15 Απριλίου 2015

Τέσσερις σχολιασμοί για το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.

I
Η Ελλάδα έχει προβλήματα πολλά. Προφανώς τα πάντα ξεκινούν από τη σχέση κράτους-πολίτη. Διαφθορά, άθλια θεσμική λειτουργία, έλλειψη εμπιστοσύνης στην πολιτεία (και στην οικονομία). Ωστόσο η απελπισία αναδύεται μόλις αναλογιστούμε πως αναφερόμαστε σε μια κοινωνία η οποία έχει περίπου τρία εκατομμύρια συνταξιούχους (οπωσδήποτε πάνω από δύο εκατομμύρια επτακόσιες χιλιάδες), 25% ανεργία και από την οποία έχουν φύγει, μεταναστεύοντας, μάλλον πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες -κατά βάση- νέοι άνθρωποι. Ο ιδιωτικός τομέας έχει καταρρεύσει, ο πρωτογενής είναι συρρικνωμένος. Μιλάμε για μια από τις δέκα γηραιότερες κοινωνίες στον πλανήτη, με ένα πολιτικό σύστημα μπλοκαρισμένο, άθλιο και δυσλειτουργικό, το οποίο δε μπορεί, δεν ξέρει και δεν θέλει να ανανεωθεί, ενώ διαπιστώνεται παντελής έλλειψη ιδεών και διαλόγου πέρα από τους γνωστούς μικροκομματισμούς και τις γνωστές ιδεοληψίες. Δεξαμενές σκέψης και κέντρα διανοητικής παραγωγής δεν υπάρχουν (παρά μονάχα ειδησεογραφικές και αρθρογραφικές φαιδρότητες από ανθρώπους αναιδείς και μνησίκακους). Διαμορφώνεται μια Ελλάδα του 1/2 και οδεύουμε ολοταχώς προς μια Ελλάδα του 1/3. Ο πολιτικός κόσμος είναι ποσοτικά κατακερματισμένος και ποιοτικά εξαθλιωμένος, ενώ οι προσπάθειες αναδιαμόρφωσης και ανασυγκρότησης του κινούνται μεταξύ τραγέλαφου και τον κλαυσίγελου.

Μια ενδεχόμενη προσπάθεια εγκαθίδρυσης ενός «νέου» δικομματισμού θα έχει τη τύχη που είχε η προσπάθεια νεκρανάστασης των δύο πυλώνων του πολιτικού συστήματος μετά τις εκλογές του Μαΐου του 2012. Στις τελευταίες εκλογές, οι νεκροζώντανοι, επέστρεψαν περίπου στο ποσοστό του Μαΐου του 2012, απλά από τότε μέχρι σήμερα, είχαμε μια τεχνητή παράταση ζωής δύο χρόνων. Δεν μπορεί να αναμένεται κάτι περισσότερο από αυτές τις «νέες» πολιτικές διεργασίες.

Πέντε χρόνια τώρα ζούμε μια παρωδία σε μια τρομερή κοινωνική, εθνική, οικονομική και δημοκρατική καταστροφή, συρρίκνωση και οπισθοδρόμηση. Ζούμε τη διαχείριση ενός αδιεξόδου και εθελοτυφλούμε, χαζογελώντας και χαζολογώντας και περί άλλων τυρβάζοντας. Ωραίες είναι οι παρωδίες για όσο υπάρχουν εφεδρείες (οικονομικές, πολιτικές κ.λπ), αλλά εφεδρείες δεν υπάρχουν και το φυλλορρόημα συνεχίζεται.

Αυτό που, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, διατηρεί τη θέση της Ελλάδας εντός των ευρωπαϊκών θεσμών και γενικότερα εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, είναι τα αποθέματα του συμβολικού της κεφαλαίου και η γεωγραφική της θέση.


II
Τώρα κυβερνά η «αριστερά». Όλα είναι μια χαρά (ή περίπου τέλοσπάντων). Πριν κυβερνούσε η «δεξιά». Όλα ήταν μια χαρά (ή περίπου τέλοσπάντων). Εάν έφευγε η Ν.Δ. και κυβερνούσε ο Συ.Ριζ.Α θα ήταν όλα μια χαρά (ή περίπου τέλοσπάντων). Αν φύγει ο Συ.Ριζ.Α και (ξάνα)κυβερνήσει η Ν.Δ θα είναι όλα μια χαρά (ή περίπου τέλοσπάντων).

Όσο και εάν φαίνεται αστείο, αυτός είναι ο κύριος άξονας (με πολλά στολίδια φτιασιδωμένος) γύρω από τον οποίο ζούμε την τραγωδία μας. Εξωγήινοι, εάν μας παρατηρούν, σίγουρα θα απορούν.

Το γεγονός ότι είχες την οικονομία που είχες και την πολιτεία που είχες, δεν δικαιολογεί ούτε νομιμοποιεί ποσοστά ανεργίας 25%, πτώση κατά 1/4 του Α.Ε.Π, απίστευτες αυξήσεις στη φορολογία (τις μεγαλύτερες σε ορισμένες ομάδες στον Ο.Ο.Σ.Α: the highest tax wedge in the OECD for an average married worker with two children at 43.4%. The OECD average was 26.9%), εξευτελισμό των ακινήτων, γενικότερες μειώσεις που αγγίζουν ποσοστά περίπου 40% κ.λπ.

Τα δύο αυτά (η κατάσταση οικονομίας και πολιτείας πριν και το τι ζούμε τα τελευταία πέντε χρόνια) είναι διαφορετικά πράγματα και το δεύτερο δεν νομιμοποιείται ούτε δικαιολογείται από το πρώτο. Η μόνη σχέση που έχουν και αυτό που συνδέει τα δύο προηγούμενα είναι η ποιότητα του πολιτικού συστήματος και των κομμάτων. Στην πρώτη περίπτωση, φανερώνεται η ευθύνη τους στη μη δημιουργία ενός στοιχειώδους πλαισίου λειτουργίας του μεγαλύτερου μέρους της ιδιωτικής οικονομίας και του κράτους και στη δεύτερη περίπτωση φανερώνεται η ανεπάρκεια τους ως προς τη διαχείριση της κρίσης, η εχθρότητα και η ανασφάλεια τους απέναντι σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας και ένας υφέρπον κοινωνικός δαρβινισμός.

Τέλος, όσες και όσοι αναφέρονται σε ονειροφαντασίες περί «μετανεωτερικών ευρωπαϊκών πεδίων, πλαισίων και δομών» που έχουν υπερβεί τους συσχετισμούς ισχύος καλό θα είναι να επανέλθουν στην πραγματικότητα. Και στην Ε.Ε (όπως και οπουδήποτε αλλού διεθνώς) οι σχέσεις καθορίζονται από την ισχύ. Αυτό σημαίνει πως το πεδίο της Ε.Ε δεν προσομοιάζει στο πεδίο μιας συντεταγμένης ενδοκρατικής τάξης, αλλά στο άναρχο διεθνές περιβάλλον. Εάν ορισμένοι προσπαθούν να μας πείσουν πως ο ισχυρός είναι και δίκαιος και άρα ο ανίσχυρος δικαιολογημένα παθαίνει ότι παθαίνει, αυτό είναι κάτι διαφορετικό που έχει να κάνει με ζητήματα νομιμοποίησης, ενοχών, μίσους, εκδικητικότητας, ανασφάλειας και μετάβασης σε μια κοινωνία του 1/2, ίσως και του 1/3.


III
Στη χώρα όπου η παλαιά «εθνικοφροσύνη» του αμερικανισμού μεταλλάχθηκε σε «ευρωπαϊσμό» του γερμανισμού. Όπου ο παλαιός «σοσιαλισμός» -που ήταν καριερισμός και μέσο πλουτισμού- εισάγει τον «νεοφιλελευθερισμό» μετατρέποντας τον σε θεολογία υπερφορολόγησης υπό κρατικο-κομματική θαλπωρή. Όπου οι παλαιοί εκδιωχθέντες και οι παλαιοί αντιεθνικιστές -απόγονοι της δεκαετίας του 60'- που εξέφραζαν έναν «anational cosmopolitanism» προασπίζονται την «εθνική και λαϊκή κυριαρχία», είναι δύσκολο να γράψεις μια λέξη η οποία να μην χρωματιστεί από αυτό το ηθικά φτωχό, υποκριτικά χυδαίο, παρακμιακό και διανοητικά συντηρητικό -ακόμα και εάν έχει «προοδευτικό» περιεχόμενο η σκέψη- πνευματικά τοπίο.

Ανεκπαίδευτο και ακαλλιέργητο πνευματικά, με την αντιπνευματικότητα του να συμβαδίζει με την αντιδημοκρατικότητα του, και τη φτώχεια της διανοητικής του παραγωγής να συμβαδίζει με την ανυπαρξία υλικής τέτοιας (η οποία συνδέεται με τη διανοητική και η πολιτιστική λοβοτομή η οποία έχει επιβληθεί), το πολιτικό σύστημα της χώρας έχει μπλοκάρει και σαπίζει, εγκλωβίζοντας μας. Και κάπως έτσι, από τον δορυφορικό «ατλαντισμό» περνάς στον δορυφορικό «ευρωπαϊσμό» (σαν αντικείμενο, όχι σαν υποκείμενο - και εάν περάσεις κιόλας). Τέτοιας υφής και ποιότητας κράτη, όμως, δεν πρόκειται να επιβιώσουν στον 21ο αιώνα.


IV
Όσο ανύπαρκτη ήταν η κοινωνική βάση και κενή η λογική της αντιπαράθεσης, «μνημόνιο/αντιμνημόνιο», άλλο τόσο ανύπαρκτη είναι η κοινωνική βάση και κενή η λογική της -νεοαναδυόμενης μπουρδολογικής τεχνητής- αντιπαράθεσης «ευρωπαϊσμός/εθνικολαϊκισμός». Εάν το κόμμα του Παπανδρέου είχε εισέλθει στη Βουλή και είχε συνεργαστεί μαζί του ο Συ.Ριζ.Α -ή εάν συνεργαζόταν με το Ποτάμι- το σχήμα αυτό θα είχε μείνει να σκονίζεται στα βιβλία των εκδόσεων (τάδε). Όσο πραγματική είναι, λοιπόν, αυτή η εισαγόμενη αντιπαράθεση, άλλο τόσο πραγματική είναι και η αντιπαράθεση πάνω στην οποία προσπαθούν να την επικολλήσουν -και η οποία μάλλον θα είναι η επόμενη κατασκευασμένη «αναμέτρηση»- ανάμεσα σε, δήθεν, «αστικόευρωπαϊκό/λαϊκόβαλκανικό» (το «αριστερά/δεξιά» μας έχει εγκαταλείψει εδώ και ορισμένες εκλογικές αναμετρήσεις).

Αυτή είναι η ποιότητα του λούμπεν αστισμού της χώρας, μέχρι εκεί μπορεί να φτάσει η διανοητική και πνευματική του επάρκεια. Αυτή είναι η «ατζέντα» που μπορεί να δημιουργήσει (πνευματικά οχυρωματικά έργα-μπαλώματα). Τόσα μπορεί, τόσα κάνει. Πλήρης αφωνία.

Όλα τα προηγούμενα, όμως, είναι απλοποιημένα σχήματα και κωδικοποιήσεις που εισάγονται από το εξωτερικό ή κατασκευάζονται στο πόδι (στο εσωτερικό), προκειμένου να απαντάμε με ένα «ναι» ή ένα «όχι», να τοποθετούμαστε απλοϊκά σε σύνθετα ζητήματα και να ρίχνουμε τη ψήφο μας (μια φορά στο τόσο όταν «οι εκλογές δεν αποσταθεροποιούν την οικονομία») με την συνείδηση μας καθαρή πως ψηφίσαμε το καλό και τοποθετηθήκαμε στην καλή μεριά, προκειμένου να μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχα το βράδυ. Κατά βάση εξυπηρετούν τους αποδέκτες των ψήφων.

Ειδικά στην Ελλάδα, όλα αυτά τα σχήματα-συνθήματα, όπως «σοσιαλισμός», «νεοφιλελευθερισμός», «εθνικισμός», «ευρωπαϊσμός», «σοσιαλδημοκρατία», «χριστιανοδημοκρατία» κανένα πραγματικό περιεχόμενο δεν έχουν και επικαλύπτουν ή επενδύονται επί τελείως διαφορετικών κοινωνικών διαφορισμών και πραγματικοτήτων καθώς είναι ξένα ή άσχετα προς την υπάρχουσα κοινωνική σύνθεση. Καμία φορά αυτά τα σχήματα χρησιμεύουν προκειμένου να νιώθουμε, ψυχολογικά, πως είμαστε μέρος -ή συμμετέχουμε στην τελευταία γραμμή- των εξελίξεων.


.~`~.