10 Ιουνίου 2014

Η κρίση του αραβικού εθνικισμού και το ζήτημα της πολιτικής νομιμότητας σε συσχέτιση με την κρίση του εθνοκράτους υπό τις γραφειοκρατικού και μοναρχικού τύπου αυταρχικές δικτατορίες.


.~`~.
Πρόλογος Ισλαμικός

Μακροπρόθεσμα είναι σχεδόν αδύνατο να εσωτερικευθούν θεσμοί μέσα σε μια κοινωνία, αν αυτοί οι θεσμοί δεν υποστηρίζονται από μια κοινωνικοπολιτική κουλτούρα...
Επειδή το «έθνος-κράτος» είναι ένα καθαρά δυτικό κατασκεύασμα, υπήρχε πρόβλημα ανεύρεσης αντίστοιχων όρων στις μη δυτικές γλώσσες κατά την εποχή της δυτικής πολιτισμικής πρόκλησης και της επίδρασης των δυτικών θεσμών στις άλλες κοινότητες. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα εμφανες αναφορικά με τις μουσουλμανικες γλώσσες. Αντίστοιχα, είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί στις δυτικές γλώσσες ένας επαρκής όρος του όρου ούμα ως κοινωνικοπολιτικής ενότητας, εξαιτίας της μοναδικότητας της στην ισλαμική πολιτική ιστορία και κουλτούρα...

.~`~.
I

Η διεξαγωγή του πολέμου στην περιοχή τον Περσικού κόλπου, ο οποίος έθεσε τέλος στην περίοδο του Ψυχρού πολέμου, συνέβαλε στη σοβαρή αλλαγή των ενδοπεριφερειακών ισορροπιών και στη σημασία τους στα πλαίσια της διεθνούς συγκυρίας... Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται, η διαδικασία ειρήνευσης της Μέσης Ανατολής, που ακολούθησε τον πόλεμο του Κόλπου, αντί να επιτύχει μία μακροπρόθεσμη στρατηγική ειρήνευσης, επειδή ακριβώς στηρίχτηκε σε βραχυπρόθεσμούς ελιγμούς τακτικής, επέδρασε κατά τρόπο που ενέτεινε αμφότερες τις κρίσεις...
Κατά τη μεταψυχροπολεμική περίοδο το βασικότερο γεγονός που εισήγαγε από τη σκοπιά του στρατηγικού προσδιορισμού τον Αραβικό κόσμο εν γένει, αλλά ειδικότερα τη Συρία και το Ιράκ, σε μία διαδικασία κρίσης κυρίως συνίσταται στην αντίφαση μεταξύ, αφενός, της εσωτερικής πολιτικής νομιμότητας και της διαμόρφωσης βάσει αυτής της εξωτερικής πολιτικής, της οποίος βασικό μέσο είναι η Παναραβική ρητορεία, και, αφετέρου της ύπαρξης του εθνοκράτους. Οι αντιφάσεις μεταξύ του αποικιακού παρελθόντος, που ανέδειξαν τις εν λόγω αραβικές χώρες στο προσκήνιο της ιστορίας, και των στόχων εξωτερικής πολιτικής του εθνοκράτους συνιστούν το μαλακό υπογάστριο του Αραβικού κόσμου. Σχεδόν κάθε αραβική χώρα, κυρίως η Αίγυπτος, η Συρία και το Ιράκ, αναπτύσσουν μία πολιτική της Αραβικής Ένωσης που λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα των εθνοκρατών τους μετατρέποντάς τη σε θεμελιώδη πυλώνα της πολιτικής νομιμότητας και της άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Οι εν λόγω στρατηγικές της Αραβικής Ένωσης, που βασίζονται σε διαφορετικές αντιλήψεις περί εθνοκράτους, αναπόφευκτα έρχονται σε σύγκρουση και θέτουν τον Αραβικό κόσμο σε έναν λαβύρινθο κρίσεων, όπου οι εσωτερικές συγκρούσεις και οι εντάσεις καταστρέφουν τα πεδία ορθολογικής συνεργασίας...
Η πιο αντιφατική πτυχή της διαφοροποίησης μεταξύ του Παναραβικού ιδεώδους και των στρατηγικών του εθνοκράτους είναι η εφαρμογή επεκτατικών πολιτικών εις βάρος όχι τόσο των μη αραβικών κρατών αλλά των υπόλοιπων αραβικών κρατών... Οι προσπάθειες σύστασης της Αραβικής Ένωσης από τα εθνοκράτη, τα οποία είναι αποτέλεσμα του αποικιακού παρελθόντος, δημιουργώντας πεδίο επιρροής πέραν των συνόρων τους ίσως από τη σκοπιά αυτή να αποτελεί και τη βασικότερη αιτία της κρίσης, την οποία βιώνει κατά τη μεταψυχροπολεμική περίοδο ο Αραβικός κόσμος.
Κατά την περίοδο του Ψυχρου πολέμου ο Νασερισμός και η ιδεολογία του Μπάαθ, που έκλιναν προς το παναραβικό ιδεώδες, στηρίζονταν στο εν λόγω διαβαθμισμένο στρατηγικό πλαίσιο. Ο Παναραβισμός και ο σοσιαλισμός, που συνιστούν τους δύο βασικούς πυλώνες των παραπάνω ιδεολογιών, αποτέλεσαν δύο σημαντικές παραμέτρους, η μία εκ των οποίων ενδιαφέρει την περιφερειακή συγκυρία ενώ η άλλη τη διεθνή. Στα σημεία τομής των εν λόγω δύο παραμέτρων προέκυψαν η Εικοσαετής συμφωνία στρατηγικής συμμαχίας της Συρίας με την ΕΣΣΔ και η Πολιτική εξοπλισμού του Ιράκ με σοβιετική στήριξη. Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και η διάλυση του διπολικού συστήματος είχαν ως αποτέλεσμα τον κλονισμό των παραμέτρων της Αραβικής Ένωσης και του σοσιαλισμού επί των οποίων στηριζόταν η ιδεολογία του κοσμικού, αυταρχικού και σοσιαλιστικού Μπάαθ, για να εξασφαλίσει βάσει νομιμότητας στα καθεστώτα της Συρίας και του Ιράκ...
...έχουν απολέσει την έννοιά τους τα ιδεολογικά και στρατηγικά πλαίσια της περιόδου του Ψυχρού πολέμου που στηρίζονταν στον Νασερισμό και στον Μπααθισμό. Έτσι ο Αραβικός κόσμος προσανατολίζεται προς νέες αναζητήσεις. Πολλοί άραβες διανοούμενοι, όπως ο Edward Said, προσπάθησαν να νοηματοδοτήσουν την εν λόγω κρίση. Ωστόσο, η διεθνής συγκυρία και οι τοπικές αυταρχικές δομές, οι οποίες υποστηρίζονται από την εν λόγω συγκυρία, παρεμποδίζουν την τελεσφόρηση των εν λόγω αναζητήσεων...

