28 Ιουλίου 2014

I) Το Ισραήλ ως έθνος-κράτος, οι παγκόσμιες/περιφερειακές ισορροπίες και η μεταψυχροπολεμική περίοδος και II) Όταν η επαγρύπνηση υπονομεύει την ελευθερία του λόγου.



.~`~.
Πρόλογος

Η σύγκρουση που λαμβάνει χώρα στην Παλαιστίνη το 1947-1949 μοιάζει ασήμαντη μπροστά στο ολοκαύτωμα που γνώρισε ο κόσμος. Ωστόσο, το συντριπτικό βάρος τη σφαγής των Εβραίων της Ευρώπης υποβάλλει σε μια αδήριτη πίεση. Ένας λαός θέλει να ζήσει. Ένα κράτος εμφανίζεται μέσα στη βία. Το Ισραήλ γίνεται ο κόμβος όλων των αντιφάσεων, το σημείο όπου εστιάζεται η πληγωμένη συνείδηση της Δύσης, η οποία, άλλωστε, εκπληρώνει εκεί το χρέος της. Οι αραβικοί πληθυσμοί δεν έχουν κανένα λόγο να κατανοήσουν και να επωμιστούν αυτή την ευθύνη. Μια καινούργια πυριτιδαποθήκη αρχίζει να διαμορφώνεται. Η Δύση εξάγει τις ενοχές της.
François Géré

Ο μηχανισμός της «κοινής γνώμης» είναι απλός: μεταβάλλει την ιστορία σε πολιτικά συνθήματα, σε όρους και φρασεολογίες, οι οποίες θα επιτρέψουν την δράση της πολιτικής υπό την ιδεολογία της αμύνης.
Γεράσιμος Κακλαμάνης

.~`~.
Ι
Το Ισραήλ ως έθνος-κράτος, οι παγκόσμιες/περιφερειακές ισορροπίες
και η μεταψυχροπολεμική περίοδος

Εισαγωγή
Οι κατάλληλες συνθήκες για τη δεύτερη αλλαγή που υπέστη η εβραϊκή κοινωνία -η πρώτη αλλαγή της οποίας είχε συντελεστεί στη Γαλλία- εμφανίστηκαν στον ατλαντικό άξονα. Η Αγγλία, όπου τα αντισημιτικά κινήματα είναι πιο αδύναμα, και οι ΗΠΑ, οι οποίες μαζί με νέες αρχές προσέφεραν στα άτομα και νέες δυνατότητες ανάδειξης, αποτέλεσαν νέους ασφαλείς χώρους έναντι των εθνικιστικών κινημάτων που διαδίδονταν στην Ευρωπαϊκή ήπειρο... Η αντισημιτική συμπεριφορά και η προσπάθεια εκ νέου μεταφοράς του κέντρού ισχύος στην ηπειρωτική Ευρώπη [από τον Ατλαντικό], πού αποτελούν τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της επεκτατικής στρατηγικής του Χίτλερ, πού πήγαζε από τον ρατσισμό της Αρίας φυλής, αποτελούν από αυτή την άποψη αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία. Η αντιπαράθεση μεταξύ του ναζισμού, ο οποίος συνιστά τον κοσμικοϊδεολογικό τύπο της θεώρησης της Αρίας φυλής ως ανώτερης φυλής, και του σιωνισμού, πού είναι ο θεολογικοϊδεολογικός τύπος του δόγματος περί περιούσιου λαού και πηγάζει από την εβραϊκή θεολογία, βαίνει παράλληλα προς μία τέτοιου είδους αλλαγή άξονα (α)...
Τρεις σημαντικές διεθνείς μεταβολές, που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα μετά τούς δύο Παγκοσμίούς πολέμους και τον Ψυχρό πόλεμο, προετοίμασαν το έδαφος για τη μετατροπή σταδιακά του Εβραϊκού ζητήματος στην Ευρώπη σε Ζήτημα του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή.
Το κενό κυριαρχίας που δημιουργήθηκε στη Μέση Ανατολή μετά τη διάλυση του Οθωμανικού κράτους, ως αποτέλεσμα του Α' Παγκοσμιου πολέμου, επιχειρήθηκε να καλυφθεί με εντολές συστάσεως προτεκτοράτων προς την Αγγλία, και τη Γαλλία. Η επέμβαση αυτή, προερχόμενη εκτός της περιοχής και αποκαλούμενη Ανατολικό ζήτημα, είναι προέκταση της προσπάθειας αλλαγής της γεωπολιτικής και γεωπολιτισμικής ταυτότητας της Μέσης Ανατολής, που διαμορφώθηκε για αιώνες γύρω από την ισλαμική ταυτότητα (;). Μετά την αποτυχία του Αρμενικου και Ρωμαίικου (β) εθνικού κινήματος στη Μικρά Ασία... η τρίτη προσπάθεια, που στόχευε να προκαλέσει βλάβες στην ακεραιότητα αυτής της ταυτότητας, ήταν το Εβραϊκό μεταναστευτικό κίνημα, το οποίο αυξήθηκε μετά τον πόλεμο και υποστηρίχτηκε από την αγγλική διοίκηση του προτεκτοράτου. Από αυτή την άποψη η εβραϊκή μετανάστευση που ξεκίνησε να υλοποιείται με τη διακήρυξη του Balfour του 1917, η οποία συνιστά τον θεμέλιο λίθο της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ, το συνέδριο του Σαν Ρέμο του 1920 και η ψήφιση της αγγλικής εντολής στην Παλαιστίνη από την Κοινωνία των Εθνών στις 24 Ιουλίου 1922 συνιστούν αλληλοσυμπληρούμενα βήματα. Τα εν λόγω βήματα νομιμοποιήθηκαν από τη Σιωνιστική σύνοδο, η οποία προσδιορίζει τους απανταχου Εβραίους ως ένα έθνος, και από τις Αρχές του Wilson, που πρόταξε τον ατλαντικό άξονα εναντίον του ευρωπαιοκεντρικού διεθνούς συστήματος. Με αυτή τη μετανάστευση ο εβραϊκός πληθυσμός της Παλαιστίνης αυξήθηκε από 80.000 που ήταν το 1905, σε 110.000 το 1925 και σε 500.000 το 1939. Έτσι υλοποιήθηκε η αναγκαία υποδομή για την ίδρυση υπό τον έλεγχο της αγγλικής εντολής του κράτους του Ισραήλ.

Το Ισραήλ ως έθνος-κράτος και οι παγκόσμιες/περιφερειακές ισορροπίες
Μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, με τη λήξη της αγγλικής αποικιακής εντολής στην Παλαιστίνη και την εξέλιξη του Ισραήλ σε εθνοκράτος ευθύς με τη δημιουργία του, η μετατροπή της μαζικής συνάθροισης, η οποία είναι ξένη προς την εθνογραφική δομή της περιοχής και προέκυψε ως αποτέλεσμα των μεταναστεύσεων, άσκησε μία συγκλονιστική επίδραση στη γεωπολιτισμική και γεωπολιτική ακεραιότητα της ισλαμοκεντρικής Μέσης Ανατολής.
Η εμφάνιση του κράτούς του Ισραήλ ως έθνος-κράτος είχε ως αποτέλεσμα το Εβραϊκό ζήτημα να πάρει νέες διαστάσεις. Πρώτα απ' όλα, με τον τρόπο αυτό η Δυση μετέτρεψε το Εβραϊκό ζήτημα, το οποίο εκλαμβανόταν για αιώνες στη γεωγραφία της Ευρώπης ως σύγκρούση Εβραίων-Χριστιανών, σε σύγκρουση Μουσουλμάνων-Εβραίων εξάγοντάς το στη Μέση Ανατολή. Ως εκείνη τη στιγμή δεν υπήρξε ποτέ στον ισλαμικό γεωγραφικό χώρο ένα Εβραϊκό ζήτημα όπως εκείνο της Ευρώπης. Αντιθέτως, ο Ισλαμικός κόσμος προσέφερε συνεχώς ασφαλές καταφύγιο στούς Εβραίούς, οι οποίοι διέφεύγαν από την αντισημιτική καταπίεση των χριστιανών στην Ευρώπη. Η ιστορία του ισλάμ, εκτός από την τιμωρία κατά τη διάρκεια πολέμων ορισμένων περιπτώσεων προδοσίας, δεν έχει να επιδείξει σφαγές ή εφαρμογές τύπου γκέτο εναντίον των Εβραίων ή οποιασδήποτε άλλης θρησκευτικής/εθνικής ομάδας. Το καλύτερο παράδειγμα αυτού του γεγονότος είναι τα δικαιώματα και οι κοινωνικές θέσεις που κατείχαν οι Εβραίοι κατά τις περιόδούς των Αμπασιδών, του Χαλιφάτου της Ανδαλουσίας και των Οθωμανών...
Η στάση των μουσουλμάνων επί του θέματος δεν άλλαξε ούτε μετά την ίδρυση του Ισραήλ. Δεν τέθηκε καν θέμα μαζικών επιθέσεων εναντίον των εβραϊκών μειονοτήτων στις μουσουλμανικές χώρες ως αντίποινα για τις εθνοκαθάρσεις και τις σφαγές που διέπραξε το Ισραήλ στην Παλαιστίνη και στον Λίβανο. Οι Ευρωπαίοι, πού κρατούν υπεύθυνες τις εν ζωή γενεές των Εβραίων για γεγονότα πού συνέβησαν πριν από αιώνες, κινούνται βάσει της αντίληψης περί προπατορικού αμαρτήματος, ενώ οι μουσουλμάνοι, οι οποίοι κινούνται βάσει της πεποίθησης ότι κανένας άνθρωπος δεν δύναται να τιμωρηθεί εξαιτίας εγκλημάτων που διέπραξαν άλλοι, δεν σκέφτηκαν καν να τιμωρήσούν τους υπόλοιπους Εβραίους εξαιτίας της συμπεριφοράς των εν ζωή ομοθρήσκων τούς.
Εν κατακλείδι, το Εβραϊκό ζήτημα, πού διήρκησε αιώνες στην Ευρώπη, ήταν ένα Αντισημιτικό κίνημα που προέκυπτε από τη χριστιανική θεολογία ενώ η αντίδραση των μουσουλμανικών κοινωνιών της Μέσης Ανατολής στο Ζήτημα του Ισραήλ, το οποίο μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο επιβλήθηκε στη Μέση Ανατολή, υπήρξε μία αντισιωνιστική στάση πολιτικής υφής. Οι Εβραίοι που δεν κινούνται σύμφωνα με τη σιωνιστική ρητορεία, κατά την οποία συνιστούν τον περιούσιο λαό, κατέχούν τη Γη της επαγγελίας και προνόμια, δεν αντιμετώπισαν κανένα πρόβλημα στα πλαίσια των μουσουλμανικών κοινωνιών. Η ισλαμική θρησκεία, της οποίας οι προφήτες και οι πρώτοι ηγέτες ήταν σημίτες, ως η μοναδική θρησκεία πού περιλαμβάνει στους κόλπους τις σημιτικές και αριανές μάζες, δημιούργησε ένα πολιτικό έθιμο από το οποίο απουσιάζουν και οι δύο ρατσιστικές παρεκκλίσεις.
Με την ίδρύση του Ισραήλ η περιστρεφόμενη γύρω από τον ατλαντικό άξονα Δύση, αφενός, εξήγαγε το Εβραϊκό ζήτημα σε μία ξένη γεωγραφική περιοχή και, αφετέρού, εξαγόρασε την ποινή για τον ναζισμό, ο οποίος ήταν το πιο πρόσφατο παράδειγμα (α) του αντισημιτικού ρατσισμού πού έδρασε για αιώνες υποσυνείδητα βάσει της ψυχολογίας του εξαγνισμού αμαρτημάτων. Με την ψυχολογία αυτή τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ και οι στόχοι που είχε θέσει το Συνέδριο των σιωνιστών συναντήθηκαν σε ένα ορισμένο πεδίο τομής. Η αντίδραση στον αντισημιτισμό που ταυτίστηκε με τον ναζισμό (α) στάθηκε εμπόδιο ακόμη και στην απλή αναφορά των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας πού διέπραξε το Ισραήλ. Επειδή στάθηκε αδύνατη η επίδειξη της διαφοράς μεταξύ του αντισημιτισμού και του αντισιωνισμού, ο Ισλαμικός κόσμος και ο λαός της Παλαιστίνης, μολονότι δεν τήρησαν ποτέ μία αντισημιτική στάση, εξαναγκάστηκαν να πληρώσουν το τίμημα του αντισημιτικού αμαρτήματος της Ευρώπης.
Η περίοδος του Ψυχρού πολέμου εξελίχτηκε ως μία συνεχής σύγκρουση μεταξύ του κράτους του Ισραήλ και των περιφερειακών κρατών που δεν επιθυμούσαν να το αναγνωρίσουν, καθώς το θεωρούσαν στοιχείο ξένο στον γεωπολιτικό χαρακτήρα της περιοχής. Οι Εβραίοι πού μετανάστευσαν μαζικά στην περιοχή μετά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο και μετέτρεψαν την εν λόγω μαζική σώρευση σε κράτος κατα τη μεταψυχροπολεμική περίοδο ίσως και να στοχεύούν σε μία νέα και ριζικότερη μεταβολή. Οι εβραϊκές κοινότητες, οι οποίες μετά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο προστέθηκαν στην περιοχή μαζικά, προσπάθησαν να σφυρηλατήσούν την παρουσία τούς έναντι των γηγενών αραβικών κοινοτήτων με την υποστήριξη πού τούς παρείχε η αγγλική αποικιακή διοίκηση. Οι Εβραίοι, για τους οποίους υπήρχε για αιώνες απαγόρεύση απόκτησης γης στην Ευρώπη, προσπάθησαν να ριζώσούν στην περιοχή αγοράζοντας κτήματα με την πολιτική υποστήριξη της αγγλικής αποικιακής διοίκησης και την οικονομική στήριξη των Εβραίων που διαβιούσαν σε άλλα κράτη. Το Ισραήλ, το οποίο ιδρύθηκε στην περιοχή μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, εμφανίστηκε ως μία πολιτική δομή με προβλήματα εναρμόνισης από την άποψη των σχέσεών του με τα περιφερειακά κράτη. Η χώρα αυτή, η οποία θεωρείται από στρατηγική άποψη μέρος των ΗΠΑ και από αθλητική και πολιτισμική σκοπιά μέρος της Ευρώπης, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου διαχειρίστηκε τις σχέσεις της με την περιοχή συνεχώς στα πλαίσια της ψυχολογίας της σύγκρούσης και, προκειμένου να γίνει αναπόφεύκτο στοιχείο της περιοχής, ακολούθησε επεκτατική στρατηγική.
Από μία άλλη σκοπιά κατά την περίοδο του Ψυχρού πολέμού το Ισραήλ, από τη μία, βίωσε την ψυχολογία του γκέτο υπό την έννοια των ενδοπεριφερειακών σχέσεων στη Μέση Ανατολή και, από την άλλη, φυλάκισε τους Άραβες, οι οποίοι διαβιούσαν στα υπό κατοχή παλαιστινιακά εδάφη, σε ένα δεύτερο γκέτο. Οι σχέσεις πού μεταψυχροπολεμικά προέκύψαν σε παγκόσμιο επίπεδο αποδεικνύουν ότι το Ισραήλ είναι αποφασισμένο να πραγματοποίήσει υπό στρατηγική έννοια μία από τις πιο ριζικές αλλαγές της εβραϊκής ιστορίας. Η σημαντικότερη αιτιολογία της εν λόγω στρατηγικής αλλαγής, οφείλεται στη συνειδητοποίηση εκ μέρους του Ισραήλ ότι σε μία περίοδο που διαδραματίζονται παγκόσμιες ανακατατάξεις έχει εγκλωβιστεί υπέρ του δέοντος στον τοπικισμό της Μέσης Ανατολής. Αυτή η κατάσταση, όπως προσπαθήσαμε να αποδείξουμε και στις προηγούμενες σελίδες, συνιστά ένα από τα πιο συγκλονιστικά αποτελέσματα της υφιστάμενης αντίφασης μεταξύ του τοπικισμού και της παγκοσμιοποίησης στην εβραϊκή ψυχολογία [Σε άλλο σημείο ο συγγραφέας προσεγγίζει το ζήτημα της αντιπαράθεσης μεταξύ παγκοσμιότητας και τοπικισμού, αντίστασης και κυριαρχίας, γκέτο και διασποράς στην εβραϊκή ταυτότητα]. Η εικόνα του προκεχωρημένου φυλακίου της ατλαντικής ηγεμονίας σε περιορισμένο γκέτο στον γεωγραφικό χώρο της Μέσης Ανατολής απείχε από το να εξασφαλίσει την εβραϊκή κοινωνία, η οποία για αιώνες είχε προσαρμοστεί στην οικονομική κινητικότητα, μία κατάλληλη θέση τακτικής. Εξάλλου, αποτελούσε για το Ισραήλ ζωτική ανάγκη η διεύρυνση των πεδίων ελιγμών τακτικής του για τις παγκόσμιες μεταβολές που ενδεχομένως θα εμφανίζονταν προς κάλύψη των γεωοικονομικών και γεωπολιτικών κενών, τα οποία προέκυψαν από τη διάλυση της ΕΣΣΔ.

Η μεταψυχροπολεμική περίοδος και η νέα στρατηγική του Ισραήλ
Η μετατόπιση του κέντρου ισχύος στη διεθνή οικονομικοπολιτική από το μονοπώλιο του ατλαντικού άξονα προς το πολυπολικό σύστημα κατεύθυνε το Ισραήλ προς τον σχεδιασμό μιας στρατηγικής ευρύτερης προοπτικής, ο οποίος να είναι σε θέση να διευρύνει την ικανότητα διεθνών ελιγμών της. Η προσπάθεια του Ισραήλ να αποκτήσει σχέσεις μεγαλύτερης ποικιλίας, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει τη σχέση στρατηγικών συμφερόντων πού έχει με τον Ατλαντικό, κατέστησε αναγκαία την εφαρμογή μιας ειρηνικής στρατηγικής, η οποία να καταρρίπτει τον περιφερειακό αποκλεισμό (γ). Γι' αυτό τον λόγο το Ισραήλ, το οποίο επιθύμεί να ολοκληρώσει το συντομότερο δυνατό την προσαρμογή του στην περιοχή, προσανατολίζεται σε νέα ανοίγματα είτε σε παγκόσμιο είτε σε περιφερειακό επίπεδο επιχειρώντας έτσι να βγει από την κατηγορία της χώρας που βασίζεται αποκλειστικά σε έναν κυρίαρχο άξονα. Προκαλεί εντύπωση ότι οι ισραηλινοί ηγέτες εγκαινίασαν την ειρηνευτική διαδικασία με την ΟΑΠ στην Ευρώπη (γ) σχεδόν ανεξάρτητα από τις ΗΠΑ καθώς και ότι αύξησαν κατά την επόμενη περίοδο τις πρωτοβουλίες τους προς την Ασία και την Αφρική.
Η ίδρυση του Ισραήλ είναι αποτέλεσμα του ατλαντικού άξονα και της επ' αυτού δεσπόζουσας κοσμοπολίτικης δομής. Η Γερμανία και η Ιαπωνία, οι οποίες αποτελούν δύο σημαντικές δυνάμεις που κυριαρχούν στον νέο αυτό άξονα, θα είναι κατά σημαντικό βαθμό αποτρεπτικός παραγοντας για τη διείσδύση των Εβραίων, οι οποίοι πιστεύουν στην ανωτερότητα του εβραϊκού πολιτισμού και του εβραϊκού έθνους. Τα νεοεθνικιστικά κινήματα, που άρχισαν να σημειώνούν άνοδο κυρίως στην Ευρώπη, ώθησαν το Ισραήλ τόσο προς την ανάπτυξη του πεδίού επιρροής του προς αντιμετώπιση ενός ενδεχόμενου κύματος αντισημιτισμού όσο και προς τη σύναψη συμμαχίας με το τμήμα εκείνο των Μουσουλμάνων που άρχισε να παρενοχλείται από τα εν λόγω εθνικιστικά κινήματα, όπως συνέβη με την περίπτωση της Βοσνίας. Ο πρωταρχικός στόχος του Ισραήλ είναι να δημιουργήσει το δικό του πεδίο επιρροής... Το Ισραήλ, έχοντας μία αρνητική προϊστορία στην περιοχή και στην ομάδα των κρατών, τα οποία κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου έγιναν γνωστά ως Τρίτος κόσμος και μεταψυχροπολεμικά ως χώρες του Νότου, στις οποίες συγκαταλέγονται εξαιρετικά δραστήρια κράτη, αντιλήφτηκε ότι του είναι αδύνατο να διαμορφώσει το πεδίο επιρροής του στη Μέση Ανατολή διατηρώντας το υφιστάμενο status quo...
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου το Ισραήλ συνέδεσε την ύπαρξη και το πολιτικό του μέλλον με τις σχέσεις που ανέπτυξε με τις χώρες που αποτελούσαν το διεθνές κέντρο ισχύος, ενώ γνωρίζει ότι κατά τη νέα περίοδο, όπου η παγκοσμιοποίηση σημειώνει άλματα, οι περιορισμένες αυτές σχέσεις θα του είναι ανεπαρκείς... Ο πιο σημαντικός λόγος αλλαγής της περιφερειακής στρατηγικής του οφείλεται στη συνειδητοποίηση ότι η ψυχροπολεμική στρατηγική υπεράσπισης μιας λεπτής λωρίδας γης με στρατιωτικά μέσα στην πραγματικότητα το κρατούσε μακριά από δύο σημαντικές φυσικές πηγές, όπως το νερό και το πετρέλαιο. Η αδυναμία ελέγχου των εν λόγω πηγών με στρατιωτικά μέσα οδήγησε το Ισραήλ να στραφεί προς τη στρατηγική απόκτησής τους με ειρηνικά μέσα.
Το Στρατηγικό Βάθος, Εκδ. Ποιότητα

---------------------------------------------------------------
(α)
Σε άλλη σημείο γράφει ο συγγραφέας: «Η απόφαση κυρίως της Τρίτης συνόδου του Λατεράνου το 1179, η οποία αποφάσισε τον αφορισμό των χριστιανών που τόλμησαν να διαβιώσουν με τους Εβραίους, αποτέλεσε τη θρησκευτική βάση του συστήματος του γκέτο. Το σύστημα αυτό, που ανάγκαζε τους Εβραίους να ζουν σε περιστοιχισμένες περιοχές των πόλεων, απομονωμένες από τις υπόλοιπες συνοικίες, και τους επέτρεπε να βγαίνουν από αυτές σε ορισμένες χρονικές στιγμές και κατόπιν ειδικής άδειας, αποτέλεσε ένα κοινωνικό θεμέλιο το οποίο έθρεψε τόσο τον αντισημιτισμό όσο και τον σιωνισμό».
Ένας ενδιαφέρον υπομνηματισμός από τον Martin Wight:
Οι Εβραίοι ήταν ο πρώτος εκλεκτός λαός στην ιστορία και το πρώτο έθνος που είχε αυτό το μοναδικό, εξαιρετικό αίσθημα αποστολής, το πρώτο έθνος που ισχυρίστηκε ότι είναι κομιστής του νοήματος της ιστορίας. Η Ευρωπαϊκή ιστορία και πολιτισμός καταδιώκονταν από τη σκέψη των Εβραίων, αυτού του αινιγματικού λαού με τις κοσμικές, προερχόμενες από τη θεία πρόνοια, διεκδικήσεις. Έτσι άρχισε η μακρά ιστορία του αντισημιτισμού και του κατατρεγμού των Εβραίων.
Ωστόσο, ένας πιο λεπτός τρόπος για να συμβιβαστεί κανείς με τους Εβραίους ήταν να υιοθετήσει ο ίδιος τις διεκδικήσεις τους, να θεωρήσει ότι αυτός είναι ο εκλεκτός λαός. «Ο Εθνικοσοσιαλισμός ήταν μια διαστρέβλωση της Παλαιάς Διαθήκης, ο αυτοδιορισμός ενός νέου εκλεκτού λαού, που ιδιοποιήθηκε την υπόσχεση χωρίς την τελική κρίση. Το μίσος του Hitler για τους Εβραίους είχε τις ρίζες του σε αυτό τον πνευματικό σφετερισμό». Ένα μικρό βήμα χωρίζει αυτή την άποψη του από την πεποίθηση ότι η Γερμανία ήταν κυρίαρχη φυλή. Ο Rauschning έγραψε για τον Hitler:
Το απόκρυφο δόγμα του προϋποθέτει έναν σχεδόν μεταφυσικό ανταγωνισμό με τους Εβραίους. Ο λαός του Ισραήλ, ο ιστορικός λαός του Πνευματικού Θεού, δεν μπορεί παρά να είναι άσπονδος εχθρός του νέου, του Γερμανικού, Εκλεκτού Λαού. Ο ένας θεός αποκλείει τον άλλο. Πίσω από τον αντισημιτισμό του Hitler αποκαλύπτεται ένας πραγματικός πόλεμος των Θεών.
Η Αγγλία το δέκατο έβδομο αιώνα φαινόταν να πιστεύει ότι εκείνη αποτελούσε τη χώρα του εκλεκτού λαού, όταν για λίγο έγινε κυρίαρχη δύναμη στην Ευρώπη την εποχή του Cromwell, του Άγγλου Ναπολέοντα: «Ο Θεός αποφασίζει να ξεκινήσει μια νέα και μεγάλη περίοδο στην εκκλησία του, ακόμη και στην αναμόρφωση της ίδιας της μεταρρύθμισης' και όπως το συνηθίζει, αρχίζει από τους Άγγλους του...» και «Ας μην ξεχάσει η Αγγλία το καθήκον της να διδάξει τα έθνη πως να ζουν».
Η πουριτανική Αγγλία, όπως και η Λουθηρανική Γερμανία ήταν διαποτισμένη από την Παλαιά Διαθήκη. Μπορεί κανείς να διακρίνει μια παρόμοια πεποίθηση και στις Ηνωμένες Πολιτείες, με το «πεπρωμένο του έθνους» τους και χαρακτηρισμούς όπως «Ο Αμερικανός' αυτός ο Νέος Άνθρωπος»...

(β)
Ο συγγραφέας με τον όρο Ρωμαίικο αναφέρεται στους Έλληνες, σε Ελλάδα, Κύπρο αλλά και ευρύτερα. Περί της διάσωσης του ονόματος Ρούμ -το οποίο παραπέμπει ιστορικά στους Ορθόδοξους πληθυσμούς της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της Ρωμανίας και της Οθωμανίας, γενικά- από τους Τούρκους και τους Αραβες (και το Κοράνι) και των ιχνών μνήμης σε επίπεδο ταυτότητας και ιστορικότητας, που το ονομα αυτό φέρει, σε επόμενη ανάρτηση. Ο Shimon Peres, στα γεράματα και εμφανώς ηπιότερος (παρά τις τυπικές ρητορικολογίες), έθεσε το δίλημμα για το Παλαιστινιακό (δες αμέσως παρακάτω). Γιουγκοσλαβία ή Μπενελούξ; Σήμερα βλέπουμε την απάντηση στο δίλημμα του. Όταν γίνει κατανοητό τι συνέβη τότε στα Βαλκάνια, θα γίνει κατανοητό και τι συμβαίνει τώρα στη Μέση Ανατολή.

(γ)
Σκεφτείτε τις δύο επόμενες αναφορές
Not all Israelis are oriented toward the United States, and Shimon Peres is living proof. U.S.-Israel ties are deep, to be sure, and include everything from close cooperation on the peace process to extensive academic and cultural exchanges. Many of the Israeli political, business, and cultural elite not only know American society, but think automatically about the U.S. when considering international initiatives, be they new efforts by diplomats, marketing campaigns by businessmen, or travel proposals by academics.
Many, but not all. Shimon Peres, the foreign minister of Israel, represents those Israelis who are European to the tips of their fingers. He spent the first ten years of his life in Poland. He had an important role in developing Israel's close relations with France in 1955-67 which in those years was Israel's main weapon's supplier. In domestic politics, he prefers European paternalism to American limited government and entrepreneurialism. In diplomacy, he rejects the Wilsonian notion of open agreements openly arrived at accordingly, he keeps pleading with the Syrians to open a private negotiation. It is no accident that of the many would-be channels between Israel and the Palestinians, he selected the one based in Norway, for he feels more at ease with Europeans.
And so, it is not surprising that Peres uses his new book, written with Arye Naor, to forward a vision of the Middle East that looks for all the world like the French plan for Europe after World War II: use economic cooperation as the starting point for cementing ties and reconciling peoples, with the goal being a common market that in turn leads to close political ties. The New Middle East is basically a development of this theme, one which he Peres has reiterated tirelessly during recent years, "There are only two alternatives [for the Levant]: Benelux or Yugoslavia," he holds. In the book, he observes that
Regional common markets reflect the new Zeitgeist... Ultimately, the Middle East will unite in a common market--after we achieve peace. And the very existence of this common market will foster vital interests in maintaining the peace over the long term...
Happily, Peres' vision does find an echo or two among the Arabs. Crown Prince Hasan of Jordan calls "a free-trade zone across the Middle East" the "ultimate goal" of the peace process and he hopes Palestinians, Jordanians, and Israelis will set up "an arrangement similar to that which exists between Belgium, the Netherlands, and Luxembourg." (I)
He foresees a new regional superstructure, providing security and economic prosperity “for all people and all nations of the Middle East.” To this end, there are chapters on “Sources of Investment and Funding” on agriculture (the Middle East will “change color from brown to green”); on water (canals, pipelines, and containers will provide a regional system); on transportation (railroads, free ports, an Israeli-Jordanian Red Sea-Dead Sea Canal); and on tourism (open borders will foster a huge increase of visitors).
The book concludes with Peres’s political solution to the Arab-Israeli conflict: a confederation of Jordan and Palestine for political matters and “a Jordanian-Palestinian-Israeli ‘Benelux’ arrangement for economic affairs.” The problem of the Arab refugees will be solved within the confederation’s framework. (II)
The New Middle East, by Shimon Peres with Arye Naor.
Review by I) Middle East Forum and II) Commentary Magazine.

Την ειρήνη όλοι βέβαια τήν επιθυμούν, ποιά όμως είναι ή βάση έπί τής όποίας στηρίζονται οί «ειρηνευτικές προσπάθειες» τής Ευρωπαϊκής Ένωσης; Άφού καμμιά θεωρία δέν υπάρχει, κανένα σχέδιο τής Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την σχέση της με τήν μεσογειακή περιοχή καί την άνατολικη Ευρώπη, καμμιά ιδεολογική προσέγγιση των πνευματικών μεσογειακών κόσμων ή καποια ένδειξη πώς κάτι τέτοιο είναι έπιθυμητό (η ιδεολογία του «ισλαμικού κινδύνου» είναι ικανή απόδειξη), ποιές είναι οι αρχές νομιμότητος βάσει τών όποίων η Ευρωπαϊκή Ένωση άσκεί, τήν μεσολαβητική της πολιτική; Καί πώς μεσολαβεί γιά τά Βαλκάνια καί σιωπά γιά τό Κουρδικό, που έχει άμεση σχέση αίτίου καί αίτιατου; Μπορούν νά λυθούν μερικώς καί μέ σιωπηρά ημίμετρα, δηλαδή χωρίς μιαν γενικώτερη γεωπολιτική θεώρηση πού όφείλουν όλοι νά ξέρούν, τά προβλήματα του μεσογειακού χώρου, στόν οποίον καί ή δυτική Ευρώπη υπάγεται;
Άλλά οί τακτικές αυτές δέν είναι αναίτιες. Η δυτική Ευρώπη έχουσα σήμερα απλώς την οικονομική υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενδιαφέρεται για τη λύση κάποιων μεσογειακών προβλημάτων, διότι έχει αντιληφθεί ότι κάτι τέτοιο σημαίνει γι' αυτήν οικονομικό κυρίως κέρδος. Δέν μπορει όμως νά απαλλαγή άπό τήν σημασία τής προϊστορίας των πραγμάτων, τά όποία άμεσα όδηγουν πρός τό Μεσανατολικό. Γιά τό όποιο ή δυτική Ευρώπη πιστεύει πώς έχει συμφέρον, όπως διεκηρύχθη, νά μή διαθέτη καμμιά αποψη προοπτικής. Οί πιθανές «λύσεις» έτσι, πάντα έμπειρικά ζητούμενες, είναι καθωρισμένες νά πάλλωνται μεταξύ άναγκαιότητος καί ιδεολογικών σκοπιμοτήτων.
Τό Ισλάμ είναι «κίνδύνος», άλλά είναι τότε «Ευρωπαίος» ο βαλκάνιος μωαμεθανός; Καί άν δέν είναι, πώς θά δεχθή τόν μεσολαβητικόν ρόλο τής Ευρωπαϊκής Ένωσης;... (ΙΙ)
...ή «Εύρώπη» τό μόνο πού έχει νά προτείνη ώς «νέο» είναι αύτό πού θά είχε νά προτείνη καί πρό δέκα αιώνων: νά ζή εις βάρος τής άνατολικής Μεσογείου χωρίς νά τό ομολογή, προσδίδοντας στό γεγονός φιλοσοφικές όνομασίες... Καί έπειδή ώς πρός αύτό έπί τού παρόντος ή «Εύρώπη» δέν έχει τίποτε τό νέο νά προτείνη, γι' αύτό καί κάθε «νέα τάξη» πραγμάτων είναι φυσικό νά τής είναι απόλυτα έχθρική. Τούτη ή τακτική όμως καθόλού δέν είναι απηλλαγμένη ριζικά άδιεξόδων καταστάσεων. Ιδού π.χ. πώς απηχούνται ειδικώτερα οί εύρωπαϊκές εκτιμήσεις στις αναλύσεις τού προαναφερθέντος ερευνητή [βλ. π.χ. Ε. Ο. Czempiel, Weltpolitιk im Umbruch. (Das Internationale System nach dem Ende des Ost-West-Κοnflikts), 1991, σελ. 47 κ.έ.]: σε όλες τις περιοχές τού κόσμου τις άπομακρυσμένες άπό τήν δυτική Εύρώπη, άναγνωρίζεται μιά αυτοδυναμία περιφερειακής άναπτύξεως καί πολιτικής σταθεροποιήσεως. Στήν περιοχή τού Ινδικού, στήν μέση καί νότια Αφρική, στήν νότια καί κεντρική Αμερική η περιφερειακή σταθεροποίηση είναι κάτι τό θεμιτό καί έπιθυμητό. Εκεί πού πρέπει όλα νά μείνουν όπως είναι, είναι άκριβώς ή περιοχή πού έχει τά μεγαλύτερα προβλήματα αύτή τήν στιγμή, δηλαδή τής άνατολικής Μεσογείου (στήν όποίαν περιλαμβάνονται τά Βαλκάνια, ή Μαύρη Θάλασσα καί ή Μέση Ανατολή). Η περιοχή τής Εγγύς και Μέσης Ανατολής, γράφει ό προαναφερθείς συγγραφέας, πρέπει να έξαιρεθή καί «νά μήν έπαφεθή στήν τάση της περιφερειακής άναπτύξεως». «Η ασφάλεια του Ισραήλ, ό πλούτος τού πετρελαίου καί ή στρατηγική σημασία τής περιοχής γιά τις βιομηχανίκές χώρες της Δύσης τήν έξαιρούν άπό τήν γενική κατεύθύνση του κόσμου... Η Εγγύς καί Μέση Ανατολή άρα δέν θά ύπαχθούν σέ περιφερειακή άνάπτυξη» (σελ. 68-69).
Η επιλεγμένη αοριστία εννοιών φανερώνει βέβαια τήν έμμονή σέ συγκεκριμένου είδους παραδεδομένες παραστάσεις, δηλαδή ότι ή δυτική Εύρώπη είναι ένας άπομονωμένος στήν αύτοσυνείδησή του χώρος από την Μεσόγειο, της οποίας το νόημα γι' αυτήν προκύπτει μόνο από τήν ιεράρχηση «στρατηγικών» αξιολογήσεων καί όχι άπό κάποια συνείδηση ιστορική. Γιατί όμως μιά «περιφερειακή άναπτυξη» αλλοιώνει τήν «στρατηγική σημασία» τής Μέσης Ανατολής γιά την δυτική Εύρώπη; Δέν μπορεί να υπάρξη άνάπτυξη πού νά μήν τήν άλλοιώνη; Τό ερώτημα αυτό, βέβαια, μόνο από μιά συλλογιστική συνολικής μεσογειακής συνείδησης θά μπορούσε νά προκύψη, πού βλέπομε να μην υπάρχη. Η δυτική Ευρώπη μόνο ως τέτοια βλέπει τόν εαυτό της σέ κάθε μελλοντική εξέλιξη τού κόσμου. Οχι ώς τμήμα ενός φυσικώς ώργανωμένου μεσογειακού οργανισμού. Χωρίς τήν ιστoρική οργάνωση ομως του μεσογειακού χώρου είναι πολύ άμφίβολο άν μπορούν νά διευθετηθούν άνάλογα προβλήματα άλλων γεωγραφικών εκτάσεων. Στά μεσογειακά προβλήματα υπάρχουν βεβαίως προτεραιότητες, άλλά χωρίς διευθέτηση του προβλήματος της Μέσης Ανατολής κανένα τελικώς πρόβλημα της Μεσογείου δέν μπορεί νά λυθή μακροπροθέσμως. Τούτο δέν είναι θέμα τών πολιτικών εργαστηρίων άλλά γεωπολιτικό καί ιστορικό δεδομένο δεκάδων αιώνων... Τά προβλήματα αυτά ακόμη μέχρι σήμερα δέν μοιάζει να απασχολούν κάν την συνείδηση τών δυτικοευρωπαίων μελετητών.
Σίγουρα τό κράτος τού Ισραήλ πολεμά για τήν «ασφάλειά» του, αυτό όμως δέν σημαίνει πώς εξασφαλίζει έτσι καί τήν ιστορική επιβίωση του, άκόμη κι' άν δεκαπλασιασθή. Διότι αύτή έξαρτάται άπό τις ιστορικές σχέσεις πού μπορεί νά άναπτύξη με τον ισλαμικό κόσμο και όχι από τα όπλα. Υπό άλλες συνθήκες το Ισραήλ θά μπορούσε νά παίξη ένα θετικό ρόλο, οί συνθήκες όμως αυτές βλέπομε πώς δέν προβλέπονται. Πρέπει έξ άλλου νά παραδεχθούμε ότι ουδέποτε άνεγνωρίσθη κατά τό παρελθόν, ότι είναι δυνατόν νά ύπάρξουν προβλήματα που θά μπορούσαν νά είχαν τις μακροπρόθεσμες άντανακλάσεις των στήν ίδια τήν Εύρώπη... (I)
---------------------------------------------------------------

.~`~.
ΙΙ
Όταν η επαγρύπνηση υπονομεύει την ελευθερία του λόγου

Μια πρόσφατη ανάλυση που θίγει το θέμα του φιλοισραηλινού λόμπι στην Αμερική έχει προκαλέσει σημαντικές επικρίσεις και διαμάχες. Στην έκθεσή τους, που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση London Review of Βοοks, ο Τζων Μήρσχάίμερ και ο Στήβεν Ουώλτ, δυο πανεπιστημιακοί καθηγητές που απολαμβάνουν εξαιρετικό κύρος, υποστήριξαν ότι αυτό που εξηγεί το μέγεθος της αμερικανικής υποστήριξης προς το Ισραήλ δεν ειναι κάποια ιδιαίτερη σύγκλιση εθνικών συμφερόντων αλλά η επιτυχημένη δράση του λόμπι. Το εντυπωσιακό της υπόθεσης δεν είναι τόσο η ουσία της επιχείρηματολογίας τους όσο οι εξαγριωμένες αντιδράσεις που προκάλεσαν: η συζήτηση για την ειδική σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ, ανεξαρτήτως προθέσεων και σκοπών, εξακολουθεί να είναι ταμπού για τα κύρια αμερικανικά μέσα ενημέρωσης.
Ενώ οι κυριώτερες εφημερίδες τηρούσαν σιγή, ορισμένοι άλλοι αντέδρασαν άμεσα. Κάποιοι επικριτές των δυο συγγραφέων τούς καταλόγισαν πραγματολογικού τύπου σφάλματα, ενώ άλλοι τούς προσάπτουν ότι πήραν τοις μετρητοίς τις καυχησιολογίες των ανθρώπων του λόμπι και παραφούσκωσαν τη δύναμη, την ενότητα και το πολιτικό του εκτόπισμα. Και όπως είχαν προβλέψει άλλωστε οι ίδιοι οι συγγραφείς, δέχθηκαν επίσης την εμπρηστική κατηγορία του αντισημιτισμού: η "Αμερικανική Ένωση Αντι-Δυσφήμισης", (Anti-Defamation League), για παράδειγμα, κατάγγειλε αυτή την «κλασική [sic] συνομωσιολογική αντισημιτική ανάλυση», όπως την χαραχτήρισε. Ασχέτως του τι νομίζει κανείς για την αξία του ίδιου του άρθρου, φαινεται εντελώς αδύνατο να γίνει ορθολογική δημόσια συζήτηση σήμερα στις ΗΠΑ για την σχέση της χώρας με το Ισραήλ. Τα αίτια -και το βαρύ κόστος- αυτού του προβλήματος νομιμοποιούν την περαιτέρω εξέτασή του.
Ενώ πολλοί παγώνουν από το φόβο μήπως χαραχτηριστούν αντισημίτες -και δεν υπάρχει πιο δηλητηριώδης κατηγορία στην αμερικανική πολιτική ζωή-, γίνεται ολοένα πιο ασαφές τι ακριβώς σημαίνει ο όρος «αντισημιτισμός» σήμερα στην Αμερική. Στην πορεία του εικοστού αιώνα, αφ'ενός η εκκοσμίκευση της κοινωνίας και αφ' ετέρου ο πλούτος και το γόητρο των Αμερικανοεβραίων ενίσχυσαν την θέση τους στη ζωή του έθνους. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι τώρα μόνο μια μικρή μειονότητα Αμερικανών ενστερνίζεται στα σοβαρά αντισημιτικές απόψεις. Ωστόσο ο φόβος του αντισημιτισμού δεν έχει χαθεί. Εκεί που κάποτε υποψιαζόταν κανείς -και συχνά διαπίστωνε- την παρουσία του στους χώρους δουλειάς και στον πολιτικό στίβο, σήμερα ο φόβος του αντισημιτισμού εκφράζεται ως ευαισθησία απέναντι σε κάθε επίκριση κατά του εβραϊκού κράτους. Οι Αμερικανοεβραίοι, συχνά αμφίθυμοι όσον αφορά στις μεθόδους που μετέρχονται οργανώσεις του λόμπι όπως η Αμερικανοισραηλινή Επιτροπή Δημοσίων Υποθέσεων (AIPAC), γενικά συμμερίζονται τον βασικό της στόχο, δηλαδή την διατήρηση του υψηλού επιπέδού αμερικανικής στήριξης στο Ισραήλ. Όπως παρατήρησε ο βετεράνος σχολιαστής Ερλ Ράαμπ, υπάρχει η αίσθηση ότι αν τυχόν η Αμερική εγχαταλείψει το Ισραήλ, θα είναι, κατά κάποιο τρόπο, σαν να εγκαταλείπει τους ίδιους τους Αμερικανοεβραίους. Στην πορεία, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον αντισημιτισμό και την κριτική της πολιτικής του Ισραήλ θόλωσε. Η υπεράσπιση της χώρας που ο Μπέρναρντ Ρόζενμπλατ, ο περίφημος Σιωνιστής του Μεσοπολέμου, είχε προβλέψει ότι θα γινόταν «η Μικρή Αμερική της Ανατολής», είναι πλέον για πολλούς συνώνυμη με την υπεράσπιση των Εβραίων συνολικά.
Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα είχαμε στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου του 2004 στις ΗΠΑ. Τότε ψηφίστηκε από το Κονγκρέσο ο "Νόμος περί Επίγνωσης του Παγκόσμιου Αντισημιτισμού" [Global Anti-Semitism Awareness Act], παρ' όλες τις ισχυρές ενστάσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Το υπουργείο εξωτερικών δεν έβλεπε για ποιο λόγο θα έπρεπε η επίσημη πολιτική των ΗΠΑ να ασχολείται ιδιαίτερα με μία οποιαδήποτε μορφή μεροληπτικής διάκρισης' άλλο τόσο ενοχλήθηκε από την γλώσσα του εν λόγω νόμού, σύμφωνα με τον οποίο το «ισχυρό αντι-ισραηλινό αίσθημα» ή ακόμη και «η μουσουλμανική αντίθεση στις εξελίξεις εντός του Ισραήλ και στις κατεχόμενες περιοχές» θα πρέπει να θεωρούνται ενδείξεις αντισημιτισμού.
Σ' ένα πρώτο επίπεδο, το Κονγκρέσο συντονίστηκε εδώ με τη διπλωματική στρατηγική της κυβέρνησης Σαρόν, η οποία προέβαλε εμφατικά τον αντισημιτισμό προσπαθώντας έτσι να εκτρέψει την κριτική που δεχόταν η πολιτική της στα Κατεχόμενα. Πίσω όμως από τις προσπάθειες του λόμπι κρύβονται κάποιες βαθύτερες σημασιολογικές μεταβολές του κυρίαρχου αμερικανικού δημόσιου λόγου. Το να ειναι κανείς σιωνιστής δεν του προκαλεί πολιτικά προβλήματα - αλλά όποιος δηλώνει αντισιωνιστής γίνεται αυτόματα ευάλωτος στη μομφή του αντισημιτισμού. Έτυχε μάλιστα ν' ακούσω κάποτε ένα φοιτητή να καταλογίζει αντισημιτισμό σε καθηγητή ο οποίος μίλησε για «Παλαιστίνη» -αντί του Ισραήλ-, στη διάρκεια μαθήματος για την Ρωμαϊκή εξουσία στην ανατολική Μεσόγειο, σαν να ήταν προβληματική κάθε αναφορά στην Παλαιστίνη, ιδίως αν δεν συνοδευόταν από αναφορά στο Ισραήλ.
Φυσικά, οι περισσότεροι λογικοί άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι η αντίθεση στην ισραηλινή πολιτική είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από τον αντισημιτισμό. Όσοι πάλι πιστεύουν το αντίθετο, δυσκολεύονται να εντοπίσουν τα όρια ανάμεσα στα δύο. Ο "Νόμος περί Επίγνωσης του Παγκόσμιου Αντισημιτισμού" κάνει λόγο για μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον αντισημιτισμό και την «αντικειμενική κριτική» στο Ισραήλ, δεν εξηγεί όμως πού βρίσκεται αυτή η γραμμή. Ο Λώρενς Σάμερς, πρώην πρόεδρος του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, στηλίτευσε τις «βαθιά αντιισραηλινές απόψεις» σαν «αντισημιτικές στα αποτελέσματά τους, αν όχι ως προς τις προθέσεις τους». Άλλοι μιλούν για «δυσανάλογη» κριτική και κατασπίλωση του Ισραήλ. Δεν είναι όμως φανερό το νόημα κανενός από αυτούς τους όρους. Και επειδή το τίμημα είναι υψηλό για όποιον ξεπερνά τα εσκαμμένα, το αποτέλεσμα είναι να τίθεται υπό επιτήρηση και να εμποδίζεται ο διάλογος. Κατάλαβα πόσο καταστροφικό για τη διδασκαλία και παιδαγωγικά επιβλαβές συνολικά μπορεί να γίνει αυτό, όταν μετείχα σε μια πανεπιστημιακη επιτροπή που εξέταζε τέτοιου τύπου ζητήματα.
Το αποτέλεσμα είναι ότι έχουν μπει φραγμοί στην επιστημονική συζήτηση. Για να χρησιμοποιήσω ένα ακραίο αλλά σχετικό παράδειγμα: οι συγκρίσεις μεταξύ Ισραήλ και Τρίτου Ράιχ καταγγέλλονται συλλήβδην από τις οργανώσεις που συνήθως αποφαίνονται επί αυτών των θεμάτων. Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς τις αιτίες. Αυτή η αποκρουστική για πολλούς Εβραίούς επιζώντες των χιτλερικών στρατοπέδων σύγκριση με το κατ εξοχήν εγκληματικό κράτος του σύγχρονου κόσμού συχνά χρησιμοποιείται για να τεθεί υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα ύπαρξης του ισραηλινού κράτους. Και όμως, τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Εβραίοι εθνικιστές -όπως και πολλοί άλλοι, τον εικοστό αιώνα- επιδίωξαν να εθνικοποιήσουν εδάφη χρησιμοποιώντας ένα συνδυασμό αποικιακής κατάκτησης κι εποικισμού. Και οι δύο αυτές ομάδες διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την αποικιακή τους πολιτική αντιδρώντας στην ίδια ακριβώς ιστορική εμπειρία: τις προηγούμενες εκστρατείες των Γερμανών, που προσπαθούσαν να διώξουν τους Πολωνούς από τη γη τούς, τη δεκαετία του 1890. Βεβαίως διέφεραν ουσιαστικά στο πώς αντιμετώπιζαν αυτό το ιστορικό προηγούμενο, όπως και στον τρόπο που μεταχειρίστηκαν τους ντόπιους. Αλλά ακριβώς επειδή αυτές οι διαφορές μπορούν ν' αναδειχτούν μόνο μέσω της σύγκρισης, δεν βλέπω για ποιο λόγο θα πρέπει να επιτρέπουμε στην πολιτική ορθότητα να εμποδίζει την επιστημονική έρευνα.
Η επαγρύπνηση μπορεί να φτάσει στα άκρα. Η "Αμερικανική Ενωση Αντι-Δυσφήμισης", αφού κατάγγειλε αρκετούς Αμερικανούς πανεπιστημιακούς ότι δήθεν αρθρώνουν αντισημιτικό λόγο, πέρισυ κατηγόρησε και το προσωπικό του Εβράϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ. Είναι αλλόκοτη αυτή η καφκική εικόνα, ενός αμερικανοεβραϊκού μαντρόσκυλου που παρακολουθεί το ίδιο το Ισραήλ για αντισημιτισμό, κι όμως, από τη στιγμή που υπάρχουν ο μηχανισμός και η νοητική προδιάθεση, εδώ οδηγεί η λογική της επαγρύπνησης: ο αντισημιτισμός μπορεί να βρεθεί παντού. Στην πραγματικότητα, το πνευματικό κλίμα στο Ισραήλ είναι πιο εύρωστο από ό,τι στις ΗΠΑ, κι έτσι οι αρχές του Εβραϊκού Πανεπιστημίου απλώς αγνόησαν την καταγγελία.
Ωστόσο κανέναν δεν βοηθά το να επισείεται το φόβητρο του αντισημιτισμού ενάντια στους πάντες αδιακρίτως: μ' αυτό τον τρόπο μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι η σοβαρή κριτική και τα παρανοϊκά κηρύγματα, προσβάλλονται εκείνοι που πραγματικά υπέφεραν κάποτε από τον αντισημιτισμό, και καταπνίγεται ένας διάλογος απολύτως αναγκαίος στις ΗΠΑ.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο δεν θα πρέπει η σύμπραξη ΗΠΑ-Ισραήλ να υποστεί τη βάσανο μιας ανάλυσης με όρους κέρδους και ζημίας, ακριβώς όπως και κάθε άλλη πολιτική. Στο κάτω-κάτω, καμία ειδική σχέση δεν διαρκεί για πάντα: όσο γι' αυτό, ρωτήστε τους Βρετανούς.
Πρόλογος στο βιβλίο των John Mearsheimer και Stephen Walt
Το ισραηλινό λόμπι και η πολιτική των Η.Π.Α.
Εκδ Θυραθέν

.~`~.
Επίλογος

Η με κάθε πιθανό τρόπο υποστήριξη προς το Ισραήλ υπήρξε ακρογωνιαίος λίθος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής από το 1967, αν όχι νωρίτερα. Λίγοι έχουν τολμήσει να την αμφισβητήσουν. Αλλά οι «λίγοι» αρχίζουν να γίνονται περισσότεροι, με ανοιχτή υποστήριξη από προσωπικότητες των ενόπλων δυνάμεων, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η πολιτική του Ισραήλ είναι επικίνδυνη για τα στρατιωτικά συμφέροντα των Η.Π.Α. Θα συνεχιστεί, λοιπόν, αυτή η άκριτη υποστήριξη προς το κράτος του Ισραήλ τις επόμενες μια-δυο δεκαετίες; Αμφιβάλλω. Το Ισραήλ ίσως να είναι η τελευταία από τις συναισθηματικές δεσμεύσεις που θα ξεθωριάσουν. Το ότι θα ξεθωριάσει, όμως, είναι σχεδόν σίγουρο.

Tο Ισραήλ γνωρίζει ότι το κέντρο οικονομικοπολιτικής ισχύος μετατοπίζεται προς την Ασία τόσο από την άποψη οικονομικών πόρων όσο και από την άποψη οικονομικού δυναμισμού. Πράγματι, στον 21ο αιώνα ο πόλεμος για την ηγεμονία από την άποψη των οικονομικών πόρων και της δυναμικής θα διεξαχθεί στην Ασία παρά τη σώρευση κεφαλαίου και εμπειρίας στην Ευρώπη και στον Ατλαντικό. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου το Ισραήλ είχε προβληματικές σχέσεις με τις χώρες της Ασίας με εξαίρεση τις χώρες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν συνέχεια της Αγγλικής αποικιακής αυτοκρατορίας, όπως τη Σιγκαπούρη και το Χονγκ Κονγκ. Το Ισραήλ έχει κατανοήσει ότι η αναδιαμόρφωση των σχέσεων και η διείσδυση στην Ασία θα καταστούν δυνατές μόνο με την απόκτηση της νομιμότητας στην περιοχή και την πραγματοποίηση της ειρηνευτικής διαδικασίας. Γι' αυτό τον λόγο με τη νέα εικόνα που προκαλεί τελευταία το Ισραήλ εγκαινίασε μία μεγάλη διπλωματική επίθεση προς τις μεγαλύτερες χώρες της Ασίας από την άποψη της ικανότητας επιρροής, όπως η Κίνα, η Ινδία και η Ινδονησία. Όταν συνυπολογίσει κανείς το γεγονός ότι το Ισραήλ ανήκει στις χώρες που έχουν συνάψει ευρύτερες οικονομικές σχέσεις με τις χώρες της Κεντρικής Ασίας, με την επιχειρούμενη από το ίδιο διπλωματική επίθεση θα μπορέσει να κατανοήσει καλύτερα τον ρόλο της Ασίας στη μεταβαλλόμενη στρατηγική του Ισραήλ.

Δεν είμαστε ακριβώς ανίκανα μικρά παιδιά ξέρετε. Θα πρέπει να πετάξουν μέσα από τον δικό μας εναέριο χώρο στο Ιράκ [τότε που ήταν «δικός τους»]. Και εμείς θα καθίσουμε να τους βλέπουμε;... Πρέπει να είμαστε σοβαροί και να τους αρνηθούμε αυτό το δικαίωμα. Και αυτό σημαίνει μια άρνηση που δεν είναι απλά στα λόγια. Εάν πετάξουν από πάνω, τότε πας και τους αντιμετωπίζεις. Έχουν την επιλογή να επιστρέψουν πίσω ή όχι. Κανένας δεν εύχεται κάτι τέτοιο...
Μια συμβουλή που θα ήθελα να δώσω στην ισραηλινή κυβέρνηση είναι να μην εμπλακεί σε αυτήν την εκστρατεία για μια αμερικανική επίθεση στο Ιράν, γιατί δε νομίζω πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιτεθούν στο Ιράν, και εάν το έπρατταν, και οι συνέπειες ήταν καταστρεπτικές, δεν θα ήταν ιδιαίτερα καλό για τις αμερικανο-ισραηλινές σχέσεις, και θα υπάρξει μεγάλη δυσαρέσκεια προς το Ισραήλ. Ήδη έχει υπάρξει κάποια μετά από τον πόλεμο στο Ιράκ.

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.