18 Σεπτεμβρίου 2014

Εισαγωγή στην πρωτοκαθεδρία της χερσαίας ισχύος και ηπειρωτικές έναντι νησιωτικών μεγάλων δυνάμεων.


.~`~.
I
Εισαγωγή στην πρωτοκαθεδρία της χερσαίας ισχύος

Το παρόν κεφάλαιο αναλύει τους τέσσερις τύπους στρατιωτικής ισχύος μεταξύ των οποίων επιλέγουν τα κράτη -ανεξάρτητη θαλάσσια ισχύς, στρατηγική εναέρια ισχύς, χερσαία ισχύς και πυρηνικά όπλα- προκειμένου να καθορίσει το πώς μπορούν αυτοί οι τύποι να συγκριθούν μεταξύ τους και έτσι να καταλήξει σε έναν χρήσιμο τρόπο μέτρησης της ισχύος.
Στην ανάλυση που ακολούθεί, διατυπώνω δύο κύρια επιχειρήματα. Πρώτον, ότι η χερσαία ισχύς είναι η κυρίαρχη μορφή στρατιωτικής ισχύος στον σύγχρονο κόσμο. Η ισχύς ενός κράτους σε μεγάλο βαθμό συνίσταται στον στρατό ξηράς του και στις αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις πού υποστηρίζούν τις χερσαίες αυτές δυνάμεις. Με απλά λόγια, τα ισχυρότερα κράτη διαθέτουν τους ισχυρότερους στρατούς ξηράς... Δεύτερον, οι μεγάλες υδάτινες εκτάσεις περιορίζουν έντονα τις ικανότητες προβολής ισχύος των χερσαίων δυνάμεων. Όταν αντίπαλοι στρατοί πρέπει να διασχίσουν μια μεγάλη υδάτινη έκταση όπως ο Ατλαντικός ωκεανός ή η Μάγχη, για να επιτεθούν ο ένας στον άλλον, κανείς τους δεν αναμένεται να έχει αρκετή επιθετική ικανότητα εναντίον του αντιπάλου του, ανεξάρτητα από το μέγεθος και την ποιότητα των αντίπαλων στρατών. Η ανασχετική δύναμη του νερού έχει μεγάλη σημασία, όχι μόνο επειδή αποτελεί μια κεντρική πτυχή της χερσαίας ισχύος, αλλά επίσης επειδή έχει σημαντικές συνέπειες για την έννοια της ηγεμονίας.
Ειδικότερα, η παρουσία ωκεανών σε μεγάλο μέρος της επιφάνειας της Γης καθιστά αδύνατον για οποιοδήποτε κράτος να επιτύχει πλανητική ηγεμονία. Ακόμη και το ισχυρότερο κράτος του κόσμου δεν μπορεί να κατακτήσει μακρινές περιφέρειες στις οποίες η πρόσβαση μπορεί να γίνει μόνο με πλοία. Έτσι, οι μεγάλες δυνάμεις μπορούν να ελπίζουν ότι θα κυριαρχήσουν μόνο στην περιφέρεια όπου οι ίδιες βρίσκονται γεωγραφικά, και πιθανώς σε μια γειτονική περιφέρεια στην οποία υπάρχει πρόσβαση δια ξηράς.
Για περισσότερο από έναν αιώνα υφίσταται μια δημόσια συζήτηση μεταξύ των στρατηγικών αναλυτών σχετικά με το ποια μορφή στρατιωτικής ισχύος επιδρά καθοριστικά στην έκβαση ενός πολεμου. Ο Αμερικανός ναύαρχος Alfred Thayer Μahan διακήρυξε την υπέρτατη σημασία της ανεξάρτητης θαλάσσιας ισχύος στο φημισμένο έργο του με τίτλο The Influence of Sea Power υpon History, 1660-1783 (Η επίδραση της θαλάσσιας ισχύος στην ιστορία, 1660-1783) και στα άλλα γραπτά του. Αργότερα ο Ιταλός στρατηγός Giulio Douhet διατύπωσε το επιχείρημα υπέρ της πρωτοκαθεδρίας της στρατηγικής εναέριας ισχύος στο κλασικό του έργο με τίτλο The Command of the Αir (Η κυριαρχία του αέρα) που γράφτηκε το 1921. Τα έργα των δυο αυτών αναλυτών εξακολουθούν να διαβάζονται ευρέως σε σχολές επιτελών ανά τον κόσμο.
Υποστηρίζω ότι και οι δυο τους κάνουν λάθος: Το αποφασιστικό στρατιωτικό εργαλείο είναι η χερσαία ισχύς. Οι πόλεμοι κερδίζονται από τους μεγάλους στρατούς και όχι από αρμάδες στον αέρα ή στη θάλασσα. Η ισχυρότερη δύναμη είναι το κράτος με τον ισχυρότερο στρατό.
Κάποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι τα πυρηνικά όπλα μειώνουν κατά πολύ τη σημασία της χερσαίας ισχύος, είτε καθιστώντας απαρχαιωμένο τον πόλεμο μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, είτε καθιστώντας την πυρηνική ισορροπία το θεμελιώδες στοιχείο της στρατιωτικής ισχύος σε έναν ανταγωνιστικό κόσμο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο πόλεμος μεταξύ μεγάλων δυνάμεων είναι λιγότερο πιθανός σε έναν πυρηνικό κόσμο, αλλά οι μεγάλες δυνάμεις εξακολουθούν να ανταγωνίζονται, ενίοτε έντονα, για ασφάλεια ακόμη και κάτω από την πυρηνική σκιά, και ο μεταξύ τους πόλεμος παραμένει πραγματικό ενδεχόμενο. Για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση διεξήγαν έναν αδιάλειπτο ανταγωνισμό ασφάλειας επί σαράντα πέντε χρόνια, παρά την παρουσία πυρηνικών όπλων και στις δυο πλευρές. Επιπλέον, με την εξαίρεση του απίθανου σεναρίού όπου μία μεγάλη δύναμη επιτυγχάνει πυρηνική υπεροχη, η πυρηνική ισορροπία ελάχιστη σημασία έχει για τον καθορισμο της σχετικής ισχύος. Ακόμη και σε έναν πυρηνικό κόσμο, οι στρατοί ξηράς και οι αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις που τους υποστηρίζουν, αποτελούν το βασικό συστατικό της στρατιωτικής ισχύος.
Τα πρότυπα συμμαχιών που έλαβαν χώρα κατά τον Ψυχρό Πόλεμο συνηγορούν στο ότι η χερσαία ισχύς είναι το κύριο συστατικό της στρατιωτικής δύναμης. Σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούσαν δυο μεγάλες δυνάμεις, θα περιμέναμε ότι τα άλλα κράτη θα ένωναν τις δυνάμεις τους με την ασθενέστερη μεγάλη δύναμη για να αναχαιτίσουν την ισχυρότερη. Καθ' όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες όχι μόνο ήταν πολύ πλουσιότερες από τη Σοβιετική Ένωση, αλλά επίσης απολάμβαναν ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε ναυτικές δυνάμεις, στρατηγικά βομβαρδιστικά και πυρηνικές κεφαλές. Παρ' όλα αυτά η Γαλλία, η Δυτική Γερμανία, η Ιταλία, η Ιαπωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τελικά η Κίνα, θεώρησαν ότι η Σοβιετική Ένωση και όχι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν το ισχυρότερο κράτος στο σύστημα. Πράγματι, τα κράτη αυτά συμμάχησαν με τις Ηνωμένες Πολιτείες ενάντια στη Σοβιετική Ένωση επειδή φοβούνταν τον σοβιετικό στρατό ξηράς και όχι τον αμερικανικό.

.~`~.
II
Ηπειρωτικές έναντι νησιωτικών μεγάλων δυνάμεων

Η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει... τη δυσκολία του να διενεργήσει κανείς έφοδο στο έδαφος μια μεγάλης δύναμης από τη θάλασσα, συγκριτικά με το να εισβάλει κανείς σ' αυτό από την ξηρά. Ειδικότερα, μπορεί κανείς να διακρίνει μεταξύ νησιωτικών και ηπειρωτικών κρατών. Ως νησιωτικό κράτος ορίζεται ένα κράτος πού αποτελεί τη μόνη μεγάλη δύναμη σε μια μεγάλη χερσαία έκταση η οποία περιτριγυρίζεται από ολες τις πλευρές από νερό. Μπορεί να υπάρχουν και άλλες μεγάλες δυνάμεις στον πλανήτη, αλλά θα πρέπει μεγάλες υδάτινες εκτάσεις να τις χωρίζουν από το νησιωτικό κράτος. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιαπωνια είναι προφανή παραδείγματα νησιωτικών κρατών, καθώς το καθένα καταλαμβάνει από μόνο του ένα μεγάλο νησί. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι κι αυτές νησιωτική δύναμη, καθώς είναι η μοναδική μεγάλη δύναμη στο Δυτικό Ημισφαίριο. Από την άλλη πλευρά, ως ηπειρωτικό κράτος ορίζεται μια μεγάλη δύναμη πού βρίσκεται γεωγραφικά σε μια μεγάλη χερσαία έκταση στην οποία βρίσκονται επίσης και μία ή περισσότερες άλλες μεγάλες δυνάμεις. Η Γαλλία, η Γερμανία και η Ρωσία είναι προφανή παραδείγματα ηπειρωτικών κρατών.
Οι νησιωτικές μεγάλες δυνάμεις μπορούν να δεχτούν επίθεση μόνο μέσω των υδάτων, ενώ οι ηπειρωτικές δυνάμεις μπορούν να δεχτούν επίθεση, τόσο μέσω της ξηράς όσο και μέσω των υδάτων, αρκεί να μην είναι περίκλειστες. Οι νησιωτικές δυνάμεις μπορούν όμως να δεχτούν επίθεση δια ξηράς από μια μεγάλη δύναμη αν ο εν λόγω αντίπαλος μπορεί να αναπτύξει στρατεύματα στο έδαφος μιας μικρής δύναμης στην πίσω αυλή του νησιωτικού κράτους. Οι νησιωτικές δυνάμεις ανησυχούν γι' αυτή την πιθανότητα και προσπαθούν να διασφαλίσουν ότι ουδέποτε θα πραγματοποιηθεί. Δεδομένης της ανασχετικής δύναμης τον νερού, θα περίμενε κανείς ότι τα νησιωτικά κράτη θα είναι πολύ λιγότερο ευάλωτα σε επίθεση απ' ό,τι τα ηπειρωτικά κράτη, και ότι τα ηπειρωτικά κράτη θα έχουν δεχτεί πολύ περισσότερες εισβολές δια ξηράς απ' ό,τι διαμέσου των υδάτων.
Για να ελέγξουμε αυτό το επιχείρημα, ας εξετάσουμε εν συντομία την ιστορία δύο νησιωτικών μεγάλων δυνάμεων, του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών, και δύο ηπειρωτικών μεγάλων δυνάμεων, της Γαλλίας και της Ρωσίας, επικεντρώνοντας την προσοχή μας στο πόσες φορές η καθεμιά έχει δεχτεί εισβολή από ένα άλλο κράτος, και στο εάν αυτές οι εισβολές διενεργήθηκαν δια ξηράς ή δια θαλάσσης.

Ηνωμένο Βασίλειο και Ηνωμένες Πολιτείες
Μέχρι το 1945, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν μεγάλη δύναμη για περισσότερους από τέσσερις αιώνες, χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε εμπλακεί σε αμέτρητους πολέμους. Όμως, κατά τη διάρκεια της μακράς αυτής περιόδου, ουδέποτε δέχτηκε εισβολή από άλλη μεγάλη δύναμη, πόσο μάλλον από κάποια μικρή δύναμη. Είναι αλήθεια ότι διάφοροι αντίπαλοί του ενίοτε απείλησαν να στείλουν δυνάμεις εισβολής διαμέσου της Μάγχης, αλλά παρ' όλα αυτά κανείς ποτέ δεν εξαπέλυσε αποβατικά σκάφη. Η Ισπανία, για παραδειγμα σχεδίαζε να εισβάλει στην Αγγλία το 1588. Όμως η ήττα της ισπανικής Αρμάδας την ίδια χρονιά ανοιχτά των ακτών της Αγγλίας εξάλειψε τις ναυτικές δυνάμεις που υποτίθεται ότι θα συνόδευαν τον ισπανικό στρατό διαμέσου της Μάγχης. Μολονότι, τόσο ο Ναπολέων, όσο και ο Χίτλερ εξέτασαν το ενδεχόμενο εισβολής στο Ηνωμένο Βασίλειο, κανείς τους δεν έκανε την προσπάθεια.
Όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, έτσι και οι Ηνωμένες Πολιτείες ουδέποτε δέχτηκαν εισβολή αφότου έγιναν μεγάλη δύναμη το 1898 (i). Η Βρετανία εξαπέλυσε έναν μικρό αριθμό μεγάλης κλίμακας επιδρομών εναντίον αμερικανικού εδάφους κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1812, και το Μεξικό επέδραμε στο Τέξας κατά τον πόλεμο του 1846-48. Όμως αυτές οι συγκρούσεις έλαβαν χώρα πολύ προτού οι Ηνωμένες Πολιτείες αποκτήσουν status μεγάλης δύναμης, και ακόμη και τότε ούτε το Ηνωμένο Βασίλειο ουτε το Μεξικό απείλησαν σοβαρά να κατακτήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πιο σημαντικό, δεν έχει υπάρξει σοβαρή απειλή εισβολής στις Ηνωμένες Πολιτείες αφότου έγιναν μεγάλη δύναμη στα τέλη του 19ου αιώνα.
Για την ακρίβεια, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μάλλον η ασφαλέστερη μεγάλη δύναμη στην ιστορία, βασικά επειδή πάντοτε χωριζόταν από τις άλλες μεγάλες δυνάμεις του κόσμου από δύο γιγαντιαίες τάφρούς - τον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό ωκεανό.

Γαλλία και Ρωσία
Η ιστορία δείχνει πολύ διαφορετική όταν εξετάζει κανείς τη Γαλλία και τη Ρωσία. Η Γαλλία έχει δεχτεί εισβολή από αντίπαλους στρατούς επτά φορές από το 1792 και μετά, και τις τρεις από αυτές τις φορές κατακτήθηκε. Κατά τη διάρκεια των πολέμων της Γαλλικής Επανάστασης και του Ναπολέοντα (1792-1815), αντίπαλοι στρατοί επιτέθηκαν στη Γαλλία σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις (1792, 1793, 1813 και 1815), πετυχαίνοντας τελικά αποφασιστική νίκη επί του Ναπολέοντα κατά την τελευταία εισβολή. Η Γαλλία δέχτηκε εισβολή και ηττήθηκε από την Πρωσία το 1870-71 και δέχτηκε μία ακόμη επίσκεψη από τον γερμανικό στρατό το 1914, παρ' ότι η Γαλλία απέφύγε παρά τρίχα την ήττα στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Γερμανία χτύπησε ξανά το 1940, και αυτή τη φορά κατέκτησε τη Γαλλία. Και οι επτά αυτές εισβολές προήλθαν από την ξηρά• η Γαλλία ποτέ δεν έχει δεχτεί εισβολή δια θαλάσσης (ii).
Η Ρωσία, το άλλο ηπειρωτικό κράτος, έχει δεχτεί εισβολή πέντε φορές κατά τους δύο τελευταίους αιώνες. Ο Ναπολέων έφτασε μέχρι τη Μόσχα το 1812, και η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο διενήργησαν έφοδο στη χερσόνησο της Κριμαίας το 1854 (iii). Η Ρωσία δέχτηκε εισβολή και υπέστη αποφασιστική ήττα από τον γερμανικό στρατό στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Λίγο αργότερα, το 1921, η Πολωνία, η οποία δεν ήταν μεγάλη δύναμη, εισέβαλε στη νεοϊδρυθείσα Σοβιετική Ένωση. Οι Γερμανοί εισέβαλαν ξανά το καλοκαίρι του 1941, ξεκινώντας μια από τις φονικότερες στρατιωτικές εκστρατείες στην καταγεγραμμένη ιστορία. Όλες αυτές οι εισβολές προήλθαν από την ξηρά, πλην της αγγλογαλλικής επίθεσης στην Κριμαία.

---------------------------------------------------------------
(i) Ο στρατηγός Hans von Seeckt, εξέχων Γερμανός αξιωματικός, επισήμανε το 1916 ότι «δεν μπορούμε να επιτεθούμε στην Αμερική, και μέχρι η τεχνολογία να μας προμηθεύσει με τελείως νέα όπλα, δεν μπορούμε να επιτεθούμε ούτε καν στην Αγγλία».
(ii) Ο συγγραφέας αναφέρει δύο περιπτώσεις τις οποίες αφήνει έξω από την ανάλυση του. Το 1944 η Γαλλία δεν ήταν κυρίαρχο κράτος και το 1918 η Ρωσία βρισκόταν σε εμφύλιο πόλεμο. Και στις δύο περιπτώσεις προηγήθηκε ήττα από την Γερμανία.
(iii) Αυτό που γνωρίζουμε σήμερα ως «Ευρώπη», είναι μια πλανώμενη ιστορική και πολιτική αοριστολογία, η οποία προϋπόθεση της έχει ένα μόνο και καθόλου αυτονόητο δεδομένο: ότι οι εκτρωματικές «ισορροπίες» που επετεύχθησαν κάποτε (το 1854) στον μεσογειακό χώρο και δημιούργησαν - παγιούμενες μέσω αυτών - τους δύο παγκόσμιους πολέμους, θα διαρκέσουν επ' άπειρον. Η όλη πολιτική ύπαρξη της Ευρώπης, και της «Δύσεως» γενικότερα, στηρίζεται σε ένα και μόνο γεγονός: στην έκβαση του κριμαϊκού πολέμου - Γεράσιμος Κακλαμάνης.
---------------------------------------------------------------

Συνοψίζοντας, καμιά από τις νησιωτικές μεγάλες δυνάμεις (Ηνωμένο Βασίλειο και Ηνωμένες Πολιτείες) δεν έχει δεχτεί ποτέ εισβολή, ενώ οι ηπειρωτικές μεγάλες δυνάμεις (Γαλλία και Ρωσια) έχουν δεχτεί εισβολή συνολικά δώδεκα φορές από το 1792 κι έπειτα. Τα ηπειρωτικά αυτά κράτη δέχτηκαν έφοδο έντεκα φορές δια ξηράς, αλλά μόνο μια διά θαλάσσης. Το δίδαγμα που φαίνεται να προκύπτει είναι ότι οι μεγάλες υδάτινες εκτάσεις καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολο για έναν στρατό να εισβάλει σε έδαφος πού το υπερασπίζεται μια καλά εξοπλισμένη μεγάλη δύναμη.
Η Τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων
Εκδ. Ποιότητα

*
**
*

Ο στρατιωτικός ιστορικός John Keegan εξηγούσε ότι η Μεγάλη Βρετανία και οι ΗΠΑ μπορούσαν να προασπίζονται την ελευθερία μόνο διότι η θάλασσα τις προστάτευε «από τους επίγειους εχθρούς της ελευθερίας». Ο Alexander Hamilton παρατηρούσε ότι η εάν η Βρετανία δεν ήταν νησί, τότε τα στρατιωτικά κατεστημένα του θα ήταν το ίδιο δεσποτικά με αυτά της ηπειρωτικής Ευρώπης και η Βρετανία «κατά πάσα βεβαιότητα θα είχε γίνει θύμα της απόλυτης εξουσίας ενός μόνο ανθρώπου».

Ο λεγόμενος ιμπεριαλισμός σαν νόημα είναι πολύ απλούστερος από όσο αφήνουν οι σχετικές θεωρίες νά νομισθή. Ιμπεριαλισμός σημαίνει ανταλλαγή βιομηχανικών προϊόντων μέ προϊόντα τροφής. Για να προκύψει όμως αυτή η ανταλλαγή ως διαδικασία, είναι φανερό ότι αυτοί πού έχουν τήν τροφή πρέπει νά αποκτήσουν τέτοιες κοινωνικές σχέσεις, ώστε νά χρειάζωνται τά βιομηχανικά προϊόντα... Ένας από τούς βασικούς λόγους τής χωρίς περίσκεψη ιμπεριαλιστικής τροπής τής νεώτερης ιστορίας είναι το γεγονός (και εξ αιτίας άκριβώς αυτού) οτι πρωτοπόρος στόν τομέα της τεχνολογικής έξελίξεως ευρέθηκε το φτωχότερο σε φυσικούς πόρους ευρωπαϊκο κράτος, δηλαδή η Αγγλία. Τήν τροφή της η Αγγλία (πλην του ψαριού) έπρεπε νά την εισαγάγη σχεδόν καθ' όλοκληρίαν. Μόνο κατά τόν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η Γη στήν χώρα αυτή απέκτησε ένα νόημα διάφορο τών πάρκων και τών χώρων ιππασίας, ενώ βέβαια οι ναυτικές ανάγκες του παρελθόντος έφεραν μιαν άποδάσωση άνω του 90%. Ο έξαστισμός, συνεπώς, και η συγκέντρωση βιομηχανικού προλεταριάτου στήν Αγγλία υπήρξαν πράγματα ευκολώτερα άπ' ό,τι στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Αλλά ένας αστικός πληθυσμός πού εξαρτάται αποκλειστικώς από την είσαγωγή τροφής, αναγκαστικά ώς μόνη λύση έχει τόν ιμπεριαλισμό. Γι' αυτόν ακριβώς τόν λόγο η Αγγλία δέν μπόρεσε νά δημιουργήση αυτοκατορία. Πλήν τής ανομοιογενείας τών πληθυσμών, η λογική του γραφείου, η οποία έπρεπε διά τής βίας να εφαρμοσθή στήν πράξη, σύμφωνα μέ τις αρχές τής ιμπεριαλιστικής τακτικής, απέκλειε κάθε πιθανότητα πολιτιστικής επικοινωνίας. Οι αυτοκρατορίες όμως δημιούργουνται ακριβώς διά της δυνατότητος της πολιτιστικής αλληλεπίδρασης... Η ίμπεριαλιστική συμπεριφορά, αντίθετα, των νεωτέρων αιώνων είχε ως έμβλημα την «πολιτιστική αποστολή» και ο μεγάλος Ιστορικός Μακώλεϋ έλεγε πώς οι Ινδοί πρέπει να θεωρηθούν ως «Άγγλοι άλλου χρώματος». Δεν είναι τυχαίο, ότι κατά τον 19ον αι. πού η Αγγλία γίνεται η προεξάρχουσα χώρα τής Ευρώπης, έν αντιθέσει προς παλαιότερες εποχές, η έννοια της Ευρώπης διαρκώς μικραίνει, γιά νά καταλήξει τελικώς στήν συγχυσμένη έννοια της σήμερον και με τήν ίδια πάντα αδιέξοδη ιδεολογία. Το μεταπολεμικό ιδεολόγημα της «Ευρώπης» (περί ου κατωτερω) έγινε σημερα «Ευρωπαϊκή Ένωση» με την ίδια ιδεολογία παροχής «ελπίδων», της «φιλελέυθερης αναπτύξεως» και της «προόδου». Αλλά αν «αναπτυχθή» ο Τούρκος κατά την τρέχουσα έννοια του αδέσποτου καπιταλισμού, τι θα τρώη ο Βέλγος;
Μέσα στίς διαπλοκές της ευρωπαϊκής ιστορίας, την ίδια εξέλιξη ακολούθησαν και οι άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης. Εκατάντησαν άκρως ευαίσθητες και εξαρτώμενες στό θέμα της διατροφής των μεγαλουπόλεων, με μιαν ιδεολογία λιμπεραλισμού στην παραγωγή, η οποία ελάχιστα τους επέτρεπε την εξεύρεση μιάς ιστορικής πολιτικής συνδυασμού τών πραγμάτων... Διά της «παγκόσμιας οικονομίας» είναι βέβαια απολύτως δυνατόν ο Βέλγος ή ο Ολλανδός να τρώνε πορτοκάλια Αλγερίας και να τα ονομαζουν πορτοκάλια Ισπανίας, ή λεμόνια Ελλάδος και Τουρκίας και να τα όνομάζουν λεμόνια Ισραήλ. Όπως επίσης είναι δυνατόν ο Ολλανδός να τρώη φρέσκια φυσική ντομάτα Κρήτης και ο Κρητικός χημική ντομάτα Ολλανδίας. Διά της «παγκόσμιας οικονομίας» και τών «εθνικών κυβερνήσεων», διά τών συνθημάτων της «προόδου» και της «δημοκρατίας», αυτά είναι δυνατά. Το μόνο μειονέκτημα που έχουν είναι να προϋποθέτουν σιωπηρώς τον πόλεμο και να μην αποτελούν πολιτική ιστορικής προοπτικής. Η πολιτική ορολογία γιά τούς μεσογειακούς χώρους (τα Βαλκάνια «η πόρτα τής Εύρώπης», ολόκληρη η Μεσόγειος «γραμμή ασφαλείας της Ευρώπης», καθώς είδαμε, οι ισλαμικές χώρες της Μεσογείου «το μαλακόν υπογάστριον της Ευρώπης»), η αοριστολογία που αυτή ενέχει και της οποίας προϋπόθεση και συμπλήρωμα είναι οι διάφορες «επιστημονικές» εξειδικεύσεις, ένα δηλοί σαφώς, που άλλωστε αποτελεί και πρακτικό δεδομένο: ότι δέν υπάρχει καμμία ευρωπαϊκή πολιτική ή έστω στοιχειώδης πρόταση για κανένα από τα σύγχρονα προβλήματα του κόσμου.

Όποιος πιστεύει ότι η «γνώση» και η «πληροφορία» έκανε παρωχημένα τα ζητήματα του χώρου και των πρώτων υλών, απλώς έχει πέσει θύμα της ιδιοτελούς μυθολογίας του κυβερνοχώρου που σήμερα είναι της μόδας. Οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες μέσω των επιστημόνων και των μελλοντολόγων τους εξαγγέλλουν την «κατάλυση της ύλης», διατηρούν ταυτόχρονα ένα πλανητικό στρατιωτικό-πολιτικό δίκτυο που τους διασφαλίζει την προνομιακή πρόσβαση προς τους νευραλγικούς πόρους. Αμερικανοί και Ιάπωνες εκμεταλλεύθηκαν ταχύτατα την εξασθένιση και κατόπιν κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης προκειμένου να εισβάλλουν οικονομικά στη Σιβηρία, αρχικά υπό τη μορφή της ανηλεούς αποψίλωσης του δασικού της πλούτου, αλλά έχοντας πάντοτε κατά νούν τα τεράστια αποθέματα αρκτικού πετρελαίου και βιομηχανικά-στρατηγικά σημαντικών μεταλλευμάτων... Καμία τεχνογνωσία και κανένας κυβερνοχώρος δεν θα μπορέσει να περιφρουρήσει την οικονομική θέση της Ιαπωνίας μέσα στον κόσμο, αν το νησιώτικο της κράτος αποκοπεί πλήρως και με συνέπεια από όλες τις πρώτες ύλες. Και αντίστροφα: χωρίς το δικό τους τεράστιο δυναμικό σε υλικούς πόρους και χωρίς την πολιτική-στρατιωτική κάλυψη της πρόσβασης τους προς τους εκάστοτε αναγκαίους πόρους σ' ολόκληρο τον πλανήτη, οι Ηνωμένες Πολιτείες ποτέ δεν θα είχαν καταστεί ο πρωτοπόρος του κυβερνοχώρου. Άλλωστε την πρόσβαση αυτή διαφυλάσσουν επαγρυπνώντας νυχθημερόν, και απ' αυτό επωφελούνται ίσαμε σήμερα Δυτικοευρωπαίοι και Ιάπωνες. Η σημερινή κατάσταση διόλου δεν συνιστά βέβαια εγγύηση για το μέλλον.

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

*
*