.~`~.
II

Στις μέρες μας ο Αραβικός κόσμος βιώνει μία περίοδο αναποφασιστικότητας και αδυναμίας που απηχεί τα σημάδια εσωτερικού ανταγωνισμού. Η εν λόγω περίοδος αδυναμίας, την οποία επιβεβαιώνει και ο Edward Said, οδηγεί τον κόσμο αυτό, ο οποίος αδυνατεί να χρησιμοποιήσει την ενέργειά του αποτελεσματικά και αποδοτικά, στο να αγωνίζεται να υπάρχει με βάση τη νομιμότητα που του εξασφαλίζουν οι εξωτερικές απειλές. Γι' αυτό τον λόγο ο αραβικός εθνικισμός βιώνει μία σημαντική αλλαγή χαρακτήρα. Υπ αυτή την έννοια τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα ο κορυφούμενος αραβικός εθνικισμός ήταν ένα ενεργό, επιθετικό και φιλόδοξο κίνημα, ενώ ο αραβικός εθνικισμός, που επιχειρήθηκε να αναζωογονηθεί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ενενήντα στα πλαίσια της διαδικασίας ειρήνευσης, υπήρξε αμυντικός, ελεγχόμενος και δυνάμενος ανά πάσα στιγμή να χρησιμοποιηθεί κατά των εξωπεριφερειακών υποκειμένων. Αυτός ο ελεγχόμενος εθνικισμός, υποστηριζόμενος και από τα εξωπεριφερειακά υποκείμενα του διεθνούς συστήματος και πρωτίστως από τις ΗΠΑ, προκειμένου να εξακολουθήσει η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή και να κρατηθούν υπό έλεγχο τα μαζικά αντιπολιτευτικά κινήματα, τα οποία θα μπορούσαν να την απειλήσουν, δημιουργεί εν δυνάμει πεδία σύγκρουσης στην περιοχή...
Η Αραβική Σύνοδος Κορυφής, η οποία συνήλθε στο Κάιρο το 1996, έχει μεγάλη σημασία από τη σκοπιά αυτών των [επικρατουσών] πολιτικών τάσεων εντός των κόλπων του Αραβικού κόσμου... η εν λόγω Σύνοδος Κορυφής, ενέχει μία ιδιαίτερη σημασία και ως προσπάθεια υπέρβασης της υφιστάμενης κρίσης νομιμότητας του Αραβικού κόσμου και του ιδεολογικού κενού που γίνεται αισθητό στις πολιτικές δομές των αραβικών χωρών. Για να μπορέσει να εξασφαλίσει τη συνέχεια των εν λόγω δομών, η πολιτική ελίτ του Αραβικού κόσμού, στον οποίο κυριαρχούν οι μοναρχίες και οι αυταρχικές δικτατορίες επί των οποίων εξακολουθεί να δεσπόζει η κουλτούρα της φυλής, προσέφυγε στη χρήση μέσων νομιμοποίησης βασιζόμενων στους εξωτερικούς παράγοντες. Τα σοβαρότερα μέσα που προσδιόρισαν τα πρότυπα συμπεριφοράς της αραβικής πολιτικής ελίτ κατά το πρώτο ήμισυ του αιώνα ήταν τα αντιοθωμανικά εθνικά κινήματα, που διεξήχθησαν με αγγλική ενίσχυση, και κατά το δεύτερο ήμισυ οι προσπάθειες δημιουργίας αντιισραηλινού μετώπου, οι οποίες συνεχίζονται από τον Β Παγκόσμιο πόλεμο έως σήμερα. Από αυτή την άποψη η συμβολική ρητορεία των οίκων Σερίφ και Σαούντ, βασιζόμενη σε παραδοσιακές παραστάσεις, και η επαναστατική ρητορεία των αυταρχικών δομών εθνικιστικής και σοσιαλιστικής σύνθεσης, που βρήκαν πρόσφορο έδαφος στα κινήματα του Μπάαθ και του Νασερισμού, στηρίζονται την ίδια βάση.
Η περίοδος που ακολούθησε τον Ψυχρό πόλεμο έγινε αιτία στα εν λόγω δύο είδη δομικής συγκρότησης να εμφανιστεί μία σοβαρή κρίση νομιμότητας. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών εβδομήντα και ογδόντα η σημαντική απώλεια της στρατηγικής αξίας του πετρελαϊκού «χαρτιού», οι διασπάσεις στις τάξεις του Αραβικού κόσμου και οι αποδυναμώσεις που παρατηρήθηκαν στις ριζοσπαστικές αραβικές χώρες τις ενταγμένες στο άρμα της ΕΣΣΔ αύξησαν σε σημαντικό βαθμό την ένταση της εν λόγω κρίσης νομιμότητας. Ο αραβικός εθνικισμός, ο οποίος στηρίχτηκε στη ριζοσπαστική ρητορεία του διεξαγόμενου κατά των εξωτερικών παραγόντων αγώνα, με την ειρηνευτική διαδικασία άρχισε να δίνει μία εικόνα σοβαρής διαλλακτικότητας και ευελιξίας, ενώ ο άξονας της αντιδυτικής και αντιισραηλινής ρητορείας περιήλθε στα ισλαμιστικά κινήματα.
Ο αραβικός εθνικισμός, ο οποίος από τη δεκαετία του πενήντα ως τα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα εμπεριείχε στους κόλπους του ριζοσπαστικά στοιχεία και στοιχεία αντιτιθέμενα στο διεθνές σύστημα, μετά τη δεκαετία του ογδόντα άρχισε να αποκτά με αυξανόμενη ταχύτητα έναν χαρακτήρα εναρμονισμένο στο εν λόγω σύστημα...
Η κρίση αυτή είχε ως συνέπεια την αποξένωση των αραβικών μουσουλμανικών μαζών από τη γνωστή πολιτική ελίτ και την απόκτηση εκ μέρους των αντιτιθέμενων στο σύστημα αντιπολιτευτικών κινημάτων ενός χαρακτήρα γύρω από τον ισλαμικό άξονα. Χαρακτηριστική εκδήλωση αυτής της μεταβολής είναι η διαφοροποίηση μεταξύ του συμβιβασθέντος άραβα εθνικιστή Γιάσερ Αραφάτ και του ισλαμικού αντιπολιτευτικού κινήματος της χαμάς. Στη βάση της αυταρχικής και πιεστικής συγκρότησης, η οποία δυσχεραίνει τη συμμετοχή στην πολιτική των αραβικών χωρών, βρίσκεται αυτή η κρίση νομιμότητας μεταξύ τη αραβικής πολιτικής ελίτ και της κοινωνικής βάσης. Τα αραβικά καθεστώτα, τα οποία γνωρίζουν ότι θα απολέσουν την κατεχόμενη από αυτές πολιτική ισχύ στα πλαίσια οποιασδήποτε έντιμης δημοκρατικής διαδικασίας, βρίσκονται σε αναζήτηση μιάς νέας ριζοσπαστικής ρητορείας, η οποία θα εξασφαλίσει συνέχεια στις δικτατορικές τούς δομές υποστηριζόμενες από τη Δύση.
Με αυτές τις προϋποθέσεις η αντιδραστικού χαρακτήρα Αραβική Σύνοδος Κορυφής ήταν κομιστής στοιχείων που προσέβλεπαν στη δημιουργία ενός νέου κύματος αραβικού εθνικισμού. Οι ΗΠΑ αντιλαμβανόμενες ότι ένα τέτοιου είδους κύμα θα συνέδραμε την αραβική πολιτική ελίτ να υπερβεί την κρίση νομιμότητας και κατά συνέπεια να σταματήσει η φθορά των φιλοδυτικών καθεστώτων από τα αντιπολιτευτικά κινήματα που κινούνται γύρω από τον ισλαμικό άξονα είναι προφανές ότι θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν το νέο εθνικιστικό κύμα εφόσον αυτό δεν αποκτά έναν χαρακτήρα που αντιβαίνει το διεθνές σύστημα...
Το ενδιαφέρον της υπόθεσης έγκειται στο ότι ένα κύμα του αραβικού εθνικισμού, το οποίο αναπτύσσεται αρμονικά στα πλαίσια του συστήματος, στις μέρες μας έχει γίνει ένα στοιχείο επιθυμητό κυρίως από τις ΗΠΑ. Η Αμερική, η οποία κατά τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα πήρε θέση ενάντια στο κύμα του αραβικού εθνικισμού, το οποίο τελούσε υπό την ηγεσία του Νάσερ και αντιτίθετο στο διεθνές σύστημα, διαμέσου των συμφωνιών του Camp David το ενέταξε εντός του ίδιου του συστήματος, έτσι ώστε σήμερα [2001] να υποστηρίζει ένα κύμα αραβικού εθνικισμού, η ύπαρξη του οποίου σημαίνεται εντός των πλαισίων του διεθνούς συστήματος, σε αντίθεση προς την κορυφούμενη ισλαμική αντιπολίτευση που το καταπολεμά. Για τον λόγο αυτό είναι σημαντική η ανάληψη της ηγεσίας του νέου αυτού κύματος εκ μέρους της Αιγύπτου, η οποία λαμβάνει από τις ΗΠΑ το μεγαλύτερο πακέτο οικονομικής βοήθειας.

.~`~.
III

Η κρίση πολιτικής νομιμότητας στον Αραβικό κόσμο και η μεταστροφή που βιώνει ο αραβικός εθνικισμός επηρεάζουν επίσης τη συγκρότηση πολιτικής ηγεσίας των χωρών αυτών. Στις πολιτικές δομές των αραβικών χωρών, οι οποίες ιδρύθηκαν μετά τα αποικιοκρατικά κυβερνητικά σχήματα και δραστηριοποιηθηκαν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου στην περιφερειακή πολιτική, κατά κανόνα εμφανίστηκαν δύο είδη ηγετικής συγκρότησης: οι αυταρχικές γραφειοκρατικές δικτατορίες, οι οποίες με σύγχρονα ιδεολογικά πλαίσια επιδίωκαν τη δημιουργία ενός νέου πλαισίου πολιτικής νομιμότητας, και οι μοναρχίες (βασίλεια), οι οποίες προσπαθούσαν να κάνουν χρήση παραδοσιακών πλαισίων νομιμότητας.
Τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα αυταρχικής/γραφειοκρατικής συγκρότησης ηγεσίας εμφανίστηκαν σε χώρες όπως η Αίγυπτος, η Συρία, το Ιράκ, η Αλγερία, η Λιβύη και η Τυνησία, που διοικούνται από ηγέτες και αυταρχικά κόμματα, που επιδιώκουν να αναδιαμορφώσουν την αραβική κοινωνία εκ των άνω προς τα κάτω βάσει κοσμικών, εθνικιστικών και σοσιαλιστικών αρχών. Η ηγετική συγκρότηση, η οποία στηρίχτηκε στα παραδοσιακά πρότυπα νομιμότητας και στην οποία αναδείχτηκαν ως πρωτοπόροι χώρες, όπως η Σαουδική Αραβία, το Μαρόκο και η Ιορδανία, επεκτάθηκε αργότερα στα μικρά κρατίδια του Περσικού κόλπου και στα πετρελαϊκά πριγκιπάτα.
Είναι αδύνατο να διεισδύσει κανείς στις λεπτομέρειες της πολιτικής της Μέσης Ανατολής, δίχως να γίνουν κατανοητές οι ρίζες της αυταρχικής/χαρισματικής συγκρότησης ηγεσίας, η οποία θεωρείται κοινό χαρακτηριστικό στα αραβικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής και νομιμοποιείται σε ορισμένες χώρες με παραδοσιακή ρητορεία και σε άλλες με επαναστατική. Η εν λόγω αυταρχική/χαρισματική συγκρότηση ηγεσίας εχει τρείς σημαντικούς λόγους: α) Τις εσωτερικές δομές των εν λόγω κρατών. β) Την περιφερειακή πολιτική. γ) Το διεθνές σύστημα.
Ο λόγος που αφορά την εσωτερική πολιτική δομή έχει να κάνει με τις πολιτικές δομές που κληρονομηθηκαν από την αποικιοκρατική περίοδο. Η πλειονότητα των αραβικών χωρών, κυρίως τα πετρελαϊκά πριγκιπάτα, μετατράπηκαν σε κράτη άνευ προηγούμενης στέρεας πολιτικής κουλτούρας και πολιτικής θεσμοποίησης. Αυτό επέφερε μία κρίση πολιτικής νομιμότητας εξαιρετικά δύσκολης να ξεπεραστεί. Οι αποικιοκρατικές δυνάμεις δημιούργησαν τις χώρες αυτές επί χάρτου, αλλά δεν επέτρεψαν την με ελεύθερο τρόπο ολοκλήρωση τον πολιτικού τους σχηματισμού.
Έτσι ο μοναδικός λόγος για τη σύσταση ξεχωριστών κρατών από τις εν λόγω κοινότητες, οι οποίες έχουν κοινή θρησκεία, εθνικές καταβολές και γλώσσα αναπόφευκτα έγινε με την εμφάνιση ή τη δημιουργία ισχυρών ηγεσιών ή οικογενειών που κάλύψαν το κενό.
Με άλλα λόγια, η πολιτική ηγεσία υποκατέστησε το κράτος. Κατά τη δεκαετία του 1950 για τον αιγυπτιακό λαό είναι σημαντική η αφοσίωση στον Νάσερ, πριν να είναι για την [ίδια] την Αίγυπτο, το σύμβολο όλων των αραβικών ιδεωδών πέραν εκείνων της Αιγύπτου... ο ιρακινός λαός ταύτιζε τον Σαντάμ Χουσεΐν με το κράτος, διότι στην προσωπικότητα του Σαντάμ ήταν δυνατό να αναγνωρίσει κανείς τα αραβικά ιδεώδη που ξεπερνούν τα όρια του Ιράκ. Κατά συνέπεια, οι χαρισματικές προσωπικότητες καλύπτουν τα κενά του πολιτικού σχηματισμού και δύνανται να κινητοποιήσουν τους λαούς των αραβικών κρατιδίων για ένα ανώτερο ιδανικό. Έτσι εξαλείφεται το δίλημμα μεταξύ του να είναι κανείς Ιρακινός ή Άραβας. Από την άλλη, τα μικρά πριγκιπάτα, το οποία δεν έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν τα παραπάνω ανώτερα ιδεώδη, επιθυμούν να ενισχύσουν την πολιτισμική νομιμότητα των μικρών τους κρατών δημιουργώντας ανύπαρκτους ήρωες... Εν ολίγοις, οι ελλείψεις στον πολιτικό σχηματισμό προσφέρουν κατάλληλο έδαφος για τον χαρισματικό τύπο ηγέτη.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο σχετικά με την περιφερειακή πολιτική, αυτός είναι η ύπαρξη του Ισραήλ, το οποίο συνιστά συνεχή απειλή στην περιοχή και έχει επεκτατικούς στόχους εναντίον των πέριξ χωρών. Οι Άραβες, οι οποίοι έχασαν κάθε πολεμική αναμέτρηση ως τώρα με το Ισραήλ, έχουν πειστεί για την ανάγκη ισχυρών στρατιωτικών και πολιτικών ηγεσιών προς αντιμετώπιση του εν λόγω κινδύνου.
Όσον αφορά τον λόγο που σχετίζεται με το διεθνές σύστημα, αυτός ισχύει όχι μόνο για τις αραβικές χώρες και και κοινωνίες αλλά για όλες τις ισλαμικές χώρες και κοινωνίες. Οι κοινωνίες αυτές συνέπεία δίκαιων όσο και λυπηρών συμβάντων έχούν χάσει σε μεγάλο βαθμό την εμπιστοσύνη τους προς το διεθνές σύστημα αμφισβητώντας το κατά πόσο αυτό διαθέτει αντικειμενικούς και δίκαιους μηχανισμούς επίλυσης των διεθνών διαφορών. Γεγονότα όπως η μη εφαρμογή των αποφάσεων του ΟΗΕ αναφορικά με την Παλαιστίνη, η απουσία αντίδρασης κατά την εισβολή στον Νότιο Λίβανο από το Ισραήλ και το ότι η διεθνής κοινότητα παρέμεινε για αρκετό διάστημα θεατής στην απόπειρα εθνοκάθαρσης στη Βοσνία είχαν ως αποτέλεσμα η ανασφάλεια στις εν λόγω χώρες να χρησιμοποιηθεί προς την κατεύθυνση της διαιώνισης των αυταρχικής συγκρότησης ηγετών. Η εξαιτίας παρόμοιων συμβάντων -τα οποία έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου και μετά τη λήξη του- κυριαρχούσα επί των μουσουλμανικών κοινοτήτων ψυχολογία ανασφάλειας έγινε αιτία για την εμφάνιση μιας ψυχολογικής/πολιτιστικής ατμόσφαιρας εντός της οποίας εμπνέει εμπιστοσύνη η εικόνα σταθερότητας που δίνουν οι χαρισματικοί ηγέτες.
Η ηγετική συγκρότηση των αραβικών χωρών της Μέσης Ανατολής παρέχει μία σοβαρή εικόνα σταθερότητας. Στην εν λόγω περιοχή οι κατέχοντες την εξουσία δεν την αποχωρίζονται, όταν δεν συντρέχουν λόγοι ανώτερης βίας, όπως θάνατος, ανίατη ασθένεια, δολοφονία κ.λπ... Κατά την περίοδο του Ψυχρού πολέμου, όταν η υφήλιος έζησε πολύ μεγάλες πολιτικές και οικονομικές αλλαγές, αλλά και μετέπειτα ο βασιλιάς της Ιορδανίας Χουσεΐν, ο ηγέτης του Ιράκ Σαντάμ Χουσεΐν, ο ηγέτης της Συρίας Χαφάζ αλ-Άσαντ, ο ηγέτης της Αιγύπτου Χόσνι Μουμπάρακ και ο βασιλιάς του Μαρόκου Χασάν συνέχισαν να κατέχουν τη θέση του αμετάβλητου ηγέτη.

.~`~.
IV

Αυτή η εικόνα στον Αραβικό κόσμο δείχνει ότι δεν υπάρχει πάντα άμεση σχέση μεταξύ της πολιτικής σταθερότητας και της νομιμότητας. Αν η πολιτική σταθερότητα ήταν η σημαντικότερη ένδειξη της πολιτικής νομιμότητας, τότε θα έπρεπε οι αραβικές κοινωνίες να έχουν τον υψηλότερο δείκτη πολιτικής νομιμότητας. Εντούτοις, η υφιστάμενη σταθερότητα πολιτικών ηγετών στον Αραβικό κόσμο, είναι έργο ενός καταναγκασμού βασιζόμενου στον περιορισμό της πολιτικής συμμετοχής και όχι σε μία νομιμότητα βασισμένη στην εν λόγω συμμετοχή. Γι' αυτό τον λόγο η σταθερότητα στον Αραβικό κόσμο δεν παρέχει στην κοινωνία πολιτική και κοινωνική ασφάλεια ούτε και κίνητρα οικονομικής ανάπτυξης. Αντιθέτως, στις δικτατορίες που κατέκτησαν την πολιτική εξουσία, υποτίθεται με το 99,5% της λαϊκής ετυμηγορίας, περιορίζονται οι ελευθερίες των ατόμων για όσο διάστημα επιμηκύνεται η διάρκεια της πολιτικής ηγεσίας.
Το βασικό πρόβλημα των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι ζουν με τον φόβο της πολιτικής πίεσης, είναι η εξασφάλιση των βασικών μέσων διαβίωσής τους δίχως να έρθουν σε σύγκρουση με την ηγεσία. Κι αυτό μειώνει στο ελάχιστο την ικανότητα χρησιμοποίησης του δυναμικού της κοινωνίας. Η πολιτική εμπειρία των αραβικών κοινωνιών αποδεικνύει ότι στην πραγματικότητα δεν έχει καμία αξία η πολιτική σταθερότητα, η οποία δεν βασίζεται στην κοινωνική νομιμότητα...
Η διαδικασία πολιτικής αλλαγής, όπου η κοινωνία έχει τεθεί στο περιθώριο, δίνει στον Αραβικό κόσμο την εικόνα μιας φαινομενικής πολιτικής σταθερότητας. Στις μέρες μας το σημαντικότερο πρόβλημα στην πολιτική των αραβικών κοινωνιών συνίσταται στην απουσία αντίληψης περί της αλλαγής πολιτικής διοίκησης ως μίας νομιμοποιητικής έναντι της κοινωνίας διαδικασίας. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η διαμόρφωση πολιτικής ηγεσίας στον Αραβικό κόσμο έχει περιοριστεί μεταξύ των προσδιοριζόμενων από τις ενδοοικογενειακές αντιπαραθέσεις και τις δικτατορίες μοναρχιών, οι οποίες προσδιορίζονται από το ξεκαθάρισμα λογαριασμών στους κόλπους του στρατού. Η αποτυχία των πειραμάτων πολιτικής συμμετοχής σε χώρες όπως η Αλγερία, η Τυνησία και η Ιορδανία αποδεικνύουν από τη μία, τα προβλήματα πολιτικής κουλτούρας στην εσωτερική πολιτική σκηνή και, από την άλλη τη σχέση εξάρτησης μεταξύ των εξωτερικών στοιχείων και της εσωτερικής πολιτικής δομής.

.~`~.
V

Η αλλαγή πολιτικής ηγεσίας στις αραβικές χώρες της Μέσης Ανατολής, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε με τούς νόμιμους διαύλους του πολιτικού συστήματος, άρχισε να πραγματοποιείται με την ολοκλήρωση του βιολογικού κύκλου των ηγετών. Υπ αυτή την έννοια, λοιπόν, παρατηρήθηκαν τα πρώτα δείγματα αλλαγής τόσο στις αυταρχικές/γραφειοκρατικές δικτατορίες όσο και στις παραδοσιακές φυλετικές ηγεσίες, οι οποίες συνιστούν τις πρώτες κύριες ηγετικές συγκροτήσεις της Μέσης Ανατολής. Η δολοφονία του βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας Φαϊσάλ, ο οποίος ήταν η πιο χαρακτηριστική ζώσα προσωπικότητα της δεύτερης κατηγορίας είδους ηγέτη, ο θάνατος του βασιλιά Χουσεΐν, ο οποίος τον είχε διαδεχτεί εξελισσόμενος στον πλέον χαρισματικό ηγέτη αυτού του μοντέλου, και η μετά αυτόν ανάληψη των αρμοδιοτήτων του μονάρχη από τον αδελφό του βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας, Φαχντ, πρίγκιπα Αμντάλα, εξαιτίας της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του πρώτου, φαινομενικά δεν δημιούργησαν σοβαρές πολιτικές κρίσεις στη χώρα. Ωστόσο, η απουσία εμβληματικών προσωπικοτήτων δύναται να εγκαινιάσει τη συζήτηση για τη νομιμότητα των κλασικών μοντέλων ηγεσίας. Τα αιτήματα για πολιτική συμμετοχή εκ μέρους της με μεγάλη πλειοψηφία νέας δυτικοτραφούς γενιάς των χωρών αυτών, δύναται να δημιουργήσουν μεσοπρόθεσμα σοβαρές εντάσεις στην περίπτωση πού δεν υπάρξει μία υγιής μεταβατική διαδικασία και δεν πραγματοποιηθεί η σχετική θεσμοποίηση.
Η πρώτη σοβαρή εμπειρία των αυταρχικών/γραφειοκρατικών δικτατοριών σημειώθηκε με τον θάνατο του Χάφεζ αλ-Ασαντ, ο οποίος ήταν ο μακροβιότερος ηγέτης του είδούς αυτού. Η πολιτική ελίτ της Συρίας, που βασίζεται στη μειονότητα των Νουσαϊρί [Αλαουήτες, θρησκευτική μειονότητα η οποία συνδέεται με το σιιτικό Ισλάμ], ενδεχομένως και υπό την επίδραση των ταραχών που προκάλεσαν οι μαζικές εκδηλώσεις μετά τον θάνατο του ηγέτη της Τυνησίας Μπουργκιμπά -άλλη σημαντική φνσιογνωμία αυτού του είδους ηγέτη και της βραχύβιας δημοκρατικής περιόδου που επακολούθησε- αποφάσισε να αναδείξει στην ηγεσία τον γιο του Χάφεζ αλ-Άσαντ, Μπάσαρ, αναζητώντας έτσι ασφαλή τρόπο για την εν λόγω μετάβαση. Η επιλογή αυτή, στην οποία σημαντικό ρόλο έπαιξε και η μειονοτική αλληλεγγύη των Νουσαϊρί, στην πραγματικότητα συνιστά το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα της μετατροπής των αυταρχικών/γραφειοκρατικών δομών, μολονότι διαθέτουν μια ρεπουμπλικανική και επαναστατική ρητορική, ενταγμένη σε φυλετικές δομές.
Οι θάνατοι του βασιλιά Χουσείν και του Χάφεζ αλ-Ασαντ μπορεί να θεωρηθούν ως οι πρώτες ενδείξεις των ενδεχόμενων αλλαγών στην ηγεσία της Μέσης Ανατολής που τη χαρακτηρίζει στατική πολιτική συγκρότηση. Μολονότι ο Ψυχρός πόλεμος έχει παρέλθει, οι αραβικές χώρες στην επιδίωξή τους να διατηρήσουν τις πολιτικές δομές που εμφανίστηκαν στις συνθήκες της ίδιας περιόδου, αντιμετωπίζουν στις ημέρες μας μία πολύ σημαντική κρίση νομιμότητας. Τα παραδείγματα των εν ζωή αράβων ηγετών, οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας και είναι συνηθισμένοι να ασκούν πολιτική στα όρια των ψυχροπολεμικών παραμέτρων της Μέσης Ανατολής, κατά την προσεχή περίοδο θα τερματίσούν την ηγετική σταδιοδρομία τους... Είναι αδύνατο να συγκαλυφθούν οι παρατηρούμενες ασθένειες ή η πολιτική φθορά εμβληματικών φυσιογνωμιών, όπως ο Αραφάτ [δολοφονήθηκε], ο Σαντάμ Χουσέϊν [δικάστηκε-κρεμάστηκε], ο Μουμπάρακ [ανατράπηκε-δικάστηκε] και ο Καντάφι [δολοφονήθηκε], και κατά συνέπεια δεν θα αποτελούσε έκπληξη ο θάνατος ή η απόσυρσή τους από την πολιτική σκηνή στο άμεσο μέλλον. Το ενδεχόμενο αυτό δύναται να φέρει με έντονο τρόπο στο προσκήνιο μια κρίση πολιτικής κουλτούρας και δομής του Αραβικού κόσμου.
Η διάλυση των παραπάνω αυταρχικών δομών μπορεί να φέρει στην επιφάνεια μια δυναμική και μία αβεβαιότητα παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν στον Αραβικό κόσμο τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα. Συνεπώς, όσοι προβαίνουν σε στρατηγικές και τακτικές αναλύσεις αναφορικά με τη Μέση Ανατολή είναι αναγκασμένοι να λάβουν υπόψη τους τον ρυθμό και τις κοινωνικοπολιτισμικές παραμέτρους της προκείμενης αλλαγής.

.~`~.
Επίλογος Ισλαμικός

Ίσως οι πλέον ριζικές αλλαγές στη θεσμοποίηση του κράτους στην ισλαμική ιστορία να επήλθαν με το τέλος του χαλιφάτου. Αυτό το σημείο καμπής και το επόμενο στάδιο επιβολής του συστήματος των εθνών-κρατών στα μουσουλμανικά εδάφη προκάλεσαν αντιληπτική και δομική σύγχυση στις μάζες. Η οριοθέτηση και η εσωτερική συνέπεια μεταξύ ούμα [Κοινότητα των Πιστών], Νταρ αλ-Ισλάμ [Οίκος του Ισλάμ] και ντάουλα [Ισλαμικό Κράτος] χάθηκε, ενώ οι νέες πολιτικές δομές που είχαν την μορφή εθνών-κρατών κατοικούμενων από Μουσουλμάνους αντιμετώπισαν ένα συνολικό πρόβλημα πολιτικής νομιμοποίησης. Η αμφισβήτηση των παραδοσιακών κουλτουρών και δομών από τους πρωτοπόρους των νέων δομών του συστήματος των εθνών-κρατών αποσκοπούσε στο να δημιουργήσει μια νεά αντίληψη περί κράτους. Το κράτος άρχισε να απεικονίζεται ως κυρίαρχο στοιχείο εντός τους διεθνούς συστήματος, αντί ως πολιτικό εργαλείο για τα ηθικο-νομικά ιδεώδη του ισλαμικού συστήματος πίστης. Έτσι η αντίληψη του Νταρ αλ-Ισλάμ ως εναλλακτικής διεθνούς τάξης αντικαταστάθηκε από την αντίληψη του ανήκειν σε ένα στοιχέιο του διεθνούς συστήματος το οποίο ιδρύθηκε από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις και εξυπηρετούσε τα συμφέροντα τους.
Αυτός ο μετασχηματισμός ήταν πραγματικό σοκ για τις μουσουλμανικές μάζες, οι οποίες καθόλη τη διάρκεια της μέχρι τότε ιστορίας έβρισκαν ζωτικό χώρο για την πραγμάτωση των ηθικονομικών ιδεωδών τους. Αυτές οι συνθήκες έφεραν τις μουσουλμανικές μάζες σε διάσταση με τις εκδυτικισμένες ελίτ που αρνούνται τα ηθικονομικά ιδεώδη του κράτους και της παραδοσιακής κουλτούρας καθώς και με το διεθνές σύστημα το οποίο εξάλειψε τον πολιτικό ζωτικό χώρο για την πραγμάτωση αυτών των ηθικονομικών ιδεωδών. Η σύγχρονη αντίληψη περί ισλαμικού κράτους προέκυψε ως αποτέλεσμα του μηχανισμού άμυνας της ισλαμικής κουλτούρας. Η αποτυχία, η διαφθορά και οι καταπιεστικές μεθόδοι των πολιτικών ελίτ επιτάχυναν τη διαδικασία πόλωσης προς το τέλος του 20ου αιώνα και οι απαιτήσεις για τη δημιουργία ενός ζωτικού χώρου για αναπαραγωγή των ισλαμικών ηθικονομικών ιδεωδών που βασίζονται σε μια μοναδική οντολογική, επιστημολογική και αξιολογική κοσμοθεωρία έχουν φτάσει στο αποκορύφωμα τους.

Το Στρατηγικό Βάθος
Εκδ. Ποιότητα
Πρόλογος και επίλογος: Ahmet Davutoğlu. Εναλλακτικές κοσμοθεωρίες. Η επίδραση της Ισλαμικής και της Δυτικής κοσμοθεωρίας στην πολιτική θεωρία. Εκδ. Ποιότητα.


.~`~.
Παράρτημα
ΕυρωΜεσογειακό «Αναπτυξιακό» της άνατολικής Μεσογείου

Οι μετά τόν δεύτερο πόλεμο ύπερεθνικοί πολιτικοί σχηματισμοί έθεσαν στό προσκήνιο τόν περιφερειακόν τρόπο άναπτύξεως, του οποίου τήν φυσικότητα είχε άκριβώς ύποκαταστήσει ή έννοια τού «έθνικού» κράτους. Ο περιφερειακός τρόπος αναπτύξεως (Regionalismus) είναι ό φυσικός τρόπος άναπτύξεως τών άνθρωπίνων κοινωνιών και άκριβώς γι' αύτό ό έξασφαλίζων τά μεγαλύτερα ποσοστά δημοκρατίας καί αυτονομίας του άτόμου. Είναι ό μοναδικός τρόπος που έγνώρισαν ώς διοίκηση τά πληθυσμιακά σύνολα τής ανατολικής Μεσογείου (π.χ. «Θέματα» τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας) μέχρι του κερματισμού των σέ «έθνικά» κράτη... Ο περιφερειακός τρόπος αναπτύξεως είναι ό φυσικός, διότι στηρίζεται στήν κοινότητα συμφερόντων και χαρακτήρος πού έδημιούργησαν φυσικά καί οικολογικά δεδομένα γιά τούς άνθρώπους...
Ανάλογα προβλήματα ώς αποτελέσματα περιφερειακής άναπτύξεως παρατηρούμε σήμερα έπί τών Βαλκανίων (Γιουγκοσλαβία), από τήν όξύτητα τών όποίων μπορούμε νά καταλάβωμε τό μέγεθος τού βιασμού πού συνεπήχθη ή έννοια του «εθνικού» κράτους γιά τούς ανθρώπους. Ανάλογες καταστάσεις έχομε καί στόν χώρο τής Δυτικής Εύρώπης, μέ τήν διαφορά όμως ότι έδώ ή έννοια τού έθνικού κράτους μετεβλήθη σέ εκείνην τής «βιομηχανικής ενότητος», κατορθώνοντας έτσι νά ύπερβή προσωρινά τά μειονεκτήματα καταστροφής τής φυσικής ένότητος τής περιφερείας. Τά περιφερειακά προβλήματα στήν δυτική Εύρώπη δέν είναι λίγα ούτε μικρά (στήν Αγγλία π.χ. τό «άργά» αγγλικά λέγεται «σλόου» καί ουαλλικά «άρέφ»). Μέ τήν δημιουργία τής Εύρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή μέ τήν προσπάθεια δημιουργίας ύπερεθνικών θεσμών, είναι φανερό ότι τό πρόβλημα τής περιφερειακής όντότητος θά έπανήρχετο... Είναι ακριβώς τό πρόβλημα πού έχει ή Ευρωπαϊκή Ενωση καί πού θά παρουσιασθή ενισχυμένο στό μέλλον.
Προφανές είναι ότι όσο ή ανθρωπότητα προχωρεί σέ μιά μείζονα όργάνωση διεθνικού συντονισμού, τόσο καί ή διευρυμένη περιφέρεια, συμπίπτουσα μέ έκείνη τής πολιτιστικής περιοχής, θά έμφανίζεται ώς φορεύς πολιτικής καί ιστορικής σημασίας. Αύτό ήδη καί άναγνωρίζεται άπό τούς πολιτικούς αναλυτές. Γιά νά χρησιμοποιήσωμε μάλιστα καί τήν ορολογία τών «είδικών», πού ιδιαίτερα αρέσκονται στήν έξεύρεση όρων, ή πολιτική όργάνωση τού κόσμου προχωρεί από έναν «κόσμο κρατών» σέ ένα «κράτος τού κόσμου». Όσο συγκεχυμένος καί άν παραμένη ό όρος «κράτος τού κόσμου» (θυμίζων έλαφρώς τήν Πολιτεία τού Θεού του Αγ. Αυγουστίνου), ένα είναι ύποχρεωμένο αύτό τό κράτος νά θεωρήση ως συστατική μονάδα τής πολιτικής του λειτουργίας: τήν έννοια τής πολιτιστικής καί οικονομικής περιοχής. Αύτό άκριβώς κατά αύτονόητον τρόπο δέχονται καί οί πολιτικοί αναλυτές [βλ. π.χ. Ε. Ο. Czempiel, Weltpolitιk im Umbruch. (Das Internationale System nach dem Ende des Ost-West-Κοnflikts), 1991, σελ. 47 κ.έ.]. Εδώ όμως πρέπει νά σημειώσωμε ότι παρά τήν τεχνολογική έξέλιξη μέ τούς κομπιούτερ, τήν όργάνωση τών έρευνητικών κέντρων καί τών παν/μίων, ή ιστορική έρευνα συνεχίζει νά έπεται τής πολιτικής καί όχι νά προηγήται. Έχει δηλαδή περισσότερο κοινωνιολογικό χαρακτήρα καί όχι πολιτικό, πράγμα που εξηγείται άπό τό γεγονός ότι στήν Δύση, όπως ιεραρχικά είναι ώργανωμένη ή παραγωγή, έτσι είναι καί ή γνώση. Τόν περασμένο αίώνα ή πολιτική ήταν μιά κλειστή ασχολία τών Kabinetts, πού τήν ήξεραν μόνο οί βασιληάδες καί οί πρωθυπουργοί. Οι ιστορικοί έτσι ήταν άπλώς υποχρεωμένοι νά επιβεβαιώνουν μέ τά βιβλία τους τήν πολιτική, πού διεκινείτο έρήμην των, καί όχι νά ασχολούνται μέ τήν έπακριβή γνώση πού θά μπορούσε νά τήν βοηθήση. Κάτι βέβαια πού ή πολιτική δέν είχε όπωσδήπτοτε ανάγκη, άφού ύπό τό ιμπεριαλιστικό έμβλημα τής «προόδου» είχε τήν βοήθεια τών κανονιών γιά νά τό πραγματοποιήση. Καί έπειδή τό αύτό συμβαίνει καί σήμερα (οί ιστορικοί περιμένουν τά βιβλία τών πολιτικών γιά νά «φωτισθούν»), δέν είναι τυχαίο, ότι μετά τήν πολιτική αλλαγή του κόσμου μας ή Εύρώπη δέν έχει καμμιά πρόταση νά άρθρώση γιά τίποτε. Είναι βαθύτατα θεμελιωμένο στήν φύση τών πραγμάτων τό γεγονός, ότι δειλές προσπάθειες βιβλίων σάν τό παραπάνω είναι υποχρεωμένες νά αρχίζουν ώς έξής: «Τούτο τό βιβλίο ύπάγεται σέ έκείνη τήν δύσκολη κατηγορία βιβλίων πού οφείλουν νά γραφούν, παρ ότι τελικώς δέν μπορούν νά γραφούν». Η δυσκολία έγκειται στό ότι καί σήμερα τά βιβλία πρέπει νά μένουν «ένθεν» τής πολιτικής... Από τόν κανόνα δέν έξαιρείται τό έν λόγω αξιόλογο κατά τά άλλα κείμενο. Διότι ένώ διαπιστώνει τήν φορά τών ιστορικών πραγμάτων πρός μιά διεθνή όργάνωση κατά περιοχές -πού ό συγγραφέας καλεί «Gesellschaftswelt» καί τήν βλέπει έκπροσωπουμένη άπό κοινωνικές οργανώσεις κατά φυσικό τρόπο παραγόμενες άπό τις ίδιες τις κοινωνίες καί πέραν τών ήδη ύπαρχόντων διεθνών οργανισμών-, άκριβώς τό κλειδί ρυθμίσεως αύτής τής «νέας τάξης» πραγμάτων, πού είναι ή Μεσόγειος, τό έξαιρεί. Καί τό έξαιρεί, βέβαια, λόγω τής ίστορικής καί πολιτικής έκκρεμότητος πού παρουσιάζει ή έννοια «Ευρώπη» στο σύγχρονο κόσμο. Αν κάτι έδειξε ή κατάρρευση τού σοσιαλισμού, δέν ήταν άκριβώς ή άποτυχία του ώς οίκονομικού συστήματος, άλλά, αντίθετα, τήν φύση τών πολιτικών δυσχερειών επί παγκοσμίου έπιπέδου άπό τήν αορίστου περιεχομένου ονομασία «Εύρώπη». Αυτό είναι εκείνο πού μονίμως ύφέρπει κάτω από όλων τών ειδών τής πολιτικές «άναλύσεις» καί «προτάσεις» - ότι ή «Εύρώπη» τό μόνο πού έχει νά προτείνη ώς «νέο» είναι αύτό πού θά είχε νά προτείνη καί πρό δέκα αιώνων: νά ζή εις βάρος τής άνατολικής Μεσογείου χωρίς νά τό ομολογή, προσδίδοντας στό γεγονός φιλοσοφικές όνομασίες...
Καί έπειδή ώς πρός αύτό έπί τού παρόντος ή «Εύρώπη» δέν έχει τίποτε τό νέο νά προτείνη, γι' αύτό καί κάθε «νέα τάξη» πραγμάτων είναι φυσικό νά τής είναι απόλυτα έχθρική. Τούτη ή τακτική όμως καθόλού δέν είναι απηλλαγμένη ριζικά άδιεξόδων καταστάσεων. Ιδού π.χ. πώς απηχούνται ειδικώτερα οί εύρωπαϊκές εκτιμήσεις στις αναλύσεις τού προαναφερθέντος ερευνητή: σε όλες τις περιοχές τού κόσμου τις άπομακρυσμένες άπό τήν δυτική Εύρώπη, άναγνωρίζεται μιά αυτοδυναμία περιφερειακής άναπτύξεως καί πολιτικής σταθεροποιήσεως. Στήν περιοχή τού Ινδικού, στήν μέση καί νότια Αφρική, στήν νότια καί κεντρική Αμερική η περιφερειακή σταθεροποίηση είναι κάτι τό θεμιτό καί έπιθυμητό. Εκεί πού πρέπει όλα νά μείνουν όπως είναι, είναι άκριβώς ή περιοχή πού έχει τά μεγαλύτερα προβλήματα αύτή τήν στιγμή, δηλαδή τής άνατολικής Μεσογείου (στήν όποίαν περιλαμβάνονται τά Βαλκάνια, ή Μαύρη Θάλασσα καί ή Μέση Ανατολή). Η περιοχή τής Εγγύς και Μέσης Ανατολής, γράφει ό προαναφερθείς συγγραφέας, πρέπει να έξαιρεθή καί «νά μήν έπαφεθή στήν τάση της περιφερειακής άναπτύξεως». «Η ασφάλεια του Ισραήλ, ό πλούτος τού πετρελαίου καί ή στρατηγική σημασία τής περιοχής γιά τις βιομηχανίκές χώρες της Δύσης τήν έξαιρούν άπό τήν γενική κατεύθύνση του κόσμου... Η Εγγύς καί Μέση Ανατολή άρα δέν θά ύπαχθούν σέ περιφερειακή άνάπτυξη» (σελ. 68-69).
Η επιλεγμένη αοριστία εννοιών φανερώνει βέβαια τήν έμμονή σέ συγκεκριμένου είδους παραδεδομένες παραστάσεις, δηλαδή ότι ή δυτική Εύρώπη είναι ένας άπομονωμένος στήν αύτοσυνείδησή του χώρος από την Μεσόγειο, της οποίας το νόημα γι' αυτήν προκύπτει μόνο από τήν ιεράρχηση «στρατηγικών» αξιολογήσεων καί όχι άπό κάποια συνείδηση ιστορική. Γιατί όμως μιά «περιφερειακή άναπτυξη» αλλοιώνει τήν «στρατηγική σημασία» τής Μέσης Ανατολής γιά την δυτική Εύρώπη; Δέν μπορεί να υπάρξη άνάπτυξη πού νά μήν τήν άλλοιώνη; Τό ερώτημα αυτό, βέβαια, μόνο από μιά συλλογιστική συνολικής μεσογειακής συνείδησης θά μπορούσε νά προκύψη, πού βλέπομε να μην υπάρχη. Η δυτική Ευρώπη μόνο ως τέτοια βλέπει τόν εαυτό της σέ κάθε μελλοντική εξέλιξη τού κόσμου. Οχι ώς τμήμα ενός φυσικώς ώργανωμένου μεσογειακού οργανισμού. Χωρίς τήν ιστoρική οργάνωση ομως του μεσογειακού χώρου είναι πολύ άμφίβολο άν μπορούν νά διευθετηθούν άνάλογα προβλήματα άλλων γεωγραφικών εκτάσεων. Στά μεσογειακά προβλήματα υπάρχουν βεβαίως προτεραιότητες, άλλά χωρίς διευθέτηση του προβλήματος της Μέσης Ανατολής κανένα τελικώς πρόβλημα της Μεσογείου δέν μπορεί νά λυθή μακροπροθέσμως. Τούτο δέν είναι θέμα τών πολιτικών εργαστηρίων άλλά γεωπολιτικό καί ιστορικό δεδομένο δεκάδων αιώνων. Δυστυχώς δέν ύφίσταται μελέτη πού νά μάς έξηγή γιατί κατά τούς αιώνες τού παρελθόντος, πού ό μεσογειακός όργανισμός έλειτουργούσε ιστορικά, ή ιστορική πορεία τής δυτικής Εύρώπης έσημείωνε μιά διαρκή άνοδο, ενώ όταν αύτός έπαψε, δηλαδή άπό τόν κριμαϊκό μέχρι τόν πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όπου συμβαίνει καί ή βιομηχανική άνάπτυξη τής δυτικής Εύρώπης μέ κεφάλαια τού μεσογειακού όργανισμού, ή ιστορική πορεία τής δυτικής Εύρώπης πίπτει καθέτως και η πολιτική της σημασία έκμηδενίζεται. Τά προβλήματα αυτά ακόμη μέχρι σήμερα δέν μοιάζει να απασχολούν κάν την συνείδηση τών δυτικοευρωπαίων μελετητών.
Σίγουρα τό κράτος τού Ισραήλ πολεμά για τήν «ασφάλειά» του, αυτό όμως δέν σημαίνει πώς εξασφαλίζει έτσι καί τήν ιστορική επιβίωση του, άκόμη κι' άν δεκαπλασιασθή. Διότι αύτή έξαρτάται άπό τις ιστορικές σχέσεις πού μπορεί νά άναπτύξη με τον ισλαμικό κόσμο και όχι από τα όπλα. Υπό άλλες συνθήκες το Ισραήλ θά μπορούσε νά παίξη ένα θετικό ρόλο, οί συνθήκες όμως αυτές βλέπομε πώς δέν προβλέπονται. Πρέπει έξ άλλου νά παραδεχθούμε ότι ουδέποτε άνεγνωρίσθη κατά τό παρελθόν, ότι είναι δυνατόν νά ύπάρξουν προβλήματα που θά μπορούσαν νά είχαν τις μακροπρόθεσμες άντανακλάσεις των στήν ίδια τήν Εύρώπη...

Γεράσιμος Κακλαμάνης
To «Ανατολικό Ζήτημα» Σήμερα
Εκδ. Εικοστού Πρώτου
1998


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική