19 Φεβρουαρίου 2015

Η μεταβαλλόμενη οντολογία της ενοποιητικής διαδικασίας: ιδεαλισμός, ρεαλισμός ή ουτοπία: I) Αυταρχισμός και το μετα-νεωτερικό ευρωπαϊκό μοντέλο διακυβέρνησης και II) Η επανεμφάνιση του γερμανικού ζητήματος και το διογκούμενο δημοκρατικό έλλειμμα.


.~`~.
I
Αυταρχισμός και το μετα-νεωτερικό ευρωπαϊκό μοντέλο διακυβέρνησης

Οι κρίσεις στην ΕΕ συνιστούν προκλήσεις και ευκαιρίες, καθώς επιβάλλουν θεσμικές μεταβολές προκειμένου να αντιμετωπιστούν οργανωτικές και συγκυριακές ανεπάρκειες της Ένωσης. Η ενοποιητική διαδικασία δεν εξοστράκισε εννοιολογικά τους ευρωπαϊκούς εθνικισμούς αλλά τους μετάλλαξε και δημιούργησε θεσμικές ασφαλιστικές δικλείδες προκειμένου οι εθνικές προτιμήσεις να αποσβεστούν σε επίπεδο θεσμών μέσα από συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Η διαδικασία θεσμοθέτησης αλλά και μετεξέλιξης των ευρωπαϊκών θεσμών μετέβαλε τις ενδοευρωπαϊκές σχέσεις εξαλείφοντας ορισμένα στοιχεία που διαχρονικά οδηγούσαν σε παίγνια μηδενικού αθροίσματος και νομοτελειακά σε λογική σχετικών κερδών. Από ένα σύστημα μεταβαλλόμενων συμμαχιών και τη λογική εξισορρόπησης ισχύος η Ευρώπη πέρασε σε ένα σύστημα που φέρει στοιχεία πολυμερούς διακυβέρνησης, συγκυριαρχίας, συναίνεσης, υπερεθνικής ολοκλήρωσης και διακυβερνητικής συνεργασίας. Ωστόσο η διαδικασία θεσμοθέτησης χαρακτηρίζεται από ένα διογκούμενο δημοκρατικό έλλειμμα, ενώ σημαντικά θεσμικά όργανα της Ένωσης (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Επιτροπή) λειτουργούν αμιγώς τεχνοκρατικά χωρίς να υπόκεινται σε έναν μηχανισμό ελέγχου και απόδοσης ευθυνών όπως συμβαίνει στα πλαίσια του νομιμοποιημένου μοντέλου πολιτικής οργάνωσης που αντιπροσωπεύουν τα εθνικά κράτη.
Ουσιαστικά, αυτό το επίπεδο διακυβέρνησης το οποίο στοχεύει να αντιμετωπίσει οργανωτικές και διαχειριστικές αδυναμίες των ιδίων των κρατών μελών παράγει νέα προβλήματα ή αναπαράγει υφιστάμενες αδυναμίες των κρατών μελών σε ένα διευρυμένο επίπεδο εντός του οποίου οι αποφάσεις λαμβάνονται από μη υπόλογα πολιτικά πρόσωπα ή θεσμικά όργανα. Την κριτική αυτή διατυπώνουν όσοι αμφισβητούν τη χρησιμότητα υιοθέτησης ενός αμιγώς ομοσπονδιακού μοντέλου το οποίο προωθεί ένα ασαφώς προσδιοριζόμενο, συστατικής και όχι αφηγηματικής υφής «κοινό» ευρωπαϊκό συμφέρον. Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι αν η Ένωση είναι σε θέση να προσφέρει δημόσια αγαθά, τα οποία μόνο τα εθνικά κράτη προσέφεραν μέσα από ένα πολιτικά υπόλογο και δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης.
Με βάση μια θεωρία του κράτους, αυτό προσδιορίζεται ως «ένας οργανισμός που παρέχει προστασία και ευημερία… ο κυριότερος μηχανισμός με τον οποίο η κοινωνία μπορεί να παράσχει αυτά τα δημόσια αγαθά». Αποτελεί τον σημαντικότερο, όχι τον μοναδικό, φορέα κοινωνικής αλλαγής. Η υπέρβαση του εθνικού και η μετάβαση σε ένα ομοσπονδιακό μοντέλο δημιουργεί προσδοκίες αλλά παράλληλα θέτει σημαντικά ερωτήματα. Οι επικριτές του φεντεραλιστικού εγχειρήματος εκτιμούν ότι αναπαράγει «σε υπερεθνικό πεδίο, τις εθνικές κρατικές συνταγές… Η φεντεραλιστική προσέγγιση είναι τελικά σχεδόν το ίδιο λανθασμένη και απατηλή με την εθνικιστική αγκύλωση, η οποία είναι καθηλωμένη στην πεποίθηση ότι τίποτε το πολιτικό δεν μπορεί να συμβαίνει πέραν των εθνών. Από όλα αυτά προκύπτει μία δυσκολία συστηματοποίησης που καθιστά ιδιαίτερα δυσκίνητη τη θεωρητική προβληματική με την οποία συνυφαίνεται το ευρωπαϊκό ζήτημα». Σε επίπεδο θεωρίας είναι σαφές ότι πολλές συστατικής υφής αφηγήσεις οικοδομούνται με βάση όχι το υπαρκτό αλλά το ιδεατό και θεμελιώνονται σε μία αμφισβητήσιμη ή ουτοπική ευρωπαϊκή οικουμενικότητα ως η ΕΕ να αποτελεί μία απόλυτα ομογενοποιημένη αξιακά ένωση κρατών α-πολιτικού χαρακτήρα η οποία λειτουργεί σε κενό εθνικών συμφερόντων.
Η παρούσα εικόνα της Ευρώπης δεν προκαλεί απλά προβληματισμό σε επίπεδο πολιτών αλλά θέτει ερωτήματα όσον αφορά το ρόλο των ευρωπαϊκών ελίτ στη διαδικασία αποδόμησης των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Η ΕΕ οδηγείται με όρους πολιτικής και δημοκρατίας στην βαλκανοποίηση, ένας όρος που παλαιότερα περιέγραφε τον κατακερματισμό, παίγνια μηδενικού αθροίσματος, εθνοτικές έριδες, ελλιπείς δημοκρατικούς θεσμούς και απονομιμοποιημένη εξουσία. Οι εθνικές ηγεσίες από-νομιμοποιούνται λόγω της έντασης των μέτρων λιτότητας που διαρρηγνύουν εθνικούς κοινωνικούς ιστούς και αποκόπτουν τους δεσμούς ανάμεσα σε συλλογικότητες και ηγεσίες. Ουσιαστικά η κρίση οδήγησε σε επιλογές που κατέστησαν τις εθνικές ηγεσίες διεκπεραιωτές ευρωπαϊκών πολιτικών και οικονομικών επιλογών δημιουργώντας εσωτερική πολιτική αστάθεια στα κράτη μέλη.
Στην Ένωση οι εθνικές κυβερνήσεις εκπροσωπούν συλλογικότητες εντός ενός μεταβαλλόμενου και εξελισσόμενου θεσμικού διευρωπαϊκού περιβάλλοντος επί του οποίου ασκούνται πιέσεις, υπό τη μορφή διεμβολυτικών εισροών από παγκόσμιους οικονομικούς παράγοντες. Η αδυναμία λειτουργίας των ηγεσιών ως μέσο ανάσχεσης αυτών των πιέσεων – εισροών ακυρώνει καταστατικά το ρόλο του κράτους ως μέσο αναδιανομής πλούτου και ικανοποίησης κοινωνικών αιτημάτων. Αυτά συνδέονται πολυεπίπεδα και αλληλοτέμνονται με πολιτικά αιτήματα, τον πολιτικό πλουραλισμό και πολυμορφία που προκύπτει από εσωτερικές παραμέτρους των επί μέρους κοινωνιών και τις ετερογενείς δομές που διαμορφώνονται, μεταξύ άλλων, από ιστορικά δεδομένα, την αλληλόδραση οικονομικών συμφερόντων, θεσμών και κοινωνικών δυνάμεων.
Τα κρίσιμα ερωτήματα που τίθενται με βάση αντιλήψεις περί διεθνούς οργάνωσης, παγκόσμιας τάξης και εκπροσώπησης συλλογικοτήτων προκύπτουν από την συστηματική αποδυνάμωση των κρατών. Το φαινόμενο αυτό ως αποτέλεσμα της διεισδυτικής δράσης διεθνικών και μη πολιτικά υπόλογων παραγόντων στο οικονομικό και πολιτικό πεδίο ενισχύει την ασφάλεια σε ενδοκρατικό και διεθνές επίπεδο ή οικοδομεί με τη χρήση θεσμικών μέσων μία νέα μορφή παγκόσμιας τάξης-οργάνωσης με θύματα συλλογικότητες και άτομα; Η παρούσα οικονομική κρίση και το πλαίσιο διαχείρισής της από εξωεθνικά, τεχνοκρατικής υφής θεσμικά όργανα εξασφαλίζουν σε κράτη και συλλογικότητες την επιβίωση τους και ως εκ τούτου την επίτευξη εγγενών συμφερόντων ως υπέρτατες αξίες;
Τα παραπάνω ερωτήματα δεν έχουν θεωρητική ή απλά ακαδημαϊκή αξία αλλά αφορούν την ποιότητα της δημοκρατίας και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς... Η νέα ΕΕ που δημιουργείται με βάση τριτοκοσμικά πρότυπα δεν έχει τίποτα να προσφέρει στους ευρωπαϊκούς λαούς. Αντίθετα, οδηγεί μαθηματικά στην από-νομιμοποίηση, ενδο-ευρωπαϊκή σύγκρουση και στη διάλυση.


.~`~.
II
Η επανεμφάνιση του γερμανικού ζητήματος και το διογκούμενο δημοκρατικό έλλειμμα

Οι αποφάσεις που δρομολογούνται εντός της Ένωσης συνιστούν κοσμογονία για τον ευρωπαϊκό δικαιικό χώρο και τη μορφή της ενοποιητικής διαδικασίας. Η διαδικασία εθελούσιας ολοκλήρωσης διανθίζεται με στοιχεία βίαιης ομογενοποίησης και υπερκάλυψης της ετερότητας μέσα από διαδικαστικά μόνο νομιμοποιημένες διεργασίες. Η Γερμανία αξιοποιεί θεσμικά την οικονομική ισχύ της και την μετουσιώνει σε πολιτική ισχύ επιβάλλοντας κανόνες που απειλούν τη βιωσιμότητα εθνικών πολιτικών συστημάτων, συλλογικοτήτων και δημοκρατικών παραδόσεων. Οι διαφαινόμενες ρυθμίσεις που αφορούν τα υπερχρεωμένα κράτη μέλη διεμβολίζουν συνταγματικά τους ασθενέστερους εταίρους και επιβάλλουν κανόνες που απειλούν τη δημοκρατία, υπερκαλύπτουν την αρχή της δοτής αρμοδιότητας της Ένωσης και οδηγούν σε έναν θεσμικό ηγεμονισμό.
Η περιθωριοποίηση συνταγματικών κανόνων και η υπέρβαση δημοκρατικών αρχών αναιρεί εξ ορισμού το ρόλο της Ένωσης ως φορέα εκδημοκρατισμού, ενώ η στάση της Γερμανίας προκαλεί εύλογη ανησυχία. Μεταπολεμικά το ευρωπαϊκό ζήτημα αφορούσε τις δι-ευρωπαϊκές συγκρούσεις, το ζήτημα της ηγεμονίας και την ενσωμάτωση της Γερμανίας στον ευρω-ατλαντικό άξονα. Κατέστησε χώρες με ασύμμετρες δυνατότητες και ρυθμό ανάπτυξης εταίρους σε μία τιτάνια προσπάθεια που προσέφερε πολλαπλά και παράπλευρα υλικά οφέλη σε όλους τους Ευρωπαίους.
Υπό τις παρούσες συνθήκες εκτροπής από τους ονομαστικούς και κανονιστικούς στόχους της Ένωσης το γερμανικό ζήτημα επανέρχεται στο προσκήνιο. Οι χώρες του Νότου δαιμονοποιούνται, ενώ η Ελλάδα μεταβάλλεται σε πειραματικό εργαστήρι κοινωνικής αποδόμησης και ισοπεδωτικών πολιτικών. Την ίδια στιγμή, η Γαλλία, η μοναδική χώρα με ειδικό θεσμικό βάρος, πολιτική και πολιτισμική παράδοση εμποτισμένη με αρχές ουμανισμού και Γκολικές αρχές διαφοροποίησης από το απρόσωπο διαχειριστικό μοντέλο των ΗΠΑ, συναινεί στη δημιουργία μίας γερμανικής Ευρώπης. Με όρους ενδο-κρατικής τάξης η Ευρώπη απώλεσε την αντιπολίτευση της. Με όρους ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης οι Ευρωπαίοι έχασαν το συστημικό αντίβαρο του οικονομικού μπραβάντο των Γερμανών. Το ιδεαλιστικό υπόβαθρο του ευρωπαϊσμού, όπως οικοδομήθηκε επί δεκαετίες, συνθλίβεται από τον ακραίο νέο-φιλελευθερισμό.

Το διογκούμενο δημοκρατικό έλλειμμα
Η ενοποιητική διαδικασία αποτέλεσε ιστορικά επιλογή των πολιτικών ελίτ, ως εκ τούτου ενέχει στοιχεία της νεο-λειτουργικής αντίληψης που αφορά τον κυρίαρχο ρόλο των ελίτ και των οργανωμένων συμφερόντων, σε συνθήκες ελλιπούς νομιμοποίησης.
Ο όρος δημοκρατικό έλλειμμα αναφέρεται «στο κενό ανάμεσα στη δημοκρατική πρακτική στη θεωρία και στην πράξη» και παραπέμπει στο δημόσιο διάλογο για το βαθμό στον οποίο η ΕΕ λειτουργεί δημοκρατικά. Στο παρελθόν ο Δ. Τσάτσος είχε υπογραμμίσει ότι «για το μελλοντικό θεσμικό σχεδιασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης το θέμα της ποιότητας της δημοκρατίας και λειτουργίας της παραμένει θεμελιώδες και άλυτο». Διαχρονικά το ζήτημα αφορούσε τις εξουσίες και αρμοδιότητες των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και τη διάδραση τους με τις εθνικές κυβερνήσεις. Η δημοσιονομική κρίση ωστόσο αντί να ενεργοποιήσει αντανακλαστικά θεσμικής ενδυνάμωσης με όρους συνοχής, αλληλεγγύης και ενίσχυσης της δημοκρατίας παρήγαγε λανθάνουσες επί του παρόντος ηγεμονικές τάσεις από πλευράς Γερμανίας. Το πρόβλημα του πολιτικού ελέγχου και δημοκρατικής λειτουργίας των υπερεθνικών οργάνων αίφνης υπερκαλύφτηκε από την αδρανοποίηση των θεσμικών οργάνων και την αντιμετώπιση της κρίσης από το Βερολίνο ως μίας ευκαιρίας να μετακινηθεί από επίπεδο πρωτοκαθεδρίας σε επίπεδο οικονομικής ηγεμονίας.
Ο Philippe de Schoutheete υπογραμμίζει εμφατικά ότι «αν και οι αρχές δημοκρατικής λειτουργίας είναι παρούσες στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, όπως συμβαίνει στα εθνικά συστήματα, οι αρχές αυτές δεν γίνονται αντιληπτές ως ένα θεμελιώδες συστατικό αλλά ένα επιφαινόμενο της δομής [της ΕΕ].. Οι θεσμοί της Κοινότητας και της Ένωσης, η νομιμότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, δε διαθέτουν επαρκή δημοκρατική νομιμότητα στα μάτια της κοινής γνώμης» γεγονός που συνιστά «ένα διαζύγιο ανάμεσα στην νομιμότητα και τη νομιμοποίηση».
Το ζήτημα του δημοκρατικού ελλείμματος αφορά ακόμα την ισχύ και δικαιοδοσίες του κράτους στα φιλελεύθερα δημοκρατικά συστήματα. Ο Δ. Τσάτσος εύλογα υποστήριξε ότι «η ΕΕ χάνει σε αξιοπιστία, οι ευρωπαίοι πολίτες απομακρύνονται και αδιαφορούν, άλλοι αδιαφορούν και άλλοι…απορρίπτουν...Έννομες τάξεις ανθρώπινης συμβίωσης που αντιμετωπίζουν απομακρυσμένους, αδιάφορους, αγανακτισμένους και απορριπτικούς πολίτες δεν έχουν βιωσιμότητα. Αν πάλι επιβιώνουν παρά ή έστω χωρίς τη βούληση των πολιτών τους δεν είναι πια δημοκρατικές». Η σημερινή αδυναμία των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των πολιτών αποτελεί πρωτεύουσα απειλή για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αφού απειλούνται τα πρωτογενή συστατικά οργάνωσης, διαχείρισης, έννομης τάξης, νομιμοποίησης και κοινωνικής δικαιοσύνης. Σήμερα κάποιοι προσπαθούν να πείσουν τους Ευρωπαίους πολίτες ότι ουσιαστικά η ΕΕ έπεσε θύμα της ίδιας της επιτυχίας της.
Η βίαιη οικονομικά, κοινωνικά, διαχειριστικά και θεσμικά στροφή σε έναν τεχνοκρατικής υφής απρόσωπο «ορθολογισμό» καθιστά το ευρωπαϊκό μοντέλο διακυβέρνησης μη ανθρωποκεντρικό. Οι πολίτες καθίστανται βιαίως κοινωνοί μίας οβιδιακής μεταμόρφωσης που αποδομεί αξίες και δημιουργεί αγεφύρωτα χάσματα ανάμεσα σε ηγεσίες και λαούς. Η ΕΕ προωθεί ένα σύστημα διακυβέρνησης που εφαρμόζεται σε ένα ανομοιογενές σύνολο για αυτό το λόγο εκτιμάται ότι δεν αποτελεί «μία ενοποιημένη κοινωνία» αλλά ένα σύνολο κοινωνιών και πολιτισμών. Πρακτικά και πολιτικά αυτό παραπέμπει στην ύπαρξη πολλών δήμων και όχι ενός δήμου. Επί της ουσίας αυτό αναφέρεται σε μοντέλα δημοκρατίας, συγκροτημένα πολιτικά συστήματα που λειτουργούν με βάση διαφορετικές πρακτικές, αξιακά συστήματα και παραδόσεις. Όπως ορθά επισημαίνεται δεν υπάρχει «μία αντίληψη περί δημοκρατίας αλλά πολλές ανταγωνιστικές αντιλήψεις θεμελιωμένες σε εθνικά πρότυπα».
Από την άλλη η ικανότητα των πολιτών να ελέγξουν την ενοποιητική διαδικασία σε όλα τα στάδια της είναι περιορισμένη. Σύμφωνα με τον Thomas Zweifel, «η ΕΕ νομιμοποιείται από τις χώρες μέλη, ωστόσο οι πιθανότητες μεταφοράς νομιμοποίησης είναι σημαντικά περιορισμένες. Αν δημοκρατία σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις αντλούν νομιμοποίηση από τη συγκατάθεση των πολιτών τους, τότε αυτό δε σημαίνει συγκατάθεση που δίνεται άπαξ και δια παντός, αλλά συγκατάθεση που πρέπει να δίνεται ξανά και ξανά συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας να μην δίνεται. Ωστόσο θεσμικά δεν υπάρχει τρόπος επικύρωσης ή απόρριψης με ψήφο» συγκεκριμένων επιλογών. Οι Joseph Weiler, U. Haltern, F. Mayer επισημαίνουν ότι «η ΕΕ αποτελεί ένα άλλο κυβερνητικό επίπεδο που απομακρύνει τους πολίτες από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων ακόμα περισσότερο από ότι τα εθνικά κράτη».
Οι Ευρωπαίοι πολίτες δεν έχουν τη δυνατότητα να εμπλακούν ουσιαστικά στα εξελικτικά στάδια της ενοποιητικής διαδικασίας, ενώ οι πολιτικές ελίτ αναζητούν τρόπους ουσιαστικής υπέρβασης αυτού του θεμελιώδους δημοκρατικού προαπαιτούμενου. Σύμφωνα με τον Thomas Zweifel η επιχειρηματολογία όσων επισημαίνουν το πρόβλημα του δημοκρατικού ελλείμματος στην ΕΕ θεμελιώνεται σε μία σειρά αξιολογήσεις όπως: «η ΕΕ δεν μπορεί να λειτουργήσει δημοκρατικά καθώς δεν διαθέτει μία κοινότητα επικοινωνίας, εμπειρίας και μνήμης. Δεν διαθέτει ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα, πολιτικούς ηγέτες [παν-ευρωπαϊκής αποδοχής], μία συνταγματική τάξη πραγμάτων, δεν συνιστά έναν ενιαίο ευρωπαϊκό δήμο αλλά πολλαπλούς δήμους» που διαμορφώθηκαν σε διαφορετικές συνθήκες, με διαφορετικές αξίες και προτεραιότητες. Η τελευταία επισήμανση παραπέμπει στην ύπαρξη διαφορετικών αξιακών και πολιτικών συστημάτων που μετεξελίσσονται και ομογενοποιούνται συναινετικά και όχι βίαια.
Η Ένωση σήμερα καλείται να αντιμετωπίσει διογκωμένα προβλήματα αλλά και το λαϊκό αίτημα των ευρωπαίων πολιτών για μία ορθολογική μεν αλλά ταυτόχρονα δημοκρατική και ανθρωποκεντρική διαχείριση των ζητημάτων που άπτονται της δημόσιας σφαίρας. Στα πλαίσια αυτού του απόλυτα αιτιολογημένου αιτήματος απαιτείται εκδημοκρατισμός των θεσμών και μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών. Όπως υπογραμμίζει ο Δ. Τσάτσος, «οι θεσμοί είναι μόνο τα τεχνικά μέσα της Ευρώπης, οι κανόνες λειτουργίας της και όχι η ουσία. Η ουσία είναι αλλού. Βρίσκεται στο ερώτημα, τι κομίζει για τον άνθρωπο, κυρίως τον ανήμπορο, τον άνεργο, αυτόν με τις ειδικές ανάγκες και, γενικότερα, γιατί όχι, τον μη προνομιούχο. Κι όμως αυτή η ουσία της ΕΕ χωρίς κατάλληλους, δημοκρατικούς θεσμούς δεν έχει καμία ελπίδα». Οι παραπάνω επισημάνσεις μας οδηγούν στο μεγάλο στοίχημα του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αυτό αφορά τη χρήση των θεσμών προς όφελος των πολιτών με απόλυτα δημοκρατικό τρόπο χωρίς εκπτώσεις και με σαφή προτεραιότητα τον άνθρωπο. Εύλογα τίθεται το οντολογικό ερώτημα «αν η ΕΕ στη συγκεκριμένη λειτουργία της – και όχι στα χαρτιά – συνιστά σύστημα αξιών ή μήπως είναι μόνο οργάνωση αγοράς». Ουσιαστικά εδώ θα πρέπει να αξιολογηθεί αν με βάση το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο της ΕΕ περάσαμε ουσιαστικά από μία κοινή αγορά σε ένα σύστημα δημοκρατικής, διαφανούς, συμμετοχικής διαχείρισης που εκφράζει τη θέληση των λαών της Ευρώπης.
Το ερώτημα που θέτει ο Δ. Τσάτσος είναι αν τελικά «η ΕΕ ως αγορά υπηρετεί τον άνθρωπο ή μήπως ο άνθρωπος, κυρίως ο ανήμπορος, υπηρετεί αυτή την αγορά». Θα ερμηνεύσω τον επιθετικό και ποιοτικό προσδιορισμό «ανήμπορος» του Δ. Τσάτσου ως ένα θεσμικό και συμμετοχικό κενό του παρόντος συστήματος διακυβέρνησης της ΕΕ που διογκώνεται. Αυτό σε συνδυασμό με την ανικανότητα ή αδυναμία των ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ να διαχειριστούν τα κοινά με βάση πολιτικές που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των Ευρωπαίων πολιτών οδηγεί σε μία αμφισβήτηση της δράσης, δομής και λειτουργίας της ΕΕ.


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική