2 Νοεμβρίου 2015

Ένα σύντομο σχόλιο με αφορμή το άρθρο «Δύο αιώνες μνημόνια για την Ελλάδα» και τη μελέτη του Brookings Institution «The pitfalls of external dependence: Greece, 1829-2015» (συνημμένα και τα δύο κείμενα).

Ας αναδείξουμε ένα σημαντικό ζήτημα. Στο άρθρο του Γιάννη Παλαιολόγου με τίτλο ''Δύο αιώνες μνημόνια για την Ελλάδα'', διαβάζω: «Η μελέτη του Brookings καταλογίζει άτεγκτη στάση στους επίσημους πιστωτές της Ελλάδας τους τελευταίους δύο αιώνες, θεωρώντας τους εν πολλοίς υπαίτιους για τη μεγάλη διάρκεια και το βαρύ κόστος των ελληνικών χρεοκοπιών».

Ο αρθρογράφος μετά από αυτήν την παρατήρηση, παραμερίζει τις ομοιότητες και προσπαθεί να καταδείξει τη «διαφορά» σε σχέση με τις προηγούμενες χρεοκοπίες. Εν συνεχεία επανέρχεται προκειμένου να ερμηνεύσει το «επαναλαμβανόμενο μοτίβο» των χρεοκοπιών της Ελλάδας επικαλούμενος τον Κώστα Κωστή, ο οποίος θεωρεί ως αιτία για αυτή την επανάληψη την «διαχρονική αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος... να αντιμετωπίσει έγκαιρα τα προβλήματα στην οικονομία... να τα διαχειριστεί όταν οι συνθήκες γίνονται δυσμενέστερες» κ.λπ. Η ανικανότητα και η ανεπάρκεια είναι γνωστή (από που προκύπτει άραγε;). Αρκεί όμως;

Ας δούμε τι ισχυρίζεται κάποιος άλλος κύριος ονόματι Άγγελος Αγγελόπουλος (μπορείτε να σκεφτείτε με όρους ad hominem αλλά θα χάσετε την ουσία). Ανάμεσα σε άλλα σημαντικά, λοιπόν, γράφει ο Α. Α, στο έργο του ''Οικονομικά'', τα εξής:

«Τα εξωτερικά δάνεια που συνήφθησαν κατά την πρώτην περίοδον, δηλ. από της επαναστάσεως του 1821 μέχρι της πτωχεύσεως του 1893, εγένοντο δε υπό όρους καταθλιπτικούς δια το ελληνικόν δημόσιον... Τα συναφθέντα μεταγενέστερως δάνεια εγένοντο μεν υπό ευνοϊκώτερους όρους, αλλά συνολικά, ημπορεί να λεχθή, ότι καμμιά άλλη χώρα δεν έτυχε τόσο βαρείας μεταχειρίσεως εκ μέρους των ξένων δανειστών (υψηλοί τόκοι, επεμβάσεις εις τα εσωτερικά, διεθνής οικονομικός έλεγχος, εταιρεία υπέγγυων προσόδων κ.λπ.).

Δια να λάβει κανείς μιαν γενικήν ιδέαν της επιβαρύνσεως της Ελλάδος, αναφέρω εδώ δύο χαρακτηριστικούς αριθμούς. Τα ποσά, τα οποία πραγματικά εισέπραξε η Ελλάς από τα εξωτερικά δάνεια από της επαναστάσεως του 1821 μέχρι το 1932, όποτε και εσταμάτησε ο εξωτερικός δανεισμός, ανήλθον εις 2.200 εκατ. χρυσά φράγκα. Δια τα δάνεια αυτά ο προϋπολογισμός κατέβαλε δια τόκους και χρεωλύσια μέχρι των παραμονών του πολέμου 2.383 εκατ. χρυσά φράγκα, δηλ. 183 εκατ. χρυσά φράγκα, περισσότερα από εκείνα που εισέπραξε.

Εν τούτοις, την 31ην Μαρτίου 1932 εποχήν που εσταμάτησε ο δανεισμός, το ποσόν του χρέους που ώφειλεν ακόμη η Ελλάς, ανήρχετο πάλιν εις 2 δισεκατομμύρια χρυσά φράγκα...

Το πράγμα φαίνεται απίστευτον και όμως είναι αληθές. Και σημαίνει πολλά.

Σημαίνει πρωτίστως, ότι η Ελλάς ανταπεκρίθη δια των ιδίων της δυνάμεων εις τας τεράστιας ανάγκας που αντιμετώπισε κατά τα 125 χρόνια του ελεύθερου της βίου. Σημαίνει ακόμη, ότι ο εξωτερικός δανεισμός δεν ήτο, παρά το πρόσχημα της κερδοσκοπίας του ξένου κεφαλαίου, που η εισροή του εις την χώραν ήτο σχεδόν ίση με την εκροή που εγένετο την αυτήν περίοδον δια την εξυπηρέτησιν παλαιότερων δανείων. Σημαίνει τέλος, ότι η πτωχή Ελλάς εξώφλησεν εις το ακέραιον τα ξένα κεφάλαια, που εδανείσθη' και τα ποσά που παρουσιάζονται σήμερα ως οφειλή, δεν αποτελούν παρά τους υπερβολικούς τόκους, την υπό άρτιον έκδοσιν και τα παντός είδους προμήθειας των διαφόρων Τραπεζών. Υπό τας συνθήκας αυτάς δεν είναι ανεξήγητον, πως η Ελλάς περιήλθεν επανειλημμένως μέχρι τούδε εις πτωχεύσεις.

Αιτία των πτωχεύσεων αυτών δεν ήτο η κακή πίστης της Ελλάδος, αλλά η τακτική των ξένων ομολογιούχων.

Πως ήτο δυνατόν να ορθοποδήση μια χώρα υπό τέτοιους όρους; Κάθε νέον συναπτόμενον δάνειον, εκτός των δυσμενών όρων της εκδόσεως επεβαρύνετο και με όλας τας καθυστερούμενας οφειλάς των προηγούμενων δανείων. Το εις διάθεσιν του ελληνικού δημοσίου απομένον ποσόν ήτο ανεπαρκές δια την εξυπηρέτησιν του σκοπού, δια τον οποίον συνήπτετο. Έτσι, η προσφυγή εις νέον πάλιν δάνειον ήτο αναγκαία.

Μόλις σταματούσε ο δανεισμός, η κρίσης καθίστατο αναπόφευκτος.

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται (ως προς το επαναλαμβανόμενο μοτίβο, τη μεγάλη διάρκεια και το βαρύ κόστος), είναι: Brookings και Άγγελος Αγγελόπουλος από τη μια μεριά ή Κώστας Κωστής από την άλλη;


-----
- Ακολουθούν συνημμένα το άρθρο του Γιάννη Παλαιολόγου και η μελέτη από το Brookings Institution.

- Τα κείμενα καλό είναι να διαβαστούν καθώς -εννοείται πως- οικονομική ιστορία της Ελλάδας δεν γνωρίζουμε σε αυτόν εδώ τον τόπο. Αλλά γνωρίζουμε τα πάντα για άλλες χώρες ή για την «παγκόσμια» οικονομική ιστορία.

- Το κείμενο της Καθημερινής τελειώνει αναφερόμενο στην ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδας το 1928. Λίγο μετά, θα χαρακτήριζαν κάποιοι την Ελλάδα «Προτεκτοράτο της Τραπέζης Χάμπρο» [Hambros Bank και Société Générale;].

- Τα σημειώματα «επικαιρότητας» και οι αναφορές μου περί κυριαρχίας, client state, εξάρτησης και πατρωνίας σχετίζονται με τα προηγούμενα.

- Μη ξεχνάμε πως και σήμερα, δεν υπάρχει ορθολογικός τρόπος ερμηνείας (με βάση αποκλειστικά και μόνο εσωτερικά κριτήρια) της σφοδρότητας, της έκτασης και του βάθους της κρίσης.


.~`~.