28 Ιουλίου 2014

I) Η Γάζα και το νέο στρατηγικό «μέτωπο» του Ισραήλ, II) Καλωσορίσατε στην Τρίτη Ιντιφάντα και III) Egypt: still American, Russian, or what?


.~`~.
I
Η Γάζα και το νέο στρατηγικό «μέτωπο» του Ισραήλ

Η επιχείρηση του ισραηλινού στρατού στη Γάζα και οι συνεχιζόμενες επιθέσεις εντός της Δυτικής Όχθης από παραστρατιωτικές ομάδες Ισραηλινών εποίκων εναντίον Παλαιστινίων δεν αποτελούν βέβαια «απάντηση» στην δολοφονία των τριών Ισραηλινών εφήβων. Προφανώς αποτελούν τα δύο σκέλη ενός σχεδίου του Ισραήλ για αποδυνάμωση ή και εξάλειψη της Χαμάς ως στρατιωτικής και πολιτικής δύναμης. Σημαντικές δεξαμενές σκέψης που καλύπτουν σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα του Ισραήλ, προτρέπουν όχι απλά για αεροπορικές επιθέσεις και επιλεκτικές χερσαίες επιχειρήσεις αλλά για ανακατάληψη της Λωρίδας της Γάζας για ορισμένο χρονικό διάστημα ώστε να εφαρμόσουν τις τακτικές που εφαρμόστηκαν το 2002 κατά την επιχείρηση «Αμυντική Ασπίδα» εναντίον της δεύτερης παλαιστινιακής Ιντιφάντα.
*
Το προσδοκώμενο αποτέλεσμα είναι η ολοκληρωτική καταστροφή των στρατιωτικών υποδομών και της οργανωμένης βάσης της Χαμάς. Εκείνο που ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι η διάλυση του δικτύου πληροφοριών της Χαμάς που αποδεικνύεται πολύ αποτελεσματικό στην αντιμετώπιση της ισραηλινής διείσδυσης. Αν δεν επιτευχθεί η πλήρης καταστροφή των δυνατοτήτων της οργάνωσης, θα έχει τουλάχιστον αποδυναμωθεί τόσο πολύ η Χαμάς ώστε να αμφισβητηθεί στρατιωτικά από τζιχαντιστικές οργανώσεις τύπου αλ-Κάιντα που δρουν στη Λωρίδα και οι οποίες βρίσκονται σήμερα υπό απηνή διωγμό από αυτήν. Μάλιστα ισραηλινοί αναλυτές χρησιμοποιούν ως παράδειγμα το ασαντικό καθεστώς στη Συρία που πέτυχε να στρέψει τους τζιχαντιστές εναντίον της υπόλοιπης αντιπολίτευσης. Το μόνο που προβληματίζει τις αναλύσεις αυτές είναι ότι, με δεδομένη την πληθυσμιακή πυκνότητα της Λωρίδας, μια επιχείρηση ανακατάληψης θα σημαίνει παλαιστινιακό λουτρό αίματος. Δεν φαίνεται ωστόσο να προβληματίζει η πιθανότητα δημιουργίας χάους που θα επεκταθεί και στο ήδη ιδιαίτερα ασταθές Σινά. Από την άλλη πλευρά, η Χαμάς βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση. Η οικονομική κατάσταση στη Λωρίδα της Γάζας γίνεται απελπιστική και η πολιτική της στήριξη αμφισβητείται από άλλες οργανώσεις, όπως ο Ισλαμικός Τζιχάντ και ομάδες της νεολαίας. Τα εξωτερικά στηρίγματα της αποδυναμώνονται, μετά τη ρήξη της εξόριστης ηγεσίας της με τον Άσαντ, την αποχώρηση από τη Δαμασκό και την σχετική ψύχρανση των σχέσεων της με την Τεχεράνη.
Η επιλογή του χρόνου της επιχείρησης δεν σχετίζεται μόνο με την κατάσταση στα Παλαιστινιακά Εδάφη και την προσπάθεια συγκρότησης κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Το Ισραήλ αντιλαμβάνεται ότι η Μέση Ανατολή έχει πια εισέλθει σε μια νέα περίοδο αστάθειας. Οι τεκτονικές πλάκες στις οποίες είχε στηριχθεί το περιφερειακό οικοδόμημα της Μέσης Ανατολής έχουν αρχίσει να κινούνται και η ηφαιστειακή λάβα έρχεται στην επιφάνεια. Τα σύνορα που χαράχθηκαν υπό δυτική επιρροή και διατηρήθηκαν για περίπου έναν αιώνα αμφισβητούνται στην πράξη. Καθεστώτα στην Αίγυπτο, τη Λιβύη, τη Συρία, φιλικά ή εχθρικά, πάντως προβλέψιμα, ανατρέπονται ή κλυδωνίζονται σοβαρά. Κράτη που αποτελούσαν βασικούς πυλώνες της δυτικής επιρροής, όπως η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία, απομακρύνονται περισσότερο ή λιγότερο από τις αμερικανικές επιλογές στην περιοχή και ακολουθούν διαφορετικές τακτικές και στρατηγικές. Το Ιράν αποκτά εκ των πραγμάτων την ηγεμονική θέση που αποζητούσε με τεράστιο όμως κόστος και συνεχή αφαίμαξη στην προσπάθειά του να στηρίξει τα φιλικά προς αυτό καθεστώτα στη Συρία και το Ιράκ. Αναπτύσσονται νέες κρατικές οντότητες ή ημι-κρατικά υβρίδια όπως το ιρακινό και το συριακό Κουρδιστάν ή η περιορισμένη εδαφική βάση του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της Μείζονος Συρίας (ΙΚΙΣ) στο κεντρικό Ιράκ και την ανατολική Συρία. Μη κρατικοί δρώντες όπως η Χεζμπολλά και το ΙΚΙΣ αποκτούν πραγματικά διεθνή ρόλο παρεμβαίνοντας ανοικτά στο εσωτερικό άλλων κρατών. Το δεύτερο μάλιστα απειλεί πια άμεσα τη σταθερότητα του ιορδανικού βασιλείου, του τελευταίου «κράτους-αναχώματος» πριν το Ισραήλ. Τέλος, η αμερικανική στρατηγική γίνεται όλο και πιο θολή, αμφιταλαντευόμενη μεταξύ της άμεσης επέμβασης και της εκ του μακρόθεν επιρροής επιτυγχάνοντας περιφερειακές συνεννοήσεις με δυνάμεις όπως η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία ή και το Ιράν ακόμα εφ'όσον επιλυθεί το πρόβλημα του πυρηνικού προγράμματός του.
Απέναντι σε αυτές τις αλλαγές το Ισραήλ απαντά με δύο τρόπους. Πρώτον, με το να προσπαθεί να εξαλείψει τις απειλές στο παλαιστινιακό μέτωπο με διπλή επιχείρηση, στρατιωτική στη Γάζα και παραστρατιωτική, των εποίκων, στην Δυτική Όχθη. Αυτό σημαίνει ότι το σύνολο σχεδόν της πολιτικής ελίτ του Ισραήλ έχει καταλήξει στη θέση ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ειρήνης με τους Παλαιστινίους και ότι η λύση των δύο κρατών δεν υφίσταται πλέον [Shimon Peres Steps Down as Israel's President... He said Israel's future as a democratic Jewish state depends on a peace-based two-state solution... His replacement is right-wing parliamentarian Reuven Rivlin - an opponent of a two-state solution]. Το Ισραήλ χάνει έτσι τον δημοκρατικό χαρακτήρα του και μετατρέπεται σε μια Νότιο Αφρική, ένα κράτος-απαρτχάιντ λίγες εκατοντάδες μίλια από την Ευρώπη. Μια τέτοια εξέλιξη θα αλλάξει άρδην και τον χαρακτήρα, τη στρατηγική και τις τακτικές του παλαιστινιακού κινήματος μετατρέποντάς το από εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα σε κίνημα ανθρωπίνων, πολιτικών και κοινωνικών, δικαιωμάτων όπως το νοτιοαφρικανικό.
Δεύτερον, η στρατηγική του Ισραήλ αποσκοπεί στην σύμπηξη μιας συμμαχίας εναντίον των «δολιοφθορέων της ειρήνης», δηλαδή του Ιράν, της Χεζμπολλά, των σιιτών του Ιράκ, της Χαμάς και των Αδελφών Μουσουλμάνων στην περιοχή. Πιθανοί εταίροι σε μια τέτοια συμμαχία θα ήταν η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος, η Ιορδανία και γιατί όχι, ένα ανεξάρτητο κουρδικό κράτος στο βόρειο Ιράκ. Παρά τις λεκτικές επιθέσεις και τη γραφειοκρατική ρητορική τύπου Αραβικού Συνδέσμου εναντίον της ισραηλινής επίθεσης, μια τέτοια συμμαχία, παρότι φαίνεται ετερόκλητη, είναι πιθανή. Συνεκτική ουσία της είναι η απειλή μιας πιθανής ιρανική ηγεμονίας, η πολιτική παρουσία των Αδελφών, η απρόβλεπτη συμπεριφορά της ερντογανικής Τουρκίας και βέβαια η διστακτικότητα των ΗΠΑ. Θα καταφέρει όμως μια τέτοια συμμαχία να συγκρατήσει τη λάβα από την κίνηση των τεκτονικών πλακών της ιστορίας; Ίδωμεν...




.~`~.
II
Καλωσορίσατε στην Τρίτη Ιντιφάντα
Μετά την Γάζα, η εξέγερση της Παλαιστίνης θα εξαπλωθεί στην Δυτική Όχθη

Δεδομένης της έντασης του συνεχιζόμενου πολέμου μεταξύ της Χαμάς και του Ισραήλ στην Γάζα, είναι εύκολο να ξεχνάμε ότι η τρέχουσα κρίση ξεκίνησε σε ένα διαφορετικό μέρος τής Παλαιστίνης. Η απαγωγή και η δολοφονία τριών Ισραηλινών εφήβων στην Δυτική Όχθη οδήγησε στην σοβαρή ισραηλινή καταστολή τής Χαμάς, η οποία απάντησε με ένα μπαράζ ρουκετών κατά του Ισραήλ από την Γάζα. Εν τω μεταξύ, η δολοφονία ενός παλαιστίνιου εφήβου από Εβραίους εξτρεμιστές πυροδότησε αρκετές ημέρες βίαιων διαμαρτυριών από τους Παλαιστίνιους στην ανατολική Ιερουσαλήμ και αλλού. Η αλλαγή τού τόπου διεξαγωγής των συγκρούσεων εξυπηρέτησε τα συμφέροντα του Ισραήλ, εκτρέποντας την σύγκρουση μακριά από τις ευαίσθητες και στρατηγικά ευπαθείς περιοχές. Για τους Ισραηλινούς πολιτικούς, άλλος ένας συγκεντρωμένος πόλεμος εναντίον τής Γάζας ήταν προτιμότερος από την πιθανότητα μιας νέας εξέγερσης της Δυτικής Όχθης εναντίον τού Ισραήλ, παρόμοια με τις λεγόμενες intifadas που σημειώθηκαν στα τέλη τής δεκαετίας τού 1980 και στις αρχές τής δεκαετίας τού 2000. Σε αντίθεση με αυτά που μπορεί να ήλπιζαν οι Ισραηλινοί, όμως, ο σημερινός πόλεμος έχει κάνει μια τρίτη ιντιφάντα περισσότερο, όχι λιγότερο, πιθανή.
Στο μεγαλύτερο μέρος τής περασμένης δεκαετίας, η εκ των πραγμάτων πολιτική τού Ισραήλ ήταν να εμβαθύνει την παλαιστινιακή γεωγραφική και πολιτική διαίρεση, διατηρώντας το σχίσμα μεταξύ της κυριαρχούμενης από την Φατάχ, Παλαιστινιακής Αρχής (ΠΑ) στην Δυτική Όχθη και την -κυβερνώμενη από την Χαμάς- Λωρίδα τής Γάζας. Παρά το γεγονός ότι η σημερινή ισραηλινή κυβέρνηση δεν έχει κρύψει την αντίθεσή της σε κάθε παλαιστινιακή κυβέρνηση που περιλαμβάνει ή έστω αποδέχεται την Χαμάς, την οποία θεωρεί ως επικίνδυνη τρομοκρατική οργάνωση που είναι πέρα από τον πολιτικό χώρο, η ισραηλινή πολιτική τής απομόνωσης της Γάζας από την Δυτική Όχθη άρχισε πριν από την άνοδο της Χαμάς στην εξουσία. Στην πραγματικότητα, ήταν το κλείσιμο των συνόρων τής Γάζας στα τέλη τού 2005, λίγο αφότου το Ισραήλ απομάκρυνε μονομερώς εποίκους και στρατιώτες του από την Γάζα, που βοήθησε να ανοίξει ο δρόμος για την εκλογή τής Χαμάς και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τον ατελείωτο κύκλο τής βίας στην Γάζα που βλέπουμε σήμερα. Όπως το έθεσε τότε ο Dov Weissglas, ο επιτελάρχης τού πρώην πρωθυπουργού τού Ισραήλ, Αριέλ Σαρόν, η αποχώρηση του Ισραήλ από την Γάζα θα χρησιμεύσει ως «φορμαλδεΰδη..., έτσι ώστε δεν θα υπάρξει μια πολιτική διαδικασία με τους Παλαιστίνιους». Αφήνοντας την Γάζα χαλαρή, μαζί με το 1,5 εκατομμύριο Παλαιστινίους της, το Ισραήλ θα μπορούσε στην συνέχεια να επικεντρωθεί στην εδραίωση του ελέγχου του στην Δυτική Όχθη και στον εποικισμό της.
Έκτοτε το Ισραήλ, με την αμερικανική και διεθνή υποστήριξη, έχει αντιμετωπίσει το Παλαιστινιακό ως δύο ξεχωριστές συγκρούσεις, αντί για μια. Με το να διατηρείται η συνεργασία για την ασφάλεια και οι διπλωματικές σχέσεις με την Φατάχ στην Δυτική Όχθη, το Ισραήλ ήλπιζε να διατηρήσει την ηρεμία στις περιοχές που γειτνιάζουν με τα κύρια κέντρα τού πληθυσμού του, καθώς και στο ίδιο το έργο τού εποικισμού. Την ίδια στιγμή, με το να αντιμετωπίζει την Γάζα (που ελέγχεται από την Χαμάς) ως μια αέναη «εχθρική οντότητα», με μπλόκα σε αέρα, γη και θάλασσα, το Ισραήλ διατηρούσε το δικαίωμα να πηγαίνει σε τακτά χρονικά διαστήματα σε πόλεμο εναντίον τής Γάζας, μια διαδικασία που οι Ισραηλινοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι αναφέρονται ως «το κούρεμα του γκαζόν». Με τον τρόπο αυτό, το Ισραήλ θα απέφευγε την υποχρέωση να ασχοληθεί με τις βαθύτερες αιτίες τής σύγκρουσης, κυρίως την 46ετή κατοχή τής Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας τής Γάζας. Αυτό έχει δημιουργήσει το χειρότερο όλων των πιθανών αποτελεσμάτων, αυξάνοντας ταυτόχρονα την πιθανότητα βίαιων συγκρούσεων με την Χαμάς, ενώ μειώνεται η πιθανότητα επίλυσης της σύγκρουσης με την Παλαιστινιακή Αρχή τού Αμπάς.
---------------------------------------------------------------
Η διαίρεση του Παλαιστινιακού και η αντιμετώπιση του ζητήματος ως δύο ξεχωριστές συγκρούσεις, μια στη λωρίδα της Γάζας υπό τη θρησκευτικο-ισλαμική Χαμάς και μια στη Δυτική όχθη υπό τη σοσιαλ-κοσμική Φατάχ, στοχεύει στην αποσύνδεση του θέματος της ασφάλειας του Ισραήλ από την κατοχή και στην αναγωγή και αποκλειστική σύνδεση του Παλαιστινιακού ζητήματος στη λωρίδα της Γάζας με το ζήτημα της τρομοκρατίας, μιας και, όπως παραθέτω στην ανάρτηση Μεσόγειος και Μέση Ανατολή σε μετάβαση: «ορισμένοι αναλυτές θεώρησαν, τουλάχιστον μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ότι το Παλαιστινιακό δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η τοπική έκφανση της ισλαμικής τρομοκρατίας», με ενδεχόμενη απώτερη στόχευση την εξής: 1) IDF's Gaza assault is to control Palestinian gas, avert Israeli energy crisis (the guardian) και 2) Russia preparing to develop Gaza gas field (Al-Monitor). Για υδρογονάναθρακες και ύδατα σε σχέση με τα προηγούμενα, εδώ δύο αναρτήσεις.
Αν δεν ισχύει μια τέτοια στόχευση, τότε ισχύει το σχόλιο του Ariel Ilan Roth: «Τα επιτεύγματα τακτικής τού Ισραήλ εναντίον τής Χαμάς δεν μπορούν να υποτιμηθούν. Αλλά δεν εξισώνονται με μια στρατηγική νίκη. Πόλεμος, όπως περίφημα δίδασκε ο Κλαούζεβιτς, είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Οι πόλεμοι γίνονται για να επαναπροσδιορίζεται η πολιτική με τρόπο που να ωφελεί τον νικητή και να είναι επιζήμια για τον ηττημένο. Αλλά οι Ισραηλινοί έχουν χάσει την επαφή τους με την εν λόγω διάκριση».
Israel undermining its support in the west, Philip Hammond says. British foreign secretary refuses to say whether the country's shelling of Gaza is proportionate: Philip Hammond, the foreign secretary, has said Israel is undermining its support in the west but has refused to say whether the country's shelling of Gaza is proportionate... He repeated David Cameron's calls for an immediate humanitarian ceasefire... Ed Miliband has done the same but clearly opposed Israel's incursion into Gaza, despite "extreme provocation from Hamas". Nick Clegg, the Liberal Democrat leader, has gone even further by saying the Israeli response "appears to be deliberately disproportionate".
---------------------------------------------------------------
Για ένα διάστημα, η στρατηγική «διαίρει και βασίλευε» φαινόταν να λειτουργεί, χάρη σε μεγάλο βαθμό στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις άλλες δυτικές δυνάμεις που αρνήθηκαν να αποδεχθούν την συμμετοχή τής Χαμάς στο Παλαιστινιακό ενώ ουσιαστικά υποστήριζαν την πολιορκία τής Γάζας. Ο μύθος ότι το Ισραήλ θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να κάνει ειρήνη με μια ομάδα Παλαιστινίων, ενώ την ίδια στιγμή να κάνει πόλεμο με μια άλλη τελικά συνετρίβη τον Απρίλιο, όταν η Φατάχ και η Χαμάς κατέληξαν σε μια νέα συμφωνία συμφιλίωσης, η οποία, για πρώτη φορά σε επτά χρόνια, εγκαθίδρυσε μια ενιαία παλαιστινιακή κυβέρνηση, τόσο στην Δυτική Όχθη και στην Γάζα [Netanyahu saw as the biggest threat to that strategy the reconciliation agreement between Hamas and Fatah, the dominant party in the Palestinian Authority]. Ωστόσο, παρά την ονομαστική ενότητα μεταξύ των δύο μεγαλύτερων πολιτικών παρατάξεων της Παλαιστίνης, η πολιτική ατζέντα τής καθεμιάς παραμένει σε μεγάλο βαθμό αλληλοαναιρούμενη. Η Φατάχ έχει αποκηρύξει την πολιτική βία και έχει δεσμευθεί σε μια διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων με το Ισραήλ. Η Χαμάς - όπως δείχνει η τρέχουσα κρίση - διατηρεί το δικαίωμα να συμμετέχει στην ένοπλη αντίσταση. Η αδυναμία των παλαιστινιακών παρατάξεων να συμφωνήσουν σε μια κοινή στρατηγική είναι ένας λόγος για τον οποίο δεν έχουμε δει ακόμα την έκρηξη μιας πλήρους παλαιστινιακής εξέγερσης.
Ακόμη και εν μέσω της τρέχουσας σύγκρουσης στην Γάζα, ούτε η Φατάχ, ούτε η Χαμάς θεωρούν την παρούσα στιγμή ως ευνοϊκή για μια εξέγερση στην Δυτική Όχθη. Ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς, ο οποίος αναφέρθηκε, στην προηγούμενη παλαιστινιακή εξέγερση ως «ένα από τα χειρότερα λάθη μας», καταλαβαίνει ότι η επιστροφή τής Φατάχ στον ένοπλο αγώνα θα επιφέρει σκληρή αντίδραση από το Ισραήλ, παρόμοια με την καταστροφή που είχε προκληθεί από την δεύτερη Ιντιφάντα δώδεκα χρόνια νωρίτερα, και θέτει σε κίνδυνο την πολυπόθητη σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αν εγκαταλειφθεί η συνεργατική διπλωματία και στην θέση της επιλεγεί ο ένοπλος αγώνας. Η Χαμάς, από την πλευρά της, ίσως να επιδιώκει να γλείψει τις πληγές της μετά από την παρατεταμένη αντιπαράθεση με το Ισραήλ και να ξαναχτίσει τις θέσεις της στην Γάζα, αντί να επεκτείνει τις προσπάθειές της στην Δυτική Όχθη.
Και οι δύο ομάδες, ωστόσο, θα μπορούσαν σύντομα να χάσουν την απροθυμία τους. Η μαζική στρατιωτική επιχείρηση του Ισραήλ στην Λωρίδα τής Γάζας - η τρίτη του σε λιγότερο από έξι χρόνια - έχει ήδη στοιχίσει την ζωή σε περισσότερους από χίλιους Παλαιστίνιους, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ήταν άμαχοι, ενώ 44 Ισραηλινοί, οι περισσότεροι από αυτούς στρατιώτες, έχουν επίσης σκοτωθεί. Ο θυμός για την μοίρα τού κακοποιημένου πληθυσμού τής Γάζας έχει προκαλέσει διαμαρτυρίες από τους συναδέλφους Παλαιστινίους τής Δυτικής Όχθης και στο Ισραήλ. Η κινητοποίηση της περασμένης εβδομάδας έξω από την Ιερουσαλήμ, η μεγαλύτερη που έχει δει εδώ και δεκαετίες η Δυτική Όχθη, ανανέωσε τις προβλέψεις μερί μιας επικείμενης τρίτης ιντιφάντα. Η σχετική επιτυχία τής Χαμάς στο πεδίο τής μάχης έχει ενισχύσει την δημοτικότητά της, ενώ τονίζει την αντιληπτή ανικανότητα του Αμπάς. Σύμφωνα με μια πρόσφατη δημοσκόπηση, από τότε που ξεκίνησε η κρίση στην Γάζα, η λαϊκή υποστήριξη προς την Χαμάς έχει ξεπεράσει την υποστήριξη προς την Φατάχ, για πρώτη φορά εδώ και αρκετά χρόνια. Ακόμα κι έτσι, οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι κατανοούν τους περιορισμούς τής συμμετοχής σε ένοπλη πάλη ενάντια σε μια δεινή στρατιωτική δύναμη όπως το Ισραήλ. Ως εκ τούτου, παρά την πρόσφατη κατάρρευση των υπό αμερικανική ηγεσία ειρηνευτικών συνομιλιών, η διαπραγματευτική ατζέντα τού Αμπάς παραμένει σχετική.
