30 Ιουνίου 2014

Σύντομο σχόλιο-αναφορά στην «απομαγικοποίηση του κόσμου» και τον δυτικό θετικισμό.


Ο Weber... πίστευε ότι η καπιταλιστικά-γραφειοκρατικά καθοριζόμενη διαδικασία έξορθολογισμού θά συνεπαγόταν τελικά τη ριζική απομαγικοποίηση του κόσμου και θα εγκαθίδρυε σε τούτο τον κόσμο τη μηχανική βασιλεία της «σκόπιμης όρθολογικότητας» ή ακόμη και ότι αυτό ουσιαστικά είχε ήδη συντελεσθεί. Ο λόγος γι' αυτή την πολύ μονομερή καί σέ μεγάλη έκταση σφαλερή εκτίμηση τής ιστορικής κατάστασης όφειλόταν στήν τάση του Weber νά συνδέει τή μαγικοποίηση τού κόσμου (στή Δύση) κυρίως ή αποκλειστικά μέ τή χριστιανική θρησκεία, και από αυτό προέκυπτε ότι η εκκοσμίκευση, νοούμενη ώς διάλυση του χριστιανισμού, ισοδυναμούσε με μιά συνεπή απομαγικοποιηση. Εδώ έγινε φανερό ότι ο Weber δέν είχε τόσο δυνατό αισθητήριο γιά τήν εσωτερική δομή, τήν κοινωνικοψυχολογική επίδραση καί τήν ικανότητα μετάλλαξης τών ιδεολογιών, όσο λόγου χάρη ο Pareto. Τά ίδια ιστορικά-κοινωνικά υποκείμενα πού διέλυαν ανελέητα τη χριστιανική μαγεία σε κάθε γωνιά του κόσμου, γέμιζαν το νοηματικό κενό με νέες θεότητες ή ύποστασιοποιήσεις, κινητοποιώντας ιδεολογικές μαγικές τέχνες πού δέν υστερούσαν σε τίποτε σε σύγκριση με τις θεολογικές. Αυτές οι θεότητες ή ύποστασιοποιήσεις λέγονταν «φύση», «ιστορία» ή «άνθρωπος» και στο όνομά τους στέκονταν άθεοι με την ίδια ζέση μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα όπως άλλοτε οι χριστιανοί που ακολουθούσαν τον δρόμο του μαρτυρίου. Η εκκοσμίκευση, που δέν μπόρεσε να αποξηράνει μια για πάντα τις πηγές της μαγικής σκέψης, διασφάλισε την επιβίωση πανάρχαιων δομών σκέψης παρά την οξύτατη αντίθεση προς τα περιεχόμενα με τα οποία συμβάδιζαν παλαιότερα οι ίδιες δομές σκέψης, διότι υπάρχουν διανοητικές και εννοιολογικές δομές που είναι εντελώς απαραίτητες γιά κάθε ηθικά-κανονιστικά νοούμενη παραδοχή ενός νοήματος [Εδώ - ε´].

Αυτό πάντως δεν άλλαξε σχεδόν καθόλου μετά την κατάρρευση της μαρξιστικής φιλοσοφίας της ιστορίας και την προσωρινή νίκη του δυτικού «πραγματισμού». Ο σημερινός δυτικός θετικισμός του δικαίου, που νομίζει πως δέν έχει καμμιά ψευδαίσθηση, μπορεί νά ευδοκιμήσει μόνο στή βάση ανθρωπολογικών-κοσμοθεωρητικών αιτημάτων («αξιοπρέπεια του ανθρώπου», «ανθρώπινα δικαιώματα»), ένώ ο παραιτημένος σκεπτικισμός, πού δήθεν στηρίζει τόν πλουραλισμό καί τήν ανεκτικότητα, υποχωρεί αμέσως όταν λαμβάνονται άποφασιστικά μέτρα και κάποιος αμφισβητεί σοβαρά τον πλουραλισμό και τήν ανεκτικότητα' σε ποιές κοσμοθεωρητικές προτιμήσεις ή και έσχατολογικές προσδοκίες στηρίζεται η συχνά προπαγανδιζόμενη πρωτοκαθεδρία της οικονομίας και της τεχνικής έναντι της «πολιτικής ισχύος» είναι επίσης επαρκώς γνωστό. Το τέλος τών ιδεολογιών αποτελεί απλώς την ιδεολογική αυτοαντίληψη της εποχής, ακριβώς όπως η αυτοαντίληψη της εποχής εκ μέρους της κριτικής του πολιτισμού επιτάσσει ήδη εδώ και δεκαετίες να αντιλαμβανόμαστε την εποχή ως έργο τυφλής εργαλειακής σκέψης. Από τη σκοπιά της κοινωνιολογίας της γνώσης πρόκειται για προϊόντα της σκέψης διανοούμενων που θέλουν να εμφανίζονται ως υπέρμαχοι του «ουσιώδους» εναντίον του «εργαλειακού». Από ανθρωπολογική και κοινωνικοοντολογική σκοπιά τα πράγματα είναι πάλι πιο κοινότοπα από όσο μπορεί και θέλει, από τον χαρακτήρα της, να παραδεχθεί η κομπάζουσα κριτική του πολιτισμού.

Η επιρροή των ρευμάτων της κριτικής του πολιτισμού, που ήδη από το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα συγκεντρώνουν μοτίβα του κλασσικού συντηρητισμού και του ρομαντισμού συνδυάζοντας τα με «αριστερές» ή «δεξιές» αποκηρύξεις του καπιταλισμού, στον βεμπεριανό καθορισμό του χαρακτήρα ενός δυτικού παρόντος που βρίσκεται στο τέλος μιας μοναδικής διαδικασίας εξορθολογισμού είναι ανυπολόγιστα μεγάλη. Σε αυτό το πνευματικό κλίμα επέδρασε η διχοτομία «κοινότητα-κοινωνία», που για το παρόν διέγνωσε την άνοδο της καθαρής εργαλειακότητας και σκοπίμης ορθολογικότητας, δηλαδή την επικράτηση της «ίδίας λογικής των μέσων», όπως τα χειρίζεται η ατομιστική «αυθαιρεσία» χωρίς να λαμβάνει υπόψη ουσιώδεις σκοπούς... Η «ορθολογικότητα ως προς έναν σκοπό», συγκεκριμενοποιημένη ως κυριαρχία της τεχνικής, της οικονομίας και της νομιμότητας, μπορούσε με φόντο αυτή την παραδοχή να ανακηρυχθεί νόμος της μορφής και της κίνησης της κοινωνικής δράσης ή κριτήριο βάσει του οποίου θα μπορούσαν να εκτιμηθούν άλλοι νόμοι της μορφής και της κίνησης της κοινωνικής δράσης. Γενικά η αντίθεση μεταξύ ορθολογικότητας και ανορθολογικότητας εξετάσθηκε υπό το φως της αντίθεσης μεταξύ καπιταλιστικής και προκαπιταλιστικής κοινωνικής συμπεριφοράς ή μεταξύ «κοινωνίας» και «κοινότητας», ακόμη και αν η πρώτη αντίθεση δεν ταυτίσθηκε ποτέ ρητά ή πλήρως με τη δεύτερη. Έτσι οι θετικιστές απολογητές της «νομιμής κυριαρχίας» και της «οικονομικής ορθολογικότητας», που σε αυτό έβλεπαν το ξεκίνημα μιας εποχής απαλλαγμένης από ιδεολογίες, αισθάνονταν ότι κατά κάποιον τρόπο έχουν το δικαίωμα να επικαλούνται τη βεμπεριανή διάγνωση του παρόντος, ενώ οι άλλοι, που με ηθικές-κανονιστικές προθέσεις ήθελαν να ξεπεράσουν την «εργαλειακή» σκέψη, τον κατηγόρησαν ότι μετατρέπει αυτή τη σκέψη σε ιδεολογία και θέτει αυτή την ιδεολογία στην υπηρεσία του καπιταλισμού.

Το πολιτικό και ο άνθρωπος
Βασικά στοιχεία της κοινωνικής οντολογίας
Εκδ. Θεμέλιο

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική