της λαϊκής αντίδρασης στο χρεωκοπημένο νεωτερικό κράτος, με τελικό σκοπό την επανασύσταση και επανανοηματοδότηση αυτού, η σύζευξή της με ένα ιδεολογικό πλαίσιο που είναι γενικώς αναγνωρίσιμο στην κοινώς αποδεκτή πολιτική χωροταξία. Αν δεχθούμε όμως ότι η σημερινή γενικευμένη λαϊκή αντίδραση στο Ελλαδικό κράτος μπορεί να εκφραστεί επαρκώς με όρους της συντηρητικής ιδεολογίας, τότε και αυτή η ιδεολογική ταυτότητα του συντηρητισμού αλλάζει κατεύθυνση. Γίνεται από (δυνητική) ιδεολογική έκφραση ενός κομματιού (του δεξιού) του οριζόντιου άξονα πολιτικού ανταγωνισμού, δυνάμει ιδεολογία μιας μαζικής λαϊκής παράταξης που δεν ξέρει μόνο τι δεν θέλει (την συνέχιση της αναπαραγωγής του κράτους και μέσω αυτού των εγγενών του ελίτ), αλλά και τι συγκεκριμένα θέλει: Την δημιουργία ενός κράτους που θα εκφράσει την οικουμενικότητα του Ελληνισμού με όρους νεωτερικότητας. Πρακτικά αυτό σημαίνει την διατύπωση ενός οικονομικού μοντέλου που αποσκοπεί στην ένταξη του Ελληνισμού στην παγκόσμια οικονομία αλλά θα είναι σύμφωνο με τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες του νεοελληνικού σχηματισμού και τις αξίες του συνεχούς Ελληνισμού. Σημαίνει επίσης την δημιουργία αντιπροσωπευτικών θεσμών που θα ανανεώσουν την ταύτιση και σχέση του σώματος του λαού με την έννοια και την πραγματικότητα του κράτους. Σημαίνει τέλος την διατύπωση ενός νέου εθνικού αφηγήματος για το τί εκφράζει, τί κομίζει και πού πορεύεται αυτό το κράτος, ως έκφραση τόσο του λαού ως στιγμιαία αποτύπωση της συνεχούς ιστορικής κοινότητας των Ελλήνων, όσο και της διαχρονικής πορείας αυτής της κοινότητας.

Mια συντηρητική πολιτική πρόταση, για να παίξει τον ρόλο της ιδεολογικής εμπλαισίωσης και εμβάθυνσης της λαϊκής αντίστασης στο υπάρχον νεωτερικό κράτος, πρέπει κατά την γνώμη μας να διατυπώσει τρεις συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις:

  • α) Μια νέα πρόταση πολιτικής αντιπροσώπευσης που θα ξεπερνάει τα στεγανά του κομματισμού και θα εγκαθιστά πραγματική ισορροπία μεταξύ της λαϊκής θέλησης και των πολιτικών θεσμών. Σε αυτήν την πρόταση θα μπορούσε να περιλαμβάνεται η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό, η δημιουργία δεύτερης κοινοβουλευτικής συνέλευσης εκλεγμένης μέσω ενιαίων λιστών ανά περιφέρεια (άνευ ύπαρξης κομματικών χρισμάτων), η ραγδαία μεταφορά εξουσιών σε τοπικό-περιφερειακό επίπεδο (σύγχρονος κοινοτισμός), και οι νομοθετικές αλλαγές για την κατάργηση του κομματισμού σε συνδικάτα, πανεπιστήμια κλπ.

  • β) Μια οικονομική πρόταση φιλόδοξης ένταξης της Ελληνικής οικονομίας στην παγκοσμιοποιημένη αγορά, με έμφαση στους τομείς της οικονομίας με προοπτικές ανταγωνιστικότητας στο εξωτερικό και με μέτρα που χτίζουν επάνω στα (όποια) πλεονεκτήματα του Ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού αντί να αναζητούν να τον αλλάξουν βίαια.

  • γ) Μια νέα νομιμοποιητική ιδεολογία του Ελλαδικού κράτους που θα αντανακλά την οικουμενικότητα και συνέχεια του Ελληνισμού. Αυτή θα μπορούσε να αποτυπωθεί ιδιαίτερα με μια πολυσχιδή εξωτερική πολιτική που θα προσπαθήσει να επεκτείνει την παρουσία της Ελλάδας στην Μέση Ανατολή και την Ασία και να την καταστήσει σημαντικό κρίκο στην επικοινωνία Ανατολής και Δύσης, αξιοποιώντας έτσι και την Ευρωπαϊκή της συμμετοχή.
    Τα παραπάνω κατατίθενται ως αφετηριακές προτάσεις ή μάλλον νύξεις, με την αξίωση να εγκαινιάσουν μια συζήτηση που δεν έχει ακόμα ανοίξει – αν και επείγει όσο ποτέ άλλοτε._



    .~`~.