3 Ιανουαρίου 2015

Βιβλίο Δέκατο: 1812 - Κεφάλαιο XVI. Πόλεμος και Ειρήνη.


«Ναι, άκουσα... και τι δεν άκουσα τότε!» είπε «και για τον πόλεμο και για την ειρήνη... ωστόσο ήρθαν όλα στην ώρα τους. Όλα έρχονται στην ώρα τους γι' αυτόν που ξέρει να περιμένει. Κι εκεί κάτω δεν ήταν λιγότεροι από εδώ οι συμβουλάτορες» συνέχισε, ξαναγυρίζοντας στο θέμα που τον τριβέλιζε. «Ωχ, κι αυτοί οι συμβουλάτορες, αυτοί οι συμβουλάτορες!» είπε. «Αν τους ακούγαμε όλους αυτούς, θα ήμασταν ακόμα στην Τουρκία. Ούτε ειρήνη θα είχαμε κλείσει ούτε τίποτα. Ούτε καν τον πόλεμο δε θα τελειώναμε. Βιάζονται! Όλο βιάζονται. Όμως "πήγαινε αργά και θα φτάσεις γρήγορα"! Αν δεν πέθαινε ο Καμένσκι, θα πήγαινε χαμένος. Συνέχιζε να κυριεύει φρούρια με τριάντα χιλιάδες άντρες. Είν' εύκολο όμως να κυριεύεις φρούρια, μα όχι τόσο εύκολο να κερδίζεις έναν πόλεμο. Για κάτι τέτοιο εκείνο που χρειάζεται δεν είναι οι εξ εφόδου επιθέσεις αλλά υπομονή και χρόνος. Ο Καμένσκι έστειλε τους στρατιώτες του να καταλάβουν το Ρουστσούκ, αλλά εγώ, μόνο με την υπομονή και το χρόνο, κυρίεψα περισσότερα φρούρια απ' αυτόν κι έκανα τους Τούρκους να φάνε αλογίσιο κρέας!» Κούνησε το κεφάλι του. «Το ίδιο θα πάθουν κι οι Γάλλοι! Θυμήσου τα λόγια μου» συνέχισε, ζωηρεύοντας ολοένα και περισσότερο και χτυπώντας το στήθος του. «Θα τους κάνω να φάνε αλογίσιο κρέας!»

Και τα μάτια του βούρκωσαν ακόμα μια φορά.

«Όμως θ' αναγκαστούμε να δεχτούμε να δώσουμε μάχη, έτσι δεν είναι;» είπε ο πρίγκιπας Αντρέι.

«Φυσικά, αν όλοι το θελήσουν, δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά... Μα πίστεψε με, καλό μου παιδί, δεν υπάρχουν ισχυρότεροι μαχητές απ' την υπομονή και το χρόνο: μόνον αυτοί καταφέρνουν τα πάντα. Κι ας το βλέπουν διαφορετικά οι σοφοί μας συμβουλάτορες. Αυτό είναι το άσχημο. Άλλοι είναι υπέρ, άλλοι είναι κατά. Τι να κάνω λοιπόν;» ρώτησε, προφανώς περιμένοντας απάντηση. «Τι θα 'θελες να κάνω;» ξανάπε και στα μάτια του έλαμπε μια έκφραση με βαθιά σημασία, σαν να 'λεγε: Ξέρω εγώ τι θα κάνω! «Θα σου πω τι πρέπει να γίνει» συνέχισε, μια και δεν απαντούσε ο πρίγκιπας Αντρέι. «Θα σου πω τι πρέπει να γίνει και τι κάνω εγώ. Dans le doute, mon cher...» σταμάτησε για λίγο «abstiens-toi»* και τόνισε μ' έμφαση τα λόγια του [*Όταν αμφιβάλλεις, αγαπητέ μου... ν' απέχεις]. «Στο καλό λοιπόν, καλό μου παιδί. Και να θυμάσαι ότι συμμερίζομαι ολόψυχα τον πόνο σου κι ότι για σένα δεν είμαι ούτε Εκλαμπρότατος ούτε πρίγκιπας ούτε αρχιστράτηγος, αλλά ένας πατέρας. Αν ποτέ κάτι χρειαστεί, να 'ρθεις κατευθείαν σ' εμένα. Αντίο καλό μου παιδί».

Τον έσφιξε ακόμα μια φορά στην αγκαλιά του και τον φίλησε. Και μετά, πριν προφτάσει ακόμα ο πρίγκιπας Αντρέι, να βγεί απ' το δωμάτιο, ο Κουτούζοβ αναστέναξε με ανακούφιση και ξαναστρώθηκε να συνεχίσει το ρομάντζο Οι Ιππότες του Κύκνου της μαντάμ ντε Ζανλίς.

Ο πρίγκιπας Αντρέι δε θα μπορούσε να εξηγήσει το πως ή το γιατί είχε γίνει αυτό, αλλά μετά τη συζήτηση του με τον Κουτούζοβ ξαναγύρισε στο σύνταγμα του καθησυχασμένος για τη γενική πορεία των πραγμάτων και για τον άνθρωπο στον οποίο είχαν εμπιστευτεί την όλη ευθύνη. Όσο περισσότερο έβλεπε πως δεν υπήρχε ίχνος ατομικού συμφέροντος σ' εκείνον το γέροντα που έδειχνε να διατηρεί απλώς τη συνήθεια των απολαύσεων, έχοντας τες γευτεί ως το μεδούλι, κι αντί για τη σοφία (που συγκεντρώνει τα γεγονότα και αντλεί συμπεράσματα) είχε αρκεστεί απλώς στην ικανότητα να εποπτεύει νηφάλια την πορεία των γεγονότων, τόσο περισσότερο σίγουρος ήταν ότι όλα θα πήγαιναν καλά. «Αυτός δε θα εισηγηθεί τίποτα δικό του. Δε θα επινοήσει τίποτα και τίποτα δε θα επιχειρήσει» σκεφτόταν ο πρίγκιπας Αντρέι «ωστόσο όλα θα τ' ακούσει, όλα θα τα θυμάται, θα βάλει το καθετί στη θέση του, τίποτα ωφέλιμο δε θα εμποδίσει και τίποτα βλαβερό δε θα επιτρέψει. Αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει κάτι δυνατότερο και σημαντικότερο απ' τη δική του θέληση - αυτό είναι η αναπότρεπτη πορεία των γεγονότων - και ξέρει να βλέπει τα γεγονότα, ξέρει να συλλαμβάνει τη σημασία τους και, βλέποντας αυτή τη σημασία, μπορεί ν' απέχει, να μη συμμετέχει σ' αυτά, να μην ακολουθεί τις προσωπικές του επιθυμίες και να στοχεύει σε κάτι άλλο. Και το σπουδαιότερο» συλλογιζόταν ο πρίγκιπας Αντρέι «τον εμπιστεύεται κανείς γιατί είναι Ρώσος, παρ' ότι διαβάζει γαλλικά ρομάντζα και χρησιμοποιεί γαλλικές παροιμίες, μα κι επειδή η φωνή του έτρεμε όταν είπε "Πως μας κατάντησαν!" κι ένας κόμπος του βασάνιζε το λαιμό όταν έλεγε πως θα κάνει τους Γάλλους να φάνε αλογίσιο κρέας!»

Σ' αυτό ακριβώς το ίδιο συναίσθημα, που το συμμερίζονταν όλοι, άλλος λίγο, άλλος πολύ, στηρίχτηκε η ομόθυμη επιδοκιμασία που συνόδεψε την εκλογή του Κουτούζοβ στη θέση του αρχιστράτηγου, σε αρμονία, θα έλεγε κανείς, με το εθνικό αίσθημα, υπερνικώντας κάθε μηχανορραφία της Αυλής.

Лев Николаевич Толстой
Lev Nikolayevich Tolstoy
Πόλεμος και Ειρήνη
Βιβλίο Δέκατο: 1812 - Κεφάλαιο XVI

.~`~.