9 Μαΐου 2015

Ποιοι είμαστε; Απομαγνητοφωνημένη ομιλία (κείμενο).

Πρόλογος περί Γαλλίας

Η Γαλλία αυτή τη στιγμή, όπως βλέπετε, αντιμετωπίζει, αντιμετώπισε μια επίθεση. Μια επίθεση που είναι διαφορετική από τις παλαιότερες -είχαν υπάρξει και άλλες επιθέσεις-, γιατί τώρα επιτίθεται τα παιδιά της. Αυτοί οι τρομοκράτες είναι Γάλλοι, νέοι Γάλλοι, που έχουν γεννηθεί στη Γαλλία, που έχουν περάσει από τη γαλλική εκπαίδευση και στρέφονται ενάντια στη Γαλλία. Γιατί; (αυτό έχει πολύ σχέση με αυτό που κουβεντιάζουμε). Γιατί αντί να εμποτιστούν από τη γαλλική εθνική ταυτότητα, έχουν ενσωματωθεί σε μια άλλη ταυτότητα, η οποία δεν έχει σχέση με το χώρο, δεν έχει σχέση με το έδαφος, έχει σχέση με τη θρησκεία ή με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται ορισμένοι άνθρωποι τη θρησκεία. Και με αυτόν τον τρόπο δεν ανήκουν γεωγραφικά σε ένα οριοθετημένο χώρο, αλλά σε έναν χώρο που τον λέμε δικτυωτό, που έχει ένα πυρήνα στη Γαλλία, ένα πυρήνα στο Λίβανο, ένα πυρήνα στη Συρία. Μια άλλη μορφή χώρου.

Αυτοί οι δύο χώροι, αυτές οι δύο ταυτότητες, μια ταυτότητα που είναι, εάν θέλετε, εδαφική, με την έννοια ότι μαζεύει τους ανθρώπους οι οποίοι ζουν στον ίδιο τόπο, οι οποίοι μοιράζονται τα ίδια προβλήματα, τις ίδιες εμπειρίες κ.λπ, η άλλη ταυτότητα η οποία μαζεύει τους ανθρώπους οι οποίοι έχουν την ίδια αντίληψη, καλή ή κακή. Αυτές οι δύο ταυτότητες έρχονται σε σύγκρουση. Επομένως, αυτή η κρίση που περνάει η Γαλλία τώρα, θα κρατήσει, γιατί δεν είναι απλό το πρόβλημα, είναι άλλο να έχεις εχθρούς που έρχονται απ' έξω και άλλο να είναι τα ίδια τα παιδιά σου, που επιτίθενται με έναν βίαιο τρόπο. Αυτή η κρίση, νομίζω δείχνει πολύ καθαρά τη σημασία του θέματος που μου ζητήσατε να αναπτύξω. Επίκαιρη η επιλογή αυτού του θέματος.

Ποιοι Είμαστε;

Αυτό σημαίνει ότι οριοθετούμε -όταν απαντάμε σε αυτό το ερώτημα- το ποιοι ανήκουν στο ίδιο σύνολο με εμάς. Όταν λέμε ανήκουν στο ίδιο σύνολο με εμάς δεν σημαίνει για μια μέρα, για μια εβδομάδα, επειδή συμπίπτουν τα συμφέροντα, αλλά ότι ανήκουν κατά τρόπο σταθερό στο χρόνο, γιατί αυτό το ανήκειν προβάλλεται στο παρελθόν και επίσης προβάλλεται και στο μέλλον. Επομένως είναι ένα σύνδεσμος πολύ ισχυρός. Αυτό το ζήτημα, το ζήτημα του ανήκειν το ζήτημα της ταυτότητας, είναι το κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Δεν υπάρχει πολιτικό ζήτημα ποιο σημαντικό από αυτό. Γιατί;

