19 Οκτωβρίου 2014

Μπεκτασισμός, τεκτονισμός -νεότουρκοι- και φιλελεύθερη εθνικιστική ιδεολογία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

.~`~.
I
Σχέσεις ιδεολογίας

α´
Ο ιστορικός-τουρκολόγος E. E. Ramsaur παραλλήλισε τον επαναστατικό και μεταρρυθμιστικό ρόλο των Τεκτόνων στα πολιτικά πράγματα της Ευρώπης του 19ου αι. με τον ρόλο που διεδραμάτισε το Τάγμα των Μπεκτασήδων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Rızá Tevfik, μέλος του Τάγματος Μπεκτασί και Μέγας Διδάσκαλος της Οθωμανικής Μεγάλης Ανατολής του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Δόγματος από το 1918-1921, λέγει για τους Μπεκτασήδες ότι εχαρακτηρίζοντο από «καλή πνευματική προδιάθεση για να υποδεχθούν οποιασδήποτε μορφής πολιτική επανάσταση η οποία θα ευνοούσε την πλήρη ελευθερία των ιδεών και έναν πλέον αποδεκτό τύπο διακυβερνήσεως της Αυτοκρατορίας». Ο Louis Petit, το 1879, αναφέρει για τους Μπεκτασήδες ότι ήσαν «επικούριοι, σκεπτικιστές, εραστές της εξουσίας, ελαφρώς σοσιαλίζοντες, αλλά ανυστερόβουλοι και φιλάνθρωποι». Ο Osman Bey θεωρεί πως «εξεπροσώπησαν πάντοτε το δημοκρατικό πνεύμα [...] σε αντίθεση με τους Ιμάμηδες οι οποίοι υπήρξαν πάντοτε δουλοπρεπείς πράκτορες του δεσποτισμού». Κατά δε τον Rizá Tevfik επρόκειτο «για το πλέον φιλελεύθερο μεταξύ όλων των άλλων δερβισικών Ταγμάτων».
Αυτού του είδους οι περιγραφές συνέβαλαν αρκετά στην παρουσίαση του «τυπικού Μπεκτασή» ως το αντίστοιχο του δυτικού «τυπικού Τέκτονος». Απόδειξη αυτού του γεγονότος έχουμε από τη συμπεριφορά των ιταλών Τεκτόνων, όταν ανεκάλυψαν Μπεκτασικά Τάγματα στην Αλβανία. Οι ιταλοί Τέκτονες εξετίμησαν ότι ανεκάλυψαν τους «προτεστάντες του Ισλάμ» και με το γνωστό μεσογειακό ενθουσιασμό, θεώρησαν ότι «αυτοί θα προχωρούσαν πολύ μακρύτερα από τους πραγματικούς προτεστάντες επιφέροντας βαθύτατες τροποποιήσεις στο Ισλάμ προς την κατεύθυνση της ελευθέρας σκέψεως, της ισότητας και της αδελφοσύνης, καθιστώντας το με αυτόν τον τρόπο ικανό να προσεγγίσει σημαντικά το τεκτονικό ιδεώδες».
Είναι επίσης χρήσιμο να αναφερθούμε σε ένα υπόμνημα του 1910 της Βρετανικής Πρεσβείας στην Κων/πολη προς το Foreign Office, εις το οποίο υπεστηρίζετο η άποψη ότι το μπεκτασικό Τάγμα εμφορείτο από το καθαρότερο τεκτονικό πνεύμα όπως αυτό εννοείτο στον αγγλοσαξωνικό τεκτονισμό, δηλ. ντείστικό και συντηρητικό και όχι από το αντίστοιχο του Τεκτονισμού της Γηραιάς Ηπείρου. Επρόκειτο, για ένα υπόμνημα ιδιαιτέρως ευνοϊκό για την κυβέρνηση των Νεοτούρκων το οποίο αναπαρήγαγε, εντός του οθωμανικού πλαισίου πλέον, τις παγιες κριτικές που ησκούντο από τον αγγλοσαξωνικό τεκτονισμο εναντίον του λατινικού κλάδου του (γαλλικός και ιταλικός τεκτονισμός') και ιδιαιτέρως εναντίον της Μεγάλης Ανατολης της Γαλλίας. Ακόμη πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ελάχιστα ειναι εκείνα τα μπεκτασικά κείμενα που κάνουν ευθεία αναφορα στον Ελευθεροτεκτονισμό ενώ, σε ό,τι αφορά στις προσωπικότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι οποίες ανήκαν και στα δύο Τάγματα, δεν έχουμε παρά σπάνιες μαρτυρίες. Μία εξ αυτών και η σημαντικότερη, είναι αυτή που αφορά τον προαναφερθέντα Rizá Tevfik, Μεγάλο Διδάσκαλο της Οθωμανικής Μεγάλης Ανατολής ο οποίος, σε αρθρογραφία του στις εφημερίδες, αλλά και σε σχετική αλληλογραφία του με τον τουρκολόγο Ramsaur, εδήλωσε ότι ο Ταλαάτ Πασάς και ο ίδιος υπήρξαν μέλη και των δύο Ταγμάτων.
Εξαιρουμένων ορισμένων περιπτώσεων, αναλόγων με αυτής του Ταλαάτ Πασά, τα δύο Τάγματα εχαρακτηρίζοντο -θεωρητικώς, τουλάχιστον- από πνεύμα ανοχής στην ετεροδοξία. Επίσης είναι γεγονός ότι οι Μπεκτασήδες ηργάσθησαν συνειδητώς για την προσέγγιση των θρησκειών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μπεκτασικής δραστηριότητος είναι και αυτό της ιεραποστολικής δράσεως του Sari Saltik, εκλεκτού μαθητού του Χατζή Μπεκτάς, ιδρυτού του Τάγματος, όπως μας το παραθέτει ο Ε. Ζεγκίνης ο οποίος αναφέρει ότι ο Sari Saltik «εκτελώντας διαταγές του διδασκάλου του, διαπεραιώθηκε στη Βαλκανική, όπου ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα ανάλογη με εκείνη των χριστιανών κληρικών». Είναι επίσης γνωστό ότι μισό αιώνα μετά το θάνατο του Sari Saltik (1300) στην περιοχή της Θράκης υπήρχε διαδεδομένη η παράδοση σύμφωνα με την οποία ο Sari Saltik θεωρούνταν χριστιανός άγιος και συχνά οι χριστιανοί τον ταύτιζαν με τον άγιο Νικόλαο, τον άγιο Γεώργιο, τον άγιο Συμεών, τον Προφήτη Ηλία, τον άγιο Σπυρίδωνα και τον άγιο Ναούμ. Την άποψη αυτή ενισχύουν και άλλες μαρτυρίες, όπως η απεικόνιση του Sari Saltik σε τοιχογραφίες εκκλησιών μεταξύ χριστιανών αγίων, αλλά κυρίως η μαρτυρία του Μαροκινού περιηγητή Ibn Βαttuta, ο οποίος αναφέρει ότι «η παράδοση αναφέρει ότι ο Sari Saltik ήταν άνθρωπος στον οποίον ο Θεός αποκάλυψε τη θέληση του, ωστόσο με την επίσκεψη μας εκεί πληροφορηθήκαμε ότι παραβίασε κατάφορά την Sharia».
Η τάση αυτή δικαιολογείται οπωσδήποτε από τον συγκριτιστικό χαρακτήρα του Μπεκτασικού Τάγματος και πρέπει να σημειώσουμε την ύπαρξη χριστιανών κρυπτο-μπεκτασήδων συγγραφέων μυστικιστικών ποιημάτων (nefes) με ψευδώνυμο. Επίσης έχουμε μαρτυρίες από την Irene Melikoff για την ευρύτητα του πνεύματος του Αbυ Muslim, μιας από τις λαμπρές προσωπικότητες του Τάγματος των Μπεκτασήδων, ο οποίος έλεγε χαρακτηριστικά ότι: «Το μόνο υπολογίσιμο στοιχείο είναι η [ψυχική] ευγένεια του ατόμου, μπορεί κανείς να πράττει το ορθόν είτε ως ιουδαίος είτε ως μουσουλμάνος». Αρκετούς αιώνες αργότερα, το 1868, ο Ρήτωρ της ελληνόφωνης Κωνσταντινουπολιτικής Σεβ. Στοάς «Η Πρόοδος» ανεκοίνωνε στους Αδελφούς του Τέκτονες των Στηλών: «Ας καταστήσουμε κατανοητόν στους ανθρώπους ότι κάθε άνθρωπος, είτε πρόκειται για Εβραίο, Χριστιανό, ή Μουσουλμάνο, είναι ισότιμος με όλους τους υπόλοιπους, είναι αδελφός τους και με αυτήν την ιδιότητα του οφείλουν αγάπη και προστασία».
Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο είναι το ότι «η ακριβής αντιστοιχία των λόγων αυτών ενετοπίζετο στο γεγονός ότι οι τούρκοι Τέκτονες ορκίζοντο «στα τέσσερα Βιβλία», εκ των οποίων τα τρία ήσαν το Κοράνιο, η Τοράχ και το Ευαγγέλιο. Η παράδοση αυτή εσυνεχίζοντο μέχρι και το 1909 [σ.σ. έτος της ανόδου εις την εξουσία των Νεότουρκων]». Ενα από τα πλέον ενδιαφέροντα σημεία σε ό,τι αφορά και στον πολιτικό ρόλο αυτών των δύο Ταγμάτων, είναι και το ότι πλήθος μελών της Οργανώσεως «Ενωση και Πρόοδος» ήσαν ταυτοχρόνως μέλη του Ελευθεροτεκτονικού Τάγματος και Μπεκτασήδες.

β´
Πράγματι, πλησιάζοντας στο τέλος του 18ου αι. όπου ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο ΙΙ εσκλήρυνε περισσότερο τη στάση του, τόσο περισσότερο τα πνεύματα οξύνοντο και το επαναστατικό κλίμα ενετείνετο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και σε αρκετές άλλες επαρχίες της Αυτοκρατορίας. Ο Ελευθεροτεκτονισμός, έχοντας συνταχθεί με το μέρος πολλών ηγετικών στελεχών και μελών του νεοτουρκικού αντιπολιτευτικού κινήματος κατείχε ένα σημαντικό μέρος από τις δραστηριότητες εκείνες που έμελλαν να αλλάξουν τη μορφή της Αυτοκρατορίας. Πολλά αντιπολιτευόμενα, τον Αβδούλ Χαμιτ, επαναστατικά κινήματα ενεπνεύσθησαν από τη δομή του διεθνούς τεκτονικού δικτύου που είχε υφάνει ο έλλην Κωνσταντινουπολίτης Κλεάνθης Σκαλιέρης με σημείο εκκινήσεως της ελληνόφωνη Στοά της Κωνσταντινουπόλεως «Η Πρόοδος» (υπαγομένης εις την Μεγάλη Ανατολή της Γαλλίας) κατά την περίοδο που ακολούθησε την πτώση του Σουλτάνου Μουράτ του V, το 1876. Ο Σκαλιέρης, έκανε παν το δυνατόν για να υιοθετηθούν φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις από το οθωμανικό σύστημα, έχοντας βέβαια στο μυαλό του μια νέου τύπου οθωμανική αυτοκρατορία όπου το ελληνικό στοιχείο θα έπαιζε τον πρωτεύοντα ρόλο στον πολιτισμό και στην οικονομία. Ατυχώς για τον ίδιο και τους συνεργάτες του η πράγματι, αριστοτεχνική συνομωσία του απέτυχε κατόπιν της προδοσίας του ιησουίτη ιατρού του Μουράτ και ο ίδιος αναγκάσθηκε να αυτοεξορισθεί για να σωθεί.
Τα σχέδια του Σκαλιέρη είχαν την σύμφωνη γνώμη του βρετανού Πρέσβεως στην Κων/πολη Sir Henry Elliot. Αυτό φαίνεται, άλλωστε, από κείμενο του Σκαλιέρη που απευθύνετο, αργότερα, προς την βρετανική κυβέρνηση: «Το πολιτικόν του πρόγραμμα», έγραφε ο Σκαλιέρης αναφερόμενος στον Μουράτ, «αφού έτυχε της δεούσης μελέτης από εμέ και τον Sir Henry Elliot, ολίγας ημέρας πρίν το πραξικόπημα της 18/30 Μαίου 1876 απετέλεσε αντικείμενού θαυμασμού και εκρίθη ως υπέρ του δέοντος καλόν δια τας τουρκικάς απαιτήσεις». Επίσης πρέπει απαραιτήτως να σημειώσουμε το ότι κατά την μύηση του Πρίγκηπος Μουράτ, παρευρίσκετο στις εργασίες του Ναού και ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, ο οποίος εκυβέρνησε την Ελλάδα από τον Ιούλιο του 1872 έως το Φεβρουάριο του 1874. Η εξωτερική του πολιτική εχαρακτηρίσθη από στενή συνεργασία με την βρετανική κυβέρνηση και από έντονη καχυποψία απέναντι στην Ρωσία «δεινόν εχθρόν του Ελληνισμού». Εκτός, όμως, όλων αυτών, ο Δεληγιώργης παρέμενε πιστός θιασώτης της ελληνο-τουρκικής συνεννοήσεως και φιλίας της οποίας ο προορισμός ήτο η αντιμετώπιση του Πανσλαυισμού. Άλλωστε, ο Δεληγιώργης εμυήθη εις τον Τεκτονισμό το ίδιο έτος με τον Μουράτ (1872) χαρακτηρισθείς από τεκτονικό ζήλο και την ακλόνητη πεποίθηση περί της αναγκαιότητας της «στενής προσεγγίσεως και συνεργασίας μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων» ως απαραίτητης προϋποθέσεως «μιας αναγεννήσεως της Ανατολής εξ' Ανατολών». Έτσι, είμεθα σε θέση να συμπεράνουμε ότι οι συγκεκριμένες πρωτοβουλίες του Κ. Σκαλιέρη αλλά και οι γενικότερες ιδεολογικές αρχές οι οποίες τις διήπαν, συνέκλιναν με τις κατευθύνσεις και τις απόψεις των δυτικών κυβερνήσεων αλλά και των τεκτονικών κύκλων των Παρισίων, του Λονδίνου και της Κωνσταντινουπόλεως.
Όπως, βέβαια, σημειώνει ο Κ. Σβωλόπουλος, δεν δυνάμεθα να συμπεράνουμε ότι οι ενέργειες αυτές αποτελούσαν μέρη ενός ενορχηστρωμένου συνόλου. Το μόνο που δυνάμεθα με βεβαιότητα να υποστηρίξουμε είναι το γεγονός της ταυτίσεως των βλέψεων και των απόψεων του Σκαλιέρη, των Οθωμανών «Αδελφών» του και των δυτικών προαναφερθεισών κυβερνήσεων. Ο Γεώργιος Σκαλιέρης, άλλωστε, υιός του Κλεάνθη, παρατηρεί ότι «το γενικόν πλαίσιον του Συντάγματος» έτυχε της επεξεργασίας της Α. Ε. του Sir Henry Elliot, της Μεγάλης Ανατολής της Γαλλίας, όπως και του ιδίου του Γαμβέτα. Είναι επίσης αποδεκτό ότι το διαρκές ενδιαφέρον του Πρίγκηπος της Ουαλίας για τον Μουράτ εξεδηλώνετο αναφορικώς με τις δύο ιδιότητες του Άγγλου πρίγκηπος: αφενός με αυτήν του Βασιλικού Πρίγκηπος του Αγγλικού Θρόνου και αφετέρου του εξέχοντος Τέκτονος.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν και άλλα επαναστατικά κινήματα πλησίασαν τον Τεκτονισμό: το 1891, π.χ. διαβάζουμε στην εφημερίδα «La Turquie Libre» έντονες επικρίσεις εναντίον του Σουλτάνου και στήριξη του Μουράτ του V, από κάποια «Φιλελεύθερη Οθωμανική Επιτροπή» η οποία συνεκέντρωνε πολλούς Τέκτονες στις τάξεις της. Άλλο ένα ενδιαφέρον στοιχείο που μας δίδει ο Sϋkrϋ Hanioglu και το οποίο αποδεικνύει το ζήλο με τον οποίον αυτοί οι Τέκτονες ήσαν αφοσιωμένοι στις ιδέες τους, αφορά σε μία αίτηση η οποία παρουσιάσθηκε το 1901 ενώπιον της Α. Μ. του Βασιλέως της Αγγλίας και Μεγάλου Διδασκάλου του Τάγματος, Εδουάρδου του VII, η οποία ζητούσε την επέμβαση του μονάρχου εις την Υψηλή Πύλη υπέρ του «δύο φορές αδελφού του, Μουράτ του V». Δύο φορές, διότι η μια αφορούσε την τεκτονική ιδιότητα και των δύο και η δεύτερη την κοινή ευγενή τους καταγωγή, όπως προανεφέρθη.

γ´
Το πέρασμα των τεκτονικών επιρροών από τους Νεοοθωμανούς στους Νεότουρκους είναι γεγονός ότι οφείλεται στον Κλέανθη Σκαλιέρη (+1891) και στις ενέργειές του. Οι Νεότουρκοι, άρχισαν να ασχολούνται ιδιαιτέρως με τον Τεκτονισμό κατά τα έτη 1900-1901. Ο Ιταλικός τεκτονισμός, και ιδιαιτέρως αυτός της Θεσσαλονίκης, διεδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο νεοτουρκικό κίνημα και αυτό πρέπει να εξετάσουμε, εν συντομία, αμέσως κατωτέρω. Η Κωνσταντινουπολιτική στοά «Italia», (υπαγομένη στη Μεγάλη Ανατολή της Ιταλίας), ιδρύει το 1864 στη Θεσσαλονίκη τη Στοά «Macedonia» η οποία μετονομάζεται το 1901, «Macedonia Risorta». Ένας εκ των σημαντικότερων Σεβασμίων της «Macedonia Risorta», ο οποίος την είχε μετατρέψει και σε παράρτημα της οργανώσεως «Ενωση και Πρόοδος», ο Εμμανουήλ Καράσσο (υπ. 1934) έγραψε ένα ενδιαφέρον κείμενο στο περιοδικό Rivista Massonica για να εξηγήσει το ενδιαφέρον των Νεοτούρκων για τον Ελευθεροτεκτονισμό. Είναι χαρακτηριστικό το μέγεθος της συμβολικής σημασίας που και μόνο η προφορά του όρου τεκτονισμός, απελευθέρωνε στις συνειδήσεις των εθνικιστών εκείνων επαναστατών: «Εάν κανείς παρατηρήσει με προσοχή και καθαρό πνεύμα το τί συμβαίνει συνήθως στις χώρες όπου η κυβέρνησις επιβάλλει τις θελήσεις της με τη δύναμη των όπλων, βλέπουμε φλογερούς πατριώτας να συγκεντρώνονται γύρω από τα Τεκτονικά εμβλήματα [...]. Το αυτό ακριβώς συνέβη και εις την Τουρκίαν όπου θα ηδύνατο τις να υποθέσει ότι η ποικιλία των εθνοτήτων και των πολιτικών σκοπιμοτήτων θα απετέλει έν απροσπέλαστον εμπόδιον δια το τεκτονικόν έργού».
Βεβαίως, εμείς δεν συμφωνούμε επί της ουσίας με τις υποτιθέμενες δυσκολίες που θα επέφερε στο τεκτονικό έργο η φυλετική πανσπερμία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι γεγονός, ότι το ανεξίθρησκο και υπεράνω προκαταλήψεων και φυλετικων διακρίσεων, τεκτονικό πνεύμα ηταν ό,τι το ιδανικότερο ως συγκολλητικό υλικό μεταξύ όλων αυτών των διαφορετικών πολιτιστικών, φυλετικών και θρησκευτικών οντοτήτων. Ο τεκτονισμός επέτρεπε στα μέλη των διαφορετικών αυτών εθνικών κοινωνικών σχηματισμών να συσπειρώνονται γύρω από κοινές, ουμανιστικές αξίες και δημοκρατικά ιδεώδη και ιδανικά, όπως αυτά προέκυπταν από τις αρχές του γαλλικού διαφωτισμού και της γαλλικής επαναστάσεως. Παραδείγματα για τούτο έχουμε πολλά. Ένα από αυτά, και μάλιστα από τα πλέον ενδιαφέροντα είναι αυτό που αφορά στον βίο της Στοάς «Macedonia Rissorta» και στη διαδικασία μέσω της οποίας αυτή μετετράπη, ολίγον κατ' ολίγον, σε επαναστατική εταιρεία. Τις πληροφορίες μας τις δίδει ο διάδοχος του Εμμανουήλ Καράσσο στην προεδρία της Στοάς, ο μετέπειτα Σεβάσμιος Μ. Λεβύ.
Η δραστήρια συμμετοχή της Στοάς στις τάξεις της αντιπολιτεύσεως θα άρχιζε με την έλευση τριών Τεκτόνων απολύτως διαθεσίμων να συμμετάσχουν στις εργασίες της και αιτουμένων την βοήθειά της «εναντίον των όλο και περισσότερο αυξανομένων διώξεων εις βάρος του μεγαλυτέρου μέρους των διανοουμένων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με μόνη αιτία την αγάπη τους για την ελευθερία». Οι τρεις αυτοί τέκτονες ήσαν: ο προαναφερθείς Ταλαάτ Πασάς (1874-1921), ο Midhat Şükrü (1874-1957) και ο Rahmi Bey και το έτος ήτο το 1903, λίγα χρόνια πριν οι ανωτέρω να συγκροτήσουν το Osmanli Hϋriyiet Cemiyeti. Το ιταλικό κείμενο συνεχίζει παρουσιάζοντας το ότι και άλλοι δύο φιλελεύθεροι Τούρκοι, «καθαρά προϊόντα» της «Macedonia Rissorta», ηνώθησαν με τους νεοφερμένους και δημιούργησαν μαζί τους «il primo gruppo di agitazione organίzato del partito dei Giovani Turchi». Επίσης πρέπει να τονίσουμε την παρατήρηση του Ettore Ferrari ότι τα βασικά στελέχη του Κομιτάτου «Ενωση και Πρόοδος» (Νεότουρκοι) στη Θεσσαλονίκη, ήσαν όλα Τέκτονες χωρίς απολύτως καμία εξαίρεση. Βεβαίως, εδώ ο Zarcone υπογραμμίζει ότι ο E.F. είναι μάλλον υπερβολικός και ότι μπορεί μεν να ήσαν τέκτονες πάρα πολλά μέλη και υψηλόβαθμα στελέχη του Κομιτάτου, αλλά όχι όλα, και ως παράδειγμα φέρνει τον πρόεδρο της οργανώσεως τον Mehmet Táhir.

.~`~.
II
Συμπεράσματα

Πολλά, ακόμη, στοιχεία μπορούν να παρατεθούν για να αποδείξουν τη στενότατη σχέση Νεοτούρκων και Τεκτονισμού. Αυτό, όμως δεν είναι μέσα στις προθέσεις του παρόντος κειμένου. Σημασία έχει να αποδείξουμε ότι ο Μπεκτασισμός, ο Τεκτονισμός και η φιλελεύθερη εθνικιστική ιδεολογία λειτουργούσαν, την εποχή εκείνη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως συγκοινωνούντα δοχεία. Το στοιχείο αυτό μας είναι απαραίτητο για να αντιληφθούμε την πολιτική χρησιμότητα (σε ζητήματα εθνικο-πολιτισμικής προσεγγίσεως της Τουρκίας με τους μεσογειακούς της γείτονες) ενός μέρους των -σουφικής βάσεως- μυστικών Ταγμάτων, κυρίως των ισλαμοφανών ή και ισλαμογενων Ταγμάτων που είναι και τα περισσοτερα και όχι βεβαίως, των ισλαμικών.
Συμπερασματικώς ακόμη, μπορούμε να αναφέρουμε ότι τα δύο Ταγματα (Μπεκτασισμος και Τεκτονισμός) είχαν κοινές νεοπλατωνικές φιλοσοφικές βάσεις και επρέσβευαν αρχες ανοχής στην ετεροδοξία και την ανεξιθρησκεία. Ο μεν τεκτονισμος για τους γνωστούς λόγους, οι οποίοι διεμορφώθησαν «πολιτικως» το 18ο αι., ο δε μπεκτασισμός έχοντας αφομοιώσει μέγα μέρος των ελληνικών-ιωνικών και νεοπλατωνικών συγκριτιστικών επιρροών, αντελήφθη ότι μπορεί να εκμεταλλευθεί τις αρχές αυτές «πολιτικώς» αυξάνοντας τους οπαδούς του στο πλαίσιο του πολυεθνικού μωσαϊκού ενός, πάλαι ποτέ, Βυζαντίου το οποίον διελύετο. Οπαδούς, προερχομένους από ένα κοινό ελληνικό πολιτισμικό εποικοδόμημα, αλλά με πολλές διαφορές στα ήθη, στα έθιμα και στις δοξασίες, κυρίως, θεολογικού χαρακτήρος.
Ο 18ος αι. λειτούργησε καταλυτικώς και για τα δύο Τάγματα, των οποίων η δομή και η οργάνωση απετέλεσε θαυμάσιο κέλυφος για τη φιλοξενία μιας, όντως, απελευθερωτικής ιδεολογίας που ξεκίνησε μεν από τη Συνθήκη της Βεστφαλίας αλλά ωρίμασε και διαμορφώθηκε σε ιδεολογία και αντίστοιχο πολιτικό λόγο, με τη Γαλλική Επανάσταση. Η λειτουργία των δύο Ταγμάτων (Μπεκτασικού και Τεκτονικού), συνειδητώς ή ασυνειδήτως, οδήγησε στην πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και εις την «διανομή των ιματίων» του Μεγάλου Ασθενούς. Είναι λοιπόν φυσιολογικό, από ιδεολογικής απόψεως τουλάχιστον, τα Τάγματα αυτά και τότε και τώρα, να ταυτίζονται με ιδεολογικές επιλογές που έχουν ως πρόταγμα τον κοσμικό χαρακτήρα, την αποβολή του θρησκευτικού απολυταρχισμού και την τάση προς ανεξιθρησκεία. Ομιλούμε πάντοτε, για τα σουφικά μπεκτασικά Τάγματα και όσα μεταξύ των υπολοίπων υιοθετούν την πολιτική φιλοσοφία τους, όπως π.χ. το Τάγμα των Νουρτζού.
Βεβαίως, πρέπει να σημειώσουμε ότι στα μετεξελιχθέντα αυτά Τάγματα, το εθνικιστικό, και μάλιστα, το υπερεθνικιστικό στοιχείο, όπως και ο αντικομμουνισμός είναι προεξάρχοντα χαρακτηριστικά. Λογικά, λοιπόν, είναι «φύση και θέσει» στραμμένα προς τον κεμαλισμό και βεβαίως μπορούν να αποτελέσουν για την αυριανή Τουρκία, τους καλύτερους ευαγγελιστές του κεμαλικού/εθνικιστικού κοσμικισμού στις -με ηπιότερη μορφή- θρησκευόμενες μουσουλμανικές μάζες της Μ. Ασίας, της Κεντρικής Ασίας (όπου η ισλαμική συνείδηση είναι ιδιαιτέρως εκσυγχρονισμένη, πράγμα που ταιριάζει στο φιλελεύθερο μπεκτασικό πνεύμα) και οι οποίες δεν είναι σε θέση να διαχωρίσουν την έννοια του «μυστικού» (το οποίο κρύβει απλά και μόνο το γεγονός ότι «δεν υπάρχει μυστικό») από την έννοια του Θείου (το οποίο βεβαίως γίνεται «αντιληπτό» με τη μορφή «μυστικού»).
Επίσης, αποτελούν ένα θαυμάσιο πολιτιστικό προϊόν εξαγωγής της αυριανής Τουρκίας προς τη Δύση, μια Δύση αφυδατωμένη πνευματικά από την «Θεοποίηση» της τεχνολογίας σε εξωτικό περιτύλιγμα, εξόχως ελκυστικό και έτοιμο προς άμεση κατανάλωση. Και εφόσον το πείραμα έχει ήδη στεφθεί με επιτυχία στη Δύση, ποιος θα το εμποδίσει να λειτουργήσει με μεγαλύτερη ακόμη επιτυχία στα πολυεθνικά και πολυπολιτισμικά Βαλκάνια; Μη λησμονούμε ότι το κέντρο του βαλκανικού Μπεκτασισμού βρίσκεται στην Αλβανία.
Εάν, όμως, η χρήση που θα γίνει από τον γεωπολιτικό σχεδιαστή, αυτών των πολιτισμικών εξαγωγών, δεν έχει ως στόχο την εξυπηρέτηση επεκτατικών στόχων κύκλων της τουρκικής ηγεσίας, τα Τάγματα αυτά μπορούν να αποτελέσουν στοιχείο συνεννόησης και βάση πολιτιστικής αλληλοκατανόησης και ανοχής μεταξύ των μεσογειακών λαών και της Τουρκίας. Η φάση αυτή, εάν προηγηθεί, μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία συνθηκών και περαιτέρω πολιτικής συνεννόησης μεταξύ των λαών αυτών.

Η σύγχρονη Τουρκία: Κοινωνία, Οικονομία και Εξωτερική πολιτική
Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής
Εκδ. Παπαζήση
2002
Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Το τουρκικό ισλαμοφανές μυστικιστικό ταγματικό φαινόμενο: οι δυνατότητες του πολιτιστικού συγκριτισμού στην προοπτική της διεθνικής αλληλοκατανοήσεως». Το κείμενο υπάρχει ολόκληρο ανηρτημένο διαδικτυακά σε διεύθυνση του Τμήματος Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών.

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική