12 Μαρτίου 2014

Μεσευρώπη (Mitteleuropa), Πανευρώπη και τρέχουσα κρίση.



.~`~.
Ι

Το πρόβλημα των Βαλκανίων και της Μεσογείου γενικότερα αποτελεί αποκλειστική βάση -έστω και επικαλυπτόμενη από άλλες «οπτικές της ιστοριογραφίας»- της ευρωπαϊκής ιστορίας από του Συνεδρίου της Βιέννης μέχρι σήμερα. Για πρώτη όμως φορά αντιμετωπίζεται ως ιστορικό πρόβλημα και όχι ως πρόβλημα «προσαρτήσεων» και λογαριασμών κατά την γνωστή νοοτροπία κατά των πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Το 1915 ο F. Naumann θα βγάλει το βιβλίο του Mitteleuropa, όπου επιχειρεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ως ιστορικό δεδομένο. Και δεν περιμένει εξ επίτηδες να τελειώσει ο πόλεμος για να βγάλει το βιβλίο, λέει ο Naumann, «γιατί μόνο στον πόλεμο είναι τα πνεύματα έτοιμα να δεχθούν μεγάλες διαμορφωτικές ιδέες. Μετά τον πόλεμο βγαίνει πολύ σύντομα η καθημερινότητα απ' την φωλιά της, αλλά με την καθημερινότητα δεν μπορεί να φτιάξει κανείς μια Μεσευρώπη» (πόσο μάλλον με τη γραφειοκρατία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα μας έλεγε πιθανόν σήμερα αν ζούσε!...).

Είναι πολύ φυσικό τα τρέχοντα περιστατικά να παίζουν προεξάρχοντα ρόλο στους διαλογισμούς ενός πολιτικού σαν τον Naumann και είναι πολύ πιθανό η αποχώρηση της Ιταλίας από την «τριπλή συμμαχία» να υπήρξε αποφασιστικός λόγος για την γραφή του βιβλίου, αυτό όμως που δεν δείχνει στις σελίδες είναι ότι πρόκειται απλώς για μια προσπάθεια αναγωγής σε μια «κοινότητα κρατικού δικαίου επί του απομένοντος (staatsrechtliche Gemeinschaft)». Τέτοιες προσπάθειες κρατικιστικών μεθόδων ποτέ δεν έλειψαν από την Αυστροουγγρική Μοναρχία και η προσπάθεια του Naumann φαίνεται να εκτείνεται πέρα από αυτές (παρ' ότι, βέβαια, ασχολείται εκτενώς με κρατικής φύσεως μέτρα). Ο Naumann μιλάει για έναν «νέον τύπον Ευρωπαίου», δηλαδή θέτει το πρόβλημα ιστορικά και πολιτιστικά. Έναν «τύπο ανθρώπου μεταξύ του Γάλλου, του Ιταλού, του Τούρκου, του Ρώσου, του Σκανδιναβού και Άγγλου, που αποτελεί το μέσον», έναν τύπο «Μεσευρωπαίου που πρέπει να βρεθεί». Οι απόψεις αυτές του Naumann επολεμήθησαν από την προπαγανδιστική ιστοριογραφία του εθνικοσοσιαλισμού, αφού δεν θεωρούσαν προεξάρχοντα τον γερμανικόν παράγοντα στην κεντρική Ευρώπη. Η πολιτική θεωρία των εθνικοσοσιαλιστών δεν προέβλεπε τίποτε περισσότερο γι' αυτόν τον χώρο εκτός από μια «Μεσευρώπη ισορροπίας των λάων που την αποτελούν». Όσο αόριστο είναι το τελευταίο τούτο, άλλο τόσο όμως αόριστος είναι και ο «νέος τύπος» του Naumann, διότι δεν δίνει την συνταγή συστατικών του. Ούτε η Ορθοδοξία ούτε το Ισλάμ αποτελούν αντικείμενα μελέτης γι' αυτόν τον χώρο από τον Naumann (ο οποίος σημειωτέων, ήταν θεολόγος κατ' επάγγελμα), προς δε την Ρωσία, δεν δέχεται καμμία παραχώρηση στο θέμα των Βαλκανίων και της Κεντρικής Ευρώπης. Αλλά χωρίς τις πολιτιστικές αυτές διαστάσεις, απλούστατα «τύπος Μεσευρωπαίου» δεν υπάρχει. Αυτό όμως που μας ενδιαφέρει απ' όλα αυτά είναι κάτι άλλο, που είναι εξόχως σύγχρονο: ότι για πρώτη φορά στις αρχές αυτού του αιώνα τίθεται θέμα μιας πραγματικής πολιτιστικής και ιστορικής ταυτότητας της Ευρώπης. Εδώ πρέπει να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις.

Μετά την καταστροφή του πρώτου πολέμου είδαν πολλές θεωρίες το φως περί «Πανευρώπης», όπως π.χ. του Γκουτενχοφεν-Καλλέργη (Coudenhove-Kalergi), του Μπριάν (Aristide Briand) κ.α. Δυστυχώς, οι θεωρίες αυτές έχουν (και τούτο συνειδητώς, πράγμα που σημαίνει ότι είναι θεωρίες περί «Πανευρώπης» αλλά καμμιάς Ευρώπης...) ένα εγγενές μειονέκτημα, που τους προσδίδει ως ιδεολογικό φόντο τις θεωρίες του Γκομπινώ: ότι συγχέουν την «οικονομία της Ευρώπης» με την «οικονομία του Abendlandes». Και η μεν «οικονομία του Abendlandes» είναι μια οικονομία αυτοτελής, διότι αυτοτελές είναι και το «Abendland» ως ιδεολόγημα, δεν είναι όμως έτσι και με την «οικονομία της Ευρώπης». Αυτή είναι εξηρτημένη από ευρωπαϊκές περιοχές που δεν υπάγονται στο «Abendland».

---------------------------------------------------------------
Ὁ ὅρος «Εὐρώπη» κανένα πραγματικὸ περιεχόμενο δὲν ἔχει. Εἶναι ἕνας ὅρος πού ἀκριβῶς λόγω τῆς ἀοριστίας του εὔκολα μπορεῖ νὰ μεταβάλλεται σὲ σύνθημα καὶ νὰ γίνεται ἄλλοτε μὲν «Δύση» (Occident), ὅταν πρόκειται γιὰ πολιτικοὺς σκοπούς, ἄλλοτε δὲ «Abendland», ὅταν πρόκειται γιὰ αὐθαίρετες πολιτιστικὲς περιχαρακώσεις. Κατ' ἀρχήν, δὲν ὑπάρχει μία Εὐρώπη, ἀλλά ὡς γεωπολιτικὲς ἑνότητες (μὲ ἄκρως διάφορες πολιτιστικὲς προϋποθέσεις, καθὼς ἀπαιτεῖ ἡ φυσικὴ τάξη πραγμάτων) τουλάχιστον τέσσαρες. - Η Ευρώπη ως αόριστη έννοια.
---------------------------------------------------------------

Περί αυτών όμως ουδέν προβλέπουν οι περί «Πανευρώπης» θεωρίες, είναι -θα μπορούσαμε να πούμε- θεωρίες περί Ευρωπ. Ένωσης... Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι αυτές οι περί «Πανευρώπης» θεωρίες αναπτύσσονται την εποχή της Συνθήκης του Λοκάρνο, δηλαδή επί πολιτικής Στρέσεμαν και Μπριάν, που αποτελεί κατ' ουσίαν και την βάση της σημερινής Ευρωπ. Ένωσης. Το παράδοξο είναι μόνο ότι η Ευρωπ. Ένωση δεν μπόρεσε στο διάστημα ενός σχεδόν αιώνος να βελτιώσει αυτές τις θεωρίες περί «Πανευρώπης» και να τους δώσει ένα έγκυρο πολιτικό περιεχόμενο και μιαν ιστορική προοπτική.

Η συνθήκη του Λοκάρνο, ως γνωστόν, ήταν για το πρόβλημα της Αλσατίας και της Λωραίνης, που είναι κοινό γαλλογερμανικό πρόβλημα. Στην περιοχή αυτή υπάρχει σίδερο που λείπει από την Γερμανία, ενώ στην περιοχή του Ρήνου υπάρχει κάρβουνο που λείπει από τη Γαλλία. Και οι δύο συνεπώς αυτές χώρες συνεξαρτώνται για την βιομηχανική τους παραγωγή (Montanunion), ενώ η Γερμανία ως κεντρική Ευρώπη θα μπορούσε άνετα υπό ομαλές πολιτικές συνθήκες να εξασφαλίσει το σίδερο της από τις «σχεδόν ανεξάντλητες» πηγές της ανατολικής Αυστρίας. Βασικά η Γερμανία, ως ένας από τους βασικούς φορείς της κεντρικής Ευρώπης (ο άλλος είναι η Ρωσία), κανένα πρόβλημα πρώτων υλών δεν αντιμετωπίζει. Ίσα-ίσα τις έχει όλες και μάλιστα εν αφθονία. Αλλά μια φυσική λειτουργία της Γερμανίας σε μια έννοια φυσική Ευρώπης (δηλαδή μιας μεγάλης Ευρώπης) χαλάει την έννοια του λιμπεραλισμού και της «Πανευρώπης»! Αυτό ακριβώς υπήρξε και το πρόβλημα κατά τον β' παγκ. πόλεμο. Ο Στάλιν δεν είχε δυσκολίες στις πολιτικές του διαπραγματεύσεις κατά την διάρκεια του πολέμου, διότι είχε ένα ατού που δεν είχε ο Τσώρτσιλ (ο οποίος ήθελε την πλήρη ήττα του φασισμού, διότι ήξερε την ιδεολογική του βάση): ότι μπορούσε ανά πάσαν στιγμή να συνθηκολογήσει με τους ναζιστές, οι οποίοι πολύ το ήθελαν μετά το Στάλινγκραντ (σημειωτέον ότι την ίδια πολιτική έναντι του Τσώρτσιλ εφήρμοσε και ο Τίτο κατά τη διάρκεια του πολέμου). Την τελική αντίσταση τους μάλιστα οι ναζί την άσκησαν στο δυτικό μέτωπο, αφήνοντας τους Ρώσους να προχωρήσουν και εκβιάζοντας έτσι μια συνθήκη ανακωχής με τους δυτικούς, που ήσαν και ο κύριος ιδεολογικός εχθρός τους (αυτό είχε μια ευεργετική συνέπεια: ότι η ανατολική Γερμανία διασώθηκε περισσότερο από την δυτική, η οποία εβομβαρδίζετο και αφού είχε υπογραφεί η συνθηκολόγηση...). Τις πολιτικές του διεκδικήσεις ο Στάλιν είχε τρόπους να τις επιβάλλει και μεταπολεμικώς λόγω των κινημάτων που εξέσπασαν στα πλαίσια του πρώην αποικιοκρατικού κόσμου και, ιδίως στην Ευρώπη, λόγω του εμφυλίου στην Ελλάδα. Η πολιτική της λιμπεραλιστικής φιλοσοφίας, συνεπώς οδήγησε διϊστορικώς στα εξής αποτελέσματα: επεζήτησε από το 1919 την βίαιη κατάλυση του «μπολσεβικισμού» και αντ' αυτού έκαμε τον «μπολσεβικισμό» από μεγάλη δύναμη υπερδύναμη' και εμίκρυνε την Ευρώπη σε 2,5 κράτη - την Αγγλία, τη Γαλλία και τη μισή Γερμανία. Η ιδέα του Στάλιν περί ολόκληρης και ουδέτερης Γερμανίας δεν μπορούσε βέβαια να γίνει αποδεκτή. Αφ' ενός μεν γιατί αυτό αργά ή σύντομα θα έφερνε κατάργηση του λιμπεραλισμού, αφ' ετέρου δε γιατί αυτός δεν μπορούσε να δουλέψει σαν σύστημα με δύο μόνο κράτη, την Αγγλία και τη Γαλλία. Εχρειάζετο τουλάχιστον κι ένα τρίτο κράτος, ώστε να μπορεί να διεξάγεται «εξωτερικό εμπόριο». Η μισή Γερμανία, που είχε και το 40% της προπολεμικής βιομηχανίας, ήταν συνεπώς η αναγκαστική λύση των μεταπολεμικών πραγμάτων. Με την βιομηχανία των πολέμων και το πνεύμα του ψυχρού πολέμου, άρχισαν η «ανάπτυξη» και η «δημοκρατία» να λειτουργούν... Κανένας δεν κάνει περισσότερα λάθη απ' αυτόν που ενεργεί με υπολογισμούς, είχε πει ο Βωβενάργκ...

Δεν είναι συνεπώς τυχαίο ότι η «Ευρώπη» μεταπολεμικά εδημιούργησε μεν την οικονομική «Πανευρώπη», καμμία όμως θεωρία περί Ευρώπης δεν μπόρεσε να δημιουργήσει. Κι αυτό καλύτερα από κάθε τι άλλο φάνηκε με την τρέχουσα κρίση των Βαλκανίων. Η «Ευρώπη» σπεύδει σ' αυτή την «θύρα της Ευρώπης», αλλά δυστυχώς δεν έχει τίποτε να προτείνει (πως ακριβώς σκέπτεται ο «λιμπεραλισμός», γι' αυτούς του χώρους, θα το δούμε πιο κάτω). Η μόνη προσφορά της συνίσταται στον υπερβάλλοντα «ανθρωπισμό», δια του οποίου αναπαράγει στα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα δεδομένα της «εσωτερικής ιδεολογίας». Είναι όμως αυτό πολιτική; Έχει κανένας το δικαίωμα ή την υποχρέωση να ενδιαφέρεται για τους άλλους ανθρώπους περισσότερο και κατά τρόπον διάφορο απ' ό,τι ενδιαφέρονται οι ίδιοι για τον εαυτό τους; Όταν σκοτώνεται κανείς σ' έναν πόλεμο -ανεξαρτήτως της ποιότητος και της γενικότερης σημασίας αυτού του πολέμου-, σκοτώνεται για να ζήσουν τα παιδιά του και τα εγγόνια του καλύτερα. Η μέριμνα για τον «άνθρωπο που σκοτώνεται» και που αγνοεί αν οι άλλοι «άνθρωποι» μετά απ' αυτόν θα σκοτώνονται επί γενεές γενεών με την εξαθλίωση, δεν είναι ανθρωπισμός αλλά υπολογισμός. Πολιτική είναι τα προβλήματα, αλλά περί αυτών η «Ευρώπη» δεν συζητεί. Απλώς μετονόμασε εαυτήν σε «Ευρωπαϊκή Ένωση» και αναμένει εμπειρικά την διαμόρφωση των καταστάσεων, άνευ προτάσεως ή θεωρίας, κατά το βλέποντας και κάνοντας. Όχι τυχαία, και καθόλου αναιτιολογήτως, όπως αμέσως θα ιδούμε.

Αμέσως μετά την ιστορική αλλαγή του 1989, η «κοινή γνώμη» έσπευσε δια των «ειδικών των συγκρούσεων» να εορτάσει την «υπεροχή» του δυτικού συστήματος. Υπήρξαν βέβαια γνώμες διάφορες της «κοινής γνώμης», αλλά αυτό δεν έχει σημασία... Σημασία έχει ότι σήμερα ξέρουμε καλά, ότι τον υπάρξαντα σοσιαλισμό δεν τον κατήργησαν οι εξοπλισμοί και η «υπεροχή» του φιλελευθερισμού, αλλά οι ίδιοι οι λαοί: ένα άλλο είδος σοσιαλισμού που έχει τα δικά του μέτρα περί ελευθερίας και δημοκρατίας. Ένα είδος σοσιαλισμού περί του οποίου γίνεται λόγος στο βιβλίο τούτο, ένα είδος πολιτιστικού σοσιαλισμού δια του οποίου και μόνο είναι δυνατόν να ολοκληρωθεί η έννοια της Ευρώπης. Ότι η αλλαγή συνέβηκε στους χώρους της ανατολικής Ευρώπης συνιστά ένα πλεονέκτημα των κοινωνιών αυτών, ενώ αντίθετα συνιστά μεγάλο μειονέκτημα, ότι καμμιά ένδειξη αλλαγής δεν υπάρχει για τις δυτικές κοινωνίες. Υπό τα δεδομένα της τεχνολογικής παραγωγής, περί δημοκρατίας συζητούν σήμερα μόνο οι αφελείς. Ο κόσμος σήμερα δεν ψηφίζει πρόσωπα αλλά προγράμματα και κόμματα. Αυτά όμως λειτουργούν -είναι υποχρεωμένα να λειτουργούν υπό τα σύγχρονα δεδομένα της παραγωγής- υπό την επήρεια διαφόρων άλλων κέντρων επηρεασμού, που έχουν να κάνουν με στατιστικές και προγράμματα, με ομάδες συμφερόντων και όλα όσα υποβάλλει η οργάνωση της σύγχρονης «ανάπτυξης» πέραν των ψηφοφόρων. Με τους υπεργραφειοκρατικούς μάλιστα οργανισμούς σαν αυτούς των Βρυξελλών η σχέση ψηφοφόρου και κόμματος χάνεται τελείως. Ποια δημοκρατία; Τα αυτά φαινόμενα βέβαια, ακριβώς λόγω της οργανώσεως της παραγωγής επί της ίδιας βάσεως, επικρατούσαν και στον κόσμο του σοσιαλισμού. Ο κόσμος, όμως, την αποξένωση μεταξύ πολιτικής και κοινωνίας δεν την δέχθηκε. Η κοινωνία έπαψε να δουλεύει. Πρόκειται περί μειονεκτήματος; Πολιτικού σίγουρα, όχι όμως κοινωνικού. Κι αυτό έχει την σημασία.

.~`~.
ΙΙ

Αλλά και στον τομέα της πολιτικής οξυδέρκειας η... φιλοσοφία της παραγωγής απεδείχθει ολίγιστη (όπως άλλωστε πάντα η φιλοσοφία αυτή χωρίς κάποιον από μηχανής Θεό). Δεν μπόρεσε να διακρίνει ότι με την «διάλυση» της Σοβιετικής Ενώσεως όλο το χάος των προβλημάτων που η ίδια εδημιούργησε παγκοσμίως, και που εκαλύπτετο υπό την ιδεολογία του «αντικομμουνισμού», θα εστρέφετο εις βάρος της. Ένα πλήθος βιβλίων προπαγάνδας έπνιξε τις βιτρίνες με την αλλαγή του 89', όπου παρουσιάζαν τη Σοβιετική Ένωση ως ένα κουβάρι εθνοτήτων, των οποίων η μόνη... φυσική κατάσταση είναι ο εμφύλιος πόλεμος. Καμμία όμως συζήτηση δεν έγινε για τα προβλήματα που υπήρχαν στα πλαίσια του πρώην «δυτικού κόσμου». Η κολοσσιάια διαφορά μεταξύ αυτών και εκείνων της πρώην Σοβιετικής Ένώσεως είναι ότι τα δέυτερα έχουν μια κοινή ιστορία και ένα κοινό πολιτιστικό πλαίσιο για να λυθούν, ενώ τα πρώτα δεν έχουν κανένα.

Όταν ο Λιθουανός, ο Ούγγρος ή ο Βούλγαρος λένε «Ευρώπαική Ένωση» και «δημοκρατία» εννοούν λεφτά, ενώ όταν λένε «ΝΑΤΟ» εννοούν ότι θέλουν να λυθούν τα εθνικά προβλήματα του παρελθόντος που τους βαρύνουν. Εννοούν την Συνθήκη του Τριανόν και του Νεϊγύ. Και των πολλών άλλων ανάλογων που υπάρχουν στην... «θύρα της Ευρώπης». Όταν ο Ούγγρος λέει «Ευρωπ. Ένωση» και «ΝΑΤΟ», δεν εννοεί ότι του λείπουν δημοδιδάσκαλοι που διδάσκουν την δημοκρατία' εννοεί ότι θέλει αλλαγή των συνθηκών εκείνων που τον μετέβαλαν από ένα προεξέχοντα λαό της κεντρικής Ευρώπης, σε μια μειονότητα γύφτων. Και όταν λέει τα ίδια πράγματα ο Αλβανός, εννοεί ότι θέλει μια λύση εκείνων των προβλημάτων που μετέβαλαν την χώρα του -μια από τις πλουσιότερες και στρατηγικότερες χώρες της Μεσογείου, που αποτέλεσε τον φορέα ενός από τα πιο ανεπτυγμένα και πλούσια τμήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως τις αρχές του 19ου αιώνα- σε μια επικράτεια από παρίες.

Έχει όμως η «Ευρώπη» καμία λύση γι' αυτά τα προβλήματα;. Τους «διανοούμενους της Ευρώπης» είδαμε ότι δεν τους απασχολούν τέτοια προβλήματα, ενώ με την κρίση της Βοσνίας είδαμε ότι η «ευρωπαϊκή πολιτική» εξαντλείται απλώς στο «Prestige» των «μεγάλων δυνάμεων» του παρελθόντος. Ακόμη... Αλλά λύσεις δεν είδαμε, ακριβώς διότι μέσα στα πλαίσια της παραδεδομένης πολιτικής δεν υπάρχουν λύσεις γι' αυτά τα προβλήματα. Τι λύση μπορεί να είναι τα «καντόνια»; Η Βοσνία είναι φυλετικά σερβική (και οι μωαμεθανοί, Σέρβοι φυλετικά είναι) με μεγάλους θύλακες μωαμεθανών στο κέντρο και ορισμένους Κροατών νοτιοδυτικά. Πως θα δεχθεί τα καντόνια ο Σέρβος; Να γίνει πάλι η Βοσνία δύο κράτη; Ο χωρισμός θα περάσει αναγκαστικά μέσα από τους μωαμεθανούς, οπότε δεν μπορούν να το δεχθούν αυτοί.

Αυτές οι «λύσεις», στις οποίες εξαντλήθηκαν οι προσπάθειες των «μεσολαβητών», δεν αποτελούν λύσεις, διότι ακριβώς προέρχονται από δυτικοευρωπαϊκές παραστάσεις περί πολιτικής του παρελθόντος. Τα σημερινά προβλήματα των Βαλκανίων προέρχονται από κοινωνικές και ιδεολογικές πραγματικότητες πολύ πιο προωθημένες και πολύπλοκες απ' όσο επιτρέπει η ιδεολογική δομή των σημερινών διεθνών οργανισμών που προσπαθούν να τα επιλύσουν. Οι ιδεολογικές αρχές του ΟΗΕ είναι η αρχή της «εθνικής κυριαρχίας» και τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Μ' αυτές ομως τις αρχές δεν μπορεί να δουλέψει ο ΟΗΕ σε κράτη σαν αυτά των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης, τα οποία είναι κράτη με ένα ποσοστό 30-50% ξένων πληθυσμών στο έδαφος τους. Ανάλογα προβλήματα η δυτική Ευρώπη δεν γνωρίζει. Τα προβλήματα μειονοτήτων σ' αυτήν είναι συνοριακής φύσεως προβλήματα, δηλαδή προβλήματα που μπορούν να κανονισθούν με «συμβάσεις», και μόνο η Γερμανία προπολεμικά είχε προβλήματα στην ανατολική Ευρώπη ανάλογα αυτών των Βαλκανίων. Για τα οποία χρειάσθηκε ο β' παγκόσμιος πόλεμος.

Για τα κράτη των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης οι αρχές του ΟΗΕ, περί «εθνικής κυριαρχίας» και «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ταυτόχρονα, συνιστούν αντίφαση, διότι η αρχή των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» λ.χ., λόγω του μεγάλου ποσοστού των μειονοτήτων, συνιστά ανάμειξη ενός άλλου κράτους στα εσωτερικά του «εθνικού κράτους» και συνεπώς αντιφάσκει προς την αρχή της «εθνικής κυριαρχίας». Δεν είναι συνεπώς παράξενο που ο ΟΗΕ εν τη αδυναμία του αυτή ως μόνη λύση βρίσκει τις βόμβες... οι οποίες βέβαια κανένα πρόβλημα δεν λύνουν και ακριβώς γι' αυτό καταστρέφουν κάθε πιθανότητα ιστορικών λύσεων. Δηλαδή ο ΟΗΕ σήμερα ενεργεί εις βάρος των διακηρυκτικών του αρχών, οι οποίες συνίστανται στην εξεύρεση πολιτικών λύσεων και αποφυγή των πολέμων.

Δεν είναι βέβαια μέσα στα πλαίσια τούτου του βιβλίου η ανάλυση της φιλοσοφίας των αρχών του ΟΗΕ και η βαθύτατη αντιφατικότητα που αυτές ενέχουν. Ούτε και η προιστορία τους, που ανάγεται σε συγχυσμένες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας όπως αυτές της «Κοινωνίας των Εθνών» και των οραμάτων της «Πανευρώπης». Ο ΟΗΕ διετήρησε την «ειρήνη» εκείνη που επεβλήθει εκ των πραγμάτων μετά τον πόλεμο, δηλ. την ψυχροπολεμική ειρήνη των εξοπλισμών, αλλά κανέναν πόλεμο δεν ματαίωσε. Αντίθετα, τίποτε δεν επραγματοποίησε από το εδ. II, παρ. 4 των διακηρυκτικών του αρχών. Τα επιδείνωσε απλώς στο έπακρον και στα όρια του παγκόσμιου χάους. Και αυτό ήταν επόμενο: τις δυσμορφίες του ιστορικού παρελθόντος και τις αυθαιρεσίες του επιλεγόμενου «Διεθνούς Δικαίου», ο ΟΗΕ τις εθεώρησε προϋποθέσεις της «ειρήνης» και τις ωνόμασε «ανθρωπιστικές αρχές», χωρίς καμμία συγκεκριμένη περί «ανθρώπου» διευκρίνηση... Δεν θα επεκταθούμε όμως περισσότερο επ' αυτών.

Ο ΟΗΕ -που άλλο όνομα πρέπει να λάβη- τότε μόνο θα υπάρξη θεσμός προαγωγής της ιστορίας και των ανθρωπίνων, όταν ακριβώς βρη την έννοια εκείνην των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» την εκ των προτέρων δεσμευτική για όλους. Αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα του «Διεθνούς Δικαίου». Είναι πρόβλημα πολιτιστικής συνθέσεως. Ότι σήμερα μέσα στην τεχνική και βεβιασμένη μορφή των πραγμάτων όλα σχεδόν τα κράτη δέχονται την αρχή των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», καθόλου δεν σημαίνει ότι όλα την καταλαβαίνουν κατά τον ίδιο τρόπο.

Όλοι οι πολιτισμοί έχουν βάση τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Διότι δεν υπάρχει πολιτισμός που να μην έχει μια συγκεκριμένη αντίληψη περί ανθρώπου. Ειδικά τα Βαλκάνια είναι ο χώρος όπου η ευρωπαϊκή αντίληψη «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος αυτής της ιστορίας. Μόνο, όμως, που για να την πραγματοποιήσει, αναγκάσθηκε ακριβώς να καταργήσει αυτό που προσπαθεί σήμερα να επανεισάγει ο ΟΗΕ και που κατά θεωρίαν αποτελεί το «ιδεώδες» της «Ευρώπης των λαών»: την έννοια του «εθνικού κράτους» και παντός εχόντος σχέση με «έθνος» και φυλή. Και το πέτυχε.

Είναι άκρως ενδεικτικό της χαώδους ασυμφωνίας των καταστάσεων με την πραγματικότητα, ότι από την αρχή της βαλκανικής κρίσης πλημμύρισε η αγορά με «μελέτες» για τον «σερβικό μεγαλοιδεατισμό» αλλά μόνο γι' αυτόν... Πότε όμως και πως ο οποιοσδήποτε βαλκανικός λαός απέκτησε στην ιστορία του «μεγαλοιδεατικές» ιδέες; Βρίσκονται τεκμήρια τέτοιων «ιδεών» στα ιστορικά ντοκουμέντα των λαών αυτών κατά τον 17ον, 16ον, 15ον κλπ. αιώνα; Τέτοια ντοκουμέντα δεν υπάρχουν, διότι απλώς δεν μπορούσαν να υπάρξουν μέσα στην ιδεολογία που ζούσαν οι λαοί αυτοί. Οι «ιδέες» αυτές αρχίζουν από τον 19ο αιώνα και μετά, δηλαδή μετά την εισδοχή του δυτικοευρωπαϊκού «ισοζυγίου» στα Βαλκάνια. Είναι οι «ιδέες»-εργαλεία με τις οποίες εισχωρεί η δυτική Ευρώπη στα Βαλκάνια, το έργο της «ιστοριογραφίας» δηλαδή, και οι οποίες επικολλώνται στους αντίστοιχους λαούς κατά τις ανάλογες διαμορφώσεις της πολιτικής. Οι Σέρβοι λ.χ γίνονται «μεγαλοιδεάτες» από την στιγμή που η δυτικοευρωπαϊκή πολιτική τους αποκλείει από την θάλασσα. Κάτι το οποίο αγνοούσαν ως πρόβλημα από καταβολής τους επί της βαλκανικής χερσονήσου και που αποτελεί και το ουσιαστικό πρόβλημα τους σήμερα. Ένα πρόβλημα, όμως, που είναι περισσότερο σήμερα ευρωπαϊκό παρά σερβικό...

Από το τρέχον τούτο παράδειγμα μπορούμε να καταλάβουμε πόσο οι νοητικές δομές στον χώρο της πολιτικής είναι δέσμιες παραστάσεων της ίδιας «κοινής γνώμης» του παρελθόντος, που «κατανοούνται» ως «πραγματικότητα». Και επ' ευκαιρία πρέπει να σημειώσωμε ότι αυτό αποτελεί ένα γενικώτερο σύμπτωμα, που μόνο ως έναν βαθμό μπορεί να θεωρηθή φυσικό. Με την «νέα παιδεία» επί εθνικοσοσιαλισμού είδαν το φως έργα που επρότειναν νέο είδος «αγωγής»: την στροφή προς την φυσική απλότητα του «βορείου ανθρώπου» και την αποστροφή από το μοντέλο του «πολεμοχαρούς ανθρώπου» της Μεσογείου (βλ. J. Strzygowski, Geistige Umkehr, Heidelberg, 1938). Δηλαδή: η πολεμική ροπή της βορειοδυτικής Ευρώπης - η επιβεβαιούμενη καθ' όλη την παρούσα χιλιετία - επιβάλλει ανάλογες «κατανοήσεις» και για όλη την μεσογειακή ιστορία, που αποτελεί την βάση της συνόλου ευρωπαϊκής. Και ο ειρηνικός άνθρωπος της Μεσογείου, ο άνθρωπος της τέχνης και της μουσικής, βγαίνει θηριώδης... Αυτό αποτελεί και την «πραγματικότητα»! Ότι αυτός ο «πολεμοχαρής» άνθρωπος εφεύρε συστήματα τα οποία εξησφάλισαν στον ύπατον βαθμό και επί σειράν αιώνων την κοινωνική ειρήνη, εσωτερική και εξωτερική, παραμένει ως γεγονός άγνωστο. Και κοντά σ' αυτό, βέβαια, και η αντίστοιχη ιδεολογία...

Αναλόγως έχουν τα πράγματα και με τις «κατανοήσεις» της πολιτικής. Με την κατάργηση του υπάρξαντος σοσιαλισμού η «Δύση» είδε ως «πραγματικότητα» αυτό που ήθελε η ίδια να δει: την «νίκη της δημοκρατίας» (νοεί του «λιμπεραλισμού»). Μέσα σ' αυτήν την ιδεολογική ευφορία για την εσωτερική κατανάλωση αγνοήθηκε η φύση και το μέγεθος των πραγματικώς υφιστάμεων προβλημάτων, που η... «δημοκρατία» επεφορτίζετο να λύσει. Προβλήματα τα οποία εδημιούργησε η ίδια άλλωστε... Η φύση των πραγμάτων αγνοήθηκε, ακόμη και όταν οι Κροάτες άρχισαν τον «εκδημοκρατισμό» τους, κηρύσσοντας θρησκευτικόν πόλεμο με φυλετικές υποκρούσεις...

.~`~.
ΙΙΙ

Μπορούν άραγε τα βαλκανικά προβλήματα να λυθούν μερικώς με «τοπικιστικής» φύσεως μέτρα; Τα βαλκανικά προβλήματα -όπως κι αυτά της Μεσογείου γενικότερα, αλλά ιδίως τα βαλκανικά-, παρά τις ενδεχομένως εκτιμήσεις των «ειδικών των συγκρούσεων», δεν είναι προβλήματα στρατηγικών ισορροπιών (όπως αυτά του Βιετνάμ και της Κορέας λ.χ.) αλλά προβλήματα παγκόσμια. Και είναι παγκόσμια, διότι από αυτά εξαρτάται ολόκληρη η ύπαρξη της ευρωπαϊκής ηπείρου. Ιδίως σήμερα... Σήμερα στην Μεσόγειο συνυπάρχει η πολιτική δύο μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες ακριβώς καλούνται εδώ να λύσουν τα κυριολεκτικώς ανθρωποκτονικής φύσεως προβλήματα που εδημιούργησε η ανεπάρκεια της ευρωπαϊκής πολιτικής του παρελθόντος.

Κανονικά η σημερινή δυτική Ευρώπη, πλήν της Γερμανίας, η οποία και να ήθελε δεν μπορεί να αγνοήσει τον φυσικό της ρόλο ως δεσμού μεταξύ ανατολικής και δυτικής Ευρώπης, δεν θα έπρεπε να ανακατεύεται καθόλου στα θέματα πολιτικής των Βαλκανίων. Αυτό δεν είναι κάτι μειωτικό, αλλά μια ενέργεια υπέρ μιας φυσικής έννοιας της Ευρώπης. Μια ενέργεια, εν τέλει, που θα διευκόλυνε την πολιτική των δύο μεγάλων και ιδιαίτερα τους Αμερικανούς. Εύκολα προκύπτει από την ως τώρα «βαλκανική» πολιτική της Ευρώπης, ότι δεν πρόκειται για κάτι νέο αλλά απλώς για την κλασσική πολιτική των «μεγάλων δυνάμεων». Σε κάθε «κίνηση» της Αγγλίας έπεται μια της Γαλλίας και αντιστρόφως. Το αξιοσημείωτο, όμως, που ταυτόχρονα δείχνει ότι η σημερινή «Ευρώπη» δεν αποτελεί όργανο ενιαίας βουλήσεως προς διαμόρφωση πολιτικής, είναι κάτι άλλο: παρατηρούμε βάσει των κοινοτικών μηχανισμών να έχουν λόγο στα βαλκανικά προβλήματα οι Δανοί, οι Βέλγοι, και οι Ολλανδοί, δεν είδαμε όμως ως τώρα να έχουν λόγο οι Ιταλοί, για τους οποίους τα Βαλκάνια αποτελούν γεωφυσικώς και ιστορικώς τον «ζωτικό» τους χώρο. Οι διαφορές συνεπώς μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου συνεχίζουν να υφίστανται σαν ιστορικές σημασίες. Η «Ευρώπη» της Montanunion μπορεί να σημαίνει μια οικονομική κοινοπραξία αλλά καμμιά ιστορική σύνθεση.

Επεκράτησε η άποψη ότι στο σύστημα των πολιτικών σχέσεων της μεταπολεμικής «Δύσης» ο ρόλος της Αγγλίας ως «συνδέσμου» μεταξύ Αμερικής και ηπειρωτικής Ευρώπης υπήρξε μια κατάσταση ανάγκης. Πρόκειται για μια καλώς θεμελιωμένη άποψη στην μεταπολεμική «κοινή γνώμη». Είτε όμως με την επιδίωξη της Γαλλίας για ανεξάρτητη πολιτική ως «μεγάλης δύναμης», είτε με την επιδίωξη της Αγγλίας να οικειωθεί έναν τέτοιον ρόλο, πρακτικώς η μεταπολεμική πολιτική μάλλον δυσκολεύθηκε παρά βοηθήθηκε. Διότι, απλούστατα, το κλασσικό ευρωπαϊκό «ισοζύγιο» συνιστούσε έναν παράγοντα απροσδιοριστίας σ' αυτήν και της προσέδιδε τον χαρακτήρα της πειραματικής και επικίνδυνης πολιτικής. Αυτό κράτησε την διάρκεια των εξοπλισμών περισσότερο απ' όσο ήταν νοητό, σωρεύοντας και όχι λύνοντας προβλήματα. Είναι αμφίβολο αν η Αμερική είχε ιδιαίτερη ανάγκη πολιτικής βοήθειας, αφού είχε απόλυτον σύμμαχο τη Γερμανία και -μέσα στην διαπλοκή του πολυεθνικού κεφαλαίου- μάλλον λεκτικές παρά πρακτικές δυνατότητες ανεξάρτητης πολιτικής είχε η Γαλλία. Ότι πάντως τον ρόλο του «συμπληρωματικού» παράγοντος η Αγγλία τον διετήρησε σε άλλες περιοχές και όχι κυρίως στην καθ' εαυτό δυτική Ευρώπη, θα μας δοθεί η δυνατότητα να ιδούμε. Σημασία έχει ότι αυτός ο χαρακτήρας της δυτικής πολιτικής που εκδηλώθηκε και στην βαλκανική κρίση -χαρακτήρας ΝΑΤΟ, βέβαια, αλλά εν προκειμένω χωρίς «εχθρό»-, προσέδωσε μάκρος σ' αυτήν αλλά όχι λύση. Είναι φανερό ότι εκ των πραγμάτων θα βρίσκονταν συντομότερα συνθήκες ειρήνευσης, έστω και προσωρινής, παρά με τα ατέρμονα και ανεφάρμοστα «σχέδια διαμεσολαβήσεων». Και λέμε «προσωρινής», αφ' ενός μεν διότι τα βαλκανικά προβλήματα δεν μπορούν να λυθούν τοπικώς και μερικώς, αφ' ετέρου δε γιατί δεν υπάρχει συγκεκριμένη αντίληψη περί των σχέσεων δυτικής Ευρώπης και Μεσογείου. Η αοριστολογία περί «γραμμής ασφαλείας», περί «μαλακού υπογαστρίου» κλπ. δείχνει ακριβώς ότι μια συγκεκριμένη αντίληψη δεν πρέπει ίσως και εγνωσμένως να υπάρχει. Ούτε και τυχαίο μπορεί να θεωρηθεί ότι στο Συνέδριο του Ελσίνκι το 1975 τα θέματα της Μεσογείου συζητήθηκαν ως συμπληρωματική υποσημείωση του «πακέτου ΙΙ» περί οικολογίας και... αισθητικής. Από όσο μπορεί κανείς να αντιληφθεί κάτι σαφές περί των καταστάσεων της σημερινής Ευρώπης, προβλέπεται μια κάποια ανάπτυξη σε μια ζώνη 300 περίπου χιλιομέτρων προς την ανατολική Ευρώπη, δηλ. περίπου στα όρια της παλαιάς Αυστροουγγρικής Μοναρχίας που συμπίπτουν κατά προσέγγιση με εκείνα της καθολικής Ευρώπης, αλλά κατά «λιμπεραλιστικούς» τρόπους ως προς τα λοιπά, ανάλογους εκείνων του «Korea-Boom», ασκούμενους απλώς την φορά αυτή στους χώρους των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου.

Ότι οι «συλλήψεις» αυτές, οι οποίες στρέφονται σαφώς εις βάρος της Ουκρανίας και της Ρωσίας και στερούνται πάσης ιστορικής προοπτικής (καθ' ότι συλλήψεις εργαστηρίου) οδηγούν κατ' ευθείαν στον τρίτον παγκόσμιο πόλεμο, αφού προηγουμένως επιφέρουν και την πλήρη οικονομική κατάρρευση της δυτικής Ευρώπης (αρκεί απλώς να δει κανείς στον χάρτη την γραμμή «Bagdad-Bahn», που είναι της αυτής σημασίας με το Σουέζ για την Ευρώπη), είναι πλέον προφανές. Οι «ειδικοί» οφείλουν να τις διαγνώσουν... Τα πράγματα των Βαλκανίων είναι οργανικής και όχι «προγραμματικής» υφής για τις καταστάσεις ολόκληρης της ευρωπαϊκής ηπείρου. Και έτσι θα συνεχίσουν να είναι. «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» και αρχή πολιτικής φόβος γραφείου... Πολιτική για τα βαλκανικά -και τα μεσογειακά πράγματα γενικότερα- κατά τους δύο τελευταίους αιώνες δεν υπήρξε. Υπήρξαν μόνο λογαριασμοί.

To «Ανατολικό Ζήτημα» Σήμερα
Εκδ. Εικοστού Πρώτου
1998


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.