28 Ιουλίου 2014

Κοινή γνώμη, ιδεολογία και ιστοριογραφία.


α´
Για την «Ευρώπη» θεωρείται δεδομένο ως κοινή συνείδηση αυτό που η «ιστοριογραφία» πέτυχε γιά τις ιδεολογικές ανάγκες τής «Ευρώπης»: την απουσία σημασίας όλων τών άλλων πολιτισμών... Η ταύτιση «ιστοριογραφίας» καί «κοινής γνώμης» είναι απόλυτη. Δέν είναι βέβαια τυχαίο, ότι «ιστοριογραφία» καί «κοινή γνώμη» έμφανίζονται ταυτόχρονα στό πολιτικό προσκήνιο ιστορικά. Αυτό πού βασικά προέχει ειναι ή «κοινή γνώμη». Αυτή αποτελεί το εργαλείο της πολιτικής, κυρίως τής έξωτερικής, μέ πρώτο μεγάλο «κύμα» στήν νεώτερη ιστορία τόν «φιλελληνισμό». «Φιλελληνισμός» είναι η ιδεολογία μιάς «κοινής γνώμης», ή όποία θά χρησιμοποιηθή γιά τήν νεώτερη εισδοχή τής δυτικής Ευρώπης στον χώρο τής ανατολικής Μεσογείου καί τών Βαλκανίων.

---------------------------------------------------------------
Ὁ ρατσισμὸς ὡς ἰδεολογία εἶναι ἕνα προϊόν τῆς δυτικῆς Εὐρώπης καὶ ἔχει ἄμεση σχέση καὶ καταγωγὴ μὲ τὶς καταστάσεις τῆς Μεσογείου. Ἕνα πρᾶγμα πού δὲν ἔχει παρατηρηθῆ -καὶ οἱ ἐξηγήσεις σ' αὐτὸ δὲν εἶναι δύσκολες- εἶναι ὅτι οἱ θεωρίες τοῦ Γκομπινώ προέρχονται ἀπὸ ἕνα σύνολο ἰδεολογικῶν παραστάσεων πού ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὶς καταστάσεις τῆς Μεσογείου καὶ ἰδιαίτερα μὲ τὶς νεώτερες σχέσεις τῶν δυτικῶν κρατῶν μ' αὐτή. Ὁ πνευματικὸς κόσμος τοῦ Γκομπινώ -ὁ ὁποῖος γι' αὐτὸ διετέλεσε καὶ πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας στὴν Ἑλλάδα- εἶναι ἡ ἱστορία τῶν λαῶν τῆς μεσογειακῆς Ἀνατολῆς... Οἱ «κατώτερες φυλὲς» τοῦ Γκομπινώ δὲν εἶναι ἀνθρωπολογικὲς φυλὲς τῆς Ἀφρικῆς, ἀλλὰ οἱ ἱστορικοὶ λαοὶ τῆς Μεσογείου. Καὶ ἀναπτύσσονται ἀκριβῶς σὲ μιὰ ἐποχὴ ὅπου ὁ «φιλελληνισμὸς» (αὐτὸς ὁ σφοδρὸς ἔρωτας πρὸς ἄγνωστη ἐρωμένη) ἔχει πλέον ἀποδώσει τοὺς καρπούς του, μὲ τὴν κατασκευὴ μίας Ἑλλάδος καταλλήλου πρὸς τὸ εἶδος τῆς περαιτέρω εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς ἐπὶ τῶν Βαλκανίων (βλ. σχετικῶς καὶ V. Gitermann, Gesch. Russlands, τόμ. 3, 1949, σελ. 62 κ.ε.), καὶ λόγω ἄλλων καταστάσεων, ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν της εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς, παρέχει τὴν θέση του σὲ ἄλλες ἰδεολογίες. Καθόλου τυχαῖο δὲν εἶναι ὅτι μετὰ τὸν «φιλελληνισμὸ» οἳ διάδοχες «θεωρίες» στὸν εὐρωπαϊκὸν χῶρο εἶναι οἱ θεωρίες Φαλμεράϋερ καὶ Γκομπινώ (πού εἶναι περίπου τῆς ἴδιας ἐποχῆς), ἐνῷ στοὺς «Ἕλληνες» μένει ἡ «Μεγάλη Ἰδέα»! Εἶναι ἡ φυσιολογικὴ ἐξέλιξη τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς πολιτικῆς ἐπὶ τῶν Βαλκανίων μὲ ἀντιστοιχία πληρέστατη...
---------------------------------------------------------------

Μέ την αυτήν θεωρία περί «κινδύνων» (έν προκειμένω του ρωσικού «κινδύνου», όπως άναλυτικώτερα στό κείμενο θά ιδούμε), όπως ακριβώς καί σήμερα αυτοί χρησιμοποιούνται ιδεολογικώς γιά τήν τρέχουσα διαμόρφωση τής κοινής γνώμης. Η κοινή γνώμη δέν είναι γνώμη, άλλά μιά τεχνικώς κατασκευαζομένη ιδεολογία έκάστοτε. Καί κατασκευαζομένη πάντα «έκ τών άνω», ουδόλως ύφιστάμενη προηγουμένως στά ευρύτερα στρώματα τών κοινωνιών. Η κοινή γνώμη προέκυψε μέσω τών «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και τής «ελευθερίας εκφράσεως» κατά τά νεώτερα χρόνια, όταν τά ιδεολογικά οικοδομηματα πίστεως εκλονίσθηκαν καί ο καθένας έγινε «άτομο» (βλ. σχετικώς καί F. Tonnies, Kritik der Offentlichen Μeinung, 1922). Μέ τήν δική του «γνώμη», φυσικά, καί μέ τήν «έλευθερία» νά τήν έκφράση. Ο γνωστός άφορισμός του Βολταιρου γίνεται πλεον τόπος κοινός. Άλλα η «γνώμη» είναι ένα πράγμα μετρήσιμο καί διαμορφώσιμο. Όποιος ξέρει γιά ένα πράγμα λιγώτερα, είναι υποχρεωμένος νά υποταχθή σ' αυτόν πού ξέρει περισσότερα. Συνεπώς, αυτός πού ξέρει «τα πιο πολλά άπ' όλους», είναι αυτός που μπορεί νά καθορίση τήν «γνώμη» όλων τών άλλων.

Δέν είναι λοιπόν τυχαίο, ότι ή μεγαλύτερη συγκέντρωση κεφαλαίων μετά τήν βιομηχανία όπλων παρατηρείται στά μέσα διαμορφώσεως τής κοινής γνώμης. Πρόκειται περί τού μέσου πού έξασφαλίζει τίς προϋποθέσεις συνεχίσεως μιάς δεδομένης πολιτικής, εξαφανίζοντας τα ενδεχομενα αιτηματα που θα την έκαναν ν' αλλαξη εστω και μερικώς. Και αφού η πολιτικη ασκείται διά της «κοινής γνώμης», είναι αυτονόητο ότι καί η «ιστορία» αποκλειστικό σκοπό έχει νά έξασφαλίζη τα «συνειδησιακά περιεχόμενα» πού έπιτρέπουν τήν σταθερή καί καθημερινή αναπαραγωγή της «κοινής γνώμης» μέσα σέ δεδομένα πλαίσια ιδεολογίας. Η περίπτωση του «φιλελληνισμού» (που είναι η πρώτη καί άκρως χαρακτηριστική) είναι αντιπροσωπευτική των πραγμάτων... Αναλόγως συνεπώς έχρησιμοποιήθηκαν ώς «ίστοριογραφικά έργαλεία» ό Διαφωτισμός καί ό Ρωμαντισμός τών οποίων ή συνεχιζομένη χρήση θά ιδούμε σήμερα που οδηγεί... Η «ιστοριογραφία» και η δημοσιογραφία δεν έχουν διαφορά μεθόδου, διότι δέν έχουν διαφορά σκοπών και λειτουργίας: όπως τό «άνώτερο σταδιο» της δημοσιογραφίας ειναι να μεταβάλη «ειδήσεις» σε γεγονότα και όχι αναγκαστικά να διερευνήση γεγονοτα ή να στηριχθή οπωσδηποτε σ' αυτά έτσι ακριβώς και η ιστοριογραφία προσπαθεί νά μετατρέψη «θεωρίες» σε πολιτική πράξη. Στήν πολιτική έκείνη πράξη πού στηριζεται στην προκατασκευασμενη «κοινή γνώμη» και την οποίαν οι «θεωρίες» πρέπει νά στηρίζουν «έπιστημονικά». Είναι τούτο, σύν τοίς άλλοις, καί μιά απαίτηση λειτουργίας τών... «κοινοβουλευτικών θεσμών», του καλώς θεμελιωμένού αξιώματος της «κοινής γνώμης» ότι ο «λαός συμμετέχει»... Επομένως, η «ίστοριογραφία» είναι υποχρεωμένη νά διαπιστώνη στούς άλλους πολιτισμούς κάποιες «έλλείψεις» ώς πρός τό θέμα τούτο...

β´
Σε ποιού ειδους αδιέξοδα οδηγούν όλ' αυτά, θά ιδούμε ευθύς. Πώς γίνεται όμως τώρα νά έξασφαλίζεται πάντα ό μικρός έκείνος αριθμός τών ολίγων πού ξέρουν πάντα «περισσότερα άπό τούς άλλους», ώστε νά διαμοφώνεται η κοινή γνώμη επί κατά το δυνατόν αμεταβλήτων πλαισίων (πρόοδος - υπανάπτυξη, δημοκρατία - δικτατορία κλπ., επί των οποίων, συν τοίς άλλοις, στηρίζεται καί η λειτουργία τών διεθνών οργανισμών); Έδώ τα πράγματα καθίστανται απλούστερα. Όπως άναλυτικώτερα θα ιδούμε στο κείμενο, ο φιλελευθερισμός ώς κοινωνικό σύστημα και ως φιλολογία εχει αναγκη απο εναν απο μηχανής Θεο ή καλόν Άγγελο πού όνομάζεται «αόρατος χείρ». Χωρίς αυτόν τον παραγοντα, οι αντιφάσεις του λιμπεραλισμού κατά θεωρίαν και πράξη δέν μπορούν νά αρθούν. Δέν είναι τυχαίο ότι η εξέλιξη του φιλελευθερισμού ως σύστηματος ειναι εξ αρχής συνδυασμένη μέ «μυστικές έταιρείες». Η «αόρατος» λοιπόν αυτή χείρ έξαφανίζει διαρκώς πηγές καί ντοκουμέντα, ώστε ακριβώς η ουσιαστικη γνωση των πραγματων να παραμενη παντα κτήμα όλίγων. Πόσα άπ' αυτά θα διαρρεύσούν κάθε φορά πρός τήν «έρευνα», ειναι ζήτημα συνθηκών. Περίπου 50 με 70 χρόνια γιά τα πιο ουδετερα απ αυτα (τα οποια, εν τω μεταξύ, «καλύπτονται» ως ένα βαθμό από τήν υπάρξασα έρευνα) θεωρούνται ώς ικανοποιητικό χρονικό διάστημα ασφαλείας για την μη διατάραξη των άρχών της «κοινής γνώμης» και τής ιδεολογίας. Τα ουσιαστικώτερα μόνο κατ' έξαίρεση ή από κάποιο «ιστορικό ατύχημα» είναι δυνατόν νά ιδούν τό φώς ατόφια. Συνέπεια αυτης της «γνώσεως μεταξύ ολίγων» ηταν παλαιότερα καί ή επισημοποίηση της κρυφής διπλωματίας. Κρυφή διπλωματία είναι δυνατή μόνο υπό τό δεδομένο διαμορφώσεως της «κοινης γνώμης» εντος ωρισμενων πλαισίων.

Φανερό είναι βέβαια ότι αυτοί πού ξέρουν πάντα «περισσότερα απο τούς άλλους» μπορούν νά παρακολουθούν την διαμόρφωση τής εν γένει ιδεολογίας, δεν μπορούν όμως με τον χρόνο να αντιμετωπισουν καί ωρισμένες «παρενεργειες» αυτής της τακτικής. Ο καθορισμός δεδομένων πίστεων τής προπαγάνδας καί η συνεχής επανάληψη ιδεολογικών συνθημάτων, χωρίς δυνατότητα κρίσεως καί διαλόγου έπ' αυτών, οδηγούν σέ ένα κενό ιστορικής συνείδησης καί στήν πολιτιστική αποκοπή της «Ευρώπης» από όλον τόν άλλον κόσμο. Αυτό βασικά σημαίνει άδυναμία ασκήσεως πολιτικής καί αδυναμία υπάρξεως ιστορικών αποτελεσμάτων. Όντως, αυτό που ξέρομε ώς «πολιτική της Ευρώπης» είναι ένα σύνολο υπολογισμών γραφείου καί ένα σύνολο πολέμων πρός διευθέτηση αυτών τών υπολογισμών. Η «Ευρώπη» ήρθε διά τής αποικιοκρατίας σέ επαφή μέ όλα τά πολιτιστικά σώματα του πλανήτη, πουθενά όμως δέν έδημιούργησε ένα προϊόν πολιτιστικής συνθέσεως καί ιστορικής διαρκείας. Φαινόμενα έσωτερικής δράσεως και πολιτισμών - σάν αυτά που πού έδημιουργήθηκαν στους ιστορικούς χώρους τής Μεσογείου - ειναι άγνωστα κατά τήν ιστορική δράση της «Ευρώπης» στους νεωτερους αιώνες. Ολες οί προσπάθειες τής Αγγλίας καί τής Γαλλίας να δημιουργήσουν ένα είδος κοινοπολιτείας μεταξύ τών αποικιών τους, απεδείχθησαν αδύνατες. Ακόμη και η αμερικανική ήπειρος, πού είναι τό καθαρώτερο δημιούργημα της Ευρώπης, έπαψε σέ έλάχιστο ιστορικό διάστημα νά αισθάνεται «ευρωπαϊκή».

Αν κάτι σημαίνουν αυτές οι διαπιστώσεις, τούτο είναι ότι ό «ευρωπαϊκός πολιτισμός» είναι ουσιαστικά αμετάδοτος. Καί είναι έτσι, διότι ή έκφραση «ευρωπαϊκός πολιτισμός» είναι ένα ιδεολογικό σύνθημα, καμωμένο με την συνταγή της «κοινής γνώμης», άλλά καμμιά πραγματικότητα. Και τούτο οφείλεται στην αοριστία του όρου «Ευρώπη».

Ο «πολιτισμός» του Σικελιάνου και ο «πολιτισμός» του Σκωτσέζου είναι πράγματα άρκούντως διαφορετικά. Τό ίδιο μεταξύ Ανδαλουσίου και Βέλγου. Ο Σκωτσέζος δέν είδε στον «αναλφαβητισμό» τού Σικελιανού μιά πολιτιστική επιτευξη αλλα «υπανάπτυξη». Την έλλειψη εφημερίδας στην Καλαβρία τήν είδε σαν «καθυστέρηση» και δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι τον ρόλο της εφημερίδας τον έπαιζε - πολύ πρίν από την ανακάλυψη της τυπογραφίας - ή καμπανίλε του χωριού. Και πολύ πιο αποτελεσματικα και δημοκρατικά. Κατά μείζονα λόγο βέβαια δέν μπόρεσε νά διακρίνη την σημασία αναλογων καταστάσεων στον χώρο των Βαλκανίων και της Μέσης Άνατολής. Ο «Ευρωπαίος» του λιμπεραλισμού διεκήρυξε ότι αναγνωρίζει ώς «αρχή» του πολιτισμού του τον αρχαίον έλληνορωμαϊκό κόσμο, μέσα στήν έπιθετική του ιδεολογία όμως περί «ανόδου» και «καθόδού» τών πολιτισμών έκαμε το μοιραίο λάθος νά πιστέψη ότι αυτά τά πράγματα δέν είχαν καμμία σχέση με τους χώρους όπου γεννήθηκαν. Και αυτό ακριβώς είναι εκείνο πού στέρησε τον νεώτερο ευρωπαϊκό πολιτισμό της δυνατότητας πολιτιστικής επικοινωνίας. Γιατί, το να πάρη κανείς ένα άγαλμα ή ένα αρχαίο κείμενο από κάποιο μοναστήρι, να το μεταφέρη στο Παρίσι ή τό Λονδίνο καί έν συνεχεία νά ίδρύση έδρες αίσθητικής καί φιλοσοφίας γι' αυτό, είναι εύκολο. Δύσκολο είναι νά ιδή ποιές είναι οι δράσεις καί ή κοινωνική φιλοσοφία πού κατέλιπε το άγαλμα ή το κείμενο στους χώρους πού γεννήθηκε. Τό μη «έπιστημονικό» ένδιαφέρον του Βαλκανίού ή του Άραβα για τα μνημεία του πολιτισμού του καθόλου βέβαια δέν έδήλωνε κάποιο είδος αδιαφορίας γι' αυτά. Εδήλωνε απλώς (και συνεχίζει να δηλωνη), οτι το νόημα που αυτα εξέφραζαν και η φιλοσοφία που επεδίωκαν έγιναν τρόποι τής καθημερινής ζωής καί τής πράξης. Ειναι ακριβώς τα στοιχεία που έδωσαν την επί χιλιετίες ιστορικήν διάρκεια και την δυνατότητα των διαρκών νέων ιστορικών συνθέσεων στους μεσογειακούς πολιτισμούς, ήτοι την έννοια της κοινωνικής ειρήνης έπί τών πιό έτεροκλήτων καί έκτενεστέρων κοινωνικών συνόλων πού εγνώρισε η μέχρι τώρα ιστορια. Αυτά τα πράγματα η «Ευρώπη» δεν τα κατάλαβε στούς χώρους τής Μεσογείου. Γιατί αν τα καταλάβαινε, όχι μόνο ως πρός τις δικές της αποικιοκρατικές καταστάσεις θα έδημιουργούσε μονιμώτερα αποτελέσματα, άλλά θά είχαμε σήμερα ως Ευρώπη αυτό πού ωφείλαμε να εχωμε: μιαν ευρύτερη ιστορική περιοχη και οχι εναν γραφειοκρατικό μηχανισμό στις Βρυξέλλες.

Βεβαίως, διά της «αρχαιολογίας» και τις μελέτες περί τής «αρχαίας ιστορίας» (που ουδόλως τυχαίως συμπίπτουν με τον αίώνα της αποικιοκρατίας, καθώς έξηγουμε πιό κάτω), έχομε μιαν μείζονα εποπτεία του παρελθόντος, αυτό όμως που δέν έχομε είναι η αίσθηση του πως αυτά που ζήτησαν οι αρχαίοι Έλληνες ή οι αρχαίοι Αιγύπτιοι μετεβλήθησαν στους ίδιους χώρους έν συνεχεία σε αίσθηση ζωής και σε κανόνα κοινωνικής συμπεριφοράς. Η «γραμμική» αντίληψη περί ιστορίας δεν επιτρέπει έξ αντικειμένου αναλογες προβληματικές. Η άντίληψη αυτή προϋποθέτει αποκλειστικούς «κληρονόμους» των αρχαίων μεσογειακών πολιτισμών ένα τμήμα μόνο της Ευρώπης 2 ή 3 κρατών, για να μεταβληθή τελικά σέ κήρυγμα «πολιτιστικής αποστολής» άνά τόν κόσμο, ουσιαστικά δηλαδή όχι σέ γνώση ιστορίας, άλλά σε «ιστοριογραφία» και «κοινή γνώμη». Άμέτρητα ειναι τα έργα που ξεκινούν μέ τέτοιου είδους δοξασίες, μεταξύ τών όποίων και το προμνημονευθέν έργο του «πατέρα τής γεωπολιτικής» R. Κjellen.

γ´
Η καλύτερη απόδειξη περί της πολιτιστικής αγονίας τής δυτικής Ευρώπης, δηλαδή της Ευρώπης του λιμπεραλισμού, είναι το γεγονός ότι επί τρείς σχεδόν αιώνες [από τον Bentham και τον Marx, μέχρι τις μέρες μας] διαβάζει συνεχώς τα ίδια πράγματα κανείς σχετικά με την Ρωσία και τους κόσμους της βαλκανικής Ανατολής: «κατώτεροι πολιτισμοί», «δουλείες», ανελευθερίες, δικτατορίες κλπ. Πουθενά, ομως, ο μέσος Ευρωπαίος δεν πληροφορείται τι πιστεύουν ή πώς κρίνουν αυτοί οι πολιτισμοί τον δυτικοευρωπαϊκόν. Δυνατότητα πολιτιστικής συνεννοήσεως καί έπικοινωνίας, δηλαδη προϋποθέσεις δημιουργίας πολιτικού και ιστορικού έργου, καμμία. Θα ήταν λάθος να υπέθετε κανεις οτι και υπο το σημερινό σύνθημα της «ενιαίας Ευρώπης», δηλαδή τής Ευρωπαϊκής Ένωσης, οί νοητικές αυτές κατηγορίες μετεβλήθηκαν κατά τι ή ότι οι ιστορικές οπτικές μεταξύ του ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου έπαψαν να υπάρχουν. Οι άγγλικοί χάρτες ιστορίας επιμένουν πάντα να μιλούν περί «Βυζαντίου» ώς μιάς έλληνοφώνου αυτοκρατορίας χωρίς Έλληνες (!), οί ιταλικοί όμως ή οι ισπανικοί όμιλούν περί «Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Ανατολής». Η συνείδηση του μεσογειακού Εύρωπαίου δέν παύει νά νομίζη πώς κάτι που κάποτε διεσπάσθηκε πρέπει πάντα έκ νέου νά άποτελεσθή. Διότι, άπλουστατα, δεν υπάρχει μεσογειακή χώρα που να μην καταλαβαίνη την Μεσόγειο ώς όλον, δηλαδή ως μιά όργανικη λειτουργία καί όχι ως «σύνορο» αορίστου σημασίας και περιεχομένου...

Ότι αυτή η επιμελημένη πολιτιστική κλειστότητα δια της «κοινής γνώμης» οδηγει τελικώς σε πλήρη ιστορική αγνωσία στην συνείδηση των μεγάλων μαζών, είναι προφανές. Ο τυχών αγράμματος βοσκός της Ροδόπης ξέρει περισσοτερα περί Ολλανδίας άπ' ό,τι ξέρει ένας όλλανδός γεωργός περί Βουλγαρίας. Η «πολιτική ενημέρωση» συνεπώς στα μέσα μαζικής πληροφόρησης είναι σχεδόν το πιό άκοπο των πραγμάτων: «εθνικοί εγωϊσμοί», πολιτικές φιλοδοξίες, εν γένει ανωριμότητες - είναι τα όσα μπορεί να ακούση κανείς για τά συμβαίνοντα επί του πλανήτη. Ακούει λ.χ. κανείς περί Γεωργίας καί φαντάζεται ότι πρόκειται για κάποιο «εθνικό κράτος» τύπου Δανίας. Αν άκούση ότι «Γεωργία» δεν είναι εθνικό χαρακτηριστικό άλλά πολιτιστικός χώρος (όπως π.χ. το κεντρική Εύρώπη), καταλήγει στην αύτόματη απορία και του είναι αδύνατο νά συνδυάση κάτι τέτοιο με τους «εθνικισμούς» που ακούει στο ραδιόφωνο ή διαβάζει στήν έφημερίδα. Πολύ περισσότερο του είναι αδύνατο νά καταλάβη ότι η πολιτική τών «ανθρωπιστικών βοηθειών» και της «ίατροφαρμακευτικής περίθαλψης» πρός άναξιοπαθούντας είναι ακριβώς ή συγκεκαλυμμένη όμολογία, ότι η «Ευρώπη» καμμιά πολιτική πρόταση δέν έχει γιά κανένα από τά υπάρχοντα προβλήματα. Τα προβλήματα αυτά χρησιμεύουν, απλώς, πρός εδραίωση της κλειστότητας της εσωτερικής ιδεολογίας, της «κοινής γνώμης».

Φανερό είναι βέβαια, ότι κατά την «ενημέρωση» διά της «κοινής γνώμης» πραγματικά περιστατικά δεν υπάρχουν. Διότι δεν ειναι δυνατόν να υπάρξουν. «Πραγματικό» είναι αύτο που ακούει κανεις στην τηλεόραση ή διαβαζει στην εφημερίδα. Το πραγματικό γεγονός καθ' εαυτό θάβεται αυτομάτως ή και εξαφανίζεται (όπως τούτο πολλαπλώς συνέβη με τα πράγματα της νεώτερης μεσογειακής ιστορίας, καί της Ελλάδος ιδιαίτερα). Από τους διπλωματικούς διαδρόμους η πραγματικότητα θα μεταφερθή στα υπόγεια των «σπουδαστικών εργαστηρίων», από όπου βγαίνει κομμάτι-κομμάτι καί ανασυντίθεται ώς «ιστοριογραφική αλήθεια» κατά τους ίδιους ακριβώς τρόπους της συγκριτικής ανατομίας: από το κοκκαλάκι του ενός χιλιοστού, ο δεινόσαυρος των πενήντα μέτρων... Η επιβεβαίωση υπάρξεως του δεινοσαύρου είναι ότι κανείς δέν τόν έχει ιδεί' έτσι και η επιβεβαίωση της «ιστοριογραφικής πραγματικότητας» είναι ότι κανείς δεν μπορεί να ελέγξη από πρώτο χέρι τις υπάρχουσες πηγές. Οι «δεινόσαυροι» δέν είναι μόνο τροφή γιά την φαντασία των μικρών παιδιών' είναι κυρίως οί προϋποθέσεις ασκήσεως του «ιστοριογραφικού» έργου... Εύκολο είναι να διαπιστώση κανείς την «ιστοριογραφική πραγματικότητα» πρό και μετά των πολέμων στον χώρο της «Ευρώπης». Πριν από κάθε πόλεμο η «ιστορία» στηρίζεται μόνο σε αγεφύρωτες διαφορές, άρα και σε μερικές και αποσπασματικές όψεις της πραγματικότητας. Μετά τον πόλεμο επικρατούν τα συνθήματα της «Πανευρώπης», του «Ούμανισμού», του «κοινού παρελθόντος καί πολιτισμού». Ποτέ όμως μέσα σ' αύτά δέν θά βρη κανείς έναν ορισμό, ή έστω καί προσπάθεια καθορισμού αυτού πού είναι η Ευρώπη.

δ´
Η «Ευρώπη» είναι απλώς το «όργανο», το Instrumentarium λειτουργίας της «κοινής γνώμης» και της διοχετεύσεως λεκτικών συνθημάτων για την περαιτέρω λειτουργία της. Είναι άπορίας άξιο -άλλά βέβαια μή έξερχόμενο των «κανόνων» λειτουργίας της «κοινής γνώμης»- γιατί εκατακρίθηκε τόσο μεταπολεμικά ή τακτική του Γκαίμπελς, ο οποίος δεν έκαμε τίποτε περισσότερο από το να χρησιμοποιήση (μάλιστα κατά τρόπον αξιοπρεπέστερο και συνεπέστερο) τα αφηρημένα νοήματα που εκυκλοφορούσαν αδέσποτα και πληθωρικά στο ιδεολογικό χρηματιστήριο του καιρού του. Όταν τα γερμανικά αεροπλάνα εβομβάρδιζαν το Λονδίνο, οι έθνικοσοσιαλιστικές εφημερίδες εκυκλοφόρησαν με τους πηχυαίους τίτλους: «Η άμυνα της Δύσεως κατά της πλουτοκρατίας». «Δύση», βέβαια ήταν ο έθνικοσοσιαλισμός και «πλουτοκρατία» οι αποικιοκρατικές δυνάμεις της δυτικής Ευρώπης. Γιατι ομως τα πραγματα θα μπορούσαν να ειναι διαφορετικά, αφού κανένας μέχρι σήμερα δεν ώρισε το σύνθημα «Δύση»; Η ίδια αυτή αόριστη «Δύση» ζήτησε επί μισόν αιώνα μεταπολεμικά την ιδεολογική νομιμοποίησή της πάνω στα ιδεολογικά αλλά και ακριβή συνθήματα των εθνικοσοσιαλιστών, όπως αυτό του «σιδηρού παραπετάσματος», που ήταν όρος από πραγματολογικές αναλύσεις του ίδιου του Γκαίμπελς...

Τούτη η λειτουργία της «κοινής γνώμης», που η κάθε μορφή αλήθειας της ειναι κατ' αρχην εχθρική και μόνο υπο ορούς αποδεκτή, αφού η ίδια η «κοινή γνώμη» σκοπεί να υπηρετήση εκ των προτέρων δεδομένους σκοπούς, δηλαδη «αληθειες» που δεν χρειάζονται άλλες για να υπάρξουν αφού αποτελούν συγκεκριμένες πολιτικές βουλήσεις, δεν λειτουργεί μονο εις βάρος κάθε μορφής επιστημονικής γνώσης στον τομέα της ιστορικής κατανόησης άλλά -και τούτο κατά τρόπον συνεπαγόμενον και αναγκαίον- καθιστά και την τρέχουσα πλανητική πολιτική των καιρών μας ολοσχερώς αδύνατη... Για να ξανασυγκεντρωθή το σπαταληθέν κεφάλαιο κατά τόν β' παγκόσμιο πόλεμο, απαιτήθηκαν με το ιδεολογικό κόλπο του «ψυχρού πολέμού» 50 όλόκληρα χρόνια. Και τούτο, αφού διαταράχθηκε όλη η οικολογική ισορροπία του πλανήτη. Για να ξανασυγκεντρωθή το κεφάλαιο ενός ενδεχομένου τρίτου πολέμου απαιτούνται οι αιώνες της μελλούσης ζωής...

Οι «ειδήμονες» πού πληρώνονται είναι διανοητικώς χτισμένοι μέσα στα σλόγκαν της «κοινής γνώμης» που ανατράφηκαν και επιστημονικώς διαμορφώθηκαν. Και αυτά είναι όσα ακούμε στην τηλεόραση και στα σχολικά βιβλία, διά των οποίων αναπαράγονται τα υπάρχοντα πλαίσια της επικρατούσης «κοινής γνώμης» για την παραγωγή: «πρόοδος», «ανάπτυξη», «ελευθερία», «δεσποτισμοί» κλπ. Αυτά δημιουργούν διανοητικά τείχη με τον καιρό, γίνονται κοινοί τόποι στην συνείδηση των πάντων, ώστε, και αν παραστή αναγκη να ξεφύγουν κάποτε, με δυσκολία το καταφέρνουν. Οι κυρίως υποκείμενοι στην δυσκολία τούτη είναι ακριβώς οι «ειδικοί». Απόδειξη, όχι μόνο τα διάφορα απίθανα «σενάρια» τών σεμιναρίων κατα την διάρκεια του «ψυχρού πολέμου» και οι αντίστοιχες «ιστορικές εμβαθύνσεις», άλλά ιδίως το γεγονός ότι η «Δύση» κανενα νέο ιδεολογικό μοντέλο δεν μπόρεσε να προσφέρη. Όπως είδαμε, στις τρέχουσες συζητήσεις τών ειδικών περί των τεραστίων προβλημάτων στα πλαίσια της δυτικής Ευρώπης - προβλήματα των οποίων η σημασία όλο και πιό πολύ θά αυξάνη σχετικά με οποιαδήποτε ιδέα ευρωπαϊκής όλοκλήρωσης -, αυτά είναι μόνο θέματα λεκτικών εκφράσεων και... «όρολογίας». Αυτό που κυρίως άπουσιάζει πλήρως από την καθημερινή συνείδηση της «κοινής γνώμης» (και στην οποίαν δυστυχώς κατ' ανάγκην περιλαμβάνονται και οι «ειδικοί») είναι ότι τα πολιτικά προβλήματα της σημερινής «Ευρώπης» είναι ακριβώς αυτά που ήσαν και κατά την εποχή των βαλκανικών πολέμων. Απλώς κατά πολύ επαυξημένα. Θα επανέλθωμε σ' αυτά λίγο πιό κάτω.

ε´
Ο μηχανισμός της «κοινής γνώμης» είναι απλός: μεταβάλλει την ιστορία σε πολιτικά συνθήματα, σε όρους και σε φρασεολογίες, οι οποίες θα επιτρέψουν την δράση της πολιτικής υπό την ιδεολογία της αμύνης. Ώς πρός μέν την έσωτερική πολιτική, η ψυχολογική λειτουργία της τέτοιας «κοινής γνώμης» είναι απλή: η δεδομένη τάξη πραγμάτων της παραγωγής είναι η καλύτερη και η μόνη μέριμνα που απομένει είναι η υπεράσπιση της από «εξωτερικούς εχθρούς». Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής τα πράγματα είναι ακόμη απλούστερα: «νομιμοποιούν» την χρήση στρατιωτικής βίας προς αντιμετώπιση αυτών των «έχθρών». Επειδή τα πράγματα αυτά παραμένουν επί δύο σχεδόν αιώνες αναλλοίωτα, αποτελούν ταυτόχρονα και την απόδειξη ελλείψεως πολιτικής έκ μέρους της «Ευρώπης». Από την μιά μεριά σήμερα ακούμε περί «παγκόσμιας οικονομίας (Weltwirtschaft), από την άλλη, όμως, διαπιστώνουμε την πλήρη έλλειψη «παγκόσμιας πολιτικής». Η λειτουργία των σημερινών διεθνών οργανισμών συνεχίζει νά στηρίζεται στίς ιδέες της «προόδου» και του «εκμοντερνισμού», δηλαδή στην άτμομηχανική αντίληψη της ιστορίας, όπως ακριβώς την έποχή της «Κοινωνιας των Εθνών», πράγμα ακριβώς που εξυπηρετεί την ιδεολογική λειτουργία δημιουργίας «εχθρών» καί καθηλώνει τα πράγματα πάντα στα ιδια δεδομένα. Η αντίληψη του «εκμοντερνισμού» συγχέει σκοπίμως δύο πράγματα: τήν διαδικασία της τεχνολογικης παραγωγής (την οποίαν ονομάζει «προοδο») με την ιδεολογική κατάσταση του ανθρώπου, που βρίσκει την έκφραση της σε συγκεκριμένου είδους κοσμοθεωρίες. Όπως δηλαδή υπάρχει μια «εξέλιξη» για μια μηχανή, έτσι πρέπει να υπάρχη και μια «εξέλιξη» στις ιδεολογίες των κοινωνικών σωμάτων, που να «υπακούη» στους «νόμους εξελιξεως» της μηχανής. Αν αυτό δεν συμβαίνη, τότε ανακύπτει η εννοια του «εχθρού». Βεβαίως, σε μιά «παγκόσμια οικονομία» που βάση έχει την μηχανή, τα πράγματα δέν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά, ότι ομως αύτη η τάξη νοημάτων ειναι αδύνατο να ισχυση, ειναι κατι που επείγει να διευκρινηθή ώς παγκόσμια ιδεολογία...

Η διαφορά υπάρχει ώς προς την «θέση» των πολιτισμών έναντι της τεχνολογίας και όχι ώς πρός κάποια «υπεροχή» μέσα στήν ίδια την διαδικασία τεχνολογίας. Οι θεωρούμενες ώς «ανακαλύψεις» δεν είναι παρά έκ τών προτέρων υπάρχοντα στάδια πού φθάνει η έρευνα προσεγγιστικώς. Π.χ. ασχολούμενος κανείς με την πρακτική αριθμητική, μετά το εννιά θα «ανακαλύψη» το δέκα, και άν ασχολήται με γεωμετρία, μετά το τρίγωνο θα «ανακαλύψη» το τετράγωνο. Αν ασχολήται με προσεγγιστικές διαδικασίες, θα «άνακαλύψη» τους ασυμμέτρους, και αν ασχολήται με φαινόμενα κινήσεως, τον διαφορικό λογισμό. Οι «ανακαλύψεις» που υπάρχουν στούς τομείς αυτούς είναι έκ τών προτέρων δεδομένες καί απλώς φθάνονται διά προσεγγίσεως. Για τίς ανάγκες του εμπορίου κατά τον δέκατον ένατον αιώνα, οι «ανακαλύψεις» έγιναν στόν τομέα της κλασσικής μηχανικής και της θερμοδυναμικής, διότι έπρεπε να φκιασθούν πλοία και σιδηρόδρομοι για την διακίνηση των προϊόντων. Εν συνεχεία προέκυψε πρόβλημα παγκόσμιας οργανώσεως του εμπορίου και οι «ανακαλύψεις» έγιναν στον τομέα του ήλεκτρομαγνητισμού και της ασύρματης τηλεπικοινωνίας. Κατά τον β' παγκόσμιο πόλεμο, όπου η Γερμανία απεκλείσθη ώς πρός τις πρώτες ύλες από τις δυτικές δυνάμεις, οι «ανακαλύψεις» έγιναν πρός τον τομέα του έσωτερικού της ύλης -«ανεκαλύφθη» συνθετική βενζίνη από κάρβουνο, συνθετικό καουτσούκ από ασβεστόλιθο και κάρβουνο, καί συνθετικές ίνες. Οί ίδιες οί ανάγκες ή τροπές του πολέμου ανάγκασαν τους Αγγλους να «ανακαλύψουν» το ραντάρ, ενω οι Γερμανοί, δίνοντας άλλες προτεραιότητες στις πολεμικές των εκτιμήσεις, «ανεκάλυψαν» τους πυραύλους. Πολλές είναι οι «ανακαλύψεις» πού θεωρητικώς ειναι δυνατές και προβλέψιμες, αλλά τα πρακτικά δεδομένα δεν επιτρέπουν την εφαρμογή τους. Έτσι λ.χ. ώς πρός το αυτοκίνητο καμμία νέα «ανακάλυψη» δεν συνέβη επί 150 χρόνια τώρα (τα αυτοκίνητα συνεχίζουν να κινούνται με πετρέλαιο), ενώ από την άλλη μεριά οι «επιστημονικές περιέργειες» εκτείνονται στο να ιδούμε (με διαστημικά τηλεσκόπια, που κοστίζουν κολοσσιαία ποσά) πως φαίνεται ο πλανήτης Γή από το διάστημα, όταν αρνήται κανείς να ίδη τα όλοφάνερα υπάρχοντα χάλια επί της επιφανείας του...

Αυτά, όπως καλύτερα εξηγούμε στο κείμενο του βιβλίου δεν εξέρχονται της φιλοσοφίας του «Διαφωτισμού» και της «προόδου». Πολλούς μηχανισμούς της φύσεως ειναι δυνατόν να ανακαλύψη ακόμη ο άνθρωπος. Αυτό που δεν πρόκειται όμως να ανακαλύψη ποτέ είναι η οικονομία τελών αυτών των μηχανισμών. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι ο άνθρωπος είναι σε θέση να καθέξη την αιτία υπάρξεως του κόσμου, αυτό όμως δεν του είναι δεδομένο. Και αυτό σημαίνει ότι η «κυριαρχία του ανθρώπου επί της φύσεως» μεταβάλλεται τελικώς σε αυτοϋπονόμευση του, αφού δεν είναι σε θέση να ελέγξη τις συνέπειες της «κυριαρχίας» του επί της φύσης. Σήμερα, επί παραδείγματι, η «έπιστήμη» δέχεται ότι οι επελθούσες καταστροφές επί του πλανήτη δέν είναι δυνατόν να αρθούν' αναρωτήθηκε όμως κανένας επιστήμονας ποτέ (και υπάρχει άνθρωπος που μπορεί να απαντήση), που μαζεύονται τα καυσαέρια και τα άλλα απόβλητα από την «κυριαρχία» του ανθρώπου επί της φύσης και τι κάνουν εκεί που μαζεύονται; Όπως αναπάντητο θα μένη εσαεί τούτο το ερώτημα περί της τεχνολογικής δραστηριότητας του ανθρώπου (σ' αυτό μόνο η φύση μπορει «ν' απαντήση»), έτσι εκκρεμούντα και αναπάντητα παραμένουν και τα τελικά ερωτήματα της «φιλοσοφίας» που συνοδεύουν τούτην την δραστηριότητα. Το ίδιάζον όμως με την «φιλοσοφία της προόδου», είναι ότι δεν θέλει ερωτήματα περί της σημασίας της. Και γι αύτο αναγνωρίζει κάθε άλλον πολιτισμό ώς εχθρό της. Εάν κανείς διερευνήση την φιλοτέχνηση αυτών τών «εικονων του εχθρού», είναι δύσκολο να άπαλλαγή από την ιδέα μιας επιστημονικής εγκληματικότητας περί τα σχετικά. Πρόκειται περί της εγκληματικότητας εκεινης στον τομέα των ιδεών, η οποία ως μονη εκδοχή στον τομέα της πολιτικής πράξης επιβάλλει τον πολεμο. Και δεν ήταν βέβαια δυνατόν να είναι διαφορετικά, διοτί πρώτα υπήρξαν οι πόλεμοι και έν συνεχεία οι «θεωρίες» για να τους δικαιολογούν. Αυτό όμως που εκπλήσσει σήμερα είναι η αμέριμνη συνέχιση συμμορφώσεως της «επιστημονικής έρευνας» πρός την «κοινή γνώμη», δηλαδή η υποδούλωση της σ' αυτή και η ανύπαρκτη προσπάθεια προσεγγίσεως των ιστορικών εκείνων αληθειών ώς τρεχουσών καταστάσεων οι οποίες θα επρομήθευαν ένα ουσιαστικό καί νέο είδος πολιτικής στον ευρωπαϊκό χώρο.

ζ´
Τυπικώτερο παράδειγμα «ιστορίας» ώς «κοινής γνώμης» είναι περίπτωση των βυζαντινών σπουδών. Το «Βυζάντιο» παύει να είναι Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διότι οι ιδεολογικές ανάγκες επιβάλλουν αποκλειστικός κληρονόμος της άρχαίας ρωμαϊκής ιστορίας να είναι η δυτική Εύρώπη και κανεις άλλος. Παρ' όλον, όπως είπαμε, ότι μέχρι τον ενδέκατον αιώνα το Ρωμαϊκό Δίκαιο ηταν αγνωστο ώς πραγματικότητα στον χώρο της δυτικής Ευρώπης (βλ. H. Berman, μν. ε. σελ. 144 κ.ε). Δεν θα έξετάσωμε τις ιστορικές αναγκαιοτητες που επέβαλαν μιά τετοια τάξη πραγμάτων (αναφερόμαστε μερικώς σ' αυτές στις σελίδες που ακολουθούν).

Ότι όμως διαχρονικά μέσα στις διάφορες ιδεολογικές σκοπιμότητες χτίζονται ανυπέρβλητα τείχη στην άσκηση της πολιτικής και, κατ' επέκταση, ιστορικής πράξης, είναι περισσότερο από προφανές. Επικρατεί βέβαια ή αντίληψη, ότι δια της «επιστημονικής ερεύνης» καθ' όν τρόπο τα καταφέρνει κανείς στην τελειοποίηση των μηχανών, κατά τον ίδιον τα καταφέρνει και στον τομέα της ιστορικής κατανοήσεως. Διά της «αρχαιολογίας» και της μελέτης «ιστορικών ντοκουμέντων» μπορεί βέβαια κανείς να καταλήξη σε «επιστημονικές θεωρίες» που νά τόν έξυπηρετούν. Καθ' όλη την διάρκεια της αποικιοκρατίας, η «ιστορική έρευνα» κυριαρχήθηκε από αυτήν την τακτικη. Καθόλου όμως σίγουρο δεν είναι ότι κανείς έτσι κατακτά νοητικά και την τρέχουσα πραγματικότητα των κοινωνιών. Ένα αντικειμενικό έμπόδιο γι' αυτό ειναι και ο βαθμος που μπορει κανεις να υπερβή τα ιδεολογικά δεδομένα ενός πολιτισμού και να μεταφερθή σε εκείνα ενός άλλου. Αυτό δεν είναι για όλους δεδομένο και δεν υπείκει στούς νόμους του εργαστηριακού προγραμματισμού. Εξέχουσαν απόδειξη αποτελει η περί «Βυζαντίου» έρευνα. Κατά τους νεώτερους αιωνες -και εννοούμε κυρίως από την εποχή που αναγνωρίζεται το δίκαιο των διομολογήσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, δηλαδη απο τα μέσα του 18ου αι. που αυτά αναγνωρίζονται για την Γαλλία-, η «βυζαντινολογία» αποτελεί εξέχον πεδίον ασκήσεως των δυο άποικιοκρατικών δυνάμεων του καιρού, Αγγλίας καί Γαλλίας. Και ακολουθεί ολόκληρη πορεία εξεχόντων βυζαντινολόγων-ιστοριοδιφών έκτοτε μέχρι σήμερα, την περί Βυζαντίου όμως ουσία ώς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας θα την πληροφορηθή η δυτική ιστοριογραφία από τις εργασίες των σλάβων ιστορικών. Διότι οι Σλάβοι και οι άλλοι χριστιανοί της Ρωμαϊκής Ανατολής κατέχουν την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ώς παρούσα κοινωνική εμπειρία και όχι ώς ιστορικό παρελθόν. Από Σλάβους της διασποράς θα θεμελιωθή η βυζαντινή έρευνα στην Αμερική και υπό την πρωτοκαθεδρίαν Σλάβου (του Οστρογκόρσκυ) θά διεξαχθή η μεταπολεμική έρευνα περί Βυζαντίου διεθνώς. Ο «καισαροπαπισμος» λ.χ. είναι δυνατό νά μεταβληθή σε ιδεολογικό σύνθημα καί νά καταντήση ταυτόσιμος του δεσποτισμού, είναι όμως δυνατόν νά κατανοηθή και ώς διϊστορική εμπραγμάτωση μιας αρχαιοελληνικής εμπειρίας, δηλαδή ως το σύστημα εκείνο που επιβάλλει η πολιτική εξουσία να υποτάσσεται και να ενεργή σύμφωνα με τα επιτάγματα ολοκλήρου της κοινωνίας και όχι ορισμένων τάξεων εξ αυτής. Υπάρχει ουσιωδέστατη διαφορά ώς πρός τίς αντίστοιχες «πολιτικές φιλοσοφίες» και ώς προς την παραγωγή. Ως σε ποιά σημεία είναι δυνατόν νά συρθή η «ιστοριογραφία» γιά τις ανάγκες της «κοινής γνώμης» και της ιδεολογίας, αποδεικνύει η μεταπολεμική ταύτιση σταλινισμού και χιτλερισμού (ταύτιση, βέβαια, της οποίας το άμεσο και αυτονόητο συμπέρασμα ήταν η αδιαμφισβήτητη υπεροχή της φιλοσοφίας της ελεύθερης αγοράς - αυτής, καθώς είπαμε, που έπρεπε να επικρατήση και ώς πολεμικό σύνθημα για την επανασυγκέντρωση του απολεσθέντος κεφαλαίου με τον πόλεμο εις βάρος του τρίτου κόσμου και, της φύσεως ιδιαίτερα)...

Εκείνο που κατ' εξοχήν θα μπορούσαν να δείξουν, κάποιου άλλου είδους κατανοήσεις ως προς το σύνολο της μεσογειακής ιστορίας, ειναι η συνεχώς παραμένουσα ιδεολογική έκκρεμότης της δυτικής Ευρώπης ώς προς το σύνολο του μεσογειακού χώρού. Μιά εκκρεμότης που επιβεβαιώνεται απολύτως από τρεχόντως διαλαμβανόμενα ώς πρός το σύνολο της ευρωπαϊκής πολιτικής, με το να αναγνωρίζεται η Μεσόγειος ως «γραμμή ασφαλείας» ενός κάποιου είδους «Ευρώπης». Αλλά τι είδους «Ευρώπη» είναι αυτή, οπού οι πλέον ζωτικές περιοχές της και τα πολυπληθέστερα εκατομμύρια που ζουν σ' αυτές υποβιβάζονται στον ρόλο των «συνόρων ασφαλείας» για ωρισμένους μόνο «Ευρωπαίους»; Ουδείς βέβαια παραγνωρίζει την δομή και τις ανάγκες της βιομηχανικης Ευρώπης, αυτό όμως καθόλου δέν παραγράφει το γεγονός ότι οι σχέσεις δυτικής Ευρώπης και Μεσογείου παραμένούν διαρκώς στο σύνολό τους ώς μιά κατάσταση εκκρεμότητος. Δεν έννοουμε βέβαια από την εποχή του σχίσματος των Εκκλησιών, ούτε κατά τόν 19ον αιώνα. Αλλά κυρίως κατά τον 20όν.


To «Ανατολικό Ζήτημα» Σήμερα
Εκδ. Εικοστού Πρώτου
1998


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.