15 Αυγούστου 2014

Ο Ανατολικός Χριστιανισμός, «Παγκόσμια Οικονομία» και Μεσόγειος.


.~`~.
Εισαγωγή

Αν αναφερώμαστε στις θρησκείες, τούτο διότι ο κάθε άνθρωπος στην θρησκεία του ενδιαφέρεται για το είδος των κοινωνικών αρχών που αυτή πρεσβεύει και όχι κατ' ανάγκην για τον... Θεό που αυτή υπηρετεί. Αυτό είναι ένα είδος κοινωνικής φιλοσοφίας ιστορικως κατοχυρωμένης, που κανένας δεν μπορεί ν' αλλάξη τη σημασία της. Όποια και αν είναι η σχέση του με τη θρησκεία. Το κοινωνικώς πραγματούμενο, μέσα στο οποίο τυχαίνει ο άνθρωπος να υπάρχη, έχει μιάν ιστορικότητα αντικειμενικώς δεδομένη.

Αυτό π.χ. που μέσα στην αντίληψη της δυτικής εκκοσμίκευσης και της «φιλοσοφίας» θεωρείται «πρόοδος» ως προς τα θρησκευτικά πράγματα, για τον ανατολικό Χριστιανισμό είναι μια συνέπεια της περί ατόμου αντιλήψεως του δυτικού Χριστιανισμού. Κάτι φυσικά που οι «φιλόσοφοι» καθόλου δεν θα ήσαν διατεθειμένοι να παραδεχθούν, αφού είναι αναγκασμένοι να πιστεύουν ότι η δραστηριότητα τους συνιστά «πρόοδο»... Συνεπώς αυτή η ιδεολογία, που προβάλλεται ως τέτοια και επιδιώκει την επιβολή της δια διαφόρων πολιτικών μέσων, π.χ. «ανθρώπινα δικαιώματα», δεν άπτεται ουσιαστικά του ιδεολογικού περιεχομένου του ανατολικού Χριστιανισμού και του Ισλάμ...

Οι θεολογικές αντιλήψεις του Προτεσταντισμού - και τούτο αποδεικνύεται από τον ρόλο της φιλοσοφικής δραστηριότητας στα πλαίσια της θρησκευτικής αυτής κατευθύνσεως - ισοδυναμούν με ιστορική άρση του ιστορικού νοήματος του Χριστιανισμού. Ενώ ο Χριστιανισμός εμφανίζεται σαν μια «απάντηση» των φιλοσοφικών προβλημάτων της αρχαιότητας και σαν λύση των κοινωνικών προβλημάτων προβλημάτων που αυτά εδημιούργησαν, ο Προτεσταντισμός δια της φιλοσοφίας επαναφέρει την πνευματική κατάσταση στην προ του Χριστιανισμού εποχή και την ιστορικότητα 15 αιώνων χριστιανισμού την μεταβάλλει σε ιστορικότητα του κράτους... Για τον Προτεσταντισμό, το να γίνωνται οι γυναίκες παπάδες είναι χειραφέτηση και πρόοδος. Για την Ορθοδοξία, όμως, κάτι τέτοιο αποτελεί ύβρη και πιθανόν το ίδιο ισχύη και για τον Καθολικισμό. Δεν είναι θέμα «προσαρμογής» και «μοντερνισμού», αλλά καθαρό θέμα θρησκευτικής ιδεολογίας και φιλοσοφικής δογματικής. Η του κόσμου οικονομία επροίκισε την γυναίκα με τεράστια βιολογική δύναμη - που λείπει από τον άνδρα και γι' αυτό τούτος μπορεί να «θυσιασθή» για... «υψηλούς σκοπούς» -, προκειμένου να προστατευθή το είδος, που είναι κατά φύσιν των πραγμάτων «ιερώτερο». Το να θυσιάζεται μια γυναίκα για το παιδί της είναι η ιερώτερη πράξη. Το να θυσιάζεται για σκοπούς άλλους, και μάλιστα ιδεολογικούς, είναι υποτίμηση της φύση της και ύβρις προς την εσωτερική οικονομία του κόσμου.

Τι οφείλει να κάνη μια ιέρεια, η οποία βρίσκεται το πρωί της Κυριακής στον δρόμο προς την εκκλησία αλλά ξαφνικά μαθαίνει ότι καίγονται ταυτόχρονα η εκκλησία με τους πιστούς και το σπίτι της με τον μοναχογυιό της; Με... «φιλοσοφικά» κριτήρια και τις περί «πλειοψηφίας» αντιλήψεις, το να σώση τους πολλούς στην εκκλησία είναι πράξη καλύτερη απ' το να σώση έναν (το παιδί της), με κάποια άλλα πιο λεπτά κριτήρια όμως, ήγουν με κριτήρια θεολογικά, αυτό αποτελεί ύβριν προς την ίδια την Παναγία, που οι εικονικές της παραστάσεις θέλουν την ύπαρξη της αδιάσπαστα δεμένη μ' ένα μωρό...


Αυτοί που επενόησαν πρίν από χιλιάδες χρόνια έτσι τα πράγματα φαίνεται να μην ήσαν... ηλίθιοι, αλλά να είχαν συγκεκριμένα φιλοσοφικά προβλήματα στο νού τους... Είναι άλλη η χειραφέτηση της νομικής ισότητος (όντως, ο πωλητής αυτοκινήτων δεν ενδιαφέρεται για το γένος του πελάτη του αλλά μόνο για το πορτοφόλι του...) και άλλη για τα πράγματα που συζητούμε εδώ. «Ψιλές» βέβαια οι διαφορές, περίπου σαν αυτές που κάνουν τον Ντοστογιοέφσκυ... «ψυχολόγο», μόνο που αναφέρονται σε πραγματικότητες μάλλον αγεφύρωτου θεωρητικού - αλλά και πρακτικού ως προς τον «διάλογο» - χάσματος.


.~`~.
I
Ο Ανατολικός Χριστιανισμός

α´
Μεταξύ δυτικού Χριστιανισμού καί «Δύσης» έκάναμε ήδη μιά μικρή διάκριση -καίτοι, κατά περίπτωση, οι όροι ιδεολογικως φέρονται ως επικαλυπτόμενοι-, διότι απο τήν Μεταρρύθμιση κι' έδω, καί ιδίως από τήν Αναγέννηση, υπάρχει μιά μικρή διαφορά των όρων. Αναφερόμενος κανείς στόν κόσμο του ανατολικού Χριστιανισμού, αναφέρεται κατ' ανάγκην στόν πνευματικό εκείνον κόσμο πού έμαθε νά βλέπη τόν φυσικόν κόσμο σάν ακατανόητο θαύμα καί αίνιγμα, καί συνεπώς αδυνατεί νά ιδή τόν άνθρωπο αλλοιώς, παρά μόνον ώς άπλόν διαχειριστή του καί όχι... κυρίαρχον έπ' αυτού. Ο κόσμος σάν αίνιγμα είναι ήδη μιά θεμελιώδης φιλοσοφική θέση, άνευ τής όποίας κάθε περαιτέρω συζήτηση καταλήγει αναγκαστικά στήν όμίχλη καί τήν άκαθοριστία. Η θέση αυτή υποδηλοί ότι αδυνατεί κανείς έκ των προτέρων νά διακρίνη τό καλό καί τό κακό στόν φυσικό κόσμο καί συνεπώς παραιτείται πάσης προσπαθείας νά τόν «βελτιώση». «Βελτίωση» σημαίνει ότι είναι κανείς πεπεισμένος γιά τήν διάκριση μεταξύ φυσικού καλού καί κακού, ότι κατέχει τό μυστικό τής ύπαρξής των, άλλά πρόβλημα «Θεοδικίας» γιά τόν ανατολικό Χριστιανισμό δέν έτέθηκε ποτέ. Τό πρόβλημα τούτο προέκυψε μόνο στά ιστορικά πλαίσια τής δυτικής Ευρώπης, όταν ό Θεός εκάθησε στό εδώλιο του κατηγορουμένου καί άρχισε νά έρωτάται γιά τό γιατί τών πραγμάτων. Γιά τά χριστιανικά σύνολα τής χριστιανικής Ανατολής υπήρξεν ανέκαθεν η πεποίθηση -καί τούτο υπήρξε μιά συλλογική κοινωνική εμπειρία τών φιλοσοφικών εμπειριών τής μεσογειακής αρχαιότητας-, ότι κερδίζει κανείς περισσότερο άν παραιτηθή άπό τό μάταιο γιά τόν άνθρωπο τούτο ερωτημα, παρα αν θεληση να το υποκαταστηση με τις δικές του υποκειμενικές εξηγήσεις. Αν δηλαδή δεχθή ότι οι έννοιες καλού και κακού δέν έχουν καμμιά όντική ύπαρξη, άλλά αποτελούν απλώς προϋποθέσεις γιά τήν έσωτερικήν οικονομία του ανθρώπου. Αυτό είναι καί τό τελευταίον δίδαγμα τής φιλοσοφίας τής ελληνικής άρχαιότητας. Αλλά έτσι ή έννοια του ανθρωπισμού έπεκτείνεται αυτομάτως καί στόν «εκπεπτωκότα» - δηλαδή αυτός αποτελεί συστατικό στοιχείο τής έννοιας. Μόνο υπό τήν προϋπόθεση ότι αυτός αποτελεί κομμάτι τής κοινής εννοίας του ανθρωπισμού, αρχίζει νά λειτουργή η εσωτερική οικονομία του ανθρώπου. Μέσα στην κοινην αυτήν έννοια του ανθρωπισμού θα κυττάξη ο «καλός» να γίνη καλύτερος καί ό «κακός» να γίνη καλος. Η αποκοπή του «κακού» από τό κοινωνικό σώμα καταντά πρόβλημα μεταφυσικότητας και μιάς δύσκολης κοινωνικής πρακτικής, που υπερβαίνει τό νόημα τής νομοθετημένης τάξης. Σε παλαιότερες εποχές η κοινωνική διάκριση μεταξύ καλού καί κακού δέν ήταν τόσο εύκολη όσο σήμερα. Η ληστεία και η πειρατεία λ.χ. αποτελούσαν αποδεκτές μορφές συμπληρωματικότητας της ισχυούσης κοινωνικής ηθικής, στόν δέ επισκοπικό θρόνο της Ρώμης ανηλθον καί πρώην πειρατές.

Τά κριτήρια τού παρελθόντος δέν είναι βέβαια ίδια μέ τά σημερινά. Εάν η διαφορά μεταξύ «καλού» καί «κακού» ορίζεται απο κάποιον νόμο, τότε ή μεταφυσική σχέση των δύο κατηγοριών αμβλύνεται. Ο άλλος δέν έχει εσωτερική σχέση μ' έμάς και το «ουδείς έκών κακός» δέν αποκτά καμμίαν μεταφυσικότητα. Τό νεώτερο κράτος τής «Staatsräson» έχει μόνο «καλούς», διότι τούς «κακούς» τούς στέλνει στήν φυλακή. Κατά τόν «νόμο» είναι καλοί όσοι έχουν τήν «δύναμη» νά είναι. Καί αφού τήν έχουν, όπως νομικά όρίζεται, φυσικό είναι νά διακατέχωνται από τήν αίσθηση τής κυριότητας, νά αισθάνωνται «κυρίαρχοι» έναντι όσων τήν στερούνται καί νά τούς παραπέμπουν στό δικαστήριο. Με τόν «κακόν» δέν έχει νά κάμη ό ίδιος ό άνθρωπος σάν άτομο άλλά ό δικαστής. Στόν κόσμο του ανατολικού Χριστιανισμού, όπου η έννοια της «Staatsräson» εχει μέχρι σήμερα δυσκολίες, τα πράγματα συνεχίζουν νά μήν είναι απλά, πράγμα πού φυσικα προσδίδει μιάν «δυσκινησία» στίς κοινωνίες αυτές, όπως καί στίς -παραπλήσιες μ' αυτές- κοινωνίες του Ισλάμ. Οι κοινωνίες ειναι «δυσκίνητες», διότι τα άτομα, όπως άναλυτικώτερα θά ιδούμε (καί τούτο άποτελεί ιστορική διαμόρφωση στούς πολυεθνικούς τούτους χώρους), χρειάζονται περισσοτερον χρόνο για τον εαυτόν τους. Τό καλό καί το κακό στούς χώρους τούτους παραμένουν ακομα χωρίς σαφή σύνορα καί η διακρίβωση τους απαιτεί χρόνο. Καλος ειναι κανένας μόνον εφόσον μπορεί να είναι και κακός ταυτοχρονα, αλλά αυτή η διακρίβωση άπαιτεί ως εσωτερική προβληματικη χρόνο. Μόνο η αίσθηση ότι η δυνατότητα πρός αυτή τήν διακρίβωση μπορεί να χαθή ανά πάσαν στιγμή (ακόμη καί μέ μιά σκέψη, καθώς θα ιδούμε νά υποστηρίζη ό Ντοστογιέφσκυ) δημιουργεί την μεταφυσικότητα της εσωτερικής ευθύνης του ανθρώπου. Και ταυτόχρονα μ' αυτήν και μιά ειδική συνείδηση: ότι ο άνθρωπος ειναι απλος μόνο διαχειριστής των κατα κόσμον. Τόσο των έσωτερικών δυνάμεων του εαυτού του, όσο και του κόσμου έξω απ αυτόν.

Μεταξύ «κυριαρχίας επί του κόσμου» και «διαχειρίσεως τών κατά κόσμον» υφίσταται βέβαια διαφορά. Το να θελήση αυτή νά τήν καταργήση κανείς, καί μάλιστα «μια γιά πάντα» (einmal für immer) δια των όπλων, εκτός του οτι ειναι πρακτικά αδύνατο (καί τούτο λόγω τής μεταφυσικής τάξεως του κόσμού καί όχι λόγω τών «προόδων» τής πολεμικής βιομηχανίας), είναι ένα πρόβλημα ίστορικης κατανοήσεως πού έχει άμεση σχέση με το παρόν καί τό μέλλον. Ο ένας τρόπος «καταργήσεως» είναι βέβαια τα όπλα' ένας άλλος άοπλος, άλλά έξ ίσου πολεμικός, είναι οι «ιδεαλιστικές» φιλοσοφίες τών σημερινών διεθνών οργανισμών περί «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», «προόδου», «δημοκρατίας» κλπ., ήγουν η αντίληψη περί... σιδηροδρομικής φιλοσοφίας. Η «κατάργηση» συνεπώς δέν υπήρξε απότοκος της φιλοσοφίας του εθνικοσιαλισμού (περί ου κατωτέρω), αλλά κάτι το συνεχιζόμενο και αναλλοίωτο πρό πολλών αιώνων. Πρέπει νά ιδούμε γιατί.

β´
Η ανάγκη υπάρξεως ενός μονίμου «εχθρού» γιά τήν «Ευρώπη», λέει ο C. Erdman στό βιβλίο του Die Entstehung des Kreuzzugsgedankens, 1935, ανάγεται στις αρχές τής παρούσης χιλιετίας. Οι δυσκολίες, δηλαδή, έκχριστιανισμού τής Ευρώπης ώδηγησαν τόν Πάπα στην επινόηση ενός «εξωτερικού εχθρού», ώς στοιχείου συνοχής του δικού του χριστιανικού κόσμου. Στήν θεωρία αυτή -πού είναι σωστή- υπάρχει ένα πραγματικό στοιχείο πού δέν φαινεται, αλλα υπάρχει και θα συνεχίση νά υπάρχει όσο υφίσταται κόσμος. Ότι οι καταστάσεις τών θρησκευτικών πραγμάτων τής ανατολικής Μεσογείου αποτελούσαν έναν κίνδυνο γιά τόν δυτικό Χριστιανισμό, είναι βέβαια προφανές. Τό έρώτημα είναι γιατί η «πίστη» δέν εστράφηκε πρός τούς χώρους τής δυτικής Μεσογείου πού έκινδύνευαν, ή μάλλον πού είχαν καταληφθή από τό Ισλάμ, καί εστράφηκε «πρός απελευθέρωση της Ιερουσαλημ» (που δεν απελευθερώθη τελικά) στούς χώρους τής ανατολικής Μεσογείου.

Καί ότι βέβαια από στρατηγικής απόψεως η συνεργασία με τόν ανατολικόν Χριστιανισμό θά ήταν αυτή πού θά απωθούσε το Ισλάμ (άν όντως τό Ισλάμ ήταν ό στόχος), είναι αυτονόητο. Το Ισλάμ ήταν πανίσχυρο στούς χώρους τής νοτιοδυτικής Ευρώπης (λίγες δεκαετίες προ των σταυροφοριών, ο χαλίφης της Κόρδοβας παίρνει τον τίτλο του Χαλίφη) και άρα από στρατηγικής απόψεως είναι αδιανοητο να αποδυναμώση κανείς πλήρως στρατιωτικά τούς χώρους τής δυτικής Εύρώπης καί νά στέλνη στρατούς χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά πρός επιδίωξη άκρως αμφιβολων αποτελεσμάτων. Μάταια θά ψάξη κανεις στα σχετικά έργα και στούς άτλαντες νά βρή κάποιες λεπτομέρειες επί τών αποριών αύτών. Ότι οι δυσκολίες του Βατικανού με τα διοικούντα στρώματα της βόρειας Εύρώπης επέβαλαν τήν εξεύρεση ενός «εχθρού», είναι ώς στρατήγημα κατανοητό. Αυτό πού παραμένει μονίμως σε θολώδη κατάσταση είναι το ερώτημα, γιατί τό νόημα αύτού του «εχθρού» μετατοπίζεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά από εκεί πού ύπάρχει όντως αυτός ο έχθρός. Το πνεύμα τών σταυροφοριών σταματάει, μόνον έφ' όσον η Βενετία έξασφαλίζει την εμπορική εγκαθίδρυση της στην ανατολική Μεσόγειο και επαναβιώνει μερικούς αιώνες αργότερα, κατά τις διαμορφώσεις του έν λόγω χώρου διά των Οθωμανών, με τήν μάχη τής Ναυπάκτου. Εκμεταλλεύσεις τών στρατηγικών αποτελεσμάτων αυτής τής μάχης δέν υπάρχουν, πλήν του γεγονότος ότι συνεχίζει να εξασφαλίζεται η προηγούμενη δραστηριότητα τής Βενετίας, η όποία ένδιαφέρει ολόκληρη τήν δυτική Εύρώπη (έξ ου καί τό πνεύμα «σταυροφορίας» στην μάχη αυτή). Η Μεσόγειος θά παραμείνη υπό τήν άποκλειστική σχεδόν κυριαρχία τών μωαμεθανών από το 950 μέχρι τα τέλη περίπου του 18ου αίώνα. Καθ' όλη την διάρκεια αυτων των αιωνων, το μόνιμο μέλημα της δυτικης Ευρώπης είναι ή διατήρηση τών εμπορικών σχέσεων μέ τούς χώρους τής Ανατολικής Μεσογείου. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν οι Οθωμανοί παίρνουν τήν Κωνσταντινούπολη καί η αυτοκρατορία τους εδραιούται, συνεπώς μή έπιτρέπουσα άλλες έμπορικές σχέσεις με την άνατ. Μεσόγειο πλήν τών ήδη υφισταμένων της Βενετίας, τις οποίες αναγνώρισαν οι πρώτοι σουλτάνοι, η Πορτογαλία και η Ισπανία, ως ανερχόμενες δυνάμεις από τον κληρονομηθέντα πλούτο τών προηγουμένων ισλαμικών κρατών στρέφονται πρός τον ινδικόν ωκεανο και την Αμερική.

Υποθέτομε, λοιπον, ότι αυτό που μονίμως αποκρύπτεται ή τουλαχιστον δεν ομολογείται ως κοινή συνείδηση - πράγμα που θα επέβαλε και την ανάγκη μιάς άλλης πολιτικής πλήν εκείνης του «εχθρού», που εγκαινίασαν οι Πάπες προ δεκα αιώνων καί απετέλεσε το πολιτικό περιεχόμενο της παρούσης χιλιετίας, την οποίαν θα μπορούσαμε να καλεσωμε συλληβδην χιλιετία τών σταυροφοριών - είναι η μόνιμη επιβιωτική εξάρτηση της δυτικής Ευρωπης απο τον μεσογειακον χώρο και ιδιαιτερα εκείνον της ανατολικής Μεσογείου. Βεβαίως, σήμερα, διά των όρων «παγκόσμιος οικονομία» (Weltwirtschaft) και «παγκόσμια κατανομή εργασίας» (Arbeitsteilung), παραμερίζονται σκοπίμως από την κοινή συνείδηση τα φυσικά δεδομένα, οι «επιστημονικές ορολογίες» όμως είναι μάλλον αδύνατον να άλλάξουν τα γεωφυσικά δεδομένα του πλανήτη: η δυτική Ευρώπη, γιά όσο θά υπάρχη ο παρών κόσμος, πάντα θα εξαρτάται επιβιωτικά από τον μεσογειακό χώρο.

Ποιά ήταν η οίκονομική σημασία αυτού του χώρου για την βιομηχανική ανάπτυξη της δυτικής Ευρώπης (Αγγλίας, Γαλλίας), θα ιδή καλύτερα ό αναγνώστης στις σελίδες που άκολουθουν, εδώ όμως, μας ενδιαφέρουν τα πράγματα ώς γεωφυσικά και όχι ώς οικονομικά δεδομένα. Μάς ενδιαφέρουν δηλαδή ώς σύστημα ιστορικών σχέσεων διαρκείας και πρός τούτο πρέπει νά εξετάσουμε κάπως λογικώτερα από απόψεως εννοιών (υπάρχει λογική και χωρις έννοιες...) τον όρο της «παγκόσμιας οικονομίας», ο οποίος υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι δέν είναι απηλλαγμένος... σταυροφορικών παραστάσεων.

.~`~.
II
«Παγκόσμια Οικονομία» και Μεσόγειος

α´
Ο άνθρωπος ζή από την ένέργεια πού εναποθηκεύει κάθε πρωΐ ο ήλιος στήν Γη. Αυτή η ένέργεια έχει εϊτε ζωϊκή μορφή, εϊτε εκείνη τής ανόργανης ύλης. Τά μέταλλα, όπως και μια φυσική ντομάτα, δεν μπορούν να αναπαραχθούν εργαστηριακώς. Υποκαταστατα τους ειναι δυνατά (π.χ. μπορεί κανεις να κατασκευάση ενα χαπι με τα συστατικα της ντομάτας ή κάποιο υποκατάστατο του αλουμινίου), τα ίδια όμως όχι. Γιά λόγους άγνωστους μέχρι στιγμής (και πιθανώς γιά πάντα), η φύση, τής οποίας την τελειότητα των στρατηγικών μερικώς μόνο μπορεί να αντιληφθή η ανθρωπινη νόηση, δεν κατένειμε αυτή την ενέργεια ομοιογενώς επι του πλανήτη, πράγμα που δημιουργεί τήν πολλαπλότητα τών ειδών καί τήν οργάνωση τής κοινωνικής ζωής των αντιστοίχως. Στην περιπτωση του ανθρώπου, η οργάνωση της κοινωνικής ζωής αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις (όχι άναγκαστικη) της επιλεγομενης ιστορίας. Δεν θα αναφερθούμε περισσότερο επί του θέματος (ακριβώς γιατί υπάρχουν λαοί πού δέν γνωρίζουν την «ιστορία»), αλλά θά ιδούμε πώς τα παραπάνω δεδομένα διαμορφώθηκαν στόν ιστορικό χώρο τής Μεσογείου, γιά νά λάβουν τελικώς τήν όνομασία τής «παγκόσμιας οικονομίας» πού μάς απασχολεί.

Στον μεσογειακό χώρο, ο καταλληλότερος συνδυασμός τής ηλιακής ενεργείας συμβαίνει νά υπάρχη πρός τήν ανατολική μεριά και σε μιά χιλιομετρική έκταση πέριξ του νερού, την οποίαν χονδρικώς θά μπορούσαμε νά ορίσωμε ώς την έκταση εκείνη οπού λαλεί ο τζίτζικας. Εδώ οι συνθήκες είναι οι προσφορώτερες γιά τήν ζωή του ανθρώπου και γι' αυτόν τον λόγον ακριβώς έχομε στόν χώρον τούτον τήν ανάπτυξη μεγάλων πολιτισμών. Είναι προφανές ότι όσο λιγώτερο σε μιαν ευμενή φύση χρειάζεται ο άνθρωπος νά ασχοληθή γιά τήν επιβίωση, τόσο περισσότερο μπορεί νά διαθέτη τόν χρόνο του γιά πολιτιστική δραστηριότητα. Στoν χώρο τής δυτικής Ευρώπης ή φύση υπήρξε πιό φειδωλή, ενώ διά του Χριστιανισμού εσυνδέθηκε πολιτιστικα με τήν ιστορία της Μεσογείου. Πρέπει επίσης νά σημειώσωμε ότι το πολιτιστικό κέντρο της Μεσογείου δέν βρίσκεται στήν ιδια την Μεσόγειο (π.χ. Σουέζ) άλλά στήν Μαύρη Θάλασσα, όπως πιό κάτω θα ιδούμε (δέν ειναι τυχαίο ότι η γνωστη μας ιστορια αρχίζει με τον τρωικο πολεμο. Το ίδιο ισχύει μέχρι σημερα). Δια της ιστορικής δράσεως της Βενετίας και των αλλων γνωστών διαδικασιών (Αναγέννηση), η δυτική Ευρώπη ανέπτυξε τήν τεχνολογία, δηλαδή την τεχνική διαμορφώσεως των μετάλλων, καί με την δυνατότητα αυτή έπρεπε να εξασφαλίση την άλλη μορφή ενεργείας, δηλαδη την ζωικη, πού είναι πρωτογενώς απαραίτητη στόν άνθρωπο. Πώς τα πράγματα εξελίχθηκαν κατά τους νεωτερους αιωνες ειναι λιγο-πολύ στούς παντες γνωστά. Στην αρχή η δυτική Ευρώπη εστράφηκε προς εκτός τής Μεσογείου περιοχές, γιά να στραφή τελικώς στις αρχές του 19ου αιώνα στούς καθ εαυτό μεσογειακούς χώρους, που αποτελούν καί την βάση της φυσικής της επιβίωσης. Ποιά και πως υπήρξε η σημασία αυτών των χώρων γιά τήν νεώτερη βιομηχανική ανάπτυξη, θα ιδή ο αναγνώστης στα άκολουθούντα. Σημασία έχει ότι η δυτική Ευρώπη ευρήκε διά τής τεχνολογικής αναπτύξεως την επιδιωκόμενη σχέση της με τους χώρους τής ανατολικής Μεσογείου από τις αρχές της παρούσης χιλιετίας. Το παράξενο όμως είναι ότι η ποιότητα της σχέσεως δέν υπήρξε διαφορετική. Οι λόγοι είναι πολλαπλοί και μερικούς εξετάζομε στό βιβλίο τούτο.

β´
Ο λεγόμενος ιμπεριαλισμός σαν νόημα είναι πολύ απλούστερος από όσο αφήνουν οι σχετικές θεωρίες νά νομισθή. Ιμπεριαλισμός σημαίνει ανταλλαγή βιομηχανικών προϊόντων μέ προϊόντα τροφής. Για να προκύψει όμως αυτή η ανταλλαγή ως διαδικασία, είναι φανερό ότι αυτοί πού έχουν τήν τροφή πρέπει νά αποκτήσουν τέτοιες κοινωνικές σχέσεις, ώστε νά χρειάζωνται τά βιομηχανικά προϊόντα. Ποιά γενικώτερη σχέση μπορεί νά έχει αυτό με τήν πολιτιστική κατάσταση της ανθρωπότητας, θα ιδή καλύτερα ό αναγνώστης πιό κάτω. Σημασία έχει ότι η απλή αυτή φύση τών πραγμάτων καλύπτεται από πλήθος «θεωριών» και «αναλύσεων», συμποσουμένων τελικώς στήν... σιδηροδρομική φιλοσοφία του λιμπεραλισμού και των οποίων το τελικό αποτέλεσμα είναι να καθιστούν τήν πολιτική πράξη ενδεή οίασδήποτε άλλης προοπτικής. Τό «μετασοσιαλιστικό» αδιέξοδο της δυτικής πολιτικής είναι μιά από τις ικανές αποδείξεις. Ενας, π.χ. από τούς λόγους της ιμπεριαλιστικής τακτικής αναφέρεται η πληθυσμιακή αύξηση της δυτικής Ευρώπης κατά τους τελευταίους αίώνες. Πρόκειται συνεπώς για «φυσικό καταναγκασμό», ο οποίος σάν ιδεολόγημα έχει άκριβώς τήν σημασία να αποστρέφη το βλέμμα από ζητήματα πολιτικής (επίσης καί του παρόντος) και ιστορίας. Η πληθυσμιακή αύξηση, όμως, αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο τήν ιδια εποχή (βλ. π.χ. G. Schultze, Völker-Wohlstand und Weltwirtschaft), ιδιαίτερα μάλιστα στους χώρους της ανατολικής Μεσογείου, καθώς θα ιδούμε να παρατηρή ο N. Iorga, και συνεπώς ελάχιστα επαρκεί ως εξήγηση των πραγμάτων. Έχει όμως την ιδιότητα να «δικαιολογή» χωρίς περαιτέρω απορίες...

Ένας από τούς βασικούς λόγους τής χωρίς περίσκεψη ιμπεριαλιστικής τροπής τής νεώτερης ιστορίας είναι το γεγονός (και εξ αιτίας άκριβώς αυτού) οτι πρωτοπόρος στόν τομέα της τεχνολογικής έξελίξεως ευρέθηκε το φτωχότερο σε φυσικούς πόρους ευρωπαϊκο κράτος, δηλαδή η Αγγλία. Τήν τροφή της η Αγγλία (πλην του ψαριού) έπρεπε νά την εισαγάγη σχεδόν καθ' όλοκληρίαν. Μόνο κατά τόν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η Γη στήν χώρα αυτή απέκτησε ένα νόημα διάφορο τών πάρκων και τών χώρων ιππασίας, ενώ βέβαια οι ναυτικές ανάγκες του παρελθόντος έφεραν μιαν άποδάσωση άνω του 90%. Ο έξαστισμός, συνεπώς, και η συγκέντρωση βιομηχανικού προλεταριάτου στήν Αγγλία υπήρξαν πράγματα ευκολώτερα άπ' ό,τι στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Αλλά ένας αστικός πληθυσμός πού εξαρτάται αποκλειστικώς από την είσαγωγή τροφής, αναγκαστικά ώς μόνη λύση έχει τόν ιμπεριαλισμό. Γι' αυτόν ακριβώς τόν λόγο η Αγγλία δέν μπόρεσε νά δημιουργήση αυτοκατορία. Πλήν τής ανομοιογενείας τών πληθυσμών, η λογική του γραφείου, η οποία έπρεπε διά τής βίας να εφαρμοσθή στήν πράξη, σύμφωνα μέ τις αρχές τής ιμπεριαλιστικής τακτικής, απέκλειε κάθε πιθανότητα πολιτιστικής επικοινωνίας. Οι αυτοκρατορίες όμως δημιούργουνται ακριβώς διά της δυνατότητος της πολιτιστικής αλληλεπίδρασης. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έγινε αυτοκρατορία ακριβώς επειδή αφομοιώθηκε πολιτιστικά από τόν ελληνιστικό κόσμο της ανατολικής Μεσογείου. Η ίμπεριαλιστική συμπεριφορά, αντίθετα, των νεωτέρων αιώνων είχε ως έμβλημα την «πολιτιστική αποστολή» και ο μεγάλος Ιστορικός Μακώλεϋ έλεγε πώς οι Ινδοί πρέπει να θεωρηθούν ως «Άγγλοι άλλου χρώματος». Δεν είναι τυχαίο, ότι κατά τον 19ον αι. πού η Αγγλία γίνεται η προεξάρχουσα χώρα τής Ευρώπης, έν αντιθέσει προς παλαιότερες εποχές, η έννοια της Ευρώπης διαρκώς μικραίνει, γιά νά καταλήξει τελικώς στήν συγχυσμένη έννοια της σήμερον και με τήν ίδια πάντα αδιέξοδη ιδεολογία. Το μεταπολεμικό ιδεολόγημα της «Ευρώπης» (περί ου κατωτερω) έγινε σημερα «Ευρωπαϊκή Ένωση» με την ίδια ιδεολογία παροχής «ελπίδων», της «φιλελέυθερης αναπτύξεως» και της «προόδου». Αλλά αν «αναπτυχθή» ο Τούρκος κατά την τρέχουσα έννοια του αδέσποτου καπιταλισμού, τι θα τρώη ο Βέλγος;

γ´
Μέσα στίς διαπλοκές της ευρωπαϊκής ιστορίας, την ίδια εξέλιξη ακολούθησαν και οι άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης. Εκατάντησαν άκρως ευαίσθητες και εξαρτώμενες στό θέμα της διατροφής των μεγαλουπόλεων, με μιαν ιδεολογία λιμπεραλισμού στην παραγωγή, η οποία ελάχιστα τους επέτρεπε την εξεύρεση μιάς ιστορικής πολιτικής συνδυασμού τών πραγμάτων. Θα ιδούμε πιό κάτω καλύτερα το νόημα του μεταπολεμικού «ψυχρού πολέμου». Η αφύσικη και ιστορικώς μετέωρη εξέλιξη αυτή των πραγμάτων, δεν άργησε βέβαια ν' αποτελέση αντικείμενο προβληματισμού, ιδίως στα χρόνια του μεσοπολέμου. Ο περίφημος λόγος του Χίτλερ, «το τρίτο Ράϊχ ή θα είναι ένα Ράϊχ γεωργών ή δέν θα υπάρξη καθόλου», δεν ήταν πολιτική παρόλα έν όψει της αυταρκείας του πολέμου. Ηταν ένας γενικώτερος προβληματισμός τών ευρωπαϊκών κοινωνιών του μεσοπολέμου. Το μάζεμα στίς μεγαλουπόλεις, η στρατιωτικοποίηση τής ζωής κατά τις ανάγκες τής ανταγωνιστικής παραγωγής, η νομοθέτηση της κοινωνικής συμπεριφοράς, η αποξένωση τών ανθρωπίνων σχέσεων, η αποσύνθεση της οικογενείας και το άδειασμα της υπαίθρου, οι συνέπειες του φιλελεύθερου τρόπου παραγωγής και της φιλοσοφίας του, δηλαδή, απετέλεσαν τους φορείς ανησυχίας ευρέων στρωμάτων του πληθυσμού και της διανοήσεως, και δεν εκφράζονται μόνο πολιτικά από τα κινήματα του φασισμού και εθνικοσοσιαλισμού (επί του οποίου θά επανέλθωμε λίγο πιό κάτω), αλλά έξεφράσθηκαν και με ένα ολόκληρο φιλοσοφικό σύστημα, εκείνο του υπαρξισμού, που αναπτύσσεται την ίδια εποχή του μεσοπολέμου και αποτελεί έκφραση αυτών τών προβληματισμών. Επόμενο βέβαια ήταν, μεταπολεμικώς να τεθή αυτός όσο το δυνατόν συντομώτερα κατά μέρος...

Μετά τόν πόλεμο, επεκράτησε, όπως ήταν φυσικό, το ιδεολόγημα της «παγκόσμιας οικονομίας» με το «φιλοσόφημα» της «ανοιχτής κοινωνίας» και της «ελευθερίας». Ελευθερία, βέβαια, μέσα σε μιά παραγωγή, της οποίας η ανάπτυξη θα κανονίζεται πιά με κομπιούτερ... Είναι σκόπιμο να ιδούμε πώς ξεκίνησε τούτο το σύστημα της «ελεύθερης», μεταπολεμικής οικονομίας και πως ολοένα ιδεολογικοποιείται προκειμένου να ιδούμε γιατί η «Ευρώπη» καμμιά πολιτική πρόταση δεν διαθέτει σήμερα.

Ίσως λίγοι θα θυμούνται οτι οι οικονομολόγοι της δεκαετίας του '50 εμιλούσαν για το «Korea-Boom». Ότι ο πόλεμος της Κορέας από στρατηγικής απόψεως ηταν μάλλον περιττός, το ομολογούν ειδήμονες [βλ. π.χ R. Grenfell, Bedingungsloser Hass? (Die deutsche Kriegsschuld und Europas Zukunft), 5η εκδ. 1956, σελ. 218]. Για μια δύναμη με την ναυτική υπεροχή της Αμερικής του καιρού, τίποτε δεν θα συνέβαινε εάν κατελαμβάνετο και η νότια Κορέα, όπως τίποτε δέν συνέβηκε που εχάθηκε το Βιετνάμ, ή που υπήρχε ο σοβιετικός στόλο έξω από τα Κύθηρα, δίπλα απο τον 6ον στόλο. Ο πόλεμος όμως της Κορέας ήταν απαραίτητος, προκειμένου να δουλέψη η οικονομία της «ελεύθερης αγοράς». Τα σχέδια Μάρσαλ εδόθηκαν μεν, το πρόβλημα της παραγωγής όμως παρέμενε. Για να αποδώσουν τα σχέδια Μάρσαλ και να ένεργοποιηθούν τα δάνεια, έπρεπε να υπάρξη «ανάπτυξη». Εν προκειμένω η διαδικασία υπήρξε «απλή»: με τον πόλεμο της Κορέας, στον οποίον η προσπάθεια ήταν να αχρηστεύεται όσο το πιό πολύ πολεμικό υλικό, άρχισε να δουλεύη πάλι η βαρειά βιομηχανία, η οποια έσερνε πίσω της όλη τήν υπόλοιπη. Με την παρανοϊκή ιδεολογία του «κομμουνιστικού κινδύνου» ταυτόχρονα, θα μπορούσαν να εγκαθιδρυθούν οι «κατάλληλες κυβερνήσεις» προς διαμόρφωση της αγοράς (στα πλαίσια του «έλεύθερου κόσμου») για την απορρόφηση των προϊόντων. Ούτω πως άρχισε το μεταπολεμικό βιομηχανικό «θαύμα της ευημερίας». Αλλά όπως βέβαια άρχισε, έτσι και συνέχισε. Πόσοι ακριβώς πόλεμοι υπήρξαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, θα ιδή ο αναγνώστης στο ακολουθούν κείμενο [περί τα 50 με 60 εκατομμύρια υπολογίζονται οι νεκροί από τους πολέμους που έγιναν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο]. Σημασία εχει οτι με την τακτική αυτή η οικονομία της «ελεύθερης αγοράς» επέτυχε την «άνθηση» της και -το κυριώτερο- την ξανασυγκέντρωση του κεφαλαίου που έχάθηκε με τον πόλεμο. Μέσα σε ένα υπέρμετρο ανθρώπινο και οικολογικό έξοδο φυσικά, αφού, εξ ίσου στην ιδιωτική ζωή και στην ζωή των κοινωνιών, ο εξανεμισμός και η επανασυγκέντρωση κεφαλαίου καθόλου εύκολο πράγμα δεν είναι. Οι Γερμανοί, μαλιστα, για τους οποίους η οικονομική ανόρθωση ήταν το πιο επείγον των προβλημάτων, έφθασαν μέχρι και σε αλλοίωση της φυσικής υποστάσεως του ανθρώπου, δια των ψυχοφαρμάκων που επέβαλε η κοινωνική ένταση, προκειμένου να την πετύχουν. Εκτός απο την καταστροφη του πολεμου, το σοβαρωτερο πρόβλημα της Γερμανιας τότε ήταν αυτό των προσφύγων, λογω της καταστροφής της ιστορικής δομής της κεντρικής Ευρώπης. Μιάς καταστροφης αναλογης με εκεινην της Μεσογειου και που υπήρξε προγραμματική του λιμπεραλισμού, καθως θα ιδούμε, αφού και οι δύο αυτές περιοχές ήσαν οι κατ' έξοχήν πηγές πλούτου, αλλά μη επιτρέπουσες αυθαιρέτους ορισμούς γιά την «Ευρώπη»...

Ανάλογες υπήρξαν οι διαδικασίες και μετά τόν πρώτον παγκόσμιο πόλεμο, μόνο που οι συνθήκες υπήρξαν διαφορετικές για μιά ανάλογη οργάνωση της «παγκόσμιας οικονομίας». Η Γερμανία έπρεπε επίσης ν' αρχίση με εξωτερικά δάνεια (η Royal-Shell απετέλεσε τον κυριώτερο χρηματοδότη γιά τον εξοπλισμό του Χίτλερ εναντίον του «μπολσεβικισμού»), αλλά η κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια επέμεναν να θέτουν το πρόβλημα ενός πραγματολογικού ορισμού της Ευρώπης και όχι ενός ιδεολογικού όπως μετά τον β' παγκ. πόλεμο. Τα πράγματα παρέμεναν στήν κατάσταση τής κλασσικής έννοίας του «εχθρού» της παρούσης χιλιετίας, τών συνθηκών μή έπιτρεπουσών τήν ιδεολογικοποίησή του ώς «παγκόσμιας ιδεολογίας» εις βάρος του τρίτου κόσμου. Μερικούς από τους λόγους θα εξετάσωμε πιό κάτω. Η άνοδος τών φασιστικών κινημάτων υπήρξε ήδη ένας δεύτερος «έχθρός» γιά τις φιλοσοφίες του λιμπεραλισμού, ενώ η «Κοινωνία τών Εθνών» απετέλεσε μέσω της «μικρής Αντάντ» (δηλ. μέσω τών Βαλκανίων) το όργανο της γαλλικής κυρίως μεταπολεμικής πολιτικής, που ήταν απλώς συνέχεια τής προηγούμενης. Η έννοια της «Ευρώπης» δεν είχε αποκρυσταλλωθή πολιτικά ώς αποκλειστικώς εκείνη του «φιλελευθερισμού», όπως συμβαίνει μετά τον πόλεμο. Πρίν ήδη τελειώση ο πόλεμος, απασχολεί η έννοια ενός ιδεολογικού «εχθρού», η οποία να συνδυάζη τα νέα δεδομένα μιάς μικρής βιομηχανικής Ευρώπης με εκείνα της βρεταννικής κοινοπολιτείας και την ανάγκη των «εθνικών διαιρέσεων», που έφεραν οι ιμπεριαλιστικές τακτικές του 19ου αιώνος. Ο «κίνδυνος» είναι ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος (βλ. π.χ. Lionel Curtis, Weltkrieg-Ursache und νerhutung, 1947) και λύση βέβαια ο ΟΗΕ. Ο οποίος, όμως, κατά τον έν λόγω συγγραφέα, θα έπρεπε να αποκτήση έδρα στό ντομίνιο του Καναδά κλπ, κλπ.

δ´
Ότι ο μέν ΟΗΕ κανένα ρόλο δεν έπαιξε μεταπολεμικά και κανέναν πόλεμο δεν εμπόδισε (τον μεγάλον πόλεμο τον εμπόδισαν απλώς οι εξοπλισμοί με την παρανοϊκή τους βάση), είναι σε όλους γνωστό. Καί ότι κανέναν δεν πρόκειται να παιξη, το άποκαλυφθέν παντοειδές χάος του κοσμου που μας απεκάλυψε η κατάργηση του παλαιού σοσιαλισμού είναι ικανό ως απόδειξη. Ο οποιοσδήποτε διεθνής οργανισμός, τότε μόνο εχει κάποιον θετικό ρόλο να παίξη και τότε μόνο μπορεί να λειτουργήση, όταν αποκατασταθούν οι οργανικές δομές γιά την οικονομική λειτουργία του πλανήτη. Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι ο οργανισμός αυτός θα ονομαζεται αλλοιώς, άνευ της χρήσεως του «έθνους», αλλά και ότι θα προκύπτη από μιάν άλλη πολιτική και ιστορικη φιλοσοφία. Δηλαδή, τότε μόνο θα μπορέσουν να δουλέψουν διεθνείς όργανισμοί που θα δικαιούνται αυτού του τίτλου, όταν ο αιώνας των πεποιημένων ιδεολογιών αντικατασταθή με την απλή πραγματικότητα πού καταλαβαίνουν οι πάντες, ήτοι όταν τα ιδεολογήματα αντικατασταθούν με τα πράγματα. Όταν δηλαδή η «Weltwirtschaft», η «παγκόσμια οικονομία», πάψη να αποτελή ιδεολογία και καταστή πραγματικότητα. Γιά να ιδούμε τι είδους ιδεολόγημα αποτελεί αυτή σήμερα, δέν θεωρούμε μάταιη μιά τελευταία παρατήρηση. Όχι από τόν χώρο τής καθ' εαυτό πολιτικής άλλά από τόν χώρο της «επιστήμης» και της «ιστορίας». Από τήν έντυπη πληθώρα επί του θέματος, ξεχωρίζομε ενα μικρό βιβλίο με πρόσβαση σε μεγαλύτερο κύκλο αναγνωστών: S. Breuer, Imperien der Alten νelt, Kohlham-mer 1987. Δέν θα μπούμε σε μεθοδικές λεπτομέρειες επί του βιβλίου αυτού, το οποίον ξεχωρίζει τήν Μικρά Ασία από τόν μεσογειακό χώρο, για να την συνδέση μόνο σε μιά έννοια οίκονομικής ανταλλαγής προϊόντων [πρώτες ύλες για την «πολιτιστική πρόοδο» (σελ. 83) με φαγώσιμα], αλλά θα πουμε, απλώς, ότι με δυσκολία αναγνωρίζει κανείς στο βιβλίο αυτό ποιά είναι άκριβώς ή περίπου αυτή η «Alte Welt» (παλαιός κόσμος).

Αφού ο ελληνιστικός κόσμος φθάνει μέχρι την εποχή του, Μεγάλου Κωνσταντίνου, εκεί θα ανέμενε κανείς ότι σταματαει και αυτή η «παλαιά εποχή». Τα πράγματα, ομως, δεν ειναι ετσι: αφού διαγράφονται 1.200 τουλάχιστον χρόνια μεσογειακής ιστορίας δια του Βυζαντίου (επί του οποίου υπάρχουν στο όλον βιβλιο 20 μόνο γραμμές, κι' αυτές μόνο καί μόνο πρός αντιμετώπιση μερικών εσφαλμένων θεωριών του Μαξ Βέμπερ σχετικά), μεταξύ των «αυτοκρατοριών του παλαιού κόσμου» εμφανίζεται ξαφνικά η Οθωμανική Αυτοκρατορία, με την οποία και «κλείνουν» οι «αρχαίες» αυτές αυτοκρατορίες. Το μόνο που πορίζεται κανεις γι' αυτήν είναι παντως σημαντικό: ότι οι εσωτερικές καταστάσεις παρακμής της Όθωμανικής Αυτοκρατορίας -τής οποίας ωστόσο τις αρχές ειναι εξαιρετικα δύσκολο να εντοπίση κανείς στην σχετική φιλολογία, μένοντας μάλλον με την εντύπωση οτι αύτη η αυτοκρατορια γεννηθηκε έξ αρχής... παρηκμασμένη...- ήσαν τέτοιες, ώστε να την μεταβάλουν κατ' ανάγκην στον πλέον ασήμαντο χώρο της «παγκόσμιας οικονομίας» (σελ. 235).

Οπως ήδη είπαμε, η περί Βυζαντίου ασχολία πρέπει να αποτελή μιαν έξειδικευμένη επιτήδευση, που να μην φθάνη στην κοινή συνείδηση. Η συνείδηση αυτή πρέπει να αντιλαμβάνεται περί πολιτικής όσο και όπως της επιτρέπουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αφού η έννοια του «εχθρού» κατά την παρούσα χιλιετία ήταν πάντα οι χώροι του ανατολικού Χριστιανισμού, είναι φανερό πώς όσο λιγώτερα ξέρει ή γνωρίζει κανένας περί του «εχθρού», τόσο πιό έτοιμος είναι να τον πολεμήση. Ιδιαίτερα στο είδος τούτο αγνοήσως των πραγμάτων του ανατολικού Χριστιανισμού διαπρέπει -μάλλον από εσφαλμένη εκτίμηση των πραγμάτων...- η εβραϊκή φιλολογία. Η λέξη «Βυζάντιο» μοιάζει συχνά σαν απηγορευμένη λέξη σ' αυτή καί σ' ένα πρόσφατο ογκώδες έργο υπό τόν τίτλο 2.000 Χρόνια Χριστιανισμού (έργο που αφορά στις σχέσεις Ιουδαϊσμού και δυτικού Χριστιανισμού κυρίως, αλλά Χριστιανισμός δέν είναι μόνο αυτός) μένει κανένας με την εντύπωση πως για τούς ανατολικούς χριστιανούς μάλλον καταχρηστικά μπορεί να χρησιμοποιηθή ο όρος...

Γεννάται όμως το ερώτημα: με όλους αυτούς τους «επιστημονικούς συνδυασμούς» αλλάζει τίποτε στην φύση τών πραγμάτων; Πρόκειται να πάψη στον αιώνα τον άπαντα η δυτική Ευρώπη να εξαρτάται άμεσα και παντοειδώς από τήν Μεσόγειο; Το να χαρακτηρίζεται ο χώρος αυτός υποσημείωση της «παγκόσμιας οικονομίας», δεν αλλάζει σε τίποτε την πραματικότητα, η οποία λέγει ότι γιά όσο θα υπάρχη κόσμος ουδέποτε θα πάψη και η δυτική Ευρώπη να εξαρτάται από τον μεσογειακό χώρο και ουδέποτε πρόκειται να αποκτήση αυτάρκεια καί ανεξαρτησία έναντι αυτού.

ε´
Διά της «παγκόσμιας οικονομίας» είναι βέβαια απολύτως δυνατόν ο Βέλγος ή ο Ολλανδός να τρώνε πορτοκάλια Αλγερίας και να τα ονομαζουν πορτοκάλια Ισπανίας, ή λεμόνια Ελλάδος και Τουρκίας και να τα όνομάζουν λεμόνια Ισραήλ. Όπως επίσης είναι δυνατόν ο Ολλανδός να τρώη φρέσκια φυσική ντομάτα Κρήτης και ο Κρητικός χημική ντομάτα Ολλανδίας. Διά της «παγκόσμιας οικονομίας» και τών «εθνικών κυβερνήσεων», διά τών συνθημάτων της «προόδου» και της «δημοκρατίας», αυτά είναι δυνατά. Το μόνο μειονέκτημα που έχουν είναι να προϋποθέτουν σιωπηρώς τον πόλεμο και να μην αποτελούν πολιτική ιστορικής προοπτικής. Η πολιτική ορολογία γιά τούς μεσογειακούς χώρους (τα Βαλκάνια «η πόρτα τής Εύρώπης», ολόκληρη η Μεσόγειος «γραμμή ασφαλείας της Ευρώπης», καθώς είδαμε, οι ισλαμικές χώρες της Μεσογείου «το μαλακόν υπογάστριον της Ευρώπης»), η αοριστολογία που αυτή ενέχει και της οποίας προϋπόθεση και συμπλήρωμα είναι οι διάφορες «επιστημονικές» εξειδικεύσεις, ένα δηλοί σαφώς, που άλλωστε αποτελεί και πρακτικό δεδομένο: ότι δέν υπάρχει καμμία ευρωπαϊκή πολιτική ή έστω στοιχειώδης πρόταση για κανένα από τα σύγχρονα προβλήματα του κόσμου (i - ii - iii - iv - v). Δηλαδή, με απλούστερα λόγια, τότε μονο υπαρχει η όποια πιθανότητα ευρωπαϊκης πολιτικής, αν αλλάξη στο λεξιλόγιο και στα μυαλά η ίδια η λέξη τής «Ευρώπης».


To «Ανατολικό Ζήτημα» Σήμερα
Εκδ. Εικοστού Πρώτου
1998


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.