18 Οκτωβρίου 2014

Επαναστατισμός: Καλβινισμός -Ιησουιτισμός- Ρουσωισμός.


Στην υπακοή, όμως, που θεωρούμε ότι οφείλουμε στις προσταγές των κυβερνώντων πρέπει να κάνουμε πάντα μια εξαίρεση ή μάλλον πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί να μην είναι ασυμβίβαστη με την υπακοή μας σε Εκείνον, στη θέληση Του οποίου οι επιθυμίες όλων των βασιλέων πρέπει να υπόκεινται, στους νόμους Του οποίου οι προσταγές τους πρέπει να υποχωρούν, στο μεγαλείο Του οποίου τα σκήπτρα τους πρέπει να υποκλίνονται. Και, πράγματι, πόσο παράλογο θα ήταν αν, για να ευχαριστήσετε τους ανθρώπους, προσβάλλατε Εκείνον για χάρη Του οποίου υπακούετε στους ανθρώπους!... Όταν ανοίγει το ιερό Του στόμα, μόνο Αυτός πρέπει να ακούγεται, αντί όλων και πάνω από όλους. Είμαστε υπήκοοι των ανθρώπων που μας κυβερνούν, αλλά υποτασσόμαστε μόνο στο θέλημα του Κυρίου. Αν προστάξουν οτιδήποτε ενάντια σε Αυτόν, ας μην δώσουμε καμία προσοχή...
Προτεσταντικό Ισλάμ ή Προτεσταντικός Σιιτισμός, δηλαδή Καλβινισμός
Calvin - Institutes

α´
Αυτή ήταν η προέλευση του Καλβινιστικού δόγματος του καθήκοντος της αντίστασης στους τυράννους και του δικαιώματος καθαίρεσης των βασιλέων. Απέχει ελάχιστα η θέση ότι ο βασιλιάς αποκτά την εξουσία από το Θεό, και ότι οι άνθρωποι μπορούν να κρίνουν ότι έχει χάσει αυτή την εξουσία, από τη θέση ότι ο βασιλιάς αποκτά την εξουσία από το λαό. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, οι Σκωτσέζοι, το 1567, εκθρόνισαν τη Βασίλισσα των Σκώτων, Mary, και οι Ολλανδοί τον Φίλιππο της Ισπανίας. Η πρακτική ενισχύθηκε θεωρητικά από τον Γερμανό Καλβινιστή, Johannes Althusius (1557-1638), ο οποίος υπήρξε ο πρώτος μεγάλος εκφραστής το δόγματος του πολιτικού συμβολαίου στη σύγχρονη του μορφή. Και από τον Althusius οδηγούμαστε στον Rousseau.

---------------------------------------------------------------
Ο παθιασμένος ζήλος των δικών μας πουριτανών με την εκ μέρους τους εφαρμογή της εβραϊκής ιστορίας στην αγγλική πολιτική, οι πολιτικές αρχές των υπερασπιστών των πολιτικών ελευθεριών στην Αμερική, ο άγριος ενθουσιασμός των Σκώτων οπαδών της ομολογίας της Πίστεως του 1633, των Ολλανδών διαμαρτυρόμενων και των Μπόερς εκπηγάζουν από την Παλαιά μάλλον παρά από την Καινή Διαθήκη... Ο Έλληνας ήταν πάντοτε έτοιμος να προασπιστεί ένα δόγμα. Αισθανόταν βαθιά αντιπάθεια και περιφρόνηση για τους χριστιανούς αιρετικούς, οι οποίοι ήταν συνήθως λιγότερο ενημερωμένοι από τον ίδιο και γενικώς πολύ φανατικοί. Ωστόσο, ήταν πιο ανεκτικός απέναντι στους αιρετικούς απ' ότι οι κάτοικοι της Δύσης, οι οποίοι στη διάρκεια του Μεσαίωνα έτρεφαν για τους αιρετικούς φανατικό μίσος και περιφρόνηση... Οι Έλληνες δεν θεώρησαν ποτέ κάποιο ζήτημα ως ικανό να τους προκαλέσει πάθος ανάλογο με εκείνο που επέδειξαν οι στρατιώτες της Δύσης. Με τη θρησκεία να έχει καταστεί φιλοσοφία βασιζόμενη στην Καινή Διαθήκη και την απώλεια της δυνατότητας της Παλαιάς Διαθήκης να επηρεάζει τον εθνικό βίο, δεν υπήρχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την διάδοση των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων... Στους αιώνες που ακολούθησαν η θρησκεία δεν παρότρυνε ποτέ τους Έλληνες να εμπλακούν σε διάφορες αποστολές. Ο Έλληνας δεν ήταν ικανός για θρησκευτικούς συναισθηματισμούς, εκτός σε ό,τι αφορούσε στην προσωπική του συμπεριφορά, στην ελεημοσύνη, την καλοσύνη προς τους αδερφούς ορθόδοξους χριστιανούς και την ηθική του ως ατόμου και εμπόρου. Ο χριστιανισμός είχε ήπια επίδραση επί του Έλληνα και δεν πέτυχε να καταστεί μια από τις ισχυρές δυνάμεις του έθνους παρά μόνο ως φιλοσοφικό σύστημα, εξαιτίας παραγόντων που οφείλονταν στην καταγωγή του, τις παραδόσεις του και στη θεολογική του παιδεία. Τότε, όπως και τώρα, οι Έλληνες δεν μπορούσαν να συμπαθήσουν ή έστω να κατανοήσουν το θρησκευτικό συναίσθημα που οδήγησε του Δυτικούς, να εμπλακούν σε μεγάλα κινήματα, ακόμα και σε πόλεμο, προκειμένου να υπερασπιστούν ένα σκοπό μόνο και μόνο επειδή αυτός ο σκοπός ήταν δίκαιος. - Edwin Pears
---------------------------------------------------------------

Ο Rousseau, όπως είναι γνωστό, ήταν πολίτης της Γενεύης, και το άγαλμα του βρίσκεται σε ένα μικρό νησάκι στη μέση του Ροδανού, εκεί που κυλά πέρα από τη δυτική πλευρά της λίμνης. Ήταν περήφανος που ήταν πολίτης αυτής της πόλης-κράτους, «citoyen de Geneve», ιδιαίτερα επειδή ο όρος «πολίτης» ειχε την έννοια του «αριστοκράτη», και όχι αυτή που του προσέδωσε η Γαλλική Επανάσταση. (οι πολίτες και οι δημότες ήταν οι δύο προνομιούχες τάξεις της Γενεύης). Ο Rousseau ανατράφηκε σύμφωνα με τις ιδέες και τα δόγματα της υπέρτατης μορφής της ιστορίας της Γενέυης, του θεμελιωτή του θεοκρατισμού, του Καλβίνου (αν και αργότερα «προσχωρησε» στον Καθολικισμό)' μελέτησε το Institutes.

Η Γενεύη μπορεί πράγματι να θεωρηθεί η πόλη-σύμβολο των διεθνών Επαναστατικών: είναι η πόλη του Καλβίνου, του Rousseau και της Κοινωνίας των Εθνών (και ορισμένοι από τους θεωρητικούς της Κοινωνίας μπορούν να χαρακτηριστούν Επαναστατικοί). Η διασύνδεση όμως αυτή είναι εξωτερική και συμβολική' μια πραγματική συγγένεια ιδεών μπορεί να εντοπιστεί σε δύο επίπεδα, στο πολιτικό και το φιλοσοφικό ή θεολογικό.

Αν και τα δόγματα που κήρυττε ο Καλβίνος έκλιναν προς τη λαϊκή κυριαρχία, ο ίδιος δεν πρότεινε αυτό το δόγμα: το δόγμα του ήταν η κυριαρχία του Θεού. Ήταν αυστηρά θεοκρατικός. Η εξουσία των βασιλέων και των δικαστών προέρχεται από το Θεό και όχι από το λαό. Παρ' όλα αυτά, εκθειάζοντας την κυριαρχία του Θεού ελαχιστοποιούσε αντίστοιχα τις ταξικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων. Στα μάτια του Θεού όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι' και αν κάποιος βασιλιάς ή δικαστής διατάξει κάτι ανήθικο ή ανευλαβές το φυσικό καθήκον της υπακοής μετατρέπεται στο ειδικό καθήκον της ανυπακοής...

Υπάρχει, επίσης, και μια βαθύτερη σύγκριση ανάμεσα στον Rousseau και τον Καλβίνο. Και οι δύο θεώρησαν αξιωματικά ότι υπάρχει μια υπερβατική πηγή εξουσίας πίσω από τον πολιτικό μηχανισμό των κοινωνικών συμβολαίων, των αιρετών βασιλέων και της λαϊκής διακυβέρνησης. Αυτό που είναι ο Θεός για τον Καλβίνο είναι η γενική βούληση (ο πανταχού παρών κοινωνικός Θεός) για τον Rousseau, και αυτό διευκολύνει τα πολιτικά τους συστήματα να αποφύγουν τα προβλήματα της κοινότυπης διακυβέρνησης της πλειοψηφίας ή της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης.

Έχει ειπωθεί ότι η δημοκρατία είναι η διακυβέρνηση εκείνων που διατείνονται ότι μιλούν «εξ ονόματος του λαού». Στη δημοκρατία του Rousseau είναι εκείνων που υποστηρίζουν ότι ενσαρκώνουν τη γενική βούληση. Κατά τον ίδιο τρόπο η θεοκρατία στην πράξη είναι η διακυβέρνηση εκείνων που ισχυρίζονται ότι ομιλούν «εξ ονόματος του Θεού». Και η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η δικτατορία εκείνων που ισχυρίζονται ότι ομιλούν «εξ ονόματος του προλεταριάτου». Οι ισχυρισμοί αυτοί της αποκλειστικής αντιπροσωπευτικότητας αποτελούν ένα σταθερό χαρακτηριστικό του Επαναστατικού δόγματος.

Σε φιλοσοφικό ή θεολογικό επίπεδο, ο Rousseau βρισκόταν πιο κοντά στον Λούθηρο από ό,τι στον Καλβίνο. Και οι δύο εκπροσωπούν την αντι-διανοητικιστική θρησκευτική σκέψη ή μυστικισμό και μια υπεροχή του συναισθήματος και του αισθήματος έναντι της διανόησης. Αποκαλύπτουν , επίσης, μια αυξυμένη συναίσθηση του εαυτού και θρησκευτικό εγωκεντρισμό, που οδηγεί σε απόλυτο υποκειμενισμό. Ο Rousseau υπονόμευσε τη φυσική ηθική, όπως ο Λούθηρος ανέτρεψε την υπερφυσική ηθική και το δόγμα της ευσπλαχνίας.

β´
Οι Επαναστατικοί μπορούν να οριστούν πιο συγκεκριμένα ως εκείνοι που πιστεύουν με πάθος στην ηθική ενότητα της κοινωνίας των κρατών ή διεθνούς κοινωνίας, που ταυτίζονται με αυτήν και, κατά συνέπεια, αφενός ισχυρίζονται ότι μιλούν εν ονόματι αυτής της ενότητας και αφετέρου αισθάνονται τεράστια υποχρεώση να την πραγματώσουν ως πρώτο στόχο της διεθνούς πολιτικής. Σύμφωνα με αυτούς, το σύνολο της διεθνούς κοινωνίας υπερβαίνει τα τμήματα του. Οι Επαναστατικοί είναι κοσμοπολίτες παρά «διεθνιστές» και η διεθνής θεωρία και πολιτική τους έχει έναν «ιεραποστολικό χαρακτήρα» (Dawson).

Υπάρχουν τρία εξαιρετικά παραδείγματα αυτών των διεθνών Επαναστατικών: οι θρησκευτικοί Επαναστατικοί του δεκάτου έκτου και δεκάτου εβδόμου αιώνα, οι Γάλλοι Επαναστατικοί (ειδικότερα οι Ιακωβίνοι) και οι Επαναστατικοί του ολοκληρωτισμού του εικοστού αιώνα.

Οι θρησκευτικοί επαναστατικοί του δεκάτου έκτου και δεκάτου εβδόμου αιώνα ήταν Προτεστάντες και οι Καθολικοί. Οι Προτεστάντες υποστήριζαν ότι υπάρχουσα έκφραση της κοινωνίας των κρατών ήταν σαθρή και διεφθαρμένη και ότι χρειαζόταν αφενός μεταρρύθμιση, η οποία, στην πραγματικότητα, ήδη λάμβανε χώρα μέσω των εσωτερικών διεργασιών της ιστορίας -ή, όπως θα έλεγαν, μέσω της Θείας Πρόνοιας- μέχρι το σημείο μεταρρυθμίσεις και καθάρσεις, να οδηγήσουν σε μια νέα κοινωνία των κρατών.

---------------------------------------------------------------
Η κύρια συνεισφορά της Μεταρρύθμισης στο σύστημα των εθνών-κρατών ήταν η καταστροφή της παραδοσιακής ιδέας περί ενότητας στην εκκλησία και στην αυτοκρατορία. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αναδιοργάνωση της Ευρώπης εδαφικά σε διακριτά εθνικά κράτη. Έτσι, το κέντρο της ιδέας του κράτους είχε μετατοπιστεί από την παγκόσμια αυτοκρατορία στο εδαφικό κράτος και από την εκκλησιαστική στην εθνική υπεροχή. Οι κύριοι ηγέτες της Μεταρρύθμισης ήταν ο Μαρτίνος Λούθηρος, ο Μελάγχθων, ο Ζβίγγλιος και ο Καλβίνος. Οι κυριότερες συνεισφορές του Λούθηρου στη δημιουργία του έθνους-κράτους ήταν η «σαφής διάκριση που έκανε μεταξύ πολιτικής και πνευματικής εξουσίας, η έμφαση που έδινε στην κοσμική σε αντίθεση προς την εκκλησιαστική ισχύ, και η σημασία που απέδιδε στην στην παθητική υπακοή στην καθεστηκυία τάξη στο κράτος και στην κοινωνία». Η εθνικοποίηση των εκκλησιών ως ένα από τα σημαντικότερα συμπληρωματικά γεγονότα της ωρίμασης του συστήματος των εθνών-κρατών στην Ευρώπης, ολοκληρώθηκε με επιτυχία μετά τη Μεταρρύθμιση. - Ahmet Davutoğlu
---------------------------------------------------------------

Οι Καθολικοί υποστήριζαν ότι η υπάρχουσα διεθνής κοινωνία της Χριστιανοσύνης, η Ευρώπη, υπονομευόταν από τις εξεγέρσεις και τις αιρέσεις και χρειαζόταν να αποκατασταθεί. Ο Προστεσταντικός Επαναστατισμός βρήκε την κλασική του έκφραση στους Καλβνιστές, ειδικότερα τους Γάλλους Ουγενότους, ενώ ο Καθολικός Επαναστατισμός στους Ιησουίτες (αυτός ήταν ένας Αντι-Επαναστατισμός, αναφερόμαστε δηλαδή στην Αντιμεταρρύθμιση, η οποία ωστόσο συνιστά Επαναστατισμός, σύμφωνα με τον ορισμό μας). Είναι γνωστό το πως η πολιτική των φιλοσοφία των Καλβινιστών και αυτή των Ιησουιτών αναπτύχθηκαν ακολουθώντας παρόμοιες γραμμές και πως προσέγγιζαν η μια την άλλη με θεωρίες ισχύος που βασίζονταν στη λαϊκή συναίνεση, με θεωρίες περί δικαιώματος αντίστασης κατά των βασιλικών διακυβερνήσεων και της τυραννοκτονίας... Το βασικό παράδειγμα της Καλβινικής πλευράς είναι το Vindiciae contra Tyrannos (1579) και της Καθολικής πλευράς ο Καρδινάλιος Bellarmine με τη θεωρία περί έμμεσης εξουσίας, η οποία δικαιολογεί την Παπική παρέμβαση (ο Hobbes εναντιώθηκε σε αυτήν στο τελευταίο βιβλίο του Leviathan), και ο Botero, ένας μαθητής των Ιησουιτών από το Πιεμόνδο, με το έργο του Della Ragion di Stato (1589).

Μια ανάλογη σχέση αλληλεξάρτησης ανάμεσα σε Επαναστατικούς του ολοκληρωτισμού της αριστεράς και της δεξιάς μπορεί να παρατηρηθεί στον εικοστό αιώνα, μια αλληλεξάρτηση μαζί με μια διαλεκτική εχθρότητα και μια αμοιβαία εξομοίωση των διεθνών τους θεωριών, την έκταση της οποίας θα εξετάσουμε αργότερα.

Υπάρχουν ίσως δύο λόγοι για να μελετήσουμε τους Επαναστατικούς πριν από τα δύο άλλα ρεύματα σκέψης [Ρασιοναλιστές, Ρεαλιστές]... Κατά την ιστορική εξέλιξη, η οποία οδήγησε στην κατάσταση των σχέσεων που αποτελούν που αποτελούν το ζήτημα-θέμα των διεθνών σχέσεων, υπήρξε πρώτα μια αποτελεσματική κοινωνία κρατών, η Republica Christiana, η οποία διέθετε σε κάποιο βαθμό μια συνταγματική ενότητα, εκκλησιαστική και πολιτική, που από καιρό σε καιρό είχε διακυμάνσεις αλλά, ωστόσο, για περίπου πεντακόσμια χρόνια (700-1200 μ.Χ.) ήταν σίγουρα μεγαλύτερη από καθε συνταγματική ενότητα που γνώρισε η κοινωνία των κρατών έκτοτε. (Από πολλές απόψεις ο πρόγονος του σύγχρονου Επαναστατισμού ήταν η Μεσαιωνική Καθολική Εκκλησία). Δεύτερον, υπήρξαν συνεχείς και οργανωμένες αμοιβαίες συναλλαγές μεταξύ των μελών της Republica Christiana [μεταμοντέρνα επαναφορά της οποίας είναι η Ε.Ε. Η σημερινή Ευρώπη είναι δημιουργία των χριστιανοδημοκρατών]. Μόνο πολύ πρόσφατα οι δεσμοί μεταξύ τους ατόνισαν τόσο ώστε να αποδέχονται τον πόλεμο ως έσχατο ρυθμιστή της σχέσης τους και να αποκηρύσσουν οποιαδήποτε υποταγή σε κάποια ανώτερη πολιτική αρχή. Το ιστορικό προβάδισμα της Επαναστατικής κοινωνίας των κρατών είναι ένας λόγος για να μελετηθεί πρώτη' ένας δεύτερος λόγος είναι ότι, κατά κάποιο ιδιαίτερο τρόπο, είναι αντιπροσωπευτική του Δυτικού πολιτισμού. Αποτελεί παράδειγμα του ηθικού δυναμισμού και της ενέργειας του.
Αυτό που διακρίνει τη Δυτική κουλτούρα από τους άλλους πολιτισμούς του κόσμου είναι ο ιεραποστολικός της χαρακτήρας -η μετάδοση της από τον ένα λαό στον άλλο μέσω μιας συνεχούς διαδοχής πενυματικών κινημάτων... Ο Δυτικός πολιτισμός υπήρξε η μεγάλη μαγιά αλλαγής στον κόσμο επειδή η αλλαγή του κόσμου έγινε αναπόσπαστο τμήμα του πολιτιστικού του ιδεώδους.
Προτού αφήσουμε τους Επαναστατικούς πρέπει να επισημανθεί μια πιθανή αντίθεση τους προς τα δύο άλλα ρεύματα, το Ρεαλιστικό και Ρασιοναλιστικό. Θα μπορούσε ίσως να τεθεί το ερώτημα αν οι Επαναστατικοί συνιστούν μια συνεχή παράδοση φιλοσοφικής σκέψης, αν υπάρχει κάτι σε αυτούς που να μοιάζει με σχολή σκέψης, μια αναγνωρισμένη συνέχιση, που να πηγαίνει από τον Καλβίνο μέσω του Rousseau στον Hitler και τον Stalin. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα τρία παραδείγματα διεθνούς Επαναστατισμού, οι Θρησκευτικοί Πόλεμοι, οι Γάλλοι Επαναστατικοί και οι Επαναστατικοί του Ολοκληρωτισμού του εικοστού αιώνα ήταν ασύνδετες εκρήξεις θρησκευτικού φανατισμού, μεμονωμένες περιπτώσεις παροξυσμού που συνδέονται μόνο επειδή είναι συμπτώματα μιας κοινής ασθένειας.

Ωστόσο, υπάρχει κάποιος βαθμός συνειδητής συγγένειας και αναγνωρισμένης συνέχισης ανάμεσα στους οπαδούς του ολοκληρωτισμού του εικοστού αιώνα και τους Γάλλους Επαναστατικούς. Ο Μαρξισμός αναγνωρίζει τον Babeuf ως τον πρώτο Σοσιαλιστή, με διαφορετικό τρόπο αναγνωρίζει τον Robespierre και τους Ιακωβίνους ως τους εκπροσώπους της αστικής επανάστασης, η οποία ήταν αναγκαίος πρόδρομος της επανάστασης του προλεταριάτου, και οι Ιακωβίνοι ήταν βέβαια απόγονοι του Rousseau. Ο Φασισμός αναγνώριζε, όχι με διαφορετικό αλλά μάλλον πιο τραχύ τρόπο, τους Γάλλους Επαναστατικούς, υιοθετώντας μεγάλο μέρος των ιδεών και των τεχνικών τους (όπως κάνουν και οι Κομμουνιστές), ζητώντας όμως παράλληλα να καταργήσουν τη Γαλλική Επανάσταση ώστε να λήξει η περίοδος που είχε αρχίσει μ' αυτήν, κατά την οποία είχαν υποστεί πλήρη επεξεργασία οι ιδέες της επανάστασης και είχαν εξαχθεί τα συμπεράσματα της. (Αυτό ήταν το αγαπημένο θέμα του Mussolini, του λιγότερο απαίδευτου ηγέτη από τους φασίστες ηγέτες). Η Γαλλική (Συντακτική) Συνέλευση αποτέλεσε ορόσημο μιας νέας χρονολογικής εποχής το 1792. Οι Ιταλοί Φασίστες έκαναν το ίδιο εγκαινιάζοντας τη Φασιστική εποχή, ένα νέο χρονολογικό υπολογισμό με αφετηρία την Πορεία στη Ρώμη, και με την πράξη τους αυτή μιμήθηκαν και ταυτόχρονα απέρριψαν τη Γαλλική Επανάσταση. Το βιβλίο του Talmon, The Origins of Totalitarian Democracy, ανάγει την ολοκληρωτική δημοκρατία πίσω στις πηγές της, στον Rousseau, και αποσαφηνίζει μια γραμμή πνευματικής καταγωγής που είχε παραμεληθεί. Ωστόσο, μπορεί αυτή η γενεαλογική γραμμή να εντοπιστεί και πριν από την εποχή του Rousseau;

Ακόμη και μια μικρή γνώση ιστορίας θα μας υποδείκνυε ότι οι τεχνικές της τυραννίας που χαρακτήρισαν τον εικοστό αιώνα βρίσκουν τα πρωτότυπα τους όχι σε αυτά που έκαναν οι οπαδοί του Rousseau στη δεκαετία του 1790, αλλά σε αυτά που η Καθολική Εκκλησία, και οι διάφοροι διώκτες των Προτεσταντών, έκαναν, ή επιχείρησαν να κάνουν, με τον εξαιρετικά περιορισμένο κυβερνητικό τους εξοπλισμό κατά το δέκατο έκτο αιώνα, καθώς και σε αυτά που η Καθολική Εκκλησία είχε ήδη κάνει την εποχή της ακμής της, δηλαδή κατά τον Μεσαίωνα. Υπάρχει οικογενειακή ομοιότητα μεταξύ των Δυτικών τυραννιών, άραγε υπάρχει και συγγένεια ιδεών;

Επίλογος
Παρ' όλα αυτά, η καταγωγή των Επαναστατικών ιδεών και η συνέχεια του στοχασμού είναι ασαφής ή αβέβαιη. Η επαναστατική παράδοση μπορεί να παραλληλιστεί περισσότερο με σειρά κυμάτων παρά με ρεύμα. Γι' αυτούς, η συνέχιση είναι ελάχιστα σημαντική. Υπάρχει, μάλλον, μια σειρά ασύνδετων απεικονίσεων των ίδιων πολιτικο-φιλοσοφικών αληθειών, όπως οι καταχωρίσεις στα αρχεία ενός ψυχιάτρου αποτελούν ασύνδετα παραδείγματα μερικών κοινών αρχών. Είναι χαρακτηριστικό του Επαναστατισμού, όχι μόνο στη διεθνή θεωρία, να απαρνείται το παρελθόν του, να επιχειρεί να ξεκινήσει από το μηδέν, να εγκαταλείπει την ιστορία και να ξαναρχίζει. Και όταν (όπως συμβαίνει συχνά) υποχρεώνεται να συμβιβαστεί με το ίδιο του το παρελθόν, το κάνει με αυθαίρετη επιλογή και με ένα δόγμα απόρριψης και αντικατάστασης. Ο Rousseau παραδέχεται την Μεταρρύθμιση, αλλά στο συνειδητό επίπεδο τη θεωρεί ξεπερασμένη. Οι Μαρξιστές αναγνωρίζουν τους Ιακωβίνους, αλλά σε συνειδητό επίπεδο τους θεωρούν ξεπερασμένους.

Η οικογενειακή ιστορία του Επαναστατισμού είναι πατροκτονική:
«Ναι: αυτός είναι ο πατέρας μου, και, αφού ήταν απαραίτητο, τον σκότωσα». Ο Freud θα υποστήριζε ότι αυτό συνιστά την πραγματικότητα όλων των οικογενειακών σχέσεων.

Διεθνής θεωρία. Tα τρία ρεύµατα σκέψης
Εκδ. Ποιότητα


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική