22 Ιουνίου 2014

Το καντιανό πρόγραμμα και «η διάσπαση της Δύσης» - μέρος α´. Από το δίκαιο των κρατών στο δίκαιο των παγκόσμιων πολιτών και το «υποκατάστατο» της συμμαχίας των λαών.


Δεν διάσπασε τη Δύση η απειλή της διεθνούς τρομοκρατίας, αλλά η σημερινή [επί George W. Bush] πολιτική των Η.Π.Α, που αγνοεί το διεθνές δίκαιο, εκτοπίζει στο περιθώριο τα Ηνωμένα έθνη και αψηφά τη ρήξη με την Ευρώπη.
Διακυβεύεται το πρόγραμμα του Κάντ, σύμφωνα με το οποίο πρέπει να καταργηθεί το φυσικό καθεστώς στις σχέσεις μεταξύ των κρατών. Οι απόψεις διίστανται όχι όσον αφορά τους φαινομενικούς πολιτικούς στόχους, αλλά όσον αφορά μιαν από τις μεγαλύτερες προσπάθειες να εκπολιτισθεί [Ωχ!] το ανθρώπινο γένος. Αυτό αποσκοπεί να υπενθυμίσει ο τίτλος του βιβλίου [Η διάσπαση της Δύσης]. Η διάσπαση βεβαίως διασχίζει και την Ευρώπη και την Αμερική.

.~`~.
I

Κατά την εποχή της δημιουργίας του ευρωπαϊκού συστήματος των κρατών η φιλοσοφία, με τους Φρανθίσκο Σουάρεθ, Χούγκο Γκρότιους και Σάμουελ Πούντερτοφ, είχε ακόμη το ρόλο του βηματοδότη για τη δημιουργία ενός νεωτερικού διεθνούς δικαίου. Όταν πλέον δρομολογήθηκαν οι από πλευράς δικαίου οροθετημένες διεθνείς σχέσεις στο επίπεδο εξουσίας των αποκαλουμένων πολέμων μεταξύ των υπουργικών συμβουλίων, η φιλοσοφία ανέλαβε μάλιστα αυτόν τον ρόλο για μια δεύτερη φορά. Σχεδιάζοντας ένα «καθεστώς των παγκοσμίων πολιτών», ο Καντ πραγματοποίησε το αποφασιστικό βήμα πέραν ενός διεθνούς δικαίου που αναφέρεται μόνο στα κράτη. Εν τω μεταξύ, το διεθνές δίκαιο δεν εξειδικεύτηκε μόνον ως νομική επιστήμη. Μετά από δυο παγκοσμίους πολέμους, η συνταγματοποίηση του διεθνούς δικαίου στην κατεύθυνση του δικαίου του παγκόσμιου πολίτη, προς την οποία προέτρεψε ο Καντ, πραγματοποίησε προόδους και προσέλαβε θεσμική μορφή σε διεθνή συντάγματα, οργανισμούς και διαδικασίες.
Με το τέλος της διπολικής παγκόσμιας τάξης και την ανάδειξη των ΗΠΑ σε κυρίαρχη παγκόσμια δύναμη, διαφαίνεται λοιπόν μια εναλλακτική ως προς την προοπτική εξέλιξης του Συντάγματος των παγκοσμίων πολιτών. Βεβαίως, ένας κόσμος στον οποίο δεσπόζουν τα εθνικά κράτη βρίσκεται σε μετάβαση προς ένα μετα-εθνικό σύστημα μιας παγκόσμιας κοινωνίας. Τα κράτη χάνουν την αυτονομία τούς στο βαθμό που εμπλέκονται στα οριζόντια δίκτυα συναλλαγών αυτής της παγκόσμιας κοινωνίας. Σε αυτήν την κατάσταση, το καντιανό πρόγραμμα για μια τάξη πραγμάτων παγκοσμίων πολιτών δεν συναντά πλέον μόνον την παραδοσιακή αντίρρηση των «ρεαλιστων», που αξιούν την κοινωνικο-οντολογική προτεραιότητα της δύναμης έναντι του δικαίου. Άλλοι αντίπαλοι εμφανίζονται σήμερα εις το όνομα ενός φιλελεύθερου Παγκοσμίου ήθους, με το οποίο θέλουν να αντικαταστήσουν το δίκαιο.
Συμφώνως προς τη ρεαλιστική άποψη, η κανονιστικη συγκράτηση της πολιτικής δύναμης μέσω του δικαίου είναι εφικτή μόνον εντός των ορίων ενός κυρίαρχου κράτους, το οποίο στηρίζει την ύπαρξή του στην ικανότητα για τη βίαιη επιβολή του. Υπό αυτήν τη μείζονα προκείμενη, το διεθνές δίκαιο δεν θα μπορέσει ποτέ να έχει την ιδιότητα ενος δίκαιού πού επιβάλλει κυρώσεις. Η έρις μεταξύ καντιανων ιδεαλιστών και ρεαλιστών της κατεύθυνσης του Καρλ Σμιτ σχετικώς με τα όρια της δικαιικής κωδικοποίησης των διεθνών σχέσεων επικαλύπτεται σήμερα απο μια σύγκρουση με βαθύτερες συνέπειες. Διότι το πρόγραμμα πού ακολουθούν οι εγκέφαλοι της σημερινής κυβέρνησης των ΗΠΑ για μια φιλελεύθερη Παγκόσμια τάξη υπο την ασπίδα της paχ americana θέτει το ερώτημα εαν δικαιική κωδικοποίηση των διεθνών σχέσεων πρέπει να αντικατασταθεί από μια ηθικοποίηση της παγκόσμιας πολιτικής, που καθορίζει η υπερδύναμη [Περί ηθικοποίησης των διεθνών σχέσεων δες 1. Τι συνέβη τότε ή μήπως τι (ξανα)συμβαίνει τώρα; και 2. Το δίκαιο της ανθρωπότητας].
Το σημείο της διαφωνίας μεταξύ ιδεαλιστών και ρεαλιστών ήταν το ερώτημα εάν είναι καν εφικτή δικαιοσύνη στις σχεσεις μεταξύ των εθνών. Η νέα μετωπική αντιπαράθεση έχει να κανει με το εάν το δίκαιον είναι ακόμη το κατάλληλο μέσον για την πραγματοποίηση των δεδηλωμένων στόχων της διατήρησης της ειρήνης και της διεθνούς ασφαλείας καθώς και της παγκόσμιας εδραίωσης της δημοκρατίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επίμαχο είναι το ερώτημα με ποιον τρόπο οι στόχοι αυτοί μπορούν να υλοποιηθούν καλύτερα, με την κατά το δίκαιον καθιερωμένη διαδικασία ενός ανοικτού για μέλη, αλλά αδύναμού παγκόσμιου οργανισμού που αποφασίζει επιλεκτικά ή μάλλον καλύτερα επί τη βάσει μιας μονομερούς πολιτικής επιβολής της τάξης εκ μέρους ενός καλοπροαίρετου ηγεμόνα. Όταν στη Βαγδάτη κατερρίφθη το άγαλμα του Σαντάμ από το βάθρο του, εφαίνετο να έχει απαντηθεί αυτό το ερώτημα εκ των πραγμάτων. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε αγνοήσει διπλά το διεθνές δίκαιο, με τη διακήρυξη της εθνικης της στρατηγικής για την ασφάλεια, τον Σεπτέμβριο του 2002, και με την εισβολή στο Ιράκ τον Μάρτιο τον 2003. Επίσης, είχε παρακάμψει τον παγκόσμιο οργανισμό, για να δώσει προτεραιότητα στα δικά της εθνικά συμφέροντα, που τα δικαιολογούσε ηθικά, ακόμη και έναντι των αντιρρήσεων των συμμάχων της. Η περιθωριοποίηση του παγκοσμίου οργανισμού από μια υπερδύναμη αποφασισμένη για πόλεμο ηταν μια δραματική πρόκληση για το ισχύον δίκαιο.
Έτσι τίθεται το ερώτημα εάν, από κανονιστικής απόψεως, θα ήταν εσφαλμένη αυτή η ιμπεριαλιστική διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι η αμερικανική προσπάθεια θα μπορούσε να επιτύχει αποτελεσματικότερα τούς στόχους που συμμερίζονται μεν τα Ηνωμένα Έθνη, αλλά δεν τους επιδιώκουν εξίσου ένθερμα και όχι επιτυχώς. Ή μήπως θα έπρεπε, και σε αυτήν την υποτιθέμενη περίπτωση, να επιμείνουμε στο πρόγραμμα της συνταγματοποίησης του διεθνούς δικαίου, που εδώ και καιρό έχει δρομολογηθεί, και να υποστηρίξουμε όλα όσα θα μπορούσαν να ωθήσουν την κυβέρνηση των ΗΠΑ να αναλογιστεί την παγκόσμια και ιστορική της αποστολή, την οποία, είχαν υιοθετήσει οι πρόεδροι Ουίλσον και Ρούζβελτ μετά το τέλος ενός καταστροφικού παγκοσμίου πολέμου; Το καντιανό πρόγραμμα μόνον τότε μπορεί να συνεχιστεί, εάν οι ΗΠΑ επιστρέψουν στο διεθνισμό που υπεστήριξαν μετά το 1918 και το 1945 και αναλάβουν εκ νέου τον ιστορικό ρόλο ενός βηματοδότη στην πορεία προς την εξέλιξη του διεθνούς δικαίου σε ένα «καθεστώς των παγκοσμίων πολιτών».
Μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την τρομοκρατία και τον πόλεμο, από άνισες εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία και η οποία οξύνθηκε λόγω των ατύχών συνεπειών τον πολέμου στο Ιράκ αναγκάζει σε εκ νέου προβληματισμό για το ζήτημα. Σήμερα, βεβαίως η φιλοσοφία, στην καλύτερη περίπτωση, αποτελεί τον αποσαφηνίζοντα τις έννοιες φύλακα μιας επιστημονικής συζήτησης που διεξάγεται μεταξύ διεθνολόγων και πολιτικών επιστημόνων. Ενώ η πολιτική επιστήμη περιγράφει την κατάσταση των διεθνών σχέσεων και η νομική επιστήμη αναφέρεται στην έννοια, την ισχύ και το περιεχόμενο του υφισταμένου διεθνούς δικαίου, η φιλοσοφία μπορεί να δοκιμάσει να διαφωτίσει μερικές πτυχές που αφορούν θεμελιώδεις έννοιες της εξέλιξης του δικαίου συνολικά, υπό το φως των υπαρχόντων συσχετισμών και των ισχυόντων κανόνων. Μόνον κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί η φιλοσοφία να συμβάλει στην πραγμάτευση εάν το καντιανό πρόγραμμα έχει ακόμη μέλλον.

.~`~.
II
Από το Δίκαιο των Κρατών στο Δίκαιο των Παγκόσμιων Πολιτών

Θέλω να αποσαφηνίσω το κοσμοπολιτικό νόημα της κατασκευής μιας παγκόσμιας δημοκρατίας. Ο πόλεμος ως νόμιμο μέσον επίλυσης συγκρουσεων, ο πόλεμος ως πόλεμος, καθίσταται αδύνατος, διότι στο πλαίσιο μιας κοινωνίας που περιλαμβάνει όλο τον κόσμο δεν μπορούν να υπάρξουν «εξωτερικές» συγκρούσεις. Αυτό που υπήρξε παλαιότερα πολεμική αντιπαράθεση, εντός μιας παγκόσμιας δικαιικής τάξης, προσλαμβάνει την ιδιότητα της αποτροπής κινδύνων και της ποινικής δίωξης. Η ιδέα της παγκόσμιας δημοκρατίας δεν εξαντλείται βεβαίως στην ιδέα μιας υπερεθνικής δικαιικής τάξης, στην οποία υποτάσσονται οι κρατικές εξουσίες «κατ' αναλογίαν ενός δικαίου των πολιτών ή δημοσίου δικαίου μεμονωμένων ανθρώπων». Και μια «οικουμενική μοναρχία» θα μπορουσε να οδηγήσει, με τα καταπιεστικά μέσα ενός δεσποτικού μονοπωλητή εξουσιών, σε μια τέτοια δικαιική ειρήνευση της παγκόσμιας κοινωνίας. Η ιδέα του καθεστώτος των παγκοσμίων πολιτών είναι απαιτητικότερη, επειδή μεταθέτει τη θετική κωδικοποίηση των δικαιωμάτων των πολιτών και του ανθρώπου, από το εθνικό στο διεθνές επίπεδο.
Ο καινοτόμος πυρήνας αυτής της ιδέας έγκειται στη συνέπεια της ανάπλασης του διεθνούς δικαίου ως δικαίου των κρατών, σε ένα δίκαιο των παγκοσμίων πολιτών, σε ένα δίκαιο των ατόμων: Αυτά δεν είναι πλέον υποκείμενα δικαίου μόνον ως πολίτες του εκάστοτε κράτούς τούς, αλλά εξίσού μέλη μιας «κοινωνίας παγκοσμίων πολιτών υπό έναν αρχηγό». Τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη που αναγνωρίζονται στα άτομα πρέπει τώρα να διεισδύσούν και στις διεθνείς σχέσεις. Τα κυρίαρχα κράτη που ενώνονται σε ένα «μεγάλο κρατικό σώμα» εξαγοράζουν την αναγνώριση των υπηκόων πολιτών τούς ως παγκοσμίων πολιτών με το τίμημα της δικής τούς μεσολάβησης. Προσλαμβάνοντας το καθεστώς του μέλούς μιας δημοκρατίας των δημοκρατιών, τα κράτη παραιτούνται από την επιλογή να αντικαταστήσούν, στις σχέσεις τούς προς άλλα κράτη-μέλη, το δίκαιο διά της πολιτικής. Η κρατικοποίηση των διεθνών σχέσεων σημαίνει ότι το δίκαιο διαπερνά ολοκληρωτικά την πολιτική εξουσία και στις εξωτερικές σχέσεις μεταξύ κρατών και τις μεταβάλλει. Κατ' αυτόν τον τρόπο, εξουδετερώνεται [ισχυρίζεται ο συγγραφέας] η διαφορά μεταξύ εξωτερικής και εσωτερικής κυριαρχίας όχι μόνον λόγω της παγκόσμιας επέκτασης του κράτούς των λαών που περικλείει όλούς, αλλά για κανονιστικούς λόγους: η συνδετική δύναμη του δημοκρατικού Συντάγματος διαλύει την «ουσία» μιας προς τα έξω «άγριας» δύναμης αυτεπιβολής που είναι αδάμαστη από πλευράς δικαίού. Το «πολιτικό στοιχείο», υπό την έννοια μιας εξουσίας της κρατικής εκτελεστικής εξουσίας, που συντηρείται «πίσω» από το δίκαιο, χάνει στη διεθνή σκηνή το τελευταίο απόθεμα της αυθαιρεσίας.
Ο Καντ επιμένει έως το τέλος στην ιδέα της ολοκληρωτικής συνταγματοποίησης του διεθνούς δικαίού με τη μορφή μιας παγκόσμιας δημοκρατίας. Έχει αναπτυχθεί πολύς προβληματισμός σχετικώς με τούς λόγούς για τούς οποίούς, παρ' όλα αυτά, εισάγει την ασθενέστερη αντίληψη μιας κοινωνίας των εθνών και θεμελιώνει τις ελπίδες του σε μια ελεύθερη συνένωση προθυμων για ειρήνη κρατών που όμως παραμένούν κυρίαρχα...
Με το πρόγραμμα της συμμαχίας των λαών συνδέεται η αντίληψη μιας ομοσπονδίας δημοκρατιών που αναπτύσσει το εμπόριο και που επεκτείνεται διαρκώς και περισσότερο, ενώ αυτές οι δημοκρατίες επιφυλάσσουν για τον εαυτόν τούς τη δυνατότητα να παραιτηθούν από την ιδιότητά τούς ως μέλη, καταδικάζούν όμως τους επιθετικούς πολέμους και αισθάνονται ηθικά δεσμευμένες να υπάγουν τις μεταξύ τούς συγκρούσεις σε ένα διεθνές διαιτητικό δικαστήριο. Με αυτό το πρόγραμμα μιας διαρκούς διάσκεψης κρατών, που δύο δεκαετίες αργότερα θα προσλάβει στην «Ιερά Συμμαχία» μια εντελώς διαφορετική, δηλαδή αντεπαναστατική μορφή [πως κατέστη δυνατόν κάτι τέτοιο; Δες Δογματική ομοιομορφία, δογματικός ιμπεριαλισμός και κοσμοπολιτισμός. Οι τρεις τρόποι εξομοίωσης των διεθνών σχέσεων σε μια κατάσταση εσωτερικής πολιτικής], ο Καντ δεν αρνείται κατ' ουδένα τρόπο την ιδέα ενός καθεστώτος των παγκοσμίων πολιτών. Στηρίζεται πάντοτε σε μια πορεία της ιστορίας, η οποία, επί τη βάσει του διεθνούς δικαίού, που αναχαιτίζει τη βία που ασκείται στούς πολέμους, βαθμιαία προσεγγίζει εν τέλει το στόχο της δημιουργίας ενός Συντάγματος των παγκοσμίων πολιτών, μέσω της δεσμευτικής καταδίκης των επιθετικών πολέμων. Ακόμη όμως οι λαοί δεν είναι ούτε ώριμοι μήτε χρήζούν αγωγής. Για την εμπειρική παρατήρηση, ότι τα εθνικά κράτη επιμένουν στην κυριαρχία τούς, ότι δεν «θέλουν» καθόλου να εκχωρήσούν το περιθώριο δράσης που τούς αναγνωρίζει το κλασικό διεθνές δίκαιο, υπάρχουν ακόμη και σήμερα αρκετές αποδείξεις. Αυτός όμως δεν θα ήταν λόγος για να παραιτηθούμε από την ίδια την ιδέα.

---------------------------------------------------------------
Η υπόθεση ότι η διεθνής κοινωνία είναι μια civitas maxima, ένα υπερ-κράτος (και εδώ το «είναι» σημαίνει «είναι ουσιωδώς», «θα έπρεπε να είναι» ή «είναι προορισμένο να είναι»), δημιουργεί αμέσως το ζήτημα της συμμόρφωσης ή της μη συμμόρφωσης...
Μεταξύ των νομικών του Διεθνούς Δικαίου, ο πιο επιφανής υποστηρικτής αυτής της άποψης ήταν ο Christian Wolff (καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Halle, 1679-1754). Αυτός εισηγήθηκε την ιδέα ότι η διεθνής κοινωνία ήταν μια civitas maxima, μια μεγάλη κοινωνία ή υπερ-κράτος, της οποίας οι πολίτες ήταν τα μεμονωμένα κράτη και η οποία μπορούσε να ασκήσει εξουσία επάνω τους...
Κυρίως, όμως, αναπτύχθηκε από τον Καλβίνο.

Το βασικό χαρακτηριστικό της θεωρίας είναι ότι εξομοιώνει τις διεθνείς σχέσεις σε μια κατάσταση εσωτερικής πολιτικής.

Όσο περισσότερο η διεθνής κοινωνία, γίνεται αντιληπτή ως μια civitas maxima, τόσο περισσότερο οι διεθνείς σχέσεις θα γίνονται αντιληπτές ως η εσωτερική πολιτική μιας οικουμενικής civitas. Υπάρχουν τρεις τρόποι να πραγματωθεί αυτή η εξομοίωση: η δογματική ομοιομορφία, ο δογματικός ιμπεριαλισμός και ο κοσμοπολιτισμός.

Η Επαναστατική θεωρία απαιτεί ομοιογένεια μεταξύ των μελών της διεθνούς κοινωνίας, δηλαδή μεταξύ των κρατών. Προϋποθέτει δογματική και δομική συμμορφία και ιδεολογική ομοιογένεια μεταξύ των κρατών. Η κλασική έκφραση αυτού του είδους του Επαναστατισμού είναι η πραγματεία του Kant Perpetual Peace. Σε αυτήν επεξεργάζεται μια ιδεώδη, φανταστική συνθήκη αιώνιας ειρήνης, το πρώτο καθοριστικό της οποίας είναι ότι το σύνταγμα όλων των κρατών θα πρέπει να είναι δημοκρατικό. (Δεν είναι απαραίτητο στο σημείο αυτό να εξετάσουμε τι εννοούσε με τον όρο «δημοκρατικό» ούτε το συλλογισμό που ακολούθησε για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα.) Δεν μπορεί να υπάρξει διεθνής ειρήνη ωσότου αποκτήσουν όλες οι κυβερνήσεις την ίδια ιδεολογική παρόρμηση.
Ωστόσο, η αρχή της ιδεολογικής ομοιομορφίας ή συμμορφίας των μελών της διεθνούς κοινωνίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ιδεολόγους διαφορετικής φιλοσοφίας. Η αρχή του Kant εφαρμόστηκε από τον Τσάρο Αλέξανδρο Α´ και από τον Metternich στην Ιερή Συμμαχία, με την αντι-Επαναστατική του έννοια: κάθε μέλος της διεθνούς κοινωνίας πρέπει να είναι νομοταγές.
---------------------------------------------------------------

.~`~.
III
Γιατί το «Υποκατάστατο» της Συμμαχίας των Λαών

Ο Κάντ απλοποίησε την ιδέα της παγκόσμιας δημοκρατίας ή του κράτους των λάων τόσο, ώστε η ιδέα να φαίνεται ανυπόστατη ενώπιον της ασύμμετρης κατανομής δυνάμεων και της ανεξέλεγκτης πολυπλοκότητας μιας παγκόσμιας κοινωνίας, λόγω του μεγάλου κοινωνικού χάσματος και της πολιτιστικής διάσπασης.
Ο Κάντ αιτιολογεί το πρόγραμμα της συμμαχίας των λαών, αποδεικνύοντας ότι η ιδέα του κράτους των λαών, με μια εγγύτερη ματιά, είναι εννοιολογικά ανυπόστατη. Πιστεύει, ότι «εδώ υφίσταται μια αντίφαση, επειδή κάθε κράτος εμπεριέχει τη σχέση ενός Ανώτερου (νομοθετούντος) προς έναν Κατώτερο (υπακούωντα, δηλαδή το λαο), αλλά πολλοί λαοί σε ένα λαό θα αποτελούσαν μόνον ένα λαό, ο οποίος αντιτίθεται στην προϋπόθεση αυτή (επειδή εδώ πρέπει να σταθμίσουμε το δίκαιο των λάων μεταξύ τους, στο βαθμό που συνιστούν τόσα πολλά διαφορετικά κράτη και δεν πρέπει να συγχωνευτούν σε ένα κράτος)». Σε αυτό το σημείο ο Καντ αντιμετωπίζει τα «κράτη» όχι, μόνον συμφώνως προς έννοιες του δικαίου στηριζομενες στο άτομο, δηλαδή ως ενώσεις ελεύθερων και ίσων πολιτών, αλλά από πολιτικής απόψεως ως εθνικά κράτη, δηλαδή ως πολιτικούς συνεταιρισμούς «λαών» (στο κείμενό του η λέξη τονίζεται με πλάγια γράμματα), που διαφέρουν μεταξύ τους κατά τη γλώσσα τη θρησκεία και, τον τρόπο ζωής. Επειδή οι λαοί με την απώλεια της κυριαρχίας των κρατών τους θα εχαναν μια εθνικη ανεξαρτησία που μόλις είχαν αποκτήσει, θα ετίθετο σε κίνδυνο η αυτονομία των εκάστοτε δικών τους συλλογικών τρόπων ζωής. Σύμφωνα με αυτήν την ανάγνωση, η «αντίφαση» συνίσταται στο ότι οι πολίτες μιας παγκόσμιας δημοκρατίας πρέπει να πληρώσουν την κατοχύρωση της ειρήνης και της ελευθερίας του πολίτη με την απώλεια εκείνης της ουσιαστικής ελευθερίας που κατέχουν ως μέλη ενός λαού, που είναι οργανωμένος ως εθνικό κράτος.
Εντούτοις, αυτή η φαινομενική αντίφαση, επί της οποίας μόχθησαν γενεές των ερμηνευτών του Καντ, διαλύεται [ισχυρίζεται ο συγγραφέας], εάν εξετάσουμε τη μείζονα προκείμενη στην οποία στηρίζεται το επιχείρημα. Ο Καντ έχει προ οφθαλμών το πρότυπο της συγκεντρωτικής γαλλικής δημοκρατίας και με το δόγμα της αδιαίρετης κρατικής κυριαρχίας καταλήγει, άνευ αιτίας [κατά τον συγγραφέα], σε ένα εννοιολογικό αδιέξοδο. Μολονότι στο συντεταγμένο κράτος, που προβλέπει διάκριση των εξουσιών, «πάσα εξουσία απορρέει από το λαό», η εξουσία καταμερίζεται ήδη στην πηγή. Ο λαός δεν μπορεί να κυριαρχεί άμεσα, αλλά ασκεί, όπως αναφέρει το γερμανικό Σύνταγμα στο άρθρο 20 παράγραφος, 2, την κρατική εξουσία «σε εκλογές και ψηφοφορίες και διά ιδιαιτέρων οργάνων της νομοθεσίας, της εκτελεστικής εξουσίας και της απονομής της δικαιοσύνης». Επί τη βάσει αυτής της διαδικαστικής έννοιας της λάίκής κυριαρχίας, οι αλυσιδωτές διαδικασίες νομιμοποίησης, που λειτουργούν παράλληλα και που σε ένα ομοσπονδιακά δομημένο πολυεπίπεδο σύστημα προχωρούν ταυτόχρονα στο επίπεδο των κρατών-μελών, μπορούν εύκολα να καταστούν αντιληπτές μαζί με την πλαστή ενότητα τον κυρίαρχου υποτιθέμενου λαού. Επί του προτύπου των ΗΠΑ, ο Καντ θα μπορούσε να δει αυτήν την αντίληψη μιας «καταμερισμενης» λάϊκής κυριαρχίας και να αντιληφθεί με σαφήνεια ότι οι «λαοί» ανεξαρτήτων κρατών, που περιορίζουν την κυριαρχία τους χάριν μιας ομοσπονδιακής κυβέρνησης, πρέπει να χάσουν την πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα και ταυτότητα.
Και αυτή η αντίληψη βεβαίως δεν εξουδετερώνει την αμφιβολία σχετικά με το ότι οι λαοί που «διαχωρίζονται» ως προς τη θρησκεία και τη γλώσσα «συγχωνεύονται» σε μια Παγκόσμια δημοκρατία. Στη βάση υπάρχει κάτι ωσάν το φόβο του Φουκώ ενώπιον της «ομαλοποίησης», όταν ο Καντ συλλογίζεται ότι σε μια εξαιρετικά σύνθετη παγκόσμια κοινωνία το δίκαιο και ο νόμος δύνανται να επιβληθουν μόνον με το τίμημα ενός «άψυχου δεσποτισμού».
Στο φόβο ότι μια, καθ' οιονδήποτε τρόπον, ομοσπονδιακά δομημένη παγκόσμια δημοκρατία πρέπει να οδηγήσει στην ισοπέδωση πολιτισμικών και κοινωνικών διαφορών, εμπεριέχεται η θεμελιώδης αντίρρηση ότι σε ένα παγκόσμιο κράτος λαών ενυπάρχει, για λειτουργικούς λόγους, η ακαταμάχητη τάση να εκφυλισθεί αυτό σε «οικουμενική μοναρχία».
Εν τέλει, πρόκειται για την εναλλακτική επιλογή μεταξύ, αφ' ενός, της Παγκόσμιας κυριαρχίας ενός μοναδικού κυβερνώντος που μονοπωλεί την εξουσία και, αφ' ετέρου, του υπάρχοντος συστήματος περισσοτέρων κυρίαρχων κρατών, ένα δίλημμα που ανησυχεί τον Καντ και από το αδιέξοδο του οποίου ζητεί να εξέλθει με το υποκατάστο της «συμμαχίας των λαών».

Jürgen Habermas
Η Διάσπαση της Δύσης
Εκδ. Καστανιώτη

Εάν σκεφτούμε τα προηγούμενα, και τις ενδεχόμενες συνέπειες τους, μπορούμε να πούμε πως ο «αριστερός ιδεαλιστής» Habermas δεν είναι και τόσο αντιθετικός και εναλλακτικός σε σύγκριση, για παράδειγμα, με τον «δεξιό ρεαλιστή» Martin van Creveld, όσο θέλει να τονίζει. Είναι συμπληρωματικοί σε μεγάλο βαθμό οι δύο τους. Μπορούμε επίσης να πούμε πως η διεύρυνση της «Δύσεως» του Brzezinski και το ενδιάμεσο αναθεωρημένο στάδιο του Fukuyama που θα οδηγήσει προς «το τέλος της ιστορίας», δεν είναι και τόσο εναλλακτικά και αντιθετικά με τα άνωθεν, παρά περισσότερο διαφορετικές όψεις του ίδιου project σε διαφορετικές φάσεις του.
Παρά την οξύνοια του, ο υπερβολικά αφηρημένος διαφωτισμός του Καντ, ο ιστορικά προσδιορισμένος επαρχιακός χαρακτήρας της συνείδησης του, η μη επίγνωση ή η έλλειψη ενδιαφέροντος της σημασίας του γεγονότος ότι το ευρωπαϊκό διεθνές δίκαιο ήταν ενσωματωμένο σε έναν κοινό δυτικοχριστιανικό πολιτισμό και ο ευρωκεντρισμός του (ο Κάντ συμμερίζόταν την ανωτερότητα του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της λευκής φυλής) τον εμπόδισε να ενδιαφερθεί για -ή να αντιληφθεί- την πιθανότητα πως α) εκφράζωντας την άποψη ότι υπάρχει μόνο μια μοναδική, για όλους τους ανθρώπους και όλες τις εποχές ισχύουσα θρησκεία και β) υπάγωντας τις διεθνείς σχέσεις στο δίκαιο, μας οδηγεί σε «σύγκρουση των πολιτισμών», μιας και το Ισλάμ, για παράδειγμα, είναι πριν από οτιδήποτε άλλο δίκαιο (γιατί να τον νοιάζει όμως εφόσον συμμερίζόταν την ανωτερότητα του ευρωπαϊκού πολιτισμού;). Το προβλήμα, ωστόσο, δεν είναι η αντίληψη του Κάντ τότε (ο οποίος παρόλα αυτά ψυχανεμίστηκε τους κινδύνους), αλλά η αντιληψη των σημερινών οπαδών του τώρα, οι οποίοι αυτοπροβάλλονται ως «ειρηνιστές», αλλά μας οδηγούν κατ' ευθείαν σε συγκρούσεις (τις οποίες κατά τα άλλα απορρίπτουν). Πέρα όμως από το Ισλάμ, ας περάσουμε στην Κίνα (σε λίγο καιρό θα ασχολούμαστε και με την Ινδία, θυμηθείτε με). Όταν το μοντέλο της «παγκόσμιας δημοκρατίας» για τη μετάβαση από το διεθνές δικαίο στο δίκαιο των «παγκόσμιων πολιτών» έρχεται σε αντιπαράθεση με την άποψη πως «οι ΗΠΑ έχουν δομήσει τη μαλακή ισχύ τους μετατρέποντας τις αξίες και το πολιτικό τους συστήμα, όπως η αμερικανική ερμηνεία και καθορισμός της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, σε υποτιθέμενες καθολικές (universal) αξίες» -άποψη η οποία δεν περιγράφει την περίοδο Bush, αλλά την περίοδο Obama- που οδηγούμαστε; Πάλι σε «σύγκρουση των πολιτισμών»; Και προσέξτε, είναι η «καλή», η «προοδευτική», η «νεωτερική» -«εκπολιτιστική» μάλιστα- σύγκρουση υπό τη «δημοκρατία» και το «διεθνές δίκαιο», όχι η «κακη», «αντιδραστική», «προνεωτερική» του Huntington υπό τους πολιτισμούς (σε πληθυντικό αριθμό). Δήλαδη είναι «σύγκρουση των πολιτισμών» δίχως να βαφτίζεται -ως- τέτοια.
Αλλά η «Δύση» θεωρεί πως «ο» πολιτισμός είναι ένας, άρα όποιος δεν καταφάσκει προς αυτόν τίθεται εκτός -ως εχθρός «του»- πολιτισμού, η «Δύση» θεωρεί πως «η» ανθρωπότητα είναι μια, άρα όποιος δεν καταφάσκει προς αυτήν τίθεται εκτός -ως εχθρός «της»- ανθρωπότητας (υπάνθρωπος, απάνθρωπος). Εάν δεν προσεχθούν τα προηγούμενα δεν θέλω να φανταστώ που οδηγούμαστε.

*

Οι αντιρρήσεις άλλων κρατών για την Ευθύνη Προστασίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν εξέφραζε αγάπη προς την απολυταρχία και τη δικτατορία ή αδιαφορία απέναντι στα ατομικά δικαιώματα, αλλά μάλλον φανέρωνε το γεγονός ότι, όπως έλεγε το 1989 ο Τενγκ Σιάο-πινγκ στον Αμερικανό σύμβούλο Εθνικής Ασφάλειας Μπρεντ Σκόου-κροφτ για τούς Κινέζους, είχαν παλιές και πικρές αναμνήσεις από προγενέστερες παρεμβάσεις της Δύσης στις εσωτερικές υποθέσεις τούς και πίστεύαν πως η χρήση βίας για ανθρωπιστικούς σκοπούς είναι εγγενώς ανεξέλεγκτη και προσαρμόσιμη στις κάθε φορά ανάγκες. Με λίγα λόγια, έβλεπαν αυτό πού είχε διαφύγει εμφανώς από τους Ευρωπαίούς και τούς Αμερικανούς διαμορφωτες της πολιτικής:
ότι το παλιό φάντασμα του κριτηρίού του πολιτισμού,
πού το είχε εξορκίσει μετά το 1945 ο ΟΗΕ είχε βγει από τον τάφο του.

Ο ΟΗΕ -που άλλο όνομα πρέπει να λάβη- τότε μόνο θα υπάρξη θεσμός προαγωγής της ιστορίας και των ανθρωπίνων, όταν ακριβώς βρη την έννοια εκείνην των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» την εκ των προτέρων δεσμευτική για όλους.
Αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα του «Διεθνούς Δικαίου». Είναι πρόβλημα πολιτιστικής συνθέσεως.
Ότι σήμερα μέσα στην τεχνική και βεβιασμένη μορφή των πραγμάτων όλα σχεδόν τα κράτη δέχονται την αρχή των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», καθόλου δεν σημαίνει ότι όλα την καταλαβαίνουν κατά τον ίδιο τρόπο. Όλοι οι πολιτισμοί έχουν βάση τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Διότι δεν υπάρχει πολιτισμός που να μην έχει μια συγκεκριμένη αντίληψη περί ανθρώπου...
Δεν είναι βέβαια μέσα στα πλαίσια τούτου του βιβλίου η ανάλυση της φιλοσοφίας των αρχών του ΟΗΕ και η βαθύτατη αντιφατικότητα που αυτές ενέχουν. Ούτε και η προιστορία τους, που ανάγεται σε συγχυσμένες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας όπως αυτές της «Κοινωνίας των Εθνών» και των οραμάτων της «Πανευρώπης». Ο ΟΗΕ διετήρησε την «ειρήνη» εκείνη που επεβλήθει εκ των πραγμάτων μετά τον πόλεμο, δηλ. την ψυχροπολεμική ειρήνη των εξοπλισμών, αλλά κανέναν πόλεμο δεν ματαίωσε. Αντίθετα, τίποτε δεν επραγματοποίησε από το εδ. II, παρ. 4 των διακηρυκτικών του αρχών. Τα επιδείνωσε απλώς στο έπακρον και στα όρια του παγκόσμιου χάους. Και αυτό ήταν επόμενο: τις δυσμορφίες του ιστορικού παρελθόντος και τις αυθαιρεσίες του επιλεγόμενου «Διεθνούς Δικαίου», ο ΟΗΕ τις εθεώρησε προϋποθέσεις της «ειρήνης» και τις ωνόμασε «ανθρωπιστικές αρχές», χωρίς καμμία συγκεκριμένη περί «ανθρώπου» διευκρίνηση...


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

*
*
*
*
*
*
- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.
*
*
*