16 Ιουνίου 2014

Η παρακμή του κράτους: Από το 1975.


---------------------------------------------------------------

Τελευταία, η Δύση κουράστηκε από το κράτος και έγινε δύσπιστη απέναντι του, αηδίασε με την κυριαρχία του και θέλει να την τροποποιήσει. Το ενδιαφέρον σήμερα μετατοπίστηκε στην εξωτερική πολιτική, τους διεθνείς θεσμούς και τον διεθνή έλεγχο, ακόμη και σε ένα παγκόσμιο κράτος, επειδή το σύστημα κρατών σήμερα βρίσκεται φανερά στην ίδια αναρχική απαρχαίωση που βρίσκονταν τα φεουδαρχικά βασίλεια την εποχή που γεννήθηκε ο Machiavelli.

.~`~.
Εισαγωγή

Ο άνθρωπος που πραγματικά «επινόησε» το κράτος ήταν ο Τόμας Χομπς. Από την εποχή του Χομπς μέχρι σήμερα, μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες του κράτους -όπως και όλων των προγενέστερων μορφών πολιτικης οργάνωσης- ήταν η διεξαγωγή πολέμου εναντίον άλλων οντοτήτων του είδους του. Εάν δεν υπήρχε η ανάγκη του πολέμου, είναι σχεδόν βέβαιον ότι η συγκέντρωση της ισχύος στα χέρια των μοναρχών θα επιτυγχανόταν πολύ πιο δύσκολα. Εάν δεν υπήρχε ο πόλεμος, η ανάπτυξη του γραφειοκρατικού μηχανισμού, της φορολογίας, ακόμη και των υπηρεσιών κοινωνικής προνοιας οπως η παιδεία, η υγεία κλπ., πιθανότατα θα ήταν πολύ πιο αργή. Όπως δείχνουν τα γεγονότα, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο όλα τα παραπάνω συνδέονταν αρχικά με την επιθυμία να αυξηθεί η προθυμία των ανθρώπων να πολεμήσουν για λογαριασμό των κρατών τους.
Για να επικεντρωθούμε στον οικονομικό τομέα, η Τράπεζα της Αγγλίας, ο πρώτος θεσμός του είδους, είχε τις απαρχές της στους πολέμους της Βρετανίας εναντίον του Λουδοβίκου ΙΔ'. Στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, οι πρώτοι σύγχρονοι φόροι εισοδήματος ήταν επίσης απόρροια του πολέμου, όπως και το «επίσημο νόμισμα» και ο σημαντικότερος εκπρόσωπός του, το «πράσινο δολάριο». Αργότερα, για να αναφέρουμε τρία μόνο παραδείγματα, ορισμένες από τις πρώτες προσπάθειες παροχής κοινωνικής ασφάλισης, η εγκατάλειψη του κανόνα του χρυσού το 1914 και η επανάσταση των μπολσεβίκων (η οποία αντιπροσώπευε την προσπάθεια εγκαθίδρυσης πλήρους κρατικού ελέγχου επί της οικονομίας) εμφανίστηκαν με τη συγκεκριμένη μορφή και στη συγκεκριμένη κάθε φορά χρονική στιγμή μόνο και μόνο λόγω της ανάγκης του κράτους να κινητοποιήσει τους πόρους του και να διεξαγάγει πόλεμο εναντίον των γειτόνων του.
Πέρα από την τεράστια συνεισφορά του πολέμου στη δομή και την οργάνωση του κράτους, δεν ηταν λιγότερο σημαντική η λειτουργία του πολέμου ως συναισθηματικά ενοποιητικού παράγοντα. Όσο φημισμένοι και αν ήταν ο Ρουσσώ, ο Χέρντερ, ο Φίχτε, ο Χέγκελ και οι λοιποί, αυτοί που διάβαζαν τα κείμενα τους ήταν σχετικά ελάχιστοι. Η Μεγάλη Αλλαγή πραγματοποιήθηκε μόνο όταν το γαλλικό κράτος, μετά την Επανάσταση, καθιέρωσε την καθολική στρατιωτική θητεία -ακολουθούμενο στη συνέχεια και από άλλα κράτη- και ο εθνικισμός, τροφοδοτούμενος με κάθε μέσον που είχαν στη διάθεσή τους οι Αρχές, μετατράπηκε σε κυρίαρχη ιδεολογία του δέκατου ένατου αιώνα.
Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι πρέπει κανείς να συμμεριστεί τις απόψεις όσων πιστεύουν ότι το κυρίαρχο κράτος, που δεν αποδέχεται κανέναν ανώτερο κριτή, είναι το κύριο αίτιο του πολέμου' πιστεύω μάλλον ότι ο πραγματικός λόγος ύπαρξης του πολέμου είναι ότι ο πόλεμος άρεσε ανέκαθεν στους άνδρες και οι πολεμιστές άρεσαν στις γυναίκες. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι τα κράτη μπορούν να ασκήσουν ισχυρή συναισθηματική έλξη μόνο εφόσον προετοιμάζονται για πόλεμο και διεξάγουν πόλεμο. Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, πάψουν να το κάνουν, τότε δεν υπάρχει λόγος να είναι οι άνθρωποι περισσότερο αφοσιωμένοι σ' αυτά απ ό,τι, φέρ' ειπείν, στην General Motors ή την ΙΒΜ. Με άλλα λόγια, σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα έχουν σχεδόν λόγο ύπαρξης.
Η πρώτη ενότητα του παρόντος κεφαλαίου υποστηρίζει ότι η ικανότητα των κρατών να διεξάγουν πόλεμο μεταξύ τους βαίνει μειούμενη μετά το 1945. Η δεύτερη ενότητα εξηγεί πώς τα κράτη, αντιμέτωπα με την απώλεια αυτής της ικανότητας, υιοθέτησαν σοσιαλιστικές ιδέες, στράφηκαν στο εσωτερικό τους και δημιούργησαν το σύγχρονο κράτος πρόνοιας, για να διαπιστώσουν παρ' όλα αυτά, περίπου από το 1975 και μετά, ότι αυτό το σύστημα δεν ήταν βιώσιμο οικονομικά ή, όπως υποστήριξαν ορισμένοι, δεν ήταν επιθυμητό κοινωνικά. Η τρίτη ενότητα εξετάζει τον τρόπο με τον οποίον η τεχνολογία, η οποία από το 1500 μέχρι το 1945 συνέβαλε τόσο στη δημιουργία του κράτους, έχει αλλάξει κατεύθυνση και συχνά γίνεται αιτία να χάνουν τα κράτη τη δύναμή τους προς όφελος διαφόρων οργανισμών που δεν έχουν εδαφική βάση ή δεν διαθέτουν κυριαρχία ή και τα δύο μαζί. Η τέταρτη ενότητα στηρίζεται στις προηγούμενες και υποστηρίζει ότι, σε μέρη τόσο απομακρυσμένα μεταξύ τούς όσο η Νότιος Αφρική και οι Ηνωμένες Πολιτείες πολλά κράτη καθίστανται λιγότερο πρόθυμα και ικανά να εγγυηθούν τη ζωή και την περιουσία των πολιτών τους, με αποτέλεσμα να ανατίθενται τα καθήκοντα αυτά όλο και περισσότερο σε άλλους οργανισμούς. Τέλος, όταν τεθούν όλα τα παραπάνω θεμέλια, θα έχει έρθει η ώρα να διερευνήσουμε το μέλλον.

.~`~.
I
Η εξαφάνιση του μείζονος πολέμου

Η εξαφάνιση του μείζονος διακρατικού πολέμου, η οποία συντελείται τα τελευταία χρόνια του εικοστού αιώνα, υπήρξε αποτέλεσμα της εμφάνισης των πυρηνικών οπλων. Απο τη χαραυγή της ιστορίας, οι πολιτικές οργανώσεις που άρχιζαν πόλεμο μεταξύ τους μπορούσαν να ελπίζουν ότι θα επιβιωναν αν κατέβαλλαν τον εχθρό και νικούσαν. Σήμερα ομως, θεωρώντας απλώς ότι η ηττημένη πλευρά θα διατηρήσει μια χούφτα πυρηνικών οπλων έτοιμων προς χρηση, η σχέση μεταξύ νίκης και επιβίωσης έχει διακοπεί. Αντιθέτως, θα πρέπει να ληφθεί υπ όψιν έστω η πιθανότητα ότι, όσο μεγαλύτερος είναι ο θρίαμβος επί του αντιπάλου που διαθέτει πυρηνικά όπλα, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κίνδυνος για την επιβίωση του νικητή. Ο εμπόλεμος που βρίσκεται αντιμέτωπος με την αμεση προοπτική να χάσει τα πάντα -όπως για παράδειγμα συνέβη πρώτα στη Γαλλια και τη Ρωσία και κατόπιν στη Γερμανία και την Ιαπωνία κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο- είναι πιθανότερο να αντιδράσει πατώντας το κουμπί των πυρηνικών ή για την ακρίβεια πέφτοντας επάνω του, καθώς θα έχει καταρρεύσει η ιεραρχική κλίμακά του και ο ίδιος θα έχει χάσει τον έλεγχο.
Καθώς τα πυρηνικά όπλα εμφανίστηκαν μετά τη λήξη και συνεπεία της μεγαλύτερης ένοπλης σύγκρουσης όλων των εποχών, χρειάστηκε να περάσει αρκετός καιρός για να γίνει αντιληπτή η παραλυτική επίδρασή τους στον μελλοντικό πόλεμο. Τα χρόνια αμέσως μετά το 1945, μόνο ένας σημαντικός συγγραφέας φαίνεται να συνειδητοποίησε ότι «το απόλυτο όπλο» δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ποτέ' ένστολη ή όχι, η μεγάλη πλειοψηφία προτιμούσε να αναζητεί τρόπους με τους οποίους το όπλο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και, αν ήταν απαραίτητο, θα χρησιμοποιούνταν. Όπως συμβαίνει πάντα όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να προβλέψουν τη μορφή της μελλοντικής σύγκρουσης, η αδράνεια και τα «διδάγματα» του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου έπαιξαν τον ρόλο τους...
Τόσο στο δίκαιο όσο και στην πράξη, καθώς ο εικοστός αιώνας πλησίαζε στο τέλος του, ο διακρατικός πόλεμος φαινόταν να βρίσκεται σε υποχωρηση. Το δικαιωμα διεξαγωγής διακρατικού πολεμου είχε αφαιρεθεί από την κρατική κυριαρχια, της οποίας αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο, εκτός εάν υπαγορευοταν απο αυτοάμυνα. Ακόμη και εκεί όπου τα κράτη διεξήγαν πόλεμο αποκλειστικά για λόγους αυτοάμυνας (και ακριβώς για τον λόγο αυτό), δεν επιτρεπόταν να επωφεληθούν επιφέροντας εδαφική αλλαγή. Έτσι, ο διακρατικός πόλεμος έχασε το κυριότερο δέλεαρ που διέθετε. Ταυτόχρονα, όσον αφορά τα σημαντικά κράτη η εμφάνιση των πυρηνικών όπλων αύξησε κατά πολύ το κόστος του διακρατικού πολέμου. Ηταν πολυ φυσικο, επομένως, να μειωθεί η συχνότητά του, τουλάχιστον αναμεσα στα κράτη αυτά.
Όσο για τους διακρατικούς πολέμους που εξακολούθησαν να γίνονται, χωρίς καμία σχεδόν εξαίρεση, το μέγεθος των δυνάμεων που χρησιμοποιήθηκαν, η κλίμακα των στρατιωτικών επιχειρήσεων και η απειλή για την ύπαρξη των εμπολέμων ουδέποτε πλησίασαν έστω τις διαστάσεις της εποχής προ του 1945. Από τη Μέση Ανατολή μέχρι τα Στενά της Ταιβάν, ο κόσμος παραμένει επικίνδυνο μέρος και νέες μορφές ένοπλης σύγκρουσης φαίνεται ότι παίρνουν τη θέση των παλαιών. Παρά ταύτα, σε σύγκριση με την κατάσταση όπως είχε ακόμη και μέχρι το 1939, η αλλαγή υπήρξε μνημειώδης.

.~`~.
II
Η υποχώρηση του κράτους πρόνοιας

Καθώς η εισαγωγή των πυρηνικών όπλων και η αλλαγή αντιλήψεων σχετικά με το διεθνές δίκαιο οδήγησαν στην απώλεια της ικανότητας του κράτους να επεκτείνεται εις βάρος των γειτόνων του, το κράτος έστρεψε την ενεργητικότητα του -που εξακολουθουσε να είναι σημαντική- στο εσωτερικό. Χρησιμοποιώντας εργαλεία όπως στατιστική, η φορολογία, η αστυνομία, οι φυλακές, η υποχρεωτική παιδεία και το κράτος πρόνοιας, το κράτος επέκτεινε την εξουσία του επι της κοινωνίας των πολιτών αιώνες ολόκληρους, επιβάλλοντας το δικό του δίκαιο, εξαλείφοντας ή έστω αποδυναμωνοντας σε μεγάλο βαθμό θεσμούς μικρότερης εμβέλειας, με τους οποίους οι άνθρωποι ζούσαν όλη τους τη ζωή, και ενισχυόμενο μέχρι του σημείου ώστε να δεσπόζει σε ολόκληρη την κοινωνία των πολιτών. Από το 1840 περίπου, σοσιαλιστικές ιδέες, που έγιναν πράξη, λειτουργούσαν προς την ίδια κατεύθυνση και συνέβαλαν στο να επέλθουν αλλαγές. Έπειτα, αντί με το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου να επέλθει μια περίοδος χαλάρωσης, το κράτος διπλασίασε τις προσπάθειες του.
Σε επίπεδο ρητορικής, η κίνηση προς την κατεύθυνση του κράτους πρόνοιας ξεκίνησε στη διάρκεια του ίδιου του πολεμου. Τοσο ο Τσώρτσιλ οσο και ο Ρούσβελτ είχαν πλήρη επίγνωση του ότι οι προσπάθειες που κατέβαλαν οι εργαζόμενοι για λογαριασμό των κρατών τους επρεπε να αποζημιωθούν. Έτσι, όταν υπέγραψαν τον «Χάρτη του Ατλαντικού», στις αρχές του 1942, διακήρυξαν επισήμως ότι η «ελευθερία από την ανάγκη» ήταν ένας από τους κύριους σκοπούς των Συμμάχων. Προκειμένου να επιτευχθεί, οι άνθρωποι της εποχής επισήμαναν την τεράστια αύξηση της παραγωγής που είχε επιφέρει η κινητοποίηση και η χρησιμοποίηση όλων των πόρων για τη στρατιωτική προσπάθεια. Ειπώθηκε ότι, εάν ένα μικρό μόνο μέρος αυτών των πόρων παρέμενε στα χέρια του κράτους και χρησιμοποιούνταν για δημόσιους σκοπούς, ήταν πιθανόν να επιλυθούν ορισμένα από τα πιεστικότερα κοινωνικά προβλήματα, όπως η φτώχεια, η ανεργία (και τα δύο ήταν πολύ έντονα στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης), η ελλιπής υγειονομική περίθαλψη και η ανεπαρκής πρόσβαση στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαέδευση ως μέσον για μια καλύτερη ζωή. Η βρετανική Έκθεση Μπέβερετζ, η οποία δημοσιεύτηκε το 1944 και προλείανε το έδαφος για ευρείες κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, έδειξε τον δρόμο και χρησίμευσε ως υπόδειγμα για πολλούς άλλους στη Δυτική Ευρώπη, τον Καναδά και την Αυστραλασία. Κανένας ωστόσο δεν εξέφρασε καλύτερα τα συναισθήματα που επικρατούσαν από τον Αυστραλό πολιτικό Τζων Κέρτιν, ο οποίος ήταν πρωθυπουργός καθ' όλη τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου' κατά την άποψή του, «η κυβέρνηση πρέπει να είναι πρωτίστως ο οργανισμός μέσω του οποίου θα τονωθούν οι μάζες»...
Προς το έτος 2000, η οικονομική πολιτική στις περισσότερες χώρες, όπως και η οικονομική επιστήμη που την ερμήνευε και τη δικαιολογούσε, είχε διαγράψει πλήρη στροφή. Η τάση για μεγαλύτερη παρέμβαση του κράτους στην οικονομία, τάση που είχε αρχίσει τη δεκαετία του 1840 και εντάθηκε μετά το 1900 περίπου, είχε εκλείψει ή εξέλιπε' τη θέση της έπαιρνε η νέα έμφαση που δινόταν στην ιδιωτική επιχείρηση και τον ανταγωνισμό. Συχνά αυτά τα δύο εκδηλώνονταν στις αγριότερες και λιγότερο πολιτισμένες μορφές τους, όπως για παράδειγμα όταν ο αγώνας δρόμου για την απόκτηση περιουσίας, που μέχρι τότε ήταν κρατική, οδήγησε στην άνοδο της «ρωσικής μαφίας». Συχνά επίσης, η ιδιωτική επιχείρηση και ο ανταγωνισμός συνοδεύονταν από τρομερό χάσμα μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, από αύξηση του οργανωμένου και ανοργάνωτου εγκλήματος και εξαθλίωση της μεγάλης πλειοοψηφιας του πληθυσμου, συμπεριλαμβανομένων ιδίως ομάδων οπως ηλικιωμένοι συνταξιούχοι, που για τον αλφα ή βητα λογο ηταν ανίκανοι να διακόψουν την εξάρτησή τους από το χρεοκοπημένο πλέον κράτος.
Φυσικά, οι λεπτομέρειες διέφεραν από τη μία περιφέρεια στην άλλη. Στην ανατολική Ασία, όπως ήδη αναφέραμε η ουσιαστική απουσία ενός δικτύου κοινωνικής ασφάλισης σήμαινε ότι η διαδικασία καθορίστηκε ως προς τις σημαντικότερες συνιστώσες της από τη φιλελευθεροποίηση των αγορών, τη χαλάρωση των δεσμών μεταξύ κυβέρνησης και βιομηχανίας και από γενική λιτότητα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες γνώριζαν περίοδο ευημερίας αλλά ήταν διαιρεμένες ανάμεσα σε έναν δημοκρατικό πρόεδρο και ένα ρεπουμπλικανικό κογκρέσο, οι πολιτικοί προτίμησαν να αναβάλουν τις δύσκολες αποφάσεις για αργότερα καθώς η κοινωνική ασφάλιση απειλούνταν με χρεοκοπία λίγο μετά το έτος 2000. Σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, το κράτος πρόνοιας εξακολουθούσε να υφίσταται, περισσότερο λόγω αδράνειας και λόγω της απουσίας κάποιας εναλλακτικής πρότασης που θα μπορούσε να προσελκύσει τους ψηφοφόρους παρά για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Στην Ουκρανία, όπως και σε πολλά άλλα μέρη της ανατολικής Ευρώπης, της κεντρικής Ασίας και της Αφρικής, η κατάρρευση μονοκομματικών κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών καθεστώτων άφησε πίσω της κατεστραμμένες οικονομίες, που μόλις λειτουργούν. Σχεδόν παντού οι κυβερνήσεις αγωνίστηκαν για να διατηρήσουν τουλάχιστον ορισμένα τμήματα του κράτους πρόνοιας, κυρίως την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Πέραν τούτου όμως, ήταν φανερό ότι το όνειρο να χρησιμοποιηθεί η διακυβέρνηση για να «τονωθούν» οι μάζες είχε σωριαστεί σε ερείπια. Για την ακρίβεια μάλιστα, ακόμη και ομολογουμένως «αριστερά» κόμματα υιοθέτησαν κεντρώα στάση και διακήρυξαν ότι δεν ήταν πλέον σοσιαλιστικά. Οι παλαιές μορφές πολιτικοοικονομικής οργάνωσης έχουν σε μεγάλο βαθμό χάσει την αξιοπιστία τους, και αυτή τη στιγμή αναζητούνται άλλες για να πάρουν τη θέση τους.

.~`~.
III
Η διεθνοποίηση της τεχνολογίας

Όπως έχει υποστηριχτεί, η άνοδος του κράτους είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αντίστοιχη άνοδο της σύγχρονης τεχνολογίας. Ή τυπογραφία, οι δρόμοι, οι σιδηρόδρομοι, οι τηλεπικοινωνίες και οι γραφομηχανές -για να μην αναφέρουμε τα όπλα και τα οπλικά συστήματα- ήταν από τα σημαντικότερα μέσα που επέτρεψαν στο κράτος να επιβάλει την εξουσία του σε κάθε τετραγωνικό χιλιομετρο της επικράτειας του και σε καθε πολίτη του. Το καθένα μεμονωμένα και όλα μαζί επέτρεψαν τη συγκρότηση και τις επιχειρήσεις των ενόπλων δυνάμεων, τη συγκεντρωση εσόδων, τη διάδοση νόμων και διαταγματων και τη συλλογή πληροφοριών, ολα αυτα σε ποσότητες, με ταχύτητες και σε αποστάσεις αδιανόητες ως τότε. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1890 για την ταξινόμηση και αντιπαραβολή των αποτελεσμάτων της απογραφής των ΗΠΑ. Για να το δούμε από μια άλλη πλευρα, δεν είναι τυχαίο οτι η σύγχρονη τεχνολογία έχει τις απαρχές της στη Δυτική Ευρώπη και ότι έχει επιτύχει τη μεγαλύτερη ανάπτυξη της σε εκείνα τα μέρη του κόσμου όπού τα κράτη είναι ισχυρά και σταθερά. Αντιθέτως, οι περιοχες που για τον αλφα ή βήτα λόγο δεν κατάφεραν να εγκαθιδρύσουν ισχυρά κράτη είναι οι περιοχες εκείνες που, σε γενικές γραμμές, υστερούν στην παραγωγή και εφαρμογή κάθε είδους τεχνολογίας.
Από την αρχή όμως, μεγάλο μέρος της σύγχρονης -δηλαδή από το 1800 και μετά- τεχνολογίας είχε δύο όψεις. Από τη μία πλευρά, επέτρεπε στις κυβερνήσεις να απλώσουν, να επεκτείνουν και να ενισχύσουν την κυριαρχία τους περισσότερο από οποτεδήποτε άλλοτε και ως εκ τούτου τις διευκόλυνε να ελέγξουν τα πάντα εντός των εθνικών συνόρων τούς. Από την άλλη πλευρά, υπερέβαινε συνήθως τα σύνορα αυτά, αφού τα διέσχιζε και τα μετέτρεπε σε εμπόδια για την πρόοδο. Αυτό οφείλεται στο ότι η σύγχρονη τεχνολογία, σε αντίθεση με την προ του 1800, μπορεί ως επί το πλείστον να λειτουργήσει μόνο όταν και στον βαθμό που ομαδοποιείται σε συστήματα. Ένα άροτρο, ένα σφυρί, ένα μουσκέτο, ακόμη και μια ατμομηχανή ή ένα πλοίο μπορούν να κάνουν τη δουλειά τούς ακόμη και όταν δεν συνοδεύονται από άλλα του είδους τους. Ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται πολλά άροτρα το ένα δίπλα στο άλλο ή όταν πολλά πλοία ενώνονται σε ένα στόλο, το καθένα απ' αυτά εξακολουθεί να είναι ικανό να επιτελέσει τη λειτουργία του ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα. Αυτό δεν συμβαίνει με ένα μεμονωμένο τραίνο ή μία τηλεγραφική συσκευή ή ένα τηλέφωνο, αφού το καθένα απ' αυτά είναι από μόνο του εντελώς άχρηστο...
Αν και ο ρόλος των διαφόρων μέσων ενημέρωσης στην κατάρρευση του πρώην ανατολικού συνασπισμού είναι αδύνατον να εκτιμηθεί, ήταν σίγουρα μεγάλος. Μόνο στην Ανατολική Γερμανία, δεκαπέντε από τα δεκαοχτώ εκατομμύρια του πληθυσμού παρακολούθησαν τακτικά τη δυτικογερμανική τηλεόραση. Σύμφωνα με δηλώσεις ταξιδιωτών, δυτικοί ραδιοσταθμοί όπως οι RFE, VOA, BBC και DW ισχυρίζονταν ότι είχαν σχεδόν εκατό εκατομμύρια ακροατές το 1989. Άσχετα με το αν ο αριθμός αυτός ήταν ακριβής, η συμβολή τους στο να κινηθεί η ΕΣΣΔ προς τη γκλάσνοστ και την περεστρόικα αναγνωρίστηκε αργοτερα από τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ. Αντιθέτως, κράτη όπως η Κίνα, η Μπουρμα, το Ιράν και η Σαουδική Αραβία που προσπαθούν να βάλουν παρωπίδες στα μάτια των πολιτών τους και να τους εμποδίσουν να έχουν πρόσβαση σε διεθνείς υπηρεσίες ενημέρωσης, θα διαπιστώσουν ότι το τίμημα που θα αναγκαστουν να καταβαλουν γι' αυτή την αυτοεπιβληθείσα απομόνωση είναι σημαντικό. Μακροπρόθεσμα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο αγώνας τους θα αποβεί μάταιος.
Έτσι, φαίνεται ότι στα τέλη του εικοστού αιώνα, και παρά τα όσα έλεγε ο Τζώρτζ Οργουελ στο 1984, η σύγχρονη τεχνολογία δεν μας εισήγαγε σε μια εποχή ερμητικά κλειστών αυτοκρατοριών, Engsoc («αγγλικού σοσιαλισμού» στη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο 1984) και ελέγχου της σκέψης. Βέβαια, τα εμπόδια προς την «παγκοσμιοποίηση» εξακολουθούν να είναι τρομερά. Και δεν εννοούμε μόνο τον εθνικισμό και την ξενοφοβία που συναντούμε σε πολλά μέρη, ιδιαίτερα του αναπτυσσόμενου κόσμου, αλλά και εκείνον τον τύπο περιφερειακής οργάνωσης που, αντί να ωθεί τις χώρες να ανοιχτούν στο παγκόσμιο εμπόριο, τείνει να δημιουργεί ομάδες χωρών σχετικά κλειστές στο εμπόριο αυτό. Ανεξάρτητα από το αν επικρατήσει η παγκοσμιοποίηση ή η περιφερειακή οργάνωση, η επίδραση στα μεμονωμένα κράτη είναι παρόμοια. Όσο πιο σημαντικό είναι ένα κράτος, τόσο πιθανότερο είναι να συμμετέχει σε πολύ μεγάλο αριθμό διεθνών οργανισμών, είτε αυτοί είναι παγκόσμιοι είτε περιφερειακοί είτε απλώς εξειδικευμένοι. Με τον τρόπο αυτό, παραχωρεί ένα μέρος της κυριαρχικής εξουσίας του με αντάλλαγμα να έχει λόγο στις υποθέσεις των γειτόνων του. Στο μεταξύ, ο έλεγχος που ασκεί στην οικονομία του και τη σκέψη των πολιτών του έχει αναμφίβολα μειωθεί.
Σ' αυτές τις συνθήκες, το καλύτερο που μπορούν να κάνουν τα κράτη είναι να ακολουθήσουν το ρεύμα. Θα πρέπει να φροντίσουν ώστε οι πολίτες τους να σπουδάσουν ξένες γλώσσες, καθώς και τις νέες διεθνείς γλώσσες της επεξεργασίας δεδομένων' Θα πρέπει να προσχωρησουν σε διεθνείς οργανισμούς, ούτως ώστε να διασφαλίσουν ότι τα συμφέροντά τους δεν θα αγνοούνται' Θα πρέπει να αναπτύξουν τα δικτυα επικοινωνιών και μεταφορών, το οποίο σημαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις να τα ενοποιήσουν με τα αντίστοιχα δίκτυα των γειτόνων τους' Θα πρέπει να εκμεταλλευτουν τις νέες εμπορικές δυνατότητες μειώνοντας τους δασμούς, παρέχοντας σταθερό και μετατρέψιμο νόμισμα, ανοίγοντας τις χρηματοοικονομικές αγορές και εξασφαλίζοντας «διαφάνεια»: αυτό το τελευταίο θα το επιτύχουν αν επιτρέψουν την ελεύθερη κυκλοφορία πληροφοριών για τα ίδια, για την οικονομία τους και την κοινωνία τους. Εάν το κάνουν αυτό, το πιθανότερο είναι ότι θα ευημερήσουν. Εάν, για θρησκευτικούς, ιδεολογικούς ή άλλους λόγους, αρνούνται να το κάνουν, έχουν ήδη μείνει πίσω και ειναι, οπως φαίνεται, καταδικασμένα να εξακολουθήσουν να μένουν πίσω. Έχει παρέλθει πια οριστικά η εποχή όπου ένα κράτος, όσο μεγάλο και ισχυρό και αν ηταν, μπορουσε να ελπίζει ότι θα στηριζόταν αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, θα ίδρυε τη δική του κλειστή αυτοκρατορία και θα χρησιμοποιούσε την ισχύ του για να διεκδικήσει τα εδάφη των γειτόνων του ή και την παγκόσμια κυριαρχία.

.~`~.
IV
Η απειλή εναντίον της εσωτερικής τάξης

Πολλές κυβερνήσεις του Τρίτου Κόσμου δυσκολευονταν ανέκαθεν παρα πολυ να αφαιρέσουν τη βία από τα χέρια των ατόμων και οργανώσεων και να τη μονοπωλήσουν οι ιδέες. Από την Κολομβία και τη Λιβερία μέχρι το Αφγανιστάν και τις Φιλιππίνες, οι κυβερνήσεις αυτές δεινοπαθούν συχνά απο εμφυλίους πολέμους, εθνοτικες διαμάχες, θρησκευτικές συγκρούσεις, ανταρτοπόλεμο, τρομοκρατία, τρομοκρατία που σχετίζεται με τα ναρκωτικά ή, τις περισσότερες φορές, από κάποιο συνδυασμό των παραπάνω. Στις περιοχές αυτές το κράτος φυτοζωεί, μερικές φορές επί αιώνες -όπως συνέβη σε μεγάλο μέρος της Λατινικής Αμερικής στα «εκατό χρόνια μοναξιάς» της-, ή αρχίζει να καταρρέει προτού σχεδόν δημιουργηθεί, όπως συνέβη σε περιοχές της Ασίας και προπάντων, της Αφρικής. Στο μεταξύ, λόγω των τεχνολογικών και οικονομικών εξελίξεων, οι κυβερνήσεις του ανεπτυγμένου κόσμου χάνουν σε κάποιο βαθμό ή παραιτούνται από την ικανότητά τους να διεξάγουν διακρατικό πόλεμο, να παρέχουν κοινωνική πρόνοια, να κυριαρχούν στην οικονομία τους και να ελέγχουν τη σκέψη των πολιτών τους. Συνεπώς, μπορεί κάλλιστα να τεθεί το ερώτημα: θα καταφέρουν να διατηρήσουν το μονοπώλιό τους στη διατήρηση της έννομης τάξης;
Ίσως ο καλύτερος τρόπος να προσεγγίσει κανείς το πρόβλημα είναι ο εξής: Από τα μέσα του δέκατου εβδόμου αιώνα μέχρι το 1914, οι ένοπλες δυνάμεις των «πολιτισμένων» κυβερνήσεων -πρωτίστως οι ευρωπαικές, οι οποίες όμως αργότερα πλαισιώθηκαν και από τις ένοπλες δυνάμεις της Βορείου Αμερικής και της Ιαπωνίας- αποδείχτηκαν ικανές να υπερνικήσουν οποιαδήποτε αντίσταση μπορούσαν να προβάλουν άλλες πολιτικές οντότητες και οι κοινωνίες τούς. Το πλεονέκτημα αυτό ενισχύθηκε με τον καιρό: στο Ομντουρμάν, το 1896, μια χούφτα μυδραλιοβόλων Μαξίμ επέτρεψε στις δυνάμεις αυτές να εξολοθρεύσουν ολόκληρες φάλαγγες δερβίσηδων. Οι νίκες τους επέτρεψαν στις κυβερνήσεις τους να επεκταθούν τοσο, ώστε να ελέγχουν σχεδόν ολόκληρο τον κόσμο. Μόλις τρείς ή τέσσερις μη λευκές χώρες απέφυγαν την κυριαρχία την οποία συχνά επεβαλλαν πολύ μικρές ομάδες ξένων επί χώρες στην αντιπερα ακτη.
Την περίοδο 1918-1939, οι δυσκολίες της διατήρησης των διαφόρων αποικιακών αυτοκρατοριών αυξήθηκαν αρκετά. Σε πολλά μέρη οι ιμπεριαλιστές υποχρεώθηκαν να συμμαχήσουν με τοπικές ελίτ, οι οποίες έγιναν δεκτές στις κατώτερες βαθμίδες της κυβέρνησης. Όλο και συχνότερα, οι συμμαχίες αυτές κρύβονταν πίσω από μια σειρά συνθηκών που παραχωρούσαν την επίφαση της εξουσίας διατηρώντας την στη πραγματικότητα. Έτσι, αν και η κατεύθυνση της αλλαγής ηταν αρκετά ξεκάθαρη, δεν πρέπει να υπερβάλλουμε σχετικά με τις διαστάσεις της. Την εποχή που ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πολεμος, ούτε μια ασιατική ή αφρικανική χώρα δεν είχε κατορθώσει να απαλλαγεί απο τους πραγματικούς αφέντες της, δηλαδη απο στρατεύματα που είτε αποτελουνταν απο λευκούς είτε ειχαν οργανωθεί και διοικούνταν από αυτούς.
Οι αλλαγές που συντελέστηκαν τα τελευταία πενήντα χρόνια είναι κοσμοϊστορικές. Από τη Γαλλία μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν υπάρχει σχεδόν καμία «προηγμένη» κυβέρνηση στην Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική της οποίας οι ένοπλες δυνάμεις να μην έχουν ηττηθεί από ελλιπώς εξοπλισμένους, ελλιπώς εκπαιδευμένους, ελλιπώς οργανωμένους, συχνά κακοντυμένους, υποσιτισμένους και αναλφάβητους αγωνιστές της ελευθερίας, αντάρτες ή τρομοκράτες' με λίγα λόγια, από άνδρες -και συχνά γυναίκες- που τους έλειπαν τα πάντα εκτός από το άφθονο κουράγιο και την αποφασιστικότητα να αντέξουν σε αστυνομικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις καταστολής εξεγέρσεων, ειρηνευτικές επιχειρήσεις και οποιοδήποτε άλλο είδος επιχειρήσεων είχαν επινοήσει οι αφέντες τους...
Εάν συνεχιστούν οι σημερινές τάσεις, η τελική έκβαση είναι ορατή, και μαλιστα αποτελεί ήδη θέμα πολλών έργων επιστημονικής φαντασίας, καθώς και παιχνιδιών που παίζονται σε προσωπικούς υπολογιστές. Η παροχή ασφάλειας -που τουλάχιστον από την εποχή του Τόμας Χομπς αναγνωρίζεται ως η σημαντικότερη λειτουργία του κράτους- θα ανατεθεί για άλλη μία φορά σε διάφορες άλλες οντότητες. Ορισμένες θα είναι εδαφικές αλλά όχι κυρίαρχες, με άλλα λόγια κοινότητες μεγαλύτερες των κρατών, ενώ άλλες, ίσως οι περισσότερες, δεν θα είναι ούτε κυρίαρχες ούτε εδαφικές. Ορισμένες θα δρουν εν ονόματι πολιτικών, ιδεολογικών, θρησκευτικών ή εθνοτικών σκοπών, ενώ άλλες καθαρά για ιδιωτικό κέρδος. Όποιοι και αν είναί οι σκοποί τους, όλες θα χρειαστούν χρήματα για να επιβιώσουν. Θα τα αποκτήσουν συνάπτοντας συμβόλαια με κράτη για να κάνουν βρώμικες δουλειές για λογαριασμό τους, πουλώντας τις υπηρεσίες τους σε άλλους οργανισμούς ή εκβιάζοντας τον πληθυσμό. Για παράδειγμα, στη διάρκεια της εξέγερσης της PLO εναντίον του Ισραήλ, χρησιμοποιήθηκαν και οι τρεις μέθοδοι, είτε από διαφορετικές είτε ταυτόχρονα από τις ίδιες κλίκες. Αντιθέτως, και όπως ήδη συμβαίνει σε ορισμένα μέρη, είναι πιθανόν ότι τα κράτη θα υιοθετήσουν την αρχή «ο χρήστης πληρώνει». Θα αρχίσουν να επιβάλλουν τέλη για ορισμένα τουλάχιστον είδη ασφαλείας, όπως η παροχή βοήθειας σε περιπτωση διάρρηξης, τα οποια προηγουμένως παρέχονταν -όσο παρέχονταν- δωρεάν.
Ετσι, ενισχύεται το ενδεχόμενο να απωλέσει το κράτος το μονοπώλιο που διαθέτει σε εκείνες τις μορφές οργανωμένης βίας που εξακολουθούν να ειναι εφικτές στην πυρηνική εποχή, και ως εκ τούτου να μετατραπεί σε απλό δρων υποκείμενο μεταξύ πολλών άλλων. Εξαπλούμενη από κάτω προς τα επάνω, η άσκηση αυτής της βίας μπορεί να ξαναγίνει ό,τι ήταν μέχρι και το πρώτο ήμισυ του δέκατου έβδομου αιώνα: καπιταλιστική επιχείρηση που ελάχιστα διέφερε από πολλές άλλες και συνδεόταν στενά μαζί τους. Ενώ στο παρελθόν πρίγκιπες και άλλοι στρατιωτικοί μεταπράτες συνήπταν συμβόλαια μεταξύ τους προκειμένου να πραγματοποιήσουν κέρδη -ένας κεφαλαιοκράτης του Άμστερνταμ, ο Λούις ντε Γκέιρ, προμήθευσε κάποτε στη σουηδική κυβέρνηση ένα ολόκληρο ναυτικό, ναύτες και κυβερνήτες, μέχρι και τον αντιναύαρχο-, στο μέλλον διάφορες δημόσιες, ημιδημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις θα κάνουν το ίδιο. Για ορισμένες απο αυτές η ασφάλεια θα ειναι η κύρια δραστηριότητα, ενώ για άλλες θα είναι επικουρική. Ορισμένες θα είναι νόμιμες και άλλες θα είναι εγκληματικές αν και, με τον καιρό και όσο θα αυξάνεται η αλληλεπίδραση μεταξύ διαφόρων οργανισμών και ατόμων -προκειμένου, αν μη τι άλλο, να μάθουν πώς να παρέχουν ασφάλεια με τον καλύτερο τρόπο-, οι μεταξύ τους διαφορές ενδέχεται να μειωθούν.
Σε πολλές απ τις λεγόμενες αναπτυσσόμενες χώρες, η κατάσταση που μόλις περιγράψαμε ήδη υφίσταται, για την ακρίβεια μάλιστα ουδέποτε έπαψε να υφίσταται. Δρώντας από μόνοι τους -εξοπλίζοντας ιδιωτικούς φρουρούς ή και δημιουργώντας ολόκληρους στρατούς- ή συνάπτοντας συμφωνίες με τοπικούς επαναστάτες, άτομα και επιχειρήσεις προσπαθούν να διασφαλίσουν την περιουσία και τη λειτουργία τους, κατάσταση που είναι συχνά γνωστή ως νεοαποικισμός. Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι πολίτες των περισσότερων προηγμένων χωρών μπορούν ακόμη να κοιμούνται με ασφάλεια στα κρεβάτια τους, αν και όλο και περισσότερα από αυτά τα κρεβάτια αρχίζουν να προστατεύονται απο όπλα και να περιβάλλονται, από τείχη. Έτσι, μόνο στη Βρετανία κυκλοφορούν ίσως γύρω στα δύο εκατομμύρια παράνομα όπλα. Το 1997, στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρχαν τριάντα χιλιάδες κοινότητες που προστατεύονταν ιδιωτικά, αριθμός που αναμένεται να διπλασιαστεί σε λίγα χρόνια' οι ενδείξεις σχετικά με την αυξανόμενη αδιαφορία και αποστασιοποίηση των κατοίκων των κοινοτήτων αυτών από τις δημόσιες υποθέσεις δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν. Τόσο γι' αυτούς όσο και για τους λιγότερο τυχερούς συμπατριώτες τους, η ζωή στο μέλλον αναμένεται να καταστεί λιγότερο ασφαλής ή τουλάχιστον να διακατέχεται από μεγαλύτερη μανία με την ασφάλεια, σε σύγκριση με τη ζωη που παρείχαν τα ισχυρότερα κράτη του παρελθόντος.
Το θετικό του πράγματος είναι ότι αυτά τα ίδια κράτη είναι πολύ λιγότερο πιθανό να εμπλακούν σε εκτεταμένες εχθροπραξίες μεταξύ τους -πόσο μάλλον σε πόλεμο σε παγκόσμια κλίμακα- σε σύγκριση με ό,τι γινόταν μέχρι το 1945. Η συμφωνία με τον διάβολο που συνήφθη τον δέκατο έβδομο αιώνα, σύμφωνα με την οποία το κράτος παρείχε στους πολίτες του πολύ βελτιωμένη ασφάλεια σε καθημερινή βάση με αντάλλαγμα την προθυμία τους να θυσιαστούν για λογαριασμό του, εάν καλούνταν να το κάνουν, μπορεί να πλησιάζει στη λήξη της.

.~`~.
V
Η απόσυρση της πίστης

Ενώ ο Χέγκελ εκθείαζε, το 1830, τα στελέχη του κρατικού διοικητικού μηχανισμού ως την «αντικειμενική τάξη» που έθετε το δημόσιο συμφέρον επάνω από το δικό της και ενώ στις αρχές του εικοστού αιώνα ο Όττο Χίντσε εξυμνούσε «τις υψηλές αρχές» των δημοσίων υπαλλήλων και ο Μαξ Βέμπερ έβλεπε την κρατική διοίκηση ως προσωποποίηση του «ορθολογισμού που κατευθύνεται προς κάποιο σκοπό», σήμερα ουδείς πιστεύει ότι ο κρατικός γραφειοκρατικός μηχανισμός έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Για την ακρίβεια, συμβαίνει το αντίθετο. Σε διάφορες μελέτες που πραγματοποίηθηκαν από τη δεκαετία του 1960 και μετά, οι κρατικές γραφειοκράτίες παρουσιάζονται ως άκρως απαιτητικές (η γραφειοκρατική λύση σε οποιοδήποτε πρόβλημα είναι περισσότερη γραφειοκρατία), ιδιοτελείς, επιρρεπείς στο ψεύδος προκειμένου να καλύψουν τις γκάφες τους, αυταρχικές, απρόβλεπτες, απρόσωπες, μικρόψυχες, ανίκανες και ανελέητες. Επιχειρηματολογώντας εναντίον της επέκτασης των δημοσίων υπηρεσιών υγείας, ο πρόεδρος Μπους είπε κάποτε ότι η κυβέρνησή του «συμπάσχει όσο και η KGB». Ο όρος «γραφειοκρατία» έχει καταλήξει να σημαίνει οτιδήποτε το κακό, και ένας από τους χειρότερους χαρακτηρισμούς που μπορεί να δοθεί σε έναν άνθρωπο είναι «γραφειοκράτης».
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι ίσως η μοίρα της ίδιας της λέξης «δημόσιος». Στην κλασική Ελλάδα, όπου για πρώτη φορά έγινε η διάκριση ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο (*), την πρωτοκαθεδρία είχε η δημόσια σφαίρα, σε σημείο ώστε από τη λέξη «ιδιωτικός» (ίδιος) να προέρχεται η σύγχρονη αγγλική λέξη idiot (ηλίθιος). Στα τέλη του εικοστού αιώνα, όταν καταλύθηκε ο σοσιαλισμός, η κατάσταση αντιστράφηκε. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το «δημόσιο», δηλαδή ό,τι ανήκει στο κράτος ή παρέχεται από αυτό, έχει γίνει συνώνυμο του «δευτέρας διαλογής»...

---------------------------------------------------------------
(*) Εφόσον δεν υπήρχε η έννοια του κράτους ως ξεχωριστού νομικού προσώπου, οι περισσότερες ιστορικές κοινωνίες στάθηκαν ανίκανες να αναπτύξουν μια ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ διακυβέρνησης και ιδιοκτησίας στις διάφορες μορφές τους. Η συνακόλουθη σύγχυση μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας οδήγησε σε πολλά και διάφορα παράδοξα, όπως ο ισχυρισμός του Αριστοτέλη ότι οι βάρβαροι, οι οποίοι δεν ζούσαν σε αυτοδιοικούμενες πόλεις, αλλά εξαρτιόταν από τη βούληση των κυρίαρχων φύλαρχων ή βασιλέων τους, ήταν «εκ φύσεως» δούλοι...
Ο Ευρωπαϊκός μεσαίωνας έφτασε στο αντίθετο άκρο. Με την κατάρρευση της Ρώμης, η δημόσια σφαίρα, η οποία περιελάμβανε απλώς όσα άνηκαν στον αυτοκράτορα, σχεδόν εξαφανίστηκε... Όπως είπε ο Άνταμ Σμιθ, το μοναδικό σημαντικότερο από την ευμάρεια είναι η άμυνα. Η ανασφάλεια, είτε αυτή οφειλόταν στην αδυναμία της διακυβέρνησης είτε στην υπερβολική ισχύ της (στις αυτοκρατορίες, με την ετερογενή εθνική σύσταση και τις απομακρυσμένες επαρχίες τους, μερικές φορές ίσχυαν και τα δυο), εμπόδιζε τη συσσώρευση πλεονάσματος σε ατομική βάση και την εμφάνιση μιας σταθερής κατά κεφαλήν οικονομικής ανάπτυξης. Παρά τις σχετικές απόπειρες που έγιναν σποραδικά, καμιά από αυτές τις κοινωνίες δεν στάθηκε ικανή να αναπτύξει χάρτινο νόμισμα ή να δημιουργήσει κάτι παραπλήσιο με κεντρική τράπεζα. Με απλά λόγια, η εμπιστοσύνη στην ικανότητα και την προθυμία της διακυβέρνησης να σεβαστεί τις υποχρεώσεις της ήταν ανύπαρκτη' δεν είναι τυχαίο ότι, στην εβραϊκή γλώσσα, η λέξη «σπαταλώ τα χρήματα μου» έχει τη ρίζα της σε έναν όρο ο οποίος αρχικά σήμαινε «δημόσιο ταμείο» (τιμαίον στα ελληνικά)... η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι αρχαίοι ιστορικοί καθιστά σαφέστατο ότι ούτε οι Έλληνες ούτε οι Ρωμαίοι αντιλήφθηκαν ποτέ το κράτος ως αφηρημένη οντότητα, ξεχωριστή από τους πολίτες του. Όπου εμείς θα μπορούσαμε να πούμε «το κράτος», αυτοί έγραφαν «το κοινό» ή «ο λαός»...
Εάν νοηθεί με αυτό τον τρόπο, το κράτος αποτελεί τη δεύτερη σημαντικότερη επινόηση στην ιστορία μετά τον ελληνικό διαχωρισμό μεταξύ ιδιοκτησίας και διακυβέρνησης.
---------------------------------------------------------------

Σχετικά με τα συμπτώματα μείωσης της αφοσίωσης στο κράτος θα αντιτείνει κανείς ότι, από τη Μέση Ανατολή μέχρι την Τσετσενία, πολλές οργανώσεις που έχουν κάνει τα πάντα για να υπονομεύσουν το κράτος προσπαθούν να ιδρύσουν ανεξάρτητα κράτη. Είναι γεγονός ότι συχνά αυτός είναι ένας σκοπούς τους, αν και με κανέναν τρόπο ο μοναδικός. Ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι ωστόσο το γεγονός ότι πολλές από αυτές τις οργανώσεις αρχίζουν να φαντάζονται πώς θα χάσουν την κυρίαρχη εξουσία τους πριν ακόμη την αποκτήσουν. Έτσι, οι αυτονομιστές του Κεμπέκ ελπίζουν να διατηρήσουν τα οφέλη της οικονομικής ένωσης με τον υπόλοιπο Καναδά, συμπεριλαμβανομένου του κοινού νομίσματος. Πριν καλά καλά διαλυθεί η πρώην Σοβιετική Ένωση, ιδρύθηκε η Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ), με σκοπό -ο οποίος επιτεύχθηκε μόνο εν μέρει- τη διατήρηση των κοινών θεσμών που θεωρούνταν καθοριστικοί για την ευημερία όλων. Ως εκ τούτου, επετράπη σε Ρώσους που ζούσαν στις βαλτικές δημοκρατίες να συμμετάσχουν στις ρωσικές εκλογές του Μαίου-Ιουνίου 1996. Στο μεταξύ, τουλάχιστον μία δημοκρατία (Λευκορωσία) δεν είχε αποφασίσει εάν ήθελε να είναι ανεξάρτητη ή όχι.
Σε άλλα μέρη της Ευρώπης, πέντε νεοπαγή κρατη, δηλαδή η Τσεχία, η Σλοβακία και οι τρεις βαλτικές δημοκρατίες, καταβάλλουν δραστήριες προσπάθειες να προσχωρήσουν στην Ευρωπαική Ένωση. Στη Μέση Ανατολή, η ΡLO, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ένα ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας δεν θα ήταν οικονομικά βιώσιμο, εξετάζει εδώ και καιρό κάποιο είδος ενοποίησης με την Ιορδανία, το Ισραήλ και ενδεχομένως άλλες χώρες' αν θεωρηθεί ότι η περιοχή οδεύει προς την ειρήνη και όχι προς τον πόλεμο, τότε είναι πιθανό να προκύψει μια τέτοια ένωση, ασχέτως του αν αυτό αρέσει στα μέλη της ή όχι [S. Peres, The New Middle East (Weindenfel and Nicolson, 1996)]. Ένα τελευταίο σχετικό παράδειγμα αποτελούν οι πρώην γιουγκοσλαβικές δημοκρατίες. Μόλις η Κροατία και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη έγιναν ανεξάρτητα κράτη -η τελευταία μάλιστα πριν ακόμη γίνει-, συγκρότησαν ομοσπονδία. Όπως και τα άλλα νεοπαγή κράτη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, η Σλοβενία βρίσκεται στη διαδικασία εισδοχής στην Ευρωπαική Ένωση. Όπως είπε στον συγγραφέα του παρόντος βιβλίου ο υπουργός Εξωτερικών ενός από αυτά τα κράτη σε μια συνάντηση στο Νταβός, αν η χώρα του δεν ήλπιζε να μπει στην Ευρωπαϊκή Ενωση, τότε ποιος ο λόγος να διαλυθεί η Γιουγκοσλαβία;
Αν και τα κράτη συνεχίζουν να επιτελούν ορισμένες σημαντικές λειτουργίες δύο αιώνες αφότου η Γαλλική Επανάσταση επιστράτευσε για πρώτη φορά τον σύγχρονο μαζικό εθνικισμό, σε πολλά από αυτά φαίνεται ότι δεν υπάρχουν πια άνθρωποι που πιστεύουν στο κράτος ή είναι διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους γι' αυτό. Μερικές φορές αυτό φαίνεται να είναι απόρροια ενός αποτυχημένου πολέμου, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες (μετά το Βιετνάμ και το «χάσμα εμπιστοσύνης») και στην ΕΣΣΔ (οπου παρόμοιο ρόλο έπαιξε η αποτυχία στο Αφγανιστάν). Αλλού συνέβη ανεπαίσθητα, καθως η αυξανόμενη ενοποίηση με άλλα κράτη οδήγησε στη σταδιακή μείωση της κυριαρχικής εξουσίας καθε μεμονωμένου κράτους, όπως έγινε σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.
Όποιες και αν είναι οι ακριβείς διαδικασίες, σχεδόν παντού συνοδεύονται από μια φθίνουσα προθυμία των κρατών να αναλάβουν την ευθύνη της οικονομίας τους, να εξασφαλίσουν κοινωνικές παροχές, να μορφώσουν τους νέους τους ή και να εκπληρώσουν τη στοιχειώδη λειτουργία της προστασίας των πολιτών τους από την τρομοκρατία και το έγκλημα, έργο το οποίο μοιράζονται στην καλύτερη περίπτωση με άλλους οργανισμούς και στη χειρότερη απλώς το αφήνουν στην τύχη του. Στα τέλη της δεύτερης χιλιετίας και σε όλο και περισσότερα μέρη, από τη δυτική και την ανατολική Ευρώπη μέχρι τον αναπτυσσόμενο κόσμο, αντί οι άνθρωποι να υπηρετούν και να θαυμάζουν το κράτος, μάλλον το υφίστανται και το ανέχονται. Είναι φανερό ότι έχει παρέλθει η εποχή όπου το κράτος εμφανιζόταν, όπως συνέβαινε ιδιαίτερα την εποχή του ολοκληρωτικού πολέμου, ως ο επί της γης θεός.

Η Άνοδος και η Πτώση του Κράτους
Εκδ. Κων. Τουρίκη

.~`~.
Επίλογος

Δυστυχώς για τον 21ο αιώνα, υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτό διόλου δεν θα είναι το έσχατο σκαλί, στο οποίο θα ξεπέσει η τέχνη και η πραγματικότητα του πολέμου, δεν θα είναι ούτε καν χαοτικές συγκρούσεις, σαν τον συγκαιρινό μας εμφύλιο πόλεμο στο Αφγανιστάν. Γιατί σε όλες αυτές τις μορφές πολέμου υπάρχει, έτσι κι αλλιώς, μια κρατική, εθνική ή πάντως πολιτική κατεύθυνση και αρχή, κάτι που διέπει σκοπούς και χαράζει κάποια, οσοδήποτε χαλαρά, όρια. Όμως οι ένοπλες συγκρούσεις για σκοπούς επιβίωσης ή διαρπαγής μέσα σε συνθήκες διαδεδομένης ανομίας δεν θα γνωρίζουν όρια - ούτε ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη, ούτε ανάμεσα σε πόλεμο και έγκλημα' θα διεξάγονται δηλαδή πέραν και ανεξαρτήτως κάθε κρατικής και πολιτικής αρχής ή νομιμοφροσύνης και θα συνιστούν τρόπον τινά την επέκταση του νεοφιλελεύθερου δόγματος της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στον τομέα των πολεμικών επιχειρήσεων... υπάρχει κάτι χειρότερο από την κρατική οργάνωση, με τον αξιωματικό και τους στρατιώτες του: υπάρχει η ανομία, με τον πολέμαρχο και τα παλικάρια του...
Η παγκοσμιοποίηση δεν θα είναι μονόπλευρη, όπως διατείνονται οι ιδιοτελείς ή οι αφελείς θιασιώτες της, δεν θα αφορά δηλαδή μόνον τις χρηματιστηριακές και τις επενδυτικές εργασίες ή τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά θα επεκταθεί εξ ίσου και στην ανομία, στο οργανωμένο και στο ανοργάνωτο έγκλημα, στη διεκδίκηση των πάντων εκ μέρους των πάντων, όπου τον αγώνα των κρατών και των εθνών θα τον διαδεχθεί, τουλάχιστον εν μέρει, ο αγώνας του ανθρώπου προς άνθρωπο. Τότε η έννοια του "ολοκληρωτικού πολέμου" θ' αλλάξει κι αυτή. Δεν θα σημαίνει, όπως στον Πρώτο και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την άμεση ή την έμμεση επιστράτευση όλου του ικανού πληθυσμού, είτε στο μέτωπο είτε στα μετόπισθεν, για την παραγωγή όπλων και πολεμοφοδίων, χωρίς όμως να καταργείται οπωσδήποτε ή εντελώς η διάκριση μεταξύ μάχιμων και αμάχων. Θα σημαίνει ακριβώς το αντίστροφο: αφού τα όπλα παράγονται σχετικά φτηνά και γρήγορα, και καθώς η δύναμη πυρός αυξάνει συνεχώς σ' όλα τα οπλικά επίπεδα, δεν χρειάζεται πια να επιστρατευθούν μάζες για την παραγωγή και τη διάδοσή τους· όμως συνάμα χάνεται το νόμιμο μονοπώλιο της ένοπλης βίας, σβήνουν τα όρια ανάμεσα σε μαχίμους και αμάχους, ανάμεσα σε πολεμική και εγκληματική πράξη, ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη.
Και όταν χάνονται τα όρια ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη, δεν απορροφά η ειρήνη τον πόλεμο: ο πόλεμος καταπίνει την ειρήνη, και γίνεται ολοκληρωτικός με την εφιαλτικότερη έννοια του όρου.



.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

*
*
*
*
- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.