6 Σεπτεμβρίου 2014

Διεθνείς οργανισμοί, ιδεολογικά δεδομένα και τα θρησκευτικά πράγματα.


.~`~.
Πρόλογος

Η τελευταία σημαντική παγκόσμια προσπάθεια συγγραφής μιας Παγκόσμιας Ιστορίας στον 20ο αιώνα έγινε όχι από κάποιο μεμονωμένο άτομο, αλλά από τη συλλογική εργασία μιας ομάδας κοινωνιολόγων -στην πλειοψηφία τους Αμερικανών- οι οποίοι άρχισαν το συγγραφικό τους έργο μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, σύμφωνα με τις γενικές υποδείξεις της «θεωρίας του εκσυγχρονισμού». Ο Κάρλ Μάρξ, στον πρόλογο της αγγλικής έκδοσης του Κεφαλαίου, σημειώνει ότι «η χώρα που είναι βιομηχανικά ανεπτυγμένη, απλώς προβάλλει προς τις υπανάπτυκτες χώρες την εικόνα του μέλλοντος τους». Η αντίληψη αυτή αποτέλεσε -συνειδητά ή όχι- το σημείο εκκίνησης της θεωρίας του εκσυγχρονισμού. Βαθιά στηριγμένη στο έργο του Μαρξ και των κοινωνιολόγων Βέμπερ και Ντιρκέμ, η θεωρία του εκσυγχρονισμού υποστήριζε ότι η βιομηχανική ανάπτυξη ακολουθούσε ένα σταθερό πρότυπο εξέλιξης και σε κάποια στιγμή παρήγε συγκεκριμένες ομοιόμορφες κοινωνικές και πολιτικές δομές στις διάφορες χώρες και πολιτισμούς. Μελετώντας χώρες όπως η Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, που εκβιομηχανοποίηθηκαν και εκδημοκρατίστηκαν πρώτες, μπορούσε κανείς να αποκαλύψει ένα καθολικό πρότυπο εξέλιξης το οποίο σταδιακά θα ακολουθούσαν όλες οι χώρες...

Με το πέρασμα του χρόνου, η θεωρία του εκσυγχρονισμού κατηγορήθηκε ότι ήταν εθνοκεντρική, ότι δηλαδή ανύψωνε τη δυτικοευρωπαϊκη και βορειοαμερικανική αναπτυξιακή εμπειρία στο βάθρο της οικουμενικής Αλήθειας, δίχως να παίρνει υπόψη της την «πολιτισμική οριοθέτηση» τους [Δυτικοευρωκεντρισμός]. «Ως αποτέλεσμα της δυτικής πολιτικής και πολιτιστικής ηγεμονίας», σημείωνε κάποιος από τους επικριτές, «η εθνοκεντρική αντίληψη ενθάρρυνε την άποψη ότι μόνο η δυτική πολιτική ανάπτυξη παρέχει ένα αξιόπιστο μοντέλο». Η κριτική αυτή πήγαινε βαθύτερα απ' ό,τι η απλή καταγγελία ότι υπήρχαν και πολλοί άλλοι δρόμοι προς τον εκσυγχρονισμό απ' ό,τι εκείνοι οι συγκεκριμένοι που ακολουθήθηκαν από χώρες σαν τη Βρετανία και την Αμερική. Έθετε υπό αμφισβήτηση την ίδια την έννοια του εκσυγχρονισμού, και ειδικά το κατά πόσο όλα τα έθνη επιθυμούσαν πραγματικά να υιοθετήσουν τις φιλελεύθερες δημοκρατικές αρχές της Δύσης, και κατά πόσο υπήρχαν διαφορετικής αξίας πολιτιστικά σημεία εκκίνησης και τέλους.

Η κατηγορία για εθνοκεντρισμό σήμανε το τέλος της θεωρίας του εκσυγχρονισμού.

Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος
Εκδ. Νέα Σύνορα - Α. Α. Λιβάνη
1992


.~`~.
Διεθνείς οργανισμοί, ιδεολογικά δεδομένα και τα θρησκευτικά πράγματα.

Όλοι οι πολιτικοί τρόποι σκέψης, είτε αυτοί είναι «σοσιαλιστικοί» είτε «σοσιαλδημοκρατικοί» είτε «φιλελεύθεροι» είτε οτιδήποτε άλλο, καταλήγουν από κοινού, ότι μόνο με «κοινωνικά μέτρα» μπορεί κάτι τι ν' αλλάξη, και θεωρούν κάθε πρόβλημα ως υπόθεση της πολιτικής του «μικρού χώρου» (εσωτερική πολιτική). Αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι κλάδοι σήμερα των λεγομένων «θεωρητικών επιστημών» (της Φιλοσοφίας και της Ιστορίας συμπεριλαμβανομένων) έχουν λίγο ή πολύ τον χαρακτήρα της «Κοινωνιολογίας». Προέκυψε έτσι ένας «διανοουμενίστικος ρατσισμός», από τον οποίον έπεται επίσης και κάθε άλλος. Σε όλους τους εν λόγω κλάδους, οι οποίοι κυριαρχούμενοι από τις ιδέες του A. Comte, δια του Hegel, Μαρξ, E. Durkheim μέχρι του Γκομπινώ (με τις «γραμμικές» του αντιλήψεις για τον εκφυλισμό των μεσογειακών λαών!!!) παραμένουν πάντα στο «πως» του μικρού χώρου, ουδέποτε αμφισβητείται ο μικρός αυτός χώρος και κάθε τι άλλο έξω απ' αυτόν φαίνεται αναγκαίο...

...το ιδεολογικό μηχάνημα του δυτικού κόσμου συνεχίζει να δουλεύη με τα ίδια πάντα επαναλαμβανόμενα νοήματα και τις ίδιες πάντα συνειδητές παραποιήσεις. Από τη μια μεριά η «δημοκρατία», η «ελευθερία» και η χειραφέτηση που οδηγούν στην «ανάπτυξη», από την άλλη ο «δεσποτισμός» και η «ανελευθερία» που οδηγούν στην «καθυστέρηση». Τόσο απλά θέλησε τα πράγματα ο Μάξ Βέμπερ - ο οποίος μίλησε με την ίδια βεβαιότητα για πράγματα που ήξερε και γι' αυτά που δεν ήξερε - και τόσο απλά προσφέρονται πάντα. Αλλά όταν ο κόσμος αλλάζη και οι ιδεολογίες δεν αλλάζουν, καλό οπωσδήποτε δεν είναι... Οι διχοτομήσεις αυτές μεταξύ «καθυστερήσεως» και «προόδου» σκοπό βέβαια έχουν να μεταφέρουν στην μέση κοινή συνείδηση την αντίληψη, ότι αιτία καθυστερήσεως των «καθυστερημένων» είναι αποκλειστικώς οι ίδιοι και ότι το «Διεθνές Δίκαιο» δεν έχει άλλον σκοπό ειμή την διάδοση της «δημοκρατίας» ανα τον κόσμο. Τον προηγούμενο αιώνα τον ρόλο της «δημοκρατίας» τον έπαιζε η «αποστολή του εκπολιτισμού»...
Επί δύο συνεπώς αιώνες τα πράγματα παραμένουν ιδεολογικώς τα ίδια, παρά την σωρεία παραδειγμάτων που αναφέραμε και αποδεικνύουν πλήρως ότι οι ιδεολογικές αυτές κατασκευές είναι τελείως αναντίστοιχες προς την υφιστάμενη εξέλιξη του κόσμου.

.~`~.
I

Στον χώρο της δυτικής Ευρώπης παρατηρείται ένα παράξενο όσο και μοναδικό φαινόμενο:

Εάν κοιτάξει κανείς σε άλλα μέρη (στα Βαλκάνια, την Ρωσία, την Μέση Ανατολή, Ινδία, Ινδονησία κλπ) βλέπει ότι όπου υπήρξε κοινή ιστορία, εκεί υπάρχει και μια σύμμιξη των θρησκειών. Στα Βαλκάνια Χριστιανισμός και Ισλάμ, στην Μέση Ανατολή Ισλάμ και Χριστιανισμός κ.ο.κ. Στον ευρωπαϊκό χώρο υποτίθεται ότι Ορθοδοξία και Καθολικισμός έχουν μια κοινή θρησκευτική ιστορία από την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δυστυχώς, όμως, ενώ βλέπει κανείς καθολικούς στον χώρο του ανατολικού Χριστιανισμού, δεν υπάρχει ούτε ένας γηγενής ορθόδοξος στον χώρο της Δύσης. Ούτε ένας γηγενής γερμανός ορθόδοξος, ούτε ένας γάλλος, ούτε ένας ολλανδός ή άγγλος. Και ούτε ένας μωαμεθανός βέβαια (εννοείται φυσικά από την εποχή του Χριστού και του Μωάμεθ και όχι ελέυθερες προαιρέσεις ατόμων). Πως είναι δυνατόν να εξηγηθεί αυτό το παράξενο φαινόμενο;

α´
Την συνιστορία Ισπανίας και Ισλάμ την ξέρομε. Την παρουσία του βυζαντινού ελληνισμού και των Αράβων στην νότια Ιταλία και Σικελία την βλέπομε ως τα σήμερα. Ορθόδοξο χριστιανό όμως κανέναν. Δηλοί αυτό «φυσική σχέση» θρησκειών; Στην Τουρκία υπάρχουν σιίτες και στην Περσία υπάρχουν σουνίτες. Εκεί που τα θέματα είναι με... τον διαβήτη ωρισμένα, είναι στα θέματα Ορθοδοξίας και Καθολικισμού: οι ορθόδοξοι σταματάνε συλλήβδην στην... Ηγουμενίτσα, ενώ οι καθολικοί επεκτείνονται κατά περίπτωση, έστω και σαν μειονότητες, σε όλα τα μήκη και πλάτη της μεσογειακής Ανατολής. Αν επίσης ρωτήση κανείς έναν αμόρφωτο τσοπάνο του Ολύμπου τι πιστεύουν οι καθολικοί, θα πάρη αμέσως την απάντηση: στο πρωτείο του Πάπα και στο Filioque. Ένας μάλιστα μετρίας μορφώσεως ορθόδοξος δεν θα δυσκολευθή για τις περαιτέρω σημασίες του τελευταίου αυτού: αν το «Άγιο Πνεύμα» εκπορεύεται από την κατά συμβεβηκός και φθαρτή ανθρώπινη φύση του Χριστού, τότε εκτός από τους Πατριάρχες είναι δυνατόν αυτό να κατευθύνη και τις ενέργειες ενός μάνατζερ σε μια βιομηχανία χημικών όπλων ή ενός στρατηγού που ετοιμάζεται στο επιτελείο του να ρίξη όσες ατομικές βόμβες έχει... Μόνο που στην τελευταία περίπτωση αυτοί το «Άγιο Πνεύμα» είναι δυνατόν να το ονομάζουν Staatsräson ή κάπως αλλοιώς... Δεν έχουν όμως την ίδιαν απλότητα τα πράγματα αν ένας ορθόδοξος πει σ' έναν δυτικοχριστιανό ότι είναι ορθόδοξος. Ο τελευταίος αυτός αμέσως θα ρωτήση: «τι ορθόδοξος, ελληνορθόδοξος ή ρωσορθόδοξος;». Από την πλευρά του ορθόδοξου ο διάλογος βέβαια σταματάει αυτομάτως, διότι απλούστατα δεν υπάρχει απάντηση... Αν μάλιστα εντρυφήση κανείς σε κείμενα της δυτικής εκκλησιαστικής ιστορίας, είναι δυνατόν να βρή εξόχως δυσνόητους όρους από θρησκευτικής απόψεως («βυζαντινόρρυθμοι καθολικοί», «ρωμαιορθόδοξοι», «ουνίτες», «καθολικόρρυθμοι ορθόδοξοι» κλπ... σε γνωστό μοναστήρι του Βελγίου π.χ., η απάντηση των καλόγηρων για την εκεί εκκλησία είναι ότι αυτή είναι «βυζαντινού» και όχι ορθόδοξου ρυθμού!...).

Στις λίγες αυτές παρατηρήσεις, εύκολα διακρίνει κανείς τις οργανικές δυσκολίες μεταξύ των χριστιανικών Εκκλησιών, θα ήταν όμως λάθος αν αυτά τα έκρινε σαν κάτι αρνητικό για την όλη εξέλιξη του Χριστιανισμού. Το εκπολιτιστικό έργο του Καθολικισμού υπήρξε τεράστιο. Και υπήρξε τέτοιο, διότι ενώ ο ανατολικός Χριστιανισμός και το Ισλάμ είχαν τις προϋποθέσεις να μετατραπούν σε κοινωνικά συστήματα και επομένως να υπερκαλύψουν την πολιτική, ανάλογες συνθήκες για τον Καθολικισμό δεν υπήρξαν.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μέχρι τις μέρες μας οι εθνικοσοσιαλιστές ήθελαν «γερμανικό Χριστιανισμό», διότι ο υπάρχων ήταν... σημιτικής προελεύσεως και δεν τους έκανε.

Στους χώρους της ανατολικής Μεσογείου οι θρησκείες προέκυψαν σαν φυσικά προϊόντα, διότι υπήρχε μια προϊστορία αιώνων γι' αυτές. Στους χώρους της δυτικής Ευρώπης δεν υπήρχαν ανάλογες προϋποθέσεις, ούτε οι δυτικοευρωπαϊκοί λαοί ευρίσκονταν κοντά στο βασικό κέντρο του Χριστιανισμού, την Κωνσταντινούπολη, όπως τα σλαβικά φύλα της ευρωπαϊκής ηπείρου. Ο Καθολικισμός πάλεψε με τους τρόπους του, προκειμένουν να οδηγήση την δυτική Ευρώπη στις μεσογειακές καταβολές του σημερινού πολιτισμού της. Τρόπους που πολλαπλώς κατακρίθηκαν, αλλά που υπήρξαν μέσα, αφου δεν υπήρχαν άλλα ή δεν μπόρεσαν να βρεθούν. Αυτά δεν κόστισαν μόνο στους χώρους του ανατολικού Χριστιανισμού (π.χ. σταυροφορίες), αλλά και στο ίδιο το Βατικανό αργότερα.

Σήμερα, βέβαια, τα πράγματα των θρησκειών είναι αρκούντως απλουστευμένα. Οι Εκκλησίες δεν προβλέπεται να παίξουν προεξάρχοντες καθοδηγητικούς ρόλους στις κοινωνίες, διότι ό,τι ήταν ιστορικώς να πετύχουν το πέτυχαν. Οι ανατολικές, που εκοινωνικοποιήθηκαν, δεν έχουν το ίδιο πρόβλημα με τον δυτικό Χριστιανισμό, που δεν κατάφερε κάτι τέτοιο (δηλαδή να αποτελέσει την αποκλειστική βάση της κοινωνίας) και μέσα στο πνεύμα της εκκοσμίκευσης να αναγκασθή να συμπράξη με την πολιτική. Μεταξύ των «δογμάτων» σήμερα του δυτικού Χριστιανισμού είναι και τα «ανθρώπινα δικαιώματα», τα οποία όμως προέρχονται από μιαν άλλη ιστορική διαδικασία και, αναγκασμένος ο ίδιος να τα δεχθή, αναγκαστικά τα συνδέει με μιάν έννοια «φυσικού δικαιού» του παρελθόντος. Τούτα τα «ανθρώπινα δικαιώματα», όμως, υπό την τρέχουσα «φιλελεύθερη» μορφή τους (π.χ. την «ελεύθερη ανάπτυξη του ατόμου» όχι μόνον στον πνευματικό αλλά και στον οικονομικό τομέα, καθώς προβλέπουν τα Συντάγματα) έχουν ανάγκη από μερικές δικτατορίες στην Λατινική Αμερική, στις Φιλιππίνες κλπ. Οι δικτατορίες φέρνουν εμφύλιους πολέμους, οπότε χρειάζονται δύο επίσκοποι: ένας για τους επαναστάτες, και ένας για τους δικτάτορες. Ίσως και ένας τρίτος για καμμιά παραφυάδα...

β´
Εξέλιξη δεν είναι να καταργούνται τα παραδεδομένα, αλλά να επανακαλύπτωνται. Τα πράγματα της ιστορίας - όπως είπαμε ήδη - δεν μπαίνουν στην λογική ανάλυση του προγραμματισμού. Γιατί τότε δεν θα υπήρχαν ούτε αποτυχημένοι πολιτικοί, ούτε αποτυχημένοι αυτοκράτορες και αυτοκρατορίες... Η συνύπαρξη Ορθοδοξίας και Καθολικισμού στην Μεσόγειο (παρά την φαγωμάρα, αλλά φαγωμάρα δεν παύει να σημαίνη ιστορικά συνύπαρξη...) έδρασε σε εξόχως κρίσιμες στιγμές για όλη την ύπαρξη του χριστιανικού κόσμου. Δύο περιπτώσεις σχετικά με την Ορθοδοξία αναφέρομε πιο κάτω, αλλά και ο Καθολικισμός σε μια από τις κρισιμώτερες στιγμές των θρησκευτικών του αγώνων εβοηθήθηκε από τον ανατολικόν Χριστιανισμό για την διάσωση των μεσογειακών νοημάτων στον χώρο της δυτικής Ευρώπης. Εννοούμε την διπλωματική αναγνώριση της Γαλλίας ως κύριας χριστιανικής χώρας τω 1526 (που άλλωστε θ' αποτελέση και την κύρια καθολική δύναμη στους χώρους της Οθωμ. Αυτοκρατορίας) και την σιωπή των Πατριαρχών προς τους Προτεστάντες.

Οι προϋποθέσεις του Οικουμενισμού υπάρχουν, αλλά αυτός δεν μπορεί να είναι ούτε τύπου Τσαντάγιεφ και Σολόβιεφ (που αποτελούν διανοητικά σχήματα κοινωνιολογικών αντιλήψεων), ούτε αυτός που επιδεικνύεται σήμερα... Ότι στον γενικώτερον χώρο του ανατολικού Χριστιανισμού επεκράτησε κάποια ένταση στις σχέσεις με την Καθολική Εκκλησία, είναι γνωστό. Και ότι μερικοί καθολικοί επίσκοποι στην Ρωσία, θέλησαν να διδάξουν στους ορθόδοξους πως να βαφτίζουν, κι αυτό επίσης. Αυτά σημαίνουν πως ο Οικουμενισμός θ' αργήση πολύ ακόμα. Τουλάχιστον όσο να χειραφετηθή ως κίνηση και ως νόημα από τις άμεσες πολιτικές ανάγκες...