Πιο σημαντικό, η συνεχιζόμενη καταστροφή στην Γάζα έχει αναγκάσει όλες τις παλαιστινιακές παρατάξεις για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια να συμπτυχθούν σε ένα μείζον πολιτικό θέμα (σε αντίθεση με τις διαδικαστικές ή διοικητικές υποθέσεις, οι οποίες ήταν στο επίκεντρο της πρόσφατης συμφωνίας συμφιλίωσης). Πράγματι, ένα από τα κύρια αιτήματα της Χαμάς ήταν να τηρήσει το Ισραήλ την συμφωνία συμφιλίωσης με την Φατάχ. Κατά τις προηγούμενες συγκρούσεις στην Γάζα, η ηγεσία στην Δυτική Όχθη ήταν απρόθυμη να στηρίξει ανοιχτά την Χαμάς. Αυτοί οι υπολογισμοί σαφώς δεν ισχύουν πλέον. Μια έντονα διατυπωμένη δήλωση που εξέδωσε ο Γενικός Γραμματέας τού Οργανισμού για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, Yaser Abed- Rabbo, ένας ένθερμος αριστερός που δεν είναι γνωστός ως σύμμαχος της Χαμάς, ήταν γεμάτη επαίνους για την «γενναία αντίσταση» της Γάζας και υποστήριξε πλήρως τις απαιτήσεις τής Χαμάς για κατάπαυση του πυρός και μια πλήρη άρση του 7ετούς οικονομικού αποκλεισμού τής Γάζας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Φατάχ θα συμμετάσχει σε μια ένοπλη πάλη τού είδους που η Χαμάς έχει εξαπολύσει από την Γάζα ή ότι η Χαμάς θα ενταχθεί σύντομα στην Φατάχ εγκρίνοντας τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ. Αλλά αυτό μπορεί να σημαίνει ότι και οι δύο παρατάξεις, έχοντας αποδεχθεί τούς εγγενείς περιορισμούς των αντίστοιχων σχεδίων τους, είναι έτοιμες να συνεργαστούν για την ανάπτυξη μιας νέας εθνικής ατζέντας που να συναντιέται στα μισά του δρόμου, για παράδειγμα με την δημιουργία μιας εκστρατείας μη-βίαιης πολιτικής αντίστασης και στα κατεχόμενα εδάφη και στην διασπορά. Με άλλα λόγια, ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Γάζα μπορεί να έπεισε τις δύο παρατάξεις για την ματαιότητα του να συνεχίσουν να εργάζονται για αντίθετους σκοπούς. Αν όχι, οι Παλαιστινιακές ελίτ έχουν κάθε λόγο να περιμένουν ότι η επόμενη Ιντιφάντα θα κατευθύνεται τόσο σε αυτές όσο και στην ισραηλινή κατοχή.
Υπό αυτή την έννοια, θα ήταν μάταιο για το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες να αντιταχθούν στην παλαιστινιακή ενότητα και την πολιτική συνεργασία μεταξύ της Χαμάς και της Φατάχ. Στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο θα ήταν επιβλαβές όχι μόνο για τους Παλαιστίνιους αλλά για τα συμφέροντα του Ισραήλ καθώς και για τον στόχο μιας λύσης δύο κρατών. Το ανθρώπινο και υλικό κόστος που επιβαρύνει τους Παλαιστίνιους της Γάζας ήταν απαράδεκτα υψηλό. Αλλά οι ηθικές, πολιτικές, και ίσως ακόμη και οι νομικές συνέπειες της απομόνωσης και του κατά διαστήματα σφοδρού βομβαρδισμού τής Γάζας μπορεί κάποια μέρα να αποδειχθεί εξίσου δαπανηρό για το Ισραήλ. Αν και δεν είναι ακόμη σαφές το πώς ή το πότε θα τελειώσει η τελευταία κρίση στην Γάζα, μια επιστροφή στο status quo χωρίς να αντιμετωπιστεί οποιοδήποτε από τα βασικά ζητήματα της τρέχουσας κρίσης απλώς θα δημιουργήσει τον επόμενο πόλεμο στην Γάζα σε ένα ή δύο ή τρία χρόνια στο μέλλον. Τελικά, το θέμα τής ασφάλειας του Ισραήλ δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την συνεχιζόμενη κατοχή του, συμπεριλαμβανομένης της συνεχιζόμενης πολιορκίας τής Γάζας.
Οποιαδήποτε ουσιαστική συμφωνία κατάπαυσης του πυρός θα πρέπει να περιλαμβάνει ένα συγκεκριμένο σχέδιο για το άνοιγμα των συνόρων τής Γάζας. 1,8 εκατομμύρια κάτοικοι της Γάζας έχουν υποφέρει για πάρα πολύ καιρό και δεν θα πρέπει να περιμένουν μια οριστική ειρηνευτική συμφωνία για να απολαύσουν κανονικές οικονομικές σχέσεις με τον έξω κόσμο. Αυτό θα δώσει επίσης την ευκαιρία στην Παλαιστινιακή Αρχή τού Αμπάς να αποκαταστήσει μια παρουσία στην Γάζα και να εδραιώσει την παλαιστινιακή ενότητα. Επειδή ούτε το Ισραήλ ούτε η Αίγυπτος εμπιστεύονται την Χαμάς, οποιαδήποτε ομαλοποίηση στα σύνορα της Γάζας θα απαιτήσει από την Παλαιστινιακή Αρχή να αστυνομεύει τις διελεύσεις των συνόρων τής Γάζας. Οι λεπτομέρειες μιας τέτοιας ρύθμισης θα πρέπει να εκπονηθούν σε πολυμερή βάση μεταξύ Αιγύπτου, Ισραήλ, Χαμάς και Παλαιστινιακής Αρχής τού Αμπάς. Όμως, προκειμένου να αποφευχθεί η αντίληψη ότι η Παλαιστινιακή Αρχή επιστρέφει στην Γάζα στις πλάτες των ισραηλινών αρμάτων μάχης, οι πραγματικοί όροι τής συμφωνίας θα πρέπει να κατοχυρώνονται σε μια εσωτερική συμφωνία μεταξύ της Παλαιστινιακής Αρχής και της Χαμάς, για παράδειγμα, ως τροποποίηση της συμφωνίας τής παλαιστινιακής συμφιλίωσης, και όχι ως μέρος τής συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός με το Ισραήλ. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί, αφενός ότι όλα τα μέρη θα πάρουν κάτι από την συμφωνία, αφετέρου ότι ο καθένας έχει ένα μερίδιο σε αυτό που παίρνουν οι άλλοι επίσης.
Η επίτευξη μιας τέτοιας συμφωνίας θα είναι εξαιρετικά δύσκολη, ιδίως στο πλαίσιο του πολέμου και μετά από μεγάλη αιματοχυσία. Αλλά δεν είναι αδύνατη. Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση έγκειται στο να πεισθούν οι Αμερικανοί και ιδιαίτερα οι Ισραηλινοί ηγέτες για την ανάγκη να ξεπεράσουν την αντίστασή τους στην συμμετοχή τής Χαμάς στην παλαιστινιακή πολιτική. Αλλά και οι δύο χώρες πρέπει να αναγνωρίσουν ότι το status quo της διαιρεμένης ηγεσίας έχει κάνει απλώς πιο πιθανές και πιο συχνές τις βίαιες συγκρούσεις, κάτι που είναι πιθανό να φέρει ακόμη μεγαλύτερο κόστος για όλες τις πλευρές την επόμενη φορά. Την ίδια στιγμή, εάν ελπίζουν να αποφύγουν μια τρίτη ιντιφάντα, θα πρέπει να γίνουν σοβαροί σχετικά με τον τερματισμό της ισραηλινής κατοχής, μια για πάντα.

Khaled Elgindy
Πηγή
Foreign Affairs
(Council of Foreign Relations)

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc. All rights reserved.


.~`~.
III
Egypt: still American, Russian, or what?

During most of its modern history, Egypt seemed to follow a more or less similar path in its foreign policy: it would align with one major power after another and would thus gain an advantageous position in the region. During the past two centuries, Great Britain, the Soviet Union, and the United States have replaced one another in more or less the same role. Amid the “new Cold War” trend being covered lately in the international press and Sisi’s recent visit to Moscow where he signed the first arms deal with Russia since the 1960’s, many have begun speaking of a renewal of the strategic relationship between the two countries and a consequent chill between Cairo and Washington.
*
The Egypt issue is part and parcel of the increasingly complex international and regional balance of power. Multipolarity in the international system, a highly visible yet mainly economic in nature Chinese presence in the Middle East, the rise of Russia both generally but mainly in the Near Abroad, the upcoming US energy independence, the Geneva talks on the Iranian nuclear programme and through it the changing US relationship with the Gulf, the Fertile Crescent and the Levant among others shape a new reality both in the international system and more specifically in the Middle East.
Slowly but steadily paving its way towards energy autonomy, the US is gradually about to lose another one of its original reasons for remaining in the Middle East. The other reasons used to rationalise its presence were the now long gone need for the containment of the USSR, the relatively recent war on terror, and the seemingly ready to be dealt with Iran’s nuclear policy. That, together with a new isolationist trend present in the US, is not to imply that Washington is leaving or about to leave the Middle East, but to suggest that there are now relatively fewer reasons for the US to spend its money, time, effort, and influence in the region. Thus, it is understandable that Washington seems less inclined to focus on issues such as Saudi and Israeli security, Libyan and Syrian integrity, as well as Iraqi and Egyptian stability. A new (seemingly less Americanised) reality is at hand in the Middle East and consequently, it is a natural reaction for other great powers to be attracted to the region, as well as for regional players to seek their presence.
Indeed, both Chinese and Russian investment and trade with Egypt have greatly increased. Cairo recently received a largely symbolic non-refundable grant of $24.7 million from Beijing with several high-level visits taking place between the two countries including ousted president Morsi’s visit to Beijing in 2012. Egypt’s relationship with Russia has also been rightly depicted as growing stronger, with several visits taking place, increased trends in FDI and trade, a $2 billion worth arms deal, and a Russian “proposal for Egypt to establish a free trade agreement with the Russia-dominated Customs Union”. Even if Chinese and Russian moves do change some of the standards which the US-Egypt relationship is based on, this trend does not appear to be of the greatest significance just yet. The fact that the US partially suspended military and economic aid to Egypt in October 2013 might provide an explanation as to why Egypt sought the Russian alternative, or why it might seek the Chinese in the future. Although the opening of Egypt to Russia closely resembles that of Cairo to Beijing, the latter relationship remains to be of lesser importance. In either case, it does not seem to represent anything more than simply acquiring new possible partners without abandoning the US. Just as China does not seem to represent a threat to Washington’s advantageous positioning in the Middle East, Russia also appears to be a relatively minor threat – at least for the time being. Russia has not been able to construct any worldwide alliance or extended sphere of influence, but only uneven and dominating relationships with countries mainly found in the Near Abroad. Its presence in the Middle East has been confined to supporting Assad in Syria and Iran’s right to nuclearisation. In short, as pointed out by the Washington Institute for Near East Policy, “there is no foreign partner that can replace Washington”, at least not so easily.
Nevertheless, Cairo might also try to raise American interest in Egypt once again, a possibility that becomes more likely when considering the fact that other US allies in the region (Saudi Arabia and the UAE) are actually financing the deal. Egypt’s move, along with those of Saudi Arabia and the UAE, might thus be viewed as a warning to the US that one-sided relationships cannot be maintained in a multipolar world. That in short, if the US is unwilling to pay, it will not be able to maintain its influence. As Elliot Abrams, analyst at the Council on Foreign Relations pointed out, “the arms deal between Egypt and Russia is a ‘symbolic message’”. Egypt, together with Saudi Arabia, “will continue to cooperate with the United States where they absolutely must. But they believe that they can no longer rely on Washington, as has been the case in recent decades. It is unclear whether the arms deal will be finalised, but if it is, it will underscore Egypt’s ongoing efforts to diversify the pool of suppliers for its defence needs as the country’s armed forces already field weaponry from the United States, France, and Russia – another example of decreasing dependency on Washington”.
This however does not mean that Egypt will or can necessarily go any further, even if it plans to. Russia’s aforementioned moves must be seen as a part of a larger picture including the rest of the Middle East and maybe even the Near Abroad. Moscow’s comeback in the 2000s has often been accompanied with opposition from Washington. This was visible mainly in the Caucasus, Central Asia, and Eastern Europe, but in the Middle East as well (Syrian civil war, Iranian nuclearisation). Russia seems to try and shake American influence off its traditional sphere and to extend its own power to other areas as well. Nevertheless, this could happen for another reason too: by creating problems for the US in the Middle East, Russia could try “to ensure that there are limits to how far Washington can push into the Russian periphery”. If this is true, this relationship could therefore be terminated by none other than Russia itself if its influence in the Near Abroad is consolidated and secured.
The larger picture is therefore quite complicated. In any case, the special relationship between Cairo and Washington does not seem to be in grave danger at the moment: Egypt has not jumped into Russia’s block, both because there is no such Middle Eastern block, as well as because this would not be so simple. Relationships as long and as deep as the one shared by Cairo and Washington are not to be easily ended, certainly not over what could be a temporary indecisiveness of the US or a rearrangement of the global balance of power, be it in the form of systemic, interactive, or systems change. In any one of these cases, Egypt would (and apparently does) wait for a more stable arrangement to emerge, so as to finally follow a more distinct path. To cut a long story short, Egypt is not as American as it was, but also definitely not Russian. It does however seem more than ready to reassess its options under Lord Palmerstone’s view of politics.




.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

*