17 Φεβρουαρίου 2014

Ουτοπία και πραγματικότητα - μέρος α´. Ελεύθερη βούληση και ντετερμινισμός - Αριστερά και Δεξιά - Ηθική και πολιτική.


Εισαγωγή
Η αντίθεση ανάμεσα στην ουτοπία και στην πραγματικότητα -μια πλάστιγγα που διαρκώς ταλαντεύεται από και προς τη θέση ισορροπίας δίχως ποτέ να την επιτυγχάνει πλήρως- είναι μια βασική αντίθεση που αποκαλύπτεται σε πολλές μορφές σκέψης. Οι δύο μέθοδοι προσέγγισης -η τάση να αγνοείται το τι ίσχυε και το τι ισχύει, επικεντρώνοντας την προσοχή στο τι θα έπρεπε να ισχύει, και η τάση να συμπεραίνεται το τι θα έπρεπε να ισχύει από αυτό που ίσχυε και ισχύει- καθορίζουν αντίθετες συμπεριφορές απέναντι σε κάθε πολιτικό πρόβλημα. «Είναι η αιώνια διαμάχη», όπως το έθεσε ο Albert Sorel, «ανάμεσα σε εκείνους που φαντάζονται τον κόσμο έτσι ώστε να ταιριάζει στην πολιτική τους και σε εκείνους που προσαρμόζουν την πολιτική τους ώστε να ταιριάζει με τις αλήθειες αυτού του κόσμου». Ίσως είναι χρήσιμο να διερευνήσουμε λεπτομερώς την αντίθεση αυτή προτού προχωρήσουμε στη διερεύνηση της τρέχουσας κρίσης της διεθνούς πολιτικής.

Ελεύθερη βούληση και ντετερμινισμός
Η αντίθεση της ουτοπίας και της πραγματικότητας μπορεί από μια άποψη να ταυτιστεί με την αντίθεση της ελεύθερης βούλησης και του ντετερμινισμού. Ο ουτοπιστής είναι απαραίτητα βολονταριστής: πιστεύει στην πιθανότητα μιας λιγότερο ή περισσότερο ριζοσπαστικής απόρριψης της πραγματικότητας και στην αντικατάσταση της από την ουτοπία του μέσα από μια πράξη βούλησης. Ο ρεαλιστής αναλύει μια προκαθορισμένη πορεία εξέλιξης, την οποία δεν είναι σε θέση να αλλάξει. Για τον ρεαλιστή η φιλοσοφία, όπως είπε ο Hegel στο προοίμιο του βιβλίου του Philosophy of Right, πάντα «έρχεται με πολλή καθυστέρηση» να αλλάξει τον κόσμο. Μέσω της φιλοσοφίας η παλιά τάξη πραγμάτων «δεν μπορεί να ανανεωθεί, αλλά μόνο να γίνει γνωστή». Ο ουτοπιστής, που προσηλώνει το βλέμμα του στο μέλλον σκέφτεται με όρους δημιουργικού αυθορμητισμού. Ο ρεαλιστής, προσκολλημένος στο παρελθόν, με όρους αιτιότητας. Κάθε υγιής ανθρώπινη πράξη και, κατά συνέπεια, κάθε υγιής σκέψη πρέπει να εγκαθιδρύουν μια ισορροπία ανάμεσα στην ουτοπία και στην πραγματικότητα, ανάμεσα στην ελεύθερη βούληση και στον ντετερμινισμό. Ο ολοκληρωμένος ρεαλιστής, που αποδέχεται ανεπιφύλακτα την αιτιώδη ακολουθία των γεγονότων, στερεί τον εαυτό του από τη δυνατότητα να αλλάξει την πραγματικότητα. Ο ολοκληρωμένος ουτοπιστής, απορρίπτοντας την αιτιώδη ακολουθία των γεγονότων, στερεί τον εαυτο του από τη δυνατότητα να κατανοήσει είτε την πραγματικότητα που επιδιώκει να αλλάξει είτε τις διαδικασίες με τις οποίες η πραγματικότητα αυτή μπορέι να αλλάξει. Το χαρακτηριστικό ελάττωμα του ουτοπιστή είναι η αφέλεια, ενώ του ρεαλιστή η στειρότητα (*).

---------------------------------------------------------------
(*) Για τον ψυχολόγο μπορεί να έχει ενδιαφέρον να βρεθεί στο σημείο αυτό μια αναλογία -θα ήταν επικίνδυνο να αντιμετωπιστεί ως κάτι περισσότερο- με την ταξινόμηση των ψυχολογικών τύπων του Jung ως «εσωστρεφών» και «εξωστρεφών» ή των ζευγών των αντιθέτων του William James: ρασιοναλιστής-εμπειριστής, διανοητικιστής-αισθησιοκράτης, ιδεαλιστής-υλιστής, αισιόδοξος-απαισιόδοξος, θρήσκος-άθρηκος, βολονταριστής-φαταλιστής, μονιστικός-πλουραλιστικός, δογματικός-σκεπτικιστής.
---------------------------------------------------------------

Αριστερά και Δεξιά
Η αντίθεση της ουτοπίας με την πραγματικότητα και της θεωρίας με την πράξη αναπαράγεται επιπλέον μέσα από την αντίθεση του ριζοσπάστη και του συντηρητικού, της Αριστεράς και της Δεξιάς, αν και θα ήταν επιπόλαιο να υποστηρίξουμε ότι τα κόμματα που χαρακτηρίζονται ως τέτοια αντιπροσωπεύουν πάντα αυτές τις τάσεις. Ο ριζοσπάστης είναι απαραίτητα ουτοπιστής και ο συντηρητικός ρεαλιστής. Ο διανοούμενος, ο άνθρωπος της θεωρίας, θα κλίνει προς την Αριστερά, το ίδιο φυσικά με τον γραφειοκράτη, τον άνθρωπο της πρακτικής, που θα κλίνει προς τη Δεξιά. Επομένως, η Δεξιά υστερεί ως προς τη θεωρία και πάσχει λόγω της μη δυνατότητας προσβασής της σε ιδέες. Η χαρακτηριστική αδυναμία της Αριστεράς είναι η αποτυχία της να μετατρέψει τη θεωρία της σε πράξη - μια αποτυχία για την οποία έχει την τάση να κατηγορεί τους γραφειοκράτες, αλλά η οποία ενυπάρχει στον ουτοπικό της χαρακτήρα. «Η Αριστερά έχει λογική (Vernunft), η Δεξιά έχει σύνεση (Verstand)», εγραψε ο ναζιστής φιλόσοφος Moeller van den Bruck. Από την εποχή του Burke και μετά οι άγγλοι συντηρητικοί αρνούνταν πάντοτε έντονα την πιθανότητα να καταλήξουν σε κάποια συμπεράσματα για την πολιτική πρακτική από την πολιτική θεωρία ακολουθώντας μια λογική διαδικασία. «Το να ακολουθεί κανείς μόνο τον συλλογισμό είναι ο πιο σύντομος δρόμος για να βρεθεί στην άβυσσο», λέει ο λόρδος Baldwin - μια φράση που δείχνει ότι όχι μόνο διδάσκει, αλλά και εφαρμόζει την αποχή από τους αυστηρά λογικούς τρόπους σκέψης. Ο Churchill αρνείται να πιστέψει ότι «η υπερβολική συνέπεια ως προς το δόγμα» γοητεύει τον βρετανό ψηφοφόρο. Ο Neville Chamberlain, σε έναν λόγο που εκφώνησε στη Βουλή των Αντιπροσώπων, απαντώντας στην κριτική των Εργατικών, μας δίνει έναν ιδιαίτερα σαφή ορισμό των διαφορετικών συμπεριφορών απέναντι στην εξωτερική πολιτική:

Τι εννοεί ο εντιμότατος συνάδελφος με τον όρο εξωτερική πολιτική; Μπορείτε να διατυπώσετε ασφαλείς και γενικές προτάσεις. Μπορείτε να πείτε ότι η εξωτερική σας πολιτική είναι η διατήρηση της ειρήνης' μπορείτε να πείτε ότι είναι η προστασία των βρετανικών συμφερόντων, μπορείτε να πείτε ότι είναι να χρησιμοποιήσετε την επιρροή σας, όση και αν είναι, υπερασπιζόμενοι το δίκαιο κατά του αδίκου, στον βαθμό που μπορείτε να κάνετε τη διάκριση ανάμεσα στο δίκαιο και στο άδικό. Μπορείτε να θέσετε όλες αυτές τις γενικές αρχές, αλλά κάτι τέτοιο δεν συνιστά πολιτική. Αν θέλετε να έχετε μια πολιτική, θα πρέπει ασφαλώς να μελετήσετε τις ιδιαίτερες καταστάσεις και να εξετάσετε ποιές είναι οι κατάλληλες ενέργειες για την αντιμετώπιση αυτών των συγκεκριμένων καταστάσεων. Αυτό εννοώ εγώ με τον όρο πολιτική και είναι σαφές ότι, καθώς οι καταστάσεις και οι συνθήκες στα εξωτερικά ζητήματα από ημέρα σε ημέρα αλλάζουν συνεχώς, η πολιτική σας δεν μπορεί να διατυπωθεί μια για πάντα και να εφαρμόζεται σε κάθε κατάσταση που μπορεί να προκύψει.
Η πνευματική ανωτερότητα της Αριστεράς σπάνια αμφισβητείται. Μόνο η Αριστερά σκέφτεται αρχές πολιτικής δράσης και παράγει ιδανικά, τα οποία επιδιώκουν στη συνέχεια οι πολιτικοί. Υπολείπεται όμως πρακτικής εμπειρίας, η οποία απορρέει από τη στενή επαφή με την πραγματικότητα. Στη Μεγάλη Βρετανία, μετά το 1919, ήταν μεγάλη ατυχία που η Αριστερά, έχοντας κυβερνήσει για πολύ μικρές χρονικές περιόδους, είχε ελάχιστη εμπειρία όσον αφορά στη διοικητική πραγματικότητα και κατέστη ολοένα και περισσότερο ένα κόμμα καθαρής θεωρίας, ενώ η Δεξιά, έχοντας περάσει ελάχιστο χρόνο ως αντιπολίτευση, δεν μπήκε καν στον πειρασμό να συγκρίνει την τελειότητα της θεωρίας με τις ατέλειες της πρακτικής...

Η Ιστορία παντού δείχνει ότι, όταν αριστερά κόμματα ή πολιτικοί έρχονται σε επαφή με την πραγματικότητα μέσα από την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας, έχουν τη τάση να εγκαταλείπουν τον «δογματικό» ουτοπισμό τους και να μετακινούνται προς τη Δεξιά, συχνά διατηρώντας τον χαρακτηρισμό τους ως Αριστερά, επιτείνοντας με τον τρόπο αυτόν τη σύγχυση που επικρατεί στην πολιτική ορολογία.

Ηθική και πολιτική
Το σημαντικότερο όλων είναι ότι η αντίθεση της ουτοπίας και της πραγματικότητας βασίζεται σε μια διαφορετική αντίληψη της σχέσης της πολιτικής με την ηθική. Η αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στον κόσμο της ηθικής αξίας και στον κόσμο της φύσης, που διαφαίνεται ήδη μέσα από τη διχοτομία του σκοπού και του γεγονότος, είναι βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη συνείδηση και στην πολιτική σκέψη. Ο ουτοπιστής διατυπώνει ένα ηθικό κριτήριο, το οποίο ισχυρίζεται ότι είναι ανεξάρτητο από την πολιτική, και επιχειρεί να κάνει την πολιτική να συμμορφωθεί με αυτό. Ο ρεαλιστής δεν μπορεί να δεχτεί καμία σταθερή αξία πέρα από το γεγονός. Κατά την αποψή του το απόλυτο κριτήριο του ουτοπιστή επηρεάζεται και υπαγορεύεται από την κοινωνική τάξη πραγμάτων και είναι, κατά συνέπεια, πολιτικό. Η ηθική δεν μπορεί παρά να είναι μόνο σχετική, όχι οικουμενική. Οι ηθικές αρχές πρέπει να ερμηνεύονται με όρους πολιτικής' και η αναζήτηση μιας ηθικής νόρμας έξω από την πολιτική είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η ταύτιση της υπέρτατης πραγματικότητας με το υπέρτατο καλό, που ο χριστιανισμός επιτυγχάνει μέσα από έναν τολμηρό δογματισμό, επιτυγχάνεται από τον ρεαλιστή μέσα από την υπόθεση ότι δεν υπάρχει κανένα άλλο καλό πέρα από την αποδοχή και την κατανόηση της πραγματικότητας.

Αυτές οι επιπτώσεις της αντίθεσης ανάμεσα στην ουτοπία και στην πραγματικότητα θα καταστούν σαφέστερες μέσα από μια λεπτομερέστερη μελέτη της σύγχρονης κρίσης της διεθνούς πολιτικής.

Edward H. Carr
Η Εικοσαετής Κρίση 1919-1939
Πρώτη έκδοση, 1939

Ολοκλήρωση μέρους α´
Στο β´ μέρος: Ο διανοούμενος και ο γραφειοκράτης - θεωρία και πρακτική.

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική