22 Ιουλίου 2014

Πέντε σύντομες αναφορές για την Κύπρο και ένα κείμενο για τις ρευστές διεθνείς ισορροπίες.


.~`~.
Κύπρος

I
Είναι προφανές ότι ο ρόλος της Ελλάδος [σώθηκες] στην προσπάθεια εξομαλυνσης των ιρανο-ισραηλινών σχέσεων αλλά και στην αντίστοιχη προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων Χαμας-Φατάχ-Ισραήλ, όπως και Χεζμπολάχ-Ισραήλ, μπορεί να είναι σημαντικότατος και άκρως εποικοδομητικός. Αν η χώρα μας κρατηθεί στο περιθώριο των συγκλονιστικών αυτών εξελίξεων που προαλείφονται, το τίμημα θα είναι να αφήσει όλο τον, δικαιωματικά, δικό της ζωτικό χώρο κινήσεων και στρατηγικών ελιγμών στις λοιπές ανταγωνιστικές δυνάμεις της Μεσογείου. Και δεν είναι προφανές τότε ότι αυτό θα ωφελήσει την ολιγωρούσα Αθήνα. Η ζητούμενη, όμως, ελληνική διπλωματική εμπλοκή απαιτεί υψηλής ευθύνης και αντιστοίχου ποιότητος σχεδιασμό από τα ελληνικά Υπουργεία Εξωτερικών, Πολιτισμού και Άμυνας, όπως και ενεργοποίηση των παρ' αυτών θηλαζουσών -και κατ' εξοχήν παραμελημένων και εκφυλισθεισών- «δεξαμενών σκέψεως». Σχεδιασμό, ο οποίος απαιτεί την επιστράτευση του επίσης υψηλότερου επιπέδου ακαδημαϊκού-ερευνητικού, διπλωματικού και δημοσιογραφικού δυναμικού της χώρας και όχι τη συνειδητή περιθωριοποίησή του, όπως συμβαίνει κατ' εξακολούθηση στον τόπο τούτο...
Η σημασία των ανωτέρω λεχθέντων για την ελληνική πλευρά είναι ότι οποιαδήποτε μείζων απόφαση περι επιλύσεως του Κυπριακού -συμβατή με τα συμφέροντα επιβιώσεως του Ελληνισμού- δεν επιτρέπεται να ληφθεί επ' ουδενί και για κανένα λόγο πριν από την εμπέδωση της Ειρήνης, της Σταθερότητος και της Δημοκρατίας στο Ιράκ. Και αυτό, διότι η ποιοτική αλλαγή του καθεστώτος της Βαγδάτης, την οποία επέφερε η αγγλοσαξονική στρατιωτική επέμβαση, αναμένεται να προκαλέσει νέες ισορροπίες στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και να δημιουργήσει όλες εκείνες τις προϋποθέσεις τις οποίες το Ισραήλ θεωρεί απαραίτητες για την εδραίωση της ασφάλειάς του. Η εξέλιξη αυτή θα δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα ασφάλειας στο Τελ Αβίβ, ώστε να αχθεί το τελευταίο σε θετικότερη στάση αναφορικά με την ποιότητα λύσεως του κυπριακού ζητήματος, προς όφελος και των δύο κοινοτήτων και όχι ετεροβαρώς, δηλαδή υπέρ της τουρκικής και μόνον πλευράς, όπως συμβαίνει σήμερα. Όσο όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, οι «κυρίαρχες» βρετανικές βάσεις στην Κύπρο και η προσπάθεια διχοτομήσεως της νήσου, η οποία είναι εμφανής, θα εμφανίζονται ως τα μόνα εχέγγυα για τη νατοϊκή επιρροή στον τομέα της ασφαλείας στο γεωπολιτικό σύμπλοκο της Νοτιοανατολικής Μεσογείού.
Και αυτό μόνο ένα αποτέλεσμα μπορεί να έχει: τη διχοτόμηση της μαρτυρικής μεγαλονήσου. Ας το αντιληφθούμε...


II
Η αγγλοσαξονική στρατηγική όπως αναπτύχθηκε από την Ουάσιγκτον μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο εντάσσεται σε μια γεωπολιτική αντίληψη ελέγχου της Ευρασιας που ξεκινά βέβαια απο τις ΗΠΑ και περνα απο τη Δυτική Ευρώπη, με κυριο εταιρο τη Βρετανια, και καταληγει στην Ιαπωνία. Στο πλαισιο αυτό δημιουργείται και το γεωπολιτικο υποσύστημα της Ανατολικής Μεσογείου με κύριο στρατηγικό εταίρο την Τουρκία. Εδώ ακριβώς δημιουργούνται διάφορες ισορροπίες δυναμεων, οι οποίες επηρεαζουν αμεσα και τη λυση του Κυπριακού και από τις οποίες η Ελλάδα δείχνει να είναι απούσα. Δεν θα πρέπει να ξεχνούμε πως η ηγεμονικη πολιτικη της Ουάσιγκτον, ειδικα μετα την καταρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αποβλέπει στο να αποτρέψει τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ευρωπαϊκού πόλου που ενδεχομένως θα μπορούσε να συνεργαστεί με τη Ρωσία ή ακόμη και να την ενσωματώσει σε αυτό τον ευρωπαϊκό πόλο. Θα υπήρχε επομένως ο κίνδυνος δημιουργίας ενός ευρασιατικού πόλου, κάτι που η Ουάσιγκτον θέλει να εμποδίσει με κάθε τρόπο. Είναι γνωστό πως για το σκοπό αυτόν η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί τη Βρετανία ως δούρειο ίππο εντός της ΕΕ καθώς και κάποιες από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Ελλάδα και Κύπρος έχουν κάθε λόγο να συνταχθούν με τις χώρες εκείνες της ΕΕ, κατά κύριο λόγο με τον γαλλογερμανικό άξονα, οι οποίες θέτουν, έστω και χαλαρά, υπό αμφισβήτηση τον μονοπολικό αγγλοσαξονικό ηγεμονισμό. Δεδομένης της σημασίας της Ανατολικής Μεσογείου ως κομβικού σημείου για τις εμπορικές οδούς μεταφοράς ενέργειας, αλλά και ασφάλειας, του γεωπολιτικού χώρου που ξεκινά από τον Καύκασο και την Κασπία και φτάνει στον Περσικό Κόλπο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή, η Κύπρος έχει τη δυνατότητα να διαδραματίσει έναν σοβαρό ρόλο στην ευρωμεσογειακή συνεργασία. Με άλλα λόγια, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός επιτρέπει στην Κύπρο να ανατρέψει, τουλάχιστον εν μέρει, τις ισορροπίες που δημιούργησε η τουρκική εισβολή του 1974, ισορροπίες που ευνοούν την Άγκυρα και στηρίζονται από τον αγγλο-αμερικανικό παράγοντα.
Φυσικά, δεν μπορεί κανείς να αγνοεί πως τα διάφορα γεωοικονομικά και γεωστρατηγικά παχνίδια διασυνδέονται σήμερα με τη παγκοσμιοποίηση και την προσπαθεια του καπιταλιστικού συστήματος να παραμείνει η μοναδική παράμετρος, και μάλιστα σε νεοφιλελεύθερη εκδοχή της οικονομίας και της πολιτικής. Η γεωπολιτική είναι σήμερα όσο ποτέ άλλοτε διασυνδεδεμένη με τα τεράστια συμφεροντα των πολυεθνικών.
Είναι επίσης απορίας άξιον πως με διάφορα προσχήματα δεν έχει τεθεί ποτε σοβαρά θέμα απομάκρυνσης των βρετανικών βάσεων από την Κύπρο. Ούτε και εξασφαλίστηκαν οποιαδήποτε ανταλλάγματα για τις τόσες σοβαρές διευκολύνσεις που δόθηκαν και δίνονται στούς Αμερικανούς από την κυρίαρχη Κυπριακή Δημοκρατια. Η ανακίνηση του θέματος των βρετανικών βάσεων θα μπορουσε να αποτελέσει στα χέρια της Λευκωσίας έναν μοχλό πίεσης σε αντίθεση με όσα κατά καιρούς υποστηρίζονται' ότι δηλαδή είναι αχρείαστο ένα άλλο μέτωπο στο Κυπριακό, όταν μάλιστα είναι γνωστές διαχρονικά οι δυσμενείς βρετανικές θέσεις για τα κυπριακά και τα ελληνικά συμφέροντα.
Συμπερασματικά, είναι καιρός να επωφεληθεί η ίδια η Κύπρος από τη γεωπολιτική σημασία που της δίνει η γεωγραφική της θέση και να αποκτήσει τα σημαντικά πλεονεκτήματα που απορρέουν από αυτήν. Είναι καιρός να επωφεληθούν οι ίδιοι οι Κύπριοι από αυτήν τη γεωπολιτική σημασία του νησιού τούς, αντί να είναι θύματά της. οι δυνατότητες υπάρχουν. Ιδιαίτερα σήμερα, με την παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ, η γεωπολιτική παράμετρος αποτελει εναν μοχλό πίεσης για τη λύση του Κυπριακού στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και των δημοκρατικών αρχών.

III
Η ΕΕ, η οποία ασφαλώς διαγιγνώσκει τον σημαντικό γεωστρατηγικό ρόλο της Κύπρου, αξιοποιήσιμο για μεσανατολική διείσδυση, αδρανεί με βάση την έντονη επίδραση που δέχεται από τις ΗΠΑ. Όμως η ΕΕ έχει ανάγκη τη δική της αποτελεσματική πολιτική σε μια περιοχή που είναι για την ίδια νευραλγική, για λόγους ενεργειακής προμήθειας αλλά και εμπλοκής στο ευρύτερο μεσανατολικό γίγνεσθαι. Αποτύχαμε να ενεργοποιήσουμε επαρκώς αυτή τη διάσταση. Όπως επίσης αποτύχαμε να καταδείξουμε την καταλυτική επίδραση που μπορούσαμε να έχουμε στο μεσανατολικό γίγνεσθαι, και λόγω της γεωστρατηγικής μας σημασίας και λόγω παραδοσιακών σχέσεων με τις χώρες της περιοχής, που χαιρέτισαν την παρουσία μας στην ΕΕ προσβλέποντας σε μια γέφυρα επαφής με την ΕΕ.
Η γεωστρατηγική σημασία μιας χώρας μπορεί να αποβεί αρνητικός παράγοντας, αν η χώρα δεν αξιοποιήσει αυτή τη σημασία με θετική πολιτική. Αντί αντικειμένου, να μετατραπούμε σε υποκείμενο και να αξιοποιήσουμε προς όφελος των εθνικών μας συμφερόντων αυτή τη διάσταση.
Η κατοχή ή ντε φάκτο διχοτόμηση, οι απειλές για αναβάθμιση του δορυφορικού κατοχικού καθεστώτος στοχεύουν στον αφοπλισμό μας. Όμως υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια αντίστροφη μέτρηση. Αξιοποίηση της γεωστρατηγικής μας θέσης, ιδιαίτερα μέσα στον ευρωπαϊκό χώρο, που μπορεί να είναι ευνοϊκός για την ΕΕ με μια Κύπρο ουσιαστικά ανεξάρτητη, με ενότητα χώρου και κράτους. Οι ΗΠΑ να αντιληφθούν ότι οι θεωρίες Κίσσιντζερ είναι παρωχημένες' ότι αξιοποίηση επιτυγχάνεται με σωστές σχέσεις και όχι σε συνθήκες ανωμαλίας που εμπερικλείουν σωρεία κινδύνων. Η γεωστρατηγική μας σημασία να αποβεί όπλο αναγνώρισης των δικαίων μας, που είναι πλήρως εναρμονισμένα όχι μόνο με το δίκαιο αλλά και με τα ευρύτερα ευρωπαϊκά συμφέροντα.
Η Ρωσία είναι φυσικό να αντιτίθεται σε ξένη κηδεμόνευση μιας περιοχής την οποία θεωρεί συνδεδεμένη και με τις δικές της εθνικές προοπτικές. Μια πράγματι ανεξάρτητη Κύπρος -έστω μέσα στα πλαίσια της ΕΕ- συμβαδίζει με τις ρωσικές προοπτικές για μια ανοικτή περιοχή.
Δεν βαδίζούμε σε ολομέτωπες συγκρούσεις, αλλά σε συμβιβασμούς χωρίς αποφυγή αντιπαραθέσεων. Είναι αδύνατο το θέμα να εξαντληθεί με την κατάθεση μερικών αδρών διαπιστώσεων. Θα καταλήξω με την επανάληψη ότι επιβάλλεται να μετατρέψουμε τη γεωστρατηγική μας σημασία από πρόκληση κινδύνων σε θετικό παράγοντα στον συνεχιζόμενο αγώνα μας.

IV
Δεν είναι ανάγκη να καταφύγουμε σε υπερβολές, αρκεί ρεαλιστικά να παραδεχθούμε ότι η οιονεί λογική της μικρής και αδύνατης Ελλάδας και Κύπρου είναι σε κρατικό επίπεδο έκφραση της σύγχρονης μορφής εθελοδουλείας.
Η πικρή αλήθεια οφείλει να λέγεται, όπως και το έκανε το 1976 ο Ελληνοαμερικανός Ρόι Μακρίδης, όταν σημείωνε ότι: «Ελλάδα και Έλληνες πρέπει να εγκαταλείψουν το προαιώνιο σύμπλεγμα της εξαρτήσεώς τους από τη μια ή την άλλη δύναμη. Πρέπει να μάθούν πώς να συμβιούν με πολλά άλυτα, κάθε φορά προβλήματα, από τα οποία ένα είναι και η Τουρκία, όπως και με πολλές άλυτες πραγματικές καταστάσεις, από τις οποίες μια η αμερικανική επιρροή σ' αυτό το τμήμα του κόσμου. Και θα πρέπει ακόμα να προσπαθούν να τις αξιοποιήσουν προς το καλύτερο δυνατό όφελός τους».
Αυτό είναι ένα αποφασιστικό ζητούμενο με βάση την υπάρχουσα κατάσταση και τους υπάρχοντες συσχετισμούς και έχει κατά καιρούς ασκηθεί προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση. Γιατί τα γεγονότα είναι σαν τις πρόκες αιχμηρά. Κάποιος έστειλε μια μεραρχία στην Κύπρο και κάποιος άλλος την γύρισε πίσω. Κάποιος πέταξε στο καλάθι των αχρήστων το τερατούργημα Ανάν και κάποιος άλλος ψάχνει τώρα στα σκουπίδια να το νεκραναστήσει.

V
Για την Ελλάδα και την Κύπρο η διατήρηση της γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής ενότητας των δύο χωρών, καθώς και η προώθηση των εθνικών στρατηγικών ασφάλειάς τους στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ για την Ελλάδα και στην ΕΕ για τη Κύπρο, αποτελούν τις βασικές προτεραιότητες αυτής της περιόδου. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η υλοποίηση αυτών των στρατηγικών γίνεται μέσα σε ένα ραγδαία μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον. Ο σημαντικότερος συντελεστής αυτής της μεταβολής είναι η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία αναμένεται να επιφέρει γεωπολιτικές ανακατατάξεις που είναι δύσκολο να συγκεκριμενοποιηθούν στην παρούσα φάση ανάπτυξης και διάχυσης της κρίσης.
Ένας δεύτερος συντελεστής αυτής της μεταβολής είναι η διαφαινόμενη επιστροφή του ΝΑΤΟ στα θέματα «σκληρής» ασφάλειας, η οποία θα εμπεριέχει ξανά το στοιχείο της εδαφοποίησης. Αυτή η εξέλιξη μπορεί να οδηγήσει στη διατύπωση μιας νέας νατοϊκής στρατηγικής αντίληψης, η οποία θα επηρεάσει τις τοπικές ισορροπίες δυνάμεων.
Ένας τρίτος συντελεστής αναμένεται να είναι η εκτεταμένη αντιπαράθεση της Ρωσίας με τη Δύση, γεγονός που θα επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα τις γεωπολιτικές ισορροπίες στον Καύκασο, στη Μαύρη Θάλασσα, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ένας τέταρτος συντελεστής θα είναι οι νέες προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, οι οποίες, στο βαθμό όπου θα επικεντρωθούν στα προβλήματα με τη Ρωσία, το Ιράν, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, θα διαμορφώσουν ένα νέο πλαίσιο κίνησης για την Τουρκία. Αυτές οι κινήσεις της Τουρκίας και ο εν γένει στρατηγικός προσανατολισμός της θα επηρεάσουν άμεσα την Ελλάδα και την Κύπρο.
Ένας πέμπτος συντελεστής θα είναι οι εξελίξεις στην ΕΕ - συγκεκριμένα, το κατά πόσο η ΕΕ θα επηρεασθεί από την οικονομική κρίση και με ποιον τρόπο θα αναπαραχθεί η συνοχή της ευρωζώνης. Μπορούμε, όμως, να επισημάνουμε ότι ένα από τα μείζονα προβλήματα τα οποία έχει αναδείξει η οικονομική ύφεση είναι η επιβίωση ή όχι της ευρωζώνης με την υπάρχουσα μορφή της. Είναι προφανές ότι η οποιαδήποτε ενδεχόμενη αλλαγή στην ευρωζώνη, θα επιφέρει τεράστιες αλλαγές στις ευρωπαϊκές ισορροπίες που δεν θα είναι μόνο γεωοικονομικές, αλλά και γεωπολιτικές. Αυτό που διαφαίνεται προς το παρόν είναι ότι οι μελλοντικές διευρύνσεις της ευρωζώνης απομακρύνονται χρονικά, λόγω των απωλειών που υφίστανται οι οικονομίες των προς ένταξη χωρών λόγω της οικονομικής ύφεσης. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία ικανοποίησης των κριτηρίων του Μάαστριχτ και τη συνακόλουθη επιμήκυνση της όλης ενταξιακής διαδικασίας. Παράλληλα, οι ενδοευρωπαϊκές εξελίξεις και η επίδραση της κρίσης στην Τουρκία θα διαμορφώσουν νέα δεδομένα για την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Σε συνάρτηση με τα προηγούμενα θα πρέπει να συνεκτιμηθούν και οι εξελίξεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την Κύπρο. Η ταχύτητα των αλλαγών στο διεθνές περιβάλλον και η ενίσχυση του άναρχου χαρακτήρα τους επιβάλλουν την υιοθέτηση διαδικασιών που θα αναπτύσσουν κοινές αντιλήψεις σε Ελλάδα και Κύπρο, για να επιτευχθεί η ευνοϊκότερη προσαρμογή τους στα νέα γεωπολιτικά δεδομένα σε παγκόσμια κλίμακα.

*
Κύπρος. Γεωπολιτικές εξελίξεις στον 21ο αιώνα. The Monthly Review Imprint. I) Ιωάννης Μάζης II) Στέφανος Κωνσταντινίδης III) Βάσος Λυσσαρίδης IV) Λουκάς Αξελός V) Βαγγέλης Χωραφάς, Λευτέρης Ρίζας. Θα μπορούσα να παραθέσω, και αυτό ενδέχεται να ηχεί ως ένα είδος απειλής, Αντώνη Σαμαρά, Θεόδωρο Πάγκαλο και Αλέκα Παπαρήγα επί του θέματος. Χαμογελώ... Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο.
*

Η προγραμματική επιλογή της οικοδόμησης αποτελεσματικού κράτους στο πλευρό της Αγγλίας βασιζόταν πρώτα πρώτα σε ψύχραιμο υπολογισμό των δυνατοτήτων της εξωτερικής πολιτικής. Σε αυτή όμως ανταποκρινόταν και μια ορισμένη παράσταση για την τάξη πραγμάτων στο κράτος και για την εσωτερική εξέλιξη, της οποίας μέτρο ήταν το βρετανικό πρότυπο' και τα δυο στοιχεία αυτού του προγράμματος αλληλοενισχύονταν.
Αυτή η παρατήρηση όμως δεν μπορεί να διευρυνθεί σε μια θέση περί πρωτοκαθεδρίας των συμφερόντων και των απαιτήσεων της εσωτερικής πολιτικής, σε ένα σχήμα δηλαδή όπου οι στόχοι της εξωτερικής πολιτικής θα ανάγονταν, ως συνέπεια «συνθηκών» της εσωτερικής πολιτικής, ό,τι και αν σήμαινε αυτό, σε εξαρτημένες μεταβλητές κυριαρχίας. Αντίθετα, στην αρχή του να μη βρεθεί η Ελλάδα σε αντίθεση με την εκάστοτε ισχυρότερη δύναμη της Μεσογείου αναγνωρίζουμε μια εναλλακτική λύση της εξωτερικής πολιτικής των μικρών κρατών αυτής της περιοχής, η οποία λαμβάνεται υπόψη μέχρι και τις μέρες μας, ανεξάρτητα από τη κοινωνική δομή και το σύστημα διακυβέρνησης.

.~`~.
Ρευστές ισορροπίες

Μια πιθανή ισραηλινή επίθεση εναντίον της Γάζας θα ήταν ως ένα βαθμό και μια απάντηση στην αμερικανο-ιρανική προσέγγιση και θα ανεξαρτητοποιούσε περισσότερο το Ισραήλ απέναντι στην Ουάσιγκτον.
*
Η προέλαση των φανατικών ισλαμιστών στο Ιράκ και η δεδηλωμένη απόφασή τους να δημιουργήσουν ένα χαλιφάτο που θα περιλαμβάνει και εδάφη της Συρίας, αλλά ενδεχομένως και άλλων αραβικών χωρών της περιοχής, δημιουργεί νέα γεωπολιτικά δεδομένα, αλλά και ρευστές ισορροπίες. Για πρώτη φορά ύστερα από δεκαετίες διαγράφεται η δυνατότητα μιας αμερικανο-ιρανικής συνεργασίας για τη διατήρηση, αν όχι της ακεραιότητας του Ιράκ, τουλάχιστον μιας κάποιας σταθερότητας στην περιοχή. Το Ισραήλ, ανήσυχο από αυτή την αμερικανο-ιρανική προσέγγιση, στηρίζει τη δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στο βόρειο Ιράκ. Κάτι που ούτε οι Αμερικανοί δέχονται, ούτε φυσικά και το Ιράν, που έχει τη δική του κουρδική μειονότητα. Όσο για την Τουρκία, θα επιθυμούσε μάλλον το σημερινό στάτους κβο, με μια αδύνατη κεντρική κυβέρνηση στη Βαγδάτη, κάτι που της επιτρέπει να διατηρεί την επιρροή και τα τεράστια οικονομικά της συμφέροντα στο βόρειο Ιράκ. Η δημιουργία, αντίθετα, ενός κουρδικού κράτους θα άνοιγε τον δρόμο μιας πιθανής απόσχισης των ανατολικών περιοχών της Τουρκίας που κατοικούνται από Κούρδους. Η Άγκυρα είναι επίσης ανήσυχη από την αμερικανο-ιρανική προσέγγιση, αφού κάτι τέτοιο αφαιρεί από τη δική της στρατηγική σημασία για την Ουάσιγκτον.
Την ίδια ώρα η κατάσταση στην περιοχή περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, με την κρίση που ξέσπασε ανάμεσα στο Ισραήλ και τους Παλαιστινίους. Μια πιθανή ισραηλινή επίθεση εναντίον της Γάζας θα ήταν ως ένα βαθμό και μια απάντηση στην αμερικανο-ιρανική προσέγγιση και θα ανεξαρτητοποιούσε περισσότερο το Ισραήλ απέναντι στην Ουάσιγκτον. Την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, το Ισραήλ φαίνεται αποφασισμένο να προχωρήσει σε μια σημαντική επιχείρηση εναντίον της Χαμάς, με πιθανή είσοδο των ισραηλινών στρατευμάτων στη Γάζα. Γι' αυτόν τον λόγο, τόσο οι Αμερικανοί όσο και οι Ευρωπαίοι ζητούν από τις δύο πλευρές αυτοσυγκράτηση. Το βέβαιο είναι ότι για άλλη μια φορά το Παλαιστινιακό ορθώνεται ως ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την ειρήνη στην περιοχή.
Την ίδια ώρα εντείνεται και η ουκρανική κρίση, με την απόφαση του Κιέβου να επιβληθεί διά πυρός και σιδήρου στους φιλορώσους αυτονομιστές της ανατολικής Ουκρανίας. Η προέλαση των ουκρανικών στρατευμάτων φαίνεται να δημιουργεί προβλήματα στη Μόσχα, η οποία είτε θα στηρίξει τους αυτονομιστές είτε θα αποδεχτεί την εξουδετέρωσή τους από τον ουκρανικό στρατό. Η χλιαρή στάση της Μόσχας απέναντι στην ουκρανική προέλαση φαίνεται για την ώρα να προδικάζει μάλλον εγκατάλειψη των αυτονομιστών. Και αυτό γιατί η Ρωσία φαίνεται να μην επιθυμεί περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεών της με τη Δύση και επιβολή νέων κυρώσεων που θα έβλαπταν την οικονομία της. Έτσι για την ώρα περιορίζεται σε διπλωματικά διαβήματα που αποβλέπουν κυρίως στην εξάσκηση πίεσης για εκεχειρία. Το Βερολίνο φαίνεται να συμμερίζεται τη ρωσική άποψη για την ανάγκη εκεχειρίας και έχει απευθύνει ήδη έκκληση για τον σκοπό αυτό. Και αν ακόμη όμως το Κίεβο επιβληθεί στους αυτονομιστές, θα είναι υποχρεωμένο κάποια στιγμή να διαπραγματευτεί με τη Μόσχα μια σειρά ζητημάτων, όπως αυτό του τεράστιου χρέους του, για να μπορέσει να συνεχίσει να προμηθεύεται το ρωσικό φυσικό αέριο. Οι Δυτικοί, και ιδιαίτερα οι Γερμανοί, λόγω αφ' ενός των τεράστιων συμφερόντων που έχουν με τη Μόσχα, αλλά και λόγω της αδυναμίας τους να σηκώσουν το βάρος της οικονομικής στήριξης της Ουκρανίας, επιθυμούν τη συνδιαλλαγή Ουκρανίας - Ρωσίας.
Αυτά είναι δύο από τα μεγάλα μέτωπα των διεθνών σχέσεων - Ουκρανία και Μέση Ανατολή - [Δυτική Rimland] που παραμένουν ανοιχτά, με πολύ ρευστές ισορροπίες και απειλητικά για τη διεθνή ειρήνη.

Υ.Γ.1 Από πότε οι υπουργοί της κυβέρνησης Αναστασιάδη έγιναν πλασιέ βιβλίων «ιστορίας» που προωθούν την επαναφορά του σχεδίου Ανάν; Και πόσο δεοντολογικό είναι να προωθούν ένα βιβλίο προεδρικού συμβούλου που στοχεύει αυτόν τον σκοπό; Όταν δε συμβαίνουν όλα αυτά και όταν η ιστορία τοποθετείται στο κρεβάτι του Προκρούστη, τι λένε οι επαγγελματίες ιστορικοί; Θα συνεχίσουν να σιωπούν; Λόγο βεβαίως, επί του προκειμένου, έχουν και οι λοιποί κοινωνικοί επιστήμονες.
Υ.Γ.2 Η πολιτική Αναστασιάδη, με τη βοήθεια και του Ευάγγελου Βενιζέλου, οδηγεί το Κυπριακό σε νέα τραγικά αδιέξοδα. Χωρίς επαναποθέτηση που να στηρίζεται στα νέα γεωπολιτικά δεδομένα της περιοχής, η πολιτική Αναστασιάδη και των συνοδοιπόρων του μόνο τα τουρκικά σχέδια εξυπηρετεί, και φυσικά και αυτά των Αγγλοαμερικανών.

Στέφανος Κωνσταντινίδης
Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης, γεννημένος στην Κύπρο, είναι Ελληνοκαναδός καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Κεμπέκ του Καναδά και επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης.


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.