13 Μαρτίου 2015

Αριστερά και Δεξιά. Η Γένεση μια διάκρισης.


Άμεσα σχετιζόμενες αναρτήσεις



Στην πρώτη του µορφή, αυτό το κείµενο υπήρξε ανακοίνωση σε διεθνές επιστηµονικό συµπόσιο µε τίτλο «Η Γαλλική Επανάσταση και η Ευρώπη», που έγινε στο Πάντειο Πανεπιστήµιο το 1989.


Αριστερά και Δεξιά. Η Γένεση μια διάκρισης

Η διάκριση «Αριστεράς» και «∆εξιάς» αποτελεί κατεξοχήν κληροδότηµα της Γαλλικής Επανάστασης, µε διπλή έννοια. Όχι µόνο γεννήθηκε το 1789, αλλά και ορίστηκε στη συνέχεια µε αναφορά στην Επανάσταση: ως αποδοχή της η Αριστερά, ως απόρριψή της η ∆εξιά.

Η διάκριση είχε αρχικά κυριολεκτική σηµασία. Αναφερόταν στην τοπογραφία των επαναστατικών συνελεύσεων, µε πρώτη τη Συντακτική (Constituante). Αναφερόταν δηλ. στην πλευρά της αίθουσας των συνεδριάσεων, αριστερά ή δεξιά από την έδρα (και από τη σκοπιά) του Προέδρου, όπου συνήθιζαν να κάθονται και να ψηφίζουν αντιπρόσωποι µε κοινές αντιλήψεις. Οι πρώτες αναφορές γίνονται πάντα στην «αριστερή πλευρά» και στη «δεξιά πλευρά», ενώ αργότερα η λέξη «πλευρά» παραλείπεται αλλά υπονοείται.

Αφετηρία ή πάντως επισηµοποίηση του τοπογραφικού διαχωρισµού θεωρείται η κρίσιµη σύγκρουση, στις 28 Αυγούστου 1789, για το δικαίωµα αρνησικυρίας (βέτο) που θα είχε ο Βασιλιάς στο πρώτο Σύνταγµα. Τότε αυθόρµητα οι οπαδοί του απόλυτου βέτο συγκεντρώθηκαν στα δεξιά του Προέδρου, ενώ οι οπαδοί του αναβλητικού µόνο βέτο στα αριστερά του.[1] Ήδη όµως στις 7 Μαΐου, στο πλαίσιο της χωριστής ακόµη συνέλευσης της λεγόµενης Τρίτης Τάξης, όσοι υποστήριζαν την άµεση και µονοµερή ανακήρυξή της σε Εθνοσυνέλευση (δηλ. οι ριζοσπαστικότεροι) είχαν συγκεντρωθεί στα αριστερά του Προέδρου, ενώ όσοι ήθελαν συνδιαλλαγή µε τις συνελεύσεις των δύο προνοµιούχων τάξεων (κλήρου και ευγενών) είχαν µαζευτεί στα δεξιά του.[2]

Στη συνέχεια, η τοπογραφική διάκριση καθιερώθηκε σταδιακά, τόσο στις δηµοσιογραφικές περιγραφές των εργασιών της Συντακτικής, όσο και στις ίδιες τις συζητήσεις της. Τα πρακτικά π.χ. της 3 ∆εκεµβρίου 1789 αναφέρουν ότι ο Πρόεδρος παρακαλείται να επαναφέρει στην τάξη «τη µερίδα της Συνέλευσης που βρίσκεται δεξιά του». Φυλλάδιο της εποχής επιγράφεται χαρακτηριστικά Ειδοποίηση στους αριστοκράτες της δεξιάς πλευράς από ένα δηµοκράτη της αριστερής πλευράς.

Η ίδια τοπογραφική διάκριση συνεχίστηκε και στις επόµενες επαναστατικές συνελεύσεις, µολονότι οι πρωταγωνιστές δεν ήσαν πιά οι ίδιοι. Με την ακατάσχετη ριζοσπαστικοποίηση της επαναστατικής διαδικασίας και τον παράλληλο σταδιακό αποκλεισµό των πιο συντηρητικών δυνάµεων, ωθήθηκαν στη δεξιά οι µετριοπαθέστερες µερίδες της προγενέστερης αριστεράς, µετά από διάσπασή της. Τα µέλη της Συντακτικής δεν ήσαν εκλόγιµα στη Νοµοθετική (Assemblée législative) του 1791. Όσοι όµως αποτελούσαν τη δεξιά της Νοµοθετικής ταυτίζονταν ιδεολογικά µε εκείνους που είχαν υπάρξει η αριστερά της Συντακτικής. Τέλος, οι Γιρονδίνοι, από αριστερά της Νοµοθετικής, βρέθηκαν να αποτελούν τη δεξιά της Συµβατικής (Convention) το 1792, µόλις ένα χρόνο αργότερα.

Παρατηρήθηκε δηλ. τότε για πρώτη φορά και µέσα σε τρία µόλις χρόνια η διαδοχική επέκταση του πολιτικού φάσµατος προς τα αριστερά, που στη συνέχεια επρόκειτο να επαναληφθεί — αλλά σε µία ιστορική διαδικασία ενάµισυ σχεδόν αιώνα — όταν οι σοσιαλιστές εµφανίστηκαν στα αριστερά των φιλελευθέρων και, τελικά, οι κοµµουνιστές στα αριστερά των σοσιαλιστών.

Υπήρξε η γένεση της διάκρισης εντελώς τυχαία; Μάλλον όχι, αν ανατρέξει κανείς στη συµβολική του χώρου που χαρακτήριζε το λεγόµενο παλαιό καθεστώς (ancien régime). Στη συµβολική αυτή, κυρίαρχη διάσταση ήταν ανέκαθεν η κάθετη, όπως σε όλα τα θρησκευτικά και ιεραρχικά εν γένει συστήµατα. Στην κορυφή της πυραµίδας, κάτω από τον Θεό, βρισκόταν ο Βασιλιάς. Ακολουθούσαν σε διαδοχικά επίπεδα οι «κατεστηµένες τάξεις» (ordres) που συγκροτούσαν το βασίλειο, σύµφωνα µε τη µεσαιωνική αντίληψη που είχε επεξεργαστεί και νοµιµοποιήσει η καθολική θεολογία. ∆ηλ. κατά σειρά ο κλήρος, οι ευγενείς και ο λαός (ή «Τρίτη Τάξη»).

Όταν η πεζή πραγµατικότητα απαιτούσε την προβολή της ιεραρχίας αυτής στη γη, δηλ. σε επίπεδο, το ύψος µεταφραζόταν σε απόσταση — σε συνδυασµό και µε τον πανάρχαιο συµβολισµό της δεξιάς και της αριστερής πλευράς. Έτσι ακριβώς έγινε στην εναρκτήρια συνεδρίαση της συνέλευσης των Τριών Τάξεων (États Généraux), στις 5 Μαΐου 1789. Ο Βασιλιάς καθόταν σε υπερυψωµένο θρόνο. Κοντά του κάθονταν οι αντιπρόσωποι των δύο προνοµιούχων τάξεων, µε πρώτο τον κλήρο, στα δεξιά του, και δεύτερη την τάξη των ευγενών, στα αριστερά του. Οι εκπρόσωποι της λεγόµενης Τρίτης Τάξης κάθονταν απέναντί του αλλά πιο µακριά, στο βάθος της αίθουσας.

Ήταν λοιπόν εύλογο η ανατροπή της ιεραρχίας και η διεκδίκηση της ισότητας να µεταφραστούν συµβολικά σε µία αποκλειστικά οριζόντια, ισοπεδωτική αντίληψη του πολιτικού χώρου. Ταυτόχρονα µε την επαναστατική µεταµόρφωση της συνέλευσης των Τριών Τάξεων σε ενιαία κι αδιαίρετη Εθνοσυνέλευση, αποφασίστηκε στις 17 Ιουνίου 1789 η κατάργηση των χωριστών θέσεων του κλήρου και των ευγενών και η µετατροπή της αίθουσας σε αµφιθεατρικό ηµικύκλιο, που δεν έπαψε έκτοτε να χαρακτηρίζει τα κοινοβούλια.

Ακόµη πιο ρηξικέλευθη υπήρξε η ανατροπή της πανάρχαιας υπεροχής της δεξιάς πλευράς (έναντι της αριστερής), που συναντάµε σε όλους σχεδόν τους πολιτισµούς, τις θρησκείες και τις γλώσσες, αφού έχει προφανή βιολογική βάση. Αποτυπώνει δηλαδή στο συµβολικό επίπεδο την υπεροχή του δεξιού χεριού στην πλειοψηφία των ανθρώπων. Αρκούν εδώ µερικά µόνο παραδείγµατα από τη δική µας γλώσσα και παράδοση. ∆εξιός-δεξιότης, επιδέξιος, ή, αντίθετα, αδέξιος. Να έρθουν όλα δεξιά. Καθεζόµενος εκ δεξιών του πατρός...

Ήταν λοιπόν εύλογο οι οπαδοί του παλαιού καθεστώτος, οι «αριστοκράτες», να επιλέξουν εκείνη την πλευρά που, στο δικό του συµβολικό σύστηµα, ήταν η ορθή, η τιµητική πλευρά, δηλ. στα δεξιά του Προέδρου — όπως πριν, ακριβώς στην ίδια αίθουσα, στα δεξιά του Βασιλιά. Αντίστροφα, οι ανατροπείς του παλαιού καθεστώτος εύλογα επέλεξαν ή αποδέχτηκαν την πλευρά της άρνησης, σύµφωνα µε το συµβολικό του σύστηµα.

Η Επανάσταση δεν µπορούσε παρά να αποτελέσει επανάσταση και στα αρχέτυπα του πολιτικού χώρου — αντικαθιστώντας την κάθετη διάσταση µε την οριζόντια και ταυτόχρονα ανατρέποντας την αρχέγονη ιεραρχία των πλευρών σε όφελος της αριστερής. Στο νέο κόσµο που ανέτελλε, η αριστερά θα ήταν πλέον η πλευρά της θέσης, της δηµιουργίας, του µέλλοντος, η δεξιά η πλευρά της στείρας άρνησης, του παρελθόντος. Ο Léon Poliakov παρατηρεί επιγραµµατικά: «Είναι αυτός ο συµβολισµός, αρχικά αδιόρατος, που από ανθρωπολογική άποψη εκφράζει καλύτερα τον οικουµενικό µαγνητισµό της Γαλλικής Επανάστασης και την επακόλουθη ανατροπή της τάξης του κόσµου, σφραγισµένη από την αναστροφή του αξιολογικού σηµείου που είναι το πιο βαθιά ριζωµένο στο ανθρώπινο γένος».[3]

Αυτή η παραβίαση αρχέγονων στερεοτύπων έδωσε πλούσια τροφή στην αντεπαναστατική προπαγάνδα. Η «δεξιά» επικαλέστηκε την «αριστοκρατία της γραµµατικής και της κοινής λογικής» προκειµένου να ειρωνευτεί τους «αριστερούς» σαν «αριστερόχειρες», δηλ. αδέξιους (gauches). Ωστόσο, οι δυσκολίες οριστικής αφοµοίωσης και εµπέδωσης της διάκρισης προέρχονταν και από την αριστερά.

Η απλή διάκριση δύο πλευρών µιάς ενιαίας συνέλευσης εναρµονιζόταν απόλυτα µε την αντίληψη της αδιαίρετης και ενιαίας λαϊκής κυριαρχίας που ίσχυσε σ’όλη τη διαδροµή της Επανάστασης και συνεπαγόταν την απόρριψη των κοµµάτων ή, υποτιµητικά, «φατριών» (factions). Από την άποψη αυτή, η τοπογραφική διάκριση υπήρξε κατεξοχήν λειτουργική και αυτό είναι, τελικά, το κλειδί γιά την ερµηνεία της καθιέρωσής της. Πράγµατι, οι αναφορές στη µία ή την άλλη πλευρά της αίθουσας των συνεδριάσεων προσφέρονταν ως ανώδυνοι ευφηµισµοί, που επέτρεπαν την αναγνώριση και ανάλυση της πολιτικής διαπάλης χωρίς να ανατρέπουν ευθέως τη χίµαιρα της ενότητας.

Ωστόσο, η διάκριση των δύο πλευρών δεν έπαυε να υπονοεί τη συγκρότηση «φατριών», δηλ. την υπονόµευση της µυθικής ενότητας. Έτσι, συχνά διατυπώνεται η ευχή να µην υπάρχει πλέον «ούτε δεξιά ούτε αριστερά», σε συνδυασµό µάλιστα µε προτάσεις προληπτικής διαρρύθµισης της αίθουσας (π.χ. σε πλήρη κύκλο ή µε κλήρωση των θέσεων). Τέτοιες ευχές και προτάσεις διατυπώνονται χαρακτηριστικά τις παραµονές της σύγκλησης τόσο της Νοµοθετικής το 1791, όσο και της Συµβατικής το 1792, όταν δηλ. έχει εξαφανιστεί πλέον από το προσκήνιο η αρχική, αριστοκρατική και αντεπαναστατική ∆εξιά, και οι διαιρέσεις αφορούν αποκλειστικά το επαναστατικό στρατόπεδο.

Στην πράξη, όπως είναι γνωστό, η διακηρυγµένη απόρριψη των κοµµάτων ή «φατριών» εκφυλίστηκε (µοιραία) σε φαρισαϊκή άρνηση του δικαιώµατος ύπαρξης και έκφρασης µόνο των εκάστοτε αντιπάλων, νοµιµοποιώντας την εξόντωσή τους. Η «δεξιά» έγινε στόχος του επαναστατικού πλήθους ή, σωστότερα, όχλου από την πρώτη στιγµή, µε την έναρξη των εργασιών της Συντακτικής. Έµεινε στο στόχαστρο και στις επόµενες συνελεύσεις, παρά τις ριζικές αλλαγές στη σύνθεσή της. Αποκορύφωµα αυτής της εξέλιξης υπήρξαν οι επανειληµµένες εισβολές του όχλου στην αίθουσα συνεδριάσεων της Συµβατικής, που οδήγησαν τελικά στην εξόντωση των Γιρονδίνων. Τότε απειλήθηκε άµεσα η ίδια η ζωή όσων κάθονταν στη µισητή δεξιά πλευρά. Έτσι, «δεξιά» κατέληξε να σηµαίνει όχι µόνο την αντιδραστική ή έστω συντηρητική πλευρά, αλλά και την κυριολεκτικά επικίνδυνη πλευρά τα πρώτα πέντε χρόνια της Επανάστασης. Κι αυτό ασφαλώς σχετίζεται µε την αρνητική φόρτιση του όρου (ιδίως στη Γαλλία).

Ότι στη Συµβατική τελικά κυριαρχεί, ιδίως µετά την εκκαθάριση των Γιρονδίνων (2 Ιουνίου 1793), µία ανενδοίαστα και απροσχηµάτιστα κάθετη αντίληψη («Ορεινοί»και «Πεδινοί») δεν είναι καθόλου τυχαίο. Ο παραµερισµός της οριζόντιας διάκρισης και η επανεµφάνιση µίας κάθετης, δηλ. ιεραρχικής αντίληψης εκφράζει στο συµβολικό επίπεδο την παραχάραξη και απεµπόληση των ιδανικών του 1789 και το σφετερισµό της Επανάστασης από µία τυραννική µειοψηφία.

Από τα στοιχεία που συνθέτουν την πολύπλευρη κι αντιφατική κληρονοµιά της Γαλλικής Επανάστασης, η διάκριση Αριστεράς και ∆εξιάς δεν είναι µόνο εκείνο που της ανήκει αποκλειστικά, αφού δεν είχε κανένα απολύτως ιστορικό προηγούµενο (αντίθετα µε άλλα). Είναι επίσης εκείνο που γνώρισε την ευκολότερη και ευρύτερη διάδοση — σε παγκόσµια τελικά κλίµακα.

Τα χαρακτηριστικά της διάκρισης που εξηγούν τη διάδοσή της έχουν επισηµανθεί ιδίως από τον Καναδό πολιτικό επιστήµονα Jean Laponce:[4]

  • 1. Η αντιπαράθεση Αριστεράς και ∆εξιάς µπορεί εύκολα να µετατραπεί από διχοτοµικό σχήµα σε συνεχές φάσµα και αντίστροφα — πολύ πιό εύκολα από οποιοδήποτε άλλο ζεύγος αντιθέτων.

  • 2. Εµπεριέχει ένα αυτονόητο τρίτο στοιχείο —το κέντρο— που προσφέρεται γιά τη σύγκριση των άκρων όχι µόνο µεταξύ τους, αλλά και µε ένα µέσο όρο.

  • 3. Τα δύο προηγούµενα γνωρίσµατα της διάκρισης επιτρέπουν την ενσωµάτωση απεριόριστου φάσµατος αποχρώσεων, ενώ ο αφηρηµένος καταρχήν χαρακτήρας της επιτρέπει την απεριόριστη αναπροσαρµογή της από εποχή σε εποχή και από χώρα σε χώρα.

  • 4. Τέλος, η διάκριση µεταφράζεται αβίαστα σε εικόνα και παραπέµπει στο χώρο (κυριολεκτικά στην αρχή, µεταφορικά στη συνέχεια). Γίνεται έτσι άµεσα κατανοητή, πέρα και πάνω από πολιτισµικά σύνορα.

Η διάδοση της διάκρισης στην υπόλοιπη ηπειρωτική Ευρώπη δεν έγινε βέβαια από τους στρατιώτες του Ναπολέοντα. Ξεκίνησε µόνο µετά την Παλινόρθωση το 1815, όταν η Γαλλική Επανάσταση άρχισε να αποτελεί για άλλους φάρο και όραµα, για άλλους µπαµπούλα και εφιάλτη. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, το περιεχόµενο της διάκρισης οριζόταν ακριβώς µε αναφορά στη Γαλλική Επανάσταση — όχι µόνο στη Γαλλία, αλλά σταδιακά και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι θαυµαστές και επίδοξοι µιµητές και κληρονόµοι της Γαλλικής Επανάστασης αυτοχαρακτηρίζονταν «Αριστερά», τοποθετώντας στη «∆εξιά» τους αντιπάλους. Οι αρνητές της Γαλλικής Επανάστασης άλλοτε απέρριπταν τη διάκριση ως ανόσιο και ανούσιο δηµιούργηµά της, άλλοτε όµως την αποδέχονταν, µαζί µε την ονοµασία «∆εξιά», ιδίως όταν βάση της ιδεολογίας τους ήταν η θρησκεία. Ακριβώς στο πλαίσιο της θρησκευτικής, δηλ. προεπαναστατικής αντίληψης, η δεξιά ήταν η πλευρά του ορθού. Ακραίο σχετικό παράδειγµα υπήρξε το Αντεπαναστατικό Κόµµα που ίδρυσαν οι Ολλανδοί καλβινιστές το 1879 (ως αντίπαλο όχι µίας µελλοντικής επανάστασης, όπως θα νόµιζε κανείς, αλλά της Γαλλικής).

Μόνο προς τα τέλη του 19ου αιώνα, η εµφάνιση των σοσιαλιστών τροποποίησε ριζικά το πολιτικό φάσµα, επεκτείνοντάς το και δίνοντας νέο περιεχόµενο στην έννοια της «Αριστεράς» (µολονότι τόσο οι σοσιαλιστές όσο και οι κοµµουνιστές, αργότερα, αναζήτησαν κι αυτοί τις καταβολές τους στη Γαλλική Επανάσταση και διεκδίκησαν την κληρονοµιά της). Ο πολιτικός λόγος του σοσιαλισµού και προπαντός του κοµµουνισµού υπήρξε µάλιστα πολύ αποτελεσµατικότερος από τους θεσµούς της κοινοβουλευτικής δηµοκρατίας, ως φορέας διάδοσης της διάκρισης Αριστεράς και ∆εξιάς σε παγκόσµια κλίµακα. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι ένα δισεκατοµµύριο Κινέζοι εξοικειώθηκαν αναγκαστικά µε τον επικοινωνιακό κώδικα των δεξιών ή αριστερών «αποκλίσεων» µέσα στο κοµµουνιστικό κόµµα — πριν αποκτήσουν οποιαδήποτε ιδέα κοινοβουλευτισµού.

Στη χώρα µας, η διάκριση Αριστεράς και ∆εξιάς άργησε πολύ να καθιερωθεί (µολονότι το 1862-64 έγινε χρήση των όρων «Ορεινοί» και «Πεδινοί» σε αποµίµηση της Γαλλικής Επανάστασης). Πρώτα φαίνεται ότι αναγνωρίστηκαν ως «Αριστερά» οι σοσιαλιστές, στις αρχές του 20ού αιώνα. Αλλά Βενιζελισµός και Αντιβενιζελισµός δεν χωρούσαν στο ίδιο σχήµα.

Ως κοινωνοί του ευρωπαϊκού πολιτικού λόγου, οι βενιζελικοί έκαναν πρώτοι χρήση της διάκρισης, αναφερόµενοι όµως στο εσωτερικό της δικής τους παράταξης. Έτσι, ο ίδιος ο Βενιζέλος µίλησε το 1920 για επικείµενη απόσπαση τόσο της «αριστερής» όσο και της «δεξιάς» πτέρυγας του Κόµµατος των Φιλελευθέρων, όντας όµως βέβαιος ότι ο «υπολειφθησόµενος κορµός» του κόµµατος θα εξασφάλιζε πλειοψηφία. «Κέντρον» είχε γράψει αρχικά στις σηµειώσεις του, προτίµησε όµως τελικά τη λέξη «κορµός». (Το «κέντρο» ανέκαθεν αποπνέει όχι µόνο µετριοπάθεια, αλλά και αδυναµία ή έλλειψη σταθερού προσανατολισµού). Στη συνέχεια, η ∆ηµοκρατική Ένωση του Αλ.Παπαναστασίου ιδρύθηκε το 1922 αρχικά ως οργάνωση που περιλάµβανε την «αριστερή πτέρυγα» του Κόµµατος Φιλελευθέρων. Και στη λεγόµενη ∆΄ Συντακτική Συνέλευση το 1924-25, που ήταν στην ουσία οικογενειακή υπόθεση της βενιζελικής παράταξης, έγινε κατά κόρον χρήση των όρων «αριστερά» και «δεξιά». Μόνο όµως χάρη στις αντιπαραθέσεις και τις ανακατατάξεις της δεκαετίας 1940-50 επρόκειτο να καθιερωθεί επιτέλους και στη χώρα µας µία συνολική αντίληψη του πολιτικού φάσµατος, µε Αριστερά, ∆εξιά και Κέντρο — αυτή που επιβιώνει µέχρι σήµερα.


Πηγή
academia edu
Ειδικός επιστήμων από τo 1982, Επίκουρος Καθηγητής από τo 1985, Αναπληρωτής Καθηγητής από τo 1989, Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης από το 1997 έως το 2012, με ειδίκευση στην Πολιτική Κοινωνιολογία, τη Συγκριτική Πολιτική και την Πολιτική Ιστορία. Επισκέπτης Καθηγητής, University of California, Berkeley (1983), Johns Hopkins University Bologna Center (1986), Universität Salzburg (1997). Γλώσσες: Αγγλικά και Γαλλικά άρτια, Ιταλικά καλά, Γερμανικά και Ισπανικά μέτρια. Σπουδές: Πτυχίο Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1967. Πτυχίο Νομικής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1969. Μ.Α. Πολιτικής Επιστήμης, Purdue University, 1972. Ph.D. Πολιτικής Επιστήμης, University of California, Berkeley, 1979.
*
[1] P.J.B.Buchez et P.C.Roux, Histoire parlementaire de la Révolution française, όπως αναφέρεται απότον René Rémond, Les droites en France (Paris: Aubier, 1982), σ.389. [2] Edna Hindie Lemay, La vie quotidienne des députés aux États généraux de 1789 (Paris: Hachette,1987), σ.189. [3] Léon Poliakov, La causalité diabolique (Paris: Calmann-Lévy, 1980), σ.157. Έµφαση δική µου. [4] Jean A. Laponce, Left and Right: The Topography of Political Perceptions (Toronto: University of Toronto Press, 1981), σ.27.

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική



- Left And Right: The Great Dichotomy Revisited. Critical Junctures By João Cardoso Rosas And Ana Rita Ferreira.



- Τρία Επίπεδα Και «Αριστερά» Και «Δεξιά».

- The Greatest ΠαραμυθοStory Ever Told I.

- The Greatest ΠαραμυθοStory Ever Told II.

*








.~`~.