28 Οκτωβρίου 2014

Μια εφαρμογή γεωπολιτικής αναλύσεως: η περίπτωση της 28ης Οκτωβρίου 1940 - και μια Κυπριακή Παρέκβαση.


.~`~.
I
Σύντομη θεωρητική προσέγγιση

Θα προσπαθήσω να αποδείξω με το κείμενο αυτό ότι «η παγκόσμια περιπέτεια του Β΄ Μεγάλου Πολέμου αναγιγνώσκεται με όρους ψυχρής λογικής, εμπεριέχει μια αδυσώπητη εντελέχεια, αποτελεί κατηγορητήριο σκληρό του ουτοπισμού και του ιδεαλισμού στον τομέα των διεθνών σχέσεων και μπορεί να μας διδάξει πολλά, ιδιαιτέρως εις την παρούσα συγκυρία, εφόσον όλα τα διεθνώς συμβαίνοντα στο επαναδιαμορφούμενο διεθνές σύστημα, υπακούουν εις την ιδία γεωπολιτική συνάρτηση με νέα απλώς δεδομένα».

Οι μεγάλοι θεωρητικοί και στοχαστές της πολιτικής φιλοσοφίας των διεθνών σχέσεων κατέληξαν στο να διαχωρίσουν το διεθνολογικό χώρο σκέψης σε τρεις σχολές: α) την Ρεαλιστική Σχολή, με κλασικούς εκπροσώπους τους Machiavelli, Hobbes, Spinoza, Rousseau, Bodin, Hegel, Fichte, Morgenthau, Kennan κ.ά., β) τη Ρασιοναλιστική Σχολή με εκπροσώπους τους Grotius, Suarez κ.ά., και γ) την Ιδεαλιστική ή Επαναστατική Σχολή, με κύριους εκπροσώπους τους Kant, Russel, Wilson κ.ά.

Η εκπροσώπηση των σχολών δίδει λίγο-πολύ και την ουσία των πεποιθήσεων μιας εκάστης, αλλά και την εξέλιξή της μέσα στον ιστορικό χρόνο.

Οι ρεαλιστές χαρακτηρίζονται από την πίστη τους στην έννοια της ισχύος και στην έννοια ενός άναρχου διεθνούς συστήματος, όπου καταγράφεται το γεγονός του πολέμου «όλων εναντίον όλων» (bellum omnium contra omnes, Hobbes).

Οι ιδεαλιστές πιστεύουν σε μια civitas maxima [την οποία έχω εκτεταμένα αναλύσει], σε μια οργανωμένη διεθνή κοινωνία με σαφείς συμβατικές υποχρεώσεις «όλων έναντι όλων», όπου η έννοια του κράτους-έθνους δεν θα υφίσταται και θα έχει αντικατασταθεί από μια κοινωνία των πολιτών. Συνεπώς κατά τους ιδεαλιστές δεν έχει ή δεν πρέπει να έχει νόημα ο όρος εξωτερική πολιτική, εφ’ όσον οι μέχρι τότε «διεθνείς σχέσεις» θα γίνονται αντιληπτές ως «εσωτερική πολιτική» μιας ενιαίας civitas maxima. Οι δημοκράτες εκ των ιδεαλιστών [Fukuyama, με διαφορετικό τρόπο ο Habermas κ.λπ] πιστεύουν, όμως, ότι η μετάβαση προς την ιδανική αυτή κοινωνία των πολιτών θα διέλθει υποχρεωτικά από τη φάση εκείνη, όπου κάθε εθνοτική ομάδα, την οποίαν αξιολογούν και ορίζουν ως «λαό», θα πρέπει να αποτελέσει υποχρεωτικά ένα κράτος-έθνος.

Υπάρχουν, όμως, σύμφωνα με τη μέχρι σήμερα καταγραφείσα διεθνή πρακτική, τρεις τρόποι για να επιτευχθεί αυτή η εξομοίωση των «διεθνών σχέσεων» με μιας μορφής εσωτερική πολιτική της ιδεατής αυτής civitas maxima [οι τρεις αυτοί τρόποι έχουν παρουσιαστεί εδώ], της –με τη σημερινή πολιτική ορολογία καλουμένης– globalised international society (παγκοσμιοποιημένης διεθνούς κοινωνίας).

α) Ο πρώτος τρόπος επιδιώκει τη «δογματική ομοιομορφία» της διεθνούς κοινωνίας την βασιζομένη στο γνωστό έργο του γερμανού φιλοσόφου Εμμανουήλ Καντ (Immanuel Kant) «Περί της Αιωνίου Ειρήνης». Ο θεωρητικός του ιταλικού εθνικισμού του 19ου αι. Giuseppe Mazzini αναφέρει, όμως, ότι «δεν υπάρχει έγκυρη διεθνής κοινωνία ωσότου τα μέλη της να γίνουν όλα έθνη-κράτη», όπερ έχει ως φυσική ιδεολογική συνέπεια τη διατύπωση της γνωστής αρχής των δικαιωμάτων των λαών στην αυτοδιάθεση, στη θεωρητική βάση της οποίας βρίσκονται τα 14 σημεία του αμερικανού Προέδρου Ουίλσον (1918) και η νομική επεξεργασία της οποίας έγινε από το μεγάλο κερκυραίο διανοούμενο και διεθνολόγο, αείμνηστο Καθηγητή Σπύρο Καλογερόπουλο-Στράτη, στο έργο του Το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση.

β) Ο δεύτερος βασίζεται στην εφαρμογή του «δογματικού ιμπεριαλισμού», του οποίου οι θεωρητικές βάσεις βρίσκονται στις ιδεοληψίες περί «Εκλεκτού Λαού» ή της «Αυτοκρατορικής Θείας Κλήσεως». Στη δυτική κουλτούρα, πηγή της ιδεοληψίας αυτής είναι η Αινειάδα του Βιργιλίου, ενώ στη χριστιανική και ιουδαϊκή, γενικότερα, πηγή αποτελεί η Παλαιά Διαθήκη.

γ) Ο τρίτος τρόπος είναι ο γνωστός σε όλους μας «κοσμοπολιτισμός», ο οποίος όμως συναντά ως εμπόδια την πάσης φύσεως πολυμορφία και ετερογένεια της διεθνούς κοινωνίας.

Ολοκληρώνοντας τη σύντομη αναφορά μας στις τρεις αυτές μεγάλες σχολές σκέψης της πολιτικής φιλοσοφίας των διεθνών σχέσεων, καταλήγουμε στους ρασιοναλιστές, οι οποίοι αντιλαμβάνονται τη διεθνή κοινωνία ως «ένα διεθνές συμβατικό καθεστώς το οποίο υπόκειται στις επιταγές ενός διεθνούς δικαίου βασισμένου εις το έθιμο, με τα ελαττώματα, αλλά και την ανθεκτικότητα που διαθέτει ένα τέτοιο δίκαιο» (Societas quasi politica et moralis, Suarez 1548-1617).

Κατά τη ρασιοναλιστική άποψη, ο ρόλος της «ισχύος» συνίσταται στο να διορθώνει τις ανεπάρκειες του «εθίμου». Όπου ο ρεαλιστής ισχυρίζεται ότι το «έθιμο» παρέχει το πρόσχημα για πράξεις βίας, ο ρασιοναλιστής ισχυρίζεται ότι η ισχύς υπεισέρχεται εκεί όπου το έθιμο καταρρέει. Διαπιστώνει, δηλαδή, συμπληρωματικότητα των δύο εννοιών.

.~`~.
II
Τα αποτελέσματα του ουιλσονικού ιδεαλισμού
(Προσέγγιση από πλευράς Πολιτικής Φιλοσοφίας των Διεθνών Σχέσεων)

Θα ήταν κοινός τόπος να αναφέρουμε ότι το ρομαντικό ιδεολόγημα του πατέρα του Φιλελευθέρου Διεθνισμού (και Φιλελευθέρου Ιμπεριαλισμού), του αμερικανού Προέδρου και «βασιλέως-φιλοσόφου» Woodrow Wilson, δηλαδή η Κοινωνία των Εθνών (Κ.τ.Ε.), επηρέασε ουσιωδώς τόσο την έκβαση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου όσο και τη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού χάρτη μετά το πέρας αυτού. Πολλώ μάλλον, η σύλληψη εκείνη του Ουίλσον δημιούργησε, κατά τη γνώμη του γράφοντος, εκείνες τις προϋποθέσεις που ήσαν απαραίτητες για τον επόμενο μεγάλο πόλεμο, σε συνδυασμό, βεβαίως, με τις γεωστρατηγικές επιδιώξεις και τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων. Εν προκειμένω, παρατηρούμε μιαν αληθώς σκανδαλώδη ομοιότητα πολιτικών καταστάσεων και πρακτικών της εποχής εκείνης με τη σημερινή. Διακρίνουμε ότι, αναλόγως των σκοπιμοτήτων των Μεγάλων Δυνάμεων, ενεθαρρύνετο – ή κατεπνίγετο – η διάδοση αποσχιστικών ιδεών «περί εθνοτήτων». Απόρροια αναλόγων αντιλήψεων υπήρξε και ο κατατεμαχισμός της πάλαι ποτέ Δυαδικής Μοναρχίας: της Αυστροουγγαρίας των Αψβούργων. Το προκύψαν κενό ισχύος και σταθερότητος στην Μεσευρώπη (Mitteleuropa - επίσης έχει αναλυθεί εκτενώς) απέβη παράγων διεθνούς ανωμαλίας. Έναντι μιας πολυεθνοτικής και πολυπολιτισμικής μεν Αυτοκρατορίας, ικανής όμως να εξασφαλίσει την απαραίτητη για την Ευρώπη ισορροπία ισχύος (balance of power), δημιουργήθηκε ένας αστερισμός μικροτέρων κρατών, με το πρόσχημα του σεβασμού των δικαιωμάτων αυτοδιαθέσεως των εθνοτήτων, χωρίς φυσικά κάτι τέτοιο να ανταποκρίνεται απολύτως στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι η Αρχή των Εθνοτήτων εφαρμόσθηκε λίαν επιλεκτικώς, κατά κανόνα δε εις βάρος του ηττημένου, δηλαδή των συμπαγών γερμανικών και ουγγρικών πληθυσμών της Ανατολικής Μεσευρώπης (Ostmitteleuropa) και της ΝΑ. Ευρώπης (Suedosteuropa). Η Γιουγκοσλαβία («Νοτιοσλαβία», όπως απεκλήθη συν τω χρόνω το Ηνωμένο Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων), η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία ή η Ρουμανία ήσαν κράτη πολυεθνοτικής συνθέσεως, τα οποία είτε προέκυψαν (τα τρία πρώτα) από τον κατατεμαχισμό του παλαιού μεσευρωπαϊκού Reich των Αψβούργων (καθώς και του Γερμανικού Δευτέρου Reich), είτε ενισχύθηκαν σοβαρά από τον κατακερματισμό αυτόν (η περίπτωση της Ρουμανίας). Τα αρτισύστατα, ιδίως, κράτη θα αποτελέσουν, με τη σειρά τους, νέες θρυαλλίδες αποσταθεροποιήσεως του ευρωπαϊκού status quo.

i. Εις την περίπτωσιν της Τσεχοσλοβακίας, βλέπουμε το φασιστικό-ναζιστικό ιδεολόγημα να αξιοποιεί τα σφάλματα των Νικητριών Δυνάμεων εις το έπακρον και να λειτουργεί με τις ουιλσονικές αρχές, υποκινώντας την πολυάριθμη γερμανογενή σουδητική μειονότητα προς την απόσχιση αλλά και τις λοιπές αποσχιστικές κινήσεις των Σλοβάκων και Ούγγρων που διαβιούσαν στη νεοπαγή και εύθραυστη Δημοκρατία των Μάζαρυκ και Μπένες. Έχουμε, λοιπόν, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερθέντα, μια κλασική περίπτωση εφαρμογής του πρώτου και δευτέρου τρόπου επιδιώξεως της civitas maxima από πλευράς Γερμανίας, με έντονη την παρουσία της αντίληψης του «δογματικού ιμπεριαλισμού» ή «ηθικού ιμπεριαλισμού». Αντιλήψεως η οποία στόχευε, κατά την γερμανική “Weltanshauung” (κοσμοθέαση) στη δημιουργία της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους. Άλλωστε η οικονομική εξαθλίωση της Τσεχοσλοβακίας στη δεκαετία του ’30 συνέβαλε τα μέγιστα στην τελική επέμβαση των ναζιστικών δυνάμεων, τον Μάρτιο του 1930.

Από γεωστρατηγικής απόψεως πάλιν, και αναλογιζόμενοι τις Ζώνες Βορρά-Νότου του γερμανού γεωγράφου και γεωπολιτικού Karl Haushofer (1869-1946), στόχευε στη δημιουργία νοτίου ζώνης καθόδου της Γερμανίας με απόκτηση Ζωτικού Χώρου (Lebensraum) προς τη Μεσόγειο Θάλασσα η οποία ήταν, είναι και θα συνεχίσει να είναι ένας διεθνής τερματικός σταθμός μεταφοράς και ελέγχου των εμπορευματικών μεταφορικών οδών υδρογονανθράκων και υψηλής Προστιθεμένης Αξίας αγαθών για το οικονομικό-πολιτικό δίπολο Δύση-Μέση Ανατολή.

ii. Η δυτική διπλωματία, μέσα στις ψευδαισθήσεις της καλολογίας της Κ.τ.Ε., ήταν έτοιμη να θυσιάσει τα πάντα για να αποφύγει τον πόλεμο, φανταζόμενη ότι κινείται μέσα στο πλαίσιο μιας οργανωμένης διεθνούς κοινωνίας, όπου οι εκατέρωθεν συμβάσεις λειτουργούν και γίνονται σεβαστές. Οποία η πλάνη της! Και πόσο εμφανής έγινε η πλάνη αυτή της δυτικής (αγγλογαλλικής), «κατευναστικής» διπλωματίας, πριν καλά-καλά στεγνώσει το μελάνι των υπογραφών της -ούτως ή άλλως- κατάπτυστης Συμφωνίας του Μονάχου, του Σεπτεμβρίου του 1938. Εκεί παρέστημεν μάρτυρες συμφωνιών μεταξύ των επιφανεστέρων εκπροσώπων της ευρωπαϊκής αστικής πλουραλιστικής δημοκρατίας (Αγγλίας, Γαλλίας) και των αντιστοίχων του φασιστικού και ναζιστικού ολοκληρωτισμού (Γερμανίας, Ιταλίας). Τι κοινό είχαν αυτές οι δυνάμεις; Τίποτε απολύτως, απλώς οι Δημοκρατίες, σεβόμενες τις ρασιοναλιστικές αρχές μιας «διεθνούς κοινότητος» quasi politica et moralis, παρεχώρησαν στις φασιστικές δυνάμεις (οι οποίες εκινούντο με αφετηρία την ιδεαλιστική αρχή του δογματικού ολοκληρωτισμού και του γεωστρατηγικού θεσφάτου του Ζωτικού Χώρου) χαρακτηριστικά αξιοπιστίας κρατών, που θα εσέβοντο τη διεθνή συμβατική νομιμότητα, η οποία και αποτελεί τη βάση της ρασιοναλιστικής εννοίας της διεθνούς κοινότητος.

Στην περιοχή μας το δράμα συνεχίζεται μετά την πτώση της μονοετούς οπερετικής βασιλείας του Αχμέτ Ζώγου στην Αλβανία και την κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς στις 7 Απριλίου 1939, δηλαδή ένα μήνα περίπου μετά την κατάληψη της Πράγας από τη Βέρμαχτ και τη Δεύτερη (και οριστική) «Διάλυση της εναπομεινάσης Τσεχίας» (Zerschlagung der Rest-Tsechei), η οποία έπαυσε να υφίσταται ως ανεξάρτητο κρατικό μόρφωμα και μετετράπη στο «Προτεκτοράτο Βοημίας και Μοραβίας του Ράιχ» (Reichsprotektorat Boehmen und Maehren). Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Πολωνία, προσάρτησαν το Ντάντσιχ και τον λεγόμενο «Πολωνικό Διάδρομο» και εξαφάνισαν την Πολωνία ως κρατική οντότητα (στην θέση του Πολωνικού Κράτους δημιούργησαν την λεγομένη «Γενική Διοίκηση», χωρίς καν αναφορά στον όρο «Πολωνία»). Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε αρχίσει.

.~`~.
III
Οι γεωπολιτικές βλέψεις της Γερμανίας από το 1911 έως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

α´
Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα η Γερμανία αναδεικνύεται στην ισχυρότερη οικονομική και στρατιωτική δύναμη της Ευρώπης. Το γεγονός αυτό δεν μπορούσε παρά να συσπειρώσει τις δύο άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, οι οποίες έδειχναν ιδιαιτέρως ενοχλημένες από τις κινήσεις του Γενικού Επιτελείου της Ράιχσβερ.

Από γερμανικής πλευράς, επίσης, η προοπτική της εμπλοκής της χώρας σε έναν ευρωπαϊκό πόλεμο μορφοποιεί τη θεωρία των δύο πολέμων: ενός πολέμου στο Δυτικό μέτωπο εναντίον της Γαλλίας και ενός στο Ανατολικό εναντίον της Ρωσίας. Το σχέδιο Schliefen του 1905 με τις σημαντικές βελτιώσεις των οποίων έτυχε από τον Manstein στοχεύει ακριβώς στο να αποφύγει αυτό το ενδεχόμενο, προβλέποντας να συντρίψει πρώτα τους Γάλλους με μια κυκλωτική επίθεση, της οποίας η μία πτέρυγα θα βάδιζε εναντίον των Παρισίων μέσω Βελγίου, παραβιάζοντας την ουδετερότητα της χώρας αυτής, ενώ η δεύτερη θα επετίθετο κατ’ ευθείαν εναντίον της Γαλλίας με κατεύθυνση προς το Παρίσι από ανατολάς. (Βλ. Χάρτη 1).

Χάρτης 1. Το σχέδιο Schlieffen

Αμέσως μετά οι γερμανικές δυνάμεις θα επετίθεντο εναντίον της Ρωσίας, της οποίας οι ένοπλες δυνάμεις δεν είχαν την ευελιξία, την υψηλή τεχνολογία και την ταχύτητα μετακίνησης των αντιστοίχων γερμανικών.

Η σιδηροδρομική γραμμή Βερολίνου-Βαγδάτης, η οποία πρόλαβε να φθάσει μέχρι τις περιοχές της ανατολικής Μικράς Ασίας, έδειχνε σαφώς ποια ήσαν τα γερμανικά επεκτατικά αυτοκρατορικά οράματα και υλοποιούσε ταυτόχρονα τους χειρότερους εφιάλτες μιας άλλης Αυτοκρατορίας, που ήθελε να ελέγχει απολύτως το δρόμο προς τις Ινδίες και τον Περσικό Κόλπο: της Αυτοκρατορίας της Γηραιάς Αλβιώνος.

Ήδη από το 1897, ο γερμανός γεωγράφος και πατέρας της Γεωπολιτικής, F. Ratzel (1844-1904) είχε διατυπώσει ένα σοβαρότατο θεωρητικό προβληματισμό για το μέλλον του Ράιχ. «Μήπως για την Γερμανία», αναρωτιόταν ο Ράτσελ, «την για τόσα χρόνια διηρημένη και τώρα συγκεντρωμένη, αλλά πάντα ανοικτή, χωρίς ακριβή σύνορα προς ανατολάς και προς δυσμάς, είναι η καλύτερη στιγμή για την έναρξη μιας ηγεμονικής πορείας, όπως αυτής που ενέπνεε τους von Bülow, Karl Ritter, von List και άλλους;». Ο Ράτσελ παρέστη άλλωστε μάρτυς μεγάλων πολιτικών και οικονομικών επιτυχιών, κρατών όπως οι Η.Π.Α. στην ξηρά και η Μεγάλη Βρετανία στη θαλάσσια αυτοκρατορία της, επιτυχιών που οφείλονταν κυρίως στην εκάστοτε μορφή της αμερικανικής χωρικής αναπτύξεως.

Ο Ράτσελ θεωρεί μοιραίως, ότι οι διαστάσεις των Η.Π.Α. προσδίδουν στη χώρα αυτή ένα μόνιμο δυναμισμό. Μέσα σε ένα κράτος-ήπειρο, όπου τεράστιες εκτάσεις προσφέρονται για εγκατάσταση ανθρώπων, μια συνεχής κίνηση, η οποία λειτούργησε αρχικά από τα ανατολικά προς τα δυτικά, μετατοπίζει πληθυσμούς. Αντιστρόφως, όμως, οι αμερικανοί ηγέτες είναι υποχρεωμένοι να χειρίζονται την περιοχή τους ως ενιαίο σύνολο. Όλα στις Η.Π.Α. θα συνέτειναν στο συγκεντρωτισμό (Zusammenfassung). Επί πλέον, τα γεωπολιτικά σχέδια των Η.Π.Α. αντιστοιχούν στο δυναμικό ισχύος αυτής της χώρας. Θεωρεί ότι «το Δόγμα Μονρόε δεν είναι μεμονωμένο γεγονός, ούτε βέβαια τυχαίο συμβάν» και συνεχίζει: «Η αμερικανική ένωση καλύπτει το 30% της επιφανείας του πλανήτη και είναι ακόμα πιο επικίνδυνη, επειδή πρόκειται για συμπαγή δύναμη, παρ’ όλο που είναι ακόμη αραιοκατοικημένη, με υψηλό πολιτισμικό επίπεδο. Έτσι», συνεχίζει ο Ράτσελ, «οι Η.Π.Α. με τα 142.000 τ.χμ. τους δεν αντιπροσωπεύουν μόνες τους αυτή την περίπτωση. Ο Καναδάς (Βόρεια Βρετανική Αμερική), η Βραζιλία, η Ρωσία, η Κίνα, η Αυστραλία, επιβεβαιώνουν αυτήν την παγκόσμια τάση προς την Παγκόσμια Δύναμη (Weltmacht), της οποίας τα αποτελέσματα μετρώνται σε ηπειρωτική κλίμακα». Και το συμπέρασμα του Ράτσελ προκύπτει αβίαστα: «Εμείς (η Ευρώπη) πρέπει να μάθουμε να κατανοούμε την όψη του κόσμου διά μέσου των πολιτικών σχεδίων των Μεγάλων Δυνάμεων, ακόμα και αν αμφισβητούμε τη νομιμότητά τους, διότι, αν δεν γίνει αυτό, διατρέχουμε τον κίνδυνο οι εκτιμήσεις μας να είναι κοντόφθαλμες».

Καταλήγει, όμως, και σε άλλα ενδιαφέροντα συμπεράσματα ο γεωγράφος, όπως στο ότι η Ευρώπη πρέπει να εξαμερικανισθεί, εφ’ όσον η αμερικανική ιστορία φέρει μέσα στα σπλάχνα της το γονιμοποιό σπέρμα της ιστορίας της Ευρώπης. Η «ηπειρωτική» αυτή κατάληξη των Η.Π.Α. δείχνει, κατά τον γερμανό γεωγράφο, και τις προοπτικές της γεωπολιτικής καταλήξεως του Παλαιού Κόσμου. Συγκρίνοντας, ο Ράτσελ διαπιστώνει ότι και στις δύο περιπτώσεις, από τη μια πλευρά υπάρχει η Μεσόγειος, που δημιουργεί έναν άξονα Βορρά-Νότου για τον Παλαιό Κόσμο, ενώ διακρίνει ως αντίστοιχο μέγεθος έναν μελλοντικό διηπειρωτικό δίαυλο για την Αμερική, όπως και το κοινό στοιχείο των «καρποφόρων ακτών» σε Ευρώπη και Αμερική (παρά τη σχετική έλλειψη νησιών στα αμερικανικά ύδατα). Η Ευρώπη, όμως, δεν είναι Αμερική και ο Ράτσελ θα επανέλθει επ’ αυτού σε ένα κείμενο αφιερωμένο στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα της Κεντρικής Ευρώπης (1904). Τονίζει ότι οι πόλεμοι στη Γηραιά Ήπειρο παρήγαγαν ένα σύστημα ισορροπίας των δυνάμεων, στο πλαίσιο του οποίου οι Μεγάλες Δυνάμεις αντισταθμίζουν τις αδυναμίες τους. Ο Ράτσελ υποστηρίζει -προφητικά σε ό,τι αφορά την μελλοντική ευρωπαϊκή ενοποιητική προσπάθεια υπό μορφήν Ε.Ο.Κ. και μετέπειτα Ε.Ε.- ότι μόνον από τη φάση αυτή και μετά πρέπει να κρίνουμε «διά της συμβιβαστικής οδού». Ο ανταγωνισμός των διεθνών δυνάμεων απαιτεί, σίγουρα, μια λύση. Οπωσδήποτε, όμως, όχι τη βίαια ρήξη μεταξύ των ευρωπαϊκών πραγματικοτήτων. Και προχωρά στο συλλογισμό του με εκπληκτική διορατικότητα αναφορικά με τις σημερινές ευρωπαϊκές εξελίξεις που οδήγησαν στη σημερινή Ευρωπαϊκή ένωση, τονίζοντας, ότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις έχοντας κατανοήσει τον αμερικανικό τρόπο λειτουργίας, θα φροντίσουν αρχικώς να καλύψουν τον οικονομικό συνδυασμό των δυνάμεών τους χωρίς να κινδυνεύσουν να υποκύψουν σε αυτά που ο γεωγράφος αποκαλεί «κωμικά αποτελέσματα της μεγαλομανίας».

Δυστυχώς, όμως η σημερινή διαχείριση της διεθνούς κρίσεως από πλευράς του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας και της ηγέτιδός του, κ. Merkel, καταδεικνύει ότι αυτά τα καταστροφικά σύνδρομα μεγαλομανίας δεν έχουν εισέτι εξαληφθεί, αλλά, τουναντίον, αναγεννώνται στο Βερολίνο.

Για τον Ratzel το πρόβλημα δεν συνίσταται μόνο στη δημιουργία μηχανισμών αυτοπροστασίας από τον «αμερικανικό κίνδυνο», αλλά και στην προσπάθεια για νέα επέκταση, η οποία θα επιτρέψει τη διαμόρφωση ενός νέου χάρτη της Mitteleuropa (Κεντρικής Ευρώπης). Εξ άλλου, ο Ράτσελ θεωρεί ότι αυτή η κοινότητα συμφερόντων θα επεκταθεί σίγουρα υπό τον όρο ότι η «Ευρώπη της Δύσης», δηλαδή η Γαλλία, θα συμμετάσχει σε αυτό το σχέδιο. Είναι πράγματι καταπληκτική η συνολική ανάλυσή του, τόσο που θα έλεγε κανείς πως διαβάζει το προοίμιο από τη Συνθήκη της Ρώμης.

Τώρα πλέον είναι ευκολότερα αναγνώσιμος ο σκοπός του ρατσελιανού αξιώματος, του σχετικού με την επεκτατική τάση των Η.Π.Α. σε ιστορικό πλαίσιο. Από τη «φυσική διόρθωση» των συνόρων μέχρι την «υποστασιακή αύξηση» του γεωγραφικού χώρου, τα εδάφη είναι μοιραίο να προσχωρήσουν σε μια δύναμη-επιβολέα παγκοσμίου τάξεως. Φυσικά ο γεωγράφος γνωρίζει πολύ καλά το αντίστροφο φαινόμενο της αποσυνθέσεως των παρηκμασμένων αυτοκρατοριών. Όμως για τον ιστορικό ορίζοντα της αμερικανικής περιπτώσεως ο γεωγράφος υποστηρίζει το προθεσμιακώς αναπόφευκτο της διαδικασίας και διδάσκεται από αυτό, κυρίως όσον αφορά την Mitteleuropa. Από την αντίληψη της «Μικράς Γερμανίας» (Κleindeutschland) σε αυτήν της «Κεντρικής Αυτοκρατορίας» / «Κεντρικής Δυνάμεως» (Mittelmacht) και μέχρι την Weltmacht («Παγκόσμιος Δύναμις»), ο Ράτσελ, με διαδοχικές ολισθήσεις, ανυψώνει συστηματικά το Ράιχ στο βάθρο ηπείρου.

β´
Μελετώντας το έργο του Ράτσελ, ο βρετανός γεωγράφος και ιδρυτής της Σχολής της Γεωγραφίας του London School of Economics, Sir Halford Mackinder, διατυπώνει το 1904 (έτος του θανάτου του Ράτσελ) τη Θεωρία της Heartland, τη γεωπολιτική δηλαδή εκείνη θεωρία που ερμηνεύει την ρατσελιανή αντίληψη μέσω μιας γεωγραφικής οντότητος με μεγάλη γεωπολιτική σπουδαιότητα, της «Ζώνης-Άξονα», που αποτελείται από την ευρασιατική μάζα, η κυριαρχία επί της οποίας θα επέτρεπε στον επικυρίαρχό της να ασκήσει διεθνή ηγεμονία. Η θεωρία αυτή του Mackinder φέρει αντιμέτωπες τις δυνάμεις εκείνες που κυριαρχούν στην ξηρά με αυτές που κυριαρχούν στη θάλασσα. Τις χερσαίες δηλαδή δυνάμεις εναντίον των θαλασσίων. Κοντολογίς τις γερμανορωσικές δυνάμεις εναντίον των αντιστοίχων αγγλοσαξωνικών.

Ο Mackinder προέβλεψε ή φοβήθηκε σωστά από γεωπολιτικής απόψεως. Ο Χίτλερ, όμως, και το επιτελείο του δεν ακολούθησαν απολύτως -ευτυχώς για την Ευρώπη και τον κόσμο- τις προβλέψεις του, ούτε τον στοχασμό του Ράτσελ, αλλά ούτε και του άλλου γερμανού γεωπολιτικού, του Κ. Haushofer, μελετητού του Ράτσελ, ο οποίος σύστηνε συμμαχία της Γερμανίας με την Ιαπωνία και τη Ρωσία για να υλοποιηθεί ακριβώς αυτός ο Heartland (Κεντρικός Άξων / Ζώνη-Άξων).

Ο ωμός και πρωτόγονος αντικομμουνισμός και αντισλαβισμός του Χίτλερ, τον οδήγησε στη λανθασμένη από γεωπολιτικής απόψεως αντιπαράθεση με την Ε.Σ.Σ.Δ., παρ’ όλες, μάλιστα, τις επίπονες και επίμονες προσπάθειες που κατέβαλαν τόσον ο επί των εξωτερικών Υπουργός του, Ιωακείμ φον Ρίμπεντροπ, όσον και το Γερμανικό Ναυαρχείο, προκειμένου να αποτρέψουν τη διάρρηξη της γερμανοσοβιετικής συμμαχίας και να τον πείσουν για την πρώτιστη και αδήριτη αναγκαιότητα αναδείξεως της Γηραιάς Αλβιώνος σε «Κύριο Εχθρό» (Haupt-Feind). Ο Φύρερ του 3ου Ράιχ, σχεδίαζε να μετατρέψει τις σλαβικές περιοχές της Πολωνίας και της μείζονος Ρωσίας (Ουκρανίας, Λευκορωσίας, Δυτικής, Κεντρικής και Μεσημβρινής Ρωσίας και Κριμαϊκής Χερσονήσου) σε περιοχές γερμανικού εποικισμού, όπου το «κατώτερο ανθρωπολογικά» (Untermenschen: «υπάνθρωποι») σλαβικό εργατικό δυναμικό θα υπηρετούσε τους «Αρίους Κυρίους» του (arische Herrenmenschen) - όσοι τουλάχιστον εκ των σλαβικών και βαλτικο-ανατολικών πληθυσμών θα εκρίνοντο ως «Μη Εκγερμανίσιμοι» (Eindeutschungs-Unfähig) - προς όφελος του «χιλιετούς Ράιχ», του «Μείζονος Ευρωπαϊκού Χώρου» (Europäischer Grossraum), του «Μείζονος Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου» (Europäische Grossraum-Wirtschaft) και της «Νέας Ευρωπαϊκής Τάξεως» (Europäische Neu-Ordnung).

Στο πλαίσιο αυτό η Γαλλία και η Ιταλία, όπως και η σκανδιναβικές χώρες, έχουν συμπληρωματικό γεωπολιτικό ρόλο στο γεωπολιτικό σχεδιασμό των θαλασσίων και των χερσαίων δυνάμεων αντιστοίχως. Σημαντικότατο μέρος αυτού του γεωπολιτικού ρόλου στο σχεδιασμό των θαλασσίων δυνάμεων, δηλαδή των αγγλοσαξωνικών, έχει μέχρι σήμερα και η Ελλάδα, ως σημείο κλειδί της Μεσογείου, των Δαρδανελίων, του διαύλου του ανατολικού Αιγαίου (με τα τόσα σημερινά, πια, προβλήματα), και της νότιας ζώνης της Μεσογείου μεταξύ 35ου και 36ου παραλλήλου. (Βλ. Χάρτη 2). Μια πολύ ενδιαφέρουσα, από γεωπολιτικής απόψεως, ζώνη, εμπεριέχουσα το Ισραήλ, την Κύπρο, την Κρήτη, τη Μάλτα και το Γιβραλτάρ, η οποία μέχρι σήμερα χαρακτηρίζεται από έντονη αστάθεια, ιδιαιτέρως μετά από τα εξεγερσιακά φαινόμενα της ούτω καλουμένης, κατ’ αγγλοσανικήν έμπνευσιν, «Αραβικής Ανοίξεως» (Arab Spring) αλλά και σημαντικότατη αγγλοσαξωνική στρατιωτική και πολιτική παρουσία.

Χάρτης 2. Η Ζώνη αγγλοσαξωνικών γεωστρατηγικών στοχεύσεων και επιρροών: 30ός-36ος παράλληλος

Η Ελλάς, ως «ναυτική διεθνής οντότητα» η οποία «οφείλει την ύπαρξή της και την επιβίωσή της στη θάλασσα», ήταν ο μοναδικός κρίκος στο οριζόντιο -αγγλοσαξωνικής κατασκευής- βαλκανικό ανάχωμα στην κάθοδο των Χερσαίων/Ηπειρωτικών Δυνάμεων (Ρώσων ή/και Γερμανών) προς τη Μεσόγειο, τη στιγμή που η Τουρκία, εξεδήλωνε την περιβόητη «επιτήδεια ουδετερότητά» της προς τη ναζιστική Γερμανία (παρά τις ρητές συμμαχικές δεσμεύσεις και ανειλημμένες υποχρεώσεις της τόσο έναντι της Ελλάδος όσο και έναντι της Αγγλίας, για τις οποίες μάλιστα είχε εκ των προτέρων και λίαν πλουσιοπάροχα αμειφθεί από το Λονδίνο!), η Γιουγκοσλαβία και η Ρουμανία είχαν ψυχολογικώς παραλύσει και, εν πολλοίς, παραδοθεί, η Βουλγαρία ήταν σύμμαχός της και η Ιταλία, με το αλβανικό της προτεκτοράτο επί της Βαλκανικής και το (ιδικής της κατασκευής) ιδεολόγημα της «Μεγάλης Αλβανίας», ως αιχμή του δόρατος που έπληττε τόσο το Βελιγράδι (Κοσσυφοπέδιο/Μετόχια) όσο και την Αθήνα (Ελληνική Νότιος Ήπειρος - ή κατ’ αυτούς «Τσαμουριά»), διεκδικούσε για λογαριασμό του φασιστο-ναζιστικού Άξονα την ηγεμονία στη mare nostrum και τις πολύτιμες διόδους της Μεσογείου. Άλλωστε, ήταν η απόλυτη και βαθειά επίγνωση αυτών ακριβώς των αδήριτων γεωπολιτικών αναγκαιοτήτων και δεδομένων που έκαναν τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος Ιωάννη Μεταξά να λάβει σαφή και απερίφραστη θέση υπέρ των Δυνάμεων της Θαλάσσης, κατά τον επερχόμενο πόλεμο μεταξύ «αγγλικού (αγγλοσαξονικού) συγκροτήματος» και «ηπειρωτικού συγκροτήματος» - και τούτο, βεβαίως, όχι την 3ην πρωινήν ώραν της 28ης Οκτωβρίου 1940 αλλά ευθύς εξ αρχής, ήδη του Αυγούστου του 1936.

---------------------------------------------------------------
Κυπριακή Παρέκβαση
Έχω μια μανία να κυνηγάω τα κλισέ, δεν μου αρέσουν τα κλισέ, σκέφτηκα δύο πολύ σημαντικά κλισέ τα οποία ταλανίζουν... την υπόθεση της γεωστρατηγικής θέσεως της Κύπρου, αφενώς, και αφετέρου, ότι πόσο χαζοί είμασταν εμείς οι Έλληνες που ζητούσαμε από τους Βρετανούς την Ένωση μας με την Μητέρα Έλλάδα και ότι ήταν τελείως βλακώδες αυτό που κάναμε διότι είχε τόσο μεγάλη γεωστρατηγική σημασία η Κύπρος για τους Βρετανούς και στον πρώτο και στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που το μόνο που κάναμε ήταν να σκάβουμε τον λάκκο μας. Ένας μύθος ο οποίος πολύ εύκολα κατέρρευσε. Η Κύπρος δεν είχε καμμία ιδιαίτερη σημασία, μάλιστα ήταν δευτερεύουσας ποιότητας αποικία την περίοδο του πρώτου και του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και εκείνο το οποίο διαπίστωσα, ήταν ότι εκέινη η διασυρμένη γηραιά πόρνη η οποία υπήρξε αυτοκρατορία τις δύο αυτές περιόδους, του πρώτου και του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, έσερνε τα κουρέλια της μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, αυτή και μια νομεκλατούρα αξιωματικών και πολιτικών οι οποίοι απελάμβαν όλες εκείνες τις τιμές... δημιούργησαν ένα κλίμα, το οποίο ήρθαν και το ενέταξαν σαν modulo μέσα στην ψυχροπολεμική στρατηγική που ξεκίνησε από τη δεκαετία του '50 και μετά και στην ΝοτιοΑνατολική Μεσόγειο με το ΝΑΤΟ και την κομμουνιστοφοβία της περιόδου, ούτως ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν τί;... το τελευταίο τους αποκούμπι, αυτό το οποίο θα τους επέτρεπε να κρατήσουν αυτό το πρεστίζ του empire, το οποίο το είχαν χάσει, επειδή εχάσαν τα πάντα, εχάσαν όλες τους τις αποικίες, εχάσαν το Διαμάντι του Στέμματος, την Ινδία, έχασαν τα πάντα. Έχασαν στο τέλος και το Σουέζ. Και τι τους έμεινε; Τους έμεινε η Κύπρος για να βγάζουν τα κόμπλεξ τους...

Πάντα κατηγορούσαμε τους εαυτούς μας... αλλά ποτέ δεν καθήσαμε να σκεφτούμε, η άλλη πλευρά, η βρετανική πλευρά, πως το έβλεπε. Εντάξει, εμείς είμασταν κακοί, κάναμε λάθη, μήπως δεν κάναμε και τόσο μεγάλα λάθη;...

Ενδεικτικό της ήσσονος γεωστρατηγικής αλλά και επιχειρησιακής σημασίας, την οποία απέδιδαν οι ίδιοι οι ιθύνοντες της υψηλής στρατηγικής της γηραιάς αλβιώνος στη νήσο, ήτο και το γεγονός ότι ακόμη και μετά και παρά την ανέγερση ναυτικών και αεροπορικών βάσεων, η Κύπρος δεν διαδραμάτησε σημαίνοντα ρόλο εις ουδένα των δύο παγκοσμίων πολέμων.

Ο πρώτος σημαίνων ρόλος της Κύπρου... ήταν το '51 με '53, όταν δουλεύθηκε από την Λευκωσία το σχέδιο Αίας, που είχε σαν σκοπό να ανατρέψει τον Μοσαντέκ, στο Ιράν. Και εδώ η Λευκωσία ήταν η φιλοξενούσα περιοχή όπου οι μυστικές υπηρεσίες της Μεγάλης Βρετανίας και οι μυστικές υπηρεσίες των Αμερικανών, είχαν ένα στρατηγείο, ένα επιτελείο, το οποίο ουσιαστικά συντόνιζε τα δύο υπηρεσιακά αρχηγεία -το ένα στη Τεχεράνη και το άλλο στον Λίβανο- τα οποία προσπαθούσαν να ρίξουν τον Μοσαντέκ. Έχω σκοπό να γράψω κάτι όπου θα δείτε το πόσο πολύ μοιάζει η περίοδος εκείνη με αυτές τις ρόζ, πουά, ριγέ και λοιπές επαναστάσεις των τουλιπών, των γιασεμιών και όλα αυτά τα φαινόμενα τα οποία δεν αλλάζουν καθόλου...


Η άποψη περί δευτερευούσης στρατηγικής σημασίας, την οποία οι βρετανοί ιθύνοντες εφαίνετο να αποδίδουν στην Κύπρο επί μισόν αιώνα τουλάχιστον, ενισχύεται και από το γεγονός ότι... μεσούντως του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, οι Βρετανοί συνεζήτησαν την παραχώρηση της νήσου στην Ελλάδα προκειμένου να δελεάσουν την ελληνική κυβέρνηση, ώστε να εισέλθει και αυτή στον Μέγα Πόλεμον παρά των δυνάμεων της Αντάντ και εναντίον των Κεντρικών Δυνάμεων.

Βεβαίως είς πείσμα των κρατουσών μυθοπλασιών και ιδεοληψιών, οι τότε ιθύνοντες της Ελληνικής Υψηλής Στρατηγικής -υπήρχαν τότε τέτοιοι- απέρριψαν την αγγλική «προσφορά», όχι διότι αυτοί ήσαν «γερμανόδουλοι ή προδότες», αλλά διότι η υποτιθέμενη «προσφορά» ήτο, φευ, αρκούντως τυπικώς βρετανική [η παραχώρηση μετά τον πολεμο εφόσον βγεί νικήτρια η Αγγλία, καθόλου αυτονόητο εν έτει 1915, αντάλλαγμα την ανατολική Μακεδονία στην Βουλγαρία -Καβάλα, ο Βουλγαρικός Διάδρομος ως αγγλικό χαρτί προκειμένου να αποσπασθεί η Σόφια από την επιρροή του Βερολίνου κ.λπ]...

Το αίτημα της αυτοδιαθέσεως ετιθεντο υπο το κράτος των εντυπώσεων του μόλις λήξαντος παγκοσμίου πολέμου, της δυναμικής που ο πόλεμος εκείνος απελευθέρωσε, αλλά και της ρητορείας των νικητριών δυνάμεων, που επιμόνως, συστηματικώς, τεχνηέντως και κατ' εξακολούθησιν, είχαν επιδιώξει να προσδώσουν στην αναμέτρηση τους με τις ηττηθήσες δυνάμεις τον χαρακτήρα μιας ολικής αναμετρήσεως μεταξύ φωτός και σκότους, μεταξύ ελευθερίας και τυραννίας.

Εις τα ανωτέρω, πρέπει να προστεθεί και ένας ακόμη σημαντικό στοιχείο. Η συγκεκριμένη αποικιοκρατική δύναμις, προς την οποία απηύθηναν οι Έλληνες της Κύπρου το καθ' όλα νόμιμον, θεμιτόν και επίκαιρον αίτημα της αυτοδιαθέσεως, ήτο και η κατ' εξοχήν σύμμαχος δύναμις της Ελλάδος. Τόσο ιστορικά και διαχρονικά όσο και ιδιαιτέρως, κατά τον μόλις προηγηθέντα μεγάλο πόλεμο. Μάλιστα προϊόντος του 1940, η "Μικρά πλήν έντιμος Ελλάς" παρέμεινε, η μόνη, κυριολεκτικώς, ενεργός σύμμαχος της Βρετανίας σε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο όταν όλα τα υπόλοιπα κράτη είχαν, κυριολεκτικώς, γυρίσει την πλάτη προς το Λονδίνο, είτε προσχωρώντας εκουσίως στον Άξονα (παραδείγματος χάριν, Ουγγαρία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Φινλανδία), είτε ερωτοτροπώντας μετά του Άξονος, και αθετώντας τις προς το Λονδίνο υποχρεώσεις τους, χωρίς όμως εν τέλει να αποφύγουν το βιασμό (π.χ. Γιουγκοσλαβία, Βέλγιο), είτε ερωτοτροπώντας μετά του Άξονος και επιτυγχάνοντας να διατηρήσουν την ἐπιτήδειον ουδετερότητα των (Τουρκία, Σουηδία), είτε υποτασσόμενά στον Άξονα κατ' όπιν συμβολικής αντιστάσεως ορισμένων λεπτών της ώρας (παραδείγματος χάριν Δανία, Ολλανδία).

---------------------------------------------------------------


.~`~.
IV
Η σημερινή κατάσταση της Ελλάδας στην Ευρώπη και στο ΝΑΤO

Θα ήθελα να επεξεργασθώ λίγο ακόμη το πρόβλημα, προσπαθώντας να κάνω μια σύντομη ανάλυση για το τι κατά τη γνώμη μου συνέβαινε μέχρι σήμερα από γεωπολιτική άποψη στην Ευρωπαϊκή Ένωση γενικότερα και στην Ελλάδα ειδικότερα.

Ήταν από μακρού γνωστόν στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότης είχε κληθεί -αμέσως μετά το πέρας του τελευταίου θερμού μεγάλου πολέμου και αρχομένου του νέου, «ψυχρού», πολέμου- με προεξάρχουσες τη Γαλλία και τη «Δημοκρατία της Βόννης» (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), και υπό την αμέριστη και ολόψυχη πολιτική, στρατηγική και οικονομική καθοδήγηση και υποστήριξη των Η.Π.Α. και της Μ. Βρετανίας, να «θεσμίσει» (αλλά και να «χρηματοδοτήσει») κατά μέγα μέρος μιαν αγγλοσαξωνική, αυτήν την φορά (και όχι γερμανική) υπόθεση ηγεμονίας στη Δυτική Ευρασία, καθαρά μακιντεριανής σχολής. Μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, κατέστη πρόδηλον ότι η Ουάσιγκτον ενδιεφέρετο για την ανάθεση ενός αναλόγου - αλλά σαφώς πιο ενισχυμένου και αναβαθμισμένου - ρόλου στην επανενωθείσα «Βερολίνειο Δημοκρατία», την οποίαν και αναγόρευσε άλλωστε σε «εταίρο εν ηγεσία» (partner in leadership), και μάλιστα εν όψει του αρχομένου 21ου αιώνα.

---------------------------------------------------------------
Γράφει σε υποσημείωση του στο σημείο αυτό ο συγγραφέας: Εις πείσμα όλων όσοι ομιλούν για «ψυχροπολεμισμούς» και «αναχρονισμούς» επηρεασμένοι από μια καθαρά «διεθνοδικαιική» προσέγγιση του θέματος. Δεν συλλογίζονται, όμως, ότι όσοι δεν υπολογίζουν ούτε κατ’ ελάχιστον το Διεθνές Δίκαιο είναι, υποτίθεται, οι καντιανοί οπαδοί του W. Wilson! Και βεβαίως, δεν αντιλαμβάνονται οι δικαιολάγνοι διεθνολόγοι και «διεθνολογούντες» ότι η διεθνής εμπειρία (Κυπριακό, Γιουγκοσλαυΐα, Λιβύη, κ.λπ.) αποδεικνύει πως το Διεθνές δίκαιο συνήθως δεν εκφράζει τίποτε περισσότερο από το συμφέρον «μας», εφοδιασμένο με... Στρατό, Ναυτικό και Αεροπορία!
---------------------------------------------------------------

Ίσως αυτό να μην αποτελεί το «κατ’ εξοχήν» κακό, εάν το ζητούμενο ήταν η επίτευξη της ειρήνης στην «πλανητική νήσο», και δη στην Heartland, δηλαδή την Ευρασία. Είναι, όμως, προφανές, ότι πρόκειται για μια αντιευρωπαϊκή εξέλιξη που έχει ως μήτρα κάποιες υποευρωπαϊκής κλίμακος συνενώσεις.

Το θέμα της (καταχρηστικώς καλουμένης) Ενωμένης Ευρώπης δεν αποτελεί κατ’ ουδένα τρόπο φετίχ για το γράφοντα. Η «Ενωμένη Ευρώπη» αποτελεί στη συνείδηση όλων των υποστηρικτών της μέσο διατηρήσεως της Ειρήνης και της Ασφαλείας στην Ευρασία, ιδιαίτερα μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, Εάν ο στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί, είτε για λόγους «ευρωπαϊκών εθνικισμών», είτε για λόγους συγκρούσεων μεταξύ των ανωτέρω εθνικισμών, αφ’ ενός, και της διαπιστουμένης προσπάθειας αγγλοσαξωνικής πολιτικής ηγεμονίας στο χώρο της Ευρασίας, αφ’ ετέρου, είμαστε αναγκασμένοι να επανατοποθετήσουμε το ζήτημα με κάθε ειλικρίνεια. Η αντιμετώπιση της πραγματικότητας είναι ο μόνος τρόπος να ευρεθεί η καλύτερη για τους λαούς λύση στο πρόβλημα ανακατανομής της ισχύος στον ευρασιατικό χώρο.

Το ζήτημα δεν είναι, λοιπόν, εάν οι σημερινές αντιλήψεις και οι σημερινοί πολιτικοί χειρισμοί των ευρωπαίων και αμερικανών ηγετών βλάπτουν ή συρρικνώνουν την πολιτική διάσταση της Νέας Ευρώπης. Έχει καταστεί πλέον εμφανές ότι το πράττουν.

Το ζήτημα, τελικώς, συνίσταται στο εάν κάτι τέτοιο γίνεται συνειδητώς εις βάρος της πολιτικής και αμυντικής ενοποιήσεως της Ευρώπης ή στο εάν οι συμμετέχοντες στο στρατηγικό αυτό παίγνιο διατηρούν λανθασμένες εντυπώσεις για τις επιπτώσεις των πολιτικών προσανατολισμών και των χειρισμών τους. Κατά την γνώμη μου, συμβαίνουν και τα δύο.

Και εστιάζοντας εις το σημαντικότερο διακύβευμα, αναρρωτιέμαι κατά πόσον το επιτελείο στρατηγικού σχεδιασμού της διοικήσεως Ομπάμα έχει αντιληφθεί ότι η προώθηση της νεο-οθωμανικής ονειρώξεως, ως στρατηγικό κέλυφος χειραγωγήσεως του αραβομουσουλμανικού κόσμου και μάλιστα εναντίον ενός πυρηνικού σιιτικού Ιράν αποτελεί απολύτως λανθασμένη στρατηγική, η οποία θα οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση και συντηρεί πολλαπλές θερμές αντιπαραθέσεις στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή και στην Ν/Α Μεσόγειο.

Η λανθασμένη αυτή γεωστρατηγική επιλογή αποτελεί τη μεγίστη πρόκληση για την Ελλάδα η οποία, περιδινιζομένη στην παρούσα διεθνή κρίση με απολύτως αποτυχημένες πολιτικές επιλογές για την αντιμετώπισή της και βιώνουσα το πέρας του μεταδικτατορικού πολιτικού κύκλου σε καθεστώς κοινωνικής απογοήτευσης, απαξιώσεως της μέχρι σήμερα πολιτικής και του μέχρι σήμερα, ούτω καλουμένου, «πολιτικού προσωπικού» θεωρεί εαυτήν υποχρεωμένη να απολέσει ως και ό,τι έχει απομείνει από την Εθνική Κυριαρχία (μετά τις αλλεπάλληλες εκχωρήσεις Εθνικής Κυριαρχίας, το 1992, το 1997, το 1999, το 2010 και το 2011 - πάντοτε με μια άκρως διασταλτική ερμηνεία και καταχρηστική εκμετάλλευση του άρθρου 28 του Συντάγματος, πάντοτε δε ερήμην του Κυριάρχου Ελληνικού Λαού και χωρίς ποτέ να κληθεί ο τελευταίος να αποφασίσει για ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα, όπως η συνέχιση - ή μη - της υπάρξεως ανεξαρτήτου Ελληνικού Κράτους με την μόνη αυθεντική, αδιαμεσολάβητη, άμεση, ad hoc και γνησίως δημοκρατική διαδικασία: το δημοψήφισμα!). Πάντα ταύτα δε, για να... παραμείνει, υποτίθεται, η Ελλάς εις την «Ευρωζώνην», της οποίας το μέλλον, όμως, είναι τουλάχιστον άδηλον, για να το διατυπώσουμε επιεικώς, καθώς αυτή φαίνεται καταρρέουσα λόγω της μη χρησιμότητητος πλέον της Ε.Ε. ως μέρους του αναχωματικού δακτυλίου προστασίας των Η.Π.Α. έναντι της (δυνητικής συνεταίρου των, πλέον) Ρωσίας.

Συνεπώς, εκεί που θα κληθεί συντόμως «όχι να πει» η Ελλάς είναι η νεο-οθωμανική Τουρκία υπό την καθοδήγηση της ισλαμιστικής κυβερνήσεως των κ.κ. Ερντογάν-Γκιούλ, της καθοδηγουμένης από τις εξίσου ισλαμιστικές και αντιδυτικές επιταγές του ισλαμιστή Υπουργού των Εξωτερικών της κ. Αχμέτ Νταβούτογλου.

Τις ημέρες που συντάσσεται αυτή η γραφή, τα εκλογικά αποτελέσματα του πρώτου γύρου των εκλογών στην Αίγυπτο της πλατείας Ταχρίρ, ανεβάζουν το ποσοστό των Αδελφών Μουσουλμάνων και των Σαλαφιστικών κομμάτων στο 75% περίπου! Ήδη δε η Τυνησία και το Μαρόκο έχουν αναδείξει κυβερνήσεις υπό την επιρροή των Αδελφών Μουσουλμάνων (εις πείσμα όσων πολιτικών και γνωμηγητόρων, παρ’ ημίν, «οραματίζονταν» μετακένωση δυτικής δημοκρατίας και human rights στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο!). Εάν το καθεστώς Άσαντ καταρρεύσει και πάλιν θα αναδειχθούν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, η Χαμάς στη Γάζα είναι θυγατρική των Αδελφών Μουσουλμάνων...

Αυτά είναι τα δεδομένα. Τι θα συμβεί με μια πιθανή αποσταθεροποίηση του Ουαχαβιτικού καθεστώτος στη Σαουδική Αραβία; Προφανώς στην εξουσία θα ανέλθουν σαλαφιστικών τάσεων κόμματα, δηλαδή συντηρητικότερα και αυτών των Αδελφών Μουσουλμάνων. Πώς θα αντιδράσει σε όλη αυτή την κατακλυσμιαία αλλαγή το σιιτικό Ιράν, βλέποντας τα γειτονικά καθεστώτα να αποκτούν θεοκρατικές δυναμικές με σουνιτική δογματική προσέγγιση;

Ίσως αυτό να το θεωρούν ευνοϊκό κάποιοι κολλεγιόπαιδες στην Ουάσιγκτον, ίσως εδώ θα ήθελαν να τους χρησιμεύσει ως ποδηγέτης η Άγκυρα, αλλά πλανώνται πλάνην οικτράν. Οι Άγιοι Τόποι του Ισλάμ είναι στην Σαουδική Αραβία (Μέκκα και Μεδίνα) «υποβοηθούμενοι» από τα τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου του υπεδάφους της. Δεν πρόκειται το ουαχαβιτικό βασίλειο να παραχωρήσει την πρωτοκαθεδρία του στον σουνιτικό αραβομουσουλμανικό κόσμο, στους «καταστροφείς του Χαλιφάτου», δηλαδή τους Τούρκους. Και φυσικά, δεν πρόκειται να το πράξει και η Αίγυπτος με έναν από τους ισχυρότερους στρατούς της Μέσης Ανατολής, κάτοχος του σημαντικότερου Νομικού Πανεπιστημίου του σουνιτικού Ισλάμ, του Αλ ‘Ααζαρ, κλειδόλιθος της Μεσανατολικής ασφαλείας, κυρίαρχος του Σουέζ και ηγεμών του Αραβικού Συνδέσμου.

Και φυσικά μια σουνιτική Συρία υπό την πολιτική ηγεμονία των Αδελφών Μουσουλμάνων δεν θα δύναται να δεχθεί την κηδεμονία μιας Τουρκίας η οποία μοιραία θα είναι υποχρεωμένη να μείνει πιστή στο Ιράν ή να εμπλακεί σε έναν από τους πλέον αιματηρούς πολέμους της με το Κουρδικό στοιχείο της Ν/Α Ανατολίας, της Συρίας αλλά και του Ιράν...

Εκεί θα αντιληφθούν οι κολλεγιόπαιδες της Ουάσιγκτον ότι έκαμαν ακόμη ένα λάθος όπως αυτό του Αφγανιστάν και του Πακιστάν! Εκεί θα αντιληφθούν ότι το Ισλάμ είναι πρωτίστως Νόμος, και «Νόμος εκ Θεού» και είτε εφαρμόζεται είτε όχι! Αντικατοπτρίζεται στο είδος των απαντήσεων μιας ισλαμικής ιερονομικής ρήτρας: ή «ναί» ή «όχι»! Δεν γνωρίζει το Ισλάμ, το «ναι μεν, αλλά...». Δεν πρόκειται για μια απλή εσωτερική μεταφυσική αντίληψη περί θείου, η οποία μπορεί να εκφυλίζεται και να εξαφανίζεται ή εν πάση περιπτώσει, να αποτελεί εσωτερική υπόθεση του πιστού. Όχι. Και εκεί θα αντιληφθούν ότι οδήγησαν την Τουρκία σε ολισθηρότατες ατραπούς από τις οποίες δεν είναι εύκολο να εξέλθει.
Αλλά αυτό οφείλει να το αντιληφθεί και η τάλαινα χώρα μας, και σύντομα...



.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

*
- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.
*
*
*