19 Νοεμβρίου 2014

II) Η προβληματική των σχέσεων «Ευρώπης» - Μεσογείου και I) Εκτενής πρόλογος και γενικότεροι προβληματισμοί περί της «Ευρώπης».


.~`~.
I
Εκτενής πρόλογος και γενικότεροι προβληματισμοί περί της «Ευρώπης»

α´
Τούτο το βιβλίο είναι ένα βιβλίο για την Ευρώπη και είναι ένα βιβλίο αιρετικό' δηλαδή ένα βιβλίο που σκοπεί να εγγίση συνειδήσεις... Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο για την Ευρώπη, αλλά όχι για την «Ευρώπη» ως ιδεολόγημα, καθώς την ξερομε, αλλά για την Ευρώπη ως ανερευνώμενη πραγματικότητα του μέλλοντος. Η υλική υπόσταση της Ευρώπης είναι ταυτόσημη με το μέλλον της ως έννοιας και όχι ως επιχείρησης. Δεν ασχοληθήκαμε συνεπώς με την λεξιχρησία του όρου «Ευρώπη», που στην νεώτερη ιμπεριαλιστική της καταγωγή εκπηγάζει από την «φιλοσοφία των φώτων». Παραβλέψαμε κάθε μορφή σχετικής «φιλοσοφίας», κατά την υπόδειξη του Th. Mann άλλωστε: «αν αφαιρέση κανείς την "φιλοσοφία" από την γαλλική επανάσταση, μένει μια εξέγερση πείνας», και αρκεσθήκαμε μόνο στο τελευταίο τούτο υπό τρέχοντα δεδομένα. Η φύση των πραγμάτων τεχνητώς μόνο είναι δυνατόν να αλλοιωθή' η ουσία της παραμένει πάντα.
Αυτό που γνωρίζουμε σήμερα ως «Ευρώπη», είναι μια πλανώμενη ιστορική και πολιτική αοριστολογία, η οποία προϋπόθεση της έχει ένα μόνο και καθόλου αυτονόητο δεδομένο: ότι οι εκτρωματικές «ισορροπίες» που επετεύχθησαν κάποτε (το 1854) στον μεσογειακό χώρο και δημιούργησαν - παγιούμενες μέσω αυτών - τους δύο παγκόσμιους πολέμους, θα διαρκέσουν επ' άπειρον. Η όλη πολιτική ύπαρξη της Ευρώπης, και της «Δύσεως» γενικότερα, στηρίζεται σε ένα και μόνο γεγονός: στην έκβαση του κριμαϊκού πολέμου.
Μπορεί κανείς να φαντασθή πολιτικήν ύπαρξη του δυτικού κόσμου χωρίς τις τρείς αυτές χώρες; την Ελλάδα, την Τουρκία και την Αίγυπτο; Οι τρείς αυτές χώρες, που ισοδυναμούν γεωπολιτικώς μ' αυτό που λέμε «ανατολική Μεσόγειο», κρατούν, μόνες αυτές, σχεδόν το σύνολο των «διεθνών σχέσεων». Τελικώς η «Δύση» πουθενά αλλού δεν στηρίζεται στον εν λόγω χώρο.
Μοιάζει λοιπόν τελείως αυτονόητο, ότι καμμιά συζήτηση δεν πρέπει να υπάρχη επί των θεμάτων τούτων. Η μονίμως καταβαλλόμενη προσπάθεια δεν έγκειται μόνο στην δια της «ιστοριογραφίας» παρασιώπηση και αλλοίωση των εννοιών, αλλά - κυρίως - στην όσο το δυνατόν απώθηση από την κοινή συνείδηση παντός έστω και ίχνους σχετικού προβληματισμού. Αλλά τα πράγματα δεν παύουν να έχουν τις συνέπειες των. Επειδή κάθε νέα περί πολιτικής και ιστορίας άποψη οφείλει αναγκαστικώς να εκκινή από την επράγματον φύση των προβλημάτων, γι' αυτό και δεν κατέστη δυνατόν, δέκα περίπου χρόνια από της μεγάλης τροπής των καιρών μας, να υπάρξη κάτι (μια άποψη, μια νέα ιδέα - και πολύ λιγώτερο κάποιο όραμα) από την ιστοριογραφικώς λαλίστατην κατά τα άλλα «Ευρώπη». Και ούτε πρόκειται να υπάρξη επί όσον χρόνο τα μεσογειακά προβλήματα παραμένουν στάσιμα. Διότι η φύση ώρισε καμμιά έννοια Ευρώπης να μην ολοκληρούται άνευ του μεσογειακού χώρου - της μονίμου αυτής μήτρας του πολιτιστικού γίγνεσθαι.
Τελικῶς ἡ «Εὐρώπη» (συμποσουμένου σέ τοῦτο τῆς ἀνακαλύψεως τῆς Ἀμερικῆς, τῆς Magna Carta, τῆς Ἀναγέννησης, τοῦ Διαφωτισμοῦ, τῆς Μεταρρύθμισης, καί παντός ἄλλου σχετικοῦ) εὑρῆκε διϊστορικῶς τήν ἐξίσωση «Πρῶτες ὕλες - βιομηχανικά προϊόντα - ντομάτες». Δέν χρειάζεται ἰδιαίτερη φιλοσοφική κατάρτιση, γιά νά καταλάβη κανείς τόν ὁλικῶς παράλογο καί βαθύτατα ἀντιανθρώπινο χαρακτήρα αὐτῆς τῆς ἐξίσωσης: ὁ μέσος ὅρος λειτουργεῖ εἰς βάρος τοῦ πρώτου, πού ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιά τόν τρίτον. Δηλαδή, ὁπωσδήποτε κι ἄν νοηθῆ λειτουργοῦσα ἡ ἐξίσωση καί ὅσο πιό πολλά τά βιομηχανικά προϊόντα τόσο πιό λίγες οἱ ντομάτες. Μέ λίγα λόγια, ἡ πολιτιστική συνεισφορά τῆς «Εὐρώπης» στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος συνίσταται στήν ὁλική ὑπονόμευση τῆς ἐμβίου ὑπάρξεως, τοῦ ἀνθρώπου συμπεριλαμβανομένου. Ἄν ἕνα κακό ἤ ἀνεπιθύμητο ἀποτέλεσμα προϋποθέτη ἕνα σύνολο ἐσφαλμένων ἰδεῶν, τότε πρέπει νά καταλάβωμε ὅτι ἡ παραπάνω ἐξίσωση εἶναι μία ἱστορική παγίδα πού κάθε ἄλλο παρά σέ ἰδέες στηρίζεται. Τό διαπιστώνομε αὐτό κάθε μέρα, ἀκούγοντας μονίμως τήν λέξη «ἀνάπτυξη». Ἄν κανένας ρωτήση γιά τό βαθύτερο νόημα αὐτῆς τῆς «ἀνάπτυξης» ὑπό τά ὑπάρχοντα δεδομένα καί τά ὑφιστάμενα ἀποτελέσματα, τότε θά λάβη σάν σχεδόν κάτι τό αὐτονόητο ὡς ἀπάντηση, τό ἄκρον ἄωτο τοῦ παραλογισμοῦ: εἶναι διά τῆς τεχνολογίας πού μποροῦν νά ἀντιμετωπισθοῦν τά ἀποτελέσματα τῆς τεχνολογίας. Πιό πολλή τεχνολογία, πιό ἐκλεπτυσμένες μέθοδοι - κι’ αὐτό εἶναι ἡ λύση. Ἐν ὀλίγοις, ὁ σημερινός ἄνθρωπος μοιάζει μέ τήν ἀράχνη πού μπερδεύτηκε στόν ἱστό της καί προσπαθεῖ νά ξεμπερδευτῆ βγάζοντας ὅλο καί πιό πολλές κλωνές, ἐπειδή ἐκ φύσεως δέν μπορεῖ τίποτε ἄλλο νά κάνη.
Τό κοινωνικῶς κατανοήσιμο περιεχόμενο τῆς παραπάνω ἐξίσωσης, δηλαδή ἡ πολιτική ἐνυποστασιότης του, λέγεται «τεχνολογία». Στό βιβλίο τοῦτο ἐπικρατεῖ ἡ ἄποψη, ὅτι ἡ τεχνολογία ὡς ἱστορικό κατηγόρημα δέν εἶναι τό ξαφνικόν εὔρημα ἀπό τῆς ἐπιλεγομένης «Ἀναγεννήσεως» καί ἐντεῦθεν, ἀλλά μία δυνάμει πολιτιστική κατεύθυνση τοῦ συνόλου μεσογειακοῦ ὀργανισμοῦ. Ἑπομένως, τό πρόβλημα δέν εἶναι ἡ τεχνολογία καθ’ ἑαυτήν, ἀλλά ὁ τρόπος ἀναπτύξεώς της. Ἐννοεῖται ὅτι η τήν πολιτιστική κλειστότητα ἐπιδιώκουσα πολιτική χρήση τῆς «τεχνολογίας», δεν επέτρεψε μέχρι τώρα μίαν τέτοια ὀπτική καί συνεπῶς καθόλου παράξενο δέν εἶναι, ὅτι τά προβλήματα της διά τῆς τεχνολογίας παραγωγῆς ὁπουδήποτε ἀλλοῦ καί σέ ὁποιεσδήποτε ἄλλες νοητικές σφαῖρες ἐπιδιώκεται νά ἀναχθοῦν, ἐκτός ἀπό τόν χῶρο καταγωγῆς των, ὅπου πράγματι εἶναι δυνατόν νά ἀνερευνηθοῦν ἐνδεχόμενες λύσεις.
Ἐπί τῶν ἀρχῶν τῆς «ἀναπτύξεως» ἀναφερόμεθα εἰδικῶς στό βιβλίον τοῦτο. Τό περιεχόμενο τῆς παγκόσμιας πολιτικῆς σήμερα συνίσταται ἀποκλειστικῶς ἐκ τοῦ ἐν λόγῳ προβλήματος. Τό γεγονός, καθώς εἴπαμε, ὅτι σχεδόν ὅλο τό βάρος τῶν «διεθνῶν σχέσεων» τό σηκώνουν τρεῖς μόνον χῶρες τῆς Μεσογείου, ἐπιβάλλει νά μήν γίνεται λόγος γι’ αὐτές. Δέν ἀποδεικνύει ὅμως αὐτό, ὅτι ἀκριβῶς σέ τούτην τήν περιοχήν ὀφείλει νά ἀνερευνηθῆ κάθε πιθανότητα ἐνδεχομένης «λύσεως»;
Κριτήριο περί τῶν «ἀρχῶν» τῆς τεχνολογικῆς «ἀναπτύξεως» στό βιβλίο τοῦτο, δέν ἦταν βέβαια δυνατόν εἰμή νά τεθῆ η σύγκριση τῶν ἄλλων πολιτιστικῶν σωμάτων τῆς ἱστορικῆς μεσογειακῆς ὀντότητας, δηλαδή τοῦ ορθοδόξου Χριστιανισμοῦ καί τοῦ Ἰσλάμ. Στό βιβλίο τοῦτο δέν κάνουμε κάποια «κριτική» τοῦ φιλελευθερισμοῦ καί τῆς φιλοσοφικῆς του προϊστορίας. Τέτοιες κριτικές ἔχουν γίνει ἀμέτρητες, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς κύκλους τῶν σλαβοφίλων τοῦ περασμένου αἰώνα (μέ ἐξέχουσα τήν ὀπτική της «φιλοσοφίας τῆς ἱστορίας» στίς ἀναλύσεις των, ἀκριβῶς ἐπειδή διέθεταν τά πνευματικά ἐφόδια ἑνός ἄλλου πνευματικοῦ στερεώματος), μέχρι τοῦ φασισμοῦ καί τοῦ σοσιαλισμοῦ, πού εἶναι οἱ ἔνθεν κακεῖθεν κριτικές τῶν αὐτῶν πολιτιστικῶν ἀπαρχῶν καί δεδομένων. Ἐδῶ γίνεται κάτι ἄλλο. Ὅπως εἶναι ἱστορικῶς γνωστό, τά μέσα τῆς τεχνολογικῆς ἀναπτύξεως, ἡ δυτική Εὐρώπη τά πῆρε ἀπό τούς χώρους τοῦ ἀνατολικοῦ μεσογειακοῦ ὀργανισμοῦ. Τά κείμενα τῆς ἀρχαιότητας λ.χ. διετηρήθησαν γιά τήν ἀνθρωπότητα διά τοῦ Βυζαντίου. Καί ἐπρόκειτο γιά τήν συνεχῆ δουλειά αἰώνων. Ποιός ἦταν ὁ λόγος πού δέν ἀξιοποίησαν τά περί τεχνολογίας κείμενα; Ποιά ἦσαν τά κοινωνικά δεδομένα πού ἐπέβαλαν - παραβλεπομένου τοῦ φυσικοῦ πλούτου - τήν συνειδητή παραμέρισή τους; Τό αὐτό βέβαια ἰσχύει καί γιά τόν χῶρο τοῦ Ἰσλάμ, πού εἶναι μία ἀπό τίς ἐξελίξεις τοῦ ἀρχαίου μεσογειακοῦ πολιτισμοῦ.

β´
Σκοπός τούτης τῆς προβληματικῆς δέν ἦταν νά ἀντιπαρατεθῆ κάποιο σύστημα ἀρχῶν πρός τόν λιμπεραλισμό (τήν βάση αὐτή τῆς «ἐλεύθερης ἀγορᾶς» καί τῆς «δημοκρατίας») καί τήν τεχνολογία (τελικῶς αὐτή ἀπεδείχθη ὅτι μπορεῖ νά ἐπενδυθῆ σέ ὅλα τά πολιτιστικά δεδομένα, π.χ. στήν Ἰνδονησία, πού εἶναι τό μεγαλύτερο ἰσλαμικό κράτος), ἀλλά νά ἀνερευνηθῆ ὁ χῶρος τῶν πιθανῶν δυνατοτήτων (καί κατ’ ἐμᾶς βεβαιοτήτων), ὅπου θά μποροῦσε νά ὑπάρξη ἱστορικῶς ἐπίδραση ἐπί τῶν «φιλελευθέρων ἀρχῶν» τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς πρός μείωση τῶν ὑπαρχόντων προβλημάτων. Ὅπως εἴπαμε, ἡ τεχνολογία ἀπεδείχθη ὅτι μπορεῖ νά ἐπενδυθῆ σέ κάθε πολιτισμό. Αὐτό ὅμως εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι κάθε ἄλλο παρά ὁ λιμπεραλισμός εἶναι ἡ ἀποκλειστική προϋπόθεση τῆς βιομηχανικῆς ἀναπτύξεως. Καί δεδομένης τῆς ἀναπτύξεως τῶν διαφόρων περιοχῶν τοῦ πλανήτη, ἡ συνθήκη της «ἐλεύθερης ἀγορᾶς» ἀποτελεῖ ὄρον ἀνεξάρτητον ἀπό κάθε μορφή ἰδεολογίας.
Ὁ συνδυασμός λιμπεραλισμοῦ καί τεχνολογικῆς ἀνάπτυξης ἀποτελεῖ ἕνα πολιτικῶν σκοπιμοτήτων ἰδεολόγημα, ἐπιβληθέν ἀπό τήν ἔκβαση τῶν δύο παγκοσμίων πολέμων καί ἔχον μονίμως τήν καταγωγήν του στήν ἰμπεριαλιστική προϊστορία τῶν δυτικῶν κρατῶν. Οἱ πόλεμοι δέν εἶναι ἁπλῶς ἐπιβολή συμφερόντων' εἶναι κυρίως καί ἐπιβολή ἰδεῶν.
Αὐτό ὅμως πού ἀποτελεῖ τό πρόβλημα μέ τήν βιομηχανική ἀνάπτυξη δέν εἶναι ἡ τεχνολογία καθ’ ἑαυτήν, ἀλλά ἡ ἰδεολογική σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό βιομηχανικό προϊόν. Αὐτό εἶναι τό μοναδικό σημεῖο πού ἐπιδέχεται τήν ὅποια μεταβολή στή σχέση ἀνθρώπου καί μηχανῆς. Κατά τά θεωρήματα τοῦ κλασσικοῦ λιμπεραλισμοῦ, ἡ ἰδεολογική σχέση ἀνθρώπου καί προϊόντος λέγεται ἁπλῶς «χρῆμα». Στό θεώρημα ὅμως τοῦτο, ἡ ἱστορική ἐξίσωση πού εἴπαμε στήν ἀρχή, ἔχει βάλει πρό πολλοῦ ὅρια καί, τῆς ἰδεολογικῆς ἀρχῆς πάντα ἰσχυούσης, τό χρῆμα ἔχει καταντήσει εἶδος δαιμόνου, πού κινεῖται χωρίς νά φαίνεται, καί μέ τό αὐτό ἠθικό ποιόν του κάθε διαόλου. Χρῆμα χωρίς ἀντικρυσμα, πού μεταβάλλει τήν «ἐξίσωση» σέ ἐργαλεῖο παγκόσμιας καταστροφῆς.
Φανερό εἶναι ὅτι τό θεωρητικό πλαίσιο πού θά μποροῦσε νά ἀναπτυχθῆ ἡ παραπάνω προβληματική, ἦταν ἐκεῖνο τῆς σχέσεως τῶν μεσογειακῶν πολιτισμῶν μετά τό «τέλος τῶν ἰδεολογιῶν». Ἡ Μεσόγειος ἄλλωστε στήν ἱστορία της, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό σχέση πολιτισμῶν κοινῆς καταγωγῆς. Καί ἐπειδή οἱ μεσογειακοί πολιτισμοί ἐγγίζουν ὅλα τά πολιτιστικά σώματα ἐπί τοῦ πλανήτη, πλήν ἐκείνων τῶν φυσικῶν θρησκειῶν τῆς κεντρικῆς Ἀφρικῆς, τελικῶς τό βασικώτερον τῶν θεμάτων τοῦ βιβλίου ἦταν ἐκεῖνο τῆς διαμορφώσεως τῆς πολιτικῆς διά τῶν πολιτισμῶν, δεδομένου ὅτι μετά τό «πέρας τῶν ἰδεολογιῶν» ἔμεναν ἀναγκαστικά αὐτοί σάν μόνες ἰδεολογίες...
Δεδομένου ὅτι ἱστορία δέν ὑπάρχει, ἀλλά αὐτό πού λέμε «ἱστορία» εἶναι οἱ ἑκάστοτε «ἱστοριογραφικές» μας ἀντιλήψεις επί του παρελθόντος, αὐτό τό «τέλος τῆς ἱστορίας» - στήν νόησή μας τουλάχιστον – ἦταν ταυτόσημον μέ ἀλλαγήν τοῦ καθεστῶτος τῆς ἀσκουμένης ἱστοριογραφικῆς ἐπιτήδευσης. Καί ἐπειδή αὐτή ἠσκεῖτο πάντοτε ὑπό τό πρίσμα συγκεκριμένων ἰδεολογιῶν, μετά τό πέρας τῆς ἰδεολογικῆς ἀντιμαχίας τοῦ παρόντος πολεμογενούς αἰῶνος, ἑπόμενο μᾶς ἐφάνηκε ὅτι καί ἡ «ἱστορία» ὡς ἰδεολογική ἐπιτήδευση ὤφειλε νά ἐγγίση τό τέλος της. Καί τοῦτο παρά τήν ἐσπευσμένη τότε προσπάθεια ἐξευρέσεως νέων μύθων (ὅτι ἡ «Εὐρώπη» θά κατακλυσθῆ ἀπό τά πεινασμένα στίφη τῆς ἀνατολικῆς Εὐρώπης, ὅτι οἱ ἀτομικοί ἐπιστήμονες τῆς Ρωσίας θά διαρρεύσουν σέ χῶρες τοῦ τρίτου κόσμου ἀπό λόγους οἰκονομικούς, ὅτι θά ἀρχίση τό λαθρεμπόριο ἀτομικῶν ὑλικῶν κ.λπ.) Κατά τήν δική μας ἀντίληψη, ἡ κατάργηση τοῦ ὑπάρξαντος σοσιαλισμοῦ – ἐν πολλοῖς ἱστορικῶς ἐπιβληθέντος ἀπό τό εἶδος τῆς δυτικῆς πολιτικῆς - δέν ἦταν ἕνα ποδοσφαιρικό ἄθλημα μεταξύ καλοῦ καί κακοῦ, ἀλλά μία ἀναγκαιότητα περίσκεψης τῶν τότε διοικούντων ἀπό τό πλῆθος τῶν πλανητικῆς φύσεως προβλημάτων, τά ὁποία ἦταν ὁλικῶς ἀδύνατο νά ἀντιμετωπισθοῦν μέ τό ὑπάρχον εἶδος πολιτικῆς. Συνεπῶς, στήν πρωτοβουλία τῆς τότε Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, δέν εἴδαμε κάποιο εἶδος ἥττας πρός ἀνακήρυξη «πρωταθλητῶν», ἀλλά ἄλλα πράγματα πιό κρίσιμης σημασίας. Ἴσως καί μίαν ὑπεροχή τοῦ ἀνατολικοῦ κόσμου. Διότι ἐνῶ αὐτός, ἐν ἀντιθέσει πρός τόν δυτικόν, ἔχει αὐτοδυναμίαν πρώτων ὑλῶν καί θά μποροῦσε, ἀντί καταργήσεως τοῦ συστήματος, νά ἐγκαθιδρύση τό εἶδος τῆς ἐργατικῆς δικτατορίας πού ἐπικρατεῖ ἀνέκαθεν στήν Δύση καί πού ἐφήρμοσε καί ὁ Στάλιν παλαιότερα ἐν ὄψει τοῦ πολέμου, δέν τό ἔκαμε. Τοῦτο, ἄν μή τί ἄλλο, ἐδείκνυε τουλάχιστον μία εἰλικρίνεια προθέσεων καί ἀληθινή πίστη ἤ μέριμνα γιά τήν ὑφή τῶν ὑπαρχόντων προβλημάτων. Καί ὡς πρός τοῦτο , μᾶς ἐφάνηκε μία οἱονεί ὑπεροχή ἔναντι τοῦ τότε δυτικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος, καίτοι μή ἔχων ἐπάρκειαν πρώτων ὑλῶν, καίτοι ἐξαρτώμενος ἀπό περιοχές, πού ὁ ἴδιος παραδέχεται πώς δέν ὑπάγονται στόν πολιτισμό του, κανενός εἴδους ἱστορική καί πολιτική ἐπαφή δέν εὐρῆκε μέ τούς χώρους αὐτούς, εἰμή μόνον ἐκείνην τῆς μονίμου ἀποικιοκρατίας, μετονομαζομένης μέ πᾶσαν ἄνεση «δημοκρατία».
Οποιαδήποτε κατάργηση του κομμουνισμού, χωρίς καμμίαν αντίστοιχη ιδεολογική ετοιμασία της «Δύσης», μας εφάνηκε πράγμα άκρως ανεπαρκές για την ουσιαστική νοηματοδότηση των σοβούντων προβλημάτων και την ιστορικήν νοηματοδότηση του «New Age» προέδρου Μπούς. Βεβαίως οι Αμερικανοί «εκέρδισαν» τον ψυχρό πόλεμο, επειδή η όλη πολιτική επεκεντρούτο επί της ατομικής βόμβας. Εν προκειμένω η πολιτική των Αμερικανών υπήρξε απλή: εάν ένα παιδί δέκα χρονών έμπαινε με μια χειροβομβίδα στο χέρι στο στρατηγείο του Μεγάλου Ναπολέοντα και διέτασε «προσοχή», φανερό είναι, ότι τόσο ο Μ. Ναπολέων, όσο και όλοι οι στρατάρχες του, θα υπάκουαν άνευ της παραμικράς αντιρρήσεως. Η μόνη δυνατή αντίδραση του παιδιού σε περίπτωση «ανυπακοής», θα ήταν απλώς να καταστρέψη το σύμπαν. Ότι οι Αμερικανοί δεν το κατέστρεψαν, ωφείλετο αφ' ενός μεν στην φύση του «όπλου» και αφ' ετέρου στην μη άμεση εξάρτηση τους από αποικιακές κτίσεις. Διέθεταν δηλαδή μιάν ειδοποιό διαφορά στις συζητήσεις των με τους Σοβιετικούς, που καμμιά από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν διέθετε. Η ουσία όμως της πολιτικής έμενε ο εκβιασμός (εξοπλισμοί και «πόλεμος των άστρων») επειδή και ο φορέας της έμενε ιδεολογικός, δηλαδή μια αυθαίρετη ιδέα και θέμα πίστης (αγώνας για την «ελευθερία»), όπως ήταν παλαιότερα και η «αποστολή εκπολιτισμού» της ανθρωπότητας. Η ιδεολογική πολιτική δεν έχει ανάγκη από τον κόσμο και οποιαδήποτε αντικειμενικά δεδομένα του, αλλά μόνο από τον εαυτό της.
Η νοηματική πλήρωση συνεπώς αυτού του «τέλους της ιστορίας», επέβαλε εκ μέρους μας δύο πράγματα: πρώτον μεν, ανάλυση αυτού που επεκράτησε ως «ιστοριογραφία» και των πολιτικών αναγκαιοτήτων που την επέβαλαν, και δεύτερον, αναφορά στους τρόπους που θα ήταν δυνατόν αυτή ν' αλλάξη (πράγμα που ασφαλώς κάθε άλλο παρά αποκλειστικώς «δυτικοευρωπαϊκής» φύσεως ομματογυάλια προϋπέθετε). Εννοείται, βέβαια, και ποιά πιθανά ενδεχόμενα θα ήταν δυνατόν να εμφανισθούν ως ιστορικές κατηγορίες, εάν, παρά το «τέλος των ιδεολογιών», τα πράγματα εξηντλούντο απλώς στην εξεύρεση εξυπηρετικών μύθων. Το προκείμενον δεδομένο για τους πάντες ήταν, φυσικά, ότι ο κόσμος ευρύσκετο βυθισμένος σε ένα αδιέξοδον χάος, που ελάχιστα οι ιδεολογίες της «προόδου» άφηναν να καταστή ενεργό στις συνειδήσεις των ανθρώπων... το «τέλος της ιστορίας»... έγινε παγκόσμιο σύνθημα, προσφάτου καταγωγής, όπου στην μονογραμμική ευθεία διάσταση της υπαρχούσης «ιστοριογραφίας» - αυτό που λέμε στο βιβλίο τούτο «σιδηροδρομική» αντίληψη της ιστορίας - προστέθηκαν μερικά χιλιόμετρα ακόμη με μέτρο την εκτατικήν και μη άνεση της αμερικανικής ηπείρου... Αλλά αλλάζει έτσι η ιστορία;


.~`~.
II
Η προβληματική των σχέσεων «Ευρώπης» - Μεσογείου

Ο Bismarck έδειχνε να χάνει την υπομονή του όταν γινόταν χρήση των λέξεων «Χριστιανοσύνη» ή «Ευρώπη» στη διπλωματική γλώσσα (συνήθως από τους Ρώσους και τον Υπουργό των Εξωτερικών τους Gorchakov). Στα Γερμανικά έγγραφα προ του 1914 υπάρχει μια σημείωση που έκανε ο Bismarck σε ένα υπόμνημα που είχε συντάξει ο Gorchakov:
«Η συζήτηση περί Ευρώπης είναι άνευ αντικειμένου: πρόκειται για γεωγραφική έννοια: Ποια είναι η Ευρώπη; (η φράση αυτή γραμμένη στα γερμανικά, στα γαλλικά και στη συνέχεια στα αγγλικά) wer ist Europa? qui est-il l'Europe? who is Europe?»
Martin Wight
α´
Σήμερα η Ευρώπη αποτελεί πολιτιστικώς νησίδα, η οποία αντιμετωπίζει όλους τους άλλους πολιτισμούς ως είδος πειρατών. Αλλά αυτό δεν είναι τυχαίο. Οδεύοντας κανείς τον δρόμο της δυτικοευρωπαϊκής ιστοριογραφίας, αντιμετωπίζει φως όσο δεν εξέρχεται των κατά προσέγγιση γεωγραφικών ορίων της δυτικής Ευρώπης. Από εκεί και πέρα το σκοτάδι έρχεται απότομα, διότι ακριβώς σκοπός της ιστοριογραφικής ασκήσεως είναι να κατοχυρώση το υπάρχον ως έστι και κυρίως να επιβεβαιώση την «γραμμική» περί ιστορίας αντίληψη, που αποτελεί εγγύηση διατηρήσεως του υπάρχοντος χωρίς μεταβολή και, κυρίως, χωρίς «έξωθεν» επηρεασμούς. Με διάφορες «κοινωνιολογικές προσεγγίσεις» των άλλων πολιτισμών (A. Comte, Hegel, Μαρξ, E. Durkheim, Βέμπερ, Γκομπινώ - II) και με κατασκευές «συνθημάτων» γι' αυτούς, σκοπούμενο πάντα ήταν να δοθεί στον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό πολιτιστική ανα τον κόσμο αποστολή, πράγμα που στον ιδεολογικό τομέα ήταν ακριβώς αντίστοιχο με τα αξιώματα του φιλελευθερισμού περί «διεθνούς κατανομής εργασίας» και «διεθνούς οικονομικής συνεργασίας», των οποίων το πρακτικό νόημα ήταν να καταργηθεί η όποια αυτοδυναμία των άλλων πολιτισμών, για να «ενσωματωθούν» οι οικονομίες τους στον προγραμματισμό της δυτικόευρωπαϊκής παραγωγής. Όπως αποδεικνύομε στο βιβλίο τούτο, όχι οι πρώτες ύλες (οι οποίες -μόνες- κανέναν ρόλο δεν ήταν δυνατόν να παίζουν για τις εσωτερικές οικονομίες των χωρών που τις είχαν και άρα ούτε θα τους έλειπαν αν τις έπαιρνε ο οποιοσδήποτε), αλλά η συρρίκνωση των άλλων πολιτισμών υπήρξε η προϋπόθεση συγκεντρώσεως του κεφαλαίου της βιομηχανικής παραγωγής. Ιδιαίτερα των περίξ της Μεσογείου. Η «φιλοσοφία των φώτων» δεν εσήμαινε και κατ' ανάγκην επαύξηση του πολιτιστικού πλούτου της ανθρώποτητας... Σήμερα η επαφή της «Ευρώπης» με τους πολιτισμούς αυτούς είναι καθαρά φύσεως στατιστικής, όπως είναι με όλους τους «μη ευρωπαϊκούς» πολιτισμούς: κατά κεφαλήν εισόδημα, παιδική θνησιμότης, ποσοστά αναλφαβητισμού κ.λπ
Αρκούν όμως αυτά για μια ιστορική συνείδηση του παρόντος και μιαν αντίστοιχη ευρωπαϊκή του μέλλοντος; Αποδεικνύουν κάτι από απόψεως πολιτισμού αυτοί οι «δείκτες»; Τι μπορεί να αποδεικνύουν οι στατιστικές εξισώσεις μεταξύ ενός εκατομμυρίου Κινέζων και ενός εκατομμυρίου Βραζιλιάνων, αφού οι Βραζιλιάνοι δεν είναι Κινέζοι; Για να δείξωμε πόσο στερημένοι είναι αυτοί οι «δείκτες», είναι ανάγκη να αναλύσωμε λίγο κατά νόημα τον πιο «ενδεικτικόν» από απόψεως πολιτισμού από αυτούς, δηλαδή την περίπτωση του αναλφαβητισμού. Πρέπει ευθύς να πούμε ότι αυτός αποτελεί «δείκτη» στατιστικών μελετών, διότι θεωρείται δεδομένο ότι αναπαράγεται αδιακόπως από τις επίσημες κυβερνήσεις των «εθνικών κρατών», δηλαδή ότι αντιστοιχεί σε κάποια δεδομένη πολιτική τάξη πραγμάτων. Έχουν όμως ανάγκη όλοι οι πολιτισμοί από σχολείο, ώστε να απεδείκνυαν κάτι οι «δείκτες» από απόψεως ιστορικής προοπτικής. Σε κοινωνίες ωργανωμένης παραγωγής, το σχολείο είναι απαραίτητο λόγω της ανάγκης μεταδόσεως των τεχνικών τουλάχιστον γνώσεων. Σε κοινωνίες, όμως, που έχουν άλλη σχέση με την φύση, που δεν έχουν την ανάγκη της ωργανωμένης παραγωγής κατά της φύσεως και μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτήν, το σχολείο όχι μόνο απαραίτητο δεν είναι, αλλά διΐστορικός η λειτουργία του πολιτισμού των συνίσταται ακριβώς στην κατάργηση της ανάγκης του σχολείου.
Πως «φιλοσοφικώς» έχουν τα πράγματα, θα ιδή ο αναγνώστης στις σελίδες που ακολουθούν. Όσο πιο «τέλειος» είναι ένας πολιτισμός, τόσο λιγώτερο ανάγκη από την σχολική μόρφωση έχει. Και τόσο πιο «τέλειος» είναι ένας πολιτισμός, (τα κριτήρια εν προκειμένω παραμένουν πάντα «εσωτερικά»), όσο περισσότερο μπορεί να ανταποκριθή στις υπαρξιακές ανάγκες των μελών του. Από την άποψη αυτή, η όποια ιδεώδης Πολιτεία και ο πολιτισμός μιας πρωτόγονης είναι ένα και το αυτό. Διότι ικανοποιούν εξ ίσου τον άνθρωπο που τα ζη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι υψηλής διανοητικής πυκνότητος πολιτισμοί της μεσογειακής αρχαιότητας, μετεξελίχθηκαν σε θρησκείες. Η «κατεύθυνση» υπάρχει ήδη στην Πολιτεία του Πλάτωνα, όπως πιο κάτω θα ιδούμε.
Το έσχατον τέλος παντός πολιτισμού είναι ακριβώς τούτο: ο άνθρωπος που ζη εντός του να αποκτήση σχέση πίστεως προς τις αρχές του.
Από εκεί και πέρα, ό,τι θα ήταν δυνατόν να θελήση να «προσεγγίση» το άτομο δια της «διανοήσεως» εντός του πολιτισμού του, του το παρέχει ο ίδιος ο πολιτισμός δια «μετοχής». Αυτή είναι η κατάσταση της κοινωνικής ειρήνης. Ο Χριστός εξύμνησε τους «πτωχούς» σε μια εποχή που η φιλοσοφία, οι επιστήμες και οι τέχνες είχαν προ πολλού εγγίσει ύπατες κορυφές της ανθρώπινης πνευματικής δημιουργίας και αποτελούσαν κοινήν εμπειρία όλου του τότε μεσογειακού κόσμου. Γνωρίζωντας ο ίδιος την πολιτιστικήν πραγματικότητα του καιρού του, όταν ζήτησαν να τον επισκεφθούν οι έλληνες σοφοί -και τούτο σημαίνει ότι το κύρηγμα του είχε ήδη αρχίσει να εμβολιάζεται με τον ελληνιστικό κόσμο-, εξεφράσθη ως βέβαιος πολιτιστικός νικητής, λέγοντας ότι ήρθε η ώρα να δοξασθή ο «υιός του ανθρώπου». Η νίκη συνίστατο ακριβώς στο να επενδυθή η διδασκαλία των νέων ιδεών στα πολιτιστικά δεδομένα της εποχής. Και επειδή ο ίδιος έναν νέον πολιτισμό βασικά προσέφερε, δηλαδή μιαν νέαν κατέυθυνση για τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων, εξέφρασε δια των λόγων του περί «πτωχείας» το ύπατον τέλος κάθε φιλοσοφίας του πολιτισμού: εφ' όσον ένας πολιτισμός καταφέρνει να ισορροπή τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και να εξαφανίζη την εσωτερική τριβή των κοινωνιών, δηλαδή τις προϋποθέσεις εμφυλίου διαμάχης, τότε η «διανόηση» και η «φιλοσοφία» είναι πράγματα περιττά. Αυτού του είδους η «πτωχεία του πνεύματος», που προϋπόθεση της έχει την βιωματική αφομοίωση των κοινωνικών διεργασιών της φιλοσοφικής διανοήσεως, πολύ βέβαια απέχει από του να συμπίπτη με την στατιστικήν έννοια του... «αναλφαβητισμού». Δεν χρειάζεται να εντρυφή κανείς οπωσδήποτε στα συγγράμματα του Πλάτωνα όταν έχη βρεί τρόπο να πραγματοποιή κοινωνικά την σημασία που αυτά δηλώνουν, όπως δεν χρειάζεται στον έμπορο να εντρυφήση στα συγγράμματα του Τζ. Λώκ και του Α. Σμίθ, προκειμένου να ασκήση τις αρχές που αυτά ενέχουν, ή στον ψηφοφόρο να σπουδάση προηγουμένως την φιλοσοφία του Βολταίρου και του Μοντεσκιέ, προκειμένου να πάη να ψηφίση. Από την άποψη συνεπώς του πολιτισμού, η έννοια του «αναλφαβητισμού» είναι κρισίμου περιεχομένου.

β´
Η «Ευρώπη» του λιμπεραλισμού, κατά την επαφή της με τις πολιτιστικές καταστάσεις της ανατολικής Μεσογείου κατά τον 19ον αι., δεν ήταν βέβαια δυνατόν να ιδή τα πράγματα ειμή στατιστικά και συνεπώς να καλλιεργήση μιαν εντύπωση στατιστικότητας για τους μεσογειακούς πολιτισμούς εντελώς άγνωστη στην συνείδηση των ιδίων. Η λεγόμενη «ιστοριογραφία» (ένα καθαρό προϊόν του 19ου αιώνος) με τα συνθήματα της περί υποδουλώσεως και «εθνικής» απελευθερώσεως σύμφωνα με τα πρακτικά επιτάγματα των καιρών, εξωβέλισε τελείως από την κοινή συνείδηση οποιαδήποτε αντίληψη ιστορικής συνθέσεως για τα πράγματα της Μεσογείου, πράγμα που είχε σαν συνέπεια την ψυχολογική και πνευματική αποκοπή της δυτικής κυρίως Ευρώπης από αυτά. Το πρόβλημα τούτο, δηλαδή το πρόβλημα της σχέσεως δυτικής Ευρώπης και Μεσογείου, παραμένει το κατ' εξοχήν ιστορικό και πολιτικό ευρωπαϊκό πρόβλημα της σήμερον. Η αμηχανία της ευρωπαϊκής διανόησης, η οποία επί πέντε ολόκληρα χρόνια από τις κοσμογονικές αλλαγές των καιρών μας δεν μπορεί να αρθρώση λέξη για κανένα από τα υπάρχοντα προβλήματα και έχει καταντήσει αμελητέος παράγοντας στην άσκηση της πολιτικής πράξης, προέρχεται κυρίως από το κενό συνείδησης ως προς την μεσογειακή κυρίως περιοχή, δηλαδή από την θέση της ίδιας της δυτικής Ευρώπης, ως προς την περιοχή αυτή. Τα αορίστου χρήσεως κατασκευασμένα συνθήματα «Δύση», «Ευρώπη» κλπ. είναι ακριβώς ψυχολογικές και νοητικές «κλειστότητες» που προϋπετίθεντο κατά την «μελέτη» άλλων πολιτισμών. Ως «κάτι» που αυτοί δεν είχαν, ενώ έπρεπε να έχουν... Τα «συμπεράσματα» συνεπώς και οι «θέσεις», ακόμη και σήμερα, δεν είναι αισθητώς διαφορετικά από αυτά που ήσαν όταν η «Ευρώπη» εξήρχετο εαυτής και ανεκάλυπτε την ύπαρξη άλλων πολιτισμών: όλοι αυτοί εθεωρήθηκαν συλλήβδην «εχθροί» εκ μόνο του γεγονότος ότι απλώς διέφεραν και ως μόνη σχέση έναντι των θεωρήθηκε ο πόλεμος και ει δυνατόν η εξαφάνιση τους! (λ. π.χ. R. Polin La creation des cultures, PUF 1993, σελ 188). Η ιστορική πορεία, εξαιρέσει ωρισμένων πρωτόγονων πολιτισμών της Αυστραλίας και των Ινδιάνων της Αμερικής, δεν ήταν βέβαια δυνατόν να επιβεβαιώση αυτή την ζοφερή τάξη πραγμάτων. Το πολιτιστικό βάθος των πολιτισμών της Μεσογείου (ο ουσιαστικός δηλαδή φορέας αμύνης κάθε πολιτισμού) ήταν εξαιρετικά βαθύ για να υποστή τις επιθυμητές αλλοιώσεις. Αυτό που εκατορθώθη ήταν απλώς η τεχνική διαίρεση των κοινωνικών σωμάτων για λόγους που θα ιδούμε πιο κάτω. Αυτό όμως εδημιούργησε ακριβώς ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ δυτικής Ευρώπης και των άλλων μεσογειακών κοινωνικών σωμάτων, που βασικά έδρασε πολιτιστικώς υπέρ των τελευταίων. Το γεγονός τούτο εκφράζεται δια του όρου «ριζοσπαστισμός» (Funtamentalismus).
Παρά τα ιστορικά τούτα δεδομένα, παρά το εξέχον παράδειγμα της Αμερικής, παρά την παγκοσμίως κοινή διαπίστωση ότι ο φιλελεύθερος τρόπος βιομηχανικής παραγωγής πολύ απέχει από του να σημαίνη ποιοτική βελτίωση του επιπέδου της ζωής του ανθρώπου ως είδους, τα «κριτήρια» και τα συμπεράσματα παραμένουν πάντα τα αυτά: οι πολιτισμοί συνεχίζουν να χωρίζωνται σε «αποδοτικούς» και «μη αποδοτικούς». Αυτό το «γραδάρισμα» των πολιτισμών έχει βέβαια καθωρισμένην οπτική γωνία. Δηλοί απλώς τον «βαθμό χρησιμότητας» άλλων πολιτισμών για την «Ευρώπη», δεν δηλώνει όμως και τον «τρόπο χρήσεως»: οι άλλοι πολιτισμοί αποτελούν «αντικείμενα χρήσεως» προς διασφάλιση ενός υπάρχοντος «καθεστώτος Ευρώπης» χωρίς καμμίαν ανάγκη μεταβολής, ή ο ορισμός της «Ευρώπης» πρέπει να διαμορφωθή έτσι ως προς τους γειτονικούς της τουλάχιστον πολιτισμούς, ώστε αυτοί να της «χρησιμεύσουν» για μια ευρύτερη ιστορική σύνθεση διαρκείας; Μάταια θα ψάξη να βρή κανείς έστω και μιαν στοιχειώδη απάντηση στο ερώτημα τούτο.
Σε έναν πρόσφατο διάλογο «ευρωπαίων διανοούμενων» (sic) για την «Ευρώπη», στο ερώτημα πως θα μπορούσε να ολοκληρωθή η εικόνα της Ευρώπης προς Νότον, η απάντηση, ή μάλλον η διαπίστωση από τις απαντήσεις είναι, απλώς, ότι δεν υπάρχει κανένας Νότος για την σημερινή «ευρωπαϊκή» αυτοσυνείδηση. Η Μεσόγειος αποτελεί απλώς κάποιο «νότιο σύνορο της Ευρώπης» (ρόλος που της ανετέθη ακριβώς λίγο πρίν από το Συνέδριο της Βιέννης...). Παρά ταύτα, είναι πάντως βέβαιο ότι τα κράτη της ανατολικής Μεσογείου δεν υπαγονται και ούτε μπορούν να συμπεριληφθούν στην «Ευρώπη». Δεν γεννάται καν ερώτημα για κάτι τέτοιο, διότι οι Τούρκοι πολιτικοί επιμένουν να επαναλαμβάνουν μονίμως: «είναι ίδιον του ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΜΑΣ (sic) να ενεργή η Αστυνομία ενίοτε λίγο βίαια». Επειδή όμως τα μεσογειακά προϊόντα αποτελούν είδη πρώτης ανάγκης για την «Ευρώπη», είναι οπωσδήποτε απαραίτητο να διατηρηθούν οι ελεύθερες εμπορικές σχέσεις με την μεσογειακή περιοχή. Αλλοιώς υπάρχει ο ίδιος κίνδυνος για την «Ευρώπη» που υπάρχει και για τις ΗΠΑ, οι οποίες πνίγηκαν από τους Μεξικανούς και κοντεύουν να γίνουν ισπανόφωνες.
Στην πολύ κρίσιμη ερώτηση του συντονιστού της συζητήσεως (που είναι Ιταλός...), αν η πορεία των ανατολικοευρωπαϊκών κρατών προς την «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» αντί για την κατεύθυνση προς την δυτική Ευρώπη, δηλαδή την Ευρωπαϊκή Ένωση, λάβη την κατεύθυνση εις βάρος του Νότου, ο πολωνοεβραίος ιστορικός και πολιτικός B. Geremek είπε ότι το βασικό ήταν να γίνη το Ζλότυ μετατρέψιμο νόμισμα, ώστε να «μπη» η Πολωνία στην «Ευρώπη» - πράγμα που έγινε. Από εκεί και πέρα, «ελπίζει» ότι δεν θα λάβουν τα πράγματα τέτοιαν τροπή.
Αυτή είναι περίπου η τρέχουσα «προβληματική» ως προς τις σχέσεις «Ευρώπης» και Μεσογείου. Η Μεσόγειος συνεχίζει να είναι «σύνορο» (τι είδους σύνορο, βέβαια, και ως προς ποιόν, δεν υπάρχει απάντηση), όπως ακριβώς «ήταν» και προ δύο αιώνων. Βλέπει όμως κανείς στις εκτιμήσεις αυτές κάποιαν συγκεκριμένη έννοια Ευρώπης που να προσφέρεται σήμερα στην οποιαδήποτε αντίληψη ιστορικής προοπτικής; Αν η «Ευρώπη» δεν διαθέτη καμμιάν αντίληψη περί Μεσογείου, ιδιαίτερα περί ανατολικής Μεσογείου και Βαλκανίων, τότε δεν είναι δυνατόν να διαθέτη καμμία ούτε για την ανατολική Ευρώπη ούτε και για τις σχέσεις της ως προς την Ρωσία. Δεν είναι εξ αντικειμένου δηλαδή δυνατόν να διαθέτη, πράγμα που σημαίνει ότι η ίδια στερείται στοιχείου αυτοκαθορισμού. Και αυτό είναι το κατ' εξοχήν πρόβλημα για την Ευρώπη σήμερα.


To «Ανατολικό Ζήτημα» Σήμερα
Εκδ. Εικοστού Πρώτου
1998

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

*