17 Μαρτίου 2014

Η Ευρωκεντρική ιδεολογία, οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές επιπτώσεις και «Ευρώπη».


.~`~.
Πρόλογος

...σύμπασα η ανθρωπότης οδεύει επί ευθείας γραμμής εν είδει σιδηροδρόμου, στον οποίον κάποιοι μπροστά είναι οι μηχανοδηγοί, όλοι δε οι άλλοι ακολουθούν ως βαγόνια από πίσω. Εγγενής στην άποψη αυτή περι πολιτισμού είναι η αντίληψη ότι οι πολιτισμοί «ανεβοκατεβαίνουν», έρχονται και παρέρχονται ως είδος επισκεπτών. Είναι μια αντίληψη αυτονόητη, εφ' όσον εκκινεί κανείς από την επιδίωξη να δείξει ότι υπάρχει «ένας και μόνο» πολιτισμός. Ο «δυτικός» έτσι πολιτισμός αντεπαρατέθη προς όλους τους άλλους, με σκοπό όχι την ερευνητική σύγκριση αλλά απλώς την αγνόηση τους. Δεν είναι συνεπώς τυχαίο ότι στις έσχατες απολήξεις τους οι ιστορικές αυτές αξιολογήσεις περί «πολιτισμών» κατέληγαν (και συνειδησιακώς καταλήγουν ακόμη και σήμερα) στην αυθαίρετη και ελάχιστα επιστημονική, αντικειμενικώς δε ανύπαρκτη παραδοχή της «ράτσας». «Ράτσα» δεν είναι κάτι το επιστημονικώς ορίσιμο, είναι όμως κάτι που επιδέχεται άνετα στιγμιαίους προσδιορισμούς, ανάλογα με τα επιδιωκόμενα τέλη. Και τα τέλη εδώ, καθώς είπαμε, ήταν να επιβιβασθεί όλη η ανθρωπότητα επί της... ευθείας γραμμής του τραίνου... Ποιά ήταν (και είναι) η οικονομική σημασία αυτής της αντίληψης, θα δει καλύτερα ο αναγνώστης στο κείμενο που ακολουθεί. Σκόπιμο είναι επίσης να τονισθεί, ότι η ατμομηχανική αυτή αντίληψη περί ιστορίας και πολιτισμών είχε και μιαν άλλη πρακτική αναγκαιότητα: την ύπαρξη κάποιων «γενικών αρχών» που θα επέτρεπαν την λειτουργία του Διεθνούς Δικαίου ως αποσφράγιση των... φιλοσοφικών αντιλήψεων περί «πολιτισμών».

.~`~.
Η Ευρωκεντρική ιδεολογία
α´
Εν τω μεταξύ, στο διάστημα των δύο τελευταίων αιώνων που αυτές οι θεωρίες μεσουράνησαν και η «μελέτη» των άλλων πολιτισμών έγινε έδρες στα πανεπιστήμια, κανένας άλλος πολιτισμός δεν οικειώθηκε τα «θεωρητικά εξαγόμενα» της φιλοσοφικής αντιλήψεως περί της μονογράμμου εξελίξεως στην ιστορία. Οι πολιτισμοί παρέμειναν μέχρι των ημερών μας αυτοί που ήσαν και πριν. Όλα τα πολιτικά προβλήματα της εποχής μας προέρχονται ακριβώς από το γεγονός ότι αυτές οι θεωρίες του παρελθόντος καμμιάν πολιτική και ιστορική οργάνωση του κόσμου δεν κατάφεραν. Τεχνολογική εξέλιξη άλλων πολιτιστικών κύκλων υπήρξε, ούτε οι Ρώσοι όμως ούτε οι Ιάπωνες και οι Ινδονήσιοι προϋπόθεση της τεχνολογικής αναπτύξεως τους θεώρησαν την ιδεολογική ανάληψη των αρχών του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού. Ο επτανήσιος λόγιος Leucadio Hearn έδειχνε στα τέλη του περασμένου αιώνα και αρχές του τωρινού, ότι οι Γιαπωνέζοι αναπτύσσονται ακριβώς επί των τελείως αντιθέτων αρχών του δυτικού φιλελευθερισμού. Έτσι τά πράγματα εξελίχθησαν μεχρι σήμερα (τα μεροκάματα και οι ασφαλίσεις είναι ουσιωδέστερες των αποδείξεων) και έτσι συνεχίζουν να εξελίσσωνται για ολόκληρη την Ασία. Οι Ρώσοι και το ανεπτυγμένο τεχνολογικώς τμήμα του Ισλάμ στην Ινδονησία δείχνουν, αρκούντως, ότι η τεχνολογική ανάπτυξη είναι δυνατή και υπό προϋποθέσεις που συνιστούν διϊστορικώς τον ιδεολογικόν αντίποδα των φιλοσοφικών θεωρημάτων του δυτικοευρωπαϊκού φιλελευθερισμού. Μερικές των ιδεολογικών αυτών διαφορών θα βρει ο αναγνώστης στα ακολουθούντα.
Οι διακηρύξεις συνεπώς περί μονοδιάστατου γραμμικής αναπτύξεως των πολιτισμών ουδόλως επιβεβαιώθηκαν στην πράξη. Ο μερκαντιλισμός και ο λιμπεραλισμός του παρελθόντος όχι μόνο δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα ενιαίο ιδεολογικό πλαίσιο της τεχνολογικής αναπτύξεως, αλλά ακριβώς εμπόδισαν και την οποιαδήποτε επίδραση επί της «ευρωκεντρικής ιδεολογίας» εκ των έξω. Και αυτό ακριβώς θα ήταν η μόνη και αναγκαία προϋπόθεση για μια παγκόσμια οργάνωση της τεχνολογικής παραγωγής. Η δυτική Ευρώπη - υπό τον ιδεολογικό μανδύα του λιμπεραλισμού - αποτελεί το μοναδικό παράδειγμα πολιτισμού στην ιστορία που βρέθηκε με κολοσσιαία μέσα διαδόσεως και δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει ενα πολιτιστικό αποτέλεσμα έστω και διάρκειας δεκαετιών. Η σχέση της με όλους τους άλλους πολιτισμούς υπήρξε σχέση αντιθέσεως και μόνο - πράγμα φυσικό, εφ' όσον κανείς πιστεύει, μέσα σε μια γραμμική περί ιστορίας αντίληψη, ότι ο δικός του πολιτισμός αποτελεί το τελευταίο στάδιο της «εξέλιξης» και οι άλλοι, εκόντες άκοντες, δεν έχουν παρά να το μιμηθούν και να το ακολουθήσουν. Επόμενο συνεπώς είναι όλες οι «κατανοήσεις» των άλλων πολιτισμών να καταλήγουν ως συμπέρασμα στο ίδιο το σημείο αφετηρίας: ότι όλος ο κόσμος οδεύει επί ευθείας γραμμής. Στις εμφάνειες του το πράγμα κατάντησε ταυτόσημο με το γεγονός της κυκλοφορίας αυτοκινήτων και με την «ευκολία» των «πολιτικών διαχειρίσεων» του ιμπεριαλισμού. Τα αξιοποιήσιμα συνεπώς στοιχεία άλλων πολιτιστικών κύκλων προς μια παγκόσμια οργάνωση της παραγωγής έπαψαν να λειτουργουν, ενώ οι ίδιοι οι εκτός δυτικής Ευρώπης πολιτισμοί αναγκαστικά «συγκεντρούντο» επί των στοιχείων διαφοράς τους με τον δυτικοευρωπαϊκόν και όχι επί των στοιχείων συνεργασίας.
Ο λιμπεραλισμός έτσι, ευρέθηκε στις φιλοσοφικές του προϋποθέσεις μονομάχος εναντίον ολοκλήρου της ανθρωπότητος. Μιας ανθρωπότητος, μάλιστα, η οποία στα πολιτιστικά της δεδομένα ήταν πολύ εδραιότερη από τις φιλοσοφικές απλουστεύσεις του λιμπεραλιστικού «ατομισμού». Μια τέτοια παραδοχή όμως -και συνεπώς η αξιοποίηση μιας πραγματικότητας- ήταν αδύνατη μέσα στην γραμμική περί ιστορίας αντίληψη. Η δημιουργία των «εθνικών κρατών» ως τεχνική της γραμμικής περί ιστορίας αντιλήψεως και κατ' ουσίαν μέθοδος προς απολαβή των πρώτων υλών, ενήργησε ως στοιχείο «προστασίας» των εγχώριων πολιτιστικών παραδόσεων στην απλή συνείδηση των λαών, διότι έτσι διεχωρίζετο η υπάρχουσα πολιτιστική παράδοση από το κράτος, το οποίον εξεπροσωπεί μεν τη «γραμμική» περί ιστορίας αντίληψη, για να υπάρξει, όμως, είχε ακριβώς ανάγκη της υπαρχούσης πολιτιστικής δομής, προκειμένου να την μεταβάλει σε «εθνική ιδεολογία». Αλλιώς, τα «κοινοβούλια» σε πολιτιστικούς χώρους που δεν τα ήξεραν και ούτε ανάγκη τα είχαν, δεν ήταν δυνατόν να λειτουργήσουν. Η γραμμική συνεπώς αντίληψη της ιστορίας δια των «εθνικών» κρατών, δηλαδή κατά πράξη ο ιμπεριαλισμός, δυνάμωσε την αντίθεση όλων των άλλων πολιτιστικών χώρων με τον δυτικοευρωπαϊκό. Όπως έχουμε σήμερα δεδομένο, κανένας πολιτισμός δεν εδέχθηκε έστω και επιδράσεις των φιλοσοφικών θεωρημάτων του λιμπεραλισμού, υπό τον οποίον «ελειτούργησε» η δυτική Ευρώπη κατά τους δύο τελευταίους αιώνες. Και ούτε πρόκειται να τις δεχθεί, σε τούτο δε ακριβώς συνίσταται το μείζον ιστορικό και πολιτικό πρόβλημα των καιρών μας. Το πολιτισμικό έργο της δυτικής Ευρώπης, με κριτήριο παγκοσμιότητας, μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε επακριβώς μηδέν. Έμεινε απλώς εκεί που παρήχθει.

β´
Βεβαίως κατορθώθει αυτό που επιδιώκετο: η δωρεάν (η εντελώς δωρεάν -κι αυτό ισχύει μέχρι σήμερα) απολαβή των πρώτων υλών. Από το άλλο όμως μέρος μένει η διαπίστωση, ότι ουδέποτε στο παρελθόν υπήρξε τόσο αλόγιστη σπατάλη των φυσικών πόρων της ανθρωπότητας και άσκοπη καταστροφή τους μέσα σε ένα ανομοιογενές σύστημα κρατών, υπό την εύσχημη ονομασία του «πολιτικού ισοζυγίου» και μέσα σε μια ιδεολογία «αναπτύξεως», που ουδέποτε μέχρι σήμερα (ούτε βέβαια και στο μέλλον πρέπει να ελπίζεται) δεν μπόρεσε να καθορίσει το νοηματικό περιεχόμενο της. Στην πρακτική σημασία της η «ανάπτυξη» είναι απλή και ονομάζεται «επιβίωση», ποτέ όμως στην ιστορία της ανθρωπότητας η επιβίωση, μέσω των συνθημάτων της «αναπτύξεως» και της «προόδου», δεν έλαβε το νόημα του κόστους επί των επερχομένων γενεών. Κανένας πολιτισμός δεν οδήγησε τον άνθρωπο να ζει εις βάρος των παιδιών και των εγγονιών του, κλείνοντας την φύση και τις βιολογικές συνθήκες υπάρξεως σε... «φιλοσοφικούς σκοπούς». «Φιλοσοφικούς σκοπούς» χωρίς φιλοσοφία... Το φαινόμενο της αναπαραγωγικότητας των «ανεπτυγμένων κοινωνιών» μια και μόνο «φιλοσοφική εξήγηση» μπορεί να έχει: ότι το φαινόμενο της ζωής έχει υπονομευθεί στις βιολογικές του προϋποθέσεις και υποσυνειδήτως οι άνθρωποι το αποφεύγουν.
Με την έννοια της «αναπτύξεως» και της «προοόδου» ασχολούμαστε ασχολούμαστε εκτενώς στο βιβλίο τούτο... Συνοπτικώς μπορούμε να σημειώσουμε εδώ ότι η έννοια της «αναπτύξεως» δύο πρακτικά τέλη ενέχει: αφ' ενός μεν -και τούτο παλαιότερα- να μην μπορούν οι έχουσες τις πρώτες ύλες χώρες να αναπτύξουν οι ίδιες την τεχνολογική εκμετάλλευση των πρώτων υλών τους, και, δεύτερον, ως ένα ιδεολογικό σύνθημα «σκοπού», που θα κρατούσε τα εργαζόμενα σύνολα στην παραγωγή. «Πρόοδος» ίσον τελειοποίηση των καταναλωτικών προϊόντων. Εννοείται βέβαια, ότι για την εκπλήρωση του πρώτου επιτάγματος δεν θα αρκούσε απλώς η μέριμνα για την συνεχή επιστημονική τελοιοποίηση των μεθόδων παραγωγής εκ μέρους των ήδη ανεπτυγμένων' έπρεπε και για τους μη ανεπτυγμένους οι πολιτικές συνθήκες να είναι τέτοιες, ώστε να εμποδίζουν κάθε προσπάθεια αναπτύξεως. Οι σχετικές τακτικές και μέθοδοι για τον δεύτερον τούτο σκοπό έχουν την συμπεριληπτική ονομασία «φιλοσοφία της ιστορίας»...
Προφανές είναι βέβαια ότι, μέσα στις «απλουστευτικές» μεθόδους της καθημερινής πρακτικής τούτη η «φιλοσοφία της ιστορίας» δεν θα εκαταντούσε παρά ένα ακουστικός θόρυβος συνθημάτων και τεχνητών επινοήσεων, ειδικά καλλιεργούμενος από διάφορες ομάδες «ειδικών», που εν τη προσπαθεία του να κρατήσει το σύστημα της καπιταλιστικώς οργανωμένης παραγωγής σαν ένα σύστημα κλειστό, έφερε εκείνη την ανατροπή νοημάτων και συνειδήσεων, η οποία θα απέκοβε την δυτική Ευρώπη από κάθε είδους πολιτιστική επικοινωνία και άρα με την εξ αντικειμένου αδυναμία ασκήσεως ιστορικού έργου δια της πολιτικής. Τέτοιου είδους αφηρημένα νοήματα, που έχουν ήδη καταντήσει χρόνιες ασθένειες στην νόηση όλων των επιπέδων, είναι «Ευρώπη», «Ανατολή», «Δύση», «Ασία», «Δημοκρατία» κλπ. Η αοριστία αυτών των συνθημάτων μπορούσε βέβαια να δικαιολογήσει κάθε «θεωρία» της στιγμής και κάθε πολιτική επιχείρηση, ταυτοχρόνως εξαφάνιζε όμως την πραγματικότητα από τις συνειδήσεις, περιόριζε την σκέψη σε ορισμένα σχήματα εσωτερικής μόνο πολιτικής (αφού για την εξωτερική απαιτούντο «τέλη» και όχι ιδέες) και την στερούσε κάθε δυνατότητος επικοινωνίας προς τα «έξω».
Στις μέρες μας, η ουσία των καταστάσεων αποκαλύπτεται αφ' εαυτής: σήμερα που η τροπή των ιστορικών καταστάσεων απαιτεί ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο όλων των παραπάνω εννοιών, η «Ευρώπη» δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη για τίποτα. Όχι μόνο αποδεικνύεται ελάχιστη στον πολιτικό χειρισμό των παγκοσμίων προβλημάτων, με πλήρη απουσία ιστορικών παραστάσεων, όχι μόνο ιδέες δεν έχει προσφέρει μέχρι τα σήμερα γι' αυτά, αλλά αποφεύγει και την όποια πραγματική αντιμετώπιση τους, επαναλαμβάνουσα διαρκώς μόνιμα μοντέλα της φιλοσοφίας της εξωτερικής της «πολιτικής»: όπλα, «ανασφάλειες», «εχθροί»... Ο μόνιμος «εχθρός» για την Ευρώπη είναι όλη η άλλη ανθρωπότητα.
Καθόλου εκπληκτικό, συνεπώς, που όχι μόνο δεν έχει για τίποτε κάποιες ιδέες να προσφέρει, αλλά αποδεικνύεται και πολιτικώς ανίκανη να καταλάβει τους χειρισμούς των υπερδυνάμεων, μεταπηδούσα από έκπληξη σε έκπληξη και από διάψευση σε διάψευση. Και είναι τούτο φυσικό, διότι η δημιουργία πολιτικής δια του «δίνειν» και όχι δια του συνεχώς «λαμβάνειν», είναι ως ευρωπαϊκή εμπειρία άγνωστη.

γ´
Υπό το καθεστώς του ψυχρού πολέμου και μέσα στην αοριστολογία του σύνθηματος της «Δύσεως», εκαλλιεργήθηκε η ιδέα ότι Αμερική και δυτική Ευρώπη είναι το ίδιο πράγμα και ότι η ανθρωπότητα ευρίσκετο ολίγον πριν από την αποδοχή της γραμμικής φιλοσοφίας περί ιστορίας, γεγονός που εμπόδιζε μόνο το καθεστώς της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως. Αν δηλαδή έλειπε το καθεστώς αυτό, που διέθετε πυρηνικούς πυραύλους, τα πάντα θα ήσαν ελεύθερα για την βασιλεία των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», των «εθνικών κυβερνήσεων» και των «διεθνών οργανισμών».
Από τα προβλήματα που παρουσιάσθηκαν στον κόσμο μετά το 1989 -προβλήματα δαιδαλώδη και δυσεπίλυτα και καθαρά δημιουργήματα της ευρωπαϊκής πολιτικής του παρελθόντος- κανένα δεν υπήρχε στην νόηση των θεωρητικών της «φιλοσοφίας της ιστορίας» και των κανόνων παιχνιδιού της «δημοκρατίας». Και συνεχίζουν να μιλούν περί «εθνικισμών» εκεί ακριβώς που υπάρχουν μόνο και μόνο προβλήματα πολιτισμών και ιστορίας. Η υπέρογκη προσοχή και ωριμότητα όλων των βαλκανικών λαών ως προς τα εθνικιστικά προβλήματα, παρ' όλον που αυτοί έχουν τα σοβαρότερα όλων παραμένει ως γεγονός τελείως απαρατήρητο. Άρα, λοιπόν, ότι ο «υπανάπτυκτος» Αλβανός του Κοσσυφοπεδίου βοηθεί πολύ περισσότερο την σημερινή διαμόρφωση της πολιτικής απ' ότι ο «ειδικός των συγκρούσεων» και ο πρώην «σοβιετολόγος» (των οποίων την συνεισφορά στην διαμόρφωση της πολιτικής του παρελθόντος σήμερα είμαστε εις θέση να αποτιμήσουμε επακριβώς, δηλαδή στο μηδέν), που επαναλαμβάνει διαρκώς τα ίδια σλόγκαν «κινδύνων» και «στρατηγικών», παραμένει ως διαπίστωση ακατανόητο. Αλλά σε τούτην την έλλειψη κατανοήσεως υποκρύπτεται μια άλλη: ότι δηλαδή η Αμερική -ως διεθνής δύναμη- δεν μπορεί να διαμορφώνει την παγκόσμια πολιτική της με γνώμονα την διατήρηση ενός αρρωστημένου κοινωνικού καθεστώτος στην «Ευρώπη» που ονομάσθηκε «δημοκρατία» και προβάλλεται ως διεθνές πρότυπο.
Η «Ευρώπη» μεταπολεμικώς έμαθε, κάποιος να της προφυλάσσει την «δημοκρατία», αυτό δε, θέλει να επιβάλλει ως καθεστώς και θεωρεί δεδομένο σε κάθε είδους συλλογισμό υπό την συνθηματολογία «Δύση». Για την άσκηση όμως διεθνούς πολιτικής υπό τα σύγχρονα τεχνολογικά δεδομένα -«νέα τάξη» δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε άλλο από μια οργάνωση των συνθηκών παραγωγής- ο Αιθίοπας ή ο Σουδανός παίζουν εξ ίσου σπουδαίον ρόλο με τον Δανό, τον Άγγλο ή τον Ολλανδό. Κατά κάποιον τρόπο μπορεί η Αμερική ή η Ρωσία να επιβάλλουν στον Αζερμπαϊτζανό, τον Ρουμάνο ή τον Ουκρανό να αγοράζει ευρωπαϊκά βιομηχανικά προϊόντα, προκειμένου να διατηρηθούν οι «δείκτες αναπτύξεως» και να κατοχυρωθεί η «δημοκρατία», την στιγμή που ο Κορεάτης ή ο Ιάπωνας του παρέχει τα ίδια αν όχι καλύτερα προϊόντα με μεγαλύτερες πιστώσεις και σε μικρότερη τιμή; Αν η «δημοκρατία» του Ιάπωνα του επιτρέπει κάτι τέτοιο, για ποιόν λόγο πρέπει να μειονεκτήσει η δική του παραγωγή και να τεθεί ο αυτοκαθορισμός του Τουρκομάνου υπό αίρεση, προκειμένου να κατοχυρωθεί ένα άλλο είδος «δημοκρατίας» υπό την αοριστολογία του συνθήματος «Ευρώπη»; Το πρόβλημα βέβαια είναι πρόβλημα πολιτισμών' είναι δηλαδή το πρόβλημα της παλαιάς ευρωπαϊκής πολιτικής που δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει ιστορικό έργο, αλλά απλώς εκοίταξε να χρησιμοποιήσει τους άλλους πολιτισμούς για την δική της κατάσταση των «ισοζυγίων» (επίσης και τον ιαπωνικό). Υπό τους παλαιούς τρόπους αντίληψης, όμως, και με το να τίθεται ως αξίωμα ότι τίποτε δεν μπορεί ν' αλλάξει από τα εσωτερικά πράγματα της «Ευρώπης», δεν μπορεί να διεξαχθεί και κανενός είδους διεθνής πολιτική. Η «Ευρώπη» πρέπει να βρει τρόπο η ίδια και χωρίς «προστασία» να τακτοποιήσει λογικά τις εσωτερικές της καταστάσεις. Και ιδίως να βρει μιαν περί Ευρώπης ιδεολογία που να είναι πειστική. Τα περί «εχθρών» και «κινδύνων» συνθήματα, που υποβάλλουν τον τόνο υπαγορεύσεως, δεν πείθουν πια κανέναν. Διότι οι περίξ της «Ευρώπης» λαοί γνωρίζουν ότι ο μόνος κίνδυνος της Ευρώπης είναι η ίδια η... «Ευρώπη».

δ´
Τελικώς υπό το σύνθημα του «συστήματος» μεταπολεμικώς εκαλλιεργήθηκε η εντύπωση πως Ευρώπη και Αμερική είναι το ίδιο πράγμα. Ιδίως από την προσπάθεια της Αγγλίας να αποτελεί τον ουραγό της αμερικανικής πολιτικής και να εμφανίζεται ως ο «κρίκος» μεταξύ Αμερικής και «Ευρώπης». Και όμως η Αμερική, βόρεια και νότια, αποτελεί την πλήρη διάψευση των φιλοσοφικών θεωρημάτων περί «γραμμικής εξελίξεως» και «ανεβοκατεβάσματος» των πολιτισμών. Ο φιλελευθερισμός στην Αμερική δεν έχει στάδια αναπτύξεως και «ιστορικής διαδικασίας», όπως αορίστως φέρεται υπό την θολούρα της «δημοκρατίας». Δεν υπήρξε κανένας βασιλιάς ή τάξη ευγενών που να παραχωρούσε «προς τα κάτω» [Για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής - μέρος α´]. Τα αμερικανικά Συντάγματα ίσχυσαν εξ αρχής για όλους το ίδιο, δηλαδή υπήρξαν αρχήθεν «λαοκρατικά» και κατά τούτο συγγενεύοντα με τα καθεστώτα της ευρωπαϊκής «Ανατολής» μάλλον, παρά με αυτά της ευρωπαϊκής «Δύσης». Ο ρόλος της «κοινότητος» (που αποτελεί πολιτιστική και κοινωνική κατηγορία και όχι συνδικαλιστική «ομάδα συμφερόντων» και που είναι άγνωστη στην δυτική Ευρώπη, τόσο διϊστορικός, όσο και από την διαδικασία δημιουργίας του «εθνικού κράτους») παίζει εξ ίσου μεγάλον ρόλο στην Αμερική όσο και στην κοινωνική ύπαρξη των ανατολικοευρωπαϊκών κρατών. Και ακόμη, αυτό που αναγνωρίζει όλος ο κόσμος ως «αμερικανισμό» (και που στη συνείδηση του Ευρωπαίου, πέραν των όποιων συνθημάτων, υπάρχει ως κάτι το «παρακατιανό», αλλά που στην ουσία δεν είναι παρά απόδειξη ιστορικής ευελιξίας και κοινωνικής ευπλασίας) είναι ο πολιτιστικός επηρεασμός ολόκληρης της αμερικανικής ηπείρου από τα έγχρωμα φύλα της, είτε γηγενή ήσαν αυτά είτε μετοικισθέντες σκλάβοι. Οι νέγροι στην Αμερική εμεταφέρθηκαν ως αντικείμενα κυριολεκτικώς. Ωστόσο, όχι μόνον διετήρησαν τις πολιτιστικές τους παραδόσεις, αλλά εμπόρεσαν μ' αυτές να επηρεάσουν ολόκληρη την πολιτιστική φυσιογνωμία της αμερικανικής ηπείρου. Η τεράστια διάσταση της «μαζικής κουλτούρας» των καιρών μας, ένα φαινόμενο παγκοσμιότητας που προέρχεται αποκλειστικά από την Αμερική, οφείλεται ακριβώς στην πολιτιστική ευελιξία που προσδίδει στους Αμερικάνούς η σύμμιξη των πολιτιστικών στοιχείων της ηπείρου τους. Και εάν οι Αμερικανοί απέφευγαν να κάνουν τον δάσκαλο της «δημοκρατίας» σε λαούς που δεν γνώρισαν άλλο σύστημα διοικήσεως από το δημοκρατικό, μέσω των δυνατοτήτων της μαζικής κουλτούρας τα πολιτικά αποτελέσματα τους θα ήσαν πολύ μεγαλύτερα.
Ανάλογες εμπειρίες η δυτική Ευρώπη δεν έχει, ούτε και αναλογα αποτελέσματα μπόρεσε αν επιφέρει με την «έξοδο» της στον κόσμο. Τα δεδομένα αυτά μελετώνται πλέον ως στοιχεία διαφοράς, για κάποια μέλλουσα οργάνωση του κόσμου, και πολύ απέχουν να καλύπτωνται σήμερα από την αυθαιρέτου περιεχομένου έννοια «Δύση» με τους μανιχαϊκούς καθορισμούς της περί «ελευθερίας», «προόδου», «δημοκρατίας» κλπ. Μέσα στην αντίληψη περί γραμμικής εξελίξεως των πολιτισμών -μια θεωρητική πολυλογία επί όλων των επιπέδων, η οποία τελικώς σκοπό είχε να καλύπτει απλώς τις διάφορες ιμπεριαλιστικές μεθόδους του παρελθόντος, που ελάχιστα διεξήγοντό βάσει φιλοσοφικών αρχών...- η δυτική Ευρώπη δεν είχε δυσκολία να ορίσει τις πολιτιστικές της απαρχές όπως η ίδια ήθελε και όπως αυτό καλύτερα ανταπεκρίνετο στις εσωτερικές ιδεολογικές της επιδιώξεις.
Τα στοιχεία αυτά μελετώνται σήμερα ως στοιχεία διαφοράς και όχι ως στοιχεία ταυτίσεως υπό την αοριστία του συνθήματος «Δύση». Η «οικείωση» των μεσογειακών πολιτισμών έγινε κατά τέτοιο τρόπο, παρατηρούν σύγχρονοι ερευνητές, ώστε, αν τον έβλεπαν οι ίδιοι οι δημιουργοί των κειμένων, το μόνο που θα μπορούσαν ήταν να εκπλαγούν. Και τούτο ισχύει τόσο ως προς την αρχαία φιλοσοφία, όσο και ως προς το Βυζαντινό Δίκαιο του Ιουστινιανού, το οποίον θα πάρει πολύ αργότερα η δυτική Ευρώπη ως «Ρωμαϊκό Δίκαιο». Για λόγους ιστορικούς, που δεν θα μας ενδιέφεραν τώρα ιδιαιτέρως, βάσει της μεσογειακής πολιτιστικής προϊστορίας η δυτική Ευρώπη όρισε την δική της ταυτότητα αρνητικά προς όλον τον κόσμο - ακόμη και ως προς τις μεσογειακές προϋποθέσεις του ίδιου της του πολιτισμού.
Η βαθύτερη ουσία των μεσογειακών πολιτιστικών διεργασιών παρέμενε πάντα διαφεύγουσα. Και η ουσία αυτή συνίστατο σε τούτο μόνο: ότι οι έννοιες της «ράτσας», «φυλής», «εθνότητος» κλπ. υπήρξαν για τους μεσογειακούς λαούς, ιδιαίτερα δε για τους Έλληνες, πράγματα ανύπαρκτα και ακατανόητα. Πράγματα εξ αντικειμένου αδύνατα. Η λειτουργία του «προσώπου», «ατόμου» κλπ. ήταν μια άσκηση καθημερινότητας μέσα σε πολιτιστικά δεδομένα που εστηρίζονταν αποκλειστικά στις ιδέες, οι οποίες, μέσα στα γεωφυσικά δεδομένα της Μεσογείου, εκυκλοφορούσαν ελευθέρως πρός όλες τις κατευθύνσεις. Ετούτη η συνεχής πολιτιστική τριβή, που δεν είχε σύνορα και απαγορεύσεις, είναι αυτό που έδινε διάρκεια σε όλους τους μεσογειακούς πολιτισμούς. Διότι αυτοί προέκυπταν έτσι ώς προϊόντα διαρκούς διαχρονικής συνθέσεως, όχι ως προϊόντα «εξελίξεως». Οι αρχαίοι Έλληνες εθαύμαζαν τους γύρω τους πολιτισμούς, προκειμένου να δημιουργήσουν τον δικό τους, διότι μόνο όσο πιο καθολικός γίνεται ένας πολιτισμός τόσο περισσότερο κατοχυρώνει την ιδιαιτερότητα και την ατομικότητα του. Για να γίνει ένας πολιτισμός καθολικός, έχει ανάγκη από την αξιοποίηση των άλλων. Αυτό υπήρξε ο κανόνας ιστορικής λειτουργίας του μεσογειακού οργανισμού. Αυτό όμως, ακριβώς, είναι και εκείνο που «διέφυγε» από την πολιτιστική εμπειρία της δυτικής Ευρώπης. Η δυτική Ευρώπη με την «έξοδο» της στον κόσμο ύψωσε παντού τις σημαίες των ευρωπαϊκών κρατών, αποικίες όμως με την μεσογειακή έννοια του όρου, δηλαδή κύτταρα πολιτιστικής λειτουργίας, πουθενά δεν εδημιούργησε. Και ήταν αδύνατο κάτι τέτοιο μέσα στην «γραμμική» αντίληψη περί ιστορίας και του «ανεβοκατεβάσματος» των πολιτισμών.

To «Ανατολικό Ζήτημα» Σήμερα
Εκδ. Εικοστού Πρώτου
1998

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.