16 Ιανουαρίου 2014

Ας προσπαθήσουμε να ρωτήσουμε το μαντείο για τη μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας... - μέρος γ´



Η έννοια ενός συνόλου μαγικών εθνών παραμένει αόριστη και αναποτελεσματική. Δεν αρκεί ν' ανήκει κανείς σ' ένα σύνολο για να έχει εξ αυτού πρόσβαση στον κόσμο, κι ο εμπορικός πλούτος αυτός καθ' εαυτόν λίγα πράγματα εξηγεί: γιατί, ενώ οι Εβραίοι υπάκουσαν (έστω και με ιδιαίτερο τρόπο) στη φωνή των προφητών τους, οι Έλληνες έκλεισαν τ' αυτιά τους στη φωνή των φιλοσόφων και των ποιητών τους; Γιατί δεν κατευθύνθηκαν και αυτοί επίσης προς το άπειρο;
Από τους Ελλαδίτες έλειψαν μορφές οικουμενικής εμβέλειας. Μεταξύ των Ελλήνων στης διασποράς λίγοι έφθασαν στο οικουμενικό... Υπάρχουν στις μέρες μας Νεοέλληνες που φθάνουν σ' ένα ορισμένο επίπεδο. Εκείνο που λείπει είναι η σύγκλιση του συνόλου των προσπαθειών. Καθώς απουσιάζει οδυνηρά μία έστω σκέψη, όσα κατόρθωσαν ν' αποκτήσουν τα μέλη ενός συνόλου δεν εντάσσονται όλα στο σύνολο. Οι Νεοέλληνες που διατρέχουν τον κόσμο κι εγκαθίστανται λίγο πολύ παντού δεν συνδέονται ούτε μεταξύ τους ούτε με το κέντρο. Διότι
λείπει εντελώς η ιδέα που θα έκανε όλες τις κατακτήσεις των Ελλήνων,
τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού, να συγκλίνουν προς μια ενότητα.
Η «ιδέα» αυτή όμως, ικανή να κατευθύνει προσπάθειες και να συνδέσει αποτελέσματα, κάνοντας όλες τις ακτίνες να συγκλίνουν προς ένα κέντρο, θα μπορούσε να καταστήσει την Ελλάδα ακτινοβολούσα χώρα. Μόνο που η απλή αναπαράσταση της ιδέας αυτής δεν αναπληρώνει την απουσία της.
Παρ' όλα αυτά, όλες οι αρνητικές τούτες συνθήκες δεν αρκούν για να εκμηδενίσουν την Ελλάδα. Η νεοελληνική πραγματικότητα υφίσταται. Η Ελλάδα μας εμφανίζει και θετικές επίσης πλευρές. Δεν είναι απλώς και μόνον ο τόπος όπου, στους αρχαίους καιρούς, ο κόσμος αποκαλύφθηκε στους Έλληνες. Δεν είναι μόνον ο τόπος στον οποίο βρίσκονται τα μνημεία αυτού του ανοίγματος. Δεν είναι μόνον η κληρονόμος της Αγίας Αυτοκρατορίας του Βυζαντίου και της εικονογραφίας της. Είναι επιπλέον -και κυρίως- μια χώρα που αναζητεί τον εαυτό της με πολύ πάθος, δηλαδή που αναζητεί την επικαιροποίηση της. Είναι χώρα εξαιρετικής ωραιότητας, μιας ωραιότητας που υπερβαίνει κάθε αντίθεση ανάμεσα στο άσχημο και το ωραίο. Και μπορεί, με λίγη προσπάθεια, να θυμηθεί ίσως ότι
το κάλλος δεν είναι κάποια «αισθητική» πραγματικότητα αλλά ένα από τα σημεία με τα οποία εκδηλώνεται το απόλυτο.
Είναι η χώρα που διδάσκει τους κατοίκους της να μην αποφεύγουν το θάνατο όταν έρχεται: πρέπει, βεβαίως, να τους μάθει επίσης ότι ξέρω να σκοτώνομαι δεν σημαίνει και μπορώ να πεθάνω. Συνθέτει ένα σύνολο με ανήκουστες δυνατότητες που δεν περιμένουν παρά μόνο την εκπλήρωση τους. Είναι γη φιλόξενη όπου κάθε ανθρώπινο όν μπορεί να βρει τον τόπο του, μια και οι θεοί δεν έχουν εγκαταλείψει τις εστίες.
Εδώ γίνεται έκδηλη η ύπαρξη μιας μεγάλης ανθρώπινης θέρμης που κάνει κάθε είναι να επικοινωνεί με το άλλο είναι. Η φύση της αποκαλύπτεται πλούσια στα πλάσματα του Κόσμου, κι είναι πολύ έκδηλος ο ρυθμός της ανταπόκρισης ανάμεσα στο μικρόκοσμο και το μακρόκοσμο. Η γη και τα βουνά της και οι άνεμοι της προσφέρονται με τρόπο μεγαλόπρεπο και ενδόμυχο σε όσους ξέρουν ν' ανοιχτούν στο κάλεσμα τους, ενώ η φωτιά που την καταβροχθίζει την αποκαθαίρει κάπως από τα πολλαπλά της αμαρτήματα.
Η σύγχρονη Ελλάδα δεν απέκτησε σκέψη' κι ακόμη περισσότερο της λείπει μια πολύ αρθρωμένη γλώσσα. Διαθέτει, αντιθέτως, πολύ αληθινή και πολύ ωραία ποίηση: από το δημοτικό τραγούδι των σκλαβωμένων Ελλήνων μέχρι την ελεύθερη φωνή των Ελλήνων του καιρού μας, εκδηλώνεται μια φλέβα ποιητική πραγματικά αυθεντική.
Αυτή η Ελλάδα, η Ελλάδα της φλόγας κι όχι εκείνη της στάχτης, μπορεί να πεθάνει;
Μπορεί να καταλήξει σε μια ζωή τέτοια που να μην αξίζει πια να τη ζεί κανείς;
Παρόμοιες προφητείες και παρόμοιοι φόβοι έχουν επίσης διατυπωθεί. Χτυπούσαν πράγματι την καμπάνα για τη σύγχρονη Ελλάδα ή μήπως έθαβαν έναν ζωντανό; Χρησιμοποιώντας το σχήμα της παρακμής μπορεί φυσικά να μιλήσει κανείς για τον εκφυλισμό της σύγχρονης Ελλάδας και την οριστική εξάντληση των ζωτικών δυνατοτήτων της, συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει ακολουθώντας μια σειρά βιολογικών, εθνολογικών κ.α. συλλογισμών.
Με το να αρνείται κανείς στην Ελλάδα το δικαίωμα στην ζωή (δικαίωμα εξάλλου το οποίο κτάται), μπορεί επίσης και να θέλει να την τοποθετήσει σε πολύ υποδεέστερη θέση, κάπου στα Βαλκάνια, όπου λίγο, λίγο θα εξαφανιστεί ανάμεσα στους Σλάβους.
Καταφεύγοντας σε ιστορικές σκέψεις, θα μπορούσε ακόμη να φανταστεί κανείς τις καμπύλες των εποχών και να τοποθετήσει τη νέα Ελλάδα στην κατωφέρεια μιας τέτοιας καμπύλης. Φυσικά, δηλαδή ιστορικά, όλες αυτές οι θεωρίες μπορεί εν μέρει ν' ανταποκρίνονται σε μια προβληματική αλήθεια. Η αλήθεια τους, όμως, είναι μερική και μονομερής.
Η νεώτερική Ελλάδα -μια χώρα όπου οι βοσκοί είναι ακόμη βοσκοί, οι ψαράδες, ψαράδες κι οι στρατιώτες, στρατιώτες- θα μπορέσει άραγε να μείνει πιστή στη δική της ουσία, αντιμετωπίζοντας νικηφόρα όλους τους κινδύνους που την απειλούν; Και θα έχει το σθένος να αντιπαρατεθεί στην απειλή, συλλαμβάνοντας την ως εσωτερική απειλή; Διότι, καθώς είναι ανίκανη να αποτελέσει μόνη της ένα ακτινοβόλο κέντρο, αποστρέφει το βλέμμα από το κεντρικό και χάνεται στο επαρχιακό.
«Επαρχιακό» είναι ό,τι τρέφεται από μια πρωτεύουσα ως προς την οποία «γνωρίζει» ότι είναι υποδεέστερο. Μολονότι καυχιέται διαρκώς για τα δικά του προτερήματα, αλλό δεν κάνει παρά να μιμείται (υιοθετώντας το με πάθος ή απορρίπτοντας το με μίσος) αυτό που του είναι υπέρτερο και προς το οποίο αναπόφευκτα τείνει. Χαρακτηρίζοντας τη σύγχρονη Ελλάδα επαρχιακή, δίνουμε ένα όνομα σ' εκείνο που η ίδια συγκεχυμένα αισθάνεται. Κάθετι επαρχιακό είναι, για να το πούμε έτσι, νεκρικό, επειδή δεν ζεί το χρόνο της ιστορίας'
για την Ελλάδα, λοιπόν, το να ξεπεράσει τον επαρχιωτισμό της έχει την έννοια να ζήσει πραγματικά.
Δεν είναι επαρχιακό ό,τι μοιάζει υποδεέστερο απέναντι στις δημιουργίες και τις εκδηλώσεις των μεγάλων κοσμοπολίτικων κέντρων, αλλά ό,τι δεν έχει δικό του ρυθμό. Μόνον εκεί όπου φθάνει υπόκωφος ο θόρυβος των βημάτων αυτών που περπατούν, εκεί μόνον βρισκόμαστε σε μια περιοχή που δεν είναι κεντρική, δηλαδή που δεν είναι θεμελιακή. Αν το κέντρο γίνεται ό,τι γίνεται, ωθούμενο απ' τη δική του κίνηση, η επαρχία υφίσταται ό,τι δεν μπορεί ν' αποφύγει.
Για να παραμείνει η Ελλάδα πιστή στη δική της ουσία, πρέπει να είναι Ελλάδα και να αποκτήσει ουσιώδη σημασία.
Ακόμη κι αν ο κόσμος διευθύνεται όλο και περισσότερο από τις μεγάλες δυνάμεις, όσοι δεν είναι μεγάλοι δεν έχουν παρά να μείνουν πιστοί στον εαυτό τους για να μην καταλήξουν εντελώς χωρίς ουσία. Οι σημαίες της ιστορίας που γίνεται πλανητική θα έχουν αναμφισβήτητα αλλιώτικά χρώματα και θα χρωματίσουν αλλιώτικά τον κόσμο. Πρέπει, όμως όλα αυτά τα χρώματα να αντανακλούν το οικουμενικό φως.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αποφύγει τον νεωτερικό κόσμο. Και το θέμα δεν είναι μόνον να μην τον αποφύγει, είναι υπεύθυνη για την τύχη της' δεν είναι πια οι άλλοι, λοιπόν, που την κρατούν στα χέρια τους. Εντούτοις, για να δράσει, είναι απαραίτητο να εντείνει τις δυνάμεις της έτσι όπως τεντώνεται το τόξο για να ρίξει το βέλος.

Κώστας Αξελός
εν έτη
1954

Ολοκλήρωση μέρους γ´

*
**
*

Είναι η ιστορία και μόνο η ιστορία, η οποία, δίχως να μας εμπλέκει σε κίνδυνο,
θα ωριμάσει τη κρίση μας και θα επιτρέψει να έχουμε ορθές αποφάσεις σε οποιαδήποτε κρίση ή περίσταση.

Πολύβιος

.~`~.