2 Ιανουαρίου 2015

Αναγκαιότητα και υπευθυνότητα.


α´
Αν η αντίληψη για την «αναγκαιότητα» μοιάζει να παραπέμπει σε κάτι αντικειμενικό και επομένως κάτι που καθιστά περιττή την κρίση πάνω σε ό,τι είναι καρπός αυτής της αναγκαιότητας, η σκέψη του Θουκυδίδη δεν φαίνεται παρ' όλα αυτά να ικανοποιείται με μια παρόμοια διαπίστωση, και αντίθετα επιστρέφει, επίμονα, στο ερώτημα: αν η αυτοκρατορία είναι, από μόνη της, ασύμβατη με μια ηθική και αν ιδιαίτερα η αυτοκρατορία [ηγεμονία] της Αθηνας καταστράφηκε ακριβώς γιατί βασίστηκε και στηρίχτηκε -όπως δήλωναν οι εχθροί της- στην παραβίαση του ηθικού νόμου.
Κάθε φορά που επικεντρώνεται στην «αναγκαιότητα» των ιστορικών διαδικασιών που περιγράφει, ο Θουκυδίδης φαίνεται να αφήνει στη σκιά αυτό το πρόβλημα: αυτό όμως εμφανίζεται και πάλι κάθε φορά που η αφήγηση οδηγεί το δημιουργό να προσεγγίσει τις βιαιότητες που είναι καρπός αυτής της απρόσωπης «αναγκαιότητας», μέχρι να αποτελέσουν σχεδόν ένα νήμα, το παράλληλο νήμα της πραγματικής πολιτικής που στηρίζει την αφήγηση. Ο συλλογισμός δεν είναι πάντα σε τρίτο πρόσωπο -όπως όταν, στο τρίτο βιβλίο, ο Θουκυδίδης εξετάζει το θλιβερό σύνδεσμο ανάμεσα στον εξωτερικό και εμφύλιο πόλεμο-, αλλά επίσης, και ίσως συχνότερα, μέσω των λόγων των βασικών πρωταγωνιστών, των Αθηναίων...
Κατά τη διάρκεια του διαλόγου, ο λόγος των Μηλίων εμφανίζεται ο λιγότερο αξιόπιστος, έτσι όπως υπερασπίζεται με σοφιστείες μια αδύναμη θέση, το όφελος δηλαδή που θα έχουν οι Αθηναίοι αν επιδείξουν υποχωρητικότητα και έλεος. Εύκολος στόχος της ανυποχώρητης διαλεκτικής των συνομιλητών τους, οι οποίοι άλλωστε δεν αγνούν τη μοίρα που μπορεί να συναντήσουν. «Αν ηττηθείτε» απειλούν οι Μήλιοι (Ε', 90) «εσείς θα υποστείτε μια φοβερή τιμωρία», και υπονοούν: τόσο σκληρή όσο πιο ανελέητοι φανείτε σε μια ευκαιρία όπως αυτή. «Ακόμα και αν η αυτοκρατορία [ηγεμονία] μας σβήσει» απαντούν οι Αθηναίοι «εμείς δεν φοβόμαστε το τέλος»: και εξηγούν ότι είναι καλύτερα να πέσουν από τα χτυπήματα της μεγάλης αντίπαλης δύναμης παρά να υποχωρήσουν στην εξέγερση των υπηκόων τους.
Όμως, αν δεν είναι η εξέταση της ωφέλειας εκείνο που θα αποτρέψει τους Αθηναίους από το να εκμηδενίσουν το σκάνδαλο της ανεξαρτησίας των Μηλίων, στους Μήλιους δεν απομένει παρά να καταφύγουν στην ελπίδα (Ε', 102) -την οποία οι Αθηναίοι εύκολα αντιμετωπίζουν με σαρκασμό- και τέλος στην υπόθεση βοήθειας των θεών, εφ' όσον αυτοί είναι εγγυητές του δικαίου (Ε', 104). Η απάντηση των Αθηναίων οδηγεί το συλλογισμό σε ένα ακραίο σημείο: όχι μόνο μεταξύ των ανθρώπων αλλά, απ' ότι γνωρίζουμε, και μεταξύ των θεών ισχύει η αρχή της κυριαρχίας του ισχυρότερου (ου αν κράτη άρχειν)' «αυτόν το νόμο», παρατηρούν, «δεν τον φτιάξαμε εμείς, ούτε ήμασταν εμείς οι πρώτοι που επωφεληθήκαμε' τον κληρονομήσαμε από αυτούς που προηγήθηκαν και με τη σειρά μας θα τον παραδώσουμε σε όποιον μας ακολουθήσει, και αυτός θα έχει αιώνια αξία' και γνωρίζουμε καλά ότι και εσείς οι ίδιοι, αν διαθέτατε μια δύναμη σαν τη δική μας, θα συμπεριφερόσαστε όπως εμείς». Είναι δηλαδή μια «αναγκαιότητα» εκείνη στην οποία οι Αθηναίοι υπακούουν εκμηδενίζοντας τη σκανδαλώδη ουδετερότητα των Μηλίων...
Δεν είναι πολύ αξιόλογη η ερώτηση με ποιού το μέρος είναι ο Θουκυδίδης σε σχέση με τους ομιλητές. Έχει νόημα όμως να παρατηρήσουμε ότι, στη σύγκρουση των επιχειρημάτων, οι Μήλιοι στο τέλος καταλήγουν χωρίς όπλα και διατηρούν, καταληκτικά, τη θέση τους μόνο λόγω ενός επιχειρήματος εντελώς τολμηρού: οτί δηλαδή κανείς ποτέ δεν υποχώρησε αυθόρμητα, ενώ θα μπορούσε να πολεμήσει...

Εκείνη την εποχή, η σφαγή των Μηλίων εμφανίστηκε σαν μια επώδυνη αναγκαιότητα. Κι όμως, εκείνη η σφαγή φαίνεται ότι βασάνισε για χρόνια το συλλογικό υποσυνείδητο των Αθηναίων, αφού αναδύεται -εφιάλτης που δεν έχει εξαφανιστεί- τη στιγμή της ήττας, την άγρυπνη νύχτα μετά τους Αίγος Ποταμούς:
«Δεν θρηνούσαν μόνο τους νεκρούς, αλλά ακόμα περισσότερο τους εαυτούς τους' πίστευαν ότι θα είχαν την ίδια τύχη που στην εποχή της δύναμης τους είχαν επιβάλλει στους κατοίκους της Μήλου, αποίκους της Σπάρτης» (Ελληνικά, Β', 2,3).
Όποιος έγραψε αυτά τα λόγια -πιθανότατα αυτό το μέρος της ιστορίας των Ελληνικών ανήκει στον Θουκυδίδη- είχε μια σαφή αντίληψη της «ευθύνης», και ξέρει ότι δεν είναι λάθος να εκτιμά το ορθό που θα παραμείνει ατιμώρητο σε αυτή την υπόθεση της αλήθειας που είναι η πολιτική.
Luciano Canfora
Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας
Εκδ. Κουμουνδουρέα


β´
{ΜΗΛ.} Καὶ πῶς χρήσιμον ἂν ξυμβαίη ἡμῖν δουλεῦσαι, ὥσπερ καὶ ὑμῖν ἄρξαι;
Πώς είναι δυνατόν να είναι εξίσου χρήσιμο (συμφέρον) για εμάς να υποδουλωθούμε, όπως είναι για εσάς να μας υποδουλώσετε;
{ΑΘ.} Ὅτι ὑμῖν μὲν πρὸ τοῦ τὰ δεινότατα παθεῖν ὑπακοῦσαι ἂν γένοιτο, ἡμεῖς δὲ μὴ διαφθείραντες ὑμᾶς κερδαίνοιμεν ἄν.
Διότι με την υποταγή σας θα αποφεύγατε τις χειρότερες συμφορές, εμείς πάλι θα είμαστε κερδισμένοι αν δεν σας καταστρέψουμε.
{ΜΗΛ.} Ὥστε [δὲ] ἡσυχίαν ἄγοντας ἡμᾶς φίλους μὲν εἶναι ἀντὶ πολεμίων, ξυμμάχους δὲ μηδετέρων, οὐκ ἂν δέξαισθε;
Δεν θα δεχόσασταν, έτσι, να είμαστε φίλοι, αντί για εχθροί σας, και να διατηρήσουμε την ησυχία μας χωρίς να έχουμε συμμαχία με κανέναν από τους δύο;
{ΑΘ.} Οὐ γὰρ τοσοῦτον ἡμᾶς βλάπτει ἡ ἔχθρα ὑμῶν ὅσον ἡ φιλία μὲν ἀσθενείας, τὸ δὲ μῖσος δυνάμεως παράδειγμα τοῖς ἀρχομένοις δηλούμενον.
Όχι, διότι η εχθρότητα σας δεν μας βλάπτει όσο η φιλία σας, η οποία στα μάτια των υπηκόων μας είναι ένδειξη αδυναμίας, ενώ το μίσος σας απόδειξη δύναμης.
Θουκυδίδης
Ἱστοριῶν εʹ (5.92.1–5.95.1)


γ´
Ούτε μέμφομαι εκείνους που θέλουν να άρχουν, αλλ’ εκείνους που είναι υπερβολικά πρόθυμοι να υποτάσσωνται εις άλλους.
Ἑρμοκράτης ο Συρακούσιος


.~`~.