19 Ιουλίου 2014

Πόλεμος και -συστημική- αλλαγή στη διεθνή πολιτική. Αλλαγή στη διακυβέρνηση ενός διεθνούς συστήματος.


Παντειο Πανεπιστημιο. ΠΜΣ Διεθνων και Ευρωπαϊκων Σπουδων. Μαθημα: θεωρια και Μεθοδολογια των Διεθνων Σχεσεων. Διδασκοντες: κ. Αρβανιτοπουλος - Α. Γκοφας - Ε. Φακιολας. Robert Gilpin: πολεμος και αλλαγη στη διεθνη πολιτικη. Παρουσιαση: Θεοδωροπουλος Παναγιωτης. Ιανουαριος 2009. (Όλες οι υπογραμμίσεις και οι επισημάνσεις μέ έντονο ύφος από το πρωτότυπο).

.~`~.
Robert Gilpin:
πολεμος και αλλαγη στη διεθνη πολιτικη

Ο Ρόμπερτ Γκίλπιν, με το βιβλίο του αυτό, προσπάθησε να ανακαλύψει και κυρίως να σχηματοποιήσει την διαδικασία πολιτικής αλλαγής στο διεθνές σύστημα. Παραδέχεται εξ αρχής πως οι μεγάλες πολιτικές αλλαγές είναι συνέπειες μοναδικών και απρόβλεπτων εξελίξεων. Συνεπώς, δεν αποβλέπει στο να διατυπώσει μία ντετερμινιστική θεωρία διεθνούς πολιτικής αλλαγής, αλλά να προσδιορίσει τα κοινά στοιχεία και τα επανεμφανιζόμενα πρότυπα στις σημαντικές κρίσιμες καμπές της Ιστορίας, ώστε να αποτυπώσει κάποιες γενικές τάσεις στη διεθνή πολιτική αλλαγή.
Ιδιαιτέρως, το βιβλίο ασχολείται με την συστημική αλλαγή, αν ως συστημική αλλαγή ορίσουμε την αλλαγή στη διακυβέρνηση ενός διεθνούς συστήματος. Η συστημική αλλαγή δεν θα πρέπει να συγχέεται με την αλλαγή συστημάτων, παραδείγματα της οποίας είναι η άνοδος και η παρακμή των ελληνικών πόλεων-κρατών, η παρακμή του μεσαιωνικού διακρατικού συστήματος και η εμφάνιση των σύγχρονων εθνών-κρατών. Επομένως, ενώ η αλλαγή συστημάτων αναφέρεται στη φύση των κύριων δρώντων του συστήματος και επικεντρώνεται στην άνοδο και παρακμή των κρατικών συστημάτων, από την άλλη, η συστημική αλλαγή επικεντρώνεται στην άνοδο και παρακμή των κυρίαρχων κρατών ή των αυτοκρατοριών που κυβερνούν το διεθνές σύστημα. Με τη συστημική αλλαγή καταπιάνεται κυρίως η θεωρία του Γκίλπιν.
Πρέπει να σημειώσουμε πως ο Γκίλπιν ξεκαθαρίζει από την αρχή τη θέση του, πως δηλαδή η θεμελιώδης φύση των διεθνών σχέσεων ΔΕΝ έχει μεταβληθεί διαμέσου των αιώνων, αλλά αυτές εξακολουθούν να είναι ένας αέναος αγώνας για πλούτο και ισχύ μεταξύ ανεξάρτητων δρώντων σε κατάσταση αναρχίας. Αξίζει επίσης να παρατηρήσουμε πως όλο το βιβλίο διαπνέεται από μία συλλογιστική κόστους/οφέλους. Δηλαδή, πως τα ανεξάρτητα κράτη προβαίνουν σε υπολογισμούς κόστους/οφέλους κατά τη χάραξη της εξωτερικής τους πολιτικής.
Κατά τον Γκίλπιν, πέντε βασικές υποθέσεις στηρίζουν τη θεωρία του για τη διεθνή πολιτική αλλαγή. Ας τις δούμε μία-μία:

ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΡΩΤΗ:
Ένα διεθνές σύστημα είναι σταθερό εάν κανένα κράτος δεν θεωρεί επικερδές να προσπαθήσει να αλλάξει το σύστημα. Ιδιαιτέρως, ένα διεθνές σύστημα βρίσκεται σε ισορροπία αν τα ισχυρότερα κράτη του συστήματος είναι ικανοποιημένα από τις υφιστάμενες εδαφικές, πολιτικές και οικονομικές ρυθμίσεις. Σε κάθε διεθνές σύστημα εμφανίζονται συνεχώς πολιτικές, οικονομικές και τεχνολογικές αλλαγές που υπόσχονται κέρδη και επαπειλούν απώλειες για τον α ή β δρώντα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αλλαγές αυτές διευθετούνται με οριακές μόνο ρυθμίσεις (π.χ. συμμαχίες, διπλωματικές αλληλεπιδράσεις), οι οποίες μειώνουν την πίεση στο σύστημα και τείνουν να συντηρούν τα χαρακτηριστικά που δίνουν στο σύστημα τη συγκεκριμένη ταυτότητά του. Έτσι, η σχετική σταθερότητα του συστήματος εξαρτάται από την ικανότητά του να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των δρώντων οι οποίοι επηρεάζονται από τις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Επομένως, σε κάθε σύστημα, λαμβάνει χώρα συνεχώς μια διαδικασία ανισορροπίας και αναπροσαρμογής. Πρόκειται λοιπών για σωρευτικές αλλαγές που χαρακτηρίζουν την εξέλιξη του συστήματος.
Από τη στιγμή που εγκαθιδρυθεί, το ίδιο το διεθνές σύστημα ασκεί με τη σειρά του επιρροή στη συμπεριφορά των κρατών. Επηρεάζει τους τρόπους με τους οποίους άτομα, ομάδες και κράτη επιδιώκουν να επιτύχουν τους στόχους τους. Δηλαδή, παρέχει μία σειρά περιορισμών και ευκαιριών στα πλαίσια των οποίων οι διάφορες ομάδες και κράτη επιδιώκουν να προωθήσουν τα συμφέροντά τους.
Το σύστημα περιλαμβάνει εκείνους τους δρώντες των οποίων οι δράσεις και αντιδράσεις λαμβάνονται υπόψη από τα κράτη στη χάραξη της εξωτερικής τους πολιτικής. Τα όρια του συστήματος ορίζονται από την περιοχή στην οποία οι μεγάλες δυνάμεις επιδιώκουν να ασκήσουν επιρροή και έλεγχο, ώστε να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα. Όταν μιλάμε για έλεγχο πάνω στο διεθνές σύστημα, εννοούμε «σχετικό έλεγχο» και «επιδίωξη ελέγχου» διότι κανένα κράτος δεν έχει ποτέ ελέγξει πλήρως ένα σύστημα. Ο έλεγχος λοιπόν, ή αλλιώς η διακυβέρνηση του διεθνούς συστήματος ασκείται με τους εξής μηχανισμούς:
● κατανομή της ισχύος μεταξύ των κρατών. Τα κυρίαρχα κράτη ή αλλιώς οι μεγάλες δυνάμεις οργανώνουν το δίκτυο των πολιτικών, οικονομικών και άλλων σχέσεων του συστήματος και επιβάλλουν τους βασικούς κανόνες και δικαιώματα που επηρεάζουν τη συμπεριφορά των κρατών στο σύστημα.
● το γόητρο. Είναι η φήμη για ισχύ και ιδίως για στρατιωτική ισχύ. Αναφέρεται πρωτίστως στις αντιλήψεις των άλλων κρατών σχετικά με τις ικανότητες ενός κράτους και την προθυμία του να χρησιμοποιήσει την ισχύ του. Αξίζει να σημειωθεί, πως με τον καιρό, εμφανίζεται μια ανακολουθία ανάμεσα στην καθιερωμένη ιεραρχία γοήτρου και στην υφιστάμενη κατανομή ισχύος μεταξύ των κρατών. Δηλαδή, οι αντιλήψεις που έχουν τα κράτη για την ισχύ ενός κυρίαρχου κράτους καθυστερούν να προσαρμοστούν στις μεταβολές των ικανοτήτων του κράτους αυτού.
● κατανομή εδαφών. Ο έλεγχος και η διανομή του εδάφους αποτελούν τον βασικό μηχανισμό που διέπει την κατανομή σπάνιων πόρων ανάμεσα στα κράτη.
● οι κανόνες του συστήματος. Κυμαίνονται από απλές συνεννοήσεις και τα έθιμα, μέχρι τους κανόνες διεξαγωγής διπλωματίας και τις επίσημες συνθήκες. Αν και τα δικαιώματα και οι κανόνες βασίζονται σε διάφορους βαθμούς στη συναίνεση, εντούτοις τα θεμέλιά τους βρίσκονται στην ισχύ και τα συμφέροντα των κυρίαρχων κρατών.
● η διεθνής οικονομία.
Ο πλέον αποσταθεροποιητικός παράγοντας της ισορροπίας ενός συστήματος είναι η τάση που υπάρχει σε ένα διεθνές σύστημα να αλλάζει η ισχύς των κρατών-μελών του με διαφορετικό ρυθμό λόγω πολιτικών, οικονομικών και τεχνολογικών εξελίξεων [Όταν αναφερόμαστε στην ισχύ, εννοούμε τις στρατιωτικές, οικονομικές και τεχνολογικές ικανότητες των κρατών]. Ταυτοχρόνως, η διαφορετική αύξηση της ισχύος των διαφόρων κρατών του συστήματος, προκαλεί μία θεμελιώδη ανακατανομή της ισχύος στο σύστημα. Αυτό το στοιχείο μας οδηγεί στη δεύτερη υπόθεση της θεωρίας του Γκίλπιν για την διεθνή πολιτική αλλαγή.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ:
Ένα κράτος θα προσπαθήσει να αλλάξει το διεθνές σύστημα, εάν το αναμενόμενο όφελος υπερβαίνει το αναμενόμενο κόστος. Το εάν ένα κράτος επιδιώξει ή όχι να αλλάξει το διεθνές σύστημα εξαρτάται από τη φύση του κράτους και της κοινωνίας που αυτό εκπροσωπεί. Εξάλλου, το εάν η αλλαγή αυτή είναι επικερδής σε μία δεδομένη στιγμή εξαρτάται από μεταβολές σε διάφορους παράγοντες. Ας δούμε ποιοι είναι αυτοί:
1) Συγκοινωνίες και επικοινωνίες. Η πλέον σημαντική συνέπεια των καινοτομιών στις συγκοινωνίες είναι η επίδρασή τους στη «γραμμή απώλειας δύναμης». Με τον όρο αυτό εννοείται ο βαθμός στον οποίο η στρατιωτική και πολιτική ισχύς του κράτους μειώνεται καθώς μετακινούμε μία μονάδα μακρυά από τη βάση της. Επομένως, τεχνολογικές βελτιώσεις μπορούν να αυξήσουν την απόσταση και τον χώρο στον οποίο ένα κράτος μπορεί να ασκήσει αποτελεσματική επιρροή και να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ.
2) Στρατιωτικές τεχνικές και τεχνολογία. Στρατιωτικές καινοτομίες που τείνουν να ευνοούν την επίθεση σε σχέση με την άμυνα, προωθούν την εδαφική επέκταση, ενώ καινοτομίες που αυξάνουν την άμυνα σε σχέση με την επίθεση, τείνουν να δυσχεραίνουν την επέκταση και συνεπώς να σταθεροποιούν το εδαφικό στάτους κβο.
3) Οικονομικοί παράγοντες. Όχι μόνο η κατανομή ισχύος εδράζεται σε μία οικονομική βάση, αλλά και η επιθυμία για κέρδος είναι ισχυρό κίνητρο για να επιδιώξει να αλλάξει κανείς το διεθνές σύστημα. Εξελίξεις που αυξάνουν τις οικονομίες κλίμακας (π.χ. το μέγεθος της αγοράς) θα δημιουργήσουν στην κοινωνία ισχυρό κίνητρο επέκτασης. Από την άλλη, το οικονομικό περίσσευμα των κοινωνιών μειώνεται λόγω της φθίνουσας απόδοσης. Δηλαδή, η αύξηση του πληθυσμού, η εξάντληση της καλής ποιότητας γης και η στενότητα πόρων οδηγούν σε μείωση του οικονομικού περισσεύματος, οπότε η ύπαρξη εξωτερικών ευκαιριών για να ανακοπεί η λειτουργία του νόμου της φθίνουσας απόδοσης, αποτελούν ισχυρά κίνητρα για τα κράτη ώστε να επεκτείνουν τον εδαφικό, οικονομικό και πολιτικό τους έλεγχο στο διεθνές σύστημα.
4) Η δομή του διεθνούς συστήματος. Η δομή ως μορφή των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των κρατών του συστήματος, επηρεάζει τη συμπεριφορά των δρώντων ανταμείβοντας ορισμένους τύπος συμπεριφοράς και τιμωρώντας κάποιους άλλους. Δηλαδή, επηρεάζει το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των δρώντων ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τα κίνητρά τους. Η κατανομή των ικανοτήτων μεταξύ των δρώντων –δηλ. αν η κατανομή είναι σχετικά ίση, ολιγοπωλιακή (λίγες μεγάλες δυνάμεις), δυοπωλιακή (δύο μεγάλες δυνάμεις), ή μονοπωλιακή (δηλ. αυτοκρατορία), καθώς και οι τρόποι με τους οποίους αλλάζει αυτή η κατανομή με το πέρασμα του χρόνου είναι οι πλέον σημαντικοί παράγοντες για τη διεθνή πολιτική αλλαγή. Έτσι, το διεθνές σύστημα, όπως μια ολιγοπωλιακή αγορά, χαρακτηρίζεται από αλληλεξαρτώμενη λήψη αποφάσεων και από αρκετά μικρό αριθμό ανταγωνιστών. Επειδή η συμπεριφορά των άλλων κρατών είναι αβέβαιη και απρόβλεπτη, το κράτος θα πρέπει να διατηρήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εύρος επιλογών. Εξάλλου, εάν ένα κράτος παραλείψει να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που του παρουσιάζονται για επέκταση, υπάρχει η πιθανότητα κάποιος ανταγωνιστής να αρπάξει την ευκαιρία και να αυξήσει έτσι την σχετική του ισχύ. Ο Γκίλπιν τονίζει πως ο πλέον σημαντικός παράγοντας της διεθνούς πολιτικής αλλαγής είναι η διαφορική ή αλλιώς άνιση ανάπτυξη της ισχύος μεταξύ των κρατών. Τόσο στις διπολικές όσο και στις πολυπολικές δομές, οι αλλαγές στη σχετική ισχύ μεταξύ των κυριότερων δρώντων είναι προάγγελοι διεθνούς πολιτικής αλλαγής.
5) Εσωτερικές πηγές αλλαγής. Αυτές αναφέρονται στον εθνικό χαρακτήρα, την κοινωνική δομή, τα οικονομικά συμφέροντα, την πολιτική οργάνωση, και κυρίως στη σχέση ανάμεσα στο ιδιωτικό και στο δημόσιο κέρδος. Εάν η μεγέθυνση και επέκταση του κράτους και τα συμφέροντα διαφόρων ισχυρών ομάδων είναι συμπληρωματικά μεταξύ τους, τότε υφίσταται για το κράτος μια έντονη ώθηση να επεκταθεί και να προσπαθήσει να αλλάξει το διεθνές σύστημα. Δεν αναφερόμαστε μόνο στο οικονομικό συμφέρον, καθώς τόσο οι θρησκείες όσο και οι πολιτικές ιδεολογίες υπόσχονται ανταμοιβές στους πιστούς.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΡΙΤΗ:
Ένα κράτος θα επιδιώξει να αλλάξει το διεθνές σύστημα μέσω εδαφικής, πολιτικής και οικονομικής επέκτασης, μέχρι το οριακό κόστος της περαιτέρω αλλαγής να είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το οριακό όφελος. Καθώς η ισχύς ενός κράτους αυξάνεται, το κράτος επιδιώκει να επεκτείνει τον εδαφικό του έλεγχο, την πολιτική του επιρροή και την κυριαρχία του στη διεθνή οικονομία. Με τη σειρά τους αυτές οι εξελίξεις αυξάνουν την ισχύ του καθώς θέτουν στη διάθεσή του περισσότερους πόρους. Όμως αυτή η διαδικασία δεν συνεχίζεται επ άπειρον διότι εμφανίζονται αντισταθμιστικές δυνάμεις που εξαιτίας της επίδρασής τους, το κράτος αρχίζει σε κάποιο σημείο να συναντά αυξανόμενο κόστος και φθίνουσα απόδοση στην επέκτασή του. Στο σημείο όπου η επέκταση και οι προσπάθειες αλλαγής του συστήματος παύουν να είναι επικερδείς, μπορούμε να πούμε ότι το σύστημα έχει επανέλθει σε μία κατάσταση ισορροπίας. Οι μηχανισμοί που επιφέρουν αυτή τη διαδικασία εξαρτώνται από τη φύση του εκάστοτε κοινωνικού σχηματισμού, δηλαδή αν πρόκειται π.χ. για πόλη-κράτος, φεουδαρχία, αυτοκρατορία ή έθνος-κράτος. Έτσι, στην εποχή των αυτοκρατορικών δυνάμεων, η δυναμική των διεθνών σχέσεων παρεχόταν από τη συνεχή διανομή και αναδιανομή εδαφών και την απόκτηση δούλων ή υπάκουων χωρικών που θα καλλιεργούσαν τη γη. Έτσι, καθώς δεν υπήρχαν σημαντικές τεχνολογικές εξελίξεις, η μη κατάκτηση νέων εδαφών είχε ως αποτέλεσμα η αγροτική παραγωγικότητα να παραμένει σε χαμηλό επίπεδο παρουσιάζοντας φθίνουσα απόδοση και το οικονομικό περίσσευμα να βαίνει μειούμενο, αυξάνοντας έτσι το κόστος περαιτέρω επέκτασης της αυτοκρατορίας. Από την άλλη, η φορολόγηση του διεθνούς εμπορίου (π.χ. των καραβανιών ή των πλοίων που διέρχονταν από τα λιμάνια του κράτους), αποτελούσε έναν παράγοντα αύξησης των κρατικών προσόδων. Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρήσουμε πως παρότι οι αυτοκρατορίες ήταν στρατιωτικά ισχυρές, μπορούσαν να εξασφαλίσουν την πίστη και τη νομιμοφροσύνη μικρού μόνο μέρους των κατοίκων τους. Ενώ, παλαιότερα, οι πόλεις-κράτη απολάμβαναν την παθιασμένη αφοσίωση των κατοίκων τους αλλά είχαν περιορισμένη ικανότητα να παράγουν ισχύ. Το σύγχρονο έθνος-κράτος έλυσε το πρόβλημα αυτής της αντίστροφης σχέσης μεταξύ μεγέθους και αφοσίωσης.
1ον. Υπάρχει μία ισχυρή εξουσία που ασκεί έλεγχο πάνω σε μία καλά καθορισμένη και συνεχή επικράτεια, μέσω μιας γραφειοκρατίας και ενός ενιαίου συνόλου νόμων.
2ον. Η κοινωνία και η οικονομία του χαρακτηρίζονται από μία πολύπλοκη ταξική δομή και έναν καταμερισμό της εργασίας.
3ον. Η ιδεολογία του εθνικισμού καλλιεργεί την εσωτερική συνοχή και την έντονη αφοσίωση προς το κράτος.
Εξάλλου, η σύγχρονη οικονομική μεγέθυνση χαρακτηρίστηκε από τη βιομηχανική επανάσταση, τα τεχνολογικά άλματα, την παγκόσμια οικονομία της αγοράς και τον εκχρηματισμό της οικονομίας. Οι κοινωνίες εισέρχονται σε εκτεταμένες σχέσεις αγοράς μόνο όταν τα αναμενόμενα κέρδη είναι πολύ μεγαλύτερα από το αναμενόμενο κόστος. Συνεπώς, οι υπέρμαχοι της αλληλεξαρτώμενης παγκόσμιας αγοράς είναι λογικό ότι θα είναι τα οικονομικώς πιο αποδοτικά και τεχνολογικώς πιο προηγμένα έθνη, τα οποία και ωφελούνται συγκριτικά περισσότερο από τα άλλα κράτη. Κατά συνέπεια, μία οικονομία αγοράς τείνει μέχρις ενός σημείου να συγκεντρώνει τον πλούτο στις πιο προηγμένες οικονομίες. Ως εκ τούτου, οι κυρίαρχες δυνάμεις της σύγχρονης εποχής παρείχαν τα δημόσια αγαθά που ήταν απαραίτητα για τη λειτουργία αποδοτικών διεθνών αγορών, επειδή ήταν επικερδές γι’ αυτές να το κάνουν. Εξάλλου, ο εκχρηματισμός της οικονομίας εμβαθύνει και επεκτείνει την αγορά. Διευκολύνει την κινητοποίηση του πλούτου για πολεμικούς σκοπούς, καθώς η ισχύς μιας κοινωνίας δεν εξαρτάται τόσο από την ποσότητα, όσο από την κινητικότητα του πλούτου της. Ως συνέπεια των οικονομικών εξελίξεων, η θέση ενός κράτους στην παγκόσμια οικονομία, δηλ. ο λεγόμενος διεθνής καταμερισμός εργασίας, έγινε σύμφωνα με τον Γκίλπιν, ένας κύριος, αν όχι ο κυριότερος προσδιοριστικός παράγοντας της θέσης του στο διεθνές σύστημα.
Με τις διαπιστώσεις αυτές, μπορούμε να προχωρήσουμε στην επόμενη υπόθεση της θεωρίας του Γκίλπιν.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ:
Από τη στιγμή που επιτευχθεί μία ισορροπία ανάμεσα στο κόστος και στο όφελος της περαιτέρω αλλαγής και επέκτασης, η τάση είναι να αυξάνεται το οικονομικό κόστος της διατήρησης του στάτους κβο ταχύτερα απ’ ό,τι η οικονομική δυνατότητα να υποστηριχθεί το στάτους κβο. Μολονότι ο έλεγχος επί ενός διεθνούς συστήματος παρέχει στην κυρίαρχη ή στις κυρίαρχες δυνάμεις οικονομικά οφέλη, εντούτοις η κυριαρχία συνεπάγεται κόστος σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικούς πόρους. Αυτά τα κόστη συνιστούν οικονομική αφαίμαξη για το κυρίαρχο κράτος. Συνεπώς, η κυριαρχία απαιτεί την ύπαρξη ενός συνεχιζόμενου οικονομικού περισσεύματος. Αυτή η διάσταση μεταξύ κόστους και πόρων προκαλεί μια «δημοσιονομική κρίση» κατά τον χαρακτηρισμό του Γκίλπιν για την κυρίαρχη δύναμη. Αν δεν επιλυθεί αυτή η δημοσιονομική κρίση, θα επιφέρει τελικά την οικονομική και πολιτική παρακμή της κυρίαρχης δύναμης. Η διαδικασία αυτής της παρακμής έχει επιταχυνθεί στη σύγχρονη εποχή των ραγδαίων οικονομικών και τεχνολογικών αλλαγών. Για παράδειγμα, ενώ η βυζαντινή και η κινεζική αυτοκρατορία διατηρήθηκαν για μία χιλιετία, η παρακμή τους διήρκεσε εκατοντάδες χρόνια. Ενώ, η διάρκεια της Pax Brittanica ήταν περίπου ένας αιώνας.
Στην ουσία, οι ίδιοι παράγοντες που επηρεάζουν τη μεγέθυνση και επέκταση ενός κράτους, υποσκάπτουν την ισχύ του. Ας δούμε πώς γίνεται αυτό: το εισόδημα μιας κοινωνίας κατανέμεται γενικά σε τρεις τομείς: προστασία (δηλ. εθνική ασφάλεια), κατανάλωση (ιδιωτική και δημόσια μη στρατιωτική), και παραγωγική επένδυση. Σε κάθε δεδομένη στιγμή, η κοινωνία προσπαθεί κατανέμοντας όσο μπορεί καλύτερα τους διαθέσιμους πόρους της, να επιλέξει τον βέλτιστο συνδυασμό ανάμεσα στους τρεις αυτούς τομείς. Η ιστορική τάση είναι να αυξάνονται τα μερίδια της προστασίας και της κατανάλωσης. Ως εκ τούτου το μερίδιο του ΑΕΠ που επανεπενδύεται στην οικονομία μειώνεται, οπότε διαβρώνεται η παραγωγική βάση της οικονομίας, και γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αντιμετωπιστούν οι αυξημένες απαιτήσεις για προστασία και κατανάλωση. Η κοινωνία εισέρχεται σε έναν φαύλο κύκλο αυξανόμενης κατανάλωσης και μειούμενης επένδυσης και αρχίζει να βιώνει αυτό που έχει αποκληθεί «το δίλημμα των αυξανόμενων απαιτήσεων και των ανεπαρκών πόρων». Οι παράγοντες που υπονομεύουν την ισχύ και τον πλούτο μιας κοινωνίας διακρίνονται σε εσωτερικούς και εξωτερικούς:
1) Εσωτερικοί παράγοντες: ο νόμος της φθίνουσας απόδοσης στον οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως έχει οικουμενική εφαρμογή μειώνοντας το οικονομικό περίσσευμα. Αν και στη σύγχρονη εποχή, η τεχνολογική εξέλιξη έχει μετριάσει τον νόμο της φθίνουσας απόδοσης, εντούτοις κατά τον Σιμόν Κουζνέτς υφίσταται η τάση κάποια στιγμή να εξαντλείται το δυναμικό μεγέθυνσης που περικλείει κάθε καινοτομία. Εξάλλου, στον στρατιωτικό τομέα, τόσο η αύξηση του κόστους των στρατιωτικών τεχνικών όσο και η διάχυση της στρατιωτικής τεχνολογίας, αυξάνουν το κόστος που υφίσταται το κυρίαρχο κράτος για να διατηρήσει το σύστημα. Επίσης, καθώς η κοινωνία γίνεται όλο και πιο ευημερούσα, παρατηρείται μία γενική τάση να αυξάνεται η ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση ταχύτερα απ’ ό,τι αυξάνεται το ΑΕΠ. Ένας άλλος παράγοντας, είναι η δομική αλλαγή στον χαρακτήρα της οικονομίας, δηλαδή το πέρασμά της από την έμφαση στον αγροτικό τομέα, στη συνέχεια στη μεταποίηση και τέλος στην έμφαση στον τομέα των υπηρεσιών. Αν και η επένδυση στον τομέα των υπηρεσιών συνεχίζει να μεγεθύνει την οικονομία, εντούτοις έχει μικρότερο βαθμό αύξησης της παραγωγικότητας συγκριτικά προς τη μεταποίηση. Τέλος, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε την φθοροποιό επίδραση της ευμάρειας, η οποία οδηγεί σε μία ψυχολογική μεταστροφή όσον αφορά στις στάσεις των ατόμων και στις κοινωνικές αξίες, οι οποίες αλλάζουν υποσκάπτοντας την αποδοτικότητα της οικονομίας και την αφοσίωση των ατόμων στο κοινό καλό.
2) Εξωτερικοί παράγοντες: ο κυριότερος εξωτερικός παράγοντας που υπονομεύει τη θέση του κυρίαρχου κράτους είναι το αυξανόμενο κόστος της κυριαρχίας. Δηλαδή, αυξήσεις στον αριθμό και στη δύναμη αντίπαλων δυνάμεων, υποχρεώνουν το κυρίαρχο κράτος να ξοδεύει περισσότερους πόρους προκειμένου να διατηρήσει την υπέρτερη θέση του. Από την άλλη, επειδή η κυρίαρχη δύναμη θα υπερασπιστεί το στάτους κβο για το δικό της συμφέρον, τα μικρότερα κράτη έχουν ελάχιστο κίνητρο να καταβάλλουν το μερίδιό τους σ’ αυτό το κόστος προστασίας. Σε παλαιότερες εποχές, το κόστος της αυτοκρατορίας καλυπτόταν μέσω της απόσπασης πλούτου από την αγροτική παραγωγή και απόκτησης πολύτιμων μετάλλων μέσω λεηλασίας ή φορολόγησης του εμπορίου μεγάλων αποστάσεων. Στη σύγχρονη εποχή οι κυρίαρχες δυνάμεις δίνουν έμφαση στην οικονομική μεγέθυνση προκειμένου να παραχθεί το οικονομικό περίσσευμα. Δηλαδή χρηματοδοτούν τα βάρη της ηγεμονίας μέσω ραγδαίων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και ευνοϊκών διεθνών όρων εμπορίου και επενδύσεων. Εξάλλου, η διάχυση της τεχνολογίας είναι ένας άλλος υπονομευτικός παράγοντας της ισχύος του κράτους. Στην καλύτερη περίπτωση, τα κράτη μπορούν μόνο να επιβραδύνουν την διάχυση της τεχνολογίας που στηρίζει την οικονομική και στρατιωτική τους ισχύ, αλλά δεν μπορούν να την εμποδίσουν.
Καθώς λοιπόν εξελίσσεται η διαδικασία που μόλις περιγράψαμε, τείνει να υλοποιηθεί η πέμπτη υπόθεση του Γκίλπιν.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΕΜΠΤΗ:
Εάν η ανισορροπία στο διεθνές σύστημα δεν ξεπεραστεί, τότε το σύστημα θα αλλάξει και μία νέα ισορροπία που θα αντανακλά την ανακατανομή ισχύος θα δημιουργηθεί. Παρότι η ιεραρχία γοήτρου, η κατανομή εδαφών, οι κανόνες του συστήματος και η διεθνής κατανομή εργασίας συνεχίζουν να ευνοούν την παραδοσιακή κυρίαρχη δύναμη ή δυνάμεις, εντούτοις η βάση ισχύος στην οποία στηρίζεται η διακυβέρνηση του συστήματος, έχει διαβρωθεί λόγω της διαφορικής ανάπτυξης των κρατών. Από την οπτική γωνία των κυρίαρχων δυνάμεων το κόστος διατήρησης του status quo έχει αυξηθεί προκαλώντας σοβαρή διαφορά ανάμεσα στην ισχύ και στις δεσμεύσεις τους. Ενώ από την οπτική γωνία των ανερχόμενων δυνάμεων το κόστος αλλαγής του συστήματος έχει μειωθεί σε σχέση με τα δυνητικά οφέλη από την αλλαγή αυτή. Όπως κι αν το δει κανείς, έχει επέλθει ανισορροπία εφόσον έχει αλλάξει η κατανομή ισχύος μεταξύ των κρατών. Αντιδρώντας, το κυρίαρχο κράτος, καθώς προσπαθεί να επαναφέρει την ισορροπία στο σύστημα, μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σε δύο λύσεις:
1η λύση: να επιδιώξει η κυρίαρχη δύναμη να αυξήσει τους πόρους που αφιερώνει, προκειμένου να διατηρήσει τις δεσμεύσεις και τη θέση της στο διεθνές σύστημα. Τρόποι όπως η αύξηση της εσωτερικής φορολογίας και η απόσπαση φόρου υποτέλειας από άλλα κράτη εγκυμονούν τον κίνδυνο της αντίδρασης. Πιο ικανοποιητική είναι η αύξηση της αποδοτικότητας στη χρήση των υπαρχόντων πόρων μέσω οργανωτικών και τεχνολογικών αλλαγών. Βεβαίως, σε μια παρακμάζουσα κοινωνία, είναι πιο δύσκολο να αποδώσουν καινοτομίες και θεσμικές μεταρρυθμίσεις καθώς παρατηρείται έλλειψη κοινωνικής συνεργασίας και τα κατεστημένα συμφέροντα αντιστέκονται στην απώλεια των προνομίων τους.
2η λύση: να εξισορροπηθούν το κόστος και οι πόροι, με το να μειωθεί το κόστος. Αυτό μπορεί να γίνει με τρεις τρόπους. Α) Να εξαπολύσει έναν παρεμποδιστικό πόλεμο, όσο η δύναμη έχει ακόμη το στρατιωτικό πλεονέκτημα, εξαλείφοντας έτσι τον ανερχόμενο διεκδικητή. Β) Με περαιτέρω επέκταση, να αποκτήσει λιγότερο δαπανηρές αμυντικές θέσεις, αν και αυτή η περίπτωση ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω υπερεξάπλωσης των δεσμεύσεων της δύναμης και συνεπώς αύξησης του κόστους. Τέλος, Γ) να μειωθούν οι δεσμεύσεις της εξωτερικής πολιτικής είτε με μονομερή εγκατάλειψη ορισμένων οικονομικών, πολιτικών ή στρατιωτικών δεσμεύσεων του κράτους, είτε να συμμαχήσει ή προσεγγίσει με λιγότερο απειλητικές δυνάμεις, ουσιαστικά προβαίνοντας σε παραχωρήσεις και συμφωνώντας να μοιραστεί τα οφέλη του στάτους κβο με άλλα κράτη, είτε τέλος να προβεί σε παραχωρήσεις προς την ανερχόμενη δύναμη επιδιώκοντας τον κατευνασμό της, με κίνδυνο όμως να υποστεί μείωση γοήτρου και να καταστήσει την τελευταία ακόμα πιο διεκδικητική.
Κατά τη διαδικασία που μόλις περιγράψαμε, η ανισορροπία στο σύστημα καθίσταται ολοένα εντονότερη, καθώς το κυρίαρχο κράτος αδυνατεί να αποκτήσει επιπλέον πόρους για να υπερασπιστεί τις ζωτικές του δεσμεύσεις. Ο Γκίλπιν υπενθυμίζει πως σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, το κυριότερο μέσο για την επίλυση της ανισορροπίας αυτής ήταν ο πόλεμος, και μάλιστα, αυτό που αποκαλεί ηγεμονικό πόλεμο.
Ένας ηγεμονικός πόλεμος αφορά στη σύγκρουση μεταξύ της κυρίαρχης ή των κυρίαρχων δυνάμεων και στον ή στους ανερχόμενους διεκδικητές, ενώ συμμετέχουν και όλα τα μεγάλα κράτη, καθώς και τα περισσότερα μικρά κράτη του συστήματος, ενώ η τάση είναι κάθε κράτος να εντάσσεται σε ένα από τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα.
Σε έναν ηγεμονικό πόλεμο διακυβεύεται η φύση και η διακυβέρνηση του συστήματος. Δηλαδή, οι συνέπειές του είναι η καταστροφή του ενοχλητικού κοινωνικού, πολιτικού ή οικονομικού συστήματος και συνήθως, η θρησκευτική, πολιτική ή κοινωνική μεταλλαγή της ηττημένης κοινωνίας. Τέλος, ένας ηγεμονικός πόλεμος χαρακτηρίζεται από τα απεριόριστα μέσα που χρησιμοποιούνται και από το γενικό εύρος των εχθροπραξιών. Πρόκειται τελικά για «παγκόσμιο» πόλεμο.
Αξίζει στο σημείο αυτό, να σημειώσουμε πως υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις που συνδέονται με το ξέσπασμα ενός ηγεμονικού πολέμου.
1ον. Με την πολιτική και οικονομική επέκταση των κρατών, ο άλλοτε άδειος χώρος γύρω από τα κέντρα ισχύος καταλαμβάνεται. Συνέπεια αυτού του «κλεισίματος» του χώρου είναι να αρχίζουν να εξαντλούνται οι εκμεταλλεύσιμοι πόροι και να μειώνονται οι ευκαιρίες για οικονομική μεγέθυνση, οπότε οι διακρατικές σχέσεις τείνουν να γίνονται ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, όπου το κέρδος του ενός κράτους είναι απώλεια για το άλλο.
2ον. Η συνειδητοποίηση εκ μέρους μιας ή περισσότερων μεγάλων δυνάμεων πως ο νόμος της άνισης μεγέθυνσης έχει αρχίσει να λειτουργεί εις βάρος της, οπότε καταλαμβάνεται από τον φόβο ότι με κάποιο τρόπο ο χρόνος δουλεύει εναντίον της. Συνεπώς, θα πρέπει να τακτοποιήσει την κατάσταση με παρεμποδιστικό πόλεμο όσο διατηρεί ακόμα το πλεονέκτημα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρει ο Θουκυδίδης για τον φόβο που προκάλεσε στους Σπαρτιάτες η αύξηση της αθηναϊκής ισχύος.
3ον. Η πορεία των γεγονότων αρχίζει να ξεφεύγει από τον ανθρώπινο έλεγχο. Εδώ ο Γκίλπιν αναφέρεται στα πάθη των ανθρώπων, τα οποία σπρώχνουν τις κοινωνίες σε νέες και απρόβλεπτες καταστάσεις, πράγμα το οποίο ισχύει ιδιαίτερα σε περιόδους πολέμου. Λέει χαρακτηριστικά πως ηγεσία, υπολογισμός και έλεγχος των γεγονότων είναι απλώς αυταπάτες των ηγετών και των ακαδημαϊκών. Οι άνθρωποι σπανίως καθορίζουν ή έστω προβλέπουν τις συνέπειες του ηγεμονικού πολέμου. Υποτιμούν το εύρος και την ένταση που θα αποκτήσει η σύγκρουση, καθώς και τις συνέπειές της για τον πολιτισμό τους.
Τελικά, ο ηγεμονικός πόλεμος, ιστορικά, έχει αποτελέσει τον βασικό μηχανισμό συστημικής αλλαγής στη διεθνή πολιτική. Ο τερματισμός ενός ηγεμονικού πολέμου είναι η απαρχή ενός ακόμη κύκλου μεγέθυνσης, επέκτασης και τελικής παρακμής. Ο νόμος της άνισης μεγέθυνσης θα υπονομεύσει την ισχύ, υπονομεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το στάτους κβο που εγκαθιδρύθηκε από τον τελευταίο ηγεμονικό πόλεμο. Η ανισορροπία αντικαθιστά την ισορροπία και ο κόσμος κινείται προς έναν νέο γύρο ηγεμονικής σύγκρουσης.


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

*
*
*
*
*