29 Δεκεμβρίου 2013

Το πολιτισμικό υπόδειγμα και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης - μέρος β´.


.~`~.
Πρόλογος

Μερικοί άνθρωποι υποστηρίζουν ότι η εποχή μας θα γίνει μάρτυρας της εμφάνισης ενός "παγκόσμιου πολιτισμού", όπως τον ονόμασε και ο Β. Σ. Ναϊπόλ. Τι σημαίνει, όμως, αυτό; Γενικά, αυτή η ιδέα υποδηλώνει την πολιτιστική συνάντηση της ανθρωπότητας και την ολοένα μεγαλύτερη αποδοχή κοινών αξιών, πεποιθήσεων, προσανατολισμών, πρακτικών και θεσμών από τους λαούς σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτή η ιδέα μπορεί να υποδηλώνει πράγματα σοβαρά, αλλά άσχετα, πράγματα σχετικά, αλλά καθόλου σοβαρά, και πράγματα άσχετα και επιφανειακά.
Πρώτον, οι άνθρωποι από όλες σχεδόν τις κοινωνίες έχουν κάποιες κοινές βασικές αξίες, όπως οτι ο φόνος είναι κακός και κάποιους κοινούς βασικούς θεσμούς, όπως της οικογένειας. Οι περισσότεροι άνθρωποι στις περισσότερες κοινωνίες έχουν παρόμοια "ηθική συνείδηση" καθώς και βασικές ηθικές αντιλήψεις για το τι είναι σωστό και τι λάθος. Αν αυτό εννοούμε με τον όρο παγκόσμιος πολιτισμός τότε είναι κάτι σοβαρό και εξαιρετικά σημαντικό. Δεν είναι, όμως, ούτε καινούργιο ούτε σχετικό με το θέμα μας. Οι όποιες κοινές θεμελιώδεις αξίες και θεσμοί που μοιράζονται οι άνθρωποι όλων των εποχών, μπορεί να εξηγούν τις σταθερές της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Δεν διαφωτίζουν, όμως, αλλά ούτε και εξηγούν την ιστορία που αποτελείται από αλλαγές της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Επιπλέον, αν πράγματι υπάρχει ένας κοινός παγκόσμιος πολιτισμός, τότε τι όρο θα χρησιμοποιήσουμε για να περιγράψουμε τις μεγάλες πολιτιστικές ομάδες της ανθρωπότητας; Η ανθρωπότητα χωρίζεται σε πολλές ομάδες -φυλές, έθνη και ευρύτερες πολιτιστικές οντότητες που είθισται να ονομάζουμε πολιτισμούς. Αν ο όρος πολιτισμός αναβαθμιστεί και ταυτόχρονα περιοριστεί στο να περιγράφει αυτό που είναι κοινό για την ανθρωπότητα συνολικά, τότε ή θα πρέπει να εφεύρουμε έναν καινούργιο όρο για τις μεγαλύτερες, αν και μικρότερες της ανθρωπότητας, πολιτιστικές ομάδες, ή θα πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτές οι ομάδες εξανεμίζονται. Ο Βάκλαβ Χάβελ για παράδειγμα, ισχυρίστηκε ότι "τώρα ζούμε σε ένα και μόνο παγκόσμιο πολιτισμό" που όμως "δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από μια λεπτή επίστρωση" η οποία "σκεπάζει ή καλύπτει την απέραντη ποικιλία κουλτούρας, λαών, θρησκευτικών κόσμων, ιστορικών παραδόσεων και ιστορικά διαμορφωμένων στάσεων, που βρίσκονται κρυμμένα από κάτω". Επομένως, μόνο σημασιολογική σύγχυση προσθέτουμε περιορίζοντας τον "πολιτισμό" στο παγκόσμιο επίπεδο και αποκαλώντας "κουλτούρα" ή "μικρούς πολιτισμούς" τις μεγάλες πολιτιστικές ομάδες που ιστορικά πάντα ονομάζαμε πολιτισμούς.
Δεύτερον, ο όρος "παγκόσμιος πολιτισμός" μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αναφερόμαστε στις πολιτισμένες κοινωνίες και στα κοινά τους στοιχεία, όπως οι πόλεις, η γνώση της γραφής και της ανάγνωσης, που τις διακρίνουν από τις πρωτόγονες κοινωνίες και τους βαρβάρους. Αυτός, φυσικά, είναι ο πολιτισμός στον ενικό αριθμό του 18ου αιώνα και με αυτή την έννοια πράγματι ανατέλλει ένας παγκόσμιος πολιτισμός, προς μεγάλη απογοήτευση των ανθρωπολόγων και άλλων που βλέπουν με τρόμο την εξαφάνιση των πρωτόγονων λαών. Ο πολιτισμός με αυτή την έννοια επεκτεινόταν σταδιακά καθόλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας και αυτή η επέκταση του πολιτισμού στον ενικό αριθμό είναι συμβατή με την ύπαρξη των πολιτισμών στον πληθυντικό αριθμό.
Τρίτον, ο όρος "παγκόσμιος πολιτισμός" μπορεί να αναφέρεται στις υποθέσεις, τις αξίες και τις θεωρίες που πολλοί άνθρωποι έχουν σήμερα στο δυτικό πολιτισμό και μερικοί άλλοι σε άλλους πολιτισμούς. Αυτό θα μπορούσε να ονομαστεί "Κουλτούρα του Νταβός". Κάθε χρόνο περίπου χίλιοι επιχειρηματίες, τραπεζίτες, κυβερνητικοί αξιωματούχοι, διανοούμενοι και δημοσιογράφοι από όλες τις χώρες του κόσμου συναντώνται στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας. Σχεδόν όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν σπουδάσει φυσικές και κοινωνικές επιστήμες, διοίκηση επιχειρήσεων ή νομικά, ασχολούνται με τις λέξεις ή τους αριθμούς, διαθέτουν ευχέρεια λόγου στα αγγλικά, εργάζονται σε κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και σε πανεπιστήμια με εκτεταμένες διεθνείς επαφές και ταξιδεύουν συχνά έξω από τη χώρα τους. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν κοινή πίστη στον ατομικισμό, στην οικονομία της αγοράς και την πολιτική δημοκρατία, που είναι άλλωστε και τα κοινά πιστεύω πολλών ανθρώπων στο δυτικό πολιτισμό. Οι άνθρωποι του Νταβός ελέγχουν σχεδόν όλα τα διεθνή ιδρύματα, πολλές από τις κυβερνήσεις του κόσμου καθώς και το μεγαλύτερο τμήμα της παγκόσμιας οικονομίας και στρατιωτικής δύναμης. Επομένως, η "Κουλτούρα του Νταβός" είναι τρομερά σημαντική. Παγκοσμίως, όμως, πόσοι άνθρωποι έχουν την ίδια κουλτούρα; Εκτός της Δύσης, λιγότεροι από 50 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν την ίδια κουλτούρα ή 1% του παγκόσμιου πληθυσμού και ίσως το ένα δέκατο του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Η "Κουλτούρα του Νταβάς" απέχει πολύ από το να είναι παγκόσμια κουλτούρα, ενώ οι ηγέτες που την αποδέχονται δεν είναι απαραίτητο ότι έχουν σίγουρη τη θέση τους στην εξουσία των κοινωνιών τους. Αυτή "η κοινή πνευματική κουλτούρα υπάρχει", όπως τόνισε ο Χέντλεϋ Μπουλ, "μόνο στην κοινωνική ελίτ: σε πολλές κοινωνίες οι ρίζες της είναι πολύ ρηχές... [και] είναι αμφίβολο αν, ακόμα και στο διπλωματικό επίπεδο, περιλαμβάνει αυτό που ονομάζεται κοινή ηθική κουλτούρα ή σύνολο κοινών αξιών, διακριτών από την κοινή πνευματική κουλτούρα".
---------------------------------------------------------------
Και όχι μονάχα αυτό, τονίζει επίσης ο Hedley Bull, πως: «...ορισμένες διεθνικές σχέσεις είναι παγκόσμιας και όχι μόνο περιφερειακής σημασίας, αλλά ο σκοπός τους δεν είναι να προάγουν την ολοκλήρωση της παγκόσμιας κοινωνίας ως συνόλου αλλά μάλλον την ολοκλήρωση μιας κυρίαρχης κουλτούρας... Είναι γνωστό ότι ο σκοπός των πολυεθνικών εταιριών, των μεγάλων ιδρυμάτων και των επιστημονικών και επαγγελματικών συλλόγων, των οποίων η έδρα είναι σε προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, και ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι να προάγουν ένα είδος ολοκλήρωσης που θα συνδέει τις κοινωνίες εκείνων των προηγμένων χωρών και τις ελίτ των φτωχών χωρών [Αυτό το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού ή τα 50 εκατομμύρια ανθρώπων εκτός Δύσης που έχουν την ίδια κουλτούρα]' όμως ο σκοπός τους είναι επίσης η διεύρυνση της κοινωνικής και πολιτικής απόστασης μεταξύ των προηγμένων κοινωνιών και των φτωχών κοινωνιών και μεταξύ των εκσυγχρονισμένων ελίτ και των κοινών ανθρώπων στις φτωχές χώρες».
Την αντίθετη προσπάθεια από τη προηγούμενη περιγράφει ο Aleksandr Dugin: «η ιδέα ήταν να δοθεί μια άλλη απάντηση, να μην χωριστούμε σε δύο παγκόσμιες τάξεις, να ενσωματωθεί δηλαδή η παγκόσμια ολιγαρχία στον παγκόσμιο Βορρά και η φτωχότερη προλεταριακή τάξη της εθνικής κοινωνίας στο παγκόσμιο προλεταριάτο, αλλά αντίθετα να επαναβεβαιώσουν την ιδιαίτερη εθνική ή πολιτιστική τους ταυτότητα (και να μη διασπαστούν)» - Η μετάβαση προς το μεταμοντέρνο -μονοπολικό ή πολυπολικό- διεθνές σύστημα.
---------------------------------------------------------------
Τέταρτον, προωθείται η ιδέα ότι η εξάπλωση σε όλο τον κόσμο των δυτικών καταναλωτικών προτύπων, και της λαϊκής [μαζικής] κουλτούρας δημιουργεί ένα παγκόσμιο πολιτισμό. Αυτό το επιχείρημα δεν είναι ούτε σοβαρό ούτε σχετικό. Πρόσκαιροι πολιτιστικοί ενθουσιασμοί μεταφέρονταν από πολιτισμό σε πολιτισμό καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας. Οι καινοτομίες ενός πολιτισμού υιοθετούνται συχνά από άλλους πολιτισμούς. Αυτές, όμως, είτε είναι καινοτομίες τεχνικές, που δεν έχουν σημαντικές πολιτιστικές συνέπειες, είτε πρόσκαιροι ενθουσιασμοί που έρχονται και παρέρχονται χωρίς να αλλοιώνουν τη βαθύτερη κουλτούρα του αποδέκτη πολιτισμού. Αυτές οι εισαγωγές "πιάνουν" στον αποδέκτη πολιτισμό είτε επειδή είναι εξωτικές είτε επειδή επιβάλλονται. Στους προηγούμενους αιώνες, ο δυτικός κόσμος παρασυρόταν περιοδικά από πρόσκαιρους ενθουσιασμούς για διάφορα αντικείμενα του κινεζικού ή του ινδουϊστικού πολιτισμού. Το 19ο αιώνα οι πολιτιστικές εισαγωγές από τη Δύση ήταν δημοφιλείς στην Κίνα και την Ινδία, επειδή αποτελούσαν αντανάκλαση της δυτικής δύναμης. Το επιχείρημα, όμως ότι η εξάπλωση της λαϊκής [μαζικής] κουλτούρας και των καταναλωτικών αγαθών σε όλο τον κόσμο αποτελεί το θρίαμβο του δυτικού πολιτισμού εκχυδαΐζει τη δυτική κουλτούρα. Η ουσία του δυτικού πολιτισμού είναι η Magna Carta και όχι το Μagna Μac της Μac Donald's. Το γεγονός ότι οι μη δυτικοί γεύονται το δεύτερο, δεν σημαίνει ότι αποδέχονται το πρώτο.
Επίσης, δεν έχει επιπτώσεις στη στάση τους απέναντι στη Δύση. Κάπου στη Μέση Ανατολή, πέντε έξι νεαροί μπορεί να φορούν τζην, να πίνουν Κόκα-Κόλα, να ακούν ραπ και ανάμεσα στις γονυκλισίες τους στη Μέκκα να συναρμολογούν βόμβες για να ανατινάξουν αμερικανικά αεροπλάνα. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1970 και 1980, οι Αμερικανοί αγόρασαν εκατομμύρια γιαπωνέζικα αυτοκίνητα, τηλεοράσεις, φωτογραφικές μηχανές και ηλεκτρονικές συσκευές, και όχι μόνο δεν "ιαπωνοποιήθηκαν", αλλά έγιναν περισσότερο ανταγωνιστικοί απέναντι στην Ιαπωνία. Μόνο μια αφελής αλαζονεία θα μπορούσε να οδηγήσει τους δυτικούς στην υπόθεση ότι οι μη δυτικοί θα δυτικοποιηθούν αποκτώντας δυτικά προϊόντα. Αλήθεια, τι μήνυμα περνάει στον κόσμο για τη Δύση, όταν οι ίδιοι οι δυτικοί ταυτίζουν τον πολιτισμό τους με τα ανθρακούχα ποτά, τα μοντέρνα παντελόνια και τα παχυντικά φαγητά;


.~`~.
I
Παγκόσμιος πολιτισμός: οι πηγές

Η έννοια του παγκόσμιου πολιτισμού αποτελεί χαρακτηριστικό προϊόν του δυτικού πολιτισμού. Στο 19ο αιώνα, η ιδέα της "ευθύνης του λευκού ανθρώπου" βοήθησε ώστε να δικαιολογηθεί η δυτική πολιτική και οικονομική κυριαρχία στις μη δυτικές κοινωνίες. Στο τέλος του 20ού αιώνα η έννοια του παγκόσμιου πολιτισμού βοηθά να δικαιολογηθεί η δυτική πολιτιστική κυριαρχία στις άλλες κοινωνίες και η ανάγκη αυτών των κοινωνιών να πιθηκίσουν τις δυτικές πρακτικές και θεσμούς. Η παγκοσμιότητα είναι η ιδεολογία της Δύσης στην αντιπαράθεση με τους μη δυτικούς πολιτισμούς.
Όπως συμβαίνει συχνά με ακραίες περιπτώσεις ή με νεοφώτιστους, ανάμεσα στους πιο εθνουσιώδεις υποστηρικτές της ιδέας του ενός πολιτισμού είναι οι πνευματικοί μετανάστες στη Δύση, όπως ο Ναϊπόλ και ο Φουάγτ Αγιάμι, για τους οποίους η έννοια αυτή παρέχει μια εξαιρετικά ικανοποιητική απάντηση στο κεντρικό ερώτημα: Ποιός είμαι; Ωστόσο, "ο αράπης του λευκού" είναι ο όρος που ένας Άραβας διανοούμενος χρησιμοποιεί γι’αυτούς τους μετανάστες, ενώ η ιδέα του παγκόσμιου πολιτισμού βρίσκει ελάχιστη υποστήριξη σε άλλους πολιτισμούς.
Οι μη δυτικοί βλέπουν ως δυτικό αυτό που οι δυτικοί βλέπουν ως παγκόσμιο...
Τα επιχειρήματα για την εμφάνιση κάποιου είδους παγκόσμιου πολιτισμού βασίζονται σε μία ή περισσότερες από τις εξής τρείς υποθέσεις. Πρώτον, η υπόθεση ότι η κατάρρευση του σοβιετικού κομμουνισμού σήμανε το τέλος της ιστορίας και την παγκόσμια επιτυχία της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αυτό το επιχείρημα πάσχει από την εσφαλμένη βάση της μοναδικής εναλλακτικής λύσης. Αυτή η αντίληψη βρίσκεται βαθιά ριζωμένη στον ψυχρό πόλεμο, όπου η μοναδική εναλλακτική λύση στον κομμουνισμό ήταν η φιλελεύθερη δημοκρατία, και ο θάνατος του πρώτου θα επέφερε την παγκοσμιότητα του δεύτερου. Προφανώς, όμως, υπάρχουν πολλές μορφές απολυταρχισμού, εθνικισμού και κομμουνισμού της αγοράς (όπως στην Κίνα), που ζουν και βασιλεύουν σήμερα. Επιπλέον, και αυτό είναι το σημαντικότερο, υπάρχουν όλες οι θρησκευτικές εναλλακτικές λύσεις που βρίσκονται μακριά από τον κόσμο των κοσμικών ιδεολογιών. Στο σύγχρονο κόσμο, η θρησκεία είναι μια κεντρική, ίσως η κεντρική, δύναμη που προσφέρει κίνητρα και κινητοποιεί τους ανθρώπους. Είναι καθαρή ύβρις να πιστεύουμε ότι η κατάρρευση του σοβιετικού κομμουνισμού σημαίνει ότι η Δύση νίκησε οριστικά και ότι οι μουσουλμάνοι, οι Κινέζοι, οι Ινδιάνοι και οι υπόλοιποι θα ενστερνιστούν το δυτικό φιλελευθερισμό ως τη μοναδική εναλλακτική λύση. Ο ψυχροπολεμικός διχασμός της ανθρωπότητας τελείωσε. Οι πιο θεμελιώδεις διακρίσεις της ανθρωπότητας από την άποψη της εθνικότητας, της θρησκείας και των πολιτισμών παραμένουν και προκαλούν νέες συγκρούσεις.
Δεύτερον, η υπόθεση ότι η αυξανόμενη αλληλεπίδραση μεταξύ των λαών -το εμπόριο, οι επενδύσεις, ο τουρισμός, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ηλεκτρονικές επικοινωνίες γενικώς- δημιουργεί μια κοινή παγκόσμια κουλτούρα. Πράγματι, οι Εξελίξεις στις μεταφορές και τις τηλεπικοινωνίες έχουν διευκολύνει την μετακίνηση των κεφαλαίων, των προϊόντων, των ανθρώπων, τής γνώσης, των ιδεών και των εικόνων σε όλο τον κόσμο και έχουν μειώσει το κόστος της. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι έτσι συμβαίνει όσον αφορά τη διεθνή κίνηση αυτών των πραγμάτων. Υπάρχει, όμως, αμφιβολία για την επίδραση αυτής της αυξανόμενης κίνησης.
Το εμπόριο αυξάνει ή μειώνει την πιθανότητα της σύγκρουσης;
Η υπόθεση ότι μειώνει την πιθανότητα πολέμου μεταξύ των εθνών δεν έχει αποδειχτεί, ενώ υπάρχουν στοιχεία για το αντίθετο.
Το διεθνές εμπόριο επεκτάθηκε σημαντικά στις δεκαετίες 1960 και 1970 και την επόμενη δεκαετία ο ψυχρός πόλεμος τελείωσε. Το 1913, όμως, το διεθνές εμπόριο είχε πλησιάσει αστρονομικά επίπεδα, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τα έθνη να αλληλοσπαραχθούν μέσα στα επόμενα χρόνια. Αν το διεθνές εμπόριο σε αυτό το επίπεδο δεν μπορεί να αποτρέψει έναν πόλεμο, τότε τι μπορεί; Τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν στηρίζουν τη φιλελεύθερη διεθνιστική υπόθεση ότι το εμπόριο προωθεί την ειρήνη. Οι αναλύσεις που έγιναν στη δεκαετία 1990 αμφισβητούν ακόμα περισσότερο αυτή τη θεωρία. Μια μελέτη, μάλιστα, συμπέρανε ότι "αυξημένα επίπεδα εμπορίου μπορεί να αποτελέσουν μια εξαιρετικά διασπαστική δύναμη (...) στην διεθνή πολιτική" και ότι "το αυξανόμενο εμπόριο στο διεθνές σύστημα είναι απίθανο, από μόνο του, να εξομαλύνει τις διεθνείς εντάσεις ή να προωθήσει μια μεγαλύτερη διεθνή σταθερότητα". Μια άλλη μελέτη ισχυρίζεται ότι τα υψηλά επίπεδα οικονομικής αλληλεξάρτησης "μπορεί να προκαλέσουν είτε ειρήνη είτε πόλεμο, ανάλογα με τις προσδοκίες του μελλοντικού εμπορίου". Η οικονομική αλληλεξάρτηση προκαλεί ειρήνη μόνο "όταν τα κράτη περιμένουν ότι τα υψηλά επίπεδα εμπορίου θα διατηρηθούν και στο μέλλον". Αν τα κράτη δεν αναμένουν τα υψηλά επίπεδα του εμπορίου να συνεχιστούν, τότε είναι πιθανό να γίνει πόλεμος.
Η αποτυχία του εμπορίου και των τηλεπικοινωνιών να εξασφαλίσουν ειρήνη ή ένα κοινό αίσθημα συμβαδίζει και με τα ευρήματα των κοινωνικών επιστημών. Στην κοινωνική ψυχολογία, η θεωρία της διαφοροποίησης υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι ορίζουν τον εαυτό τους με βάση αυτά που τους διαφοροποιούν από τους άλλους ανθρώπους σε μια συγκεκριμένη περίπτωση: "Ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σύμφωνα με εκείνα τα χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από τους άλλους ανθρώπους, κυριότερα από τους ανθρώπους του συνηθισμένου του κοινωνικού πλαισίου (...) Μια γυναίκα ψυχολόγος σε μια συντροφιά δώδεκα γυναικών που έχουν διαφορετικό επάγγελμα αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως ψυχολόγο, ενώ η ίδια γυναίκα, όταν βρίσκεται σε μια συντροφιά δώδεκα ανδρών ψυχολόγων, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως γυναίκα". Οι άνθρωποι ορίζουν την ταυτότητά τους σύμφωνα με αυτό που δεν είναι. Καθώς οι βελτιωμένες τηλεπικοινωνίες, το εμπόριό και ο τουρισμός πολλαπλασιάζουν τις έπάφες μεταξύ των πολιτισμών, οι άνθρωποι αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στην πολιτιστική τους ταυτότητα. Δυο Ευρωπαίοι, ένας Γερμανός και ένας Γάλλος, που έρχονται σε επαφή, θα προσδιορίσουν τον εαυτό τους ως Γερμανό και Γάλλο αντίστοιχα. Δυο Ευρωπαίοι, ένας Γερμανός και ένας Γάλλος, που έρχονται σε επαφή με δυο Άραβες, έναν Σαουδάραβα και έναν Αιγύπτιο, θα προσδιορίσουν τον εαυτό τους ως Ευρωπαίους και ως Άραβες αντίστοιχα. Η μετανάστευση των βορειοαφρικανών στην Γαλλία προκαλεί εχθρότητα στους Γάλλους, ενώ ταυτόχρονα προκάλεσε ανεκτικότητα στη μετανάστευση των ρωμαιοκαθολικών Πολωνών.
Οι Αμερικανοί αντιδρούν πολύ πιο αρνητικά στις ιαπωνικές επενδύσεις παρά σε πολύ μεγαλύτερες καναδικές και ευρωπαϊκές επενδύσεις.
Παρομοίως, όπως τόνισε ο Ντόναλντ Χόροβιτς, "ένας Ίμπο (...) μπορεί να είναι ένας Ογουέρι Ίμπο ή ένας Ονίτσχα Ίμπο στις περιοχές που κάποτε αποτελούσαν την Ανατολική Νιγηρία. Στο Λάγος, είναι απλώς ένας Ίμπο. Στο Λονδίνο, είναι Νιγηριανός. Στην Νέα Υόρκη είναι Αφρικανός". Σύμφωνα με την κοινωνιολογία, η θεωρία της παγκοσμιοποίησης οδηγεί σε παρόμοια συμπεράσματα: "Σε έναν κόσμο όπου η παγκοσμιοποίηση αυξάνεται συνεχώς - και ο οποίος χαρακτηρίζεται από έναν ιστορικά ασυνήθιστο βαθμό πολιτισμικών, κοινωνικών και άλλων τύπων αλληλεξάρτησης και, ως εκ τούτου, από μια ευρέως διαδεδομένη συνείδηση - υπάρχει επιδείνωση της πολιτισμικής, κοινωνικής και εθνικής αυτοσυνειδησίας". Η παγκόσμια αναβίωση της θρησκείας, "η επιστροφή στα ιερά και στα όσια", είναι η απάντηση στην αντίληψη των ανθρώπων ότι ο κόσμος είναι "ένας απλός τόπος".


.~`~.
II
Αντιδράσεις απέναντι στη Δύση και τον εκσυγχρονισμό
α´
Η επέκταση της Δύσης προώθησε τον εκσυγχρονισμό και τη δυτικοποιηση των μη δυτικών κοινωνιών. Οι πολιτικοί και πνευματικοί ηγέτες αυτών των κοινωνιών αντέδρασαν στην επίδραση της Δύσης με έναν ή και περισσότερους τρόπους: απορρίπτοντας και τον εκσυγχρονισμό και τη δυτικοποιηση, ασπαζόμενοι και τα δυο, ασπαζόμενοι τον πρώτο και απορρίπτοντας τη δεύτερη.

Η απόρριψη
Η Ιαπωνία ακολούθησε το δρόμο της απόρριψης ήδη από τις πρώτες της επαφές με τη Δύση το 1542 έως και τα μέσα του 19ου αιώνα. Μόνο περιορισμένες μορφές εκσυγχρονισμού επιτρέπονταν, όπως η απόκτηση όπλων, ενώ η εισαγωγή της δυτικής κουλτούρας, συμπεριλαμβανομένου του Χριστιανισμού, ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη. Στα μέσα του 17ου αιώνα οι δυτικοί απελαύνονταν. Αυτή η στάση απόρριψης τελείωσε με το αναγκαστικό άνοιγμα της Ιαπωνίας από τον Πλωτάρχη Πέρυ το 1854 και τις δραματικές προσπάθειες να διδαχτεί από τη Δύση μετά την παλινόρθωση των Μέιζι το 1868. Επίσης, η Κίνα για πολλούς αιώνες προσπαθούσε να αποτρέψει τον εκσυγχρονισμό ή τη δυτικοποιηση. Παρόλο που χριστιανοί ιεραπόστολοι έγιναν δεκτοί στην Κίνα το 1601, αργότερα, το 1722, αποκλείστηκαν. Σε αντίθεση με την Ιαπωνία, η πολιτική της απόρριψης της Κίνας οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην εικόνα που είχε η ίδια η Κίνα για τον εαυτό της ως το Μέσο Βασίλειο και στην ακλόνητη πεποίθηση ότι η κινέζικη κουλτούρα ήταν ανώτερη όλων. Η κινεζική απομόνωση, σε αντίθεση με την ιαπωνική, έλαβε τέλος όταν στράφηκαν τα δυτικά όπλα εναντίον της Κίνας, από τους Βρετανούς, στη διάρκεια του Πολέμου του Οπίου (1839-1842). Όπως φαίνεται από αυτές τις περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα η δυτική δύναμη καθιστούσε πολύ δύσκολη και τελικά αδύνατη τη διατήρηση της πολιτικής του αποκλεισμού που ακολουθούσαν οι μη δυτικές κοινωνίες.
Στον 20ό αιώνα οι βελτιώσεις που σημειώθηκαν στις μεταφορές και τις τηλεπικοινωνίες καθώς και η παγκόσμια αλληλεξάρτηση, αύξησαν τρομακτικά το κόστος του αποκλεισμού. Εκτός από κάποιες μικρές, αγροτικές κοινότητες, που είναι διατεθειμένες να επιβιώνουν σε επίπεδο στοιχειώδους συντηρήσεως, η συνολική απόρριψη του εκσυγχρονισμού και της δυτικοποίησης είναι σχεδόν αδύνατη σε έναν κόσμο που εκσυγχρονίζεται και αλληλοσυνδέεται με ταχύτατο ρυθμό. Όσον αφορά το Ισλάμ, ο Ντάνιελ Πάιπς έγραψε ότι "μόνο οι ακραίοι φονταμενταλιστές απορρίπτουν τον εκσυγχρονισμό και τη δυτικοποιηση. Πετούν τις τηλεοράσεις στα ποτάμια, απαγορεύουν τα ρολόγια του χεριού και απορρίπτουν τη μηχανή εσωτερικής καύσης. Ωστόσο, η έλλειψη πρακτικότητας αυτού του προγράμματος περιορίζει δραματικά την ελκτική δύναμη αυτών των ομάδων. Σε μερικές περιπτώσεις - όπως ο Γιεν Ιζάλα του Κάνο, οι δολοφόνοι του Σαντάτ, αυτοί που χτύπησαν το τέμενος της Μέκκας καθώς και μερικές μαλαισιανές ομάδες - αυτές οι τάσεις, μετά από βίαιες συγκρούσεις με την εξουσία, όχι μόνο ηττήθηκαν αλλά εξαφανίστηκαν αφήνοντας ελάχιστα ίχνη". Η εξαφάνιση χωρίς ίχνη συνοψίζει τη μοίρα της πολιτικής της απόρριψης στο τέλος του 20ού αιώνα Οι ζηλωτές, για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Τόυνμπη, δεν αποτελούν βιώσιμη λύση.

Ο κεμαλισμός
Η δεύτερη πιθανή αντίδραση στη Δύση είναι ο ηρωδιανισμός του Τόυνμπη, δηλαδή το αγκάλιασμα και του εκσυγχρονισμού και της δυτικοποίησης. Αυτή η αντίδραση βασίζεται στις υποθέσεις οτι ο εκσυγχρονισμός είναι επιθυμητός και απαραίτητος, ότι η ιθαγενής κουλτούρα δεν είναι συμβατή με τον εκσυγχρονισμό και, συνεπώς, πρέπει να εγκαταλειφθεί ή να καταργηθεί και η κοινωνία πρέπει να δυτικοποιηθεί πλήρως για να μπορέσει να εκσυγχρονιστεί έπιτυχώς. Ο εκσυγχρονισμός και η δυτικοποίηση ενισχύουν ό ένας τον άλλο καί πρέπει να συμβαδίζουν. Αυτή η προσέγγιση συνοψίστηκε στις απόψεις μερικών Κινέζων και Ιαπώνων διανοούμενων στα τέλη του 19ου αιώνα' σύμφωνα με αυτές, για να εκσυγχρονιστούν οι κοινωνίες τους έπρεπε να εγκαταλείψουν τη γλώσσα τους και να υιοθετήσουν τα αγγλικά ως εθνική γλώσσα. Αυτή η άποψη, και αυτό δεν μας εκπλήσσει, υπήρξε δημοφιλέστερη μεταξύ των δυτικών παρά μεταξύ των μη δυτικών ελίτ. Το μήνυμά τους ήταν το εξής: "Για να επιτύχετε, πρέπει να σας αρέσουμε, ο δικός μας δρόμος είναι ο μοναδικός". Το επιχείρημα είναι ότι "οι θρησκευτικές αξίες, ηθικές υποθέσεις και κοινωνικές δομές αυτών των [μη δυτικών] κοινωνιών είναι τουλάχιστον ξένες και μερικές φορές εχθρικές προς τις αξίες και τις πρακτικές της εκβιομηχάνισης". Επομένως, η οικονομική ανάπτυξη θα "απαιτήσει μια ριζοσπαστική και καταστροφική αναδόμηση της ζωής και της κοινωνίας και συχνά, μια νέα ερμηνεία του νοήματος της ίδιας της ύπαρξης όπως αυτή ήταν κατανοητή από τους ανθρώπους αυτού του πολιτισμού". Ο Πάιπς, αναφερόμενος στο Ισλάμ, επισημαίνει το ίδιο:
Για να μπορέσουν να ξεφύγουν από την ανομία, οι μουσουλμάνοι έχουν μόνο μια επιλογή, γιατί ο εκσυγχρονισμός απαιτεί δυτικοποίηση (...) το Ισλάμ δεν προσφέρει κάποιον εναλλακτικό τρόπο εκσυγχρονισμού (...) Η κοσμική διάσταση της ζωής δεν μπορεί να αποφευχθεί. Η σύγχρονη επιστήμη και τεχνολογία απαιτούν αφομοίωση του τρόπου σκέψης και των πολιτικών θεσμών που συνεπάγονται. Επειδή οι μη δυτικές κοινωνίες πρέπει να μιμηθούν όχι μόνο τη μορφή αλλά και το περιεχόμενο, η κυριαρχία του δυτικού πολιτισμού πρέπει να αναγνωριστεί, ώστε να μπορούν να διδαχτούν από αυτόν. Τις ευρωπαϊκές γλώσσες και τα δυτικά εκπαιδευτικά συστήματα δεν μπορούν να τα αποφύγουν, ακόμα και αν αυτά ενθαρρύνουν την ελεύθερη σκέψη και την ελεύθερη ζωή. Μόνο όταν οι μουσουλμάνοι αποδεχτούν κατηγορηματικά το δυτικό μοντέλο, θα είναι σε θέση να προοδεύσουν και μετά να αναπτυχθούν.
Εξήντα χρόνια πριν γραφούν αυτές οι φράσεις, ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ είχε καταλήξει σε παρόμοια συμπεράσματα, είχε δημιουργήσει τη νέα Τουρκία μέσα από τα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και είχε ξεκινήσει μια μαζική προσπάθεια εκσυγχρονισμού και ταυτόχρονα δυτικοποίησης της χώρας του. Ξεκινώντας αυτόν το δρόμο και απορρίπτοντας το ισλαμικό παρελθόν, ο Ατατούρκ έκανε την Τουρκία μια "διχασμένη χώρα", μια κοινωνία που ήταν ισλαμική όσον αφορά τη θρησκεία, την πολιτιστική κληρονομιά, τα έθιμα και τους θεσμούς, αλλά με μια ηγετική ελίτ αποφασισμένη να την κάνει τμήμα της Δύσης. Στα τέλη του 20ού αιώνα, πολλές χώρες ακολουθούν την κεμαλική επιλογή και προσπαθούν να αντικαταστήσουν μια μη δυτική ταυτότητα με μια δυτική.

Η μεταρρύθμιση
Η απόρριψη της δυτικής επίδρασης συνεπάγεται μια απελπισμένη προσπάθεια απομόνωσης της κοινωνίας μέσα σ' έναν σύγχρονο κόσμο όπου οι αποστάσεις εκμηδενίζονται. Ο κεμαλισμός συνεπάγεται το δύσκολο και τραυματικό έργο της καταστροφής μιας κουλτούρας που υπήρχε επί αιώνες και της αντικατάστασής της με μια εντελώς καινούργια, που εισάγεται από έναν άλλο πολιτισμό. Μια τρίτη επιλογή αποτελεί η προσπάθεια να συνδυαστεί ο εκσυγχρονισμός με τη διατήρηση των κύριων αξιών, πρακτικών και θεσμών της ιθαγενούς κουλτούρας της κοινωνίας. Αυτή η επιλογή είναι η δημοφιλέστερη μεταξύ των μη δυτικών ελίτ.
Στην Κίνα, κατά τη διάρκεια της τελευταίας φάσης της δυναστείας των Σινγκ το σύνθημα ήταν: "κινεζική γνώση για τις θεμελιώδεις αξίες και δυτική γνώση για την πρακτική πλευρά της ζωής". Στην Ιαπωνία ήταν: "ιαπωνικό πνεύμα και δυτική τεχνική". Στην Αίγυπτο, στη δεκαετία 1830, ο Μωχάμετ Άλη "επιχείρησε τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό χωρίς υπερβολική εισαγωγή δυτικών πολιτιστικών στοιχείων". Ωστόσο, αυτή η προσπάθεια απέτυχε, όταν οι Βρετανοί τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τις περισσότερες μεταρρυθμίσεις του. Το αποτέλεσμα ήταν, παρατηρεί ο Αλή Μαζρούι ότι, "το πεπρωμένο της Αιγύπτου δεν συνέπεσε με την ιαπωνική μοίρα του τεχνικού εκσυγχρονισμού χωρίς την πολιτιστική δυτικοποιηση, ούτε με τη μοίρα του Ατατούρκ, του τεχνικού εκσυγχρονισμού μέσω της πολιτιστικής δυτικοποίησης". Στα τέλη του 19ου αιώνα, όμως, ο Τζαμάλ Αλ Ντιν Αλ Αφγκανί, ο Μωχάμετ Αμπντούχ και άλλοι μεταρρυθμιστές επιχείρησαν μια νέα συμφιλίωση του Ισλάμ με τον εκσυγχρονισμό ισχυριζόμενοι ότι "το Ισλάμ είναι συμβατό με τη σύγχρονη επιστήμη και το καλύτερο μέρος της δυτικής σκέψης" και προέβαλαν "μια ισλαμική λογική για την αποδοχή των συγχρόνων ιδεών και θεσμών, επιστημονικών, τεχνολογικών και πολιτικών (συνταγματικό καθεστώς και αντιπροσωπευτική κυβέρνηση)".
Αυτή ήταν μια αναμόρφωση με ευρεία έννοια, που έτεινε προς τον κεμαλισμό και αποδεχόταν όχι μόνο τον εκσυγχρονισμό αλλά και μερικούς δυτικούς θεσμούς. Η μεταρρύθμιση αυτού του τύπου ήταν η επικρατούσα αντίδραση στη Δύση εκ μέρους των μουσουλμανικών ελίτ για πενήντα χρόνια, από τη δεκαετία 1870 ως τη δεκαετία 1920, όταν αμφισβητήθηκε από τον κεμαλισμό και, αργότερα, από μια πιο απόλυτη μορφή, το φονταμενταλισμό.

β´
Η απόρριψη, ο κεμαλισμός και η μεταρρύθμιση βασίζονται σε διαφορετικές εκτιμήσεις του δυνατού και του επιθυμητού. Για την απόρριψη, ο εκσυγχρονισμός και η δυτικοποιηση είναι ανεπιθύμητα και είναι δυνατό να απορριφθούν και τα δυο. Για τον κεμαλισμό ο εκσυγχρονισμός και η δυτικοποιηση είναι στοιχεία επιθυμητά, το δεύτερο επειδή είναι απαραίτητο για να επιτευχθεί το πρώτο, ενώ και τα δυο είναι δυνατά. Για τη μεταρρύθμιση, ο εκσυγχρονισμός είναι επιθυμητός και πιθανός χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια δυτικοποίησης η οποία είναι ανεπιθύμητη. Επομένως, η απόρριψη και ο κεμαλισμός συγκρούονται ως προς το επιθυμητό του εκσυγχρονισμού, ενώ ο κεμαλισμός και η μεταρρύθμιση ως προς το αν ο εκσυγχρονισμός μπορεί να επιτευχθεί χωρίς δυτικοποίηση...
Ο Μαζρούι ισχυρίζεται ότι η Αίγυπτος και η Αφρική έχουν κινηθεί προς... "μια οδυνηρή διαδικασία πολιτιστικής δυτικοποίησης χωρίς τεχνικό εκσυγχρονισμό"... Ο εκσυγχρονισμός και η δυτικοποίηση συνδέονται στενά με τη μη δυτική κοινωνία που αφομοιώνει σημαντικά στοιχεία της δυτικής κουλτούρας και προοδεύει αργά προς τον εκσυγχρονισμό. Καθώς αυξάνεται ο ρυθμός του εκσυγχρονισμού, όμως, η ταχύτητα της δυτικοποίησης μειώνεται και η ιθαγενής κουλτούρα αναζωογονείται. Επομένως, ο περαιτέρω εκσυγχρονισμός αλλοιώνει την πολιτισμική ισορροπία δυνάμεων μεταξύ της Δύσης και της μη δυτικής κοινωνίας και ενισχύει την αφοσίωση στην ιθαγενή κουλτούρα.
Συνεπώς, στην πρώιμη φάση της αλλαγής, η δυτικοποίηση προωθεί τον εκσυγχρονισμό. Στις επόμενες φάσεις, ο εκσυγχρονισμός προωθεί την αντίστροφη πορεία και την αναβίωση της ιθαγενούς κουλτούρας με δυο τρόπους. Στο κοινωνικό πεδίο, ο εκσυγχρονισμός αυξάνει την οικονομική, στρατιωτική και πολιτική δύναμη της κοινωνίας στο σύνολό της και ενθαρρύνει τους ανθρώπους αυτής της κοινωνίας να πιστέψουν στην κουλτούρα τους και να την επιβεβαιώσουν. Στο ατομικό πεδίο, ο εκσυγχρονισμός παράγει αισθήματα αλλοτρίωσης και ανομίας, καθώς παραδοσιακοί δεσμοί και κοινωνικές σχέσεις καταστρέφονται, και οδηγεί σε κρίση ταυτότητας, στην οποία η θρησκεία δίνει την απάντηση...
Η θεωρία του δανεισμού, όπως την ανέπτυξαν μεταξύ άλλων ο Φρομπένιους, ο Σπέγκλερ και ο Μπόσμαν. τονίζει το βαθμό στον οποίο οι αποδέκτες πολιτισμοί δανείζονται επιλεκτικά κάποια στοιχεία από άλλους πολιτισμούς και τα προσαρμόζουν, τα μεταβάλλουν και τα αφομοιώνουν, έτσι ώστε να ενισχύσουν και να εξασφαλίσουν την επιβίωση των κεντρικών αξιών τους ή το "παίδευμα" της κουλτούρας τους. Σχεδόν όλοι οι μη δυτικοί πολιτισμοί υπάρχουν εδώ και μια χιλιετία τουλάχιστον, μερικοί ακόμα περισσότερο. Έχουν να επιδείξουν ολόκληρο κατάλογο δανείων από άλλους πολιτισμούς με στόχο την ενίσχυση της προσπάθειας τους να επιβιώσουν. Οι μελετητές συμφωνούν ότι η αφομοίωση του Βουδισμού της Ινδίας από την Κίνα απέτυχε να προκαλέσει την "ινδικοποίηση" της Κίνας. Οι Κινέζοι προσάρμοσαν το Βουδισμό στους κινεζικούς σκοπούς και ανάγκες. Η κινέζικη κουλτούρα παρέμεινε κινέζικη. Μέχρι σήμερα, οι Κινέζοι έχουν υπερνικήσει συστηματικά τις δυτικές προσπάθειες να τους εκχριστιανίσουν. Αν, κάποια στιγμή, πράγματι εισάγουν το Χριστιανισμό, θα αφομοιωθεί και αυτός και θα προσαρμοστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι συμβατός με τα κεντρικά στοιχεία της κινέζικης κουλτούρας. Παρομοίως, οι Άραβες μουσουλμάνοι αποδέχτηκαν, αξιολόγησαν και χρησιμοποίησαν "την ελληνική τους κληρονομιά για ωφελιμιστικούς λόγους. Ενδιαφέρονταν κυρίως να δανειστούν κάποιες εξωτερικές μορφές ή τεχνικά στοιχεία και έτσι γνώριζαν πώς να αγνοήσουν όλα εκείνα τα στοιχεία στην ελληνική σκέψη που θα μπορούσαν να έρθουν σε σύγκρουση με την "αλήθεια", όπως έχει καθιερωθεί μέσα από το Κοράνι και τους θεμελιώδεις κανόνες και διδάγματα". Η Ιαπωνία ακολούθησε το ίδιο μοντέλο. Τον 7ο αιώνα η Ιαπωνία εισήγαγε την κινέζικη κουλτούρα και "τη μετέτρεψε με δική της πρωτοβουλία και χωρίς οικονομικές και στρατιωτικές πιέσεις" σε πολιτισμό. "Κατά τη διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν, υπήρξαν περίοδοι σχετικής απομόνωσης από κινέζικες επιρροές, όπου τα προηγούμενα δάνεια ξεδιαλέγονταν και όσα ήταν χρήσιμα αφομοιώνονταν τις περιόδους αυτές διαδέχονταν άλλες, όπου οι επαφές και τα δάνεια ανανεώνονταν". Σε όλες αυτές τις περιόδους, η Ιαπωνία διατήρησε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της.
Η μετριοπαθής εκδοχή του κεμαλικού επιχειρήματος ότι οι μη δυτικές κοινωνίες μπορούν να εκσυγχρονιστούν μέσω της δυτικοποίησης δεν έχει αποδειχτεί ακόμα. Το ακραίο κεμαλικό επιχείρημα ότι οι μη δυτικές κοινωνίες πρέπει να δυτικοποιηθούν για να εκσυγχρονιστούν, δεν στέκει ως παγκόσμια θέση.
Ωστόσο, θέτει το εξής ερώτημα: υπάρχουν, άραγε, μη δυτικές κοινωνίες όπου η ιθαγενής κουλτούρα εμποδίζει σε τέτοιο βαθμό τον εκσυγχρονισμό, ώστε αυτή η κουλτούρα να πρέπει να αντικατασταθεί σε σημαντικό βαθμό από τη δυτική, προκειμένου να εκσυγχρονιστεί η χώρα; Θεωρητικά, αυτό θα έπρεπε να είναι πιο πιθανό με τις ολοκληρωμένες παρά με τις οργανικές κουλτούρες. Αυτά τα είδη οργανικής κουλτούρας "χαρακτηρίζονται από μεγάλο τμήμα ενδιάμεσων σκοπών διακριτών και ανεξάρτητων από τους απώτερους σκοπούς". Αυτά τα συστήματα "καινοτομούν εύκολα απλώνοντας το πέπλο της παράδοσης στην ίδια την αλλαγή (...) Τέτοιου είδους συστήματα μπορούν να καινοτομήσουν χωρίς να φαίνεται ότι αλλάζουν εκ θεμελίων τους κοινωνικούς θεσμούς. Αντιθέτως, η καινοτομία πραγματοποιείται για να υπηρετήσει τη λήθη". Τα ολοκληρωμένα συστήματα, αντιθέτως, "χαρακτηρίζονται από τη στενή σχέση ενδιάμεσων και απώτερων σκοπών (...) η κοινωνία, το κράτος και η εξουσία αποτελούν μέρος ενός περίπλοκου συστήματος υψηλού βαθμού αλληλεγγύης, όπου η θρησκεία, ως πνευματικός οδηγός, είναι διάχυτη. Τέτοιου είδους συστήματα είναι εχθρικά στην καινοτομία". Ο Άπτερ χρησιμοποιεί αυτές τις κατηγορίες για να αναλύσει την αλλαγή στις αφρικανικές φυλές. Ο Άιζενσταντ ακολούθησε μια παρόμοια ανάλυση αναφορικά με τους μεγάλους ασιατικούς πολιτισμούς και κατέληξε σε παρόμοια συμπεράσματα. Ο εσωτερικός μετασχηματισμός "διευκολύνεται ιδιαίτερα από την αυτονομία των κοινωνικών, πολιτιστικών και πολιτικών θεσμών".
Γι’αύτό το λόγο, οι πιο οργανικές ιαπωνικές και ινδουϊστικές κοινωνίες κατευθύνθηκαν νωρίτερα και ευκολότερα προς τον εκσυγχρονισμό απ’ ό,τι όι κουμφουκιανές καί ισλαμικές κοινωνίες. Μπόρεσαν με μεγαλύτερη ευκολία να εισάγουν τη σύγχρονη τεχνολογία και να τη χρησιμοποιήσουν για να στηρίξουν τη δική τους κουλτούρα. Αυτό σημαίνει, άραγε, ότι η κινεζική και η ισλαμική κοινωνία πρέπει είτε να απέχουν από τον εκσυγχρονισμό και τη δυτικοποίηση είτε να τα ενστερνιστούν; Οι επιλογές δεν είναι τόσο περιορισμένες. Όχι μόνο η Ιαπωνία αλλά και η Σιγκαπούρη, η Ταϊβάν, η Σαουδική Αραβία και σε μικρότερο βαθμό το Ιράν έχουν γίνει σύγχρονες κοινωνίες χωρίς να δυτικοποιηθούν. Πράγματι, η προσπάθεια του Σάχη να ακολουθήσει το δρόμο του κεμαλισμοΰ προκάλεσε έντονη αντίδραση κατά της Δύσης, αλλά όχι κατά του εκσυγχρονισμού. Η Κίνα βρίσκεται σαφώς στο δρόμο της μεταρρύθμισης.
Οι ισλαμικές κοινωνίες αντιμετώπισαν δυσκολίες με τον εκσυγχρονισμό και γι’αυτό ο Πάιπς υποστηρίζει τη θέση ότι η δυτικοποίηση αποτελεί προϋπόθεση, τονίζοντας τις συγκρούσεις μεταξύ του Ισλάμ και του εκσυγχρονισμού στα οικονομικά θέματα καθώς και στα θέματα που αφορούν τον τόκο, τη νηστεία, το κληρονομικό δίκαιο και τη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Ωστόσο, ακόμα και ο Πάιπς αποδέχεται τη θέση του Μαξίν Ρόντινσον, ότι δηλαδή "δεν υπάρχουν ενδείξεις πως η ισλαμική θρησκεία εμπόδισε το μουσουλμανικό κόσμο να αναπτυχθεί στο δρόμο του σύγχρονου καπιταλισμού"... ακόμα και οι πιο φανατικοί επικριτές της δυτικοποίησης και υποστηρικτές της ιθαγενούς κουλτούρας δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τις κασέτες και την τηλεόραση για να προωθήσουν τον αγώνα τους. Εν ολίγοις, ο εκσυγχρονισμός δεν συνεπάγεται απαραίτητα δυτικοποίηση. Οι μη δυτικές κοινωνίες μπορούν να εκσυγχρονιστούν, και έχουν όντως εκσυγχρονιστεί, χωρίς όμως να εγκαταλείψουν τη δική τους κουλτούρα και να υιοθετήσουν εξ ολοκλήρου τις δυτικές αξίες, θεσμούς και πρακτικές. Το δεύτερο, άλλωστε, θα ήταν σχεδόν απίθανο: τα όποια εμπόδια μπορεί να θέτουν οι μη δυτικές κοινωνίες στον εκσυγχρονισμό, ωχριούν μπροστά στα εμπόδια που θέτουν στη δυτικοποίηση. Όπως παρατηρεί ο Μπρωντέλ, θα ήταν τουλάχιστον "παιδαριώδες" να σκεφτόμαστε ότι ο εκσυγχρονισμός ή "ο θρίαμβος του πολιτισμού στον ενικό" θα οδηγούσε στο τέλος των ποικίλων ειδών κουλτούρας που ενσωματώνονται ολόκληρους αιώνες στους μεγαλύτερους πολιτισμούς του κόσμου. Αντιθέτως, ο εκσυγχρονισμός ενισχύει αυτά τα είδη κουλτούρας και μειώνει τη δύναμη της Δύσης. Κατά βάση, ο κόσμος γίνεται περισσότερο σύγχρονος και λιγότερο δυτικός.


.~`~.
III
Η αναβίωση των μη δυτικών πολιτισμών

Η κατανομή των πολιτισμών στον κόσμο απεικονίζει και την κατανομή της δύναμης. Το εμπόριο δεν ακολουθεί αναγκαστικά τη σημαία μιας χώρας. Ο πολιτισμός, όμως, πάντα ακολουθεί τη δύναμη. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, η επέκταση της δύναμης ενός πολιτισμού συνέβαινε συνήθως ταυτόχρονα με την άνθηση της κουλτούρας του και σχεδόν πάντα σήμαινε και τη χρήση αυτής της δύναμης για την περαιτέρω επέκταση των αξιών, των συνηθειών, των θεσμών στις άλλες κοινωνίες. Ένας παγκόσμιος πολιτισμός προϋποθέτει και παγκόσμια δύναμη. Η δύναμη των Ρωμαίων δημιούργησε ένα σχεδόν παγκόσμιο πολιτισμό μέσα στα περιορισμένα όρια, του κλασικού κόσμου. Η δύναμη της Δύσης, με τη μορφή της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας του 19ου αιώνα, και η αμερικανική ηγεμονία κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα επέκτειναν το δυτικό πολιτισμό σε όλο σχεδόν το σύγχρονο κόσμο. Η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία έχει τελειώσει και η αμερικανική ηγεμονία υποχωρεί. Ακολουθεί η παρακμή της δυτικής κουλτούρας την ίδια στιγμή που τα ιστορικά ριζωμένα ήθη, γλώσσες, πεποιθήσεις και θεσμοί επανεμφανίζονται. Η αυξανόμενη δύναμη των μη δυτικών κοινωνιών που οφείλεται στον εκσυγχρονισμό, προκαλεί με τη σειρά της την αναβίωση των μη δυτικών πολιτισμών σε όλο τον κόσμο.
---------------------------------------------------------------
«Ο σύνδεσμος μεταξύ της δύναμης και της κουλτούρας αγνοείται σχεδόν παγκοσμίως, και από εκείνους που υποστηρίζουν ότι υπάρχει ένας παγκόσμιος πολιτισμός ή τουλάχιστον αρχίζει και εμφανίζεται, καθώς και από εκείνους που υποστηρίζουν ότι ο εκδυτικισμός αποτελεί προϋπόθεση του εκσυγχρονισμού. Αρνούνται να αποδεχτούν το γεγονός ότι το επιχείρημά τους έχει ως προϋπόθεση την υποστήριξη της επέκτασης και παγίωσης της δυτικής κυριαρχίας στον κόσμο. Αρνούνται, επίσης, να αποδεχτούν το γεγονός ότι, αν δοθεί η δυνατότητα στις άλλες κοινωνίες να καθορίσουν μόνες τους τη μοίρα τους, θα επιστρέψουν στις παλιές πεποιθήσεις, συνήθειες και πρακτικές που, σύμφωνα με τους οπαδούς της παγκοσμιοποίησης, είναι εχθρικές στην πρόοδο. Συνήθως, οι άνθρωποι που υποστηρίζουν τις αρετές ενός παγκόσμιου πολιτισμού, δεν υποστηρίζουν και τις αρετές της παγκόσμιας αυτοκρατορίας», γράφει σε μια του υποσημείωση σε αυτό το σημείο.
---------------------------------------------------------------
Όπως ισχυρίζεται ο Τζόζεφ Νάι, υπάρχει μια διαφορά μεταξύ της "σκληρής δύναμης" η οποία στηρίζεται στη δύναμη της διαταγής, που με τη σειρά της στηρίζεται στη δύναμη της οικονομικής και στρατιωτικής υπεροχής, και της "ήπιας δύναμης" που είναι η ικανότητα ενός κράτους να "κάνει άλλες χώρες να θελήσουν αυτό που θέλει και το ίδιο" με το να επικαλείται λόγους κουλτούρας και ιδεολογίας. Όπως παραδέχεται και ο Νάι, υπάρχει μια ευρεία διασπορά αυτής της σκληρής δύναμης στον κόσμο και τα ισχυρά κράτη είναι "ολοένα και λιγότερο ικανά να χρησιμοποιήσουν την παραδοσιακή τους δύναμη για να πετύχουν τους στόχους τους". Ο Νάι συνεχίζει λέγοντας ότι "αν η κουλτούρα και η ιδεολογία ενός κράτους είναι ελκυστικές, τότε είναι πιθανό ότι και άλλα κράτη θα ακολουθήσουν την ηγεσία αυτού του κράτους" και επομένως η ήπια δύναμη είναι "εξίσου σημαντική με τη σκληρή δύναμη".
Τί είναι αυτό, άραγε, που κάνει την κουλτούρα και την ιδεολογία ελκυστικές; Η κουλτούρα και η ιδεολογία γίνονται ελκυστικές όταν φαίνεται ότι είναι συνυφασμένες με την υλική επιτυχία και επιρροή. Η ήπια δύναμη είναι δύναμη μόνο όταν στηρίζεται στη σκληρή δύναμη.
Η ανάπτυξη της σκληρής οικονομικής και στρατιωτικής δύναμης δημιουργεί μεγάλη αυτοπεποίθησή, αλαζονεία, και πίστη στην ανωτερότητα της κουλτούρας ή της ήπιας δύναμής κάποιου κράτους έναντι των άλλων λαών και, κατ’ επέκταση, αυξάνεται ιδιαίτερα η έλξη που ασκούν αυτά στους λαούς. Μείωση της οικονομικής και στρατιωτικής δύναμης οδηγεί σε αυτο-αμφισβήτηση, σε κρίση ταυτότητας και σε αναζήτηση του κλειδιού της οικονομικής, στρατιωτικής και πολιτικής επιτυχίας σε άλλα είδη κουλτούρας. Καθώς οι μη δυτικές κοινωνίες αυξάνουν την οικονομική, στρατιωτική και πολιτική τους δύναμη, αυξάνεται ταυτόχρονα και η πίστη στις αξίες, τους θεσμούς και την κουλτούρα τους.
Η κομμουνιστική ιδεολογία υπήρξε ελκυστική σε πολλούς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο στη διάρκεια δεκαετιών 1950 και 1960, γιατί ήταν συνδεδεμένη με την οικονομική επιτυχία και στρατιωτική δύναμη της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτή, όμως, η έλξη εξαφανίστηκε όταν η σοβιετική οικονομία έπαψε να αναπτύσσεται και σταδιακά αδυνατούσε να διατηρήσει τη σοβιετική στρατιωτική δύναμη. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι δυτικές αξίες και θεσμοί προσέλκυσαν ανθρώπους άλλων πολιτισμών, επειδή θεωρήθηκαν καθοριστικοί παράγοντες της δυτικής δύναμης και πλούτου. Αυτή η διαδικασία έχει διαρκέσει ολόκληρους αιώνες. Από το 1000 μ.Χ ως το 1300 μ.Χ, όπως τόνισε και Ουίλιαμ Μακνήλ, η χριστιανοσύνη, το ρωμαϊκό δίκαιο και τα άλλα στοιχεία της δυτικής κουλτούρας υιοθετήθηκαν από Ούγγρους, Πολωνούς, Λιθουανούς. Αυτή "η αποδοχή του δυτικού πολιτισμού προσκλήθηκε από ανάμεικτα συναισθήματα φόβου και θαυμασμού για τη στρατιωτική υπεροχή των βασιλέων της Δύσης". Καθώς, όμως, η δυτική δύναμη μειώνεται, η ικανότητα της Δύσης να επιβάλλει τις αντιλήψεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, το φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία στους άλλους πολιτισμούς, το ίδιο συμβαίνει με την έλξη που ασκούν αυτές οι αξίες στους άλλους πολιτισμούς.
Για την ακρίβεια, αυτό έχει ήδη συμβεί. Για πολλούς αιώνες οι μη δυτικοί λαοί ζήλευαν την οικονομική ευημερία, την ανάπτυξη της τεχνολογίας, τη στρατιωτική δύναμη και την πολιτική συνοχή των δυτικών κοινωνιών. Αναζητούσαν το μυστικό της επιτυχίας στις δυτικές αξίες και θεσμούς και όταν το ανακάλυψαν προσπάθησαν να το εφαρμόσουν και στις δικές τους κοινωνίες. Για να μπορέσουν να γίνουν πλούσιοι και ισχυροί, έπρεπε να γίνουν σαν τη Δύση. Σήμερα, ωστόσο, αυτές οι κεμαλιστικές τάσεις έχουν εξαφανιστεί στην Ανατολική Ασία.
Οι ανατολικοασιάτες αποδίδουν την εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξή τους όχι στην εισαγόμενη δυτική κουλτούρα, αλλά στην πίστη που έδειξαν στη δική τους κουλτούρα. Ισχυρίζονται ότι έχουν πετύχει επειδή ακριβώς διαφέρουν από τη Δύση. Παρομοίως, όταν οι μη δυτικές κοινωνίες αισθάνθηκαν αδύναμες σε σχέση με τη Δύση, επικαλέστηκαν τις δυτικές αξίες της αυτοδιάθεσης, του φιλελευθερισμού, της δημοκρατίας και της ανεξαρτησίας, ώστε να δικαιολογήσουν την αντίθεσή τους στη δυτική κυριαρχία. Τώρα που δέν είναι πια αδύναμες, αντίθετα γίνονται όλο και πιο ισχυρές, δεν διστάζουν να επιτεθούν στις ίδιες αυτές αξίες που νωρίτερα είχαν χρησιμοποιήσει για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους. Αρχικά, η εξέγερση εναντίον της Δύσης νομιμοποιήθηκε με την επίκληση της οικουμενικότητας των δυτικών αξιών. Τώρα η εξέγερση νομιμοποιείται με την επίκληση της ανωτερότητας, των μη δυτικών άξιων.

Ιθαγενής κουλτούρα δεύτερης γενιάς
Η εμφάνιση αυτής της διαφοράς είναι μια εκδήλωση του φαινομένου που ο Ρόναλντ Ντόρ ονόμασε "ιθαγενής κουλτούρα δεύτερης γενιάς". Στις πρώην δυτικές αποικίες καθώς και σε ανεξάρτητες χώρες όπως η Κίνα και η Ιαπωνία, η πρώτη γενιά του εκσυγχρονισμού ή η πρώτη γενιά μετά την ανεξαρτησία συνήθως έχει εκπαιδευτεί σε πανεπιστήμια του εξωτερικού (της Δύσης) σε κάποια δυτική κοσμοπολίτικη γλώσσα. Εν μέρει, αυτό συμβαίνει επειδή για πρώτη φορά επισκέφθηκαν τις δυτικές χώρες ως έφηβοι, σε μια ηλικία που όλοι εντυπωσιάζονται εύκολα και η απορρόφηση των δυτικών αξιών και τρόπου ζωής είναι ιδιαίτερα έντονη. Μεγάλο μέρος της δεύτερης και μεγαλύτερης γενιάς αντίθετα εκπαιδεύεται στην πατρίδα της, σε πανεπιστήμια που έχουν ιδρυθεί από τη πρώτη, όπου η τοπική και όχι η αποικιακή γλώσσα χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο ως γλώσσα διδασκαλίας. Αυτά τα πανεπιστήμια δεν προσφέρουν "ιδιαίτερη επαφή με τη μητροπολιτική παγκόσμια κουλτούρα" και "η γνώση μεταδίδεται μέσω των μεταφράσεων που συνήθως είναι περιορισμένες και κακής ποιότητας". Οι απόφοιτοι αυτών των πανεπιστημίων δυσανασχετούν με την κυριαρχία της προηγούμενης γενιάς που έχει εκπαιδευτεί στη Δύση και συχνά "υποκύπτουν στα θέλγητρα των τοπικιστικών κινημάτων". Καθώς η δύναμη της Δύσης υποχωρεί, οι νέοι φιλόδοξοι ηγέτες δεν μπορούν να στραφούν στη Δύση για να αποκτήσουν δύναμη και πλούτο. Πρέπει να αναζητήσουν το δρόμο της επιτυχίας μέσα στην ίδια τους την κοινωνία και συνεπώς πρέπει να αποδεχτούν τις αξίες και την κουλτούρα αυτής της κοινωνίας.
Δεν είναι απαραίτητο η διαδικασία της αποδοχής της ιθαγενούς κουλτούρας να ολοκληρωθεί με τη δεύτερη γενιά. Ικανοί και προσαρμόσιμοι ηγέτες της πρώτης γενιάς αποδέχονται ήδη την ιθαγενή κουλτούρα. Τρεις αξιοσημείωτες περιπτώσεις είναι ο Μοχάμετ Αλή Τζινά, ο Χάρυ Λη και ο Σόλομον Μπανταρανάικε. Αποφοίτησαν από την Οξφόρδη, το Καίμπριτζ και το Λίνκολν Ιν αντίστοιχα, ήταν ευφυέστατοι απόφοιτοι, καταπληκτικοί δικηγόροι και ιδιαιτέρως εκδυτικισμένα μέλη της κοινωνικής τους ελίτ. Ο Τζινά ήταν πεπεισμένος αντίπαλος της κυριαρχίας του κλήρου, ενώ ο Λη ήταν, σύμφωνα με την έκφραση υπουργού, "ο καλύτερος Εγγλέζος ανατολικά του Σουέζ". Ο Μπανταρανάικε είχε ανατραφεί χριστιανικά. Ωστόσο, για να μπορέσουν να οδηγήσουν τα έθνη τους στην ανεξαρτησία αλλά και να τά διοικήσουν μετά, χρειάστηκε να προσαρμοστούν στην ιθαγενή κουλτούρα. Επέστρεψαν στην κουλτούρα των προγόνων τους και στην πορεία άλλαξαν την ταυτότητά τους, τα ονόματα τους, την ενδυμασία τους και τις πεποιθήσεις τους. Ο Εγγλέζος δικηγόρος Μ.Α. Τζινά έγινε ο Πακιστανός Κουέηντ I Αζάμ, ο Χάρυ Λη έγινε ο Λη Κουάν Γιου. Ο αντικληρικός Τζινά μετατράπηκε σε απόστολο του Ισλάμ που υποστήριζε ότι αποτελεί τη βάση για ένα πακιστανικό κράτος. Ο αγγλοποιημένος Λη έμαθε τα κινέζικα των Μανδαρίνων και έγινε οπαδός του Κομφουκιανισμού. Ο χριστιανός Μπανταρανάικε προσηλυτίστηκε στο Βουδισμό και επικαλέστηκε τον σιναλέζικο εθνικισμό.
Η επιστροφή στην ιθαγενή κουλτούρα υπήρξε το χαρακτηριστικό στοιχείο του μη δυτικού κόσμου στις δεκαετίες 1980 και 1990.
Η αναβίωση του Ισλαμ καθώς και ο εκ νέου "εξισλαμισμός" αποτελούν τα κεντρικά θέματα των μουσουλμανικών κοινωνιών. Στην Ινδία η δεσπόζουσα τάση είναι η απόρριψη των δυτικών σχημάτων και αξιών και η "ινδικοποίηση" της πολιτικής και της κοινωνίας.
---------------------------------------------------------------
Ενδεικτικά, ινδικά, περί απόρριψης των δυτικών σχημάτων: "Ο Rajni Kothari γράφει ότι αυτός και οι Ινδοί συνάδελφοι του «αποστρέφονται τα κενά λόγια των ευκατάστατων, οργισμένων ανθρώπων του βόρειου ημισφαιρίου, που μεταβαίνουν από ήπειρο σε ήπειρο σε μια προσπάθεια να μεταμορφώσουν ολόκληρο τον κόσμο - κάτι που αποτελεί την τελευταία παραλλαγή της αίσθησης της ευθύνης των λευκών»", διαβάζουμε από τον Hedley Bull. Παραθέτει επίσης την άποψη του Kothari πως: "Οι ριζοσπάστες παγκοσμιοποιητές, όπως και οι συντηρητικοί, είναι μυθοπλάστες που χρησιμοποιούν τα σύγχρονα μαζικά μέσα ενημέρωσης και τις επικοινωνίες και τα συνέδρια, για να δημιουργήσουν πολύπλοκες άμυνες γύρω από τις βασικές δομές της πολιτικής και πνευματικής κυριαρχίας... Η ανάγκη για περιφερειακή ενίσχυση είναι αληθινή όχι τόσο για τον κόσμο ως σύνολο αλλά για τα δύο τρίτα του που είναι φτωχά και διαιρεμένα. Το υπόλοιπο ένα τρίτο είναι καλά οργανωμένο και μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να κινητοποιηθεί τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά παρά τις συγκρούσεις ισχύος και τους ιστορικούς ανταγωνισμούς".
Ενδεικτικά, κινεζικά, περί απόρριψης των δυτικών σχημάτων: "Μαλακή ισχύς (Soft power), είναι η ισχύς που κάνει τους ανθρώπους να σε αγαπούν. Σκληρή ισχύς (Hard power) είναι η ικανότητα να κάνεις τους ανθρώπους να σε φοβούνται. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 500 ετών, όλες οι παγκόσμιες δυνάμεις κέρδισαν την ηγεμονία τους μέσω της σκληρής ισχύος, αλλά οι ΗΠΑ έχουν κερδίσει την ηγεμονία τους μέσω του συνδυασμού σκληρής και μαλακής ισχύος, μέσω και του να χτυπούν και να αφομοιώνουν του εχθρούς τους. Οι ΗΠΑ έχουν δομήσει τη μαλακή ισχύ τους μετατρέποντας τις αξίες και το πολιτικό τους σύστήμα, όπως η αμερικανική ερμηνεία και καθορισμός της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, σε υποτιθέμενες καθολικές (universal) αξίες". - Li Xiguang, Tsinghua University.
Παρατηρείστε πως ο Li Xiguang χρησιμοποιεί τη λέξη «ερμηνεία» και συγκεκριμένα τη φράση «αμερικανική ερμηνεία και καθορισμός». Παραθέτω: "Η παγκόσμια αναγνώριση των άρχων των ανθρωπίνων δικαιωμά­των δεν θα αποτελέσει το θεμέλιο της παγκόσμιας η­θικής συνεννόησης, παρά μάλλον το κοινό πεδίο μάχης, πάνω στο οποίο κάθε πλευρά θα αγωνίζεται για την επικράτηση της δικής της ερμηνείας αυτών των άρχων και εναντίον όλων των άλλων ερμηνειών.... ο αγώνας για την ερμηνεία τους αναγκαστικά θα μετατραπεί σ’ έναν αγώνα μεταξύ ανθρώπων γύρω από ό,τι θεωρεί εκάστοτε ο καθένας τους δικό του αναφαίρετο δικαίωμα. Αυτός ο αγώνας περί ερμηνείας έχει αρχίσει από καιρό ανάμεσα σε «Βορρά» και «Νότο» ή «Δύση» και «Ανατολή» και οξύνεται στον βαθμό όπου τα δισεκατομμύρια του «Νότου» ή της «Ανατολής» ερμηνεύουν όχι τυπικά, παρά υλικά τα «ανθρώπινα δικαιώματα», απαιτώντας μια ουσιαστική ανακατανομή του παγκόσμιου πλούτου χωρίς να τους ενδιαφέρει η ηθική των χορτασμένων. Όπως η εσωτερική λογική του «ελεύθερου εμπορίου», έτσι και η εσωτερική λογική των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» θα στραφεί σύντομα εναντίον της Δύσης, και τότε αυτή θα εγκαταλείψει τις σημερινές ιδεολογικές της θέσεις. Είναι βέβαια πολύ αμφίβολο αν κι έτσι ακόμη θα μπορέσει να κερδίσει τους τρομακτικούς αγώνες κατανομής, οι οποίοι θα συγκλονίσουν τον 21ο αιώνα" - Παναγιώτης Κονδύλης.
---------------------------------------------------------------
Στην Ανατολική Ασία οι κυβερνήσεις προωθούν τον Κομφουκιανισμό, την ίδια στιγμή που οι πολιτικοί και πνευματικοί ηγέτες κάνουν λόγο για τον εξασιατισμό των χωρών τους. Στα μέσα της δεκαετίας 1980 η Ιαπωνία κατελήφθη από τη μανία του "Νιχονζίνρον, ή της θεωρίας της Ιαπωνίας και των Ιαπώνων". Ένας κορυφαίος Ιάπωνας διανοούμενος ισχυρίστηκε ότι ιστορικά η Ιαπωνία έχει περάσει αφενός, από "κύκλους εισαγωγής διαφόρων ειδών κουλτούρας από το εξωτερικό" και "προσαρμογής τους στην ιθαγενή κουλτούρα, μέσα από μια διαδικασία αντιγραφής και βελτίωσης, και μιας αναπόφευκτης αναταραχής που ήταν το αποτέλεσμα, εισαγωγής ιδεών, και πιθανώς ακολουθεί ένα νέο άνοιγμα στον έξω κόσμο". Σήμερα η Ιαπωνία "μπαίνει στη δεύτερη φάση αυτού του κύκλου". Με το τέλος του ψυχρού πόλεμου η Ρωσία έγινε ξανά μια "διχασμένη" χώρα με την επανεμφάνιση της κλασικής πλέον διαμάχης μεταξύ των δυτικόφιλων και των σλαβόφιλων [1996 το κείμενο. Που κατέληξε η διαμάχη στη περίπτωση της Ρωσίας, όπως και σε αυτή της Τουρκίας, γνωρίζουμε - όχι απαραίτητα οριστικά].
Επιπλέον, η διαδικασία της προσαρμογής στην ιθαγενή κουλτούρα εντείνεται και από το παράδοξο της δημοκρατίας: η υιοθέτηση των δυτικών δημοκρατικών θεσμών από τις μη δυτικές κοινωνίες ενθαρρύνει τους ανθρώπους που υποστηρίζουν την ιθαγενή κουλτούρα και τα αντιδυτικά πολιτικά κινήματα και ταυτόχρονα τους επιτρέπει την πρόσβαση στην εξουσία. Στις δεκαετίες 1960 και 1970 δυτικοποιημένες και φιλοδυτικές κυβερνήσεις στις χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου απειλήθηκαν από πραξικοπήματα και επαναστάσεις. Στις δεκαετίες 1980 και 1990 αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να χάσουν τελείως την εξουσία μέσω εκλογών.
Ο εκδημοκρατισμός έρχεται σε σύγκρουση με τη δυτικοποίηση.
Η δημοκρατία είναι συμφυής με μια τοπικιστική και όχι κοσμοπολίτικη διαδικασία.
Οι πολιτικοί των μη δυτικών κοινωνιών δεν κερδίζουν τις εκλογές με το να αποδεικνύουν πόσο έχουν δυτικοποιηθεί. Αντιθέτως, η εκλογική αναμέτρηση τους ωθεί να υιοθετήσουν αυτό που πιστεύουν πως έχει τη μεγαλύτερη λαϊκή απήχηση, και αυτό συνήθως είναι το εθνικό, εθνικιστικό, θρησκευτικό στοιχείο.
Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται λαϊκό κίνημα εναντίον της ελίτ που έχει εκπαιδευτεί στη Δύση
και είναι γενικά προσανατολισμένη προς τη Δύση...
Πριν από το 19ο αιώνα, πολύ συχνά οι Βυζαντινοί, οι Άραβες, οι Κινέζοι, οι Οθωμανοί, οι Μογγόλοι και οι Ρώσοι είχαν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στη δύναμή τους και στα κατορθώματά τους, όταν σύγκριναν τον εαυτό τους με τη Δύση. Περιφρονούσαν, επίσης, την πολιτιστική κατωτερότητα της Δύσης, τους απαρχαιωμένους θεσμούς, τη διαφθορά και τη παρακμή της. Καθώς η επιτυχία της Δύσης σταδιακά εξασθενεί, τέτοιου είδους συμπεριφορές θα επανεμφανιστούν. Οι άνθρωποι αισθάνονται ότι "δεν είναι υποχρεωμένοι να ανέχονται πια τη Δύση". Το Ιράν μπορεί να αποτελεί μια ακραία περίπτωση, αλλά όπως τόνισε ένας παρατηρητής, "οι δυτικές αξίες απορρίπτονται με διαφορετικούς τρόπους αλλά με την ίδια ένταση στη Μαλαισία, την Ινδονησία, τη Σιγκαπούρη, την Κίνα και την Ιαπωνία". Ζούμε το τέλος "της προοδευτικής εποχής" που κυριαρχείται από τις δυτικές ιδεολογίες και προχωρούμε προς μια εποχή όπου πολλοί και διαφορετικοί μεταξύ τους πολιτισμοί θα αλληλεπιδρούν, θα συναγωνίζονται, θα συνυπάρχουν και θα προσαρμόζονται ο ένας στον άλλο. Αυτή η παγκόσμια διαδικασία της αποδοχής της ιθαγενούς κουλτούρας εκδηλώνεται, αφενός, με την αναβίωση της θρησκείας που σημειώνεται σε πολλά μέρη του κόσμου, αφετέρου, με την πολιτιστική αναβίωση στις ασιατικές και ισλαμικές χώρες που αναπτύσσουν δυναμικά την οικονομία και τον πληθυσμό τους...


.~`~.
Επίλογος

Μια διχασμένη χώρα, για να μπορέσει να επαναπροσδιορίσει την πολιτισμική της ταυτότητα, πρέπει να εξασφαλίσει τρεις τουλάχιστον όρους. Πρώτον, η πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας θα πρέπει να υποστηρίζει αυτή την προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας. Δεύτερον, η κοινή γνώμη πρέπει τουλάχιστον να συναινεί. Τρίτον, ο ξενιστής πολιτισμός, που στις περισσότερες φορές είναι η Δύση, θα πρέπει να είναι έτοιμος να υποδεχτεί τον προσήλυτο. Η διαδικασία του επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας είναι παρατεταμένη, συχνά διακόπτεται και είναι πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά οδυνηρή. Όσες προσπάθειες αυτού του είδους έγιναν μέχρι σήμερα έχουν αποτύχει [1996].
Το Μεξικό είναι μια διχασμένη χώρα αρκετά χρόνια τώρα, ενώ η Τουρκία είναι διχασμένη αρκετές δεκαετίες. Η Ρωσία βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση εδώ και αρκετούς αιώνες. Η Ρωσία, όμως, είναι κράτος πυρήνας στον πολιτισμό της ενώ το Μεξικό και η Τουρκία δεν είναι. Αν η Τουρκία και το Μεξικό κατορθώσουν με επιτυχία να επαναπροσδιοριστούν ως μέλη της του δυτικού πολιτισμού, οι συνέπειες στον ισλαμικό και τον λατινοαμερικανικό πολιτισμό θα είναι ελάχιστες. Αν όμως η Ρωσία δυτικοποιηθεί, τότε ο ορθόδοξος πολιτισμός θα πάψει να υπάρχει. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης αναζωπύρωσε τις συζητήσεις για τη Ρωσία και τη Δύση [συνεχίζει προσεγγίζοντας τη ρωσική ιστορία]...
Με μια προσεκτικά υπολογισμένη σειρά μεταρρυθμίσεων στις δεκαετίες 1920 και 1930, ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ προσπάθησε να απομακρύνει το λαό του από το οθωμανικό και μουσουλμανικό παρελθόν του. Οι βασικές αρχές ή “έξι βέλη” του κεμαλισμού ήταν ο λαϊκισμός, ο ρεπουμπλικανισμός, ο εθνικισμός, η κοσμικότητα, ο πολιτικοοικονομικός συγκεντρωτισμός και η μεταρρύθμιση. Απορρίπτοντας την ιδέα μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας, ο Κεμάλ στόχευε στη δημιουργία ενός ομοιογενούς εθνικού κράτους, εκδιώκοντας και σκοτώνοντας τους Αρμένιους και κατόπιν τους Έλληνες. Εκθρόνισε το σουλτάνο και εγκαθίδρυσε ένα δημοκρατικό σύστημα πολιτικής εξουσίας δυτικού τύπου. Κατάργησε το αξίωμα του χαλίφη, την κεντρική πηγή θρησκευτικής εξουσίας, έθεσε τέλος στην παραδοσιακή εκπαίδευση και τα θρησκευτικά υπουργεία, κατάργησε τα ξεχωριστά θρησκευτικά σχολεία, εγκαθίδρυσε ένα ενοποιημένο κοσμικό σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης και κατάργησε τα θρησκευτικά δικαστήρια που εφάρμοζαν τον ισλαμικό νόμο, αντικαθιστώντας τα με ένα καινούργιο νομικό σύστημα που βασιζόταν στον ελβετικό αστικό κώδικα. Επίσης, αντικατέστησε το παραδοσιακό ημερολόγιο με το Γρηγοριανό και αφαίρεσε επίσημα από το Ισλάμ το χαρακτήρα της κρατικής θρησκείας. Μιμούμενος το Μεγάλο Πέτρο, απαγόρευσε τη χρήση του φερετζέ, επειδή ήταν σύμβολο θρησκευτικής πίστης στην παράδοση, ενθάρρυνε τους ανθρώπους να φοράνε καπέλα και επέλεξε η τουρκική γλώσσα να γράφεται με λατινικούς χαρακτήρες και όχι με αραβικούς.
Αυτή η τελευταία μεταρρύθμιση είχε θεμελιώδη σημασία.
"Οι νέες γενιές ήταν ουσιαστικά αδύνατο να έχουν πρόσβαση στον τεράστιο όγκο της παραδοσιακής φιλολογίας. Ενθάρρυνε την εκμάθηση ευρωπαϊκών γλωσσών και διευκόλυνε σημαντικά τη λύση του προβλήματος του διογκούμενου αναλφαβητισμού". Έχοντας επαναπροσδιορίσει την εθνική, πολιτική, θρησκευτική και πολιτιστική ταυτότητα του τουρκικού λαού, ο Κεμάλ στη δεκαετία 1930 προσπάθησε σθεναρά να προωθήσει την οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας. Ο εξευρωπαϊσμός συμβάδιζε με τον εκσυγχρονισμό και αποτελούσε το μέσο για την επίτευξή του [συνεχίζει προσεγγίζοντας τη τουρκική ιστορία]...

Ο ιός της Δύσης και η πολιτιστική σχιζοφρένεια
Την ώρα που οι ηγέτες της Αυστραλίας επιδίδονταν στην αναζήτηση μιας ασιατικής ταυτότητας, οι ηγέτες άλλων διχασμένων χωρών -της Τουρκίας, του Μεξικού και της Ρωσίας- επιχειρούσαν να γίνουν μέλη της Δύσης. Μέσα από την εμπειρία αυτών των χωρών, όμως, βλέπουμε τη δύναμη, την αντοχή και το σθένος της ιθαγενής κουλτούρας, καθώς και την ικανότητα να ανανεώνεται και να αντιστέκεται και να προσαρμόζει τις εισαγόμενες δυτικές αξίες.
Η κεμαλικού τύπου αντίδραση υπήρξε ανεπιτυχής. Αν οι μη δυτικές κοινωνίες θέλουν να εκσυγχρονιστούν, θα πρέπει να το κάνουν με το δικό τους τρόπο και όχι με το δυτικό τρόπο. Ακολουθώντας το παράδειγμα της Ιαπωνίας, ας εφαρμόσουν τις δικές τους παραδόσεις, θεσμούς και αξίες, ας στηριχτούν σ' αυτές.
Ορισμένοι πολιτικοί ηγέτες πιστεύουν ότι μπορούν να αναμορφώσουν εκ βάθρων την κοινωνία τους. Αυτό είναι καθαρή ύβρις και είναι καταδικασμένοι σε αποτυχία. Μολονότι μπορούν να εισάγουν δυτικά στοιχεία, δεν μπορούν να καταπιέζουν επ' αόριστον τα κεντρικά στοιχεία της ιθαγενούς κουλτούρας (*). Ο ιός της Δύσης, όταν εγκατασταθεί σε μια άλλη κοινωνία, είναι δύσκολο να αποβληθεί. Αντέχει αλλά δεν έχει μοιραία αποτελέσματα: ο ασθενής ζει αν και δεν είναι ποτέ πια ο ίδιος. Οι πολιτικοί ηγέτες μπορούν να γράψουν ιστορία, αλλά δεν μπορούν να της ξεφύγουν. Δημιουργούν διχασμένες χώρες: δεν δημιουργούν δυτικές κοινωνίες. Μολύνουν τη χώρα τους με μια πολιτιστική σχιζοφρένεια που μετατρέπεται σε χαρακτηριστικό γνώρισμα της κοινωνίας τους.

Samuel Huntington
Η σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης
1996
Terzo Books


(*) Η αποικιοκρατία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η κατεξοχήν κατάκλυση ενός πολιτισμού από έναν άλλον.
Οι ηττημένοι σκύβουν πάντα το κεφάλι εμπρός στον ισχυρό. Αλλά, εφόσον υπάρχει σύγκρουση πολιτισμών η υπόταγη είναι μόνο προσωρινή. Αυτές οι μακρές περιόδοι αναγκαστικής συνύπαρξης δεν είναι δυνατές χωρίς αμοιβαίες υποχωρήσεις ή συνεννοήσεις, χωρίς ουσιώδη και καμιά φορά γόνιμα πολιτισμικά δάνεια.
Που δεν υπερβαίνουν όμως ποτέ ένα όριο.


Ολοκλήρωση β´ μέρους.


.~`~.
Παράρτημα

...το βιβλίο του κ. Χάντινγκτον, με το να πει κατά τρόπο άμεσο μερικές αλήθειες εδημιούργησε κίνδυνο αυξήσεως της ανεργίας - όλων εκείνων δηλαδή που καταγίνονταν με την ιστοριογραφική μυθολογία και εκινδύνευαν έτσι να μείνουν χωρίς δουλειά. Με το να πει π.χ., ο κ. Χάντινγκτον καθαρά και ξεκάθαρα ότι η Ελλάδα δεν υπάγεται στον κύκλο του δυτικού πολιτισμού και ότι η ένταξη και παραμονή της στην Ευρώπη συνιστά ανωμαλία, υπονόμευε το τρέχον εισόδημα όλων των επί δύο αιώνες καταγινόμενων να αποδείξουν ότι η Ελλάδα «επέλεξε» την υπαγωγή της στην Δύση, αλλά, από κάποια μεταφυσικώς ανεξήγητη ανικανότητα, δεν μπόρεσε να «προσαρμοσθεί». Η ακριβέστατη λέξη «ανωμαλία» ενέχει παγκόσμιας εμβέλειας νοήματα... Στο βιβλίο του κ. Χάντινγκτον απουσιάζει η Μεσόγειος ως χώρος. Αντί γι' αυτό υπάρχουν πολλές παραδεδομένες σχηματοποιήσεις («Βαλκάνια», «Τουρκία» κλπ)... Επειδή ο κ. Χάντινγκτον ηθελημένα ή ακούσια αγνοεί τη Μεσόγειο στις θεωρήσεις του (και τούτο είναι παράξενο για μια πραγματεία περί πολιτισμών), οι αφετηριακές θέσεις του πάσχουν αναγκαστικά το ελάττωμα παραδεδομένων σχηματοποιήσεων... ούτε πρόθεση ούτε τη δυνατότητα έχουμε να ασχοληθούμε διεξοδικά με το ωραίο αλλά βιαστικό βιβλίο του κ. Χάντινγκτον. Μόνο επειδή συνέβη τα ίδια προβλήματα να τεθούν μερικά χρόνια πριν -αλλά από μεσογειακής απόψεως- με το βιβλίο τούτο, θεωρήσαμε επάγωγόν να αναφερθούμε σε αυτό. Συμφωνούμε απόλυτα με το συμπέρασμα του κ. Χάντινγκτον, επειδή είναι και δικό μας συμπέρασμα: «μια διεθνής τάξη βασισμένη στους πολιτισμούς είναι η πιο σίγουρη εξασφάλιση απέναντι σ’ έναν παγκόσμιο πόλεμο». Μόνη διαφορά είναι ότι εμείς, επειδή αναφερόμαστε στην Μεσόγειο, μπορούμε να προτείνουμε λύσεις...
Ο χώρος τούτος σύγκειται σήμερα από τα Βαλκάνια και τον Καύκασο, και κατά ελάσσονα λόγο από την Μικρά Ασία, αφού αυτή έχασε την ιστορική της δομή το '22. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτές οι δύο περιοχές υπήρξαν (και είναι ολοένα) οι πόλοι του πολιτικού γίγνεσθαι αμέσως μετά την μεταιδεολογική εποχή. Αυτό δεν σημαίνει «βαρβαρότητα» και «υπανάπτυξη», όπως διαφημίζεται, αλλά ότι οι χώροι τούτοι κάποια ιστορικά μυστικά ενέχουν, πιθανόν χρήσιμα για την όλην κατάσταση της ανθρωπότητας.
Και δεν είναι τυχαίο ότι η δυτική πολιτική δια των εννοιών αυτών δεν έχει άλλη πολιτική να εφαρμόσει επί των Βαλκανίων, παρά αυτήν που εφάρμοσε επί αιώνες μέσα στην ιστορία του «Ανατολικού Ζητήματος»:
γενοκτονίες και ξερριζώματα πληθυσμών.
Τα προβλήματα όμως δεν λύνονται αλλά συνεχίζουν.


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

27 Δεκεμβρίου 2013

26 Δεκεμβρίου 2013

News conference of President of Russia, Vladimir Putin. December 19, 2013 (Video and Transcript).


Συνέχεια στο πλαίσιο παράθεσης σημαντικών ομιλιών-δημοσίων εμφανίσεων-ενημερώσεων:
Η πρώτη ανάρτηση φανέρωσε, με γλαφυρό τρόπο, μέσω των φωτογραφιών και της αντιπαραβολής των δύο ομιλιών του Barack Obama, τη διαφορά ανάμεσα στο τότε και το τώρα (Η.Π.Α και Γερμανία). Η δεύτερη ανάρτηση έδειξε, μέσω της παράλληλης παράθεσης των δύο ομιλιών, προς τη μετέπειτα, όπως διαπιστώσαμε εν τέλει, «προσπάθεια εξομάλυνσης» στις σχέσεις των δύο χωρών (Η.Π.Α και Ιράν).


Vladimir Putin held a news conference at the World Trade Centre on Krasnopresnenskaya Embankment. Over 1,300 Russian and foreign journalists have been accredited to cover the news conference.
The news conference covered a wide range of issues. As regards Russia's national economy and domestic policy, Vladimir Putin answered questions related, in particular, to the development of the Far East and Siberia, spoke about

25 Δεκεμβρίου 2013

22 Δεκεμβρίου 2013

Το πολιτισμικό υπόδειγμα και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης - μέρος α´.


.~`~.
Πρόλογος

Στις 3 Ιανουαρίου 1992 Ρώσοι και Αμερικανοί μελετητές συναντήθηκαν σε μια αίθουσα συνεδριάσεων ενός κυβερνητικού κτιρίου στη Μόσχα. Δυο εβδομάδες νωρίτερα η Σοβιετική Ένωση είχε πάψει να υπάρχει και η Ρωσική Ομοσπονδία έγινε ανεξάρτητη χώρα. Ως εκ τούτου,

20 Δεκεμβρίου 2013

`~.



.~`~.

5 Δεκεμβρίου 2013