29 Μαΐου 2015

Πολιτισμικές δομές και πλανητικός μετασχηματισμός. Εισαγωγικά αυτογνωσιακά (;) για την καθ' ημάς Δύση.

Η «ένωση» -με την τότε «Δύση»- πραγματοποιήθηκε, τρεις φορές μάλιστα, «από τα πάνω». Το ενδιαφέρον είναι πως αυτή η προσπάθεια κράτησε περίπου δύο αιώνες και η αποτυχία της -ενώσεως των εκκλησιών- οδήγησε στην «κατάλυση» από τους «Οθωμανούς Τούρκους». Αντίστοιχα, τους τελευταίους δύο αιώνες, το νέο ελληνικό κράτος δεν έχει καταφέρει -αυτή την οποία έχει επιλέξει ως- την κύρια στρατηγική του επιλογή. Να γίνει δυτικο(ευρωπαϊκό)... Τι θα επιφέρει αυτή η αποτυχία; Η ιστορία μας κλείνει το μάτι χαμογελώντας ειρωνικά;...

.~`~.
Εισαγωγή

Οι πολιτισμοί είναι γεωγραφικές περιοχές, οι πολιτισμοί είναι κοινωνίες, είναι οικονομίες, είναι συλλογικές νοοτροπίες. Οι πολιτισμοί είναι συνέχειες.

...πιέσεις ασκούν συνεχώς ο γεωγραφικός παράγοντας, οι κοινωνικές ιεραρχίες, οι ομαδικοί «ψυχισμοί», οι οικονομικές ανάγκες. Είναι όλες τους δυνάμεις θεμελιώδεις, που ωστόσο δύσκολα τις διακρίνει κανείς εκ πρώτης όψεως, και μάλιστα όταν ζει στην ίδια εποχή μ' αυτές, οπότε θεωρεί ότι είναι αυτονόητες και ότι δεν θέτουν κανένα πρόβλημα... Οι πραγματικότητες αυτές είναι οι «βάσεις» ή καλύτερα οι «δομές» των πολιτισμών. Παράδειγμα το κατά τόπους θρησκευτικό συναίσθημα, η έλλειψη κινητικότητας των χωρικών, οι διάφοροι τρόποι με τους οποίους αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον θάνατο, την εργασία, την απόλαυση, την οικογενειακή ζωή...

Αυτές οι πραγματικότητες, οι δομές, είναι κατα κανόνα παλαιές έχουν μεγάλη διάρκεια και αποτελούν πάντοτε ιδιαίτερα και πρωτότυπα γνωρίσματα των πολιτισμών. Αυτές διαμορφώνουν την ξεχωριστή φυσιογνωμία τους, την οντότητα τους. Και οι πολιτισμοί σπάνια τις ανταλλάσουν με άλλες, γιατί τις θεωρούν αξίες αναντικατάστατες. Βέβαια, αυτές οι μόνιμες πραγματικότητες, αυτές οι κληρονομημένες επιλογές ή αυτές οι αρνήσεις απέναντι σε άλλους πολιτισμούς είναι κατά κανόνα ασύνειδες για τον πολύ κόσμο. Και είναι απαραίτητο, προκειμένου να τις διακρίνει κανείς καθαρά, να απομακρυνθεί, με τη φαντασία του τουλάχιστον, από τον πολιτισμό μέσα στον οποίο είναι βουτηγμένος.

Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα, που έχει να κάνει με θεμελιώδεις δομές, το ρόλο της γυναίκας στον εικοστό αιώνα, σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, ας πούμε τη δική μας, την ευρωπαϊκή. Οι ιδιαιτερότητες του μας φαίνονται τόσο «φυσιολογικές», που δεν θα μπορέσουμε να τις αντιληφθούμε παρά μόνο αν τον συγκρίνουμε, με το ρόλο της Μουσουλμάνας ή με το ρόλο -που βρίσκεται στους αντίποδες του- της Αμερικανίδας των Ηνωμένων Πολιτειών. Αν θελήσουμε να κατανοήσουμε το γιατί αυτής της κοινωνικής τοποθέτησης, θα πρέπει να ανατρέξουμε στο μακρινό παρελθόν, τουλάχιστον ως τον 12ο αιώνα, ως την εποχή του «ιπποτικού έρωτα», για να σχηματίσουμε μια πρώτη εικόνα της αντίληψης που επικρατούσε για τον έρωτα και το ζευγάρι στη Δύση.

Έπειτα θα πρέπει να καταφύγουμε σε διάφορες διαδοχικές ερμηνείες: στον χριστιανισμό, στην είσοδο των γυναικών στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, στην ιδέα που έχει ο Ευρωπαίος για την διαπαιδαγώγηση των παιδιών, στις οικονομικές συνθήκες: βιοτικό επίπεδο, απασχόληση της γυναίκας στο σπίτι ή εκτός σπιτιού, κ.λπ.

Έχει διαπιστωθεί ότι ο ρόλος της γυναίκας αποτελεί πάντοτε μια πολιτισμική δομή, ένα τέστ, γιατί, μέσα σε κάθε πολιτισμό, ο ρόλος αυτός είναι μια πραγματικότητα μακράς διαρκείας, που ανθίσταται στις εξωτερικές δονήσεις και δύσκολα μεταβάλλεται από τη μια μέρα στην άλλη.

.~`~.
I
Κατά κανόνα, ένας πολιτισμός αποφεύγει να υιοθετεί πολιτισμικά αγαθά που θέτουν σε αμφισβήτηση κάποια από τις θεμελιώδεις δομές του. Αυτή η άρνηση του πολιτισμικού δανείου, αυτές οι υποβόσκουσες εχθρότητες είναι σχετικά σπάνιες, αλλά μας οδηγούν πάντοτε στην καρδιά ενός πολιτισμού. Ένας πολιτισμός συνεχώς δανείζεται από τους γειτονικούς του στοιχεία τα οποία επεξεργάζεται και αφομοιώνει.

Ο χριστιανισμός κληρονόμησε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, της οποίας αποτελεί προέκταση.

Ενδέχεται ωστόσο ένας πολιτισμός να απορρίψει πεισματικά κάποιο εξωτερικό στοιχείο που τείνει να εισχωρήσει σ' αυτόν. Ο Μαρσέλ Μώς το έχει ήδη επισημάνει: δεν υπάρχει πολιτισμός άξιος του ονόματός του, που να μην έχει και αντιπάθειες, να μην απορρίπτει. Κάθε φορά, η απόρριψη έρχεται σαν κατακλείδα μετά από πολλούς δισταγμούς, πολλούς πειραματισμούς. Είναι προϊόν πολλής περίσκεψης, απόφαση που χρειάστηκε πολύ χρόνο, και αποκτά πάντοτε τεράστια σημασία.

Υπάρχει πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, το 1453; Ένας σύγχρονός μας Τούρκος ιστορικός υποστήριξε ότι η πόλη είχε δοθεί, είχε καταληφθεί εκ των έσω, πριν από την τουρκική επίθεση. Ισχυρισμός υπερβολικός αλλά όχι ανακριβής. Πράγματι, η ορθόδοξη Εκκλησία (θα μπορούσαμε όμως να πούμε και ο βυζαντινός πολιτισμός) προτίμησε την υποταγή στους Τούρκους παρά την ένωση με τους Δυτικούς, που ήταν η μόνη της σωτηρία. Εδώ δεν πρόκειται για απόφαση βιαστική, που πάρθηκε επιτόπου, κάτω από την πίεση των γεγονότων. Ήταν η φυσική κατάληξη μιας μακριάς διεργασίας που διήρκεσε όσο και η παρακμή του Βυζαντίου, και που έκανε συνεχώς πιο έντονη την απέχθεια των Ελλήνων για τους Δυτικούς, από τους οποίους τους χώριζαν θεολογικές [και όχι μόνο] διαφορές.

Η ένωση των Εκκλησιών ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί. Ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ Παλαιολόγος την είχε δεχτεί στη Σύνοδο της Λυόν, το 1274. Ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Έ Παλαιολόγος, το 1369, είχε ασπασθεί, στη Ρώμη, τον καθολικισμό. Το 1439, η μεικτή σύνοδος της Φλωρεντίας αποδείκνυε και πάλι τη δυνατότητα της ένωσης. Οι πιο επιφανείς Έλληνες θεολόγοι, ο Ιωάννης Βέκκος, ο Δημήτρης ο Κυδώνιος, ο Βησσαρίων, είχαν ταχθεί, γράφοντας, υπέρ της ενώσεως με μιά ρητορική δεινότητα που κατατρόπωνε τους αντιπάλους τους. Ωστόσο, έχοντας να διαλέξουν ανάμεσα στους Τούρκους και τους Λατίνους, οι Έλληνες θα προτιμήσουν τους Τούρκους...

.~`~.
II
Η Δύση γνώριζε πολύ καλά αυτήν την αντιπάθεια που έτρεφε η Ανατολή απέναντι της. «Αυτοί οι σχισματικοί, έγραφε ο Πετράρχης, μας φοβήθηκαν και μας μίσησαν με όλη τους τη ψυχή».

Άλλη απόρριψη, που διαμορφώθηκε με αργό ρυθμό στην Ευρώπη (στη Γαλλία, που θα φανεί πιο διστακτική, θα χρειαστεί σχεδόν ένας αιώνας) είναι αυτή που απαγορεύει την είσοδο της Μεταρρύθμισης στην Ιταλία και την Ιβηρική χερσόνησο, αργότερα και στη Γαλλία όπου, για μεγάλο διάστημα, αναμετρούνται σε αβέβαιη μάχη δύο διαφορετικοί τρόποι να πιστεύει κανείς στο Χριστό.

Απόρριψη πάλι, και όχι μόνο πολιτική, έστω και αν δεν είναι ομόφωνη, αυτή που απομακρύνει την ανεπτυγμένη Δύση και την αγγλοσαξωνική Αμερική (συμπεριλαμβανομένου του Καναδά) από το μαρξισμό και τις ολοκληρωτικές λύσεις που εφαρμόζουν οι σοσιαλιστικές Δημοκρατίες. Η άρνηση είναι κατηγορηματική από μέρους των γερμανικών και αγγλοσαξονικών χωρών, πιο ήπια και με ποικίλες αποχρώσεις από τη πλευρά της Γαλλίας, της Ιταλίας, ακόμη και των χωρών της Ιβηρικής χερσονήσου.

Στην προκειμένη περίπτωση, φαίνεται ότι ο κάθε πολιτισμός εκφράζει με τον δικό τους τρόπο την άρνηση του στον άλλο.

Συνεχίζοντας την ίδια σκέψη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αν η δυτική Ευρώπη υιοθετούσε τον κομμουνισμό, θα τον οργάνωνε με τον δικό της τρόπο, θα του έδινε άλλες κατευθύνσεις, όπως κάνει σήμερα με τον καπιταλισμό, ο οποίος έχει πάρει οπωσδήποτε διαφορετικό δρόμο απ' αυτόν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτή η διαδικασία αποδοχής ή άρνησης των ξένων πολιτισμικών στοιχείων, ο κάθε πολιτισμός την εφαρμόζει εξάλλου, με αργούς ρυθμούς, και απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Σχεδόν πάντα μια τέτοια επιλογή γίνεται με τρόπο σχεδόν ανεπαίσθητο ή και καθόλου συνειδητό. Ωστόσο, χάρη σ' αυτές ακριβώς τις επιλογές, ένας πολιτισμός σιγά σιγά μεταβάλλεται, «διαχωρίζοντας τη θέση του» απέναντι σε ένα μέρος από το ίδιο του το παρελθόν... Αυτές οι εσωτερικές αρνήσεις μπορεί να είναι ξεκάθαρες ή ασαφείς, διαρκείς ή πρόσκαιρες. Οι διαρκείς αρνήσεις είναι οι μόνες ουσιώδεις για εκείνους τους τομείς τους οποίους φωτίζουν σιγά σιγά διάφορες μελέτες ψυχολογικής ιστορίας με πεδίο εφαρμογής ένα ολόκληρο κράτος ή έναν πολιτισμό...

Για να φτάσει ένας πολιτισμός στην προσωπική του αλήθεια, παραμερίζει οτιδήποτε τον ενοχλεί, το πετάει στη σκιά των γειτονικών περιοχών, που του είναι ήδη ξένες. Η ιστορία του είναι ο διαυγασμός, με το πέρασμα των αιώνων, μιας συλλογικής προσωπικότητας, που κινείται, όπως και κάθε ατομική προσωπικότητα, ανάμεσα σε ένα σαφή και συνειδητό προορισμό, και σε ένα σκοτεινό, μη συνειδητό πεπρωμένο. Αυτό αποτελεί τη βάση και το ουσιώδες κίνητρο εκείνου, χωρίς ωστόσο να αποκαλύπτει πάντα την ταυτότητα του...

.~`~.
III
Η συλλογιστική μας, ως εδώ, βασίστηκε σε πολιτισμούς που βρίσκονται σε αρμονική συνύπαρξη και κάνουν ελεύθερα τις επιλογές τους. Κατά κανόνα όμως, οι επαφές των πολιτισμών έχουν συγκρουσιακό χαρακτήρα, καταλήγουν πάντα σε τραγωδίες και, όπως αποδείχτηκε, τις περισσότερες φορές δεν φέρνουν μακροπρόθεσμα κανένα αποτέλεσμα.

Ορισμένες περιπτώσεις που είχαν ευτυχή έκβαση, όπως ο εκρωµαϊσµός της Γαλατίας και ενός μεγάλου τμήματος της ευρωπαϊκής Δύσης που κατακτήθηκε από τη Ρώμη, δεν εξηγούνται παρά μόνο με τη μακρά διάρκεια της επαφής και, παρ' όλα όσα έχουν λεχθεί, με το αρχικά χαμηλό επίπεδο των λαών που εκρωμαϊστηκαν, με το θαυμασμό που τους ενέπνευσε ο κατακτητής, εντέλει με κάποια μορφή σύμπραξης. Τέτοιου είδους επιτυχίες όμως υπήρξαν σπάνιες. Είναι οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Και ο κανόνας για τις περιπτώσεις των συγκρούσεων ήταν η αποτυχία, όχι η επιτυχία. Χθες η «αποικιοκρατία» θριάμβευε. Σήμερα ουδείς αμφιβάλλει πλέον πως επρόκειτο για παταγώδη αποτυχία.

Η αποικιοκρατία όμως δεν είναι τίποτα άλλο παρά η κατεξοχήν κατάκλυση ενός πολιτισμού από έναν άλλον.

Οι ηττημένοι σκύβουν πάντα το κεφάλι εμπρός στον ισχυρό. Αλλά, εφόσον υπάρχει σύγκρουση πολιτισμών η υπόταγη είναι μόνο προσωρινή. Αυτές οι μακρές περιόδοι αναγκαστικής συνύπαρξης δεν είναι δυνατές χωρίς αμοιβαίες υποχωρήσεις ή συνεννοήσεις, χωρίς ουσιώδη και καμιά φορά γόνιμα πολιτισμικά δάνεια.

Που δεν υπερβαίνουν όμως ποτέ ένα όριο.

Γραμματική των Πολιτισμών
1963
Εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ


.~`~.
Έξοδος

Τον 14ο αιώνα φαίνεται ότι οι πάπες ή οι αυτοκράτορες δεν διανοήθηκαν ποτέ ότι οι λαοί δεν μπορούν να αναγκαστούν να αλλάξουν την θρησκεία τους. Επικρατούσε η άποψη, ότι η μεγάλη μάζα του λαού ήταν έτοιμη να αποδεχτεί την όποια άποψη υιοθετούσαν οι πολιτικές Αρχές. Οι πρώιμες διαπραγματεύσεις δίνουν την εντύπωση ότι οι ιεράρχες της Δύσης πίστευαν πως ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχης μπορούσαν να επιφέρουν την Ένωση με ένα απλό διάταγμα, ότι μπορούσαν να αλλάξουν το Σύμβολο της Πίστεως και να επιτύχουν την αποδοχή της πρωτοκαθεδρίας του πάπα, χωρίς την εθελούσια συγκατάθεση ούτε καν των Ελλήνων κληρικών. Φαίνεται, ότι ποτέ δεν πέρασε από το νου των ιεραρχών της Ρώμης ότι τα μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας μπορούσαν να αρνηθούν να αποδεχτούν την Ένωση και την υιοθέτηση νέων πεποιθήσεων που θα είχαν γίνει αποδεκτές από τους κοσμικούς και θρησκευτικούς ηγέτες τους. Αυτή η άποψη πρόδιδε άγνοια, τόσο του εξαιρετικά συντηρητικού χαρακτήρα της Ορθόδοξης Εκκλησίας όσο και της ιστορίας της. Χωρίς να υπεσέλθουμε στο κατά πόσο ο πληθυσμός της πρωτεύουσας και της αυτοκρατορίας ήταν ελληνικός από φυλετική άποψη, αρκεί να αναλογιστούμε ότι η γλώσσα που μιλούσε ο λαός ήταν η ελληνική και ότι τα όσα γνώριζε ο τελευταίος από άποψη ιστορίας και φιλοσοφίας, όλος ο τρόπος σκέψης του, η θεολογία του και η φιλολογία του, του είχαν κληροδοτηθεί υπό ελληνική μορφή. Οι περισσότεροι κάτοικοι ένιωθαν υπερήφανοι στην πεποίθηση ότι ήταν Έλληνες. Στα ζητήματα φιλοσοφικής και θρησκευτικής αναζήτησης, ο ελληνικός νους ήταν οξύτερος και λεπτότερος από το δυτικό...

Ο παθιασμένος ζήλος των δικών μας πουριτανών με την εκ μέρους τους εφαρμογή της εβραϊκής ιστορίας στην αγγλική πολιτική, οι πολιτικές αρχές των υπερασπιστών των πολιτικών ελευθεριών στην Αμερική, ο άγριος ενθουσιασμός των Σκώτων οπαδών της ομολογίας της Πίστεως του 1633, των Ολλανδών διαμαρτυρόμενων και των Μπόερς εκπηγάζουν από την Παλαιά μάλλον παρά από την Καινή Διαθήκη... Ο Έλληνας ήταν πάντοτε έτοιμος να προασπιστεί ένα δόγμα. Αισθανόταν βαθιά αντιπάθεια και περιφρόνηση για τους χριστιανούς αιρετικούς, οι οποίοι ήταν συνήθως λιγότερο ενημερωμένοι από τον ίδιο και γενικώς πολύ φανατικοί. Ωστόσο, ήταν πιο ανεκτικός απέναντι στους αιρετικούς απ' ότι οι κάτοικοι της Δύσης, οι οποίοι στη διάρκεια του Μεσαίωνα έτρεφαν για τους αιρετικούς φανατικό μίσος και περιφρόνηση... Οι Έλληνες δεν θεώρησαν ποτέ κάποιο ζήτημα ως ικανό να τους προκαλέσει πάθος ανάλογο με εκείνο που επέδειξαν οι στρατιώτες της Δύσης. Με τη θρησκεία να έχει καταστεί φιλοσοφία βασιζόμενη στην Καινή Διαθήκη και την απώλεια της δυνατότητας της Παλαιάς Διαθήκης να επηρεάζει τον εθνικό βίο, δεν υπήρχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την διάδοση των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων... Στους αιώνες που ακολούθησαν η θρησκεία δεν παρότρυνε ποτέ τους Έλληνες να εμπλακούν σε διάφορες αποστολές. Ο Έλληνας δεν ήταν ικανός για θρησκευτικούς συναισθηματισμούς, εκτός σε ό,τι αφορούσε στην προσωπική του συμπεριφορά, στην ελεημοσύνη, την καλοσύνη προς τους αδερφούς ορθόδοξους χριστιανούς και την ηθική του ως ατόμου και εμπόρου. Ο χριστιανισμός είχε ήπια επίδραση επί του Έλληνα και δεν πέτυχε να καταστεί μια από τις ισχυρές δυνάμεις του έθνους παρά μόνο ως φιλοσοφικό σύστημα, εξαιτίας παραγόντων που οφείλονταν στην καταγωγή του, τις παραδόσεις του και στη θεολογική του παιδεία. Τότε, όπως και τώρα, οι Έλληνες δεν μπορούσαν να συμπαθήσουν ή έστω να κατανοήσουν το θρησκευτικό συναίσθημα που οδήγησε του Δυτικούς, να εμπλακούν σε μεγάλα κινήματα, ακόμα και σε πόλεμο, προκειμένου να υπερασπιστούν ένα σκοπό μόνο και μόνο επειδή αυτός ο σκοπός ήταν δίκαιος.
Edwin Pears


Δε νομίζω ότι οι σύγχρονοι έλληνες είναι περισσότερο έλληνες από τους βυζαντινούς. Μέσα στο χρόνο, μες στους αιώνες, οι φυλές δε μένουν καθαρές, υπάρχουν όμως ορισμένα χαρακτηριστικά των πολιτισμών που παραμένουν εθνικά. Οι βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα που άλλαξε λίγο, αλλά οι γλώσσες αλλάζουν, ενδιαφέρονταν για τη φιλοσοφία και τη φιλοσοφική ζωή πάρα πολύ, ήταν μεν υπήκοοι ενός αυτοκράτορα, αλλά αυτός ο αυτοκράτορας έπρεπε να φέρεται σωστά, γιατί γίνονταν εύκολα λαϊκές εξεγέρσεις. Το χειρότερο που θα μπορούσαν να πουν για το Βυζάντιο είναι πως ήταν, μάλλον, ένα γραφειοκρατικό κράτος. Όμως είχε μια πολύ μορφωμένη γραφειοκρατία, πολύ πιο μορφωμένη από τους γραφειοκράτες του σημερινού κόσμου. Κανένας αρχαίος Έλληνας δε θα μπορούσε να χτίσει την Αγία Σοφία, αυτό απαιτούσε πολύ βαθιά τεχνική γνώση. Κάποιοι, ξέρετε, υποστηρίζουν, ότι η βυζαντινή τέχνη είναι στατική. Δεν ήταν καθόλου στατική, αλλά ήταν μια σχολή τέχνης από τις σημαντικότερες στον κόσμο, που όσο περνά ο καιρός εκτιμάται όλο και περισσότερο, κι όσοι Έλληνες διανοούμενοί σας λένε ότι το Βυζάντιο δε δημιούργησε τίποτε, είναι τυφλοί.
Steven Runciman


.~`~.