7 Μαΐου 2014

Η ιστορική αμηχανία της δυτ. Ευρώπης.


.~`~.
Η ιστορική αμηχανία της δυτ. Ευρώπης

Αυτό πού μοιάζει νά διαφεύγει τής μερίμνης τών ιστορικών ειναι μια μονάδα μετρήσεως τον ιστορικού χρόνου. Οι αρχαίοι Έλληνες έκράτησαν την «αυτοκρατορία» τούς περίπού πέντε αιώνες. Άλλους τόσούς περίπου κράτησαν καί οί Ρωμαίοι. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έκράτησε πάνω άπό δέκα αιώνες καί η Όθωμανική περίπου τό μισό. Η «ευρωπαϊκή αυτοκρατορία», άρχής γενομένης άπό τό 1821 μέ την «έλληνικη επανάσταση» (διότι μέ αυτή επιτυγχάνεται ή υπαγωγή τού άνατολικομεσογειακου χώρού στήν δυτικοευρωπαϊκή έπιρροή καί συνεπώς τό «αυτοκρατορικό» έργο τής «Ευρώπης» ολοκληρώνεται), δέν κράτησε καλά-καλά ούτε έναν αίώνα. Άπό τόν πρώτο παγκόσμιο πόλεμο κι έδώ, ή επιρροή τής Ευρώπης άνά τόν κόσμο ακολουθεί μιαν κάθετο πτώση, πού γιά νά κρατηθή μερικά -έστω μέ ημίμετρα καί προοπτικές δεκαετίας- απαιτήθηκαν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι καί όλη η μακρά περίοδος του ψυχρού πολέμού. Αλλά μιά εμπόλεμη κατάσταση, κατά τό μεγαλύτερο μέρος του παρόντος αιώνος, τί άλλο μπορεί νά άποδεικνύη παρά τήν εγγενή αδυναμία πολιτικής λειτουργίας τής δυτικής Ευρώπης; Τελικώς, πολιτική ιστορία έκτός εαυτής ή δυτική Ευρώπη δέν έδημιούργησε. Παραβλεπομένης τής τεχνολογίας -πού άποτελεί ένα ιστορικό προϊόν του μεσογειακού όργανισμου εν συνόλω-, η πολιτική ιστορία της Ευρώπης, είναι ένα σύνολο πολέμων καί επιθέσεων κατά άλλων λαών, τό όποιον οι «ειδικοί» επιεικώς ώνόμασαν «άνοιγμα τού κόσμου». Το «άνοιγμα» αυτό στηρίχθηκε σε ένα οικονομικό καθεστώς πού οί πάντες σήμερα απορρίπτουν, ανεπτυγμένοι και μη, καί καί πού ουδεμία πολιτική σχέση μέ κανέναν έδημιούργησε άλλά μόνο σχέσεις αντιθέσεως καί βίας. Σπανίως οι σχέσεις βίας του παρελθόντος εμφανίζονται στην μή αριστερή βιβλιογραφία ώς τέτοιες. Εμφανίζονται κατά κανόνα ώς «έπιτεύγματα». «Έπιτεύγματα» όμως πού προέρχονται άπό ένα καί μόνο απλό γεγονός: οτι η «Ευρώπη» αντιμετώπισε έκτός αυτής άκρως περιπεπλεγμένες καταστάσεις πολιτισμών με εξαιρετικώς λεπτεπίλεπτες σχέσεις εσωτερικής κοινωνικής ισορροπίας, πράγματα δηλαδή πού ώδηγούσαν στην φυσική απορία και έκπληξη, σε ένα είδος πολιτιστικού «σαστίσματος» ώς πρός τήν ιμπεριαλιστική συμπεριφορά τών Δυτικοευρωπαίων.

α´
Όσο κράτησε τούτο τό «σάστισμα», τόσο κράτησε καί ή ευρωπαικη «κυριαρχία» έκτος Ευρωπης - μέ μέτρα του ιστορικού χρόνου ήτοι ελαχιστα. Μόλις τό «σάστισμα» παρήλθε, ήρκεσαν δεκαετίες μόνο γιά νά καταρρεύση όλο τό σύστημα τής αποικιοκρατίας. Παρ' όλον τούτο, παρα τις άπλές μεθόδους του Γκάντι καί τών Κινέζων, παρά τήν συντομία των άντιαποικιακων πολέμων, παρα την συντομωτατη διαμαρτύρία του ισλαμικού κόσμού (25 σχεδόν χρόνια μετά τήν ιστορική καταστροφή του μεσογειακού όργανισμου καί τής δημιουργίας του Κουρδικού, άρχισε ή αντίδραση άπό Ίνδονησίας μέχρι Αιγύπτου καί Άλγερίας), οί «είδικοί» δέν εδέησε νά πεισθουν ότι ό κόσμος χρειάζεται μιαν όργανικώτερη διάταξη καί όχι θεωρίες τής στιγμής καί τής τελικής αποτυχίας. Ποτέ άλλοτε η δυτική Εύρώπη δέν ευρέθηκε τόσο ιστορικά άμήχανη όσο κατά τά τελευταία χρόνια. Ουτε κάν γιά τήν ανατολική Ευρώπη δέν βρέθηκε νά διαθέτη ή δυτική μίαν άντίληψη συνύπαρξης.

Απόδειξη της ολικής αγνόησης (όχι άγνοιας) της πνευματικής ιστορίας της ανατολικής Ευρώπης (μια ιδιαιτερότητα που υποβάλλεται ακριβώς από την συνύπαρξη με τις πολιτιστικές αξίες του ανατολικου ημισφαιρίου καί πού στήν λογοτεχνία θά όδηγήση στην δημιουργία όλοκλήρων σχολών καί ρευμάτων, όπως ο Σαρματισμος π.χ. στην Πολωνία) είναι ακριβώς οι απόψεις που επεκράτησαν μετά τη πτώση των συνόρων. Η πρώτη θεωρία ήταν η «θεωρία του απορροφητήρος» (!) -«Staubsauger theorie»-, δια της οποίας το όλον θέμα της ανατολικής Ευρώπης ελύετο δι' οικονομικής... απορροφήσεως. Αλλα πως ομως - αποικιοκρατικά ή πολιτικά καί ιστορικά; Έπ' αυτού βεβαίως δεν ηταν δυνατόν νά ύπάρχη άπάντηση, και δεν υπαρχει ακόμη φυσικά, και δια τούτο εφευρέθηκε ό νέος όρος του «βλέποντας και κανοντας»... ή απλούστερα ότι η έννοια «Ευρωπαϊκή Ένωση» είναι ολικώς εκ των πραγμάτων ξεπερασμένη... Μια εκδοχή που κάθε άλλο παρά μη ευτυχής μπορει να είναι. Κρατώντας ή ανατολική Ευρώπη τήν πολιτιστική της ιδιομορφία καί μή εξανεμίζοντάς την σέ στατιστικά νούμερα και σε πίνακες των κομπιούτερ, θα προσδωση ισως ακομη μια φορά τις πνευματικές ώθήσεις πρός την δυτική, όπως καί στόν μεσαίωνα, γιά μιά ενιαία καί φυσιολογική περί Ευρώπης άντίληψη. Μιά άντίληψη που δέν μπορεί νά ολοκληρωθή παρά μόνο διά τής νέας ιστορικής λειτουργίας του μεσογειακου οργανισμού. Ένα αναγκαστικό προστάδιο πού θά περάση ή δυτική Ευρώπη πρό αυτής της ολοκλήρωσης, θά ειναι ακριβώς ο... εθνικοσοσιαλισμός. Είναι ή αναγκαστική πολιτική τάξη πραγμάτων που απορρέει άπό τήν ιδεολογία τής «ευμάρειας» καί τών «οικονομικών θαυμάτων»!

Ο Δυτικοευρωπαίος που θά θέλη τήν καλοπέρασή του, θά θελήση «κοινοτικά σύνορα» καί «εθνική προστασία» έναντι τών ξένων. Θα πέση έτσι στις άκροδεξιές κυβερνήσεις, που θά του προσφέρουν «προστασία» καί απομονωτισμό. Και επειδή οί νέοι πόλεμοι θά αποδειχθούν μάλλον αδύνατοι, θά βρεθή έτσι μιά σύμμετρη αντίληψη περί Ευρώπης. Ο έθνικοσοσιαλισμός αυτός, που θά έχη επίσης τό έμβλημα τής δημοκρατίας, δέν θά είναι ό παλαιού τύπου εθνικός ανταγωνιστικός εθνικοσοσιαλισμός. Θα είναι απλώς μιά ιδεολογία τής κεκτημένης καλοπέρασης, τής «αναπτύξεως», που δέν θά προσφέρεται γιά διάλογο μέ κανέναν. Καί ακριβώς έτσι θά προκύψη τό νέο, διότι ή δυτική Ευρώπη θά υποχρεωθή νά προσβλέψη στις πραγματικότητες. Άκόμη είναι άγνωστο έν ονόματι ποίου ή Ευρωπαϊκή Ένωση «μεσολαβεί» γιά τήν «ειρήνη στά Βαλκάνια». Την ειρήνη όλοι βέβαια τήν επιθυμούν, ποιά όμως είναι ή βάση έπί τής όποίας στηρίζονται οί «ειρηνευτικές προσπάθειες» τής Ευρωπαϊκής Ένωσης; Άφού καμμιά θεωρία δέν υπάρχει, κανένα σχέδιο τής Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την σχέση της με τήν μεσογειακή περιοχή καί την άνατολικη Ευρώπη, καμμιά ιδεολογική προσέγγιση των πνευματικών μεσογειακών κόσμων ή καποια ένδειξη πώς κάτι τέτοιο είναι έπιθυμητό (η ιδεολογία του «ισλαμικού κινδύνου» είναι ικανή απόδειξη), ποιές είναι οι αρχές νομιμότητος βάσει τών όποίων η Ευρωπαϊκή Ένωση άσκεί, τήν μεσολαβητική της πολιτική; Καί πώς μεσολαβεί γιά τά Βαλκάνια καί σιωπά γιά τό Κουρδικό, που έχει άμεση σχέση αίτίου καί αίτιατου; Μπορούν νά λυθούν μερικώς καί μέ σιωπηρά ημίμετρα, δηλαδή χωρίς μιαν γενικώτερη γεωπολιτική θεώρηση πού όφείλουν όλοι νά ξέρούν, τά προβλήματα του μεσογειακού χώρου, στόν οποίον καί ή δυτική Ευρώπη υπάγεται;

β´
Άλλά οί τακτικές αυτές δέν είναι αναίτιες. Η δυτική Ευρώπη έχουσα σήμερα απλώς την οικονομική υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενδιαφέρεται για τη λύση κάποιων μεσογειακών προβλημάτων, διότι έχει αντιληφθεί ότι κάτι τέτοιο σημαίνει γι' αυτήν οικονομικό κυρίως κέρδος. Δέν μπορει όμως νά απαλλαγή άπό τήν σημασία τής προϊστορίας των πραγμάτων, τά όποία άμεσα όδηγουν πρός τό Μεσανατολικό. Γιά τό όποιο ή δυτική Ευρώπη πιστεύει πώς έχει συμφέρον, όπως διεκηρύχθη, νά μή διαθέτη καμμιά αποψη προοπτικής. Οί πιθανές «λύσεις» έτσι, πάντα έμπειρικά ζητούμενες, είναι καθωρισμένες νά πάλλωνται μεταξύ άναγκαιότητος καί ιδεολογικών σκοπιμοτήτων.

Τό Ισλάμ είναι «κίνδύνος», άλλά είναι τότε «Ευρωπαίος» ο βαλκάνιος μωαμεθανός; Καί άν δέν είναι, πώς θά δεχθή τόν μεσολαβητικόν ρόλο τής Ευρωπαϊκής Ένωσης; Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουσα υίοθετήσει τόν ρόλον τής «Αγίας Ελεούσης», προσπαθεί νά πείση διά τής τεταμένης χειρός τής πλήρούς «λογιστικών μονάδων», ένώ είναι γνωστό ότι σέ ώρισμένες περιοχές σαν αυτές τών Βαλκανίων μιά πολιτική διά τής ...οίκονομικής πειθούς (όρα «λαοί έπί πιστώσει») καμμιά προοπτική επιτυχίας δέν έχει, διότι όδηγεί άμεσα στό χάος στήν ίδια τήν Εύρωπαϊκή Ένωση... Άπό τήν μιά μεριά τά ζωτικής σημασίας συμφέροντα, άπό τήν άλλη ή ιδεολογία τής «βαλκανιότητος», πού θέλει τήν περί «Βαλκανίων» αντίληψη στά μέσα μαζικής ένημέρωσης ταυτιζομένην μέ κάποια... άλογομουλαρα! Μέσα στά πλέγματα αυτών των ιδεολογικών αναγκαιοτήτων, ό έρχόμενος σέ έπαφή μέ τόν κόσμο τής «νοτιοανατολικής Ευρώπης» δυτικός Ευρωπαίος αντιμετωπίζει μιαν νοοτροπία πού δέν μπορεί νά καταλαβη αλλοιώς παρα μόνον ώς... Αrrogance! Διότι έρχεται μέ... τόν αέρα του πολιτιστικού τροπαιάρχη προς κάποιο υποτυπώδες φολκλόρ του... γαϊδάρού καί βρίσκει μιαν νοοτροπία ελάχιστα διατεθειμένη να δεχθη πολιτιστικές υποδειξεις. Το λάθος δέν έγκειται στά πράγματα άλλά στήν ιδεολογία απ' αυτών: ο δυτικός Ευρωπαίος, ως μέση κοινή συνείδηση, άγνοει ότι ό αναβάτης του γαϊδάρου εκράτησε τό μακροβιώτερον πολιτιστικό, πολιτικό και ιστορικο σύστημα πού υπηρξε ως τώρα. Αρχής γενομένης διά τής ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μέσω του Βυζαντίού καί τής Όθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλαδή άπό τά χρόνια του Χριστού έως τόν πρώτον παγκόσμιο πόλεμο, ό «υπανάπτύκτος Βαλκάνιος» έκράτησε ένα σύστημα απηλλαγμένο άπό έσωτερικές κοινωνικές αντιθέσεις, ένα σύστημα ίδεώδους σοσιαλισμού χωρίς κατακτητικούς πολέμούς καί διαρκώς πραγματοποιούν τήν έννοια τής δημοκρατίας ώς τρόπον έπικοινωνίας τών ανθρώπων. Η φιλοσοφία του Δυτικοευρωπαίου έκτός δυτικής Εύρώπης είναι έκείνη περί τής «ανόδού» καί «καθόδού» τών πολιτισμών, διότι αυτό έδιδάχθηκε καί αυτό περιμένει να βρη. Αύτη ειναι μια έμμεση ιδεολογία ρατσισμού ώς υποκαταστατον του «εθνικισμού», πού οι μεταπολεμικές ανάγκες επέβαλαν ώς «ξεπερασμένον». Καί άποτελεί συνθήκη γιά τήν λειτουργία τής δυτικής δημοκρατίας, τής όποίας οι αρχές καί τό περιεχομενο είναι απλή απόρροια του Εργατικού Δικαίου καί ρυθμίζονται διά τών «δεικτών αναπτύξεως».

Η «κάθοδος τών πολιτισμών» πέριξ της Μεσογείου είναι μιά έσωτερική ίδεολογική άναγκαιότης τής φιλοσοφίας τής «έλεύθερης άγοράς». Ο επισκέπτης δεν πρέπει να βρισκη μόνο πολιτιστικά έρείπια του παρελθόντος, πού πολλά θά μπορούσαν νά συντηρηθούν, άλλά καί κατεστραμμένη φύση υπό τό σύνθημα τής «αναπτύξεως», διατηρούμένη μόνο κατά τό μέτρον πού απαιτεί ή ανακύκλωση του τουριστικού κεφαλαίού. Η διαρκώς απειλούμένη φύση στά ιδια τά βιομηχανικά κέντρα πρέπει νά μένη καί ή άναλογικώς καλύτερη, διότι, άν ό τουρίστας άνακαλύπτη τήν φυσικότητα τών τρόπων διαβίωσης έκτός τών βιομηχανικών κέντρων, «περισπάται» άπό τήν παραγωγή καί προβληματίζεται έπί τής φιλοσοφίας τής «αναπτύξεως». Η φύση του ευρωπαϊκου Νότού πρέπει συνεπώς νά καταστραφή διά τών έρειπίων τής βιομηχανικής αναπτύξεως, διά των εργοστασίων, πού χτίζονται από τήν μιά κύβέρνηση για νά μείνουν στήν εγκατάλειψη απο αλλη, διά των «έργων όδοποιϊας», πού σέ λίγα χρόνια θά τονίζουν τήν είκόνα τής υπανάπτυξης, διά του πολλού τσιμέντού, που θα καταστρέφη τήν όποια πολιτιστική αρχιτεκτονική καί διά των ξενοδοχείων με κολυμβητήρια δίπλα άπό τήν θάλασσα. Η καταστροφή τής φύσης του μεσογειακού Νότού άποτελεί έπίταγμα τής φιλοσοφίας τής «αναπτύξεως», κατά τόν ίδιον τρόπο πού τό χτίσιμο τών μεγαλουπόλεων τής ομοιομορφίας άποτελούσε έσωτερική αναγκαιότητα τής οργανώσεως του διεθνούς έμπορίου. Όπως αυτή ή «αναγκαιότητα» κατέστρεψε σιγά-σιγά καί ανεπαισθήτως τά μεγάλα πολιτιστικά κέντρα της Μεσογείου έτσι καί ή φιλοσοφία τής «προόδού», διά τών «άνθρωπίνων δικαιωμάτων» καί τής «δημοκρατίας» τών κοινοβουλίων, έχει ανάγκη νά καταστρέψη τήν φύση. Ή νά τήν «συντηρή» μερικώς ώς άλλοθι τής καταστροφής της (π.χ. πάρκα)...

Τό τί συνεπώς έχει νά προσφέρη ή δυτική Ευρώπη πρός τούς άλλους υπο το σύνθημα της «αναπτύξεως» και της οικονομίας τής «έλευθερης αγοράς», είναι έμπειρικως προσδιορίσιμο καί καθόλού θέμα διακηρύξεων. Γι' αυτό ακριβώς καί η «στρατηγική» των ανεύ τέλους τοπικών πολέμων πρός «ανάκαμψη» τής οικονομίας, μιά στρατηγική δηλαδή πού ενέχει άφ' έαυτής ώς στόχο τήν καταστροφή του περιβάλλοντος, παρουσιάζεται άπολύτως αυτονόητη στις «αναλύσεις» τών ειδικών... Εξ ίσου αυτονότη είναι καί η έλλειψη μιάς θεωρίας περί τών σχέσεων τής δυτικής Ευρώπης μέ τούς άλλους, δηλαδή ή έλλειψη πλαισίού μέσα στό όποίο προσπαθούν νά δράσούν οί υπερεθνικοί οργανισμοί τής δυτικής Ευρώπης, οπως π.χ. η «Διάσκεψη γιά τήν ασφάλεια καί τήν συνεργασία στήν Ευρώπη». «Οργανισμοί» σκοπών χωρίς προσδιορισμό τών σκοπών καί, μέ όσο τό δυνατόν αόριστούς όρούς («ασφάλεια», «συνεργασία» στήν «Ευρώπη») υπήρξε πάντα ή αγαπημένη επίδοση τής δυτικοευρωπαϊκής πολιτικής κατά τούς δύο τελευταίούς τουλάχιστον αιώνες...

Αλλά σήμερα χρειαζόμαστε μίαν μείζονα ακρίβεια του περιεχόμένου των λέξεων και κυρίως αυτου πού ειναι ή δεν είναι «Ευρώπη». Ορισμός αυτού του πράγματος δέν είναι βέβαια καθόλού εύκολο νά δοθή. Δέν είναι θέμα «κονδύλίων» κάποιου «προγράμματος» πού θά έκπονήση τήν έννοια τής Ευρώπης, διότι ακριβώς είναι θέμα μιάς ιστορικής διαδικασίας πού μόλις αρχισε να συντεληται. Συνεπώς τα πραγματα ειναι έκείνα πού θά δώσούν τόν όρισμό τής Ευρώπης καί οχι οί θεωρίες. Σ' αυτον τον πραγματικό ορισμο της Ευρώπης, ό χώρος τής Μεσογείού καί τής ανατολικής Ευρώπης έχούν τόν κυρίαρχο λόγο. Γιατί χωρίς αυτές τις περιοχές δέν υπάρχει καμμιά έννοια Ευρώπης.
Ο μύθος τής Ευρώπης, πού θέλησε τήν γέννησή της στήν Μεσογειο, δεν έκαμε λάθος. Γιατι χωρις τις ιστορικές συνιστώσες του μεσογειακού οργανισμού, πού φθάνούν μέχρι τήν Βαρσοβία, τήν Σιβηρία και τον Ίνδικό ωκεανο, καθε άλλος ορισμος της «Ευρώπης» αποτελεί αυθαιρεσία.

γ´
Συνοψίζοντας τά προηγηθέντα, δέν μπορούμε νά προσδιορίσωμε την διαγραφή κάποιων προτάσεων παρά μόνο μέ μιαν παλαιά λογική τών κατοίκων τής Ινδονησίας. Όταν οι κάτοικοι του Μπαλί είδαν τούς ευρωπαίους «έξερευνητές» νά καταφθάνουν στόν τόπο τούς, συνέλαβαν τό πρόβλημα κατά τόν πιό εύστοχο τρόπο: «αφού αυτοί οι άνθρωποι αφήνούν τόν τόπο τούς γιά νά έρθούν έδώ πέρα, σίγούρα έκεί κάτι δέν πάει καλά»! Νά λαθέψούν μέσα στό είδος τής φυσικής των λογικής, δέν ήταν βέβαια δυνατόν. Αυτό πού δέν πήγαινε καλά στήν τότε Ευρώπη -καί πού ως ένα βαθμό δέν πάει ακόμη- ήταν ή τεράστια δυσκολία κατανοήσεως καί αφομοιώσεως τών φιλοσοφικών κατακτήσεων του μεσογειακού χώρου, με τις οποίες οι τότε Ευρωπαίοι γιά πρώτη φορά έρχονταν σέ έπαφή. Καί, προκειμένού νά τίς κατανοήσούν, τίς ξαναέκαμαν «φιλοσοφία» ύστερα άπό 1.500 χρόνια κοινωνικής, πολιτικής καί ίστορικής υπερβάσεως τών προβλημάτων τής αρχαίας έλληνικής φιλοσοφίας στόν χώρο τής Μεσογείού διά τών θρησκειών. Δέν είναι τάχα παράξενο ότι ό ρόλος τής φιλοσοφίας στήν νεώτερη ευρωπαϊκή ιστορία βρίσκεται όλο και πιό πολύ προεξάρχων όσο απομακρύνεται κανείς άπό τόν χώρο της Μεσογείού; Πώς είναι δυνατόν οί Έλληνες, οί Ιταλοί, οί Αραβες κλ.π. νά έχούν στά χέρια τούς έπί χιλιετίες τήν πνευματική κληρονομιά τής αρχαίας φιλοσοφίας καί νά μή θέλούν νά τήν «προαγάγούν», καί ξαφνικά αυτή νά πετιέται ώς πνευματική ένασχόληση στήν περιοχή τής βόρειας Ευρώπης; Πώς είναι δυνατόν όλη ή Αναγέννηση νά περάση άπό τήν Ιταλία, οί Ιταλοί νά δημιουργήσουν άρχιτεκτονικές καί ζωγραφικές σχολές (πού είναι άκρως περιπεπλεγμένα πράγματα φιλοσοφικής πρακτικής) καί νά μή δημιουργήσουν «φιλοσοφικούς κλάδούς»; Εκεί που τα πράγματα τής «φιλοσοφίας» φαίνονται πιό «δυνατά», έκεί ακριβώς βρίσκεται και η αδυναμια τούς. Οι άκρως σύνθετες λύσεις τών φιλοσοφικών προβλημάτων διά των μονοθεϊστικών θρησκειών τής Μεσογείου προϋποθέτουν ένα στάδιο «εκείθεν» καί όχι «ένθεν» της φιλοσοφίας. Δέν συζητείς περί φιλοσοφίας έφ' όσον βρης τον τρόπο να την πραγματοποιής, διότι άκριβώς τό μόνο δίδαγμα περί φιλοσοφίας άπό τήν ελληνική αρχαιότητα υπήρξε ότι αυτή είναι τρόπος ζωής και οχι γνώσεως. Ότι ετσι είναι, άποδεικνυεται άπλά: όλη ή νεώτερη φιλοσοφική δραστηριότητα, τής Εύρώπης ουδέν τό γνωστικως νέο παρήγαγε, κάτι που να μήν τό ήξερε ή αρχαιότητα ή ο μεσαίωνας. Η φιλοσοφία έμεινε έτσι μιά συζητητική προσπάθεια κατανοήσεως προβλημάτων που την είχαν ξεπεράσει καί ή οποία, χωρίς τό περιεχόμενο των ιστορικών λύσεων τής Μεσογείού, θά έμενε μιά κοινωνική δραστηριότητα κατά τίς περιπέτειες του νεωτέρου δυτικού κράτούς. Άλλο τίποτε δέν μπορουσε νά είναι, άφου τό «όντως όν» για την φιλοσοφία ειναι απο την εποχη του Αριστοτέλη ο ιδιος ο άνθρωπος καί συνεπώς ο τρόπος τής καθημερινής του ζωής... Η δυτική Ευρώπη άνεζήτησε τίς δικές της λύσεις -αφού εκείνες τής Μεσογείού ήταν εξόχως πολύπλοκες γι' αυτήν- καί τής χρειάσθηκε γι' αυτό ή φιλοσοφία. Ότι ομως έτσι υπήρξε καί κάποια φιλοσοφική προαγωγή τών πραγμάτων, είναι κάτι γιά τό όποίο ό βαλκάνιος άγρότης μέ τά ροζιασμένα χέρια ούδέποτε θα πεισθή... Πιθανόν αυτή νά είναι σήμερα καί ή σπουδαιότερη φιλοσοφική παραδοχή...

Τό «ουδέν κακόν αμιγές καλού» είναι λόγος παλαιός. Οί φιλοσοφικές αδυναμίες τής δυτικής Ευρώπης τήν ώδήγησαν νά ασχοληθη μέ αυτό πού οι φιλοσοφικώς προηγμένοι μεσογειακοί κόσμοι έβλεπαν μέ μεγάλη δυσπιστία, τήν τεχνολογία. Το θετικό που έχομε σήμερα απ' αυτο ειναι οτι γνωρίζομε τον τροπο τής ώργανωμένης εργασίας πού απαιτεί ή τεχνολογική παραγωγή καί ή επιστημονική πρόοδος. Τά αρνητικά είναι τά πολλαπλά αδιέξοδα καί ό κίνδύνος που διατρέχει ό άνθρωπος άπό τόν μέχρι τώρα τρόπο τής τεχνολογικής παραγωγής. Πώς μπορεί νά μεγιστοποιηθή τό κέρδος τών πραγμάτων καί νά έλαχιστοποιηθή τό κόστος; «Πολιτικά συστήματα» καί πολιτικές θεωρίες πού να δίνούν λύση στό πρόβλημα αυτό, δέν υπάρχουν. Διότι δέν υπάρχούν άλλα «πολιτικά συστήματα» πέραν τών ήδη ιστορικως δεδομένων. Καί αυτά είναι οί γνωστές μας θρησκείες στον εν ευρεία έννοία χώρο τής μεσογειακής περιοχής καί όχι τα προϊοντα τής πολιτικής ιστορίας του δυτικού κράτούς, μέ τήν κατάληξη «ισμός».

Αυτά, ακριβώς επειδή χαρακτηρίζούν περιόδους στήν εξέλιξη του δυτικού κράτους από τις όποίες καί προήλθαν, δέν έχουν ούτε τήν φιλοσοφική δύναμη ούτε τήν φιλοσοφική προοπτική νά έπικρατήσουν πουθενά. Αντίθετα, μάλιστα, όπου μέχρι τώρα κατ' έπίφαση έπεκράτησαν, έβλαψαν γενικώτερα. Γιά νά προκύψη όμως ή χρησιμότης των πραγμάτων, όπως αύτά φυσικώς (ήγουν ιστορικώς) προσφέρονται, πρέπει κανείς νά προβή σέ ώρισμένες αναγνωρίσεις πέραν των γνωστών συνθημάτων καί των καθημερινών σλόγκαν τής πολιτικής τών έφημερίδων.

Πρέπει κατ' αρχήν νά άναγνωρισθή ένα γενικό «δικαίωμα άναπτυξεως» γιά όλους (πράγμα πού καθόλού δέν σημαίνει ιση ανάπτυξη γιά όλους). Αυτό όμως συνεπάγεται κάποιες ιδεολογικές θυσίες σχέση έχουσες μέ τήν πραγματικότητα, πράγμα που είναι δνσκολώτερο όσο φαίνεται. Διότι «δικαίωμα άναπτύξεως» σημαίνει κάτι που τό δικαιούται ό άλλος καί δέν του παραχωρείται. Σημαίνει δηλαδή κατ' αρχήν αναγνώριση αυτού που που πραγματικά προσέφερε η δυτική Ευρώπη για την ανάπτυξη του τεχνολογικού πολιτισμού καί όχι αυτου πού από ιδεολογικές ανάγκες ισχυρίζεται ότι προσέφερε. Τούτη είναι ή βαρύτερη των θυσιών. Αυτό που πραγματικά προσέφερε ή δυτική Ευρώπη γιά τήν άνάπτυξη τής τεχνολογικής παραγωγής είναι ή όργάνωση καί ή δουλειά. Τις ιδέες καί τό κεφάλαιο τά προσέφεραν άλλοι. Δέν ήταν δυνατόν νά συμβούν διαφορετικά τά πράγματα, διότι οί άλλοι προηγήθησαν τής δυτικής Εύρώπης στήν ιστορία. Αυτό -που καθόλου δέν σημαίνει μιαν αντίληψη περί «ανόδου» καί «καθόδού» τών πολιτισμών, άλλά μόνο μίαν αντίληψη περί ιστορικής συνεχείας πολιτιστικών πραγματοποιήσεων- προϋποθέτει βέβαια ότι ή έπαρση περί υπεροχής του «δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού» θά σταματήση, μιά καί οί πολιτισμοί δέν μπαίνουν στόν κομπιούτερ. Ανταπεκρίνετο ίσως κάτι τέτοιο μέχρι τώρα σέ πολιτικές σκοπιμότητες (πού τελικώς μπορούν νά συγκαταριθμηθουν στις προσπάθειες τής Ευρώπης γιά τήν τεχνολογική ανάπτυξη), άλλά καμμιά βάση στήν πραγματικότητα δέν διαθέτει. Απόδειξη είναι ότι παρά τις προσπάθειες τής δυτικής Ευρώπης νά έγκαθιδρύση τούς θεσμούς καί τά πολιτικά της συστήματα στα διάφορα μέρη (βασικής ανάγκης γιά τήν ιδια), τελικώς κανένας δέν τούς δέχθηκε. Κανένας δηλαδή δέν έπείσθη από τήν «πολιτιστική υπεροχή» τής φιλοσοφικής πολυλογίας...

Αν άλλοι πολιτισμοί έπείθοντο, τότε βέβαια δέν θά εχρησιμοποιούσαμε και τον όρο αποικιοκρατία. Θα είχαμε εναν ορο γιά κάποια πολιτιστική ιστορική σύνθεση. Πολύ περισσότερο -κι' αυτό θά μάς χρειασθή αμεσως πιο κατω- δεν προκειται νά έξαργυρωθή ποτέ τό νόμισμα τής «πολιτιστικής υπεροχής» (τά αντίθετα μαλιστα αποτελέσματα φέρνει οσο πιο πολύ τονίζεται) στούς άλλούς χώρούς των μεσογειακων πολιτισμών. Κανένας δεν πρόκειται να θελήση να διδαχθή την «δημοκρατία» απο τήν Δύση στούς χώρους τής μεσογειακης Ανατολης, διότι ή δημοκρατία αποτελεί στούς χώρους τούτους κεκτημένη εμπειρία χιλιετιών. Τό «δικαίωμα αναπτύξεως» επι συμμόρφου βάσεως έξ άλλου, δηλαδή επί βάσεως πού θα άποβή υπέρ της παραγωγής καί δέν θα μεταβληθη σε ανταγωνιστικον χάος, απαιτεί αναγνώριση της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας πού έχει ό άλλος νά προσφέρη σέ μιά ενιαία όργάνωση του κόσμού. Αυτό δέν σημαίνει μίμηση τών πολιτικών καί πολιτιστικών θεσμών τής Δύσης άλλά τό ακριβώς αντίθετο: αλλαγή τών ίδιων τών δυτικών νοοτροπιών. Τά δεδομένα του ανωδύνου καί φυσιολογικού τρόπου τά έχομε ζωγραφισμένα επί του χάρτη. Αυτά δέν είναι άλλα άπό τήν σοφή ιστορική διάταξη τών θρησκειών πέριξ τής Μεσογείού. Η όργάνωση αυτών τών «πολιτικών συστημάτων», συνεπώς, είναι αυτή πού κρύβει τήν νέα όργάνωση τού κόσμού.

δ´
Ο Προτεσταντισμός μάς έδωσε τήν πολύτιμη έμπειρία τής ώργανωμένης εργασίας καί τήν κοινωνική ανακάλύψη τής μάζης (πού είναι ή σπουδαιότερη κοινωνιολογική άνακάλυψη όλων τών αιώνων). Οχι αδιαφορία, κακοποίηση ή περιπτωσιακή χρησιμοποίση τής μάζης, κατά το βαθμό όπού τό έπιτυγχάνει κάθε φορά ή ιδεολογία, άλλά φροντίδα γι' αυτήν, μέριμνα γιά τήν «καλοπέραση» της καί έκμετάλλευση όσο γίνεται. Δέν πρόκειται βέβαια γιά ποιοτικό ανέβασμα τής μάζης μέ τήν «κατανάλωση» (ισα-ισα, περί του άντιθέτου πρόκειται...), πρόκειται όμως γιά κάτι πού πρεπει ,να παρουν όλοι οι πολιτισμοί σήμερα. Τό πράγμα δεν ειναι εύκολο στούς χώρούς τον ανατολικού Χριστιανισμου καί του Ισλαμ, πού η ιδεολογία τούς στηρίζεται στήν έννοια του προσώπου. Οπως βλέπομε, ό ανατολικός κόσμος μόλις τώρα επιχειρεί νά έπιτύχη τήν άξιοποίηση αυτής της έννοίας, πού πολλαπλώς προσπάθησε καί στό παρελθόν, άλλά δέν τά καταφερε. Ακόμη μεγαλύτερες θα είναι οι δυσκολίες στο Ισλάμ. Η αξιοποίηση τής μάζης στούς χώρους αυτούς δέν πρόκειται νά έπιτευχθη ποτε οπως στον χώρο τής Δύσης, αλλα αύτο ειναι εν τέλει κάτι θετικό. Ή έννοια του εργαζομένού άτόμου, πού σκοπός του ειναι να προσφερη στούς άλλους, αλλα απαιτεί το ιδιο νά κάνούν και οι αλλοι γι αύτο, ειναι κατι που αντιβαίνει ριζικά στίς ίδεολογικές προϋποθέσεις τής Ανατολής. Η έργοταξική μορφή της κοινωνίας εύκολα όδηγειται στον φασισμό, δηλαδή στήν κυριαρχική έπικρατηση του ενός στοιχείού (είτε στρατός είναι αύτο είτε βιομηχανικο κεφαλαιο και τραπεζες), και αυτο είναι κάτι πού ή πολυεθνική δομή τον ανατολικού χώρού δέν επιδέχεται. Οι κοινωνίες στήν μείζονα περιοχή τής ανατολικής Μεσογείού μόνο μερικώς μπορούν νά υπάρξούν κατευθυνόμενες κοινωνίες. Αλλά αυτό ακριβώς είναι κάτι καλό καί γιά τίς δυτικές κοινωνίες τής παραγωγής, διότι θά προσδώση σ' αύτές έναν ηπιώτερο ρυθμό καί έναν σύμμετρο τρόπο όργανώσεως ώς πρός τά συλλογικά προβλήματα τής άνθρωπότητος (πεινα του τρίτου κόσμού, μόλύνση καί καταστροφές του περιβάλλοντος, εσωτερικές οίκονομικές κρίσεις πού αποσοβούνται δι' έξαγωγής των σέ τρίτες χώρες κλπ.). Κυρίως όμως θά προσδώση τήν δυνατότητα μιάς νέας ιδεολογίας γιά τά εργαζόμενα σύνολα τής δυτικής Ευρώπης, λιγώτερο εκείνη τής νομοθετημένης «δημοκρατίας» καί περισσότερο τής του αυτοπροσδιοριζομένου προσώπου. Του προσώπου, ήτοι, πού ή άξία του δέν καθορίζεται άπό τήν δουλειά πού κάνει... Αυτό ακριβώς θά φέρη καί τήν παραγωγή στά μέτρα του ανθρωπίνού. Πρόκειται γιά μιά ίδεολογία καθόλού εύκολη βέβαια στήν εφαρμογή της, διότι δέν μπορεί νά προκύψη από προκατασκευασμένα θεωρητικά σχήματα. Καί τούτο άπό λόγούς πολλαπλούς. Η δυτική Ευρώπη δέν έχει πρακτικώς τήν εμπειρία τών πολυεθνικών τρόπων διοικήσεως τής Ανατολής, γιά τον απλούστατο λόγο ότι αλλες ύπηρξαν οι ιστορικές διοικητικές συγκυρίες γι' αυτήν. Έχει «έρευνητικές εργασίες», μέ μέτρο σύγκρισης τά περιεχόμενα τής δυτικοευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας, άλλά ακριβώς γιά τουτο όχι τήν βίωση τής εμπειρίας τών ανατολικών καταστάσεων. Θα χρειασθή εξαιρετικώς πολύς κόπος ώσπου νά άπαλλαγή ή πολιτιστική καί ιστορική πραγματικότητα άλλων λαών από τό «επιστημονικό περίβλημα» τών δυτικών αναλύσεων, τών όποίων βέβαια σκοπός ήταν νά διευκολύνουν καί να αιτιολογήσουν τακτικές του «λιμπεραλισμού» του παρελθόντος. Είναι προφανές οτι αν εχης κάποιον λόγο να ασχοληθής μέ κάποιον, οι «αναλύσεις» καί οί «κατανοήσεις» πού θα του κάνης θά είναι δέσμιες του λόγου πού σέ κάνει νά άσχοληθής μαζί του...

Αλλά ακριβώς αυτά είναι σήμερα τά μεγάλα εμπόδια γιά μιά πολιτιστική σύνθεση στον χώρο της Μεσογείου, δηλαδή μιά σύνθεση όντως πολυεθνική. Ένας επί πλέον άρνητικός παράγων είναι καί η σχέση παραγωγής μέ τήν πολιτιστική κατάσταση τής ανατολικής Μεσογείου -δηλαδή η ανάγκη της διαρκούς καταστροφής της, όπως αναλύσαμε πρίν-, η οποία επιβάλλει την ολοσχερή έλλειψη διανοούμένων ως φορέων τών πολιτιστικών ανταλλαγών. Μιά έλλειψη βασικής σημασίας, καθώς έσημείωσε καί ό Braudel. Οι όλες κατανοήσεις τών διαφόρων πολιτισμών έπιβάλλονται από τήν πληθώρα μελετητών τής Δύσης, ή όποία διαθέτει τα μέσα και χρηματοδοτεί έρευνες, κέντρα καί συγγραφείς. Στις χώρες τής ανατολικής Μεσογείού -καί φυσικά καί σέ πολλές άλλες- τό νά έπιτελέση ένας διανοούμενος τό έργο του ώς τέτοιος, σημαίνει νά άνταλλάξη κυριολεκτικά τήν ζωή του μ' αυτόν τον σκοπό, νά παλεύη διαρκώς έναντι απειρίας αντιξοοτήτων έκ τών όποίων η κυριώτερη τό πολιτικό κατεστημένο.

Δηλαδή αυτό καθ' έαυτό τό έργο του διανοουμένού -καί ώς τέτοιον έννοουμε έκείνον πού έχει νά πή τόν δικό του λόγο και όχι τις στημένες βιτρίνες πού έπιβάλλει η τάξη πραγμάτων και πού διαφημίζούν τά μέσα μαζικής επικοινωνίας- αντιβαίνει πολλαπλώς πρός τήν οικονομία τής «έλεύθερης αγοράς». Γιά τό ίδιο τό σύστημα αυτής της οικονομίας ο διανοούμενος είναι περιττός, γιατί οί μικρές ομάδες τών «υποκουλτούρων» (Sub-kulturen) εναρμονίζονται πλήρως μέ τήν σταθερότητά του καί λειτουργούν ρυθμιστικά. Ο εκτός βιομηχανικών κέντρων διανοούμενος, πάλι, δέν πρέπει νά υπάρχη, για τους λόγους τους οποίους εξηγήσαμε. Άλλά γιά μιά διαδικασία πολιτιστικών ανταλλαγων εκ των κάτω, δηλαδή ανταλλαγών που θα κατατείνουν στήν αμοιβαία κατανόηση της πολιτιστικής ιστορίας καί τών πολιτισμών, ο ρόλος του διανοουμένού θά καταστή προεξάρχων. Όχι όμως του συνήθους τύπου διανοουμένου, άλλά του διανοουμένού ώς «μετοχικού κεφαλαίου της πολυεθνικής του πολιτισμού». Του διανοούμενου, ήτοι, ο όποιος θά μπορεί νά λειτουργή ελέυθερα καί με σκοπό τό... συμφέρον της «έταιρείας» του, που θά συνίσταται ακριβώς στή προαγωγή του δικού του πολιτισμού σε μιά γενικώτερη ιστορική σύνθεση των υπαρχόντων πολιτισμών. Όχι πράκτορες δηλαδή του «δυτικού τρόπου ζωής» υπό το σύνθημα της «προόδου», πράγμα πού ίσοδυναμεί μέ πολιτιστικόν ιμπεριαλισμό (γιά τήν καταστροφή του επιτόπιου πολιτισμού καί συνεπώς τήν «απελευθέρωση» τών χρημάτων σύμφωνα μέ τά λεχθέντα), άλλά έργαζόμενοι έγκέφαλοι μέ πραγματική γνώση τών θεμάτων, άπηλλαγμένοι άπό τις προλήψεις τής εκκοσμίκευσης και τών «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», οί όποιοι ακριβώς, αξιοποιώντας τις συνεισφορές του δικού των πολιτισμού, θα φροντίσούν νά βρούν τό γενικό εκείνο είδος τών ανθρωπίνων δικαιωμάτων το άφ' εαυτόν λειτουργούν καί δεσμευτικό γιά όλούς. Είναι βέβαια μιά μακροχρόνια καί επίμοχθη διαδικασία, στήν όποία μιά παγκόσμια όργάνωση τής τέχνης (όχι διά τών γκαλερί προφανώς...) έχει νά παίξη έξ ίσου ένα θεμελιώδη ρόλο. Τέχνη όχι κατευθυνόμένη γιά τις «ανάγκες της παραγωγής», άλλά μέσον πολιτιστικής επικοινωνιας.

ε´
Μόνο μέ τέτοιούς τρόπούς -δηλ. τρόπούς πού θα ξεκινούν άπό τήν πραγματικότητα- θά μπορέση ή παραγωγή νά απαλλαγή άπό τόν φαύλο κύκλο τών εσωτερικών της αντιφάσεων χωρίς κατακλυσμιαίες κρίσεις, εξασφαλίζοντας τήν ιστορική προοπτική και σώζοντας ό,τι έμεινε άπό τό περιβάλλον... Υπάρχει τρόπος, και ας κηρύσσούν οι «ειδικοί» τό αντίθετο. Ο τρόπος συνίσταται όχι στό νά μαθαίνωμε περί τών άλλων πολιτισμών από «σεμινάρια» ή μελετώντας, αλλά να τους βλέπωμε δρώντες στις δυτικές μεγαλουπόλεις κατά τον ίδιο τρόπο που βλέπομε στην πιο απομακρυσμένη άκρη το αυτοκίνητο ή την τηλεόραση ως προϊόντα του δυτικού πολιτισμού. Πρόκειται βέβαια γιά μιαν ανατροπή τών πραγμάτων στόν τομέα τών ιδεών κατ' αρχήν, άλλά, άν οί καταστάσεις του κόσμού μας δέν βρίσκονται στόν ευτυχέστερον τών δρόμων τούς, πρόκειται για μια ανατροπη αναγκαία. Αν για την παραγωγή «δεν υπάρχη άλλος τρόπος», όπως διακονεί η επίσημη ιδεολογία τών «ειδικων», καί ό τρέχων καπιταλισμός μέ τά προβλήματα αυτοκτονιας του δέν μπορη νά άλλάξη, τότε χρέος κάθε συνεπούς διανοουμένου είναι όχι η μέριμνα περί... «ελευθερίας» και η «σχέση ατόμου και κράτους», αλλά να προκύψη το συντομώτερο δυνατόν η γενική «τερροριστική» συνείδηση που είπαμε προηγουμένως. Αυτή θα φέρη λιγώτερα δείνα από ό,τι η ίδια η φύση ως αντίδραση και της οποίας οι συνέπειες θα είναι στο έπακρον σαδιστικές...

To «Ανατολικό Ζήτημα» Σήμερα
Εκδ. Εικοστού Πρώτου
1998

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

*
*
- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.
*
*
*
*
*
*