Ο μεσογειακός οικουμενισμός, που λέμε, είναι άλλου είδους έννοια. Είναι υπόθεση μιας ιστορικής διαδικασίας διαρκούς υφής, μέσω ωρισμένων τόπων που υπήρξαν εκ φύσεως οικουμενικοί (και γι' αυτό προσέφεραν ό,τι προσέφεραν), αλλά που η νεώτερη πολιτική τους εξέκαμε σαν τέτοιους και που κάθε ιδέα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης προς Νότον σήμερα επιβάλλει να αποκατασταθούν. Στην προτέρα κατάσταση τους οπωσδήποτε όχι, γιατί λείπουν τα υλικά' και με τα υπάρχοντα ολίγα, όμως, μπορεί τουλάχιστον να αποκατασταθή το νόημα. Ο χώρος των Βαλκανίων και της ανατολικής Μεσογείου στήριξε ιστορικά την ύπαρξη του αποκλειστικά στις αρχές μιας οικουμενικής φιλοσοφίας, που είχε βάση το πρόσωπο. Ενός οικουμενισμού, δηλαδή, φυσικού και εκ των κάτω, ως γενική κοινωνική αρχή και όχι ως... διοικητική πρωτοβουλία. Έτσι υπήρξαν τα πράγματα και στην πρώην Γιουγκοσλαβία, έτσι και σε όλα τα Βαλκάνια, έτσι και στη Ρωσία, έτσι και στους χώρους της Μέσης Ανατολής, και έτσι τα προβλέπει (με καθυστέρηση 2000 ετών) και η... φιλοσοφία της «Ευρώπης». Ο μόνος χώρος που μετεβλήθη σε χώρο «συνόρων» είναι ακριβώς ο οικουμενικώτερος απ' όλους αυτούς, δηλαδή ο χώρος της καθ' εαυτό Μεσογείου...

Σύμφωνα με τις δοξασίες της «φιλοσοφίας της ιστορίας», η αρχαία ελληνική φιλοσοφία ήταν ένα είδος τουρίστα, όπου αφού εγεννήθηκε στην αρχαία Ιωνία, μετεκόμισε εν συνεχεία στην αρχαία Ελλάδα, απ' εκεί στην Ιταλία για να εγκατασταθεί εν τέλει στο Παρίσι και το Λονδίνο και από εκεί μέσω του... ΟΗΕ να διαχυθή στην ανθρωπότητα. Στο βιβλίο τούτο θελήσαμε να πούμε ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι και να το δείξωμε. Θελήσαμε δηλαδή να πούμε ότι η φιλοσοφία καθόλου δεν έφυγε από τους χώρους που γεννήθηκε, έμεινε εκεί, μέχρι των ημερών μας, δημιουργώντας πολιτισμούς και πολύπλοκα συστήματα κοινωνικής ισορροπίας, και ότι συνεπώς σε μια φυσική έννοια Ευρώπης η «δημοκρατία» δεν είχε μόνο να διδάξη αλλά και να διδαχθή...

.~`~.
II

Επί του τι είναι «ιστορία» μπορεί κανείς επί μακρόν να συζητή, χωρίς ελπίδα πως θα καταλήξη σε κάποιο τέλος. Συνήθως στην δυτική Ευρώπη εννοεί κανείς ως «ιστορία» την διήγηση επί ενός θέματος, που είναι εκ των προτέρων αποτελεσμένο ως έννοια, και την προσκόμιση των σχετικών στοιχείων. Μέχρι και σήμερα τα νέα βιβλία για την «Ιστορία της Ευρώπης» - τα οποία μάλιστα χρηματοδοτούνται από την ΕΟΚ (έτσι π.χ. το πρόσφατο βιβλίο του γάλλου ιστορικού J.-B. Duroselle) εκπονούνται κατά τούτο τον τρόπο: ορίζει κανείς εκ των προτέρων μιαν «Ευρώπη» όπως την θέλει, ή όπως θεωρεί χρήσιμο να την ορίση, και επιδιώκει με «στοιχεία» και αποσπασματικές «θεωρήσεις» του παρελθόντος να κομίση τις σχετικές αποδείξεις. Είναι όμως έτσι φανερό, ότι με τέτοιους «ορισμούς της Ευρώπης» ποτέ δεν μπορεί να τεθή η ερώτηση τι πράγματι είναι Ευρώπη, τι υπήρξε ή θα μπορούσε να είναι. Και φυσικά ποτέ το «πως» για κάτι τέτοιο.

α´
Από λόγους που δεν θα μας ενδιέφεραν αυτή την στιγμή, τα πράγματα με την «ιστορία» υπήρξαν πάντα τέτοια. Επειδή εδώ στην δυτική Ευρώπη ήταν η Ιεραρχία ανέκαθεν που ώριζε τα πράγματα, η «ιστορία» υπήρξε μια επιχείρηση μεταξύ «εγγράφων» και «πιστοποιητικών» με όχι πάντα καθαρά τα όρια μεταξύ γνησίου και πιστοποιημένου (π.χ. η «Κωνσταντίνειος δωρεά» του Βατικανού στον μεσαίωνα). Θα μπορούσε συνεπώς να πή κανείς ότι επρόκειτο για μια «βουλητική ιστοριογραφία», η οποία θα μπορούσε πάρα πολύ καλά να αγνοήση, να απαξιώση και να διαστρέψη κάθε τι που ευρίσκετο εκτός των σκοπιμοτήτων της. Ιδιαίτερα συνέβη έτσι κατά τους καιρούς της αποικιοκρατίας, κατά τους οποίους όχι μόνο προέκυψαν οι «εθνικές Ιστορίες» των δυτικοευρωπαϊκών κρατών (και φυσικά όλες με ύπατην «επιστημονική ακρίβεια»), αλλά παρήχθησαν εργαστηριακώς οι «εθνικές ιδεολογίες» (και δι' αυτών και οι «εθνικές Ιστορίες») πολλών άλλων κρατών... Σήμερα, αλλά μόνο για τον χώρο της δυτικής Ευρώπης επιχειρείται με την ίδιαν «επιστημονική ακρίβεια» να δειχθούν τα αντίθετα...

Είναι συνεπώς αυτονόητο, ότι αυτός ο συνεχής οπτικός αποκλεισμός για το πραγματικώς υφιστάμενο, η συνεχής άγνοια και διαστροφή του ιδίου, όχι μόνο παρήγαγε μιαν ουσιώδη έλλειψη γνώσεως στην γενική συνείδηση, αλλά ωδήγησε και σε έναν οιονεί πολιτιστικόν αποκλεισμό, ο οποίος ελάχιστα προσφέρεται σήμερα για μια διεθνή συνεννόηση. Απόδειξη για τούτο είναι ακριβώς οι «νέες Ιστορίες» της Ευρώπης... Για τούτο το είδος «Ιστοριών» (της «Ευρώπης») παραμένει αποκλεισμένη η ιδέα, ότι στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου εφαρμόσθηκε επί 2.000 χρόνια ό,τι η Ευρώπη σήμερα ψάχνει για τον εαυτό της: ο κατ' απόλυτον έννοια της λέξης διεθνικός τρόπος διακυβέρνησης. Η εμπειρία συνεπώς ότι αυτός ο τρόπος διακυβέρνησης απαιτεί λειτουργούσες και ευέλικτες ιδεολογίες και ότι τα μεγάλα ιστορικά μορφώματα (οι αυτοκρατορίες) δημιουργούνται και διαρκούν όχι λόγω των «αρχών» που έχουν να υποδείξουν αλλά λόγω της απορροφητικής ικανότητας που μπορούν να επιδείξουν, μοιάζει γι' αυτό το είδος ιστορικής θεώρησης σαν πραγματικά ξένο.

Καλύτερα από οπουδήποτε αλλού εικονίζεται αυτό το ιδεολογικό στερέωμα στο σημερινό «Διεθνές Δίκαιο» και την αρρωστημένη κατάσταση των «Διεθνών Σχέσεων» μας. Από την φιλοσοφία των πραγμάτων τούτων μοιάζει να είναι αποκλεισμένο ότι η μετατροπή των «ανθρώπινων δικαιωμάτων» στο (δια του κράτους) θετικό δίκαιο των «πολιτικών δικαιωμάτων» συνέβη μόνο στον χώρο της δυτικής Ευρώπης και σε κανέναν άλλον κύκλο πολιτισμού (ούτε και στην Αμερική επίσης!). Ενεργεί συνεπώς κανείς διαρκώς με «εθνικά κράτη» και με την κοσμοθεώρηση μιας γενικής και ενιαίας εξέλιξης στην ιστορία, σύμφωνα με την οποίαν - κατά μιάν εγελιανήν έννοια ή εκείνην της φιλοσοφίας του A. Comte (επίσης όμως και του Μαρξισμού) - όλοι οι πολιτισμοί του κόσμου μετρούνται με την επίτευξη των ίδιων ηθικών και κοινωνικών αρχών, όπως αυτές πραγματοποιήθηκαν στην Ευρώπη, ή ότι οφείλουν να διανύσουν τα ίδια «στάδια» στην ανάπτυξη τους, όπως αυτά συντελέσθηκαν στην δυτική Ευρώπη. «Δημοκρατία» και «Κοινοβούλιο» καταντούν έτσι συνώνυμα... Η ιδέα ότι ένα είδος «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ουδέποτε υπήρξε και ούτε μπορεί να υπάρξη - ή μάλλον ποιητικότερα: ότι ο κόσμος είναι ένα θαύμα και τα θαύματα όχι να τα «διοικήση» αλλά μόνον να προσπαθήση να τα οργανώση νομιμοποιείται κανείς, μοιάζει να βρίσκεται ολότελα απομακρυσμένη από την τρέχουσα πνευματική πραγματικότητα. Η ίδια λογική κατεύθυνση φαίνεται επικρατούσα και στην πολιτική: ολόκληρος ο κόσμος να κλεισθή σ' έναν κομπιούτερ και μετά μ' ένα κουμπί να αποκτά κανείς αμέσως ό,τι προς στιγμήν χρειάζεται... Το «κουμπί» ονομάζεται τρεχόντως «διεθνής (;) στρατιωτική δύναμη»...

Εάν λοιπόν κανείς ιδή τα πράγματα ιστορικά, θα διαπιστώση αμέσως ότι καθόλου δεν απεμακρύνθηκαν τα νοήματα από τις αντιλήψεις του άγγλου ποιητή Ρ. Κίπλινγκ, του οποίου μοναδική «ανθρώπιστική επιθυμία» ήταν να εκπολιτίση του Ινδούς! Κατά την σημερινή φιλοσοφία των διεθνών οργανισμών μας, μπορεί κανείς να θεωρήση ολόκληρη την υδρόγειο κατοικούμενη από «Ινδούς» του Κίπλινγκ. Και αυτό συμβαίνει καθημερινά στον Τύπο. Αδιάφορον εάν πρόκειται για πολέμους στη Βαλκάνια, για τον Σαντάμ Χουσεΐν, για τον Καντάφι, για τους Ταμίλους, τους Παλαιστίνιους είτε ο,τιδήποτε άλλο, αμέσως ψάχνει κανείς για «επιτιθέμενους», για καταστρατηγήσεις «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», μιλεί περί «παγκόσμιας κοινωνίας», περί «οικογένειας λαών» ή «διεθνούς κοινότητας κρατών», και προτείνει «παγκόσμια δικαστήρια». Το Διεθνές Δίκαιο σε τούτο το λεξιλόγιο μετονομάζεται από ευνοήτους λόγους σε «ανθρωπιστική βοήθεια», και τούτο κατά την έννοια, ότι οι φτωχότεροι οφείλουν αναγκαστικά να είναι και οι πολιτικώς ανώριμοι. Δεν εκπλήσσει συνεπώς ότι με μια τέτοια ιδεολογία πολύ συχνά οι αναλύσεις των έγκριτων εφημερίδων συμβαίνει να συμπίπτουν με τις απόψεις των μάνατζερ στα κίτρινα φύλλα...
Μια ουσιώδης παρατήρηση στα παραπάνω θα μπορούσε να είναι η εξής: η έννοια της «Παγκόσμιας Ιστορίας» δεν έχει υπάρξει ακόμη, ακριβώς επειδή κατά το παρελθόν η προσπάθεια ήταν να γράφωνται «εθνικές Ιστορίες» ως «παγκόσμιες Ιστορίες». Το ίδιο ισχύει ολοένα με τις νέες «Ιστορίες της Ευρώπης»...

...η σχέση της δυτικής Ευρώπης με την ανατολική Μεσόγειο οφείλει ν' αλλάξη. Από τον 11ο αιώνα μέχρι τον δεύτερον παγκόσμιο πόλεμο αυτή η σχέση υπήρξε μια μόνο: κάθε κρίση του δυτικοευρωπαϊκού χώρου έπρεπε να μεταφερθή στο ανατολικό τμήμα της Μεσογείου...

Σαν μια απαραίτητη προϋπόθεση γι' αυτήν την αλλαγή θεωρούμε την μεταβολή των θρησκευτικών σχέσεων. «Ιστορικά δίκαια» του δυτικού Χριστιανισμού και ιδιαίτερα του Καθολικισμού επί του εν λόγω χώρου, που είναι ιδεολογικά τελείως διαφορετικός από εκείνον της δυτικής Ευρώπης, θα εσήμαινε ακριβώς το ίδιο, όπως αν ένας μωαμεθανός ιμάμης από την Ινδονησία π.χ. προέβαλλε παρόμοια «δίκαια» επί της Σικελίας, της Σαρδηνίας, της Κορσικής, της Κάτω Ιταλίας και της Ιβηρικής Χερσονήσου, λόγω της μεσαιωνικής ιστορίας της θρησκείας του σ' αυτούς τους τόπους, στους οποίους το Ισλάμ τότε ευρήκε ένα σύνολο αιρέσεων και μόλις χριστιανών...

β´
Κατά τη γνώμη μου, οποιοδήποτε βιβλίο σήμερα πολιτικής και ιστορίας, σε οποιαδήποτε γλώσσα και οιασδήποτε κατευθύνσεως, υποχρεούται να λαβαίνη υποχρεωτικώς υπ' όψιν του ότι οι δυτικές βιομηχανικές κοινωνίες ιδεολογικά και κοινωνικά είναι οι ασθενέστερες.

Το Σουδάν λ.χ. ή η Ιορδανία μπορούν να υποφέρουν κρίσεις για πολλά χρόνια. Η Γερμανία όμως ή η Γαλλία ούτε για μερικές εβδομάδες δεν μπορούν να διεξέλθουν μια μεσαία κρίση. Κι αυτό είναι εύκολο στην κατανόηση του: η τέλεια εσωτερική οργάνωση που χαρακτηρίζει κάθε μηχανή, οφείλει να διέπει και την κοινωνία που την παράγει. Με κάθε κρίση, συνεπώς, είναι όπως μ' ένα λεπτό ρολόϊ ακριβείας που μας φεύγει απ' τα χέρια και πέφτει στο έδαφος: οι ιδεολογικοί μύθοι, που κρατούν κάθε μέρα τους ανθρώπους στην δουλειά κλονίζονται, η κοινωνική αναταραχή διαπερνά όλο το κοινωνικό σώμα και σαν τελική λύση μένει ο γενικός πόλεμος και τα νεκροταφεία... Κανείς συνεπώς δεν έχει συμφέρον και για την παραμικρή κρίση σ' αυτές τις κοινωνίες, που είναι κοινωνίες κρίσεως από την ίδια τους την φύση. Είναι άλλο πράγμα όμως ο «φιλελεύθερος τρόπος παραγωγής» που δημιουργεί τις κρίσεις, εις βάρος τελικώς της φύσης και άλλων κοινωνιών...

Η «φιλελεύθερη ιδεολογία» και τα κοινωνικά επαγόμενα που κρύβει μέσα της με κανένα μέσον από την πνευματική παρακαταθήκη της Δύσεως δεν μπορούν να αλλάξουν, να «διορθωθούν» ή να «βελτιωθούν», επειδή ο τρόπος σκέψης και η πνευματική κατεύθυνση παντός διανοούμενου (αδιάφορον αν αυτός είναι καθηγητής, κοινωνιολόγος, λογοτέχνης, καλλιτέχνης κλπ.) προσδιορίζονται από δύο βασικές έννοιες: αυτήν της «προόδου» και εκείνην της «ανάπτυξης». Από τις δύο αυτές έννοιες κανείς δεν μπορεί να απαλλαγή, επειδή βρίσκονται βαθύτατα στην δυτική ιστορία και ιδιαίτερα (στην δυτική Ευρώπη) στην δημιουργία και διαμόρφωση του δυτικού δικαίου. Ακόμα μεγαλύτερη γίνεται η δυσκολία από την απατηλή εντύπωση που αποκομίζει κανείς ως προς αυτές τις έννοιες από την τεχνολογική παραγωγή («νέα» μοντέλα, «νέες» τεχνολογίες κλπ.), παρ' όλον που η τεχνολογία είναι μια διαδικασία καθ' εαυτήν και την έννοια του «νέου» σ' αυτήν οφείλει κανείς να χρησιμοποιή με επιφύλαξη. Αδιάφορο λοιπόν πως αρχίζει κανείς να σκέπτεται, καταλήγει στο ίδιο πάντα συμπέρασμα: το ήδη υφιστάμενο δεν μπορεί να αλλάξη!

Όλοι οι πολιτικοί τρόποι σκέψης, είτε αυτοί είναι «σοσιαλιστικοί» είτε «σοσιαλδημοκρατικοί» είτε «φιλελεύθεροι» είτε οτιδήποτε άλλο, καταλήγουν από κοινού, ότι μόνο με «κοινωνικά μέτρα» μπορεί κάτι τι ν' αλλάξη, και θεωρούν κάθε πρόβλημα ως υπόθεση της πολιτικής του «μικρού χώρου» (εσωτερική πολιτική). Αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι κλάδοι σήμερα των λεγομένων «θεωρητικών επιστημών» (της Φιλοσοφίας και της Ιστορίας συμπεριλαμβανομένων) έχουν λίγο ή πολύ τον χαρακτήρα της «Κοινωνιολογίας». Προέκυψε έτσι ένας «διανοουμενίστικος ρατσισμός», από τον οποίον έπεται επίσης και κάθε άλλος. Σε όλους τους εν λόγω κλάδους, οι οποίοι κυριαρχούμενοι από τις ιδέες του A. Comte, δια του Hegel, Μαρξ, E. Durkheim μέχρι του Γκομπινώ (με τις «γραμμικές» του αντιλήψεις για τον εκφυλισμό των μεσογειακών λαών!!!) παραμένουν πάντα στο «πως» του μικρού χώρου, ουδέποτε αμφισβητείται ο μικρός αυτός χώρος και κάθε τι άλλο έξω απ' αυτόν φαίνεται αναγκαίο.

.~`~.
III

Πίσω από το κέρδος δεν θα τρέξη ο φιλόσοφος και ο άγιος, αλλά ο κοινός θνητός των άμεσων αναγκών, που θα ζητήση να τις ικανοποιήση κατά τους απλούστερους δυνατούς τρόπους. Για να κινητοποιηθή αυτός στην παραγωγή, του χρειάζονται οπωσδήποτε ταπεινής φύσεως αισθήματα όπως εγωϊσμός, δυνατότητα κλοπής και αδικίας κλπ. Το κυριώτερο όμως που του χρειάζεται είναι μια φυσικώς αμβλυμμένη αίσθηση μεταξύ καλού και κακού, που να έχη την ιδεολογία της «προόδου». Εδώ όμως είναι που γίνεται ο ίδιος θύμα του εαυτού του: η «αόρατος χειρ» του Άνταμ Σμίθ, δηλαδή το κράτος, που δεν μπορεί ν' αφήση τα πράγματα να οδηγηθούν στο χάος, όπως απαιτεί η «θεωρία», μέσα σε ένα άκρως επεξειργασμένο σύστημα δικαίου θα ορίση τα θεμιτά όρια των απέραντων τούτων φιλοδοξιών.

α´
Αυτό το σύστημα δικαίου δεν προέκυψε από συνειδητή βούληση κάποιας αφηρημένης έννοιας κράτους, αλλά αποτελεί το προϊόν μιας κοινωνικής διαδικασίας σκληρών αγώνων που προέκυψαν από την Μεταρρύθμιση κι εδώ. Η διανόηση δια της «Αναγεννήσεως» είναι το μόνιμο στοιχείο επανάστασης κατά του κράτους. Αυτό που στην Ανατολή μέσα στην κατάσταση του πολυφυλετισμού και του πολυθρησκευτισμού οδηγεί διϊστορικά στην πλήρη εκμηδένιση της έννοιας του κράτους, στην Δύση θα μεταβληθή σε ένα διαρκές ισοζύγιο μεταξύ αστυνομίας και λαού. Η δομή της μεσαιωνικής εξουσίας θα λάβη δια του Χόμπς την κολακευτική έννοια της κοινωνικής συγκαταθέσεως και, μια γενεά μετά, το δικαίωμα της προσωπικής ευδαιμονίας θα ανακηρυχθή δια του Λώκ σε «φυσικό δικαίωμα». Με την γαλλική επανάσταση η αρχή της ευδαιμονίας συλλογικοποιείται. Τώρα έχουμε ένα νέο στοιχείο στην ιστορία, όπως παρατηρεί κάπου ο Φ. Μαϊνέκε: την εισαγωγή της μάζης με συνείδηση της δύναμης της. Στην απαίτηση ικανοποιήσεως της «ολικής ευδαιμονίας» θα δοθούν διάφορα ονόματα - δημοκρατία, σοσιαλισμός, εθνικισμός, μπολσεβικισμός, φασισμός -, ενώ η έννοια του «λαού» υποχωρεί μονίμως προ της έννοιας του «πληθυσμού». Για το κράτος τώρα η κοινωνία είναι «πληθυσμός», δηλαδή το αντικείμενο στατιστικών μετρήσεων (γεννήσεις, θάνατοι, υγεία, κατοικία κλπ.), δια βελτιώσεως των δεικτών των οποίων θα εξασφαλισθούν τα «φυσικά δικαιώματα» για όλους. Η «ελευθερία» του ατόμου προς ικανοποιήση των αναγκών του έχει τώρα ένα αυτονόητο φυσικό (και νομικό) όριο: την εξασφάλιση των προϋποθέσεων της μαζικής παραγωγής. Η ηθικοθρησκευτική έννοια της φιλανθρωπίας καταργείται και αντικαθίσταται με εκείνη της «κοινωνικής πρόνοιας». Δεν είναι δουλειά του καθενός να ενδιαφέρεται για τον διπλανό του. Καθένας μπορεί να ενδιαφέρεται για το συμφέρον του και για τον άλλον ενδιαφέρεται το κράτος. Καλύτερα από κάθε τι άλλο φανερώνει την τροπή των πραγμάτων η ανάρτηση των λαϊκών εικόνων σε όλα τα μαγαζιά του περασμένου αιώνα με την επιγραφή «Ο πωλών τοις μετρητοίς - ο πωλών επί πιστώσει». Όχι πίστωση και φιλανθρωπία, μόνο μετρητά. Διότι ο καθένας οφείλει να είναι «πλούσιος» (δηλ. αναγκαστικά να δουλέψη) προς ικανοποίηση των αναγκών του «μετρητοίς»... Και επειδή με την δουλειά δεν γίνεται κανένας τόσο πλούσιος, όσο απαιτούν τα θεωρητικά αξιώματα του κλασσικού φιλελευθερισμού, η έννοια της φιλανθρωπίας μεταβάλλεται σε εκείνην της «εργατικής αλληλεγγύης». Το στοιχείον της επαναστάσεως και του χάους δεν αποσοβείται δια του «Enrichissez-vous»' απλώς διοχετεύεται εκτός των δυτικών κοινωνιών δια της αποικιοκρατίας, ώστε να διατηρηθή το εσωτερικό σύστημα της νομικής ισορροπίας...

Ότι η τέτοια τάξη πραγμάτων, δηλ. η μονίμως προπαγανδιζόμενη ιδεολογία του «φιλελευθερισμού» δεν υπήρξε οπωσδήποτε ή αποκλειστικώς αναγκαία για την τεχνολογική ανάπτυξη της ανθρωπότητος, είναι εύκολο να κατανοηθή από το γεγονός ότι ούτε η Αμερική ούτε η Ρωσία ούτε η Γερμανία ούτε οι σκανδιναβικές χώρες ή η Ιταλία και η Ιαπωνία εστήριξαν την ανάπτυξη τους σε εξωτερικές αποικιοκρατικές κτήσεις. Οι χώρες αυτές πρώτα αναπτύχθηκαν βιομηχανικά και μετά (πλήν της Ρωσίας) εζήτησαν την προς τα έξω επέκταση, ενώ αντίθετα οι κατ' εξοχήν ιμπεριαλιστικές δυνάμεις Πορτογαλία και Ισπανία καμμιά τεχνολογική ανάπτυξη δεν μπόρεσαν να επιτύχουν. Ότι η αποικιοκρατία δια του «ισοζυγίου» των δυνάμεων (και των ιστορικών προϋποθέσεων του, που δεν μας ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή) συνετέλεσε σε μια επιτάχυνση της τεχνολογικής αναπτύξεως, είναι γεγονός, η τεχνολογική ανάπτυξη όμως και η αποικιοκρατική τέτοια δεν είναι πράγματα ταυτόσημα, όπως δι' ενός τεραστίου ιδεολογικού μηχανισμού ηθελημένων παρανοήσεων θέλει να παραστήση η ευρωπαϊκή ιστοριογραφία.

Προς απόδειξη της εσωτερικής νοηματικής νομοτέλειας αυτού του μηχανισμού, πρέπει να πούμε δι' ενός παραδείγματος τα εξής:

Όταν πρόκειται να δικαιολογηθούν καταστάσεις επιθετικής πολιτικής, η αορίστου περιεχομένου έννοια «Ευρώπη» λαβαίνει το νόημα της κλειστής πολιτιστικής κοινότητος που «κινδυνεύει». Την μια φορά γίνεται ταυτόσημη του «Χριστιανισμού», την άλλη της «Δημοκρατίας», της «Ελευθερίας» κλπ. Αυτά δεν πρέπει να τα έχη κανείς άλλος και συνεπώς η «Ευρώπη» περιβάλλεται από «εχθρούς». Έτσι π.χ. διαβάζει κανείς:
«κάτι ανάλογο (με την Κίνα που ζούσε αποτραβηγμένη στον εαυτό της) οι ευρωπαίοι θαλασσοπόροι του 16ου αι. δεν θα μπορούσαν να συμπεράνουν σίγουρα για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία βρισκόταν στο μέσο στάδιο επεκτάσεως της, και, καθότι πιο κοντά στην πατρίδα, ήταν για τον Χριστιανισμό πολύ πιο επικίνδυνη» (P. Kennedy, Aufstieg und Fall der großen Mächte, 1991, σελ. 37).
«Πολύ πιο» - μεταξύ μηδέν και απείρου το μέσον το βάζει κανένας βέβαια όπου θέλει... Τον 16ο αι. όμως δεν υπήρχε καμμιά «χριστιανική πατρίδα» στην Ευρώπη. Υπήρχαν μόνο θρησκευτικοί πόλεμοι και τα εμπορικά συμφέροντα της Βενετίας. Ο Χριστιανισμός τότε σαν ενιαίο θρήσκευμα υπήρχε μόνο στην ανατολική Μεσόγειο και αυτός, απότελούμενος από 16 περίπου εκατομμύρια, δηλαδή σχεδόν το μισό της Οθωμ. Αυτοκρατορίας, δεν είδε κανέναν κίνδυνο στους οθωμανούς. Ούτε άλλωστε το Ισλάμ επετέθηκε ποτέ κατά της Ευρώπης. Κατέλαβε μόνο τμημάτα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, επειδή αποτελούσε ιστορικά ένα από τα συστατικά της στοιχεία. Αυτό υπήρξε και ένα τεράστιο ιστορικό κέρδος για την Ευρώπη...

Αλλά είναι πιστεύομε καιρός μια νέα πολιτική τάξη του κόσμου να απαλλαγή όσο το δυνατόν ταχύτερα από τα προκατασκευασμένα ιδεολογικά σλόγκαν των τηλεοράσεων... Οι θεωρίες περί δημοκρατίας είναι πράγμα καλό, καλύτερο όμως είναι να ξέρη κανείς ότι η δημοκρατία και ο έρωτας υπάγονται στην κατηγορία των πραγμάτων εκείνων που υπάρχουν εν όσω γίνονται και όχι εν όσω συζητούνται. Επί της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου (περιλαμβανομένης σ' αυτήν και της Μαύρης Θαλάσσης) έχουμε ένα εξαίσιο δείγμα ιστορικής λειτουργίας της δημοκρατίας, που αποτελεί πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο του μέλλοντος. Εδώ ένα πλήθος λαοτήτων και θρησκευτικών πεποιθήσεων δένουν τις δύο θρησκείες του Χριστιανισμού και του Ισλάμ κατά τους πιο αξεδιάλυτους τρόπους. Τρόπους που καμμιά «πολιτική θεωρία» δεν μπορεί να λύση και που ούτε χρειάζεται. Αυτό που χρειάζεται μόνο είναι να ανακαλυφθή η σοφή διάταξη των πραγμάτων.

Είναι δυνατόν αυτός ο κόσμος, αυτό το πρωτοφανές ανακάτωμα φυλών και πίστεων να υπάρχη επί 2000 χρόνια εκεί χωρίς κάποιο βαθύτατο είδος δημοκρατίας στις καθημερινές του σχέσεις; Από ποιές άραγε ιδεολογικές ρίζες προέρχονται οι αρχές αυτής της εφαρμοσμένης δημοκρατίας; Η αρχή της «αυτοδιαθέσεως των λαών» μπορεί άρα να έχη νόημα μέσα σε μια κατάσταση συνειδητής αεθνίας χιλιετιών, δηλαδή σε πολυεθνικούς τρόπους διοικήσεως δεκάδων αιώνων; Και όμως η αρχή αυτή είναι ο ακρογωνιαίος ιδεολογικός λίθος των σημερινών διεθνών οργανισμών. Από την αρχή αυτή οι διεθνείς οργανισμοί δεν μπορούν να ξεφύγουν, όσο είναι υποχρεωμένοι να υπόκεινται στα αποτελέσματα του αποικιοκρατικού παρελθόντος... Οι αφηρημένες αρχές των διεθνών οργανισμών είναι αρχές ομοιογένειας, διότι εφκιάσθηκαν για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της «ομοιογένειας» που εδημιούργησε ο ιμπεριαλισμός δια των «εθνικών κρατών» («ίσων» μεταξύ τους). Αιρομένης της έννοιας αυτής, οι καταστάσεις είναι τόσο ανομοιογενείς, ώστε κάθε έννοια ισότητος «θεωρητικής αρχής» να τις καθιστά πολυπλοκώτερες...

β´
Στο σύγχρονο διεθνές δίκαιο έχομε ακριβώς μιαν παραλληλία δομής που έχομε και στο εσωτερικό εθνικό δίκαιο των δυτικών κρατών. Η νομική ισότης των ατόμων είναι ένα ιδεολογικό πλάσμα για να επιτυγχάνεται απλώς η λειτουργία της «αόρατης χειρός» του Α. Σμίθ. Διότι αφού οι άνθρωποι δεν είναι εκ φύσεως ίσοι, η νομική ισότης οδηγεί αναγκαστικά στην δημιουργία τάξεων και στην κυριαρχία των «ικανωτέρων» κατά τις αρχές του φιλελέυθερισμού. Αυτό όμως προϋποθέτει κάτι που το Διεθνές Δίκαιο δεν έχει: κάποιο είδος ομοιογένειας - εν προκειμένω της «εθνικής» -, η οποία επιτρέπει το ιδεολογικό πλάσμα της νομικής ισότητος. Μεταξύ κρατών όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά, διότι αυτά είναι πολιτιστικώς ανομοιογενή. Η αρχή συνεπώς της «εθνικής ισότητος» οδηγεί αναγκαστικά στην σύγκρουση. Τόσο μεταξύ των ίδιων των κρατών - πράγμα που για την αποικιοκρατία απετέλεσε επιθυμητόν σκοπό -, όσο και κυρίως των κρατών με το ισχύον Διεθνές Δίκαιο, πράγμα που εκφράζεται δια τη δημιουργίας αυτοδύναμων σχηματισμών μεταξύ αυτών, όπως OPEC, Αραβική Λίγκα, Αφρικανική Ένωση κλπ. Το ισχύον άλλωστε Διεθνές Δίκαιο προέκυψε ως ιστορικό προϊόν μεταξύ λίγο-πολύ «ομοιογενών» κρατών στα πλαίσια της δυτικής Ευρώπης, δηλαδή ως μηχανισμός ισοζυγίου. Μια ανάλογη λειτουργία επί παγκοσμίου επιπέδου προϋποθέτει ακριβώς την «ομοιογενή» αποδοχή των αρχών αυτού του Δικαίου, όπως «δημοκρατία», «ανθρώπινα δικαιώματα» κλπ., που τότε μόνο μπορεί να ισχύση (βλ. κατωτέρω) όσο πιο πλήρης γίνεται η πολιτιστική εκπτώχευση του πλανήτη Γη. Αυτό άλλωστε - όπως θα ιδούμε - απετέλεσε και βασική επιδίωξη της ως τώρα ιστορίας του καπιταλισμού και προκύπτει νομοτελειακώς από την φιλοσοφία του. Ότι ωρισμένες «φιλελεύθερες» αρχές είναι δυνατόν να συνιστούν πισωδρόμηση ως προς τα ιδεολογικά αξιώματα άλλων πολιτιστικών κόσμων, το είδαμε στην περίπτωση του τσαντόρ. Και ότι η βιομηχανική οργάνωση δεν προϋποθέτει απαραιτήτως την ισχύ αναλόγων αρχών το γνωρίζομε από της περίπτωση της Άπω Ανατολής. Η Ν. Κορέα παράγει προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, όμως οι οικογένειες θρηνούν για τα κορίτσια που θα γεννηθούν, ενώ η ζωή των εργατών στην Ιαπωνία δεν είναι - παρά την ευημερία - η καλύτερη του κόσμου.

Το παλαιότατον όμως παράδειγμα της τεχνολογικής αναπτύξεως της Ρωσίας, το επισυμβάν χωρίς την επικράτηση των ιδεολογικών αρχών της δυτικής θεωρίας του λιμπεραλισμού, είναι επαρκές παράδειγμα ότι μια σύγχρονη οργάνωση του Διεθνούς Δικαίου δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε την ισχύ «ενιαίων αρχών». Για το τελευταίο τούτο παράδειγμα η εφευρηματική ευκολία της δυτικής Ευρώπης γνωρίζομε ποιό σλόγκαν επενόησε: ότι επρόκειτο για «μίμηση». Εν προκειμένω όμως γεννάται το ερώτημα, γιατί την μίμηση αυτή δεν την ακολουθούν και όσοι μη ανεπτυγμένοι της σήμερον θα ήθελαν. Το διάφορον της ιδεολογίας - το συχνά επικαλούμενο υπό την υπόκρουση του Μαξ Βέμπερ για την ισχύ των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» - δεν είναι επαρκής εξήγηση, όπως τα παραπάνω παραδείγματα μας πείθουν. Παρά τα αναμφισβήτητα τούτα δεδομένα της ιστορικής πραγματικότητος, όμως, το ιδεολογικό μηχάνημα του δυτικού κόσμου συνεχίζει να δουλεύη με τα ίδια πάντα επαναλαμβανόμενα νοήματα και τις ίδιες πάντα συνειδητές παραποιήσεις. Από τη μια μεριά η «δημοκρατία», η «ελευθερία» και η χειραφέτηση που οδηγούν στην «ανάπτυξη», από την άλλη ο «δεσποτισμός» και η «ανελευθερία» που οδηγούν στην «καθυστέρηση». Τόσο απλά θέλησε τα πράγματα ο Μάξ Βέμπερ - ο οποίος μίλησε με την ίδια βεβαιότητα για πράγματα που ήξερε και γι' αυτά που δεν ήξερε - και τόσο απλά προσφέρονται πάντα. Αλλά όταν ο κόσμος αλλάζη και οι ιδεολογίες δεν αλλάζουν, καλό οπωσδήποτε δεν είναι... Οι διχοτομήσεις αυτές μεταξύ «καθυστερήσεως» και «προόδου» σκοπό βέβαια έχουν να μεταφέρουν στην μέση κοινή συνείδηση την αντίληψη, ότι αιτία καθυστερήσεως των «καθυστερημένων» είναι αποκλειστικώς οι ίδιοι και ότι το «Διεθνές Δίκαιο» δεν έχει άλλον σκοπό ειμή την διάδοση της «δημοκρατίας» ανα τον κόσμο. Τον προηγούμενο αιώνα τον ρόλο της «δημοκρατίας» τον έπαιζε η «αποστολή του εκπολιτισμού»...

Επί δύο συνεπώς αιώνες τα πράγματα παραμένουν ιδεολογικώς τα ίδια, παρά την σωρεία παραδειγμάτων που αναφέραμε και αποδεικνύουν πλήρως ότι οι ιδεολογικές αυτές κατασκευές είναι τελείως αναντίστοιχες προς την υφιστάμενη εξέλιξη του κόσμου...

Το πρόβλημα της παγκόσμιας οργάνωσης της παραγωγής δεν είναι πρόβλημα της ομοιόμορφης ανάπτυξης όλων, αλλά οργανώσεως των ρυθμών και των βαθμών που αυτή η ανάπτυξη μπορεί κατά πολιτιστικές περιοχές να επιτευχθή. Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα από όσο φαίνεται και από όσο αφήνει η γραμμική αντίληψη περί ιστορίας της θεωρίας της «δημοκρατίας» να εννοήθή (αν οι άλλοι πάρουν την «δημοκρατία», θα πάρουν και την ανάπτυξη!...). Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί βέβαια αληθινή επιδίωξη της «δημοκρατίας», αλλά ούτε και εναπόκειται στην ελεύθερη προαίρεση των λαών (στα συνθήματα των κυβερνήσεων ίσως...). Η βιομηχανική παραγωγή σημαίνει ωργανωμένη εργασία, δηλαδή σημαίνει αναγκαστικά ένα βαθμό ανθρωπίνου κόστους. Δεν είναι αυτονόητο ότι όλοι οι πολιτισμοί μπορούν να δεχθούν κάτι τέτοιο στον ίδιο βαθμό. Ο σοσιαλισμός που δεν θέλησε να δεχθή καθόλου ανθρώπινο κόστος στην παραγωγή, κατέρρευσε. Δεν κατέρρευσε σαν πολιτικό σύστημα, αλλά σαν ιδεολογία. Η «δημοκρατία» (και εννοούμε το σύστημα τούτο με εισαγωγικά, πάντα κατά το ιμπεριαλιστικό νόημα που θέλησε να του δώση ο Τσώρτσιλ μεταπολεμικά, στο κλίμα του ψυχρού πολέμου) δεν κατέρρευσε, όχι λόγω κάποιας ιδεολογικής ευρωστίας, όπως φροντίζει να τονίζη η προπαγάνδα, αλλά λόγω του τεραστίου όγκου ψυχοφαρμάκων που προϋποθέτει, με άκρον όριο τα ναρκωτικά...

François Géré, Pourquoi les guerres? Un siècle de géopolitique, Ed. Larousse, Paris, 2002

Ανάλογο ανθρώπινο κόστος δεν είναι καθόλου βέβαιο πώς μπορεί να συνδυασθή με τις ιδεολογικές αρχες άλλων πολιτιστικών κόσμων και ιδιαίτερα τών πέριξ τής Μεσογείού πού ιδιαίτερα μας ενδιαφέρουν εδώ. Αλλά αυτό είναι από μιαν αποψη εύεργετικο: αντι ο καπιταλισμός να άγχεται για το «νόου χάου», θα βρή νέούς τρόπούς όργανώσεως τής παγκόσμιας παραγωγής (προσφέροντας έτσι και μιά μεγάλη υπηρεσία προς τό περιβάλλον), πιο αργούς και οργανικούς, που να εξασφαλίζουν υπέρ αυτών την διάρκεια, ώσπου νά πεισθούν οι άλλοι λαοί να πάρουν ένα μέρος από το «νόου χάoυ» και να δουλέψουν. Εννοούμε βέβαια τούς λαούς σε μιά φυσική ιστορική λειτουργία καί όχι τις «εθνικές» κυβερνήσεις ή τις κατατρομοκρατημένες χούντες του μέχρι τώρα «Διεθνούς Δικαίου»...

Χωρίς την αποδοχή νέων ιδεολογικών δεδομένων καμμιά νέα τάξη του κόσμου δέν είναι δυνατή. Οχι μόνο δέν είναι δυνατή, αλλά είναι απολύτως πιθανό να υπάρξουν καταστάσεις που καμμιά πολιτική διαχείριση δέν θάναι δυνατόν να έλέγξη (θα δούμε ποιές περίπου). Οι διεθνείς οργανισμοί - καί ιδιαίτερα ο ΟΗΕ - είναι πολύ πιθανόν ότι... θα αλλάξουν μορφή και λειτουργία. Αν οι ειρηνευτικές προσπάθειες του ΟΗΕ είναι «για να μή σκοτώνωνται οι άνθρωποι», τότε ο μελλοντικός αριθμός των κυανοκράνων πρέπει να περιλαμβάνη άκριβώς το μισό του πληθυσμού της Γής. Ο αριθμός των κρατών του ΟΗΕ αυξήθηκε εντός εικοσαετίας (1950-70) από 60 σε 127 και σήμερα ανέρχεται σε 160 (από τά 182 κράτη πού υπάρχουν συνολικά [198 στις μέρες μας]). Τα κράτη αυτά είναι ατελή κατασκευάσματα τής ιστορίας, που προήλθαν άπό την σύντομη διαδικασία αποαποικιοποίησης του ψυχρού πολέμου. Οι αφηρημένες ιδέες των διεθνών οργανισμών συνεπώς δημιουργούν ίσα δικαιώματα επί άνισων πραγμάτων, πράγμα που σημαίνει (παραβλεπομένου του παράγοντος, ότι κάτι τέτοιο μπορεί να δημιουργή μιάν επιθυμητή κατάσταση ελεγχομένων πολέμων, γεγονός άκρως κρίσιμης σημασίας) ότι άκριβώς η συμμετοχή των στους διεθνείς οργανισμούς δημιουργεί πρόσθετες αιτίες συγκρούσεων. Η άναγνώρισή τους αποτελεί και αναγνώριση των διεκδικήσεών τους, δηλαδή μεταφορά τους εντός του ΟΗΕ. Με την πολιτική χειραφέτηση της Ασίας - παρά τα εσωτερικά προβλήματα που μπορεί να διαρκέσουν αρκετά ακόμα - ο κόσμος αργά ή γρήγορα οδεύει σε μιά οργάνωση κατά πολιτισμούς (κατά περιοχές), όπως φυσικώς ευρέθηκε να υπάρχει. Θα ιδούμε πιό κάτω ποιοί «περιορισμοί» είναι δυνατόν να προτείνωνται σ' αύτο, σημασία όμως εχει οτι οι «γενικες αρχες» της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα πάψουν έτσι να αποτελούν «φορείς» κάποιας παγκοσμίου πολιτικής και θα αποτελέσουν μέριμνα τών ιδίων των διοικητικών συστημάτων των λαών. Ο,τι συνεπώς θά μείνη από τήν υπερεθνική λειτουργία τών σημερινών διεθνών όργανισμών θα είναι ο συντονισμός μεταξύ μερικωτέρων πολιτικών σχηματισμών και όχι μεταξύ κρατών. Αυτό όμως σημαίνει ότι άναγκαστικά θα άναγνωρισθούν πολλά είδη δημοκρατίας και αντίστοιχα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δηλαδή ότι ο ιδεολογικός ιμπεριαλισμός θα καταργηθή, ώσπου νά βρεθή ο γενικός μέσος όρος. Δυστυχώς, όμως, τίποτε δέν υπάρχει πού να δείχνει μιάν ιδεολογική μεταπτωση πρός αυτή την κατεύθύνση, παρά τις όποιες ίστορικές μεταβολές τών καιρών μας.

γ´
Μερικά από τα όσα είπαμε περί Ισλάμ καθόλου άγνωστα δεν είναι βέβαια, οι ιδεολογικές ανάγκες όμως των βιομηχανικών κοινωνιών επιβάλλουν μονίμως ένα αμετάθετο πλαίσιο αντιλήψεων, που διαμορφώνουν την κοινή συνείδηση από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Δίκαια γεννιέται το ερώτημα κατά πόσον η Ευρώπη είναι προετοιμασμένη για το οποιοδήποτε είδος ιστορικών αλλαγών. Αν όμως, για το Ισλάμ, λόγω της εξαρτήσεως της Ευρώπης απ' το πετρέλαιο, οι παραποιήσεις είναι συνειδητές [όπως π.χ. η πολιτική έννοια της ανοχής (Tolerance) - που είναι σχέση πολίτη και κράτους και που το Ισλάμ δεν έχει, διότι δεν χρειάζεται να έχη, αφού είναι άλλη η λειτουργία του κράτους σ' αυτό - συγχέεται με την θρησκευτική τέτοια, που είναι έννοια πολιτιστικής δημοκρατίας, προκειμένου να προκύψη το Ισλάμ ως «κίνδυνος» για τη μέση συνείδηση], η ύπαρξη του ανατολικού Χριστιανισμού είναι κυριολεκτικώς κόλλα λευκή στην συνείδηση του οποιουδήποτε μέσου Ευρωπαίου. Απόδειξη είναι ο αβίαστος τρόπος που γράφονται στις εφημερίδες συνθήματα του τύπου «ελληνική ορθόδοδος» (Εκκλησία), «ρωσική ορθόδοξος», «σερβική ορθόδοξος» κλπ., του γράφοντος απολύτως βεβαίου ότι ουδέν ερώτημα θα γεννηθή στον αναγνώστη, αν υπάρχη, π.χ. «γαλλική καθολική», «γερμανική καθολική» ή «ισπανική καθολική» Εκκκλησία. Και πέραν από τις τρέχουσες πολιτικές σκοπιμότητες, τα πράγματα προφανώς ανιχνεύονται και σε άλλες σφαίρες. Αν ανοίξη κανείς μιά όποιαδήποτε και οσοδήποτε πολύτομη «Ιστορία της Φιλοσοφίας», εύκολα θα παρατηρήση το έξής: από την αρχαιότητα μέχρι τον τρίτον περίπου μ.Χ. αίώνα εκατοντάδες ή χιλιάδες σελίδες. Από τον τρίτον μέχρι τον δωδέκατον σιωπή, εξαντλούμένη ίσως σε κάποιες ελάχιστες σελίδες αλλά συνήθως σε λίγες συνοπτικές υποσημειώσεις, και από τον δωδέκατον κανονικά συνέχεια με την σχολαστική φιλοσοφία, την Αναγέννηση, κλπ. Και δίκαια γεννιέται στον άναγνώστη το ερώτημα: αυτοί τέλος πάντων οι ελληνόφωνοι της άνατολικής Μεσογείού, που είχαν στα χέρια τους αυτή την πολιτιστική κληρονομιά (αρχαία και χριστιανική) τι έγιναν σ' αυτούς τους δεκα αιώνες; Εξαφανίσθηκαν από το προσκήνιο της ιστορίας; Αυτή η «φιλοσοφία» δεν είχε επί δέκα αιώνες καμμιά δράση στους χώρούς που γεννήθηκε; Τα εκατομμύρια των ανθρώπων που ανατράφηκαν μέσα σ' αυτή την φιλοσοφία, ποιές άραγε πολιτικές και πολιτιστικές επιδιώξεις έπραγματοποίησαν στους αιώνες που ακολούθησαν; Και ποιά σχέση μπορεί να έχουν αυτές με την Περεστρόϊκα της σήμερον και με τις πολιτικές εξελίξεις που ολοένα ζή η άνθρωπότητα;

Απαντήσεις γι' αυτά δεν υπάρχουν. Όλος ο ιδεολογικός μηχανισμός της Ευρώπης κινείται γύρω από το ένα καί μόνο άξίωμα που ο ίδιος έχει άνάγκη: η αναποτελεσματική δικτατορία. Κατά τον ίδιο τρόπο δηλαδή που στα υπόγεια του Μουσείου της Μαντάμ Τυσσώ πρώτη φιγούρα φιγουράρει ο Χίτλερ. Και εάν μεν ο Χίτλερ έχη την θέση του εκεί που τον τοποθετούν οι ανάγκες της ιδεολογίας, είναι κάτι που δεν μας ενδιαφέρει αυτή την στιγμή. Σημασία έχει ότι λείπουν από την ίδια θέση και κάποιοι άλλοι που έπρεπε να υπάρχουν... Αυτή είναι η κρίσιμη λεπτομέρεια. Το έρώτημα γιατι οι δυτικές δυνάμεις δεν συμμάχησαν εγκαίρως με την Ρωσία, για να αποφευχθή ο πόλεμος, δεν έχει απαντηθή ακόμα. Μπορούν όμως με τέτοιες ιδεολογικές ευκολίες να άντιμετωπισθούν πραγματικά ιστορικά προβλήματα; Δέν είναι αυτή η ευκολία της «κοινής γνώμης» των πολέμων; Υποθέτομε λοιπόν ότι οι πολυεθνικές, στις οποίες εκτός απροόπτου πέφτει το βάρος για μια οικονομική οργάνωση του κόσμου και για τις οποίες οι αρχές του Α. Σμίθ που θα ιδούμε δεν μπορούν κατ' άνάγκην να ισχύουν, αφού οι εγγύς πλανήτες δεν κατοικούνται, πρέπει να λάβουν για το έργο τους πραγματικά και όχι ιδεολογικά δεδομένα.

Η ανάπτυξη της παραγωγής δεν προϋποθέτει κανένα είδος γραμμικής εξελίξεως στην ιστορία κατά το νόημα των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και των θεωριών του Μάξ Βέμπερ. Και αυτό είναι ευτύχημα. Μιά παραγωγή που θα ώργανούτο παγκοσμίως κατά τις αρχές του λιμπεραλισμού, θα ήταν παράνοια και χάος. Η παραγωγή τότε θα έχη νόημα σαν άγαθό, αν οργανωθη επί των ήδη υφιστάμενων περί ζωής απόψεων που έφτιαξε η ιστορία. Γιατί μόνο έτσι δεν θα έχη ανταγωνιστικό χαρακτήρα. Και περί ζωής απόψεις στον κόσμο υπάρχουν ευτυχώς κάμποσες. Η ζωή κατά την δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέσον πρός σκοπούς. Κατά παράξενο για έναν υπαρξιστή φιλόσοφο τρόπο, την άποψη αυτή ετόνισε ιδιαίτερα στις μέρες μας και ο Κάρλ Γιάσπερς. Η αντίληψη αυτή δεν χωράει κριτική, διότι κατ' ουσίαν δεν πρόκειται περί αντιλήψεως αλλά περί καταστάσεως, που έχει την δίκη της ιστορια, που εδημιούργησε η ιδια ως αρχη ιστορία με την όποίαν ζή ένα ολόκληρο σύνολο κόσμου και διά της οποίας εργαζεται. Για την ανθρωπότητα ότι υπήρξε αύτη η άντίληψη είναι ευτύχημα, διότι έτσι υπάρχουν όσα δεν υπήρχαν πρό αυτής. Και τα όποια, θεωρητικώς και δυνάμει επί του παρόντος, αποτελούν γενικό ανθρώπινο αγαθό. Φυσικά με όσα κακά ξέρομε - δουλεμπόρια, αποικιοκρατίες κλπ. - αλλά θα ήταν λάθος να υπέθετε κανείς ότι οι ευρωπαϊκές κοινωνίες υπέστησαν λιγώτερες φθορές απ' ό,τι επροξένησαν οι ίδιες σε άλλους. Για να ανυψωθή το αεροπλάνο δεν είναι εύκολο πράγμα. Το κόστος του σαν ανθρώπινο επίτευγμα ήταν φυσικό να επιβαρύνη όλους τους άνθρώπους. Καθ' εαυτή η αποικιοκρατία δέν υπήρξε πράγμα κακό' φιλοσοφικώς κρινομένη, υπήρξε μια ευγενής προσπάθεια αξιοποιήσεως των πρώτων υλών της Γής, που κατέστη δυνατή άκριβώς έπειδή έπεκράτησε σ' ένα μέρος της Γής η παραπάνω περί ζωής αντίληψη. Μια αντίληψη που ενέχει αφ' έαυτής το άνθρώπινο κόστος. Για τα περί φυσικής εκμεταλλεύσεως, δηλαδή περί της μετατροπής των πρώτων υλών σε άγαθά, δεν μπορεί να γίνη κυριολεκτικώς λόγος διότι αυτά δεν προσφέρονται φυσικώς στον άνθρωπο. Προσφέρονται μόνο εμμέσως, έφ' όσον έχει κανείς τον τρόπο να τα μετατρέψη σε άγαθά. Το ίδιο ισχύει και για το πετρέλαιο. Όχι η αποικιοκρατία καθ' εαυτή αλλά ο μερκαντιλισμός του λιμπεραλισμού, υπήρξε και είναι το αντιανθρώπινο στοιχείο στην ιστορία. Είναι ακριβώς αυτό που κατέστησε την τεχνολογική ανάπτυξη παγκόσμιο κίνδυνο και την έφερε πιό κοντά στους όραματισμούς των αρχαίων. Και επειδή τελικώς δεν ξέρομε τον βαθμό βεβαιότητας αυτών των όραματισμών, είναι τουλάχιστον ανάγκη να βρούμε κάποιο στοιχειώδες μέτρο για τον... λιμπεραλισμό. Και αυτό υπάρχει. Θα ήταν παράλογο να λέγαμε ότι αυτό δεν υπάρχει - πειθόμενοι στα κελεύσματα διαφόρων «ειδικών» -, όταν βλέπωμε ότι μπορούν να καταργηθούν ολόκληρα συστήματα απο μια στιγμή στην αλλη... Και το μέτρο αυτό μπορεί να προκύψη, χωρίς βλάβη της τεχνολογικής προόδου της ανθρωπότητας, άν ακριβώς η παραγωγή αναπτυχθή κατά το φυσικό δεδομένο, ότι υπάρχουν διάφορες αντιλήψεις περί ζωής επί του πλανήτη...

To «Ανατολικό Ζήτημα» Σήμερα
Εκδ. Εικοστού Πρώτου
1998


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική