8 Ιανουαρίου 2014

Σμιλεύοντας το χρόνο - μέρος α´.


Η διφορούμενη θέση του κινηματογράφου μεταξύ τέχνης και βιομηχανίας ευθύνεται για πολλές ανωμαλίες στις σχέσεις δημιουργού και κοινού... Κάθε βιομηχανία, όπως γνωρίζουμε, πρέπει να είναι βιώσιμη' για να λειτουργήσει και να αναπτύσσεται πρέπει όχι μόνο να αυτοχρηματοδοτείται μα και να αφήνει κέρδος. Σαν εμπόρευμα, λοιπόν, μια ταινία πετυχαίνει ή αποτυχαίνει, και η αισθητική της αξία εδραιώνεται, παραδόξως, με βάση την προσφορά και τη ζήτηση, δηλαδή σύμφωνα με νόμους καθαρά αγοραστικούς... όσο παραμένει ο κινηματογράφος στη σημερινή του θέση δεν θα είναι ποτέ εύκολο να δει το φως μια γνήσια κινηματογραφική ταινία, πόσο μάλλον να γίνει προσιτή στο ευρύτερο κοινό.

Βέβαια, τα κριτήρια με τα οποία η τέχνη διακρίνεται από τη μη τέχνη, από το επίπλαστο, είναι τόσο σχετικά, τόσο ακαθόριστα και αναπόδεικτα, που τίποτα δεν εμποδίζει να θεωρηθούν αισθητικά κριτήρια τα καθαρά χρησιμοθηρικά μέτρα αξιολόγησης -μέτρα που τα υπαγορεύει η επιθυμία για το μέγιστο δυνατό εμπορικό κέρδος ή κάποιο ιδεολογικό κίνητρο. Και στις δύο περιπτώσεις βρισκόμαστε μακριά από τον αυθεντικό σκοπό της τέχνης.

Η φύση της τέχνης είναι αριστοκρατική και βεβαίως επιλεκτική όσον αφορά στην απήχηση της στο κοινό. Ακόμα και στις «συλλογικές» εκδηλώσεις της, όπως το θέατρο ή ο κινηματογράφος, η απήχηση της συνδέεται με τα βαθύτερα συναισθήματα ενός ανθρώπου που έρχεται σε επαφή με ένα έργο. Όσο πιο πολύ το σημαδεύουν και το συνεπαίρνουν το άτομο αυτά τα συναισθήματα, τόσο πιο σημαντική θέση θα κατέχει το έργο στην εμπειρία του.

Ωστόσο η αριστοκρατική φύση της τέχνης δεν απαλλάσσει καθόλου τον καλλιτέχνη από την ευθύνη του απέναντι στο κοινό και, αν θέλετε, απέναντι στην ανθρωπότητα. Κάθε άλλο' ο καλλιτέχνης, επειδή έχει πλήρη συνείδηση σε ποιά εποχή και ποιόν κόσμο ζει, γίνεται η φωνή αυτών που δεν μπορούν να διατυπώσουν ή να εκφράσουν την άποψη τους για την πραγματικότητα. Απ' αυτή την άποψη ο καλλιτέχνης είναι πραγματικά «φωνή λαού». Γι' αυτό και οφείλει να υπηρετήσει το ταλέντο του, που σημαίνει να υπηρετήσει το λαό του...

Προσωπικά δεν μπορώ να καταλάβω το πρόβλημα της λεγόμενης «ελευθερίας» ή «έλλειψης ελευθερίας» του καλλιτέχνη. Ο καλλιτέχνης ποτέ δεν είναι ελεύθερος. Από καμιά άλλη ανθρώπινη ομάδα δεν λείπει περισσότερο η ελευθερία. Τον καλλιτέχνη τον δεσμέυει το τάλαντο, η κλίση του.

Από την άλλη πλευρά είναι ελεύθερος να επιλέξει: ή θα εκμεταλλευθεί όσο το δυνατόν πληρέστερα το ταλέντο του, ή θα πουλήσει την ψυχή του για τριάκοντα αργύρια. Τη φρενιασμένη αναζήτηση του Τολστόι, του Ντοστογιέφσκι και του Γκόγκολ τι την προκάλεσε αν όχι η επίγνωση της κλίσης τους, του καθορισμένου ρόλου τους;
Είμαι πεπεισμένος ότι κανένας καλλιτέχνης δεν θα εργαζόταν για να εκπληρώσει την προσωπική του πνευματική αποστολή, αν ήξερε ότι δεν πρόκειται να δει κανένας τη δουλειά του. Ταυτόχρονα όμως, ενόσω δουλεύει, πρέπει να τοποθετεί ένα παραπέτασμα ανάμεσα στον εαυτό του και τους άλλους, για να προστατεύεται από την κοινή, τετριμμένη επικαιρότητα. Μόνο η ολοκληρωτική εντιμότητα και ειλικρίνεια ενός καλλιτέχνη, σε συνδυασμό με την επίγνωση της ευθύνης του απέναντι στους άλλους, μπορεί να εξασφαλίσει την εκπλήρωση του δημιουργικού του πεπρωμένου.

Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας μου στη Σοβιετική Ένωση με κατηγόρησαν συχνά (και εξίσου συχνά επαναλαμβάνουν αυτή τη κατηγορία) ότι έχω «αποκοπεί από την ανθρωπότητα», λες και είχα απομονωθεί συνειδητά από τα καθημερινά ενδιαφέροντα του λαού. Πρέπει να παραδεχτώ ευθέως ότι ποτέ δεν κατάλαβα τι σημαίνουν αυτές οι κατηγορίες. Σίγουρα είναι ιδεαλισμός να πιστεύει κανείς ότι ένας καλλιτέχνης, ή και οποιοσδήποτε άλλος, μπορεί να αρνηθεί την κοινωνία, την εποχή του, να «ελευθερωθεί» από τον τόπο και το χρόνο που γεννήθηκε! Πάντοτε σκεφτόμουν ότι κάθε άνθρωπος, κάθε καλλιτέχνης (όσο κι αν διαφέρουν οι αισθητικές και θεωρητικές θέσεις των σύγχρονων καλλιτεχνών) πρέπει αναγκαστικά να είναι προϊόν της πραγματικότητας που τον περιβάλλει. Έναν καλλιτέχνη μπορούν να τον κατηγορήσουν ότι είναι απαράδεκτη η σκοπιά από την οποία ερμηνεύει τη πραγματικότητα, όχι όμως κι ότι είναι αποκομμένος. Προφανώς κάθε άνθρωπος εκφράζει την εποχή του και κατ' ανάγκην έχει μέσα του τους νόμους της ανάπτυξης της, ασχέτως αν δεν τους έχουν όλοι υπόψη τους αυτούς τους νόμους ή δεν αντιμετωπίζουν τις δυσάρεστες πλευρές της πραγματικότητας...

Η σχέση καλλιτέχνη και κοινού είναι αμφίρροπη διαδικασία. Ο καλλιτέχνης, μένοντας πιστός στον εαυτό του και αδέσμευτος από την επικαιρότητα, δημιουργεί νέες αντιλήψεις και ανεβάζει το επίπεδο της κατανόησης των ανθρώπων. Η αναπτυγμένη συνείδηση της κοινωνίας παρέχει με τη σειρά της την κατάλληλη ενέργεια που θα προκαλέσει τη γέννηση ενός νέου καλλιτέχνη.

Τα μεγάλα έργα τέχνης υπάρχουν σαν να είναι μέρη της φύσης, μέρη της ίδιας της αλήθειας, ανεξάρτητα από το δημιουργό ή το κοινό. Το Πόλεμος και ειρήνη του Τολστόι ή το Ο Ιωσήφ και τ' αδέρφια του του Τόμας Μαν έχουν μια μεγαλοπρέπεια που τα ανυψώνει πολύ πάνω από τα κοινά, καθημερινά ενδιαφέροντα της εποχής που γράφτηκαν.

Αυτή η απόσταση, αυτή η θεώρηση από μακριά, από κάποιο ηθικό ή πνευματικό ύψος, επιτρέπει στο έργο τέχνης να ζει στον ιστορικό χρόνο με πάντα ανανεούμενη και πάντα διαφορετικά απήχηση. (Την Περσόνα του Μπέργκμαν την είδα πάμπολλες φορές, και κάθε φορά αποκόμιζα κάτι καινούργιο. Σαν αληθινό έργο τέχνης επιτρέπει πάντοτε μια προσωπική σχέση με τον κόσμο της ταινίας, αφήνοντας μας ελεύθερους κάθε φορά να τον ερμηνεύσουμε διαφορετικά).


Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί, και δεν έχει το δικαίωμα, να κατεβαίνει σε κάποιο αφηρημένο, τυποποιημένο επίπεδο για χάρη μιας παρεξηγημένης αντίληψης που απαιτεί έργο πιο προσιτό και πιο κατανοητό. Διαφορετικά, θα οδηγούσε την τέχνη σε παρακμή -και εμείς θέλουμε να ανθεί η τέχνη, πιστεύουμε ότι ο καλλιτέχνης έχει ακόμα πολλές ανεξερεύνητες πηγές να ανακαλύψει και ότι το κοινό θα έχει πιο ακόμα πιο σοβαρές απαιτήσεις -ή, εν πάση περιπτώσει, θέλουμε να το πιστεύουμε...

Ο καλλιτέχνης, το προϊόν του και το κοινό του είναι μια αδιαίρετη οντότητα, ένα οργανισμός με το ίδιο κυκλοφοριακό σύστημα. Αν παρουσιαστεί διχόνοια στα μέρη του οργανισμού, απαιτείται επιδέξια μεταχείριση και λεπτοί χειρισμοί. Τίποτα δεν θα μπορούσε να έχει πιο βλαβερές συνέπειες από την ισοπέδωση του εμπορικού κινηματογράφου ή τα πρότυπα παραγωγής της τηλεόρασης που διαφθείρουν το κοινό σε ασυγχώρητο βαθμό, στερώντας του την εμπειρία της αληθινής τέχνης.

Σχεδόν έχουμε λησμονήσει εντελώς την ομορφιά ως κριτήριο τέχνης, κοντολογίς την επιθυμία να εκφράσουμε το ιδεώδες. Κάθε εποχή τη σημαδεύει η αναζήτηση της αλήθειας. Όσο φοβερή κι αν είναι η αλήθεια, συμβάλλει στην ηθική υγεία του έθνους. Η αναγνώριση της αποτελεί ένδειξη υγιούς εποχής, και ποτέ δεν έρχεται σε αντίθεση με την ηθική. Οι απόπειρες να κρύψουμε την αλήθεια, να την κουκουλώσουμε, να την κρατήσουμε κρυφή, αντιπαραθέτοντας την τεχνητά σ' ένα διαστρεβλωμένο ηθικό ιδεώδες, με τον υποκριτικό ισχυρισμό ότι η αμερόληπτη αλήθεια θα απορρίψει αυτό το ιδεώδες μπροστά στο βλέμμα της πλειονότητας, σημαίνουν απλώς ότι τα ιδεολογικά συμφέροντα έχουν υποκαταστήσει τα αισθητικά κριτήρια. Μόνο ένα πιστός απολογισμός της εποχής του καλλιτέχνη εκφράζει ένα αληθινό, αντίθετο στο προπαγανδιστικό, ηθικό ιδανικό.

Αυτό ήταν το θέμα του Αντρέι Ρουμπλιόφ. Εκ πρώτης όψεως, η σκληρή αλήθεια της ζωής, όπως την παρατηρεί ο ζωγράφος-μοναχός, μοιάζει να έρχεται σε αντίθεση με το αρμονικό ιδεώδες της δουλειάς του. Ωστόσο η ουσία του ζητήματος είναι ότι ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να εκφράσει το ηθικό ιδεώδες της εποχής του παρά μόνο αν αγγίξει όλες τις πυορροούσες πληγές της, αν πληγωθεί και υποφέρει ο ίδιος. Μ' αυτόν τον τρόπο η τέχνη νικά την απαίσια «χαμερπή» αλήθεια, αναγνωρίζοντας την πραγματικότητα της εξ ονόματος του δικού της υψηλού στόχου' αυτός είναι ο προορισμός της. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η τέχνη είναι θρησκευτική, από την άποψη ότι την εμπνέει η προσήλωση σ' έναν ανώτερο σκοπό.


Ο Αντρέι Ρουμπλιόφ, συζητά με το δάσκαλο του, τον Θεοφάνη τον Έλληνα, για την ουσία της καλλιτεχνικής δημιουργίας και την πίστη.

Η τέχνη αν δεν έχει πνευματικότητα, κουβαλά μέσα της το ίδιο της το δράμα. Ο καλλιτέχνης, ακόμα και για να αναγνωρίσει το πνευματικό κενό της εποχής όπου ζει, πρέπει να διακρίνεται από ευθυκρισία και κατανόηση. Ο αληθινός καλλιτέχνης υπηρετεί πάντοτε την αθανασία, παλεύοντας να αποθανατίσει τον κόσμο και τον άνθρωπο μέσα στον κόσμο. Ο καλλιτέχνης που δεν αναζητά την απόλυτη αλήθεια και αγνοεί καθολικούς στόχους για χάρη τυχαίων, περιστασιακών στόχων, είναι υπηρέτης του χρόνου και τίποτα άλλο...

Μου φαίνεται άσκοπο και μάταιο να υπολογίζει κανείς την «επιτυχία» μιας ταινίας με βάση τους αριθμούς, τα πουλημένα εισιτήρια. Προφανώς μια ταινία δεν βλέπεται μόνο με έναν τρόπο και δεν σημαίνει μόνο ένα πράγμα. Το νόημα της καλλιτεχνικής εικόνας είναι αναγκαστικά απροσδόκητο, εφόσον καταγράφει τον τρόπο με τον οποίο είδε τον κόσμο ένα άτομο, στο φως της δικής του ιδιοσυγκρασίας. Τόσο η προσωπικότητα του σκηνοθέτη όσο και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα πράγματα μπορεί να ενδιαφέρουν ορισμένους ανθρώπους και είναι εντελώς ξένα σε άλλους. Κι έτσι πρέπει να γίνεται. Ούτως ή άλλως η τέχνη θα εξακολουθήσει να αναπτύσσεται, όπως πάντα, ανεξάρτητα από τη θέληση οποιουδήποτε' και οι εγκαταλειμμένες προς το παρόν αισθητικές αρχές θα επιβληθούν ξανά με τον καιρό, από τους ίδιους τους καλλιτέχνες...

Όταν λέω ότι δεν μπορώ να επηρεάσω τη στάση του κοινού απέναντι μου, προσπαθώ να διατυπώσω το δικό μου επαγγελματικό καθήκον, που είναι ολοφάνερο, απλούστατο: να κάνεις αυτό που πρέπει, να δώσεις ό,τι είναι δυνατόν να δώσεις και να κρίνεις τον εαυτό σου με τα πιο αυστηρά κριτήρια. Πως να υπάρξει τότε θέμα να σκεφτείς για την «ικανοποίηση του κοινού» ή να νοιαστείς να δώσεις στο κοινό «παράδειγμα προς μίμηση»; Ποιό κοινό; Τις ανώνυμες μάζες; Τα ρομπότ;

Δεν χρειάζονται πολλά για να αρέσει η τέχνη σε κάποιον: ψυχή ευαίσθητη, λεπτή, ευσυγκίνητη, ανοιχτή στο καλό και το ωραίο, ικανή για αυθόρμητη αισθητική εμπειρία...

Πάντοτε με εξαγρίωνε η στερεότυπη φράση: «δεν τα καταλαβαίνει αυτά "ο κόσμος"». Τι θέλει να πει; Ποιοί είναι αυτοί που αναλαμβάνουν να εκφράσουν τη «γνώμη του λαού», προβαίνοντας σε δηλώσεις για λογαριασμό του, σαν να εκπροσωπούν την πλειονότητα του πληθυσμού; Ποιοί είναι αυτοί που ξέρουν τι καταλαβαίνει ο κόσμος και τι όχι; τι χρειάζεται και τι θέλει; Έκανε ποτέ κανείς καμιά μελέτη ή την παραμικρή ενσυνείδητη προσπάθεια να ανακαλύψει τα αληθινά ενδιαφέροντα του λαού, του τρόπου σκέψης του, τις προσδοκίες, τις ελπίδες ή και τις απογοητεύσεις του;

Είμαι κομμάτι του λαού μου. Έζησα μαζί με τους συμπολίτες μου, γεύτηκα το ίδιο μερίδιο της ιστορίας με όλους τους συνομήλικους μου, είδα τα ίδια συμβάντα και τις ίδιες διαδικασίες, και σκέφτηκα πάνω σ' όλα αυτά. Ακόμα και τώρα, στη Δύση, παραμένω τέκνο του τόπου μου. Είμαι κομμάτι του, μόριο του, και ελπίζω ότι εκφράζω ιδέες που πηγάζουν βαθιά από τις πολιτισμικές και ιστορικές μας παραδόσεις...

...δεν βοηθά όμως να υποκρινόμαστε πως το κοινό είναι ο «υπέρτατος κριτής» του καλλιτέχνη. Ποιος κριτής; Ποιο κοινό; Οι υπεύθυνοι για την πολιτισμική πολιτική θα έπρεπε να ενδιαφέρονται να δημιουργήσουν κάποιο κλίμα, κάποιο επίπεδο καλλιτεχνικής παραγωγής, αντί να «πασάρουν» στο κοινό σκανδαλωδώς κίβδηλο και επίπλαστο εμπόρευμα, διαφθείροντας αμετάκλητα το γούστο του. Αυτά τα προβλήματα δεν τα λύνουν οι καλλιτέχνες' δυστυχώς, δεν είναι υπεύθυνοι για την πολιτισμική πολιτική. Εμείς μπορούμε να λογοδοτήσουμε μόνο για το επίπεδο των έργων μας. Ο καλλιτέχνης θα μιλήσει τίμια για ό,τι τον αφορά, χωρίς να αποκρύψει τίποτα, αν το κοινό βρει αληθινά ουσιαστικό και σημαντικό το θέμα συζήτησης.

Το μόνο που έχει να προσφέρει ο καλλιτέχνης στο κοινό του είναι ότι μένει ανοιχτός και δεν συμβιβάζεται στον αγώνα με το υλικό του. Και το κοινό θα αναγνωρίσει το κόπο του.

Αν αποδεχόμαστε άκριτα το γούστο των θεατών, προσπαθώντας να τους ευχαριστήσουμε, σημαίνει απλούστατα ότι δεν τους σεβόμαστε, ότι θέλουμε μόνο να πάρουμε τα λεφτά τους' αντί να εκπαιδεύουμε το κοινό, προσφέροντας του εμπνευσμένα έργα τέχνης, εκπαιδεύουμε τους καλλιτέχνες πως να εξασφαλίζουν τα εισοδήματα τους. Από την άλλη πλευρά το κοινό θα εξακολουθήσει ανενόχλητα και αυτάρεσκα να πιστεύει πως έχει δίκιο -πεποίθηση που σπάνια είναι δικαιολογημένη. Η αποτυχία μας να αναπτύξουμε τα κριτήρια του κοινού σημαίνει τελικά ότι το μεταχειριζόμαστε με πλήρη αδιαφορία.

Σμιλεύοντας το χρόνο
Εκδ. Νεφέλη


.~`~.