4 Ιανουαρίου 2015

Σύντομη αναφορά στον υπερταξικό χαρακτήρα του εθνικιστικού λόγου.


Η κοινωνική σύνθεση τών οπαδών τής εθνικιστικής ιδεολογίας διαφέρει ιστορικά τόσο πολύ κατά περίπτωση, ώστε να είναι αδύνατη οποιαδήποτε γενική ή απαράλλακτη απεικόνιση της. Αριστοκράτες, αστοί, μικροαστοί, αγρότες - όλοι συναντώνται σε ποικίλους μεταξύ τους συνδυασμούς στο κοινωνικό υπόστρωμα τών κοινωνών τής εθνικιστικής ιδεολογίας, χωρίς κάτι τέτοιο να σημαίνει πώς η ίδια ή εθνικιστική ιδεολογία μπορεί να ταυτισθεί (ή έστω να συσχετισθεί κάπως σταθερά) μέ οποιαδήποτε άπο αυτές τις κατηγορίες. Και τούτο, διότι οι οπαδοί τής εθνικιστικής ιδεολογίας γενικώς συναπαρτίζουν ένα φάσμα πού μπορεί να ποικίλλει δραματικά οχι μόνον άπο τή μία εκδοχή του φαινομένου στην άλλη, άλλα και σε διαφορετικές φάσεις κατά την εξέλιξη ενός και του ίδιου τύπου εθνικισμού.

Η επισήμανση μπορεί να ξενίζει, αφού αντιβαίνει προς τήν παλαιά καί αρκετά διαδεδομένη αντίληψη, σύμφωνα με τήν οποία η επικράτηση της εθνικιστικής ιδεολογίας ταυτίζεται με τήν προαγωγή των συμφερόντων της αστικής τάξης. Η αίτιακή αυτή συνάρτηση περιέχει βεβαίως μεγάλο βαθμό αλήθειας, ιδιαίτερα για εκείνες τις περιπτώσεις των πρωτογενών εθνικισμών της δυτικής Ευρώπης του 18ου καί τών αρχών του 19ου αιώνα, όπου η πορεία του εκσυγχρονισμού προσέλαβε άμεσες κοινωνικο-οίκονομικές διαστάσεις καί όπου, συνακόλουθα, ο ρόλος τής αστικής τάξης (σε οποιαδήποτε μορφή) υπήρξε λίγο-πολύ δεδομένος. Άπο τότε όμως η αρχική αυτή σύμπτωση δεν επαναλαμβάνεται αναγκαστικά. Η εμφάνιση και η ανάπτυξη τής εθνικιστικής ιδεολογίας δεν προϋποθέτει τήν ενεργητική συμμετοχή ή ακόμη καί τήν ύπαρξη τής αστικής τάξης, όπως αποδεικνύουν τα πολλαπλά παραδείγματα τών δευτερογενών εθνικισμών στην ανατολική Ευρώπη καί τα Βαλκάνια τον 19ο αιώνα, καθώς καί μεγάλος αριθμός άπο τους νεότερους εθνικισμούς στο λεγόμενο Τρίτο Κόσμο κατά τον 20ο αιώνα. Στην επικράτηση τής εθνικιστικής ιδεολογίας τα τελευταία τριακόσια χρόνια πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν, κατά περίπτωση, παίξει ό παραδοσιακός κλήρος καί ή αριστοκρατία (Πολωνία καί Ρουμανία), οι μικροί γαιοκτήμονες (Ουγγαρία), ή συντηρητική ολιγαρχική τάξη τών meiji (Ιαπωνία), οι ιδιοκτήτες μεγάλων φυτειών (Λατινική Αμερική), οι εκπρόσωποι του εμπορικού κεφαλαίου στις διάφορες μορφές του (Ελλάδα καί Βαλκάνια, γενικότερα), οι γραφειοκράτες καί οι στρατιωτικοί (Τουρκία, Τρίτος Κόσμος), ακόμη καί ή εργατική τάξη (Γερμανία), ενώ δεν είναι άγνωστη ή αδιάφορη έως εχθρική στάση τής αστικής τάξης (όπου υπήρχε) στην εμφάνιση του εθνικισμού (Βέλγιο, Πολωνία, Σκωτία, Χώρα τών Βάσκων)...

Στίς δεδομένες, κατά περίπτωση, κοινωνικές παραμέτρους, θα πρέπει να αναφερθούν οι διαφορετικές προσλήψεις καί παραστάσεις του έθνους, πού η κάθε κοινωνική τάξη δημιουργεί με βάση τα δικά της συμφέροντα ή τις ιδιαίτερες ένδοταξικές της παραδόσεις. Η ποικιλία των ταξικών αποκρίσεων στο εθνικιστικό πρόταγμα έχει βεβαίως να κάνει μέ τήν πολυμορφία του κοινωνικού υποστρώματος της συγκεκριμένης ιδεολογίας σέ ολο το χωρο-χρονικό φάσμα της παρουσίας της και δέν θα πρέπει να εκπλήσσει. Εκείνο πού προξενεί περιέργεια είναι το έξης: παρά τή διάσταση ανάμεσα στίς διαφορετικές προσδοκίες πού το κάθε κοινωνικό στρώμα προσαρτά στή δική του πρόσληψη της ιδέας του έθνους, η εθνικιστική ιδεολογία κατορθώνει, εν τέλει, να συνενώνει, παρά να διαιρεί τα (έν πολλοίς ανομοιόμορφα καί σίγουρα άνισα μεταξύ τους) μέλη του εθνικού σώματος... Αυτό πού προσπαθώ να πώ είναι πώς η αναφορά στή φαινομενολογία του εθνικισμού δεν αρκεί για να συλλάβουμε τη διαταξική έκταση του εθνικιστικού προτάγματος. Γιατί διαφορετικές κοινωνικές ομάδες με διαφορετικά και συχνά αντιμαχόμενα συμφέροντα συνευρίσκονται, παρά τις ιδιαιτερότητες τους, στο εσωτερικό των οπαδών της ίδιας ιδεολογίας; Πιστεύω πώς το πρόβλημα στο σημείο αυτό απορρέει από την περιορισμένη έννοιολόγηση της κοινωνικής θεωρίας, η οποία υποθέτει κάποια ευθύγραμμη διασύνδεση ανάμεσα στη διακρίβωση των αντικειμενικών διαφορών μεταξύ τών κοινωνικών μορφωμάτων αφενός και τη συλλογική συμπεριφορά τους αφετέρου. Όμως το κοινωνικό υποκείμενο ενεργεί και ως φορέας ιδεολογίας καί, κατά τούτο, βρίσκει τρόπους να συνδυάζει τη «λογική του συμφέροντος» με τη «λογική των αρχών» που συνεχίζουν να προσδίδουν νόημα στην κοινωνική του ύπαρξη. Σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση πρέπει, νομίζω, να στραφεί η θεωρητική και συγκριτική μελέτη του εθνικιστικού φαινομένου, για να εξηγήσει την καθολική, σχεδόν υπερταξική του απήχηση.

Παντελής Λέκκας


.~`~.