Διότι μας καθορίζει ένα δίκτυο αλληλεγγύης, η οποία αλληλεγγύη είναι σταθερή, δεν είναι δηλαδή, όπως μπορεί να έχει κανείς μια οικονομική αλληλεγγύη σε μια εταιρεία, να ανήκει σε ένα συνδικάτο, σε ένα επάγγελμα. Όταν αλλάζουν οι συνθήκες, οι δεσμοί τροποποιούνται, αλλάζουν κ.λπ. Εδώ μιλάμε για δεσμούς οι οποίοι έχουν αντοχή στον χρόνο, στον τόπο, και οι οποίοι δεσμοί ξεπερνάνε τα μεμονωμένα ατομικά και οικογενειακά συμφέροντα. Επομένως, αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο, το οποίο μας επιτρέπει να επιβιώσουμε και να αρμενίζουμε σε έναν δύσκολο κόσμο, τον κόσμο της ανθρωπότητας, και εάν μας λείψει αυτός ο σύνδεσμος είμαστε σαν φύλλα που τα παίρνει ο άνεμος, δεν μπορούμε ούτε να αμυνθούμε και ο καθένας μπορεί να μας καταπιέζει και να μας εκμεταλλευθεί. Επομένως, αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό από την άποψη της συνοχής. Είναι όμως επίσης πολύ σημαντικό, γιατί καθορίζει και τη σχέση του συνόλου με τον περίγυρο, με το περιβάλλον, με τον έξω χώρο. Ανάλογα με το πως θα ορίσουμε τη ταυτότητα μας, ανάλογα με το πως θα ορίσουμε ποιοι είμαστε, έχουμε φιλικούς δεσμούς με τους μεν, λιγότερο φιλικούς δεσμούς με τους δε. Επομένως τοποθετούμαστε μέσα σε ολόκληρη την ανθρωπότητα και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό για την επιβίωση μας. Άρα είναι το κεντρικό ζήτημα, το κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Αφού είναι το κεντρικό πολιτικό ζήτημα σημαίνει ότι δεν είναι απλό. Δεν είναι απλό πρακτικά. Εάν ήταν απλό θα το είχανε λύσει όλοι και όλοι θα ήταν ευτυχείς, ισχυροί, ενώ ξέρουμε ότι στην ιστορία υπάρχουν σύνολα, υπάρχουν λαοί που επιτυγχάνουν, που αναπτύσσονται, που αναπτύσσουν πολιτισμό και άλλοι λαοί που αποτυγχάνουν και εξαφανίζονται. Άρα δεν υπάρχει απλή λύση σε αυτό το ζήτημα, γιατί είναι ζήτημα σύνθετο πολιτικά και θα έλεγα είναι και σύνθετο και επιστημονικά-πνευματικά. Γιατί έχουμε δύο κινδύνους. Ο ένας κίνδυνος είναι να θεωρήσουμε ότι αυτού του είδους οι δεσμοί μπορούν να κατασκευαστούν από τους διανοούμενους, μπορούμε δηλαδή να φτιάξουμε ένα σύστημα αξιών, τα ανθρώπινα δικαιώματα, μια σειρά από αξίες και να φτιάξουμε ένα σύνολο, είναι τάση που τη λέμε, οι κοντρουκτιβιστές, δηλαδή αυτοί που θεωρούν ότι είναι οι διανοούμενοι που φτιάχνουν το σύνολο. Αυτό περιέχει το λάθος ή τον κίνδυνο να υποτιμάται η ιστορική συνέχεια και χωρίς την ιστορική και την πολιτισμική συνέχεια μας, λείπει το υλικό το συνεκτικό το οποίο επιτρέπει στην ταυτότητα να επιβιώνει στον χρόνο. Δηλαδή εάν φτιάξουμε μια ταυτότητα τεχνητή, αυτή την άλλη μέρα θα καταστραφεί. Είναι λίγο το πρόβλημα που έχουμε σήμερα με την Ευρώπη και δυστυχώς χτίστηκε σε μεγάλο βαθμό από κάποιες ελίτ οι οποίες το αντιμετώπισαν κατά τρόπο πολύ τεχνοκρατικό. Βλέπουμε ότι όταν φτάνουμε στις κρίσεις, όταν φτάνουμε στις δυσκολίες κλονίζεται το οικοδόμημα. Η άλλη τάση είναι να θεωρήσει κανείς ότι η ταυτότητα είναι κάτι που δεν αλλάζει, είναι αναλλοίωτο, δεν κουνιέται. Αυτή η αντίληψη έχει έναν άλλο κίνδυνο, γιατί όπως είπαμε η ταυτότητα καθορίζει τη σχέση μας με το περιβάλλον, αλλά το περιβάλλον αλλάζει συνέχεια, επομένως είμαστε αναγκασμένοι να προσαρμοζόμαστε συνέχεια. Και επομένως είμαστε υποχρεωμένοι να μετασχηματίζουμε και να εξελίσσουμε τη ταυτότητα μας συνέχεια. Επομένως η δυσκολία αν θέλετε της ταυτότητας, η επιστημονική και η πολιτική δυσκολία της ταυτότητας είναι να βρεθεί η ισορροπία ανάμεσα στη συνέχεια, χωρίς την οποία η ταυτότητα είναι άδεια από περιεχόμενο, και την προσαρμογή, χωρίς την οποία, βρισκόμαστε αποκομμένοι από ένα περιβάλλον που έχει αλλάξει και επομένως καταρρέουμε. Αυτό είναι εάν θέλετε το διακύβευμα της ταυτότητας.


Εφαρμογή στα καθ' ημάς και ελληνική ταυτότητα

Τώρα αυτό πως εφαρμόζεται στα δικά μας; Πως μπορούμε να το δούμε σε σχέση με την ελληνική ταυτότητα. Πρέπει να δούμε λιγάκι αυτό το ζήτημα των ταυτοτήτων πως εξελίχθηκε ευρύτερα, γιατί η ελληνική ταυτότητα δεν βρίσκεται μόνη της σε ένα κενό, βρίσκεται εντεταγμένη σε ένα περιβάλλον το οποίο κάποτε ήταν η οθωμανική αυτοκρατορία, η Ευρώπη. Επομένως η εθνική μας ταυτότητα, όπως χτίστηκε, όπως εξελίχθηκε και όπως εξελίσσεται συνέχεια, αντιδρά και διαλέγεται συνέχεια με το περιβάλλον.

Στο θέμα της ταυτότητας υπάρχει μια πολύ σημαντική τομή, την οποία την τοποθετούμε στη δυτική Ευρώπη στον 17ο αιώνα, όταν, ως συνέπεια των τεράστιων καταστροφών που επέφεραν οι θρησκευτικοί πόλεμοι, η δύση κατέληξε σε ένα σχήμα -δεν θέλω να μπω πολύ στις λεπτομέρειες-, σε ένα σχήμα το οποίο συνέδεσε την ταυτότητα με το έδαφος. Οι θρησκευτικοί πόλεμοι στηριζόντουσαν στην ισχύ των θρησκευτικών ταυτοτήτων. Αυτό για να το ξεπεράσουν είπαν ότι από εδώ και πέρα αυτό που θα έχει σημασία θα είναι σε ποια περιοχή ζεις, σε ποια χώρα ζεις και όχι σε ποια θρησκεία ανήκεις. Επομένως η ταυτότητα εδαφοποιήθηκε, σχετίστηκε με το έδαφος, απέκτησε μια, θα λέγαμε, υλική διάσταση, έναντι της πνευματικής που είχε πριν. Αυτό ήταν αποτέλεσμα μιας ανάγκης, να σταματήσουν να σφάζονται, γιατί είχε καταστραφεί όλος ο πληθυσμός ενός μεγάλου μέρους της Ευρώπης. Αυτό όμως έβαλε εμπρός μια ολόκληρη διαδικασία, δημιούργησε το διεθνές σύστημα, καθιέρωσε την αρχή της ανεξαρτησίας, το να μην ανακατεύεται ένα κράτος στα εσωτερικά ενός άλλου κράτους, απλούστευσε το σύστημα και διαμόρφωσε συνθήκες στη δυτική Ευρώπη, στις οποίες στηρίχθηκε η ισχύς της δύσης. Και έτσι, δύο-τρεις αιώνες μετά, τον 19ο αιώνα, η δύση είχε κυριαρχήσει στον κόσμο.

Στην οθωμανική αυτοκρατορία η κατάσταση ήταν διαφορετική. Τέτοιου είδους ταυτότητες δεν υπήρχαν στην οθωμανική αυτοκρατορία... υπήρχαν τοπικές ταυτότητες, πάρα πολύ ισχυρές τοπικές ταυτότητες, για διάφορους λόγους, υπήρχε η θρησκευτική ταυτότητα, υπήρχαν οι κοινότητες. Επομένως σε ότι αφορά τους χριστιανούς ορθοδόξους, το όνομα που είχε αυτή η κοινότητα ήταν, οι Ρωμηοί, η Ρωμηοσύνη που λέμε. Η Ρωμηοσύνη είναι η κοινότητα, η ομάδα όλων των χριστιανών ορθοδόξων που ζούσαν στην οθωμανική αυτοκρατορία. Υπήρχαν και διάφορες άλλες μορφές ταυτότητας οι οποίες σχετιζόντουσαν π.χ, με το από που αντλούσαν τα προς το ζην οι άνθρωποι, αν ζούσαν στο βουνό, αν ανεβοκατέβαιναν από το βουνό στην πεδιάδα, αυτό καθόριζε όλη την αντίληψη τους για τον κόσμο, όλη τη ταυτότητα τους, και έτσι έχουμε πληθυσμούς που ήταν συνδεδεμένοι με αυτό τον τρόπο ζωής, όπως είναι οι Βλάχοι, όπως είναι οι Σαρακατσαναίοι. Ακόμα και η γλώσσα, αλλά και μια σειρά από άλλα πράγματα συνδεόταν με αυτά. Επομένως έχουμε τύπους ταυτότητας οι οποίοι είναι διαφορετικοί από τον δυτικό τύπο ταυτότητας που διαμορφώθηκε μετά από τον 17ο αιώνα. Και αυτές οι ταυτότητες εισέδυαν η μία μέσα στην άλλη, δηλαδή μπορούσε κανείς να είναι Ρωμηός αλλά να μοιράζεται την ίδια τοπική ταυτότητα με έναν μουσουλμάνο. Επομένως και ακριβώς η συνοχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας στηριζότανε στο ότι αυτές οι ταυτότητες έμπαιναν η μια μέσα στην άλλη. Επομένως ήταν δύσκολο να διαμορφωθούν, αν θέλετε, αμφισβητήσεις με την σύγκληση διαφόρων ταυτοτήτων. Θα έλεγα ότι εμείς, οι πρόγονοι μας στην οθωμανική αυτοκρατορία εντασσόντουσαν στην ταυτότητα των Ρωμηών.

Η κατάσταση άλλαξε λίγο, λίγο καθώς η δύση άρχισε να ισχυροποιείται και κάποιοι προγονοί μας είχαν την ευφυΐα να δουν προς τα που πήγαινε ο κόσμος, να καταλάβουν ότι έπρεπε να προσαρμοστούν και να βάλουν μπρος έναν μετασχηματισμό που έκανε τους Ρωμηούς, Έλληνες. Αυτό έγινε με βάση τα κληρονομημένα στοιχεία, επομένως εκεί βρίσκουμε ισχυρό το στοιχείο της συνέχειας που μας συνδέει τους Έλληνες με τους Ρωμηούς, τους Ρωμηούς με τους Βυζαντινούς και τους Βυζαντινούς με τους αρχαίους Έλληνες, υπάρχει αυτή η σχέση. Υπάρχει όμως και το καινούργιο και πιο είναι το καινούργιο; Το καινούργιο είναι η δυτική νεωτερικότητα η οποία έβαλε μέσα στη νέα μορφή της ταυτότητας μας το στοιχείο της αρχαιότητας με ένα διαφορετικό τρόπο. Το στοιχείο της αρχαιότητας υπάρχει στη θρησκεία, υπάρχει στην ορθοδοξία, υπάρχει στη ρωμηοσύνη. Η ερμηνεία η δυτική, όμως, είναι διαφορετική. Επομένως έγινε αυτή η σύνθεση και φτιάχτηκε μια καινούργια ταυτότητα η οποία έχει πολύ βαθιές ρίζες και γι' αυτό μπόρεσε να ενισχυθεί. Όμως ταυτόχρονα αυτά τα δύο στοιχεία ήταν σε αντίφαση, κονταροχτυπιόντουσαν.

Το άλλο στοιχείο το οποίο χαρακτηρίζει τη καινούργια μορφή της εθνικής μας παρουσίας είναι ότι -και πάλι ακολουθώντας το δυτικό μοντέλο-, είναι ένα είδος απλούστευσης, δηλαδή, όλη αυτή η πολυσυνθετότητα που υπήρχε στην οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία μας άνοιγε πόρτες προς διάφορες κατευθύνσεις. Γιατί ρωμηοί, μίλαγαν ελληνικά, υπήρχαν και σλαβόφωνοι, υπήρχαν και αλβανόφωνοι, υπήρχαν και τουρκόφωνοι. Επομένως, ανοιγόμασταν σε όλους αυτούς τους χώρους, αυτό, όμως, άρχισε να κλείνει, γιατί έπρεπε να μπούμε μέσα στο καλούπι το δυτικό. Το στοιχείο το τοπικό, ο κοινοτισμός, και αυτό στραγγαλίστηκε, γιατί έπρεπε να μπούμε μέσα στο συγκεντρωτικό μοντέλο της δύσης. Αυτά δεν ήταν εύκολα πράγματα, ήταν επώδυνα, ακριβώς επειδή οι πληθυσμοί αισθανόντουσαν να καταστρέφονται κάποιες παραδόσεις και κάποια στοιχεία, αντιστεκόντουσαν, γι' αυτό το ελληνικό κράτος πάντα είχε προβλήματα με τον κόσμο του, με τον λαό του. Αυτά τα προβλήματα ήταν σε μεγάλο βαθμό συσχετισμένα με στοιχεία ταυτότητας τα οποία ο κόσμος δεν ήθελε να στερηθεί και παρ' όλα αυτά ήταν αναγκασμένος να τα στερηθεί, και πολλές φορές το ελληνικό κράτος λειτούργησε και κατά τρόπο κατασταλτικό, προσπαθώντας να σβήσει πολιτισμικές μνήμες παλαιότερες, συγκεκριμένα στο θέμα το γλωσσικό. Αντιμετωπιζόντουσαν ορισμένοι πληθυσμοί ως περιφερειακοί ως προς την εθνική ταυτότητα, όπως είναι οι βλάχοι-βλαχόφωνοι, όπως είναι οι αρβανίτες, όπως είναι οι σλαβόφωνοι. Δεν ήταν εύκολη αυτή η διαδικασία, όμως ήταν αναγκαία, διότι αλλιώς δεν θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε στον καινούργιο κόσμο, δεν θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε το κράτος μας και θα είχαμε ειπωστεί ενδεχομένως καταστροφές και διωγμούς ανάλογες με άλλους λαούς όπως είναι οι Αρμένιοι, οι οποίοι ήρθαν αργότερα να κάνουν αυτή τη διαδικασία και οι Εβραίοι, έκαναν αυτή τη διαδικασία έναν αιώνα αργότερα. Επομένως στερηθήκαμε από τον πλούτο τον πολιτισμικό μας, αλλά κερδίσαμε σε αποτελεσματικότητα.

Τι γίνεται γύρω μας; Που στεκόμαστε;

Το ζήτημα είναι τώρα που είμαστε; Τώρα που στεκόμαστε σε αυτή τη διαδικασία. Νομίζω όλοι αισθανόμαστε μια κρίση, δεν είναι μόνο η κρίση η οικονομική. Η κρίση η οικονομική είναι η επιφάνεια. Πίσω από αυτή τη κρίση την οικονομική υπάρχει μια βαθύτερη κρίση. Αναγκαστικά και πάλι θα πρέπει να αναζητήσουμε ανάλογες εξηγήσεις με αυτές που χρησιμοποιούμε για να καταλάβουμε το παρελθόν. Μήπως άλλαξε το περιβάλλον; Μήπως δηλαδή η κρίση η πολιτισμική, η πνευματική που αισθανόμαστε δεν είναι μια παρακμή ενός οργανισμού ο οποίος γνωρίζει τη νεότητα, την ωριμότητα και τα γερατειά, δεν είναι δηλαδή ένα φαινόμενο σχεδόν βιολογικό, μήπως είναι αντιθέτως, το αποτέλεσμα της ανάγκης να προσαρμοστούμε σε έναν καινούργιο κόσμο. Αρά πρέπει να δούμε τι συμβαίνει γύρω μας, δηλαδή αντί να κοιτάζουμε προς τα μέσα, εσωστρεφώς, πρέπει να κάνουμε την προσπάθεια να δούμε τι γίνεται γύρω μας, απ' έξω, και πως αυτό σχετίζεται με εμάς.

Τι γίνεται γύρω μας; Ζήσαμε, από τον β' παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο ως τη δεκαετία του '80, σε έναν κόσμο που χαρακτηριζόταν από πολύ μεγάλη σταθερότητα, τουλάχιστον σε ότι αφορούσε την Ευρώπη, και από πολύ μεγάλο συντηρητισμό, δηλαδή τα πράγματα δεν άλλαζαν πολύ. Και εκεί το σχήμα με το οποίο μάθαμε να ζούμε φαινόταν πολύ αποτελεσματικό, μια ταυτότητα σαφή, εθνική, οι άλλες ταυτότητες οι περιφερειακές και οι τοπικές ήταν λίγο πολύ εξαφανισμένες. Γύρω από αυτόν τον πυρήνα της εθνικής ταυτότητας ο οποίος οριζόταν με βάση δύο στοιχεία, το ένα η ελληνική γλώσσα και το άλλο η ορθοδοξία, γύρω από αυτόν τον πυρήνα υπήρχαν κάποιες περιφέρειες, είτε αυτές ήταν περιφέρειες θρησκευτικές, π.χ. μουσουλμάνοι Έλληνες, εβραίοι Έλληνες, άλλες ήταν γλωσσικές, όπως είπαμε σλαβόφωνοι, αλβανόφωνοι, βλαχόφωνοι κ.λπ, άλλες ήταν γεωγραφικές, αυτό που λέγαμε οι Έλληνες του εξωτερικού, τώρα το λέμε διασπορά.

Ο Ελληνοαμερικάνος. Δείτε τις ταινίες του '50 και του '60 όπου έρχεται ο θείος από την Αμερική, δεν είναι πολύ Έλληνας, είναι Ελληνοαμερικάνος, μιλάει σπασμένα ελληνικά. Έβλεπα πρόσφατα μια ταινία που έρχεται ο αμερικάνος μαζί με τη γυναίκα του που είναι αμερικάνα, η οποία τον καταπιέζει, διότι η αμερικανίδα γυναίκα είναι καταπιεστική, ας πούμε, και δεν συμπεριφέρεται καλά απέναντι στην οικογένεια, δεν είναι Έλληνας, είναι μισοέλληνας, είναι περιφέρειες. Επομένως είχαμε αυτό το σχήμα κέντρο-περιφέρειες αλλά είμασταν ήσυχοι με αυτό. Και από τη δεκαετία του '80 ο κόσμος άρχισε να αλλάζει πολύ γρήγορα. Ο κόσμος αυτός άρχισε να μετασχηματίζεται, άρχισε να μετασχηματίζεται με το τέλος του ψυχρού πολέμου, άρχισε να μετασχηματίζεται με την παγκοσμιοποίηση και αρχίσαμε να έχουμε στη γειτονιά μας καινούργια φαινόμενα που μας δημιουργούσαν ανησυχίες και άγχη, και κατά βάση, η κατάρρευση και η αποσύνθεση της Γιουγκοσλαβίας που δημιούργησε θέματα πως στεκόμαστε απέναντι στις συγκρούσεις, πως στεκόμαστε απέναντι στους Σέρβους, τις αντιφάσεις που έχουμε, διότι η συμμετοχή μας στις δυτικές συμμαχίες μας υποχρέωνε να ακολουθήσουμε μια πολιτική η οποία δεν ταίριαζε πολύ με τα αισθήματα μας. Φυσικά το Μακεδονικό, το οποίο λειτούργησε ως ή αν θέλετε απεκάλυψε, βαθιές ανησυχίες και άγχη, δικά μας, μέσα μας, και άγχη σε σχέση με τις εμπειρίες μας στην περίοδο των πατεράδων και των παππούδων μας, τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα, που ήταν φοβερές εμπειρίες. Βαλκανικοί πόλεμοι, α' παγκόσμιος πόλεμος, μικρασιατική καταστροφή. Αρχίσανε λοιπόν να κλονίζονται αυτές οι βεβαιότητες και οι πεποιθήσεις και από εκεί και πέρα άρχισε και εάν θέλετε μια συζήτηση η οποία είναι συνήθως αποδομητική. Σας είπα, εγώ θεωρώ ότι η ταυτότητα πρέπει να εξελίσσεται, είναι αναγκαίο να εξελίσσεται, δεν είναι κάτι παγωμένο, δεν είναι κάτι ακίνητο. Όταν όμως λές ότι κάτι πρέπει να απαλειφθεί, να αλλάξει, να διορθωθεί, πρέπει να προτείνεις με τι θα το αντικαταστήσεις, δεν μπορείς δηλαδή να λες δεν χρειαζόμαστε ταυτότητα. Ταυτότητα χρειαζόμαστε. Και χρειαζόμαστε ταυτότητα ισχυρή. Επομένως, η ταυτότητα δεν καταργείται, η ταυτότητα μετασχηματίζεται σταδιακά, κρατώντας πάντα έναν πυρήνα σταθερό.

Λοιπόν, μπήκαμε σε αυτή την περιπέτεια, η οποία και δημιουργεί και αδυνατίζει την εθνική συνοχή, και το βλέπουμε τώρα στην περίοδο της κρίσης που έχουμε καταντήσει -δεν είναι ο μόνος λόγος- ο καθένας να σκέφτεται τον εαυτό του, την οικογένεια του, και το γενικότερο καλό, το εθνικό καλό, το έχουμε αφήσει στη μπάντα. Δεν αγωνιζόμαστε -υπάρχουν εξαιρέσεις-, αλλά γενικά αν συγκρίνει κανείς τη σημερινή εποχή, ξέρω εγώ, με την εποχή, της πρώτης φάσης της μεταπολίτευσης, έχουμε πέσει σε έναν ατομικισμό και σε ένα κλείσιμο στα συμφέροντα μας, το εθνικό συμφέρον το έχουμε αφήσει στην άκρη. Ίσως γιατί αισθανόμαστε ότι αυτή η ταυτότητα έχει αδυνατίσει. Επομένως είμαστε σε μια κρίση ταυτότητας, σε ένα ερωτηματικό το οποίο δεν υπήρχε παλιά. Έχουμε αρχίσει να αναρωτιόμαστε. Άλλοι το κάνουν αυτό κατά τρόπο συνειδητό, άλλοι το αισθάνονται χωρίς να μπορούν να το εκφράσουν.

