16 Ιουλίου 2014

Ένας αιώνας μετά την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Γερμανία (1862-1945). Στόχοι και αντίπαλοι. Το γερμανικό ιστορικό επέκτασης.


.~`~.
Προλογικά

Η συζήτηση περί Ευρώπης [Η Ευρώπη ως αόριστη έννοια] είναι άνευ αντικειμένου: πρόκειται για γεωγραφική έννοια: Ποια είναι η Ευρώπη; (η φράση αυτή γραμμένη στα γερμανικά, στα γαλλικά και στη συνέχεια στα αγγλικά) wer ist Europa? qui est-il l'Europe? who is Europe?
Otto von Bismarck

Η ισορροπία ισχύος στην Ευρώπη είμαι εγώ
δεν υπάρχει καμία ισορροπία ισχύος στην Ευρώπη πέρα από εμένα
Kaiser -Καίσαρ- Wilhelm II

Ξεκινάμε από εκεί που σταματήσαμε εξακόσια χρόνια πριν. Βάζουμε τέλος στην ατελείωτη γερμανική πορεία προς τον Νότο και τη Δύση και στρέφουμε το βλέμμα μας προς την Ανατολή [Μεσευρώπη (Mitteleuropa)]. Διακόπτουμε οριστικά την αποικιακή και εμπορική πολιτική της προπολεμικής περιόδου και περνάμε στην εδαφική πολιτική του μέλλοντος.
Adolf Hitler

.~`~.
I
Εισαγωγή

Κατά τα έτη από το 1862 μέχρι το 1870 και από το 1900 μέχρι το 1945, η Γερμανία ήταν αποφασισμένη να ανατρέψει την ευρωπαϊκή ισορροπία ισχύος και να αυξήσει το μερίδιο στρατιωτικής δύναμης που κατείχε. Κατά τη διάρκεια αυτών των πενήντα πέντε ετών ξεκίνησε μεγάλο αριθμό κρίσεων και πολέμων, και έφτασε στο σημείο να προσπαθήσει δύο φορές να κυριαρχήσει στην Ευρώπη κατά τον 20ό αιώνα. Από το 1870 μέχρι το 1900, η Γερμανία ενδιαφερόταν βασικά να διατηρήσει και όχι να αλλάξει την ισορροπία ισχύος. Όμως η Γερμανία δεν είχε μετατραπεί σε κορεσμένη δύναμη, γεγονός που κατέστησε σαφές κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Η αιτία της καλοκάγαθης συμπεριφοράς της κατά τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν ότι την περίοδο εκείνη δεν είχε αρκετή ισχύ για να αμφισβητήσει τους αντιπάλούς της.

Η επιθετική συμπεριφορά της Γερμανίας στην εξωτερική της πολιτική κατευθυνόταν κυρίως από στρατηγικούς υπολογισμούς. Η ασφάλεια ήταν πάντοτε φλέγον ζήτημα για τη Γερμανία λόγω της γεωγραφίας της: βρίσκεται στο κέντρο της Ευρώπης, με ελάχιστα φυσικά αμυντικά εμπόδια είτε στην ανατολική είτε στη δυτική της πλευρά, γεγονός που την καθιστά τρωτή σε εισβολή. Κατά συνέπεια, οι Γερμανοί ηγέτες πάντοτε είχαν οξυμένη την προσοχή τους για τυχόν ευκαιρίες απόκτησης ισχύος και ενίσχυσης των προοπτικών της χώρας τους για επιβίωση. Αυτό δεν αμφισβητεί ότι και άλλοι παράγοντες επηρέαζαν τη γερμανική εξωτερική πολιτική. Για παράδειγμα, ας δούμε τη γερμανική συμπεριφορά όταν στην εξουσία βρίσκονταν οι δύο πλέον διάσημοι ηγέτες της, ο Όττο φον Μπίσμαρκ και ο Αδόλφος Χίτλερ. Παρ' ότι ο Μπίσμαρκ γενικά θεωρείται ως ένας επιδέξιος εφαρμοστής της realpolitik, το κίνητρό του όταν ξεκινούσε και κέρδιζε πολέμους το 1864, το 1866 και το 1870-71 δεν ήταν μόνο οι συλλογισμοί ασφάλειας, αλλά και ο εθνικισμός. Ειδικότερα, ο Μπίσμαρκ, όχι μόνο επιδίωκε να επεκτείνει τα σύνορα της Πρωσίας και να την καταστήσει περισσότερο ασφαλή, αλλά ήταν επίσης αποφασισμένος να δημιουργήσει ένα ενοποιημένο γερμανικό κράτος.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιθετική συμπεριφορά του Χίτλερ είχε σε σημαντικό βαθμό ως κίνητρο μια βαθιά ριζωμένη ρατσιστική ιδεολογία. Παρ' όλα αυτά, οι ξεκάθαροι υπολογισμοί ισχύος έπαιζαν κεντρικό ρόλο στο πώς σκεφτόταν ο Χίτλερ για τη διεθνή πολιτική [Τα πλέον περιεκτικά γραπτά του Χίτλερ για την εξωτερική πολιτική βρίσκονται όχι στο Μeίn Κampf (Ο αγών μου), αλλά στο Ηίtler's Secret Βοοk (Zweites Buch), αγγλική μτφ. Salvator Attanasίon (New York: Βramhail House, 1986)]. Από το 1945 κι έπειτα, έχει ανοίξει ένας διάλογος μεταξύ των διαφόρων μελετητών αναφορικά με το πόση συνέχεια εμφανίζουν οι Ναζί προς τούς προκατόχούς τούς. Όμως στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής υπάρχει ευρεία συμφωνία στο ότι ο Χίτλερ δεν αντιπροσώπευε κάποια έντονη διάσταση με το παρελθόν, αλλά αντ' αυτού σκεφτόταν και συμπεριφερόταν όπως οι Γερμανοί ηγέτες πριν απ' αυτόν. Ο David Calleo το διατυπώνει εύστοχα: «Στην εξωτερική πολιτική, οι ομοιότητες μεταξύ της αυτοκρατορικής και της ναζιστικής Γερμανίας είναι καταφανείς. Ο Χίτλερ ενστερνιζόταν την ίδια γεωπολιτική ανάλυση: δηλαδή την ίδια βεβαιότητα σχετικά με τη σύγκρουση μεταξύ των εθνών, την ίδια έντονη επιθυμία και το ίδιο αιτιολογικό για την ηγεμονία στην Ευρώπη. Μπορούσε να ισχυριστεί ότι ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος απλώς καταδείκνυε την ορθότητα της γεωπολιτικής ανάλυσης». Ακόμη και χωρίς τον Χίτλερ και τη φονική του ιδεολογία, η Γερμανία σίγουρα θα ήταν επιθετικό κράτος κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1930.

.~`~.
II
Στόχοι και αντίπαλοι

Η Γαλλία και η Ρωσία ήταν οι δύο κυριότεροι αντίπαλοι της Γερμανίας από το 1862 μέχρι το 1945, παρ' ότι υπήρξαν σύντομες περίοδοι κατά τις οποίες οι ρωσογερμανικές σχέσεις ήταν φιλικές. Από την άλλη πλευρά, οι γαλλογερμανικές σχέσεις ήταν σχεδόν πάντοτε κακές καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία είχαν, σε λογικά πλαίσια, καλές σχέσεις πριν το 1900, αλλά οι σχέσεις επιδεινώθηκαν κατά τον 20ό αιώνα, και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως η Γαλλία και η Ρωσία, κατέληξε να πολεμήσει εναντίον της Γερμανίας και στους δύο παγκόσμιους πολέμους. Η Αυστροουγγαρία ήταν άσπονδος εχθρός της Γερμανίας κατά τα πρώτα χρόνια του Μπίσμαρκ στην καγκελαρία, αλλά τα δύο κράτη έγιναν σύμμαχοι το 1879 και παρέμειναν συνδεδεμένα μέχρι τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας το 1918. Οι σχέσεις μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας ήταν σε γενικές γραμμές καλές από το 1862 μέχρι το 1945, παρ' ότι η Ιταλία πολέμησε εναντίον της Γερμανίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πολέμησαν εναντίον της Γερμανίας και στους δύο παγκόσμιους πολέμους αλλά εκτός αυτού δεν υπήρξε σημαντικός ανταγωνισμός μεταξύ των δύο κρατών κατά τις οκτώ αυτές δεκαετίες.

---------------------------------------------------------------
Ένας τρόπος για να σκεφτούμε τους δυο παγκόσμιους πολέμους είναι να τους εκλάβουμε ως έναν ενιαίο, στην πραγματικότητα, τριακονταετή πόλεμο, στον οποίο κύριοι πρωταγωνιστές ήταν οι ΗΠΑ και η Γερμανία στον αγώνα τους για τη διαδοχή της Βρετανίας, που είχε αρχίσει να παρακμάζει ως ηγεμονική δύναμη. Από αυτή τη σκοπιά, η άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας το 1945 σήμανε την ολοκάθαρη νίκη των Ηνωμένων Πολιτειών...
Immanuel Wallerstein
---------------------------------------------------------------

Ο κατάλογος των συγκεκριμένων στόχων της γερμανικής επιθετικότητας κατά την περίοδο από το 1862 μέχρι το 1945 είναι μακρύς, επειδή η Γερμανία είχε φιλόδοξα επεκτατικά σχέδια μετά το 1900. Για παράδειγμα, η Γερμανία του Γουλιέλμου όχι μόνο επιδίωκε να κυριαρχήσει στην Ευρώπη, αλλά ήθελε επίσης να εξελιχτεί σε παγκόσμια δύναμη. Αυτό το φιλόδοξο σχέδιο, γνωστό ως Weltpolitίk, περιελάμβανε την απόκτηση μιας μεγάλης αποικιακής αυτοκρατορίας στην Αφρική. Παρά ταύτα, ο σημαντικότερος σκοπός της Γερμανίας κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα ήταν η επέκταση στην ευρωπαϊκή ήπειρο εις βάρος της Γαλλίας και της Ρωσίας, επέκταση την οποία αποπειράθηκε να πραγματοποιήσει και στους δύο παγκόσμιους πολέμους. Όπως εξετάζεται παρακάτω, η Γερμανία είχε πιο περιορισμένούς σκοπούς από το 1862 μέχρι το 1900 διότι δεν ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να καταλάβει την Ευρώπη.

.~`~.
III
Το γερμανικό ιστορικό επέκτασης

α´
Ο Μπίσμαρκ ανέλαβε τα ηνία της κυβέρνησης στην Πρωσία τον Σεπτέμβριο του 1862. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ενοποιημένο γερμανικό κράτος. Αντ' αυτού, ένα σύνολο γερμανόφωνων πολιτικών οντοτήτων, διασκορπισμένες στο κέντρο της Ευρώπης, ήταν χαλαρά συνδεδεμένες στη Γερμανική Συνομοσπονδία. Τα δύο ισχυρότερα μέλη της ήταν η Αυστρία και η Πρωσία. Μέσα στα επόμενα εννέα χρόνια, ο Μπίσμαρκ κατέστρεψε τη συνομοσπονδία και δημιούργησε ένα ενωμένο γερμανικό κράτος το οποίο ήταν κατά πολύ ισχυρότερο από την Πρωσία την οποία αντικατέστησε. Ο Μπίσμαρκ επιτέλεσε αυτό το έργο προκαλώντας και κερδίζοντας τρεις πολέμους. Η Πρωσία συνασπίστηκε με την Αυστρία το 1864 για να νικήσει τη Δανία, και στη συνέχεια συνασπίστηκε με την Ιταλία το 1866 για να νικήσει την Αυστρία. Τέλος, η Πρωσία νίκησε τη Γαλλία το 1870, μετατρέποντας τις γαλλικές επαρχίες της Αλσατίας και της Λορένης σε τμήμα του νέου γερμανικού Ράιχ...

---------------------------------------------------------------
Εκ των υστέρων, φαίνεται ότι το κρίσιμο σημείο στη διαδικασία που τελικά κατέστησε νομικά και πρακτικά αδύνατη την προσάρτηση από ένα κράτος εδάφους που άνηκε σε άλλο ήταν μάλλον το 1870-1871... Πολύ γρήγορα φάνηκε καθαρά ό,τι, σε έντονη αντίθεση με παρόμοια γεγονότα στο παρελθόν, ο γαλλικός λαός αρνιόταν να το εγκαταλείψει. Αντιθέτως, αυτό καθαυτό το γεγονός ότι η Αλσατία και η Λωρραίνη είχαν κατακτηθεί δια της βίας είχε ως αποτέλεσμα να χαρακτηριστούν «ιερές»... Αφού η Αλσατία και η Λωρραίνη ήταν ιερές, περίμεναν την «εκδίκηση» (la revanche), για την οποία κάθε Γάλλος και κάθε Γαλλίδα είχαν πατριωτικό καθήκον να προετοιμαστούν όσο καλύτερα μπορούσαν. Όπως είχε προβλέψει ο ίδιος ο Μπίσμαρκ, λόγω αυτής της αλλαγής της στάσης του λαού, η προσάρτηση των δύο επαρχιών -κατόπιν επιμονής του Μόλτκε και του γενικού επιτελείου- ήταν το χειρότερο πολιτικό λάθος που διέπραξε στην καριέρα του. Εφεξής, κάθε άλλο κράτος που βρισκόταν σε αντιπαλότητα με τη Γερμανία μπορούσε να υπολογίζει στη γαλλική στήριξη.
Martin Van Creveld
---------------------------------------------------------------

Ο Μπίσμαρκ έγινε καγκελάριος της νέας Γερμανίας στις 18 Ιανουαρίου 1871 και παρέμεινε σ' αυτό το αξίωμα επί δεκαεννέα χρόνια, μέχρι που ο κάιζερ Γουλιέλμος τον έπαψε στις 20 Μαρτίου 1890. Παρ' ότι κατά τις δύο αυτές δεκαετίες η Γερμανία ήταν το ισχυρότερο κράτος στην ευρωπαϊκή ήπειρο, δεν διεξήγαγε πολέμους και η διπλωματία της ασχολούνταν κυρίως με τη διατήρηση και όχι με τη μεταβολή της ισορροπίας ισχύος. Ακόμη και αφότου ο Μπίσμαρκ εγκατέλειψε τη καγκελαρία, η γερμανική εξωτερική πολιτική ακολούθησε ουσιαστικά την ίδια πορεία για άλλη μία δεκαετία. Μόνο στις αρχές του 20ού αιώνα η διπλωματία της Γερμανίας έγινε προκλητική και οι ηγέτες της άρχισαν να σκέφτονται σοβαρά τη χρήση βίας προκειμένου να επεκτείνουν τα γερμανικά σύνορα.

Πώς εξηγείται αυτό το τριακονταετές διάστημα της μάλλον ειρηνικής συμπέριφοράς της Γερμανίας; Γιατί ο Μπίσμαρκ, ο οποίος επέδειξε τόσο έντονες επιθετικές τάσεις κατά τα εννέα πρώτα χρόνια του στην καγκελαρία, προσανατολίστηκε προς την άμυνα κατά τα υπόλοιπα δεκαεννέα χρόνια; Αυτό δεν οφειλόταν στο ότι ο Μπίσμαρκ είχε μια ξαφνική επιφοίτηση και μετατράπηκε σε «μια φιλειρηνική διπλωματική μεγαλοφυϊα». Στην πραγματικότητα, οφειλόταν στο ότι ο Μπίσμαρκ και οι διάδοχοί του αντιλήφθηκαν ορθά ότι ο γερμανικός στρατός είχε κατακτήσει περίπου όσα εδάφη ήταν δυνατόν να κατακτήσει χωρίς να προκαλέσει πόλεμο μεταξύ μεγάλων δυνάμεων' περαιτέρω κατακτήσεις θα προκαλούσαν έναν τέτοιο πόλεμο, τον οποίο η Γερμανία αναμενόταν ότι θα έχανε. Το σημείο αυτό καθίσταται ξεκάθαρο όταν εξετάσει κανείς τη γεωγραφία της Ευρώπης την εποχή εκείνη, την αναμενόμενη αντίδραση των άλλων ευρωπαϊκών μεγάλων δυνάμεων στη γερμανική επιθετικότητα, και τη θέση της Γερμανίας στην ισορροπία ισχύος.
Ελάχιστες μικρές δυνάμεις υπήρχαν στα ανατολικά και τα δυτικά σύνορα της Γερμανίας. Για την ακρίβεια, δεν υπήρχε καμία μικρή δύναμη στα ανατολικά της σύνορα, όπου συνόρεύε με τη Ρωσία και την Αυστροουγγαρία. Αυτό σήμαινε ότι ηταν δύσκολο για τη Γερμανια να κατακτήσει νέα εδάφη χωρίς να εισβάλει στη χώρα μιας μεγαλης δύναμης - δηλαδή της Γαλλίας ή της Ρωσίας. Επιπλέον, ηταν σαφές στους Γερμανούς ηγέτες καθ όλη τη διάρκεια των τριων αυτών δεκαετιων οτι αν η Γερμανία εισέβαλε στη Γαλλία ή στη Ρωσία, μαλλον θα κατεληγε να πολεμά εναντίον και των δύο -και ίσως ακόμη και του Ηνωμένου Βασιλείου- σε έναν διμέτωπο πόλεμο.

Ας εξετάσουμε τι συνέβη στις δύο μεγάλες γαλλογερμανικές κρίσεις αυτής της περιόδου. Κατά τη διάρκεια της κρίσης «Πόλεμος Ενόψει» το 1875, τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και η Ρωσία κατέστησαν σαφές ότι δεν θα κάθονταν να βλέπουν τη Γερμανία να συντρίβει τη Γαλλία, όπως είχαν κάνει το 1870. Κατά τη διάρκεια της κρίσης του Boulanger το 1887, ο Μπίσμαρκ είχε βασικούς λόγους να πιστεύει ότι η Ρωσία θα βοηθούσε τη Γαλλία σε περίπτωση που ξεσπούσε γαλλογερμανικός πόλεμος. Όταν αυτή η κρίση τερματίστηκε, ο Μπίσμαρκ διαπραγματεύτηκε την περίφημη συνθήκη Αντασφαλίσεως (13 Ιουνίου 1887) μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας. Ο στόχος του ήταν να διατηρήσει ανοιχτό το δίαύλο επικοινωνίας με τον τσάρο της Ρωσίας και να εμποδίσει μια στρατιωτική συμμαχία μεταξύ Γαλλίας και Ρωσίας. Όμως, όπως επισημαίνει ο George Κennan, ο Μπίσμαρκ μάλλον αντιλαμβανόταν «όπως πολλοί άλλοι άνθρωποι, ότι σε περίπτωση γαλλογερμανικού πολέμου θα ήταν αδύνατον, είτε υπήρχε συνθήκη είτε όχι, να εμποδιστούν οι Ρώσοι να μπούν στον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας σε σύντομο χρονικό διάστημα». Κάθε αμφιβολία γι' αυτό το ζήτημα εξαφανίστηκε μεταξύ του 1890 και του 1894, όταν η Γαλλία και η Ρωσία συγκρότησαν συμμαχία εναντίον της Γερμανίας.
Μολονότι η Γερμανία ηταν το ισχυροτερο κράτος στην Ευρώπη κατά τη περίοδο από το 1870 μέχρι το 1900 δεν ήταν δυνητικός ηγεμόνας καί ως εκ τούτου δεν είχε επαρκή ισχύ ώστε να είναι βέβαιη ότι μπορούσε να νικήσει ταυτοχρονα τη Γαλλία και τη Ρωσία, πόσο μάλλον ταυτόχρονα το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και τη Ρωσία. Για την ακρίβεια, πριν το 1900 ακόμη και η Γαλλία μόνη της μαλλον θα ήταν τρομερός αντίπαλος για τη Γερμανία.
Οι δυνητικοί ηγεμονες διαθέτουν τον ισχυρότερο στρατό και τον περισσότερο πλούτο από κάθε άλλο κράτος στην περιφέρειά τούς.

β´
Η Γερμανία είχε πράγματι τον ισχυρότερο στρατό στην Ευρώπη, αλλά ο στρατός αυτός δεν ήταν σημαντικά ισχυρότερος απ' ό,τι ο γαλλικός στρατός κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο γερμανικός στρατός ήταν μεγαλύτερος από τον γαλλικό κατά τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν τον γαλλοπρωσικό πόλεμο (1870-71), καθώς και κατά το κλείσιμο του 19ου αιώνα. Παρ' ότι η Γαλλία είχε περισσότερους στρατιώτες στον στρατό της απ' ό,τι η Γερμανία κατά τη δεκαετία του 1880 και στις αρχές της δεκαετίας του 1890, αυτό το αριθμητικό πλεονέκτημα ήταν σε μεγάλο βαθμό άνευ νοήματος, καθώς οφειλόταν στο γεγονός ότι η Γαλλία -σε αντίθεση με τη Γερμανία- είχε μια πολύ μεγαλύτερη δεξαμενή κακά εκπαιδευμένων εφέδρων οι οποίοι ελάχιστη συνεισφορά θα είχαν στην έκβαση οποιουδήποτε πολέμού μεταξύ των δύο χωρών. Γενικά, ο γερμανικός στρατός είχε σαφές ποιοτικό πλεονέκτημα έναντι του γαλλικού, παρ' ότι το χάσμα δεν ήταν τόσο έντονο όσο ήταν κατά τη διάρκεια του γαλλοπρωσικού πολέμου.

Αναφορικά με τον πλούτο, η Γερμανία είχε σημαντικό πλεονέκτημα έναντι της Γαλλίας και της Ρωσίας από το 1870 μέχρι το 1900. Όμως κατά την ίδια περίοδο το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν πολύ πλουσιότερο από τη Γερμανία. Για παράδειγμα, η Γερμανία έλεγχε το 20% του ευρωπαϊκού πλούτου το 1880, ενώ η Γαλλία έλεγχε το 13% και η Ρωσία το 3%. Όμως το Ηνωμένο Βασίλειο διέθετε το 59% του συνόλου, γεγονός που του έδινε πλεονέκτημα σχεδόν 3:1 απέναντι στη Γερμανία. Το 1890, το μερίδιο της Γερμανίας είχε αυξηθεί στο 25%, ενώ τα μερίδια της Γαλλίας και της Ρωσίας ήταν αντίστοιχα 13% και 5%. Όμως το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθούσε να ελέγχει το 50% του ευρωπαϊκού πλούτου, γεγονός που του έδινε πλεονέκτημα σχεδόν 2:1 απέναντι στη Γερμανία.

Συνοψίζοντας, τυχόν γερμανική επιθετικότητα κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα μάλλον θα είχε οδηγήσει σε έναν πόλεμο μεταξύ μεγάλων δυνάμεων τον οποίο η Γερμανία δεν είχε μεγάλες δυνατότητες να κερδίσει. Το Β' Ράιχ θα είχε καταλήξει να πολεμά με δύο ή τρεις μεγάλες δυνάμεις ταυτόχρονα, και δεν διέθετε αρκετή σχετική ισχύ ώστε να κερδίσει αυτού του είδους τον πόλεμο. Η Γερμανία ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να προκαλέσει συναγερμό στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και τη Ρωσία όταν υπήρχε έστω και νύξη ότι μπορεί να ξεκινούσε επίθεση, αλλά ακόμη δεν ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να πολεμήσει ταυτόχρονα και με τις τρείς αντίπαλές της μεγάλες δυνάμεις. Έτσι, η Γερμανία υποχρεώθηκε να αποδεχτεί το status quo από το 1870 μέχρι το 1900.

Κατά το 1903, όμως, η Γερμανία ήταν δυνητικός ηγεμόνας. Έλεγχε μεγαλύτερο ποσοστό της ευρωπαϊκής βιομηχανικής δύναμης από οποιοδήποτε άλλο κράτος, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, και ο γερμανικός στρατός ήταν ο ισχυρότερος στον κόσμο. Η Γερμανία είχε πλέον την ικανότητα να εξετάσει το ενδεχόμενο να περάσει στην επίθεση προκειμένου να αποκτήσει περαιτέρω ισχύ. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι περίπου εκείνη την περίοδο η Γερμανία άρχισε να σκέφτεται σοβαρά να μεταβάλει την ευρωπαϊκή ισορροπία ισχύος και να εξελιχτεί σε παγκόσμια δύναμη.

γ´
Η πρώτη σοβαρή κίνηση αμφισβήτησης του status quo από την πλευρά της Γερμανίας ήταν η απόφασή της στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού να κατασκευάσει ένα πανίσχυρο ναυτικό που θα αμφισβητούσε τον έλεγχο του Ηνωμένου Βασιλείου στους ωκεανούς του πλανήτη και θα επέτρεπε στη Γερμανία να ακολουθήσει τη Weltpolitίk. Το αποτέλεσμα ήταν μια ναυτική κούρσα εξοπλισμών μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γερμανίας, η οποία κράτησε μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Γερμανία ξεκίνησε μια μεγάλη κρίση με τη Γαλλία για το Μαρόκο τον Μάρτιο του 1905. Ο στόχος της Γερμανίας ήταν να απομονώσει τη Γαλλία από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Ρωσία και να εμποδίσει αυτά τα κράτη να συμπήξουν έναν εξισορροπητικό συνασπισμό εναντίον της Γερμανίας. Στην πραγματικότητα, η κρίση εξελίχτηκε σε μπούμερανγκ για τη Γερμανία, και τα τρία αυτά κράτη συνέπηξαν την Τριπλή Συνεννόηση (Triple Entente). Παρ' ότι οι ηγέτες της Γερμανίας δεν ξεκίνησαν τη λεγόμενη κρίση της Βοσνίας τον Οκτώβριο του 1908 επενέβησαν για λογαριασμό της Αυστροουγγαρίας και έφεραν την κρίση στα πρόθυρα του πολέμου προτού τελικά η Ρωσία υποχωρήσει και αποδεχτεί μια ταπεινωτική ήττα τον Μάρτιο του 1909. Η Γερμανία ξεκίνησε μια δεύτερη κρίση για το Μαρόκο τον Ιούλιο του 1911, και ξανά ο στόχος ήταν να απομονωθεί και να ταπεινωθεί η Γαλλία. Αυτό δεν επιτεύχθηκε: Η Γερμανία υποχρεώθηκε να υποχωρήσει και η Τριπλή Συνεννόηση ενισχύθηκε. Πιο σημαντικό, οι ηγέτες της Γερμανίας είχαν τη βασική ευθύνη για την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου το καλοκαίρι του 1914. Ο στόχος τους ήταν να πετύχουν αποφασιστική νίκη επί των αντίπαλων μεγάλων δυνάμεων και να μεταβάλουν τον χάρτη της Ευρώπης έτσι ώστε να εξασφαλίσουν τη γερμανική ηγεμονία για το προβλεπτό μέλλον.

Κατά την έναρξη της κρίσης τον Ιούλιο του 1914, η Γερμανία ήθελε έναν τοπικό πόλεμο στα Βαλκάνια στον οποίο θα εμπλέκονταν η Αυστροουγγαρία και η Σερβία. Όμως, ήταν πρόθυμη να αποδεχτεί έναν ηπειρωτικό πόλεμο που θα έφερνε αντιμέτωπες την Αυστροουγγαρία και τη Γερμανία εναντίον της Γαλλίας και της Ρωσίας. Δεν ήθελε έναν παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος θα σήμαινε εμπλοκή τον Ηνωμένού Βασιλείου στη σύγκρουση (Βλ. Jack S. Levy, «Preferences, Constraίnts and Choίces in July 1914», Internatίonal Securίty 15, Νο. 3 (Winter 1990-91), σ. 154-61). Καθώς η κρίση εξελισσόταν, καθίστατο όλο και περισσότερο σαφές ότι η Ευρώπη κατευθυνόταν προς ηπειρωτικό ή προς παγκόσμιο πόλεμο και όχι προς τοπικό πόλεμο. Η Γερμανία, η οποία είχε εξαρχής παίξει τον κεντρικό ρόλο στην όξυνση της κρίσης, ελάχιστη προσπάθεια κατέβαλε να την τερματίσει καθώς ο πόλεμος διαγραφόταν όλο και πιο κοντά. Για την ακρίβεια, η Γερμανία έβλεπε έναν μεγάλο πόλεμο εναντίον της Γαλλίας και της Ρωσίας ως ευκαιρία για 1) να σπάσει την περικύκλωσή της από την Τριπλή Συνεννόηση, 2) να συντρίψει τη Ρωσία, την οποία φοβόταν ότι θα γίνει ισχυρότερη από τη Γερμανία στο εγγύς μέλλον, και 3) να εγκαθιδρύσει ηγεμονία στην Ευρώπη.

Η συνθήκη των Βερσαλιών αποδυνάμωσε τελείως τη Γερμανία καθ' όλη την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1919-33). Στη Γερμανία δεν επιτρεπόταν να διαθέτει πολεμική αεροπορία, και το μέγεθος του στρατού της δεν μπορούσε να ξεπεράσει τούς εκατό χιλιάδες άνδρες. Τόσο η καθολική στρατιωτική θητεία, όσο και το περίφημο γερμανικό Γενικό Επιτελείο τέθηκαν εκτός νόμου. Ο γερμανικός στρατός ήταν τόσο ασθενής κατά τη δεκαετία του 1920, ώστε οι Γερμανοί ηγέτες φοβούνταν σοβαρά εισβολή του πολωνικού στρατού, ο οποίος είχε επιτεθεί στη Σοβιετική Ένωση το 1920 και είχε νικήσει τον Κόκκινο Στρατό. Παρ' ότι η Γερμανία δεν ήταν σε θέση να αποκτήσει εδάφη δια της βίας, σχεδόν όλοι οι ηγέτες της κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ηταν αποφασισμένοι να ανατρέψουν το Status Quo και τουλαχιστον να ανακτήσουν τα εδάφη πού η Γερμανία έχασε υπέρ του Βελγίου και της Πολωνίας στο τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Σκόπευαν επίσης να αναστηλώσούν τη γερμανική στρατιωτική δύναμη. Προς τον σκοπό αυτό, στις 16 Απριλίου 1922 η Γερμανία της Βαϊμάρης και η Σοβιετική Ένωση υπέγραψαν τη μυστική συνθήκη του Ραπάλο, «έναν πολύπλευρο, στενό και μεγάλης διάρκειας διακανονισμό συνεργασίας», που επέτρεψε στη Γερμανία να ενισχύσει κρυφά τις στρατιωτικές της ικανότητες κατά παράβαση της συνθήκης των Βερσαλιών. Αυτή η αναθεωρητικη τάση πού υπήρχε στις κυβερνώσες ελίτ της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης εξηγεί εν μέρει το γιατί υπήρξε τόσο μικρή αντίσταση στην αμυντική και την εξωτερική πολιτική του Χίτλερ αφότού ο τελευταίος ανήλθε στην εξουσία το 1933.

---------------------------------------------------------------
Η περίπτωση της Πολωνίας κατά τα χρόνια αμέσως μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Το νεοπαγές αυτό κράτος για ένα σύντομο χρονικό διάστημα απολάμβανε σημαντικό στρατιωτικό πλεονέκτημα έναντι της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης, που και οι δύο ήταν κατεστραμμένες από την ήττα στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αισθανόμενη την ευκαιρία να αποκτήσει ισχύ και να ενισχύσει την ασφάλειά της, η Πολωνία αποπειράθηκε να διασπάσει τη Σοβιετική Ένωση και να δημιουργήσει μια ισχυρή ομοσπονδία υπό πολωνική ηγεσία, που θα συμπεριλάμβανε τη Λιθουανία, τη Λευκορωσία και την Ουκρανία. Οι Πολωνοί «ονειρεύονταν μια ανασύσταση της ισχυρής και τεράστιας χώρας που κάποτε ήταν το βασίλειο της Πολωνίας». Josef Korbel, Poland between East and West. Συνένωση Βαλτικής και Μαύρης Θάλασσας.

Σημ. Δ`~. Μια αντίστοιχη συμμαχία δημιουργούν οι Η.Π.Α στον Βορρά της Ανατολικής Ευρώπης ανάμεσα στην πιστή τους σύμμαχο Πολωνία (η οποία διαδραμάτισε ρόλο στα γεγονότα της Ουκρανίας ο οποίος υποβαθμίστηκε), τις Βαλτικες Χώρες, μέρος της Ουκρανίας κ.λπ. Δες εδώ και Intermarium το οποίο παραπέμπει, χαλαρά, στην παλαιά Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία (Polish–Lithuanian Commonwealth). Στο Νότο η συμμαχία είναι ανάμεσα σε Ρουμανία, Αζερμπαιτζάν και Τουρκία - με την Τουρκία μέχρι στιγμής να μην ευθυγραμμίζεται πλήρως (εκεί έχουμε το κουρδικό και το συριακο-ιρακινό ισλαμιστικό ψευδοχαλιφατισμό). Στα πλαίσια αυτά μπορεί να ιδωθεί και η οικονομική αστάθεια-αποσταθεροποίηση στη Βουλγαρία αυτή την περίοδο. «Τις τελευταίες ημέρες υπήρξε μια προσπάθεια αποσταθεροποίησης του κράτους μέσω μιας οργανωμένης επίθεσης εναντίον των βουλγαρικών τραπεζών χωρίς κανέναν λόγο», αναφέρει η κεντρική τράπεζα της χώρας σε ανακοίνωσή της. Η Μαύρη Θάλασσα δεν είναι μυθολογικής αξίας χώρος μονάχα... Θυμίζω:

i) Τὸ πολιτικὸ πρόγραμμα τῶν ἐθνικοσοσιαλιστῶν προέβλεπε τὴν ἀναδιοργάνωση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ χώρου ἐπὶ φυσικῶν δεσμῶν, ἤτοι ὀργάνωση τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης μὲ κατεύθυνση πρὸς τὴν Μαύρη Θάλασσα καὶ τὴν ὀργανικὴ ἐνσωμάτωση τῶν Βαλκανίων στὴν ὑπόλοιπη Εὐρώπη (βλ. π.χ. Α. Oesterheld, Wirtschaftsraum Europa, Berlin 1942) - Γεράσιμος Κακλαμάνης (Η «φιλοσοφία» του λιμπεραλισμού. Καπιταλισμός και νέος διεθνισμός και η Ευρώπη ως αόριστη έννοια).

ii) Οτι ό πρώτος παγκόσμιος πόλεμος προήλθε λόγω τών Βαλκανίων, είναι γενικά γνωστό. Αλλά καί ό φορέας του δευτέρου τά Βαλκάνια ήσαν. Οι καταστάσεις τής άνατολικής Ευρώπης, άναγκαστικά διωγκωμένες μέσα στήν δυτική ιστοριογραφία του β' παγκοσμίου πολέμου, αποδίδουν τήν φαινομενολογία τών πραγμάτων (π.χ. έγγυήσεις Αγγλίας, Γαλλίας στήν Πολωνία ή προσβολή τής έδαφικής άκεραιότητας του Βελγίου), άλλά όχι τήν ουσία τους. Η «νέα τάξη» του Χίτλερ προέβλεπε ώς Ρωσία μιά ευθεία (!) γραμμή Πετρουπολη-Κίεβο-Τιφλίδα. Τά δυτικά αυτής της γραμμής έπρεπε νά υπαχθούν στήν «νέα Τάξη». Αυτά είναι ακριβώς τα Βαλκάνια με τις προσβασεις τους στην Μαύρη Θάλασσα. Ο χώρος αυτος αποτελούσε την αναγκαστική συμπλήρωση τής κεντρικής Ευρώπης, επί της οποίας θα εστηρίζετο η αυτοκρατορία του Χίτλερ, ως βασικής δυνάμεως της «νέα τάξης» των ευρωπαϊκων πραγμάτων. Υπήρξαν μάλιστα καί σχέδια των επιτελων του, εν οίς καί ό Γκαίρινγκ, ότι επρεπε να εξασφαλισθη η Μεσόγειος προ πάσης άλλης επιχειρήσεως - Γεράσιμος Κακλαμάνης (Η σημασία των Βαλκανίων).
---------------------------------------------------------------

Ο κορυφαίος πολιτικός ηγέτης της Γερμανίας κατά τη Δημοκρατία της Βαϊμαρης ηταν ο Gustav Stresemann, ο οποίος ήταν υπουργός Εξωτερικών από το 1924 μέχρι τον θάνατό του το 1929. Οι απόψεις του για την εξωτερική πολιτική φαίνονταν μάλλον μετριοπαθείς, τουλάχιστον συγκριτικά με αυτές πολλών πολιτικών του αντιπάλων, οι οποίοι παραπονούνταν ότι δεν ήταν αρκετά επιθετικός στην προώθηση της αναθεωρητικής ατζέντας της Γερμανίας. Ο Stresemann υπέγραψε, τόσο το σύμφωνο του Λοκάρνο (1 Δεκεμβρίου 1925), όσο και το σύμφωνο Kellogg-Briand (27 Αυγούστου 1928), τα οποία αποτελούσαν προσπάθειες να καλλιεργηθεί η διεθνής συνεργασία και να εξαλειφθεί ο πόλεμος ως εργαλείο της πολιτικής. Έφερε επίσης τη Γερμανία στην Κοινωνία των Εθνών (8 Σεπτεμβρίου 1926) και σπανίως μιλούσε για χρήση βίας προκειμένου να ανατραπεί η ισορροπία ισχύος. Παρ' όλα αυτά, υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των μελετητών ότι ο Stresemann δεν ήταν ιδεαλιστής, αλλά αντ' αυτού ήταν «ένας πεπεισμένος οπαδός ταυ δόγματος ότι η Μachtpolitik ήταν ο μοναδικός προσδιοριστικός παράγοντας στις διεθνείς σχέσεις και ότι μόνο το δυναμικό ισχύος ενός έθνους μπορούσε να καθορίσει τη θέση του στον κόσμο». Επιπλέον, ήταν έντονα αποφασισμένος να επεκτείνει τα σύνορα της Γερμανίας. Υπέγραψε σύμφωνα μη επίθεσης και χρησιμοποίησε συμβιβαστική γλώσσα με το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία επειδή θεωρούσε ότι η έξυπνη διπλωματία ήταν ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο η στρατιωτικά ασθενής Γερμανία μπορούσε να ανακτήσει κάποια από τα χαμένα εδάφη της. Αν η Γερμανία διέθετε έναν πανίσχυρο στρατό κατά τη διάρκεια της θητείας του Stresemann στο υπουργείο Εξωτερικών, ο τελευταίος σχεδόν σίγουρα θα τον είχε χρησιμοποιήσει -ή θα απειλούσε να τον χρησιμοποιήσει- για να αποκτήσει εδάφη για τη Γερμανία.

Ελάχιστα χρειάζεται να ειπωθούν για τη ναζιστική Γερμανία (1933-45), καθώς αναγνωρίζεται ομόφωνα ως ένα από τα πλέον επιθετικά κράτη στην παγκόσμια ιστορία. Όταν ο Χίτλερ ανήλθε στην εξουσία τον Ιανουάριο του 1933, η Γερμανία εξακολουθούσε να είναι αδύναμη στρατιωτικά. Ο Χίτλερ αμέσως άρχισε να διορθώνει την κατάσταση και να οικοδομεί μια ισχυρή Βέρμαχτ η οποία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για επιθετικούς σκοπούς. Το 1938, ο Χίτλερ αισθάνθηκε ότι είχε έρθει η ώρα να επεκτείνει τα σύνορα της Γερμανίας. Η Αυστρία και η τσεχοσλοβακική Σουδητία αποκτήθηκαν το 1938 χωρίς να πέσει ούτε μία τουφεκιά, όπως συνέβη και με την υπόλοιπη Τσεχοσλοβακία και τη λιθουανική πόλη του Μέμελ τον Μάρτιο του 1939. Αργότερα την ίδια χρονιά, η Βέρμαχτ εισέβαλε στην Πολωνία, έπειτα στη Δανία και τη Νορβηγία τον Απρίλιο του 1940, στο Βέλγιο, την Ολλανδία [οι περισσότερες από αυτές τις χώρες δεν κατέβαλαν ουσιαστική αντίσταση], το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία τον Μάιο του 1940, στη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, και στη Σοβιετική Ένωση τον Ιούνιο τον 1941.

Η Τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων
Εκδ. Ποιότητα

.~`~.
Επιλογικά

α´
Ο Bismarck έδειχνε να χάνει την υπομονή του όταν γινόταν χρήση των λέξεων «Χριστιανοσύνη» ή «Ευρώπη» στη διπλωματική γλώσσα (συνήθως από τους Ρώσους και τον Υπουργό των Εξωτερικών τους Gorchakov). Στα Γερμανικά έγγραφα προ του 1914 υπάρχει μια σημείωση που έκανε ο Bismarck σε ένα υπόμνημα που είχε συντάξει ο Gorchakov:
«Η συζήτηση περί Ευρώπης είναι άνευ αντικειμένου: πρόκειται για γεωγραφική έννοια: Ποια είναι η Ευρώπη; (η φράση αυτή γραμμένη στα γερμανικά, στα γαλλικά και στη συνέχεια στα αγγλικά) wer ist Europa? qui est-il l'Europe? who is Europe?»
Και όταν κάποτε ο ίδιος ο Gorchakov υποστήριξε την άποψη ότι το Ανατολικό Ζήτημα δεν ήταν ούτε Γερμανικό, ούτε Ρωσικό, αλλά Ευρωπαϊκό ζήτημα, ο Bismarck έδωσε την ισοπεδωτική απάντηση:
«Ανέκαθεν συναντούσα τη λέξη Ευρώπη στα χείλη των πολιτικών εκείνων που ήθελαν κάτι από άλλες Δυνάμεις, το οποίο όμως δεν τολμούσαν να ζητήσουν εξ ονόματος τους»...
Ένας Ρώσος διπλωμάτης χρησιμοποίησε κάποτε σε μια συζήτηση με τον Bismarck τη λέξη «Χριστιανοσύνη». Ο Bismarck είπε: «τι εννοείς με τη λέξη Χριστιανοσύνη;». Ο διπλωμάτης απάντησε: «Ορισμένες Μεγάλες Δυνάμεις». Ο Bismarck απάντησε:
«και τι συμβαίνει αν δεν συμφωνούν μεταξύ τους;»

β´
Είναι αλήθεια ότι η φιλία... μιας Μεγάλης Δύναμης για τις άλλες παραμένει έως ένα βαθμό πάντα πλατωνική' διότι καμία Μεγάλη Δύναμη δεν μπορεί να τεθεί αποκλειστικά στην υπηρεσία μιας άλλης.

γ´
Από τότε που ο καγκελάριος Otto von Bismarck έκανε τα πρώτα σημαντικά βήματα για τη δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους πρόνοιας στα τέλη του 19ου αιώνα, το γερμανικό κράτος ανέλαβε μεγάλο ρόλο ως προς την εξασφάλιση γενικής ευημερίας για όλους τους πολίτες. Αυτή η εθνική δέσμευση να προαχθεί η συνολική ευημερία του γερμανικού λαού στηρίχτηκε στην εξαιρετική αποδοτικότητα της γερμανικής βιομηχανίας.
Robert Gilpin

...εἰσήχθη στὴν Γερμανία ἡ αὐστηρὴ ὀργάνωση τῆς ἐργασίας, ἕνας «πρωσσικὸς» τρόπος παραγωγῆς ἐκ τῶν κάτω μὲ εὐρεία λαϊκὴ βάση (βλ. π.χ. Μ. van den Bruck, Das Recht der jungen Völker, Berlin 1932, σελ. 158). Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὰ πρῶτα κοινωνικὰ μέτρα ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων μαζῶν ἐλήφθησαν στὴν Γερμανία ἀπὸ τὸν Βίσμαρκ, πολὺ πρὶν δηλαδὴ ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἄλλο εὐρωπαϊκὸ κράτος, ὁ δὲ κοινωνικὸς χαρακτήρας τῆς ἐργασίας ἀπεικονίζεται σαφῶς στὸ Σύνταγμα τῆς Δημοκρατίας τῆς Βαϊμάρης, πού εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ προοδευτικὰ τοῦ καιροῦ του.

Οι μεγάλες ευρωπαϊκές μορφές στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν ο Disraeli και ο Bismarck, οι οποίοι αγωνίστηκαν για να ενώσουν τα «δύο έθνη» σε ένα, μέσω της δράσης των κοινωνικών υπηρεσιών του κράτους, της λαικής εκπαίδευσης και του ιμπεριαλισμού, αντέκρουσαν την ύβρι ότι «ο εργάτης δεν έχει πατρίδα» και άνοιξαν τον δρόμο για την «εθνική εργατική τάξη», τον «εθνικοσοσιαλισμό», ακόμα και για τον «εθνικόκομουνισμό».
Πριν από το 1914 το αίτημα για ισότητα είχε ήδη αρχίσει να διευρύνεται και από ένα πρόβλημα ισότητας μεταξύ τάξεων να ανάγεται σε πρόβλημα ισότητας μεταξύ των εθνών.

δ´
Ο Φρειδερίκος ήταν ο κλασικός προσεκτικός Ρεαλιστής. Ο Hitler τον θεωρούσε πρόγονο του (και όχι τον Bismarck, ο οποίος ήταν ήρωας του Ribbentrop). Ο Hitler είχε την προτομή του Φρειδερίκου πάνω στο γραφείο του και το πορτρέτο του κρεμόταν στον τοίχο του καταφυγίου του. Όμως στον Hitler η Realpolitik μετατράπηκε σε ασυγκράτητο επαναστατικό μηδενισμό.

ε´
Ο Haushofer, ιδρυτής της ναζιστικής γεωπολιτικής και καθηγητής ενός εκ των επιφανέστερων ηγετών των ναζί, του Rudolf Hess... από τη μία, με τη θεωρία του ζωτικού χώρου (Lebensraum) που ανέπτυξε επιδίωξε να θέσει τον ναζισμό σε μια βάση επιστημονικής νομιμότητας και, από την άλλη, προσδιόρισε τους τακτικούς και στρατηγικούς στόχους της γερμανικής γεωστρατηγικής πριν τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο. Ο Haushofer, όπως και ο Mackinder, αναφερόμενος στη σημασία της κεντρικής ηπείρου (Ευρασίας), είπε ότι η Γερμανία πρέπει να πραγματοποιήσει μια αμφίδρομη στρατηγική έναντι της Αγγλίας: Κατάληψη πρωτίστως της Μέσης Ανατολής, ώστε να περικυκλωθεί η κεντρική ήπειρος και να αποκοπεί η Αγγλία από τις θαλάσσιες διόδους της και αργότερα σύναψη ενός διηπειρωτικού συμφώνου με την Κίνα και την Ιαπωνία. Ο Χίτλερ εγκαταλείποντας παρά την αντίθετη άποψη του ναύαρχου Reader και του στρατηγού Rommel τη στρατηγική Haushofer, η οποία προέβλεπε την εγκαθίδρυση της κυριαρχίας στις θαλάσσιες διόδους που περικυκλώνουν την κεντρική ήπειρο και τη Μέση Ανατολή, και επιχειρώντας μια εξοντωτική στρατιωτική επιχείρηση στις απέραντες στέπες της Ρωσίας διέπραττε ένα γεωστρατηγικό σφάλμα που έμελλε να επηρεάσει την έκβαση του πολέμου.

ζ´
Τότε
Ξεκινάμε από εκεί που σταματήσαμε εξακόσια χρόνια πριν. Βάζουμε τέλος στην ατελείωτη γερμανική πορεία προς τον Νότο και τη Δύση και στρέφουμε το βλέμμα μας προς την Ανατολή. Διακόπτουμε οριστικά την αποικιακή και εμπορική πολιτική της προπολεμικής περιόδου και περνάμε στην εδαφική πολιτική του μέλλοντος.

Τώρα;
Ξεκινάμε από εκεί που σταματήσαμε εξακόσια χρόνια πριν. Βάζουμε τέλος στην ατελείωτη γερμανική πορεία προς τον Νότο και τη Δύση και στρέφουμε το βλέμμα μας προς την Ανατολή. Διακόπτουμε οριστικά την εδαφική πολιτική της πολεμικής περιόδου και περνάμε στην αποικιακή και εμπορική -απεδαφικοποιημένη- πολιτική του μέλλοντος.


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

*
*
- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.
*