Τι συμβαίνει; Νομίζω ότι είναι οι ευρύτερες εξελίξεις οι οποίες έρχονται και μας επηρεάζουν, και μας αποσταθεροποιούν και το γεγονός ότι αισθανόμαστε άσχημα δείχνει ότι δεν έχουμε βρεί τις κατάλληλες απαντήσεις. Για να βρούμε τις κατάλληλες απαντήσεις όμως, πρέπει να καταλάβουμε τι συμβαίνει σε βάθος, στο ευρύτερο περιβάλλον. Μιλώντας για αυτά που συνέβαιναν στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, έχουμε την προοπτική και μπορούμε να αναλύσουμε - και λέμε αυτό που συνέβαινε ήταν ότι ήρθε η νεωτερικότητα, ότι έπρεπε να διαμορφωθεί ένα έθνος και ένα κράτος σύμφωνα με αυτό το μοντέλο και αυτό έγινε. Και οι πρόγονοι μας είχαν, όπως είπα, την εξαιρετική ευφυΐα να πιάσουν την ατμόσφαιρά του καιρού και να την εκφράσουν. Αυτοί οι πρωτεργάτες της ελληνικής επανάστασης, του ελληνικού κράτους, αυτοί ήταν πνευματικά πρωτοπόροι, γι αυτό ακριβώς, το ελληνικό κράτος το οποίο όλοι τώρα κατηγορούν και μας θεωρούν περιφερειακούς κ.λπ, το ελληνικό κράτος στα μέσα του 19ου αιώνα και μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα εθεωρείτο πρωτοπορία στην Ανατολή, εθεωρείτο το παράδειγμα και το υπόδειγμα για το πως θα έπρεπε να μετασχηματιστεί ολόκληρη η Ανατολή. Γιατί χτίστηκε σωστά, γιατί υπήρξε η σωστή προσαρμογή σε ένα περιβάλλον.

Ποιο είναι το περιβάλλον που διαμορφώνεται;

Τώρα λοιπόν ποιο είναι το περιβάλλον; Δεν έχω τις απαντήσεις και δε νομίζω ότι έχει κανείς τις απαντήσεις. Είναι θέματα τα οποία τα συζητάμε σε διεθνές επίπεδο. Αλλά πιστεύω ότι ζούμε σε μια εποχή όπου το μοντέλο αυτό, το νεωτερικό, το εδαφικό, ξεπερνιέται. Ξεπερνιέται από την παγκοσμιοποίηση, ξεπερνιέται από το γεγονός πως η δύση πιά δεν κυριαρχεί στον κόσμο. Και γι' αυτό έρχομαι ξανά σε αυτό που έλεγα για τη Γαλλία. Έχουμε μια επιστροφή των θρησκευτικών ταυτοτήτων, των πνευματικών ταυτοτήτων, οι οποίες δεν είναι εδαφικές, αλλά είναι δικτυωτές. Βγαίνουμε λοιπόν από τη σταθερότητα αυτού του προτύπου -αυτό μπορεί να είναι καλό, μπορεί να είναι κακό, είναι προ συζήτηση-, αλλά ούτως ή άλλως εμείς δεν μπορούμε, ούτε κανείς μπορεί, να επηρεάσει αυτές τις εξελίξεις. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να προσπαθήσει να προσαρμοστεί.

Και αυτή η προσαρμογή τι σημαίνει; Σημαίνει ότι ενδεχομένως θα πρέπει να ξαναβρούμε ορισμένα στοιχεία από τη παλιά μας ταυτότητα, χωρίς να εγκαταλείψουμε την καινούργια μας ταυτότητα, χωρίς να πάψουμε να σεβόμαστε και να στηρίζουμε την ταυτότητα μας την εδαφική, την εθνοκρατική, που σχετίζεται με το κράτος, που σχετίζεται με τις δομές του, αλλά να αρχίσουμε να ξαναβρίσκουμε ορισμένα στοιχεία, τα οποία αυτή η διαδικασία τα είχε ισοπεδώσει, π.χ. και νομίζω πως αυτό είναι πολύ επίκαιρο, η τοπική ταυτότητα, ο κοινοτισμός, πρέπει να τα ξαναβρούμε αυτά. Και πρέπει να τα ξαναβρούμε -έχω μια πολύ εύκολη απάντηση γιατί- γιατί βλέπετε ότι έχουμε κρίση της δημοκρατίας και έχουμε κρίση της πολιτικής, γιατί; Γιατί τους πολιτικούς μας δεν τους ξέρουμε. Δεν τους βλέπουμε. Πως τους ξέρουμε τους πολιτικούς μας, πως αποφασίζουμε ποιόν θα σταυρώσουμε, ποιόν θα ψηφίσουμε; Μέσα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα οποία ξέρουμε ότι χειραγωγούνται, ελέγχονται, ενώ οι δημότες αυτού του δήμου τον κ. Δήμαρχο τον ξέρουν, τον βλέπουν, κάθε μέρα, ξέρουν ποιός είναι. Ξέρουν αν πρέπει να τον υποστηρίξουν ή όχι. Επομένως η τοπική κλίμακα είναι αυτή που μπορεί να ξαναστήσει στα πόδια της τη δημοκρατία, η οποία πάσχει. Είναι ένα παράδειγμα. Αυτό δε χρειάζεται να το εφεύρουμε, είναι μέσα στο πολιτισμικό μας κύτταρο. Υπήρχε, ήταν ισχυρότατο και εξακολουθεί να είναι ισχυρό, όταν δεν έρχεται το κράτος να το ισοπεδώσει. Και θα σας φέρω ένα παράδειγμα. Πότε βγαίνουμε από την επίδραση του κράτους; Όταν είμαστε στο εξωτερικό, όταν είμαστε στη διασπορά. Ε, δείτε λιγακι πως οργανώνεται η διασπορά, ας πούμε στην Αμερική. Οι άνθρωποι οργανώνονται με βάση το αν είναι Κρητικοί, το αν είναι Πελοποννήσιοι, το αν είναι από το ένα χωριό ή το άλλο. Δηλαδή, μόλις βγούμε από την επίδραση του κράτους, η τοπική ταυτότητα έρχεται ξανά στην επιφάνεια και λειτουργεί. Επομένως υπάρχει, δεν έχει εξαφανιστεί. Είναι ένα στοιχείο που είναι ζωντανό, χρειάζεται να το ξαναφέρουμε στην επιφάνεια και να το ξανα-αναπτύξουμε.

Κατόπιν, μέσα σε αυτό τον κόσμο της παγκοσμιοποίησης, ο οποίος, καλώς ή κακώς, αναπτύσσει αυτές τις δικτυωτές ταυτότητες, και εκεί έχουμε ένα πλεονέκτημα. Γιατί κατά βάση εμείς έχουμε ένα υπόβαθρο δικτυωτής ταυτότητας, επειδή έχουμε το παρελθόν της ρωμηοσύνης, επειδή έχουμε αυτή την παράδοση της διασποράς, φτιάχνουμε δίκτυα. Και πάλι, και εκεί το κράτος έχει παίξει ένα ρόλο αρνητικό. Δεν ξέρω αν θυμόσαστε, πριν καμιά εικοσαριά χρόνια, είχε ξεκινήσει το κράτος, η κυβέρνηση, καλοπροαίρετα, την ιδέα να συντονίσει τη διασπορά, να φτιάξει ένα όργανο για τον συντονισμό της διασποράς. Δηλαδή να κάνει τι; Αυτό το άναρχο σύνολο που είναι η διασπορά, το οποίο είναι δυναμικό, το οποίο επιβιώνει και ζει, ακριβώς επειδή είναι δυναμικό, άναρχο χωρίς κέντρο κ.λπ, ερχόταν το κράτος να του βάλει κέντρο, και ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Ο κίνδυνος ποιος ήταν; Ο κίνδυνος είναι ότι αυτό το σύστημα, αν του βάλεις ένα κέντρο, σημαίνει ότι κάποιος το ελέγχει. Αυτός ο κάποιος μπορεί να είναι η ελληνική κυβέρνηση, αλλά μπορεί και κάποιος άλλος να ελέγχει την ελληνική κυβέρνηση, κάποια ξένη δύναμη, μπορεί να συμβεί καμιά φορά να υπάρχει κάποια ξένη δύναμη η οποία να έχει αυξημένη επίδραση στην ελληνική κυβέρνηση, είναι μια πιθανότητα. Εάν λοιπόν η ελληνική κυβέρνηση ελέγχει τη διασπορά, αυτό το ξένο κέντρο ελέγχει τη διασπορά. Επομένως, η διασπορά δεν μπορεί να κινητοποιηθεί πλέον, για να υποστηρίξει ορισμένα εθνικά ζητήματα. Βλέπετε τι εννοώ.

Τι να κάνουμε;

Πρέπει, επομένως, να ανακαλύψουμε ξανά τη δικτυωτή μας οργάνωση, και βέβαια προϋπόθεση γι' αυτό είναι να καλλιεργήσουμε αυτά τα οποία έχουμε υποτιμήσει, γιατί η δικτυωτή οργάνωση δεν στηρίζεται, ούτε στον καταναγκασμό, ούτε στον εφοριακό, ούτε στον αστυνομικό. Στηρίζεται σε τι; Στηρίζεται στο ότι μια σειρά από άνθρωποι, οι οποίοι είναι διεσπαρμένοι σε όλο τον κόσμο, μοιράζονται τις ίδιες πολιτισμικές αξίες, μοιράζονται την ίδια παιδεία, άρα σημασία έχει η παιδεία. Όταν λοιπόν διαβρώνουμε την παιδεία, όταν τη συρρικνώνουμε σε μια λογική ωφελιμιστική, πηγαίνω στο σχολείο για να μάθω πέντε πράγματα, για να βρω δουλειά μετά, και δεν μας ενδιαφέρει η ευρύτερη παιδεία, δεν μας ενδιαφέρει να μάθουμε την ιστορία, δεν μας ενδιαφέρει να καταλάβουμε σε βάθος την κλασική παιδεία, δεν μας ενδιαφέρει η γλώσσα, η οποία είναι το μέσο για να καταλάβουμε την παιδεία - και να καταλάβουμε επίσης τη συνέχεια του πολιτισμού μας, βασικό στοιχείο του οποίου, ανεξαρτήτως εάν κάποιος πιστεύει ή δεν πιστεύει, είναι η ορθόδοξη παράδοση. Αυτά τα στοιχεία επομένως, τα οποία βλέπετε ότι τα τελευταία χρόνια και τις τελευταίες δεκαετίες λίγο, λίγο τα ροκανίζουμε, τα ροκανίζουμε, τα ροκανίζουμε, αυτά όμως είναι ο θησαυρός ο οποίος μας επιτρέπει να λειτουργήσουμε στο δικτυωτό κόσμο κατά δικτυωτό τρόπο. Επίσης θα έλεγα ότι πρέπει να ξαναβρούμε και να ξαναζωντανέψουμε αυτές τις πολιτισμικές παραδόσεις τις οποίες θεωρούσαμε περιθωριακές και περιφερειακές, δηλαδή η μετανάστευση από την Αλβανία, έφερε στην επιφάνεια και έδειξε, κάποιες συνέχειες, που είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσες, ανάμεσα στον μουσουλμάνο Αλβανό, τον ορθόδοξο Αλβανό, τον Έλληνα ορθόδοξο της Αλβανίας και τον Αρβανίτη Έλληνα υπάρχει μια συνέχεια. Αυτή η συνέχεια είναι πολύτιμη, γιατί αυτή μας επιτρέπει να συνδεθούμε με έναν άλλο χώρο. Ανάλογα ισχύουν και με άλλες διαστάσεις της ταυτότητας μας. Κι αυτό μας επιτρέπει από ένα κομμάτι αποκομμένο από τα Βαλκάνια, αποκομμένο από την ανατολική Μεσόγειο, να γίνουμε ένα κέντρο, και έχουμε όλες τις δυνατότητες να γίνουμε κέντρο. Πρέπει επομένως να αξιοποιήσουμε αυτές τις πολιτισμικές καταβολές και τις πολιτισμικές δυνατότητες που έχουμε και όχι να τις θεωρούμε ως κάποιου είδους πρόβλημα. Δηλαδή αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να ανοιχτούμε. Κι αυτό το οποίο έχουμε υποστεί, αν συγκρίνει κανείς την παράδοση μας, πριν από τη δημιουργία του ελληνικούς κράτους και αυτό που έγινε στο ελληνικό κράτος, το ελληνικό κράτος από την άποψη της ταυτότητας, εξέφρασε ένα κλείσιμο, και αυτό το κλείσιμο γινόταν όλο και πιο ισχυρό όσο πέρναγε ο χρόνος.

Θα έλεγα ότι υπάρχουν δύο φάσεις, είναι μια φάση πριν απ' τη μικρασιατική καταστροφή και μια μετά. Πριν από τη μικρασιατική καταστροφή, ήμασταν ανοιχτοί, πολύ πιο ανοιχτοί, γιατί; Γιατί ήμασταν αισιόδοξοι, είχαμε πεποίθηση στις δυνατότητες μας και γιατί θέλαμε να ανοιχτούμε, έστω και αν αυτό γινόταν κατά τρόπο επεκτατικό. Μετά από την μικρασιατική καταστροφή, ήταν τέτοιο το σοκ, που αυτό που είπαμε είναι, δεν μπορούμε να πάμε παραπέρα. Αυτή τη στιγμή τι θα κάνουμε, θα κλειστούμε στο έδαφος μας και θα κοιτάξουμε να το αναπτύξουμε, δηλαδή να αναπτύξουμε τους πόρους κ.λπ να οικοδομήσουμε μια πολιτισμένη κοινωνία. Σωστό ήταν αυτό, αλλά μας έκλεισε. Και δεν ήταν πολύ σοβαρό σε μια εποχή που όλοι ήταν κλεισμένοι. Τώρα όμως όλοι ανοίγονται. Τώρα επομένως πρέπει και εμείς να ανοιχτούμε και εάν αποφασίσουμε να ανοιχτούμε, τότε η απαισιοδοξία που μας κατατρέχει, ουσιαστικά το αίσθημα ότι είμαστε ένα αποτυχημένο κράτος, θα γίνει πλεονέκτημα, θα περάσουμε στο πλεονέκτημα, διότι αυτό το οποίο μας μοιάζει ως εμπόδιο και μειονέκτημα, ότι δηλαδή δεν μπορούμε να το φτιάξουμε αυτό το δυτικό μοντέλο τέλεια, δεν μπορούμε, το βλέπουμε. Ναι, αλλά αυτό σημαίνει ότι τώρα που το δυτικό μοντέλο είναι σε κρίση, το γεγονός ότι έχουμε άλλες διαστάσεις και άλλες δυνατότητες, που ενδεχομένως εμποδίζουν το να φτάσουμε το δυτικό μοντέλο στη τέλεια μορφή του, αυτά τώρα γίνονται πλεονεκτήματα, και μας δίνουν τη δυνατότητα να μπούμε στην καινούργια εποχή κατά τρόπο πρωτοποριακό και δυναμικό.

Και επομένως να ξανακάνουμε αυτό που κάναν οι πρόγονοι μας με το ελληνικό κράτος. Να το ξανακάνουμε, αν θέλετε σε ένα βαθμό αμφισβητώντας το έργο τους. Γιατί όμως; Γιατί αλλάξαν οι συνθήκες και επομένως το να το αμφισβητήσουμε, είναι να μείνουμε πιστοί στο πνεύμα τους που είναι η δημιουργική προσαρμογή μέσα στη συνέχεια.



Ο Γεώργιος–Στυλιανός Πρεβελάκης είναι Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Τακτικός Καθηγητής Πολιτικής και Πολιτισμικής Γεωγραφίας στη Σορβόννη (Paris I). Παραλλήλως, διδάσκει Γεωγραφία και Γεωπολιτική της Τουρκίας στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών στο Παρίσι (INALCO). Είναι συνδιευθυντής του επιστημονικού περιοδικού Anatoli (CNRS Editions).


Ομιλία στο Δημοτικό Πανεπιστήμιο Ασπροπύργου με θέμα: «Ποιοι είμαστε;»


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

- I) Εκπαίδευση για καιρούς αβέβαιους και II) Μετάλλαξη της δημοκρατίας και των αξιών. Σύντομα αποσπάσματα από δύο κείμενα.

- Ένα μοιραίο -ιστορικό- σφάλμα;

- Τι σηματοδοτεί μια σημαντική μετάβαση. Εισαγωγική αναφορά.

- Τρία κείμενα για την Ελλάδα, την Ευρώπη και τις Η.Π.Α σχετιζόμενα με τη θεωρία του Huntington και δύο κείμενα για την αποπαγκοσμιοποίηση και τα γεωπολιτικά ρήγματα στην Ευρώπη.

- Υπερεθνικές πολιτικές οντότητες και εθνικά οργανωμένος κόσμος. Σύντομη αναφορά.

- Σύντομη αναφορά στον κίνδυνο διολίσθησης των Ηνωμένων Πολιτειών στον σεκταρισμό.

- I) Έλληνες: οι βάτραχοι που βράζουν II) Μήπως οι εκλογές είναι λυτρωτικές; III) Άρωμα αυταρχισμού και IV) «Ποιοί είμαστε;». Τέσσερα κείμενα για το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.