29 Σεπτεμβρίου 2013

28 Σεπτεμβρίου 2013

26 Σεπτεμβρίου 2013

Ο υπνοβάτης γίγαντας. Οι βαρετές γερμανικές εκλογές αποτελούν κακή είδηση για την Ευρώπη.


α´
Η Γερμανία έχει ονομαστεί ως η πιο ισχυρή χώρα τής Ευρώπης, το «απαραίτητο έθνος» τής ΕΕ, αλλά θα ήταν δύσκολο να το πει αυτό κανείς κρίνοντας από την τρέχουσα εκλογική περίοδο. Οι κορυφαίοι πολιτικοί τής χώρας έχουν επικεντρωθεί σε τέτοια σπουδαία θέματα, όπως το αν οι αλλοδαποί θα πρέπει να χρεώνονται για το προνόμιο της οδήγησης στους γερμανικούς αυτοκινητόδρομους ή πώς να ρυθμίσουν τα όρια συνταξιοδότησης για τους δημοσίους υπαλλήλους. Στα μάτια των παρατηρητών εντός και εκτός της χώρας, η εκλογική μάχη δεν είναι απλώς βαρετή - είναι επίσης βαθιά ανεύθυνη, καταπιέζοντας ηθελημένα τα σημαντικά ζητήματα που αντιμετωπίζει η χώρα.

25 Σεπτεμβρίου 2013

Η γερμανική «ιδιαίτερη πορεία» και οι γερμανικές προοπτικές.


.~`~.
I
α´
Το ζήτημα των μελλοντικών γερμανικών προοπτικών δεν μπορεί να συζητηθεί ανεξάρτητα από το ζήτημα της λεγόμενης «ιδιαίτερης πορείας» των Γερμανών κατά το παρελθόν. Άλλωστε, οφείλουμε να αποδεχτούμε μια κάποια συνάφεια μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος άσχετα από το πως ερμηνεύουμε τον όρο «ιδιαίτερη πορεία», έστω δηλ., κι αν δηλώνουμε με αυτόν απλώς και μόνο εκείνον τον ιστορικό δρόμο που ακολούθησαν άπαξ και από το κράτος της ανάγκης οι Γερμανοί και ο οποίος τους οδήγησε στις σημερινές συνθήκες θέτοντας συγχρόνως το πλαίσιο της μελλοντικής τους δράσης. Καθώς σήμερα η έννοια της γερμανικής «ιδιαίτερης πορείας» χρησιμοποιείται κυρίως αρνητικά, το ζήτημα της συνάφειας μεταξύ γερμανικού παρελθόντος και μέλλοντος δεν τίθεται μόνο με ιστορική αλλά και με πολιτική πρόθεση. Έχουμε επομένως να κάνουμε εδώ με μια εργαλειοποίηση της αντίληψης εκείνης που παρουσιάζει τη γερμανική «ιδιαίτερη πορεία» ως αδιέξοδη και παραπλανητική, εργαλειοποίηση που υποκινείται από όσους επιδιώκουν να στρέψουν τις γερμανικές προοπτικές προς συγκεκριμένη κανονιστική κατεύθυνση. Έτσι οι προοπτικές αυτές επηρεάζονται πράγματι από τη γερμανική «ιδιαίτερη πορεία» - όχι όμως από τη γερμανική «ιδιαίτερη πορεία» με την αντικειμενική ιστορική έννοια που εξηγήσαμε παραπάνω, αλλά από τη θεωρία της «ιδιαίτερης πορείας» που αποτελεί πολιτικό όπλο. Άλλωστε δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε ότι η θεωρία της «ιδιαίτερης πορείας» θα ήταν δυνατό να έχει διαφορετική επίδραση. Γιατί, όπως δείχνει η αναδρομή στην ιστορία του όρου, όλες οι εκδοχές της είχαν εξ αρχής πολεμικά κίνητρα και γίνονταν αντίστοιχα αντιληπτές. Όμως ως καθαρή πολεμική, η θεωρία αυτή μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο αν μέσω της επιστημολογικής και ιστορικής κριτικής αποκτήσουμε επίγνωση του γεγονότος, ότι οι θεμελιώδεις παραδοχές της είναι αβάσιμες.

Προτού επιχειρήσουμε αυτή την κριτική στα στενά περιθώρια που έχουμε εδώ στη διάθεση μας, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η θέση περι γερμανικής «ιδιαίτερης πορείας» δεν είχε πάντοτε τη σημερινή αρνητική χροιά και ότι η θετική εκδοχή της, όπως και η αρνητική, είχε τις καταβολές της τόσο στη Γερμανία όσο και στο εξωτερικό. Η θετική εκδοχή υπήρξε η αρχική και μπορούμε να την ανιχνεύσουμε ήδη στις αποφάνσεις εξεχόντων Γερμανών στοχαστών του 18ου αι., με τις οποίες ζητούσαν να περιγράψουν την ειδοποιό διαφορά του γερμανικού πνεύματος έναντι της «Δύσης» και να συνεισφέρουν έτσι στη διάπλαση της γερμανικής εθνικής συνείδησης. Μπορούμε να καταρτίσουμε έναν μακρύ κατάλογο ονομαστών συγγραφέων που εγκωμιάζουν σε υψηλότατους τόνους την εν μέρει φιλοσοφική και μεταφυσική, εν μέρει αισθητική και παιδευτική υπεροχή των προϊόντων της γερμανικής σκέψης απέναντι στον «ρηχό» δυτικό Διαφωτισμό. Οι φρικαλεότητες της περιόδου της Τρομοκρατίας κατά τη Γαλλική Επανάσταση ερμηνεύτηκαν συχνά ως αναγκαίο επακόλουθο του Διαφωτισμού αυτού του είδους και φάνηκε να επιβεβαιώνουν την αυτάρεσκη αντίληψη, ότι η υψηλοτέρου επιπέδου παιδεία τους προστάτευσε τους Γερμανούς από τέτοιες απάνθρωπες πράξεις. Όσοι Γερμανοί μετά το 1750 περίπου εξέφρασαν τέτοιες απόψεις για τη «Δύση», και πρό παντών για τους Γάλλους γείτονες, ήταν συνήθως λόγιοι με φιλελεύθερο και ουμανιστικό φρόνημα, που όμως εμπρός στην τότε συγκεχυμένη πολιτική κατάσταση του γερμανικού έθνους δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν μια εθνική ταυτότητα παρά μόνο στο πολιτισμικό πεδίο και με τη σχηματική περιχαράκωση έναντι ενός γείτονα, του οποίου η ακτινοβολία και ο πλούτος τους γεννούσε ανάμικτα συναισθήματα. Για τους λόγους αυτούς, θα ήταν εσφαλμένο και άδικο να δούμε στις δηλώσεις τους εκείνες έναν κακό οιωνό και να παραγνωρίσουμε εντελώς αντιστόρητα τον ψυχολογικό και ιδεολογικό μηχανισμό, μέσα από τον οποίο συντελείται η αποκρυστάλλωση κάθε εθνικής συνείδησης. Καθώς η ξηρά και η θάλασσα ήταν υπό τη κυριαρχία άλλων, παραχωρήθηκε ευχαρίστως στους Γερμανούς, όπως το είχε κατανοήσει ήδη ο μεγάλος ποιητής, η βασιλεία των ουρανών, δηλ., το βασίλειο ενός πολιτισμού χτισμένου πάνω σε ιδέες και ιδεώδη, ενώ τους αναγνωρίστηκε μετ' επαίνων το προβάδισμα στους μακράν της πολιτικής τομείς. Μάλιστα, την αυτοεκτίμηση των Γερμανών λόγιων και καλλιτεχνών τη συμμερίζονταν ευρεία στρώματα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, και τη γερμανική θετική εκδοχή της θεωρίας της «ιδιαίτερης πορείας» ήρθε από νωρίς να συνδράμει μια άλλη προερχόμενη από το εξωτερικό. Γάλλοι και Άγγλοι θιασώτες των ρομαντικών-αντεπαναστατικών ιδεών εξιδανίκευαν τους Γερμανούς, επειδή τάχα έμειναν αμόλυντοι από την επιρροή του «ρηχού» Διαφωτισμού και την καπιταλιστική μέθη, μένοντας πιστοί στα όσια και τα ιερά. Ο θαυμασμός για τις γερμανικές επιδόσεις στα πεδία των κλασσικών γραμμάτων αλλά και των φυσικών επιστημών ήρθε αργότερα να συνοδεύσει αυτές τις συμπάθειες, και ο λόγος για τον «λαό των Στοχαστών και των Ποιητών» έγινε παροιμιώδης.

β´
Η ίδρυση του γερμανικού κράτους σήμανε σε μεγάλο βαθμό το τέλος της προθυμίας των ξένων να συμμερίζονται την αυτοκατανόηση των Γερμανών. Γιατί αυτή αποκτούσε πλέον μια επιπρόσθετη διάσταση που, καθώς φάνταζε επικίνδυνη στις άλλες (ευρωπαϊκές) χώρες, δεν άργησε να προκαλέσει την απάντηση τους. Αυτή ήταν η σταδιακή μορφοποίηση εκείνης της αρνητικής εκδοχής της θεωρίας της «ιδιαίτερης πορείας» που είναι σήμερα κρατούσα. Οι νίκες του πρωσσικού στρατού και η πολιτική και οικονομική ισχύς της νεαρής Γερμανικής Αυτοκρατορίας συντέλεσαν ώστε η έως τότε κυρίαρχη πολιτισμική πλευρά της γερμανικής (ιδεολογικής) αυτοκατανόησης να συνδυαστεί με μια άλλη, τουλάχιστον ισάξια, στο επίκεντρο της οποίας βρισκόταν η ιδέα της πολεμικής αρετής και της ισχύος. Συναρμολογημένο από ετερογενή και κούφια ή εύθραυστα υλικά, το συνονθύλευμα αυτό αποτέλεσε το θεμέλιο της εθνικιστικής μυθολογίας των λογίων και των καθηγητών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και υιοθετήθηκε κατόπιν κατά το μέγιστο μέρος του από την εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα. Η «γερμανική ιδέα» πρόβαλλε εδώ ως εκείνη η ιδεώδης συνένωση του πολεμιστή και του στοχαστή που αντιστρατεύεται τα δυτικά «ιδεώδη των εμπόρων» και είναι κατά πολύ ανώτερη τους. Σύμφωνα με αυτήν, η γερμανική «ιδιαίτερη πορεία» παρέκαμπτε τόσο τους εν λόγω «εμπόρους» όσο και σύνολο τον «ρηχό» δυτικό Διαφωτισμό, του οποίου η στενόμυαλη ορθολογικότητα υποβάσταζε τάχα την κοσμοθεώρηση του «εμπόρου».

Θα πρέπει κανείς να πιστεύει στη χυδαία μαρξιστική θεώρηση των ιδεών ως αντικατοπτρισμού της πραγματικότητας, για να θέλει να μετρήσει την πραγματική ιστορική απόσταση της Γερμανίας από τη μοντέρνα εποχή με αυτά τα μυθολογήματα. Ωστόσο οι ιδέες, ιδίως όσες έχουν κανονιστική φόρτιση, δεν αποτελούν αντικατοπτρισμούς αλλά όπλα, και το περιεχόμενο τους καθορίζεται αρνητικά από την εικαζόμενη πίστη του εκάστοτε εχθρού. Όπως ακριβώς από τις ομολογίες πίστεως των Άγγλων και Γάλλων ιδεολόγων προς τον ουμανιστικό «Διαφωτισμό» δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να συμπεράνουμε ότι η διαγωγή αυτών των εθνών υπήρξε αυστηρά ηθική, έτσι πρέπει να δούμε ότι η πολεμική των ιδεολόγων της θετικής εκδοχής της γερμανικής «ιδιαίτερης πορείας» ενάντια στην αναποδογυρισμένη γελοιογραφία του ίδιου εκείνου «Διαφωτισμού» και γενικά «της Δύσης» είχε σκοπό να πλήξει έναν εχθρό που για λόγους παράδοσης κατείχε το ιδεολογικό έδαφος του «Διαφωτισμού». Οι ιδεολογικές τοποθετήσεις θα μπορούσαν υπό άλλες ιστορικές συνθήκες να έχουν τελείως διαφορετική όψη, αφού τόσο ο «Διαφωτισμός» είχε πλούσια εκπροσώπηση στο γερμανικό πνευματικό Πάνθεον όσο και η «Αντίδραση» σε εκείνο της «Δύσης». Μάλιστα είναι νόστιμο να διαπιστώνουμε ότι πολλοί «προοδευτικοί» θιασώτες της θεωρίας της γερμανικής «ιδιαίτερης πορείας» τεκμηρίωναν τη θέση τους αυτή επικαλούμενοι τις «αντιδραστικές» τοποθετήσεις των ιδεολόγων της ίδιας αυτής «ιδιαίτερης πορείας», σαν να ήταν εκείνοι οι πλέον αξιόπιστοι ερμηνευτές της ιστορικής κίνησης. Όμως το να συνάγουμε από την αυτοκατανόηση των πρωταγωνιστών της ιστορίας, που την υπαγορεύουν πολεμικές ανάγκες, την πραγματική σχέση τους προς την ιστορική εξέλιξη αποτελεί αφελέστατη μεθοδολογική αρχή. Και πάντως, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την κατάσταση των πραγμάτων είναι άκρως παραπλανητικό να συγχέουμε τη θεωρία της «ιδιαίτερης πορείας» με την «ιδιαίτερη πορεία» ως ιστορικό γεγονός.

.~`~.
II
α´
Τη διευρυμένη θετική γερμανική εκδοχή της γερμανικής «ιδιαίτερης πορείας», ήρθε να αντικρούσει μια αρνητική «δυτική» εκδοχή. Όπως ακριβώς το γερμανικό ιδεολογικό συνονθύλευμα, έτσι κι αυτή σχηματίστηκε με βάση ανομοιόμορφα και νεφελώδη υλικά και εξυπηρέτησε αρχικά τις κατανοητές ψυχολογικές και προπαγανδιστικές ανάγκες των Γάλλων, που ως αντίδραση στην ήττα του 1870 διψούσαν για revanche, καθώς και εκείνες των Άγγλων που ανησυχούσαν για τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό του δυναμικού γερμανικού κράτους. Η αρνητική αποτίμηση της γερμανικής «ιδιαίτερης πορείας» εμφανίστηκε στην αγγλοσαξωνική και γαλλική πολεμική προπαγάνδα μετά το 1914 με την αξίωση να ερμηνεύσει τις βαναυσουργίες των Γερμανών ανατρέχοντας γι' αυτόν τον σκοπό στο απώτατο παρελθόν τους' μετά το 1933 θα συγκροτηθεί σε κανονική συστηματική κατασκευή που ο σκοπός της ήταν να κάνει κατανοητή τη μοιραία, υποτίθεται, πορεία της γερμανικής ιστορίας από τον Λούθηρο ως τον Hitler μέσω του Φριδερίκου του Μεγάλου και του Bismarck. Δεν είναι ασφαλώς σύμπτωση, ότι η μακρά και πλούσια ιστορία των ιδεών αυτής της κατασκευής δεν έγινε έως σήμερα αντικείμενο διεξοδικής έρευνας, μολονότι το θέμα είναι άκρως επίκαιρο και δελεαστικό: η επιστημονική κατανόηση των πραγματικών συνθηκών υπό τις οποίες η κατασκευή αποκρυσταλλώθηκε ή του πολεμικού-ιδεολογικού χαρακτήρα της -για να μη μιλήσουμε για την πολλαπλή χαιρεκακία που εκφράζει- δίχως άλλο θα παρενοχλούσε τη μεταπολεμική «αναδιαπαιδαγώγηση» των Γερμανών, της οποίας το περιεχόμενο εδράζεται όχι λίγο σ' αυτή την κατασκευή.

Όσο είναι δυνατό να προοικονομήσουμε τα πορίσματα μιας τέτοιας έρευνας, μπορούμε να διακρίνουμε grosso modo μεταξύ δύο παραλλαγών αυτής της εκπορευόμενης από το εξωτερικό αρνητικής θεωρίας της «ιδιαίτερης πορείας». Η πρώτη εκδοχή επιχειρηματολογούσε με σχεδόν ρατσιστικούς όρους. Ήθελε να βλέπει στον Γερμανό το τευτονικό ξανθό κτήνος ή ακόμη τον «Ούννο» που έθεσε τα μέσα της σύγχρονης τεχνικής στην υπηρεσία του ηδονικού ορμέμφυτου της βάρβαρης καταστροφής, ορμέμφυτο το οποίο προσιδίαζε τάχα ανέκαθεν στη φύση του και ήταν επόμενο να τον οδηγήσει σε διαρκή σύγκρουση με την πολιτισμένη ανθρωπότητα. Η δεύτερη εκδοχή, που βέβαια αναμίχτηκε συχνά με την πρώτη, στην καθαρή τουλάχιστον μορφή της επικαλείται αποκλειστικώς κοινωνικοιστορικά επιχειρήματα και αναζητεί τα αίτια της γερμανικής «ιδιαίτερης πορείας» στην υποπλασία του γερμανικού αστισμού και στην αδυναμία του αστικού-φιλελεύθερου πνεύματος' η τελευταία συνοδεύτηκε από την αντιστρόφως ανάλογη δύναμη των αντιδραστικών-στρατοκρατικών ιδεών ως επακόλουθο της κοινωνικής ηγεμονίας ημιφεουδαρχικών στρωμάτων. Όμως αυτή η κοινωνικοιστορική παραλλαγή της αρνητικής θεωρίας της «ιδιαίτερης πορείας» είχε διατυπωθεί ήδη προγενέστερα στην ίδια τη Γερμανία, και συγκεκριμένα την περίοδο που προηγήθηκε της Μαρτιανής Επανάστασης του 1848. Θυμίζουμε εδώ τη γνωστή φράση του Karl Marx, ότι οι Γερμανοί γνώρισαν τις Παλινορθώσεις των σύγχρονων λαών, δίχως όμως να γνωρίσουν και τις Επαναστάσεις τους. Πρωτουργός και πρώτος επίσημος υποστηρικτής μιας τέτοιας παραλλαγής της θεωρίας της «ιδιαίτερης πορείας» ήταν μια νεοεγελειανή, αλλά και εμπνεόμενη από φιλελεύθερες με την ευρεία έννοια του όρου ιδέες, ομάδα διανοούμενων εξαιρετικά δραστήρια και πνευματικά αξιόλογη, που οικειοποιήθηκε την ιδέα της Προόδου για να τη μετατρέψει αμέσως σε οξύ όπλο κατά του καθεστώτος: η «μοναρχική-φεουδαλική» ή «αστική-φιλισταική» τάξη όχι μόνο δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τα αιτήματα του ιστορικού μέλλοντος, αλλά υστερούσε ακόμη και σε σχέση με το κοινωνικό επίπεδο του ευρωπαϊκού παρόντος, άρα βρισκόταν σε μια ξεπερασμένη εξελικτική βαθμίδα και στιγμάτιζε το έθνος με τη σφραγίδα της καθυστέρησης.

β´
Η αρχική ιστορική και λογική διασταύρωση της αρνητικής θεωρίας της «ιδιαίτερης πορείας» με την ιδέα της Προόδου και με την ιδέα της ανοδικά κλιμακούμενης ιστορικής εξέλιξης καταδεικνύει ήδη τη θεμελιώδη επιστημολογική αναξιοπιστία του όλου σχήματος. Διότι δεν έχει νόημα να κάνουμε λόγο για «ιδιαίτερη πορεία», αν δεν έχουμε αποδεχτεί κατ' αρχήν ένα ορισμένο, τελολογικό κατά βάση σχήμα για την ενιαία εξέλιξη της ιστορίας, που να μπορεί να τεκμηριωθεί εμπειρικά. Με άλλα λόγια: προτού αποκτήσουμε το δικαίωμα να μιλάμε για «ιδιαίτερες πορείες» κατά τρόπο επιστημονικά και επιστημολογικά αξιόπιστο, πρέπει να έχουμε λύσει πειστικά και τελεσίδικα το δύσκολο πρόβλημα της ιστορικής εξέλιξης. Γνωρίζω τη μακρά διαμάχη πάνω σ' αυτό το ζήτημα, όμως δεν έχω ακούσει τίποτε για μια τέτοια λύση. Η πορεία της διαμάχης έως σήμερα, έχει μάλλον επιβεβαιώσει την εντύπωση, ότι αυτό καθαυτό το πρόβλημα δεν υφίσταται και ότι αναφύεται μόνο στην προοπτική των φιλοσόφων της ιστορίας του 18ου και 19ου αι. που πίστευαν στην Πρόοδο. Αν όμως «η» εξέλιξη όπως την εννοούν αυτές οι φιλοσοφίες της ιστορίας είναι απλώς κατασκεύασμα, τότε ό,τι γνωρίζουμε από πραγματολογικής-περιγραφικής πλευράς ως «ιστορική εξέλιξη» δεν μπορεί παρά να αποτελείται αποκλειστικά από «ιδιαίτερες πορείες» - οπότε η γερμανική «ιδιαίτερη πορεία» δεν είναι σε καμμία περίπτωση ψεγάδι ή έγκλημα.

Σ' αυτή τη βασική και αθεράπευτη επιστημολογική αδυναμία της αρνητικής θεωρίας της «ιδιαίτερης πορείας», που εδράζεται σε μια θεώρηση της γερμανικής κοινωνικής ιστορίας, αντιστοιχεί αναγκαία ο μεθοδολογικά άκρως αμφίβολος τρόπος εργασίας των υποστηρικτών της. Διότι για να αποδεχτούμε ως εύλογη μια γερμανική «ιδιαίτερη πορεία», δεν αρκεί να παραβάλουμε τη γερμανική εξέλιξη με ένα γενικό και επιπροσθέτως εξιδανικευμένο σχήμα του φιλελεύθερου κοινοβουλευτισμού, το οποίο σε τελευταία ανάλυση έχει αποσταχθεί από αυτή την τελολογική αντίληψη για την ιδεώδη ιστορική εξέλιξη και όχι από την ιστορική πραγματικότητα του κοινοβουλευτισμού. Ούτε αρκεί να συγκρίνουμε τη γερμανική εξέλιξη με εκείνην ενός άλλου έθνους. Εκτός αυτού θα πρέπει να συγκρίνουμε επί πλέον την εξέλιξη όλων των σημαντικών εθνών πέραν της Γερμανίας, ώστε να διακριβώσουμε τον γενικής ισχύος τύπο από τον οποίο υποτίθεται ότι η Γερμανία παρεξέκλινε με μοιραίες συνέπειες. Όμως τέτοιες συγκλίσεις θα καταδείκνυαν ότι είναι αδύνατο να καταλήξουμε σε έναν ενιαίο τύπο. Οι πορείες της Αγγλίας και της Γαλλίας προς τον κοινοβουλευτισμό λ.χ., ήταν μεταξύ τους ολότελα διαφορετικές, και άλλωστε μια προσεκτική έρευνα δείχνει ότι η επικράτηση του κοινοβουλευτισμού δεν συμπίπτει κατά κανένα τρόπο με την κοινωνική επικράτηση της φιλελεύθερης-βιομηχανικής αστικής τάξης. Στην Αγγλία, η αποκρυστάλλωση του κοινοβουλευτικού συστήματος προηγήθηκε της κοινωνικής ανόδου της αστικής τάξης' αντίθετα, στην αστοκρατούμενη Γαλλία του 19ου αι. ως το 1870, ο -σημειωτέον αυστηρά ολιγαρχικός- κοινοβουλευτισμός πέτυχε να επιβληθεί μόνο στη διάρκεια των λίγων ετών της Ιουλιανής Μοναρχίας, και η κατάσταση δεν άλλαξε λόγω της αντίστασης της γαλλικής αστικής τάξης αλλά από τα πρωσσικά όπλα.

γ´
Δεν υπάρχει επομένως κάποια γενικής ισχύος ιστορική συνταγή ούτε μια υποχρεωτική σύνθεση των κοινωνικών δυνάμεων που να οδηγεί στην επικράτηση του κοινοβουλευτισμού. Ως εκ τούτου δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η κοινωνική δομή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας είναι η αιτία για τη ματαίωση του εκκοινοβουλευτισμού, ήτοι της επικράτησης του κυρίαρχου κοινοβουλίου - για να παραβλέψουμε τελείως το γεγονός ότι ένα κυρίαρχο κοινοβούλιο δεν θα ήταν eo ipso περισσότερο «φιλελευθερο» ή «προοδευτικό» από άλλες μορφές διακυβέρνησης. Αν πάλι αναζητήσουμε τα αίτια αυτής της ιδιαίτερης εξέλιξης της Γερμανίας όχι στην κοινωνική δομή της γερμανικής κοινωνίας εκείνης της περιόδου, αλλά στην ως έναν βαθμό τυραννική πολιτική ηγεμονία μιας προκεφαλαιοκρατικής και αντιφιλελεύθερης μειονότητας, τότε πρέπει αφ' ενός μεν να εξηγήσουμε γιατί ο φιλελεύθερος αστισμός δεν εξεγέρθηκε εναντίον αυτής της μειονότητας, αφ' ετέρου δε να αναλογιστούμε ποιές ήταν οι μακροπρόθεσμες τάσεις της πολιτικής εξέλιξης. Σε ότι αφορά το πρώτο σημείο, η προθυμία της γερμανικής αστικής τάξης να προβεί σε πολιτικούς συμβιβασμούς ή η αδιαφορία της δεν ήταν αποτέλεσμα της αδυναμίας της, αλλά -αντίθετα- είχε να κάνει με το γεγονός, ότι οι Γερμανοί αστοί κατόρθωσαν έτσι κι αλλιώς να εκδιπλωθούν ραγδαία στο κοινωνικοοικονομικό πεδίο και να αναλάβουν την αδιαμφισβήτητη ηγεσία του' αυτή η ηγεσία ενδιέφερε πρωτίστως τη γερμανική αστική τάξη ως ιστορικά συγκεκριμένη τάξη, και όχι λ.χ. τα κανονιστικά μελήματα με τα οποία οι «προοδευτικοί» ιστορικοί την έχουν εκ των υστέρων επιφορτίσει. Και η νομιμοποίηση της δεν είχε αποδέκτη βέβαια την «Αντίδραση» γενικά και αφηρημένα, αλλά ένα Στέμμα που παρ' όλα τα αναχρονιστικά, παράδοξα ή και ευτράπελα χαρακτηριστικά του στάθηκε φίλα προσκείμενο στους φορείς της βιομηχανικής προόδου και στους πεπαιδευμένους αστούς. Η από κοινωνικής πλευράς καθ' όλα φυσική συμμαχία αστών και ευγενών γαιοκτημόνων ως τάξεων ιδιοκτητών ενάντια στο ισχυρότερο και διεκδικητικότερο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα της Ευρώπης δεν οικοδομήθηκε -και αυτό είναι το κρίσιμο στοιχείο- σε ημιφεουδαλικά λ.χ. θεμέλια, αλλά στο έδαφος του σύγχρονου καπιταλισμού, και από την πλευρά τους οι μεγαλογαιοκτήμονες είχαν εγκλιματιστεί πλέον στη νέα κατάσταση.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο κοινοβουλευτισμός πράγματι καθυστέρησε, αλλά μόνο επειδή οι αστοί υποστηρικτές του δεν είχαν επείγοντα κοινωνικοοικονομικό λόγο να τον εκβιάσουν με ακραία μέσα. Όπως όμως διαφαίνεται από τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η οριστική επιβολή του πλήρους κοινοβουλευτισμού θα ήταν πρακτικά αναπόφευκτη ακόμη και στην περίπτωση γερμανικής νίκης. Αλλά ακόμη και η ατυχής σύνδεση του με το γεγονός της ήττας δεν θα είχε αποδειχτεί μοιραία για εκείνον, αν η εξωτερική πολιτική κατάσταση μετά το 1918 ήταν διαφορετική. Η μεγάλη οικονομική κρίση δεν θα μπορούσε να δρομολογήσει στη Γερμανία τη γνωστή πολιτική στροφή δίχως τον εθνικιστικό εκριζοσπαστισμό της αστικής τάξης και ευρέων λαϊκών στρωμάτων που ήρθε ως αντίδραση στους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, την κατοχή της περιοχής του Ρουρ και την άρνηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης για όλους τους Γερμανούς. Μετά το 1945 πάντως ήταν σχεδόν αδύνατο να γίνει ανοιχτά και απροκατάληπτα λόγος στη Γερμανία για αυτά τα ζητήματα και να εκτιμηθούν αντικειμενικά οι ψυχολογικές και ιδεολογικές τους επιπτώσεις. Όμως οι μελλοντικοί ιστορικοί δεν μπορεί παρά να καταλήξουν στο συμπέρασμα, ότι ο εθνικοσοσιαλισμός δεν ήταν η έκβαση κάποιων αναντίστρεπτων ρευμάτων της γερμανικής ιστορίας, αλλά προϊόν ενός συνδυασμού συγκεκριμένων και μοναδικών ιστορικών συνθηκών. Βεβαίως, ως προϊόν ειδικά γερμανικών συνθηκών έφερε και εκείνος γερμανικά κατ' ανάγκην χαρακτηριστικά, μέσα δε στην κοσμοθεωρητική του αλαζονεία ήταν μάλιστα επόμενο να διεκδικεί για λογαριασμό του όλη τη γερμανική ιστορία. Από το γεγονός αυτό και μόνο δεν μπορούμε να συμπεράνουμε μια ιστορική αναγκαιότητα.

.~`~.
III
Σε τελευταία ανάλυση, η προσανατολισμένη στην κοινωνική ιστορία αρνητική θεωρία της «ιδιαίτερης πορείας» αποδίδει τις γερμανικές καταστροφές του 1918 και του 1945 στην κοινωνική οπισθοδρομικότητα ή «καθυστέρηση» του γερμανικού έθνους, δηλ. εξαρτά την εξωτερική από την εσωτερική πολιτική. Στα επιστημολογικά άλματα και στις πραγματικές αστοχίες της πρέπει επομένως να προστεθεί και η αμφίβολη (μονόπλευρη, στην καλύτερη περίπτωση) αντίληψη για το «πρωτείο της εσωτερικής πολιτικής»' αντίληψη που συνδέεται άλλωστε με μια πολιτική ομολογία πίστεως κανονιστικού χαρακτήρα. Η βασική παραδοχή αυτής της τελευταίας έχει ως εξής: φιλελευθερισμός και κοινοβουλευτισμός είναι φύσει ανεκτικοί και ανθρώπινοι' ως εκ τούτου μια φιλελεύθερη κυβέρνηση που λογοδοτεί στο κοινοβούλιο δεν θα ασκούσε ποτέ επιθετική και επεκτατική πολιτική. Τούτο το εγκώμιο του φιλελευθερισμού και του κοινοβουλευτισμού δεν αφορά, αναχρονιστικά ασφαλώς, την ολιγαρχική μορφή κυριαρχίας της αστικής τάξης του 19ου αι., αλλά ένα ιστορικά πολύ πρόσφατο δημοκρατικό ιδεώδες. Όμως ακόμα κι αν παραβλέπαμε αυτό το γεγονός, παραμένει αινιγματικό γιατί η άνθηση του αγγλικού και γαλλικού φιλελευθερισμού συνέπεσε με το ζενίθ της ιμπεριαλιστικής επέκτασης αυτών των εθνών. Και πρέπει επίσης να εξηγηθεί γιατί από γερμανικής πλευράς η ναυπήγηση στόλου (την οποία απαίτησε η γερμανική αστική τάξη ήδη από το 1848!) αποτέλεσε επιθυμίας της εθνικοφιλελεύθερης παράταξης και γιατί μάλιστα το αίτημα του εκκοινοβουλευτισμού, ακόμη και στη βεμπεριανή του εκδοχή, ξεπήδησε από τη ρητή επιθυμία να ξεπεραστεί επί τέλους, η ανικανότητα των επαρχιωτών μεγαλογαιοκτημόνων να ασκήσουν ιμπεριαλιστική πολιτική, ώστε οι Γερμανοί να πάρουν επιτέλους θέση ως «έθνος κυρίων» δίπλα στα υπόλοιπα «έθνη κυρίων». Συνεπώς μια φιλελεύθερη και κοινοβουλευτική Γερμανία θα ήταν πιθανότατα εκτεθειμένη στους ίδιους γεωπολιτικούς και εξωτερικούς πολιτικούς πειρασμούς και δυσκολίες όπως μια «ημιφεουδαρχική» ή «στρατοκρατική». Επιπλέον, ιδέες εκπορευόμενες από τον κοινωνικό δαρβινισμό, τον ρατσισμό και παρόμοια ρεύματα άνηκαν σε μεγάλο βαθμό στον τρόπο σκέψης των φιλελεύθερων πριν από το 1914. Μόνο βαριά άγνοια της αγγλικής και γαλλικής ιστορίας των ιδεών επιτρέπει το συμπέρασμα, ότι οι ιδέες αυτές γεννήθηκαν στη Γερμανία ή ότι ευδοκίμησαν περισσότερο επί γερμανικού εδάφους. Βεβαίως στη Γερμανία συνδέθηκαν τελικά με τη διάπραξη μιας γενοκτονίας' όμως αυτή υπήρξε αποτέλεσμα συγκεκριμένων αποφάσεων συγκεκριμένων ανθρώπων και όχι απόρροια μιας αδήριτης ιστορικής αναγκαιότητας με αυτό το ιδεολογικό ένδυμα.

Η κυρίαρχη σήμερα αρνητική θεωρία της «ιδιαίτερης πορείας» με το δόγμα της για το «καθυστερημένο έθνος» επικράτησε στη Γερμανία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όχι όμως ως συνέπεια της βαθμιαίας αποδοχής και διάδοσης των απόψεων Γερμανών αριστερών ή φιλελεύθερων διανοουμένων, αλλά αρχικά ως επακόλουθο της αναπόφευκτης ηγεμονίας της γνώμης που είχαν σχηματίσει οι νικητές για το ποιόν και την ιστορία των ηττημένων. Ακόμη και στο υπό κομμουνιστική διακυβέρνηση τμήμα της Γερμανίας, αυτή η θεώρηση απέκτησε το πάνω χέρι μέσα από τις ερμηνείες που εισήγαγαν οι σοβιετικές δυνάμεις κατοχής. Θα ήταν όμως εσφαλμένο να κατανοήσουμε την επιβολή της ως φόρο βίας στην ιδεολογική βούληση των νικητών και ως συνοδό φαινόμενο της πολιτικής που εκείνοι υπαγόρευσαν. Απεναντίας πρόκειται για μια πολυπλοκότατη κοινωνική και ψυχολογική διεργασία που επικράτησε όσο τα οικονομικά και θεσμικά θεμέλια της παλαιάς Δυτικής Γερμανίας παγιώνονταν και εμπεδώνονταν. Με άλλα λόγια: η νέα συνείδηση των Γερμανών περί επιτυχίας δεν ήρθε καθόλου σε σύγκρουση με την αντίληψη του «καθυστερημένου έθνους» και την αρνητική εικόνα της Γερμανίας, αλλά τις επιβεβαίωνε και τις δύο.

Αυτό το φαινομενικά παράδοξο πρέπει να εξηγηθεί. Αν αντιστρέφαμε τη σχέση αυτή, θα έπρεπε να συμπεράνουμε ότι στην περίπτωση που η εξαθλίωση και τα κοινωνικά αδιέξοδα της μεταπολεμικής Γερμανίας διαρκούσαν περισσότερο, θα είχαν ως αποτέλεσμα μια πολύ πιο σκεπτικιστική ή και εχθρική στάση των Γερμανών απέναντι στην αρνητική θεωρία της «ιδιαίτερης πορείας», πόσο μάλλον που αυτή υπήρξε κατά βάση προϊόν εισαγωγής. Όμως κάτω από τις συνθήκες του μεταπολεμικού γερμανικού «οικονομικού θαύματος» και της αυξανόμενης ευημερίας, η θεωρία αυτή όχι μόνο μετατράπηκε σε ευρέως διαδεδομένο άρθρο πίστεως, αλλά επιπλέον ζευγάρωσε με μια ομολογία ενοχής για εκείνα τα εγκλήματα που υποτίθεται ότι απέρρευσαν αναγκαία από την «ιδιαίτερη πορεία» που ακολούθησαν οι Γερμανοί στην παλαιότερη ιστορία τους. Με αυτή τη διπλή μορφή, αφ' ενός ως κοινωνικοιστορική κατασκευή και αφ' ετέρου ως ομολογία ενοχής, η θεωρία της «ιδιαίτερης πορείας» έγινε μόνιμο στοιχείο του γερμανικού εθνικού βίου και η τοποθέτηση απέναντι της έφτασε από μόνη της να δηλώνει τη θέση των ιδεοπολιτικών παρατάξεων και την εκάστοτε χάραξη των μετώπων.

Αυτό το φαινόμενο μπόρεσε να εκταθεί σε ευρεία κοινωνική βάση, επειδή έγινε δυνατή η δημιουργία μιας βαθύτερης συνάφειας μεταξύ της ομολογίας της συλλογικής ενοχής και της συλλογικής ευημερίας. Άλλωστε, τα «παλαιά εγκλήματα» κολάστηκαν κατά τρόπο στ' αλήθεια μοναδικό: ο λαός των εγκληματιών έλαβε την άδεια να εξάγει, να παράγει και να ταξιδεύει όλο και περισσότερο, όμως δεν είχε το δικαίωμα να κατέχει ατομικά όπλα ή να αναλαμβάνει ευθύνες στη σφαίρα της παγκόσμιας πολιτικής. Ώστε δίπλα στην υλική ευημερία, του εξασφαλίστηκε λίγο-πολύ και η πολιτική αμεριμνησία. Όσο πιο μεγαλόφωνα διατράνωνε κανείς την ευθύνη του για τα συλλογικά εγκλήματα τόσο πιο βέβαιος ήταν ότι ο ίδιος δεν θα χρειαστεί να διακινδυνεύσει κάτι και ότι θα αφεθεί να απολαμβάνει την ευημερία του κατά κάποιον τρόπο εκείθεν της ιστορίας. Με τα παραπάνω δεν θέλω καθόλου να υποβαθμίσω την καθαρά ηθική όψη του προβλήματος, μολονότι πρέπει να παρατηρηθεί ότι για παρά πολλούς όλη αυτή η ηθική ιεροτελεστία ήταν μάλλον μια υποχρεωτική άσκηση ή μια πράξη κοινωνικού κομφορμισμού που δεν απαιτούσε θυσίες, αλλά αντίθετα εξασφάλιζε χρήσιμη κοινωνική αναγνώριση. Σε κάθε περίπτωση, η ακραιφνώς ηθική πλευρά του ζητήματος δεν αρκεί ως γνωστόν για να φέρει και να κρατήσει στη ζωή ιδεολογήματα ικανά να στηρίξουν ένα επίσημο κράτος. Για κάτι τέτοιο απαιτούνται επί πλέον και προ παντός κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες, με τις οποίες να μπορεί να ευθυγραμμιστεί η συλλογική ηθική. Αυτό ακριβώς επιτεύχθηκε με τη σύνδεση της ομολογίας της συλλογικής ενοχής και της συλλογικής ευημερίας. Όσοι εκπροσωπούν αυτόν τον μηχανισμό, είναι ασφαλώς υποχρεωμένοι να αρνούνται την ύπαρξη του, αφού τέτοιοι μηχανισμοί λειτουργούν μόνον όταν η δράση τους επιβεβαιώνει ακριβώς την ιδεατή αυτοκατανόηση των δρώντων. Όμως ακόμη και ένας αφελής παρατηρητής θα έπρεπε να εικάσει ότι η αρνητική θεωρία της «ιδιαίτερης πορείας» στη συνάφεια της με την ομολογία της συλλογικής ενοχής θα είχε πολύ διαφορετικό αντίκτυπο στη γερμανική εθνική ζωή, αν η Γερμανία δεν ήταν η πρώτη αλλά η τεσσαρακοστή εξαγωγός χώρα του κόσμου. Και ο ίδιος θα έπρεπε να περιμένει ότι αν η ευημερία των Γερμανών έβαινε μειούμενη, θα μειωνόταν μαζί της και η προθυμία τους να ομολογήσουν την ενοχή τους. Ευκολότερα αισθάνεται κανείς ενοχές παραθερίζοντας στην Τοσκάνη ή την Αλσατία, παρά όταν κρέμεται για την επιβίωση του από επιδόματα αρωγής.

Αυτή η ηθικά αιτιολογημένη ή εξωραϊσμένη συνταγή της κοινωνικής ευδαιμονίας έγινε παρεμπιπτόντως αντικείμενο θεωρητικής επεξεργασίας από κοινωνιολόγους και πολιτικούς επιστήμονες που υποστήριξαν τη θέση, ότι πολιτική και οικονομία αποτελούν ως εκ του χαρακτήρος τους διαφορετικές δραστηριότητες. Όποιος λοιπόν μετά πολιτικής ταπεινότητος αφιερώνεται αποκλειστικά στο οικονομείν, βρίσκεται στον καλύτερο δρόμο για να αποφύγει τον κυκεώνα και τα εγκλήματα της πολιτικής. Η ανέμελη διχοτομία πολιτικής και οικονομίας οδηγούσε επομένως άμεσα ή έμμεσα στη σύζευξη του οικονομικού με το ηθικό στοιχείο. Και εδώ επίσης έκανε αισθητή την παρουσία της η σύνδεση ηθικής και ευημερίας που αναφέραμε. Διότι η κατά αποκλειστικότητα ή κατά προτίμηση ενασχόληση με την οικονομία φαίνεται να εγγυάται και τα δύο: και την ηθική αλλαγή ζωής πέραν των ανομημάτων της πολιτικής της ισχύος και την ευημερία. Έτσι διατυπώθηκε μια επιταγή που συγκεφαλαίωσε τα πρακτικά διδάγματα από τη σκοπιά της θεωρίας της «ιδιαίτερης πορείας». Κατ' αυτήν ο ριζικός εκδημοκρατισμός ή εξηθικισμός της πολιτικής και της κοινωνίας πάνω στη βάση μιας ανθούσας οικονομίας θα ολοκλήρωνε στο εξής τον εκδυτικισμό, θα παγίωνε την πρόσδεση της Γερμανίας στη Δύση και θα καταστούσε a limine αδύνατη κάθε «ιδιαίτερη πορεία»' είναι χαρακτηριστικό, ότι η κεντρική σημασία της οικονομικής βάσης δεν αμφισβητήθηκε έως σήμερα ούτε καν από εκείνους τους εμπνευσμένους ηθικοφιλόσοφους που ειδ' άλλως προσπερνούν ακατάδεχτοι τέτοια ζητήματα.

.~`~.
IV
Η τραγωδία των Γερμανών ήταν συχνά ότι οι θεωρητικές συλλήψεις και συνταγές τους υπερείχαν τόσο πολύ της πραγματικότητας, ώστε ήταν επόμενο να σκοντάφτουν με τη βαθυστόχαστη τελειότητα τους πάνω στη συγκεχυμένη ατέλεια της πραγματικής ζωής. Η θεωρητική εξιδανίκευση της πολιτικά χλιαρής ευημερίας μέσω της διχοτομίας μεταξύ οικονομίας και πολιτικής αποτελεί μια εξίσου αιθεροβάμονα κατασκευή που λίγο έχει να κάνει με τις κακοτοπίες της ζωής των εθνών. Όχι επειδή η πολιτική πρέπει πρώτα να φτάσει το επίπεδο της οικονομίας -όπως πιστεύουν όσοι ρομαντικοί θεωρητικοί της απόφασης ενστερνίζονται τη διχοτομία αυτή με αντεστραμμένα πρόσημα-, αλλά επειδή η οικονομία δεν είναι λιγότερο πολιτική από την ίδια την πολιτική, ήτοι αποτελεί όπως ακριβώς και η πολιτική (με την τρέχουσα στενή σημασία της λέξης) πρόβλημα συγκεκριμένων σχέσεων και συσχετισμών ισχύος μεταξύ συγκεκριμένων ανθρώπων. Ακόμη κι αν όλοι οι Ευρωπαίοι ή όλοι οι άνθρωποι αποφάσιζαν κάποτε να διαλύσουν τα κράτη και τα έθνη τους και να ιδρύσουν στη θέση τους μια γιγαντιαία ανώνυμη εταιρεία, ακόμη και τότε θα ανέκυπτε πάλι το ερώτημα ποιός θα κατέχει το πακέτο των μετοχών. Καθώς οι Γερμανοί γενικά έχουν εσωτερικεύσει τη διχοτομία μεταξύ πολιτικής και οικονομίας κατά τρόπο ώστε να συμπίπτει με τις παραστάσεις τους περί ευτυχίας και ηθικής, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα προσαρμοστούν απρόσκοπτα στη μεταψυχροπολεμική πλανητική κατάσταση. Έτσι ζητούν να συλλάβουν το ζήτημα της Ευρωπαϊκής ενοποίησης κατ' αρχήν επιστρατεύοντας οικονομικές ή πολιτικοοικονομικές κατηγορίες και αντιστέκονται όσο μπορούν στην ανησυχητική και οδυνηρή αλλά βαθμηδόν όλο και πιεστικότερη επίγνωση, ότι μετά τη γερμανική επανένωση και έκλειψη της αμερικάνικης προστασίας, μαζί με κάθε κεντρικό οικονομικό πρόβλημα, όπως είναι λ.χ. το πρόβλημα της νομισματικής ένωσης, ανακύπτει συγχρόνως και αναγκαία στον ορίζοντα το ζήτημα της πολιτικής ηγεμονίας. Έτσι συγχέουν την αναντίρρητα υπαρκτή σήμερα καλή τους θέληση με τη δυναμική της ιστορικής κατάστασης, και με τρόπο γνήσια ηθικολογικό συνδέουν ευθέως την υποκειμενική τους πρόθεση με την αντικειμενική έκβαση των γεγονότων.

Σε αυτό το σημείο Γάλλοι και Άγγλοι είναι πολύ περισσότερο ρεαλιστές και έχουν απόλυτα δίκαιο όταν αρνούνται να προοικονομήσουν την πορεία της ιστορίας από τις διαβεβαιώσεις του εκάστοτε κυρίου Kinkel. Διότι από τη πλευρά τους βλέπουν ό,τι οι Γερμανοί δεν μπορούν να αντιληφθούν: ότι οι διαβεβαιώσεις αυτές παραχωρούνται σήμερα τόσο ειλικρινά και γενναιόδωρα ακριβώς επειδή εκφέρονται από τη θέση του αντικειμενικά ισχυρότερου - του ισχυρότερου κατά το παρόν και του πιθανώς ακόμη ισχυρότερου στο μέλλον. Οι ανησυχίες τους έχουν να κάνουν με τη διαμόρφωση της μελλοντικής ισορροπίας δυνάμεων στο πλαίσιο του απαράκαμπτου ζητήματος της ηγεμονίας, και δεν αφορούν τις «ιδιαίτερες πορείες» του παρελθόντος - μολονότι διακριτικοί ή αδιάκριτοι υπαινιγμοί για το παρελθόν καρυκεύουν ως εκ των πραγμάτων κάθε ευρωπαϊκή συζήτηση. Στην πραγματικότητα, το παρελθόν θα είχε από καιρό ξεθωριάσει, αν η σημερινή Γερμανία ήταν μια μετρίως εκμηχανισμένη αγροτική χώρα. Ώστε δεν βοηθά να μεγαλοποιούμε τη διαφορά μεταξύ γερμανικού παρελθόντος και μέλλοντος επικαλούμενοι την ηθική και τις πολιτικές προθέσεις, όταν το ζήτημα της ισορροπίας ισχύος αφυπνίζει στους άλλους μια δυσπιστία καθ' όλα κατανοητή: είναι εκείνη η δυσπιστία που θα αισθάνονταν 55 εκατομμύρια Γερμανοί απέναντι σε 80 εκατομμύρια παραγωγικότερους Γάλλους με ένα τεράστιο πεδίο εκδίπλωσης στην Ανατολή. Για Γάλλους και Άγγλους επομένως το πρόβλημα της Ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι τόσο αυτονόητα ζήτημα ηγεμονίας και ζήτημα «δέσμευσης» της Γερμανίας, επειδή είναι παλαιοί ιμπεριαλιστικοί λαοί με κατά πολύ μακροβιότερες παραδόσεις στο πεδίο της παγκόσμιας πολιτικής και αντίστοιχα πλουσιότερες εμπειρίες καθώς και πιο εκλεπτυσμένο διπλωματικό αισθητήριο από τους Γερμανούς. Αντίθετα στους Γερμανούς είναι ενδεχόμενο ότι η αδέξια πολιτική ισχύος του παρελθόντος θα δώσει τώρα τη θέση της σε μια αδέξια ηθικολογία, που εξ ανάγκης θα οδηγήσει εξίσου σε αδιέξοδο. Ιδιότητες ικανές να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη δεν συγκαταλέγονται μάλλον στα προτερήματα του γερμανικού εθνικού χαρακτήρα. Οι Γερμανοί διαθέτουν μεν αποδεδειγμένα τις αρετές του πληβείου (φιλοπονία, φειδώ, ηθική σοβαρότητα, δράση σύμφωνα με προδιαγραφές και σχέδιο), όμως σε γενικές γραμμές στερούνται τις αρετές του αριστοκράτη: την ειρωνεία και την αυτοειρωνεία του κυρίαρχου, την αταραξία κατά τις περιστάσεις όπου οι προδιαγραφές ναυαγούν, την αποστασιοποιημένη ανωτερότητα απέναντι στους κάθε λογής κανόνες.

.~`~.
V
Οι μέλλουσες κυμάνσεις και προοπτικές της διαδικασίας της Ευρωπαϊκής ενοποίησης ή άλλων μορφών της πολιτικής συμβίωσης θα καθορίσουν συνεπώς ποιός θα κάνει ποιά χρήση των «επιστημονικών» ή «χυδαίων» εκδοχών της αρνητικής θεωρίας της «ιδιαίτερης πορείας». Η απόληξη των τεκταινόμενων στην Ευρώπη ωστόσο δεν εξαρτάται έτσι απλώς από τη βούληση των συμμετεχόντων, αλλά πολύ περισσότερο από τη γενική πλανητική κατάσταση. Αν η «Ευρώπη» ως μείζων χώρος εκτεθεί στην πίεση άλλων μείζονων χώρων και αυτό εκληφθεί από ευρείες μάζες στα μεγάλα ευρωπαϊκά έθνη ως απειλή και πρόκληση, τότε δεν θα απομείνει πολύς χώρος για «ιδιαίτερες πορείες» στην πράξη ή την πολεμική. Αν, αντίθετα, όλος ο πλανήτης -με λίγες ίσως εξαιρέσεις- κατευθυνθεί προς μια βαλκανοποίηση, τότε οι φυγόκεντρες δυνάμεις εντός της Ευρώπης θα κερδίσουν σε ένταση και οι εθνικοί δρόμοι θα χαρακτηριστούν εκ νέου από τους εκάστοτε ζημιωμένους ή αποκλεισμένους ως «ιδιαίτερες πορείες» και θα συσχετιστούν αναπόφευκτα με το παρελθόν. Όμως αυτά είναι μόνο δύο ακραία νοητά ενδεχόμενα. Είναι κατά βάση απίθανο, ότι το πρώτο θα συντελεστεί τόσο ραγδαία και δραματικά ώστε να εκπέσει εν τέλει το ζήτημα της ηγεμονίας στην Ευρώπη στα πλαίσια μιας συλλογικής προσπάθειας επιβίωσης. Άρα στο ορατό μέλλον οι διαγκωνισμοί μεταξύ των εθνών θα εξακολουθήσουν - και είναι επίσης πολύ αμφίβολο αν μια γενικευμένη και γνήσια πολιτική ένωση, αν ποτέ προέκυπτε υπό συνθήκες εξωτερικής πίεσης, θα λάμβανε χώρα δια της οδού των προβλεπόμενων διαδικασιών. Σε κάθε περίπτωση, σε ομαλούς καιρούς δεν πρόκειται να συντελεστεί αν ο οικονομικά ισχυρότερος δεν φανεί πρόθυμος να παραχωρήσει σε άλλους το πολιτικοστρατιωτικό προβάδισμα ως αντιστάθμισμα και εγγύηση. Όμως αυτό προϋποθέτει όχι μόνο διαρκή αρμονία συμφερόντων αλλά και εκείνη τη διχοτομία μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, της οποίας τον αμφίβολο χαρακτήρα, ιδίως στις σημερινές μαζικοδημοκρατικές σχέσεις, ήδη σχολιάσαμε. Σε ένα υψηλό επίπεδο διαπλοκής «πολιτικής» και «οικονομίας», οι πολιτικοστρατιωτικές αποφάσεις θα έθιγαν άμεσα τα συμφέροντα του οικονομικά ισχυρότερου, ώστε αυτός, προκειμένου να διαφυλάξει το αδιαφιλονίκητο έδαφος του, θα αναγκαζόταν να ζητήσει δικαίωμα συγκαθορισμού της πολιτικής, αίτημα όμως που εν όψει της οικονομικής του επικυριαρχίας αργά ή γρήγορα θα μετατραπεί κατ' ανάγκην σε πρακτική απαίτηση της ηγεμονικής θέσης. Πρέπει επομένως να αναμένουμε ότι οι Γερμανοί θα ακολουθήσουν μελλοντικά έναν στο έπακρο πολιτικό και ενδεχομένως μεστό σε συγκρούσεις δρόμο από την επιφανειακά μη πολιτική παρακαμπτήριο της προάσπισης της ευημερίας τους. Θα το κάνουν με ελαφρά τη συνείδηση, γιατί κατά τις προηγούμενες δεκαετίες έμαθαν να συνδέουν στενά μεταξύ τους την ευημερία και την οικονομία με την ηθική. Οι λεπταίσθητοι παρατηρητές γνωρίζουν από μακρού πόσο αρέσκεται η ιστορία σε παρόμοια παράδοξα παιχνίδια.

Αν το ίδιο διάστημα η βαλκανοποίηση προχωρήσει σε οικουμενικό πεδίο, πρέπει να αναμένεται ότι θα ενισχυθούν ακόμη περισσότερο τέτοιες εξωτερικές πολιτικές τάσεις και ότι -ιδίως υπό την πίεση παρενεργειών της πληθυσμιακής έκρηξης καθώς και των χρόνιων κοινωνικών κρίσεων που προκαλεί η ακατάσχετη εξάπλωση της «νέας φτώχειας»- θα συνοδευτούν από εσωτερικές πολιτικές κρίσεις με πιθανό αποτέλεσμα μεταβολές στο σημερινό κομματικό τοπίο. Στην περίπτωση αυτή η αρνητική θεωρία της «ιδιαίτερης πορείας» δεν θα υποστηρίζεται ούτε θα εκπορεύεται μόνο από το εξωτερικό, αλλά θα γίνει και εντός Γερμανίας σημαντικό σημείο ιδεολογικής έριδας - κάτι που όμως θα αυξήσει ακόμη περισσότερο τον αριθμό των πολέμιων της. Το ότι ήταν και είναι απλώς και μόνο ένα όπλο σε μια μεγάλη πολιτική διαμάχη, πρέπει να είναι σήμερα περισσότερο σαφές παρά ποτέ. Γιατί σήμερα οι κοινωνικές δομές της Γερμανίας χωρίς να είναι βέβαια τέλειες, είναι κατά πάση πιθανότητα οι πλέον προηγμένες (με τη μαζικοδημοκρατική έννοια) στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Ήδη γι' αυτόν τον λόγο είναι πλέον απαρχαιωμένο και μάλιστα εντελώς άνευ νοήματος να μιλούμε για μια «αντιδραστική» γερμανική «ιδιαίτερη πορεία». Οι θιασώτες της αρνητικής θεωρίας της «ιδιαίτερης πορείας», που θέλουν να είναι συνεπείς στην επιχειρηματολογία τους και με το πρωτείο της εσωτερικής πολιτικής που υποστηρίζουν, πρέπει επομένως να περιμένουν μια «αντιδραστική» εξωτερική πολιτική μάλλον από τη σημερινή Μεγάλη Βρετανία ή την Πορτογαλία παρά από την τωρινή Γερμανία. Όμως το ζητούμενο σε αυτή τη θεωρητική διαμάχη δεν ήταν ποτέ η συνέπεια, και ούτε πρόκειται να είναι. Μόνο αφελείς και εύπιστοι μπορούν να προσδοκούν ότι η επιθετική εργαλειοποίηση της θεωρίας της «ιδιαίτερης πορείας» ανήκει στο παρελθόν εν όψει του πραγματωμένου εκδημοκρατισμού της γερμανικής κοινωνίας και της ευσυνείδητης διαγωγής των Γερμανών. Πάντα θα υπάρχει κάποιος στο εσωτερικό ή το εξωτερικό που θα επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να κρίνει αν και κατά πόσο αυτή η κοινωνία μπορεί να ονομαστεί «αληθινά» φιλελεύθερη ή δημοκρατική, αν και κατά πόσο η διαγωγή των Γερμανών είναι ή όχι «αληθινά» ηθική. Η σκιά της αρνητικής θεωρίας της «ιδιαίτερης πορείας» θα συνοδεύσει επομένως τη Γερμανία και στο ορατό μέλλον. Αν ως αντίδραση σ' αυτήν προκύψει εκ νέου μια θετική, αυτάρεσκη και μυθολογική θεωρία της «ιδιαίτερης πορείας», δεν είναι τόσο ζήτημα εξορκισμών του κακού και παιδαγωγικών προγραμμάτων, αλλά εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες. Τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων και δια παντός. Πολλές φορές τα τέρατα του χθες γίνονται οι θεοί του αύριο, τα ανομήματα του χθες, τα πρότυπα του σήμερα.

Μελαγχολία καί Πολεμική. Δοκίμια καί Μελετήματα
Εκδ. Θεμέλιο
1993

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

24 Σεπτεμβρίου 2013

Statement by H.E. Mr. Barack Obama President of the United States of America and H.E. Dr. Hassan Rouhani President of the Islamic Republic of Iran at the Sixty-eight Session of the United Nations General Assembly (New York, 24 September 2013).


.~`~.
I
Statement by
H.E. Mr. Barack Obama
President of the United States of America
at the
Sixty-eight Session of the
United Nations General Assembly
(New York, 24 September 2013)

23 Σεπτεμβρίου 2013

22 Σεπτεμβρίου 2013

Εισαγώγη στο ζήτημα ελλαδισμός και ελληνισμός - «Η διαχρονικότητα του ελληνισμού».


Άμα κοιτάζουμε μόνο και μόνο τον Ελληνισμό μέσα στο πλαίσιο της Ελλάδος πρώτα-πρώτα δεν θα βρούμε λύσεις για πολλά πράγματα, αυτό είναι σίγουρο, σας το λέει η ιστορία...

21 Σεπτεμβρίου 2013

20 Σεπτεμβρίου 2013

Ευερέθιστες, αλλά αναγκαίες ενθυμήσεις και παρατηρήσεις.


α´
Πολλοί εκτός της χώρας με τα παλιά και νέα όργανα τους στο εσωτερικό της θέλουν να έχουν σε διαρκή διαίρεση τους Έλληνες. Το έκαναν το 22’, το πέτυχαν την δεκαετία του 40’. Σήμερα δεν θα περάσουν. Σ’ αυτές τις ενέργειες συμμετέχει λόγω πολιτικής μικρότητας, εξάρτησης, αγωνίας για την επιβίωση και διατήρηση των απολαβών του, ένα αποτυχημένο δεξιό - κέντρο - αριστερό πολιτικό προσωπικό.

Οι πολίτες πρέπει να είναι προσεκτικοί. Να μην εγκλωβίζονται σε ψεύτικες επιβαλλόμενες από Εξωελλαδικούς και Εξωκοινωνικούς μηχανισμούς διαιρέσεις. Θέλουν επίσης να παρουσιάσουν τους Έλληνες ως φασίστες και ρατσιστές. Η ιστορία και η επιστήμη λέει ότι αυτές είναι ιδεολογίες που δεν άγγιξαν και δεν αγγίζουν τους Έλληνες (1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8). Είναι εκτός της παιδείας τους. Οι Έλληνες τις υπέστησαν πολύ περισσότερο από άλλα Έθνη και τις υφίστανται σήμερα.

Επειδή ο φασισμός και ο ρατσισμός και πολλά άλλα, είναι έντονα στοιχεία της δικής τους ιστορικής ταυτότητας, αισθάνονται εκτεθειμένοι, μειονεκτικά, άσχημα. Θέλουν με πολλούς τρόπους να τα αποδώσουν, να τα φορτώσουν και σε εμάς. Η ιστορία και η επιστήμη λέει ότι δεν είμαστε ίδιοι, δεν μοιάζουμε.

β´
Ο νέος ιστορικός κύκλος θέλει διαφανείς, καθαρές και αυθεντικές ταυτότητες. Η Ελλάδα δεν αντέχει τις χειραγωγήσεις και τις ιδεολογίες που είναι ξένες με το Ελληνικό γίγνεσθαι και την Ελληνική Ταυτότητα.

Η νέα πολιτική οφείλει να καθαρίσει αυτό το γκρίζο και ανήθικο τοπίο. Τόσο ο φιλοκεμαλισμός όσο και ο φιλοναζισμός είναι ξένοι με την Ελληνικότητα. Δεν μπορείς να είσαι Αντιρατσιστής και Φιλοκεμαλικός ή Αντικεμαλικός και Φιλοναζιστής ή ανεκτικός προς αυτές τις δύο ιδεολογίες. Σημαίνει ότι δεν δρας σε μια σφαίρα διαφάνειας, Αγοράς, της Πόλης όπως λέω. Σημαίνει ότι σε χειραγωγούν, είσαι ενεργούμενο γκρίζων μηχανισμών εντός και εκτός Ελλάδος. Αυτές οι φυλές είναι ορατές στο δημόσιο τοπίο.

Η Χρυσή Αυγή είναι προϊόν, δημιούργημα του αποτυχημένου δεξιοαριστερού μεταπολιτευτικού, «πολιτικού» λεγόμενου κόσμου. Του βαθέως συστήματος. Δεν θα υπήρχε η Χρυσή Αυγή αν δεν υπήρχαν αυτοί. Την χρησιμοποιούν σήμερα για να νομιμοποιηθούν μετά την πλήρη ηθική, πολιτική απονομιμοποιησή τους. Θέλουν να καθορίζονται ως δημοκράτες σε σχέση με την Χρυσή Αυγή. Δεκαετίες πριν το έκαναν σε σχέση με τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Εκσυγχρονιστής ο Σημίτης, Αντιεκσυγχρονιστής ο Χριστόδουλος. Είναι όμως δημοκράτες σε σχέση με την Ελληνική Δημοκρατική Διαλεκτική, την Δημοκρατία στην Ελλάδα; Η πραγματικότητα λέει όχι. Είναι αντιρατσιστές και ανθρωπιστές σε σχέση με τον Κεμαλισμό, τα θύματα του; Όχι είναι απάνθρωποι.

Η μια πλευρά θέλει να χρησιμοποιεί την άλλη ως πλυντήριο της αντιδημοκρατικότητας της.
Είναι μια μέθοδος αυτοσυντήρησης τους.

Αποσιωπούν επίσης ή μάλλον θέλουν να περάσει στην λήθη το γεγονός ότι η Κεμαλολαγνία αποτέλεσε και αποτελεί ιδεολογία του επίσημου αριστεροδεξιού αθροίσματος της πολιτικής και των θεσμών του δορυφορικού Κράτους... Εκπαιδευτικοί θεσμοί, θεσμοί της εξωτερικής πολιτικής, Κόμματα της Αριστεροδεξιάς αποτέλεσαν και αποτελούν γιάφκες αυτού που ονομάζω Αριστεροδεξιό Κεμαλοφασισμό. Επίσης εφημερίδες. Από τις δεξιές φιλοαντλαντικές έως τους ζηλωτές της «Αυγής».

Επί δεκαετίες έχω μια ηθική, ανθρωπιστική και πολιτική σύγκρουση με το Κεμαλορατσιστικό φαινόμενο. Έχουν ψευδαισθήσεις όσοι πιστεύουν ότι θα αποφύγουν την Δημόσια απολογία τους, την καταδίκη τους επειδή προστατεύονται ή επειδή καταφεύγουν σε προστάτες εσωτερικούς και εξωτερικούς ή επειδή κρύβονται.

γ´
Η κατάργηση της Εσωτερικής πολιτικής δημοκρατικής διαλεκτικής και εξέλιξης απέτρεψε την ανάδειξη σοβαρών αντιπολιτευτικών, εναλλακτικών πολιτικών πόλων και ηγεσιών. Το Γερμανικό Μάρκο και το Ευρώ έπαιξαν το ρόλο τους σ' αυτή την αντιδημοκρατική και αντεθνική εξέλιξη. Το δολάριο ήταν πάντα παρόν. Ότι καλό υπήρχε ως πολιτικό κεφάλαιο στη χώρα ενσωματώθηκε και εκφυλίστηκε ή εξορίστηκε... Η χώρα βρέθηκε ακέφαλη, ανοχύρωτη, απροστάτευτη με το πλέον ανίκανο και εκφυλισμένο πολιτικό προσωπικό που είχε ποτέ. Η ανάδειξη των ηγεσιών έγινε δια μέσου μιας σιωπηρής εξωελλαδικής και εξωθεσμικής διαπραγμάτευσης...

Ο πρώτος όμως μεγάλος αγώνας για τους Έλληνες είναι αυτός της εσωτερικής κάθαρσης και ευταξίας. Έχει πρωταρχικά ανάγκη από τους εσωτερικούς απολογισμούς και λογαριασμούς της. Οι καλοί εσωτερικοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς πολίτες... Ο πρώτος εχθρός βρίσκεται εντός των τειχών. Εάν η χώρα, η κοινωνία, η πολιτική κάνει τους εσωτερικούς λογαριασμούς της, στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις, τότε μπορεί να βγει από το βάραθρο και επίσης να δώσει πολλά Ευρωπαϊκά και Οικουμενικά μαθήματα που όπως φαίνεται η σημερινή Ευρώπη και η Οικουμένη τα έχουν πολύ ανάγκη...
Μιχάλης Χαραλαμπίδης
Ελληνική Πολιτική Παιδεία, η Πολιτική ως Ανώτερη Τέχνη
Εκδ. Στράβων

δ´
Δεν είναι ο Μαρξισμός, ο Νεοφιλελευθερισμός ή άλλα –ισμός, αναλφάβητα μάλιστα, που βοηθούν να κατανοήσουμε τις πολιτικές μεταλλάξεις, τις γεννοβολίες των 58, των 75 κ.λπ, το φαινόμενο των κομμάτων μη κομμάτων, τις δεξιές και αριστερές γιάφκες.
Είναι η Ελληνική έννοια του τέρατος, της τερατογονίας... που βοηθά στην κατανόηση των αποκρουστικών φαινομένων αλλά και την απελευθέρωση μας από το τέρας. Πριν τον τελικό θάνατο του τέρατος εμφανίζονται διάφορα θνήσκοντα οφιοειδή πλοκάμια του, επίσης μεταλλάξεις, μεταστάσεις του σε νέα τέρατα. Είναι γνωστή η γνώμη μου. Η απελευθέρωση μας προϋποθέτει τον θάνατο του μεταπολιτευτικού τέρατος, των τερατογόνων κυττάρων του, δεξιών και αριστερών.
Δεν εισακούσθηκαν οι προγνώσεις μου το 1996, το 1999, το 1981 ας γίνουν κατανοητές οι σημερινές. Η κληρονομιά μας είναι αυτή του Προμηθέα όχι του Επιμηθέα. Η δεύτερη χαρακτηρίζει τα νήπια, τους ανοήμονες, τους ιδιώτες όχι τους ανθρώπους της Πόλις.

ε´
Η αρχική άρνηση της δεξιάς και Αριστερής μεταπολιτευτικής πολιτικής προς την εθνική μνήμη, η χωριστή πολιτική ως προς την Εθνική διάσταση, μετασχηματίστηκε σταδιακά και εκφυλίσθηκε σε εχθρότητα, με επόμενο στάδιο, αυτό του μεταμορφωτισμού της σε Μισελληνισμό... Κομμάτια της δεξιάς και της αριστεράς υποκατέστησαν τον πατριωτισμό με την αμερικανοσίνη, τον κοσμοπολιτισμό και τον ευρωπαϊσμό. Τελικά δεν ήταν ούτε πατριώτες, ούτε ευρωπαίοι, ούτε κοσμοπολίτες (εδώ είχαμε το κιτς)... Οι αρνητές της εθνικής διάστασης, κρατιστές και νεοφιλελεύθεροι, το επαρχιώτικο μπλόκ, ήταν το υπόστρωμα επάνω στο οποίο περπάτησαν και καλλιεργήθηκαν αυτές οι αλλοιώσεις. Προπονούνταν από τότε για την είσοδο τους στο ΔΝΤ, για το οποίο σήμερα οδύρονται ή κραυγάζουν. Αυτή ήταν πάντοτε η τύχη των επαρχιωτών...
Το ισχυρότερο όμως χτύπημα δέχτηκαν τα πεδία της παραγωγής, της δημιουργίας υλικών και άυλων προϊόντων. Ο μισελληνισμός δολοφονούσε τις διεργασίες επινόησης και σχεδιασμού υλικών και άυλων προϊόντων. Δολοφονούσε το συλλογικό και ατομικό, πολιτισμικό, δημιουργικό φαντασιακό του Έλληνα και το αντικαθιστούσε με αυτό του Χιμπατζή. Το μέτωπο της ηλιθιότητας δεν κατανοεί ότι η δολοφονία του εθνικού, της Ελληνικότητας, προκαλεί τη δολοφονία του κοινωνικού, του παραγωγικού, του δημιουργικού (Συμβολικό Κεφάλαιο). Ότι ο Χιμπατζής, το Τουρκομπαρόκ μπορεί να σου επιτρέπει την κατανάλωση, να σε κάνει φθηνό καταναλωτή σκουπιδιών. Δεν σε κάνει όμως παραγωγό και δημιουργό, μάστορα προϊόντων, αγαθών, καλλιτεχνικών έργων... Οι εγχώριοι δυστυχώς κινούνταν ανάμεσα στη θεολογία, τον επαρχιωτισμό, τα συμπαθητικά όντα της ζούγκλας και το κιτς. Δεν κατανόησαν ακόμη δεξιά και αριστερά -ορισμένοι ντροπαλά το εξομολογούνται- ότι το δίλημμα είναι Ελληνικότητα ή Γορίλες και Χιμπατζούδες και πολλά άλλα προϊόντα της παγκοσμιοποίησης. Δεκαετίες πριν μίλησα για τα χαρακτηριστικά «πορτορικανοποίησης» της χώρας και το τουρκομπαρόκ...
Μιχάλης Χαραλαμπίδης
Ελληνική Πολιτική Παιδεία, η Πολιτική ως Ανώτερη Τέχνη
Εκδ. Στράβων


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

*
*
*
*

18 Σεπτεμβρίου 2013

Σκέψεις χρείας.


Η κυρίαρχη κατάσταση στη χώρα είναι η κατάρρευση της αξίας και ο εξευτελισμός της ανθρώπινης ζωής.

16 Σεπτεμβρίου 2013

13 Σεπτεμβρίου 2013

Είπαν ή έγραψαν...


...τα εμπόδια προς την «παγκοσμιοποίηση» εξακολουθούν να είναι τρομερά. Και δεν εννοούμε μόνο τον εθνικισμό και την ξενοφοβία που συναντούμε σε πολλά μέρη, ιδιαίτερα του αναπτυσσόμενου κόσμου, αλλά και εκείνον τον τύπο περιφερειακής οργάνωσης που, αντί να ωθεί τις χώρες να ανοιχτούν στο παγκόσμιο εμπόριο, τείνει να δημιουργεί ομάδες χωρών σχετικά κλειστές στο εμπόριο αυτό. Ανεξάρτητα από το αν θα επικρατήσει η παγκοσμιοποίηση ή η περιφερειακή οργάνωση, η επίδραση στα μεμονωμένα κράτη είναι παρόμοια. Όσο πιο σημαντικό είναι ένα κράτος, τόσο πιθανότερο είναι να συμμετέχει σε πολύ μεγάλο αριθμό διεθνών οργανισμών, είτε αυτοί είναι παγκόσμιοι είτε περιφερειακοί είτε απλώς εξειδικευμενοι. Με τον τρόπο αυτό, παραχωρεί ένα μέρος της κυριαρχικής εξουσίας του με αντάλλαγμα να έχει λόγο στις υποθέσεις των γειτόνων του. Στο μεταξύ, ο έλεγχος που ασκεί στην οικονομία και τη σκέψη των πολιτών του έχει αμφίβολα μειωθεί.


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

11 Σεπτεμβρίου 2013

Είπαν... για τις εξελίξεις στη Συρία και τις παγκόσμιες εξελίξεις - ή για τον πλανητικό μετασχηματισμό.


.~`~.
I
Συρία
α´
...στην πραγματικότητα, εάν πάμε σε πόλεμο, δεν θα είναι ένας νόμιμος πόλεμος. Γί αυτό ο Πρόεδρος Obama χρησιμοποίησε ad nauseam επιχειρήματα (*) μιλώντας

10 Σεπτεμβρίου 2013

Ο οικονομικός πόλεμος και η στρατηγική ως πολεμολογικές έννοιες.


α´
Ο οικονομικός πόλεμος δεν είναι μόνο ένα στοιχείο της γεωπολιτικής και δεν λειτουργεί σε φάση ειρήνης. Ο πόλεμος έχει ένα χαμαιλεοντικό χαρακτήρα, όπως λέει ο Clausewitz. Κατά συνέπεια, οι διαχωρισμοί είναι τεχνητοί. Ένα κλασσικό λάθος είναι να τον εντάξουμε στο κοινωνικό πλαίσιο της ειρήνης

Ανθρωποποίηση' Πολιτισμικά' Αρχιτεκτονική και μουσική.


Πιο σημαντικό στην αρχιτεκτονική είναι αυτό που υπερβαίνει το ίδιο το υλικό... Για παράδειγμα το Taj Mahal που είναι φτιαγμένο από μάρμαρα κλπ., δηλαδή πολύ δαπανηρά υλικά, δεν το θεωρώ σημαντικό αρχιτεκτονικό έργο. Υπάρχουν άλλα κτίσματα, φτιαγμένα με φτηνότερα υλικά, που είναι πολύ πιο ενδιαφέροντα απ' αυτό Γιατί; Διότι στην αρχιτεκτονική υπάρχει το ζήτημα του σχήματος, των αναλογιών, των μεγεθών, στοιχεία πιο αφηρημένα από το ίδιο το υλικό. Αν οι αναλογίες ευσταθούν, τότε το υλικό λαμπρύνεται, γίνεται πιο σημαντικό, πιο ενδιαφέρον. Αν όχι, τότε θα είναι μια αποτυχία, έστω και αν προσθέσετε χρυσό στα υλικά. Το ίδιο πιστεύω ότι συμβαίνει και με τη μουσική. Το πρόβλημα είναι πως να υπερβεί κανείς τα υλικά. Αυτό δε σημαίνει ότι ο ήχος δεν πρέπει να είναι από μόνος του ενδιαφέρων, να εκτελείται καλά από καλούς εκτελεστές, αν υπάρχουν εκτελεστές. Γιατί αν οι εκτελεστές είναι κακοί, τα πάντα καταρρέουν. Άρα είναι κάπως διαφορετικά τα πράγματα από την αρχιτεκτονική. Αν όμως υπάρχουν δυναμικά, ευφυή και βαθιά πλαίσια της μουσικής, τότε ενίοτε δεν έχει και τόση σημασία η κακή εκτέλεση. Αυτό το βλέπουμε στις περιπτώσεις που γνωρίζετε, όπως στον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν, το παρελθόν της μουσικής που γνωρίζετε τη δομή της, περιπτώσεις στις οποίες έστω και αν επικρίνετε την εκτέλεση, το κομμάτι σώζεται στη συνείδηση σας. Π.χ. η 5η Συμφωνία είναι κάτι το εξαιρετικό, ακόμα και αν δεν παιχτεί καλά, οπότε θα πείτε ότι δεν είναι ενδιαφέρον επειδή η εκτέλεση δεν ήταν καλή, αλλά το κομμάτι μένει στη θέση του.
Πάντοτε μπορούμε να φανταζόμαστε πράγματα που δεν έχουν καθόλου ύλη, δηλαδή δομικά πράγματα, γεγονός που συμβαίνει στη φυσική, στον τομέα του απειροελάχιστου, των σωματιδίων, καθώς και στην περιοχή της που ασχολείται με την κατανομή γαλαξιών στον ουρανό. Πρόκειται για μια αρχιτεκτονική διαφορετική από αυτή που γνωρίζετε. Πρέπει όμως να μην ξεχνάμε ότι η μουσική είναι κάτι που συμβαίνει στον χρόνο, δηλαδή κάτι που έχει σχέση με εξέλιξη, ενώ η αρχιτεκτονική δεν εμφανίζει εξέλιξη, όταν στέκεται κάπου. Εκτός κι αν κινηματογραφήσετε κάτι που εξελίσσεται, αρχιτεκτονικές μεταβολές, τότε επίσης λαμβάνει χώρα στον χρόνο. Τα χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής διαφέρουν από εκείνα της μουσικής. Υπάρχουν αντιστοιχίες, όμως αυτές βρίσκονται στο κατώτερο επίπεδο νόησης.


.~`~.

9 Σεπτεμβρίου 2013

Η ισχύς της πειθούς και ο έλεγχος της κοινής γνώμης - μέρος α´. Με αφορμή τα τεκταινόμενα.


Η πολιτική ισχύς στη διεθνή σφαίρα μπορεί να διαχωριστεί για χάρη της συζήτησης σε τρεις κατηγορίες: (α) στρατιωτική ισχύ, (β) οικονομική ισχύ, (γ) ισχύ της πειθούς. Θα διαπιστώσουμε, ωστόσο, ότι οι κατηγορίες αυτές είναι αλληλοεξαρτώμενες' και παρόλο που μπορούν να διαχωριστούν θεωρητικά, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς στην πράξη μια χώρα να διαθέτει για κάποιο χρονικό διάστημα ένα είδος ισχύος χωρίς να διαθέτει κάποιο άλλο. Στην ουσία της η ισχύς είναι μια αδιαίρετη ολότητα. «Οι νόμοι της κοινωνικής δυναμικής», είπε ένας σύγχρονος κριτικός, «είναι νόμοι που μπορούν να διατυπωθούν μόνο με όρους ισχύος, όχι με όρους της μιας ή της άλλης μορφής ισχύος» (*).
---------------------------------------------------------------
(*) B. Russel - Power, στο έργο αυτό κάνει μια ανάλυση της ισχύος ως «βασικής έννοιας στην κοινωνική επιστήμη» και διαιρεί την ισχύ σε τρεις κατηγορίες' ο συγγραφέας υιοθετεί αυτή τη διαίρεση. Επίσης, «Έχει γίνει της μόδας να λέγεται ότι ο κόσμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο έχει περάσει από την εποχή της πολιτικής ισχύος στην εποχή της γεωοικονομίας. Τέτοιου είδους κλισέ δείχνουν ελλειπή και στενόμυαλη ανάλυση. Η πολιτική και η οικονομία συνδέονται» - Joseph Nye, και συνεχίζει λέγοντας πως «Τα διεθνή οικονομικά συστήματα εδράζονται στην διεθνή πολιτική τάξη», στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν απασχολει κάποιο ζήτημα «πρωτοκαθεδρίας», αλλά η αλληλεξάρτησης των μορφών ισχύος.
---------------------------------------------------------------
Ο απόλυτος έλεγχος της κοινής γνώμης περιστέλλεται με δύο τρόπους. Πρώτον,

5 Σεπτεμβρίου 2013

4 Σεπτεμβρίου 2013

Η «μεταμοντέρνα αυτοκρατορία» ή το «κοσμοπολίτικο κράτος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ευρωπαϊκή οικοδόμηση και οι εθνικές στρατηγικές ασφάλειας των κρατών μελών της. Το μεταμοντέρνο ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφάλειας, οι πλουραλιστικές και συγχωνευμένες κοινότητες ασφάλειας και οι αλλαγές στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Ευρώπης.


.~`~.
I
Ευρωπαϊκή οικοδόμηση και οι εθνικές στρατηγικές ασφάλειας των κρατών μελών

α´
Το ΝΑΤΟ και η ΕΕ έχουν συγκεκριμένα δομικά χαρακτηριστικά, τα οποία επηρεάζουν με πολυδιάστατους τρόπους τις εθνικές στρατηγικές των κρατών-μελών τους. Οι υπέρμαχοι της ενοποίησης της ΕΕ τα τελευταία χρόνια αναφέρονται σε αυτήν ως το κυριότερο επίτευγμά του «μετανεωτεριστικού κόσμου». Η ΕΕ διαφοροποιείται τόσο από τα συμβατικά κράτη του «νεωτεριστικού κόσμου» όσο και από τον «προνεωτεριστικό κόσμο», δηλαδή από το χάος που προηγήθηκε του κράτους και έπεται των αυτοκρατοριών. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ευρωκεντρική «ανάγνωση» της ιεραρχημένης ιμπεριαλιστικής δομής των τριών πυλώνων της Δύσης και του Τρίτο Κόσμου.
Η μεταμοντέρνα ΕΕ προσφέρει το όραμα μιας «συνεργατικής διακυβερνητικής οντότητας» με κοινό επίπεδο ελευθεριών και κοινή ασφάλεια, με μειωμένη εθνική κυριαρχία - στοιχείο που χαρακτήριζε όλες τις αυτοκρατορίες. Ένα τέτοιο μεταμοντέρνο μόρφωμα αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο καμιά χώρα δεν κυριαρχεί και το οποίο γεννά αρχές που δεν είναι εθνικές αλλά νομικές. Πολύ συχνά οι διαφορές ανάμεσα στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ ανάγονται σε διαφορές προτεραιοτήτων στην πολιτική, ή ακόμα και σε διαφορές συμφερόντων. Στην πραγματικότητα, οι διαφορές αυτές έχουν τις ρίζες στους στον τρόπο που οι δύο πυλώνες της Δύσης κατανοούν τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις και τους όρους ασφάλειας που διαμορφώνονται στο διεθνές περιβάλλον.
Τα κράτη που συγκροτούν την ΕΕ έχουν διαμορφώσει το πρώτο «μεταεθνικό» διακυβερνητικό μόρφωμα στην παγκόσμια ιστορία. Αυτό το μόρφωμα αποκτά μια διακριτότητα μέσα από την χρήση πολλαπλών μέσων επηρεασμού, αποκλειόμενης, όσο είναι δυνατόν, της στρατιωτικής ισχύος. Αυτός ο τελευταίος αποκλεισμός προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκτεταμένη χρησιμοποίηση της διπλωματίας' όχι ενός οποιουδήποτε είδους διπλωματίας, αλλά συγκεκριμένα της «κοσμοπολίτικης διπλωματίας» -σύμφωνα με οργανικούς διανοούμενους της ΕΕ-, η οποία προκύπτει από

3 Σεπτεμβρίου 2013

Ο πόλεμος στη Συρία ή ο πόλεμος για τη Συρία.


Ο συριακός εμφύλιος μετατρέπεται σε περιφερειακή σύγκρουση με ηγετικές δυνάμεις
από τη μια το Ιράν και από την άλλη την Τουρκία

.~`~.
I

Από το 1949 ώς το 1970 η Συρία ήταν ίσως η πιο ασταθής χώρα στον κόσμο. Ισχνά κοινοβουλευτικά διαλείμματα παρεμβάλλονταν ανάμεσα σε συνεχή στρατιωτικά πραξικοπήματα, περίπου ένα κάθε χρόνο. Μια χώρα μωσαϊκό εθνοθρησκευτικών ομάδων: Άραβες σουνίτες μουσουλμάνοι (περισσότεροι από το 50%), αλαουίτες (κλάδος των σιιτών μουσουλμάνων με πολλά στοιχεία όμως συγκρητισμού, περίπου 10%), χριστιανοί (ορθόδοξοι, Συροχαλδαίοι, καθολικοί, 10% του πληθυσμού), Κούρδοι (οι περισσότεροι σουνίτες μουσουλμάνοι, επίσης 10%), Δρούζοι και Αρμένιοι. Η ανάπτυξη του συριακού αραβικού εθνικισμού μονοπωλήθηκε στα χρόνια του μεσοπολέμου από τη σουνιτική μεγάλη γαιοκτημονική τάξη και λιγότερο από χριστιανούς ριζοσπάστες διανοούμενους. Η άνοδος του παναραβικού κινήματος Μπάαθ ήρθε κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ως αντίδραση μεσαίων στρωμάτων (επιστημόνων, επαγγελματιών και μετέπειτα στρατιωτικών) στη γαιοκτημονική πολιτική κυριαρχία και στην αδυναμία της να αντιπαρατεθεί στο Ισραήλ στον πόλεμο του 1948.

`~.



.~`~.

2 Σεπτεμβρίου 2013

Το Ισλάμ και τα ισλάμ - μέρος α´ . Γενικά στοιχεία για τη προσέγγιση της γεωγραφίας και της γεωπολιτικής του ισλαμιστικού κινήματος.


.~`~.
Πρόλογος

Με τον όρο ''Γεωγραφία του Ισλαμιστικού Κινήματος'' θέλω να υπογραμμίσω τον προσανατολισμό του πονήματος αυτού στις έννοιες της χωρικής διασποράς των δρώντων ισλαμιστικών πυρήνων και των χωρικών τους συνδέσεων, οι οποίες αποτελούν γεωπολιτικά ρεύματα και προκαλούν εν δυνάμει εστίες αποσταθεροποιήσεων και ανακατατάξεων. Να εντοπίσω και να ομαδοποιήσω χωρικά, σε καθέναν από τους εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς του Κεντρικού Ισλάμ της Μ. Ανατολής, τις ποιοτικές τους ιδιομορφίες, έτσι ώστε να καταστεί σαφές ότι το Ισλάμ ως γεωγραφικο-θρησκευτικός όρος είναι διάφορος των ισλάμ ως ιδεολογικο-πολιτικά μορφώματα...
Ας γίνει κατανοητό: δεν υφίσταται γεωπολιτική ανάλυση δίχως γεωγραφική ανάλυση... Πέρα από τους ουσιαστικά ''φαντασιακούς'' και ''επίπεδους'' μαθηματικούς χώρους της παραδοσιακής κλασικής Οικονομικής του Χώρου, η γεωπολιτική αντίληψη της Γεωγραφίας προσέθεσε την έννοια της πολιτιστικής -άρα και ιδεολογικής- συγχρονικότητας, μια έννοια που, εμπειρικά τουλάχιστον, πριν εξαντληθεί, απέδωσε πολλούς καρπούς στο πεδίο της γεωγραφικής έρευνας. Οι εργασίες μου, όμως, στις θεωρίες της εξάρτησης μ' έκαναν να περάσω από το πεδίο αυτό, της καθαρά ''οικονομίστικης'' και αναπτυξιακής μεθοδολογίας της γεωγραφικής ανάλυσης, σ' ένα άλλο πεδίο, όπου οι ''συγχρονικότητες του χρόνου'' και οι ''συγχωρικότητες του χώρου'' παραχωρούσαν το εμπειριστικό τους βάθρο σε μια υπερδομική αντιμετώπιση του θέματος. Σε μια αντιμετώπιση κατά την οποία βασική θέση-κλειδί για την ανάλυση κατείχε η έννοια του Γεωγραφικού Χρόνου, όπως τον έχω εισάγει και ορίσει σε προηγούμενες εργασίες... προσπαθώ να καταγράψω και να ερμηνεύσω τη δομή και τη λειτουργία του ισλαμιστικού κινήματος στο γεωγραφικό χώρο της Μ. Ανατολής, με δεδομένο το γεωοικονομικό της πλαίσιο, θεωρώντας το ως γεωπολιτικό καταλύτη στις εξελίξεις της περιοχής. Μιας περιοχής της οποίας οι ενεργειακές και δημογραφικές δυνατότητες, οι ιδιαίτερες εθνικές και θρησκευτικές ιδεολογίες, δηλ. η πολιτιστικο-ιδεολογική της συγκυρία και η παρουσία σημαντικότατων γεωγραφικών στοιχείων στρατηγικού ελέγχου της ΝΑ Μεσογείου, την καθιστούν πραγματικό λέβητα-παραγωγό εκρήξεων... θα ήθελα να ευχηθώ στον αναγνώστη, μετά τη μελέτη της ταπεινής αυτής συμβολής να είναι σε θέση να αναγνωρίζει τις διαφορές μεταξύ του Ισλάμ και των ισλάμ, του ισλαμικού και του ισλαμιστικού κινήματος, μεταξύ του ισλαμιστή, του φονταμενταλιστή, του τραντισιοναλιστή, του κληρικαλιστή, του φανατικού και του ριζοσπάστη μουσουλμάνου. Θα θεωρήσω ότι κάτι πέτυχα όταν γίνει αντιληπτό ότι η γνωστή αποστροφή του De Gaulle ίσως να απαιτεί μεγαλύτερη εμβάθυνση για να μην οδηγήσει σε λανθασμένες αντιλήψεις αντιμετώπισης των μεσανατολικών πραγμάτων της Δύσης.
«Devant l'Orient complique, je partais avec des idees tres simples»

.~`~.
I
Γενικά στοιχεία

Η σύγχρονη γεωπολιτική διαχωρίζει το γεωγραφικό χώρο του Ισλάμ σε Κεντρικό και Περιφερειακό ισλάμ. Αυτή η αναφορά σε ''Κέντρο'' και ''Περιφέρεια'' δεν έχει σχέση με τη γνωστή τριτοκοσμική οικονομική ανάλυση θεωρητικών όπως του Σαμίρ Αμίν. Σε ότι αφορά στη περίπτωση του Ισλάμ, ο εντοπισμός ''κέντρου'' και ''περιφέρειας'' έχει ιστορική βάση. Το Κεντρικό Ισλάμ περιλαμβάνει τις χώρες που εξισλαμίσθηκαν κατά τους πρώτους αιώνες της Εγίρας, εν ολίγοις την περίοδο που στη Δύση αποκαλούμε Μεσαίωνα, δηλ. μεταξύ 7ου και 11ου αιώνα του χριστιανικού ημερολογίου. Πρόκειται για τις χώρες που βρίσκονταν συγκεντρωμένες υπό την εξουσία των Χαλιφών της Δαμασκού και της Βαγδάτης, δηλ. τις χώρες της Αραβικής χερσονήσου, τη Συρία, την Ιορδανία, το Ιράκ, τη Περσία, το Λίβανο, την Αίγυπτο, το Αφγανιστάν και το Μαγκρέμπ. Το Περιφερειακό αντιστοιχεί σε μακρινές εκτάσεις του Ισλάμ και συγκεκριμένα σ’ αυτές που εξισλαμίσθηκαν μετά το τέλος του Μεσαίωνα: Τις Ινδίες, την Ινδονησία, την Κεντρική Ασία και την Ν.Σαχάρα. Παρατηρούμε ως εκ τούτου ότι το Περιφερειακό ισλάμ αναφέρεται σε μη αραβόφωνους κοινωνικούς σχηματισμούς κατ’ αντίθεση με το Κεντρικό. Παρολ’ αυτά, οι ανατολιστές εντάσσουν στο Κεντρικό Ισλάμ και το Ιράν διότι αποτελεί μέρος της αρχικής επέκτασης των πρώην Χαλιφάτων. Με δεδομένο φυσικά ότι η καρδιά της απανταχού κοινότητας των Πιστών (Umma) χτυπά στη Μέκ(κ)α...
Οι μουσουλμάνοι θεολόγοι και νομοδιδάσκαλοι (Ulemas) προβαίνουν σε έναν άκρως ενδιαφέροντα διαχωρισμό του πλανήτη σε ό,τι αφορά στην γεωπολιτική του σημασία. Σύμφωνα μ’ αυτόν το διαχωρισμό ο πλανήτης αποτελείται από τρεις ζώνες: τη ζώνη του Οίκου του Ισλάμ (Daar al-Islam), τη ζώνη του Οίκου του Πολέμου (Daar al-Harb) και στην ζώνη του Οίκου της Συνύπαρξης (Daar al-Sulh). Η τελευταία «...περιελάμβανε ορισμένες χώρες που δεν είχαν υπαχθεί στη μουσουλμανική εξουσία αλλά βρίσκονταν σε κατάσταση κάποιας εξαρτήσεως από το Ισλάμ, βάσει ειδικής συνθήκης. Οι χώρες αυτές διατηρούσαν τους νόμους τους και τη διοίκηση τους, αλλά ήσαν, τρόπον τινά, ''προτεκτοράτα'' του γειτονικού ισλαμικού κράτους». Ο Οίκος του Ισλάμ είναι ο μουσουλμανικός κόσμος, ο χώρος όπου το Ισλάμ εκφράζει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Ο Οίκος του Πολέμου αναφέρεται στο τμήμα εκείνο της διεθνούς κοινωνίας όπου το Ισλάμ αποτελεί ακόμα μειοψηφία. Οι μόνες σχέσεις που επιτρέπεται να διατηρούνται μεταξύ των δύο Οίκων είναι αυτές που υπαγορεύονται από ύψιστη ανάγκη, όπως η αγορά βασικών ειδών διατροφής. Οι σχέσεις αυτές ονομάζονται Darura (σχέσεις ανάγκης)...
Ο Αντώνης Οικονομίδης αναφέρει ότι: «η διαίρεση του κόσμου (μεταξύ των Οίκων του Πολέμου και του Ισλάμ) δεν είναι πλέον αυστηρή όπως ήταν άλλοτε. Επιπλέον, πολλές ερμηνείες έχουν αναπτυχθεί από τους νομομαθείς για να δικαιολογήσουν ότι οι χώρες εκείνες που άλλοτε θεωρητικά άνηκαν στην Περιοχή του Πολέμου, στην πραγματικότητα αποτελούν Περιοχή του Ισλάμ. Με άλλα λόγια, η τάση σήμερα είναι να θεωρείται ότι ανήκουν στο Dar ul-Islam όλες οι χώρες, ακόμα και εκείνες υπό μη μουσουλμανική διακυβέρνηση, όπου όμως οι Μουσουλμάνοι που διαβιούν σ‘ αυτές μπορούν να ασκήσουν ελεύθερα τη θρησκεία τους, δηλαδή την προσευχή, τη νηστεία, την ελεημοσύνη, τη μετάβαση για προσκύνημα στους αγίους τόπους του Ισλάμ, όπως και τους κανόνες που αφορούν την προσωπική κατάσταση... Το επόμενο λογικό συμπέρασμα είναι ότι εφόσον δεν υπάρχει πλέον ''Περιοχή του Πολέμου'' για να μετατραπεί σε ''Περιοχή του Ισλάμ'', πρακτικά δεν υφίσταται ανάγκη κήρυξης ''ιερού πολέμου''» και ότι «Σήμερα, το Ισλάμ περιορίζεται στον προσηλυτισμό και στη διάδοση της πίστεως με ειρηνικά μέσα». Δικαίως ο συγγραφέας υποστηρίζει αυτήν την άποψη, λαμβάνοντας υπόψη του τις νομικές ερμηνείες των μουσουλμανικών Νομικών Σχολών που εκφράζουν το επίσημο Ισλάμ και όχι το -ανύπαρκτο ακόμα στη διάρκεια του 19ου αιώνα- ισλαμιστικό κίνημα. Κι αυτό γιατί το επίσημο Ισλάμ, ιδιαίτερα με τη μορφή των σουνιτικών κυβερνητικών καθεστώτων, χαρακτηρίστηκε ''προδοτικό'' και ''βέβηλο'' από το νεογέννητο -στις αρχές του 20ου αιώνα- ισλαμιστικό κίνημα, ακριβώς για αυτήν του τη στάση απέναντι στις δυτικές, αποικιοκρατικές τότε, δυνάμεις. Υπό το φως, όμως, των αντιλήψεων του ισλαμιστικού κινήματος, σουνιτικού ή σιιτικού, ακόμα και μουσουλμανικές κυβερνήσεις που διατηρούν σχέσεις με το Ισραήλ και εξαρτώνται πολιτιστικά, οικονομικά και οπλικά από τη Δύση θεωρούνται ως ''ο πλησιέστερος στόχος'' του προσωπικού Jihad που πιστού (fard‘ayn) και είναι οι πρώτες προς εξολόθρευση στον κατάλογο του ισλαμιστικού κινήματος...
...η ισλαμιστική ανάλυση της μουσουλμανικής κοινωνίας χαρακτηρίζει ως παράνομη κάθε ενέργεια των μουσουλμανικών ελίτ που εγκατέλειψαν πια το θρησκευτικό στοιχείο (Din) για να περάσουν στο κοσμικό (Diniyia). Το ίδιο παράνομες είναι και οι νομικές πράξεις του κράτους (Dawlat), a fortiori στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου. Η ισλαμιστική ανάλυση απορρίπτει σαφώς της μετατροπή του Ισλάμ σε προσωπική υπόθεση θεωρώντας την ως αποτέλεσμα της προδοτικής επιρροής των ''δοτών'' κυβερνήσεων που στηρίζονται σε μια ''δυτικοποιημένη και προδοτική αστική τάξη''. Το πρότυπο του εθνικού κράτους δεν αποτελεί παρά αποτέλεσμα μιας εκφυλιστικής διαδρομής του Ισλάμ στο χρόνο, η οποία το οδηγεί στη fitna (αναρχία, αταξία) γεγονός που ανατρέπει τη διαδικασία εξέλιξης της Umma και οφείλεται εξ’ ολοκλήρου στην ηγέτιδα εκφυλισμένη ελίτ, την προδοτικά απομακρυσμένη από τις παραδοσιακές αξίες.
Έτσι, οι ισλαμιστές προτείνουν «έναν ενιαίο και πολυμέτωπο αγώνα στα μέτωπα της εκπαίδευσης, της πολιτικής και της θρησκείας ώστε να επανέλθει η κοινωνία των πιστών στην πρωταρχική της καθαρότητα. Να αλλάξουν οι σχέσεις του ανθρώπου με το Θεό, με τους συνανθρώπους του και τη φύση. Να αλλάξουν οι νοοτροπίες, τα αισθήματα, οι θεωρήσεις και οι πολιτικές και οικονομικές δομές» [Yassine Abd-Assalam, La revolution a l‘heure de l‘ Islam].

.~`~.
II
Γεωπολιτική του Ισλάμ από την ισλαμιστική οπτική
α´
Πρέπει μας απασχολήσει εκτενέστερα η θεμελιώδης έννοια του Jihad. Ο Jihad αποτελεί μια υποχρέωση των πιστών η οποία δεν είναι ατομική αλλά αφορά σε ολόκληρη την Umma. Ο Jihad είναι ο όρος που μεταφράστηκε στη Δύση ως ''Ιερός Πόλεμος''. Από ετυμολογική άποψη, η ρίζα J.H.D. σημαίνει την προσπάθεια που πρέπει να καταβληθεί από τους πιστούς ώστε να καταστούν δυνατές οι προϋποθέσεις της ανεμπόδιστης εξάπλωσης του Ισλάμ.
«Οι τύραννοι του κόμματος του Σατανά συχνά προσέτρεξαν στη βία των όπλων για να διαλύσουν ή να εξαφανίσουν το Κόμμα του Θεού. Ο Πόλεμος λοιπόν είναι αναπόφευκτος. Το καθήκον των μουσουλμάνων είναι να πάρουν τα όπλα για να βοηθήσουν τους καταπιεσμένους, ιδιαίτερα αν αυτοί είναι πιστοί του Ισλάμ. Το Ισλάμ δεν αναγνωρίζει τα γήινα σύνορα μεταξύ των κρατών. Αυτό που μετράει για το Ισλάμ είναι τα σύνορα της πίστης». (Golam Reza Radai Araqi)
Πρέπει όμως να τονισθεί ότι ο Jihad συνιστά τρίπτυχο: Είναι μια προσπάθεια πρωτίστως βελτίωσης του ίδιου του εαυτού του πιστού απέναντι στα πάθη του, μια συλλογική προσπάθεια, έπειτα, ολόκληρης της Umma με σκοπό να προάγει το ''Καλό'' και να εμποδίσει την εξάπλωση του ''Κακού'' και, τελικά, ένοπλος αγώνας του πιστού, ατομικά αλλά και της Umma γενικότερα, ανάλογα με τις περιστάσεις. Η περίπτωση του πολέμου Gital αφορά στον ένοπλο αγώνα για την άμυνα των μουσουλμανικών εδαφών έναντι πιθανής εισβολής από τους απίστους, έχει μάλλον στατικό χαρακτήρα και πρέπει να διαχωρίζεται από τον Jihad ο οποίος έχει δυναμική και διαρκή μορφή. Ορισμένοι μελετητές του Ισλάμ, όπως ο M. Boisard, θεωρούν ότι: «...ο τελικός σκοπός του Jihad δεν είναι η επιβολή του Ισλάμ, αλλά η διατήρηση του στην κοινωνία και η εξασφάλιση των προϋποθέσεων της εξάπλωσης του, δρώντας με τέτοιο τρόπο ώστε ο οποιοσδήποτε άπιστος να έχει την ελευθερία να ασπασθεί τη θρησκεία του Ισλάμ. Η απιστία αποτελεί από μόνη της τιμωρία του απίστου»...
Ο Olivier Carre αποδεικνύει ότι για τον Seyyeb Qoutb (Αιγύπτιος, θεωρητικός της οργάνωσης των Αδερφών Μουσουλμάνων, απαγχονίστηκε το 1966) ο οποίος θα επηρεάσει τα σύγχρονα ισλαμικά κινήματα, ο Jihad δεν είναι πια ένα εξωγενής αμυντικός πόλεμος αλλά αποτελεί εξέγερση ή επανάσταση εναντίων των μουσουλμανικών κυβερνήσεων που έχουν ξεφύγει από την Shari’a, το Νόμο του Ισλάμ... Τώρα, οι επαναστάτες ισλαμιστές χρησιμοποιούν την έννοια του Jihad αφενός μεν στο εσωτερικό της χώρας τους, ως μοχλό ανατροπής της «προδοτικής καθεστηκυίας τάξης και της κυβέρνησης», που περιφρόνησαν την Shari’a και την εφαρμογή της, αφετέρου δε στο εξωτερικό «ενάντια στον Σατανικό Αμερικανο-σιωνιστικό Ιμπεριαλισμό και στον Άθεο Κομμουνισμό», που οδήγησαν «στον κατακερματισμό και στο ξεπούλημα της Κοινότητας των Πιστών (Umma)». Ο σκοπός είναι η επαναδημιουργία της Umma, η τιμωρία του Σιωνισμού και η επικράτηση της Shari’a σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Το σιιτικό -κυρίως- ισλαμιστικό κίνημα έχει υιοθετήσει ιδιαίτερη στρατηγική σε ό,τι αφορά στην εξαγωγή της ισλαμιστικής επανάστασης σε κράτη όπου το μουσουλμανικό στοιχείο αποτελεί μειονότητα. Η στρατηγική αυτή στοχεύει στην ανάδειξη των ιδιαίτερων εσωτερικών αντιφάσεων κάθε κράτους στα πλαίσια του οποίου διαβιούν αυτές οι μουσουλμανικές μειονότητες’ στην κατάδειξη έστω και -κυρίως- καθ’ υπερβολήν ότι οι μουσουλμανικές μειονότητες καταπιέζονται και εξαναγκάζονται να αφισλαμισθούν δια της βίας από την κεντρική διοίκηση. Σε περιπτώσεις που το φιλοξενόν τη μειονότητα κράτος έχει ως θρησκεία το Ισλάμ αλλά οδηγείται σε εκσυγχρονιστικές λύσεις δυτικού τύπου, η ισλαμιστική προπαγάνδα προσπαθεί να καταδείξει με κάθε μέσο (πολιτικό, τρομοκρατικό, θρησκευτικό κτλ.) την ανωτερότητα των «καθαρών» παραδοσιακών ισλαμικών «λύσεων» κατά τον Κορανικό Νόμο, φυσικά με την ερμηνεία που τα εκάστοτε ισλαμιστικά κέντρα θεωρούν ορθότερη... είδαμε και τη Βαγδάτη (11-8-1990) να επικαλείται τον ιεροπολεμικό λόγο (και έργο) χρησιμοποιώντας ιδεολογικά το θρησκευτικό στοιχείο για να επιτύχει την κινητοποίηση των μαζών. Έτσι, ο Σαντάμ Χουσείν καλεσε ''τους πιστούς'' σε Ιερό Πόλεμο (και όχι μόνον τους Άραβες, τείνοντας τη χείρα προς το σιιτικό καθεστώς της Τεχεράνης) εναντίον των ''Αμερικανο-σιωνιστών''... Ο πολιτικός λόγος που χρησιμοποίησε δεν ήταν πλέον παναραβιστικός αλλά πανισλαμιστικός...
Ο Muhammad Arcoun [καθηγητής της Ισλαμικής Ιστορίας και Σκέψης στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης] εντοπίζει το ''γόρδιο'' σύμπλεγμα που υφίσταται μεταξύ θρησκευτικού και πολιτικού στοιχείου του Jihad και παρατηρεί ότι το ισλαμιστικό κίνημα, αλλά και καθεστώτα που το προωθούν, καταφεύγουν σε μαζική εκκοσμίκευση του θρησκευτικού στοιχείου για να επιτύχουν κοινωνικές και πολιτικές επαναστάσεις και κινητοποιήσεις. Ο Arcoun θεωρεί, επίσης, ότι δεν πρέπει να προχωρούμε στην ανάλυση του ιεροπολεμικού φαινομένου βασιζόμενοι στη δογματική διαίρεση μεταξύ σιιτών και σουνιτών. Πιστεύει ότι μ' αυτον τον τρόπο καταλήγουμε σε «ανάπτυξη θεολογικών ιδεολογιών ή θεολογιών κατά βάσην ιδεολογικών» παραδεχόμενος, παρολ' αυτά, ότι η «γλωσσολογική, σημειωτική και ιστορική ανάλυση δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολιών σε ό,τι αφορά την ιδεολογική διάσταση του Ισλάμ». Η ανάλυση του καταλήγει στο ότι η κάθε ισλαμική κοινωνία με τις ιδιομορφίες και τις κοινωνικοπολιτικές ανάγκες της διαμορφώνει την έννοια του ιεροπολεμικού λόγου και αφήνει τελικά στο περιθώριο την ''εσωτερική'' διάσταση του Ιερού Πολέμου και το ρόλο του στην ψυχοπνευματική ανάπτυξη της προσωπικότητας του κάθε πιστού. Η αντίληψη αυτή θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να αποτελέσει τη βάση του διεθνούς χριστιανο-ισλαμικού διαλόγου, με σκοπό την ενσωμάτωση των παρερμηνεύσιμων εννοιών του Ισλάμ στις σύγχρονες αντιλήψεις των διεθνών σχέσεων αλλά και τη διαμόρφωση νέου πολιτικού λόγου της Δύσης απέναντι στις ανανεωτικές δυνάμεις του ισλαμικού φαινομένου.

β´
Η αντίληψη, λοιπόν, του ισλαμιστικού κινήματος για το Ισλάμ είναι ότι αυτό αποτελεί επαναστατική πράξη. Είναι δε επαναστατική πράξη διότι χαρακτηρίζεται από εγκοσμιότητα και αυτή η εγκόσμια μορφή του αποτελεί κύριο και καθημερινό καθήκον των πιστών με σκοπό την ανατροπή του βέβηλου status quo.
«Το Ισλάμ είναι η κατεξοχήν επαναστατική θρησκεία. Η Tawhid (ενότητα) είναι η διαδικασία μελλοντικής ενοποίησης (της Umma), γεγονός που έχει συντελεστεί στο παρελθόν. Σημαίνει την ελευθερία της συνείδησης, την απόρριψη του φόβου, το τέλος της υποκρισίας και της διπλοπροσωπίας. Το «ο Θεός είναι μεγάλος» σημαίνει το τέλος του δεσποτισμού. Όλα τα ανθρώπινα πλάσματα είναι ίσα και όλα τα κράτη επίσης, ενώπιον της ίδιας αρχής. Η Tawhid αποτελεί, λοιπόν, την αναίρεση κάθε κοινωνικής ιεραρχίας‘ αντιπροσωπεύει τον αγώνα του ανθρώπου στην ατραπό του Θεού, την απελευθέρωση του ανθρώπου απ‘ όλες τις αντιδραστικές κοινωνικά πράξεις και αντιλήψεις' σημαίνει, σε τελευταία ανάλυση, τον αγώνα για την επίτευξη της αταξικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας χωρίς φυλετικές διακρίσεις και σεξιστικές προκαταλήψεις, για την επίτευξη δηλαδή μιας κοινωνίας στα πλαίσια της οποίας όλα τα κοινωνικά δεσμά και οι αντιξοότητες θα έχουν εξαφανιστεί». Είναι αλήθεια ότι ο πολιτικός αυτός ισλαμιστικός λόγος γειτνιάζει απόλυτα με τον μαρξιστικό. Έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε την -μέχρι πρότινος- αγαστή συμβίωση των σοσιαλιστικών και ισλαμιστικών ιδεών, οι οποίες χαρακτήριζαν και χαρακτηρίζουν πολλές από τις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι αποτελεί δείγμα ''αριστερού-προοδευτικού'' λόγου, ο οποίος έχει τις πηγές του όχι στο σιιτικό ριζοσπαστισμό τεχερανικής έμπνευσης, αλλά στους θεωρητικούς των ''Αδερφών Μουσουλμάνων'' της Αιγύπτου (όπως οι Seyyed, Qoutb και Mawdoudi) και ακόμα στους πιο σύγχρονους ακτιβιστές του ίδιου κινήματος, όπως ο Muhammad al-Salam Faradj (1954-1982), ο οποίος ηγείτο της ομάδας των δολοφόνων του Ανουάρ Σαντάτ. Η πράξη αυτή του al Faradj ερμηνευέται ως εφαρμογή της υποχρέωσης του πιστού για διενέργεια του προσωπικού Jihad... Έτσι, το ισλαμιστικό κίνημα ''εντοπίζει'', προωθεί και θεωρητικοποιεί την έννοια της ''τυραννοκτονίας'' ή, τουλάχιστον, της δολοφονίας του ''ασεβούς και βέβηλου Πρίγκιπος'' ως εκπηγάζουσα από τα ιεροπολεμικά καθήκοντα του πιστού.
...ορισμένοι σύγχρονοι θεωρητικοί του ισλαμιστικού κινήματος αρνούνται κάθε νομιμότητα στα σύγχρονα αραβο-μουσουλμανικά κράτη... όλα αυτά τα κράτη πρέπει να θεωρηθούν βέβηλα και να ταξινομηθούν στα πλαίσια του Daar al-Harb, «όχι μόνο λόγω της μη υπακοής στη Shari'a αλλά και γιατί διατηρούν σχέσεις με το Ισραήλ και, ακόμη, γιατί εκδηλώνουν σχέδια προσβολής του Ισλάμ». Ως εκ τούτου ο Jihad, με όλες του τις μορφές, ''αμυντική'' και ''πνευματική'', αποτελεί επιτακτική υποχρέωση για τους πιστούς όλης της Umma, εντός και εκτός των ορίων του εθνικού κράτους.

γ´
Έρευνες που έχουν γίνει κατά καιρούς σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς που ζούν στη Δύση μας βοηθούν να κατανοήσουμε τη σημασία και τις μορφές που μπορεί να λάβει ο Jihad, αν ακολουθηθεί ανεμπόδιστα η δυναμική του. Στη Γαλλία, το μεγαλύτερο μέρος των ερωτηθέντων στα πλαίσια μιας τέτοιας έρευνας σημείωνε τη ''σιωνιστική'' στάση της γαλλικής τηλεόρασης και την ''προκατάληψη'' που χαρακτήριζε, κατά τη γνώμη τους, τα ΜΜΕ σε ό,τι αφορούσε στην κάλυψη των γεγονότων της Μ. Ανατολής. Κυρίως, όμως, στο δείγμα που χαρακτηριζόταν από ριζοσπαστικές τάσεις, αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί δηλ. ως ισλαμιστικό, η αναγκαιότητα του Jihad ήταν εμφανής και διαρκής. Έτσι, φτάνοντας στο όριο της λογικής του άοπλου Ιερού Πολέμου, το μεγαλύτερο μέρος των ερωτηθέντων εξεδήλωσαν την εχθρότητα τους σε κάθε μορφή σχέσεων με τη Δύση, «διότι τέτοιου είδους σχέσεις διαστρέφουν φοιτητές και διπλωμάτες και προκαλούν καταστροφικές αλλαγές στις συνθήκες διατροφής και ενδυμασίας, λόγω του μιασματικού περιβάλλοντος το οποίο δημιουργούν στους πιστούς». Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος της Τεχεράνης για το συγκεκριμένο πρόβλημα της φθοροποιού επίδρασης της Δύσης στους πιστούς:
«Δε χρειάζεται να εξαπολύσουν οι άπιστοι εναντίον μας τους στρατούς τους. Το Ισλάμ νικήθηκε από τους ίδιους τους κυβερνήτες του, οι οποίοι στο όνομα των κοσμικών κυβερνήσεων δυτικού τύπου εξευτέλισαν το Θείο Νόμο. Η Δύση αιχμαλώτισε τη φαντασία του λαού μας. Κι αυτή της η κατάκτηση είναι απείρως πιο καταστροφική από μια απόσπαση εδαφικού τμήματος. Αυτό για το οποίο πρέπει να θρηνούμε κάθε βράδυ δεν είναι η απώλεια της Ανδαλουσίας, έστω κι αν αυτή παραμένει ανοιχτή πληγή [το σημείο αυτό έρχεται στην επικαιρότητα βλέποντας την άμεση αντίδραση της Ισπανίας στην ιρακινή εισβολή στο Κουβέιτ, με την ταχεία αποστολή δυνάμεων στον Κόλπο και την, χωρίς συζητήσεις, παροχή διευκολύνσεων στις αμερικανικές δυνάμεις αποκλεισμού μέσω των βάσεων του ΝΑΤΟ στη Τορεχόν. Ας μη λησμονήσουμε ότι η Ισπανία συνορεύει με ένα Μαγκρέμπ που δονείται από το ισλαμιστικό κίνημα]. Πρέπει, όμως, να θρηνούμε για την πολύ πιο σοβαρή απώλεια της νεολαίας μας, που κατακτήθηκε από την δυτική ιδεολογία, τους δυτικούς τρόπους ένδυσης, τη δυτική μουσική και τις δυτικές συνήθειες διατροφής».
Οι συμμετέχοντες στην έρευνα αντιμετωπίζουν επίσης με μεγάλη αυστηρότητα τη διαίρεση του Daar al-Islam σε μικρά εθνικά κράτη, τα οποία δεν εκπροσωπούν κατά κανένα τρόπο τη δύναμη του ''Ξίφους του Ισλάμ''...

δ´
Με βάση αυτά τα δεδομένα δημιουργείται μια σειρά ερωτημάτων: Μπορεί το Ισλάμ να συμβιβαστεί με τους σύγχρονους πολιτικούς θεσμούς, τις εδαφικές κατανομές που γίνονται σε καθαρά εθνικές βάσεις, την οικονομική ανάπτυξη, τα δικαιώματα του ανθρώπου, και ιδιαίτερα της γυναίκας, όπως αυτά γίνονται αντιληπτά στη Δύση;... Η απάντηση είναι, ίσως, μόνο μια και πρόκειται για ακόμη μια ερώτηση: Για ποιο Ισλάμ μιλάμε; Και ίσως εδώ να έγκειται η μεγαλύτερη παρεξήγηση από δυτικής πλευράς που, μαζί με ορισμένους ''κακούς'' χειρισμούς, οδήγησε ορισμένους ισλαμικούς πυρήνες και πολιτικούς ή θρησκευτικούς αρχηγούς του στην πυροδότηση του ισλαμικού εκρηκτικού μηχανισμού, τις συνέπειες του οποίου καλείται σήμερα η Δύση να αντιμετωπίσει. Οι απαντήσεις, λοιπόν, στα παραπάνω ερωτήματα εξαρτώνται αφενός από τον τρόπο με τον οποίο τίθενται και αφετέρου από το ποιές είναι εξεταζόμενες οι τάσεις του Ισλάμ [Δε μπορούμε να παραβλέπουμε το φαινόμενο των τεσσάρων Νομικών Σχολών αλλά και των πολυάριθμων σχισμάτων του Ισλάμ].
Πρέπει, όμως, να γίνει απολύτως αντιληπτό ότι η διαμονολογία που συνοδεύει το θέμα του Ισλάμ είναι ένας σοβαρότατος κίνδυνος για την αντικειμενική ανάλυση του. Δε μπορούμε και δεν πρέπει να αποδίδουμε ''μοιραία'' στο Ισλάμ κάθε πρόβλημα που παρατηρείται στη δυναμική των κοινωνικο-οικονομικών και πολιτιστικών δομών των υπό εξέταση ισλαμικών κοινωνικών σχηματισμών. Δεν είναι λ.χ. δυνατόν να επιρρίψουμε ευθύνες στην ''ισλαμική'' αντίληψη για τα ανθρώπινα δικαιώματα για να εξηγήσουμε το γεγονός ότι σε πολλές ισλαμικές κοινωνίες παρατηρείται η παραβίαση τους. Ιδιαίτερα τη στιγμή που στο λαϊκιστικό και μη θεοκρατικό καθεστώς της Τουρκίας καταρρακώνεται κάθε έννοια ανθρωπίνου δικαιώματος. Και ας μη ξεχνούμε στον σκληρό πόλεμο που εξαπέλυσε το κεμαλικό καθεστώς εναντίον κάθε μορφής θρησκευτικών παρεμβάσεων στην πολιτική ζωή της χώρας...
Το Ισλάμ προσφέρει έναν κεντρικό δογματικό πυρήνα για τις μουσουλμανικές κοινωνίες αλλά δεν αποτελεί παρά έναν κάνναβο στον οποίο εγγράφονται οι ιδιομορφίες των διάφορων εθνικοπολιτιστικών ομάδων και πλήθος οικονομικο-κοινωνικών και πολιτικών χαρακτηριστικών κάθε μουσουλμανικού εθνικού κοινωνικού σχηματισμού. Το καθένα από αυτά τα ισλάμ (με γιώτα πεζό) αποτελεί την ιδεολογική έκφραση μιας ιδιαίτερης κοινωνίας, στα πλαίσια της οποίας εντοπίζονται τα επί μέρους ισλάμ των αστικών ή κοινοτικών της συγκεντρώσεων. Πρέπει, λοιπόν, να γίνει κατανοητό ότι πρέπει να διαχωρίζουμε τις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι ορθό να αναφερόμαστε στο Ισλάμ (με γιώτα κεφαλαίο) ως σύνολο, και όχι στα ισλάμ. Η πρώτη περίπτωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί στις αναφορές με θρησκευτικο-γεωγραφική βάση, ενώ η δεύτερη σε αναφορές με ιδεολογικο-πολιτικό περιεχόμενο.
Θεωρώ ακόμη απαραίτητο να υπογραμμίσω τη σχέση του ''όλου'' προς το ''μέρος'', η οποία υφίστανται μεταξύ του ισλαμικού και του ισλαμιστικού κινήματος και, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρθηκαν για τον Ιερό Πόλεμο και τον ιδεολογικο-θρησκευτικό του λόγο, να εντοπίσω στο ισλαμιστικό κίνημα τον παναραβιστικό κλάδο (Αδελφοί Μουσουλμάνοι, Αιγύπτου και Συρίας) και τον πανισλαμιστικό κλάδο (Τεχεράνη). Τονίζω, λοιπόν, ότι ο Jihad που λειτουργεί στη εποχή μας ως ένοπλος γεωπολιτικός καταλύτης του πανισλαμισμού της Τεχεράνης ή/και του παναραβισμού της Βαγδάτης και της Συρίας είναι αυτό που αντιστοιχεί στην ερμηνεία του ζηλωτιστικού, ριζοσπαστικού ισλάμ. Είναι, δηλ. η απόρροια του ισλαμικού θρησκευτικο-ιδεολογικού σχήματος το οποίο ο B.Etienne, ο O.Roy και ο J.F.Clement ονόμασαν ''ισλαμισμό'' και τα ΜΜΕ απόκαλούν συνήθως ''φανατισμό'' ή ''φονταμενταλισμό''. Βέβαια, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τοποθετούν, μ' ένα προκρούστειο και υπεραπλουστευτικό σχήμα, σε αντιθετική σχέση τη φιγούρα του mollah και αυτή του πολεμιστή. Ο τριμπαλισμός, μια κοινωνική κατάσταση χωρισμού της κοινότητας κατά φυλές με πυρήνα κάποιες παλιές οικογένειες, παρουσιάζεται ως φολκλορική εικόνα και συχνότατα μέσω των στηλών τους προτείνεται μια απολύτως λανθασμένη εξίσωση: φονταμενταλισμός ίσον φανατισμός, άρα αρχαϊσμός [σε επόμενη ανάρτηση θα γίνει διασάφηση των όρων].

.~`~.
III
Ισλαμική ''αφύπνιση'' και αμφισβήτηση
α´
Είναι γεγονός ότι πρέπει να αναζητήσουμε την πηγή των πρώτων συγκεχυμένων ιδεολογικών εστιών του ισλαμικού (και του ισλαμιστικού, κατά συνέπεια) κινήματος στην περίοδο της Ισλαμικής Αναγέννησης, της Nahda. Πρέπει, βέβαια, να ορίσουμε, και ιδιαίτερα από μερικές σύγχρονες αραβικές αλλά και έγκριτες ευρωπαϊκές πηγές, την έννοια του αραβικού Μεσαίωνα. Ακόμη, πρέπει να τονίσουμε τον αρνητικό ρόλο που αποδίδουν οι αραβικές πηγές στην οθωμανική κατάκτηση των λαών τους, προσδιορίζοντας αυτήν την περίοδο ως το σημαντικότερο παράγοντα καθυστέρησης και «ύπνωσης» του αραβικού κόσμου. Ο L.Cardet αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η κλασική περίοδος του μουσουλμανικού πολιτισμού αντιστοιχεί με τον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα, ενώ στον ευρωπαϊκό αιώνα του Διαφωτισμού αντιστοιχεί χρονολογικά ο πραγματικός αραβικός Μεσαίωνας». Ο Abdel Azim Ramadan αναφέρει: «Η Τουρκοκρατία στους Άραβες ήταν εποχή [εφαρμογής] του ιμπεριαλισμού για τους αραβικούς λαούς και καθυστέρησε τον αραβικό κόσμο, εμποδίζοντας τον να ακολουθήσει την Ευρώπη στους πιο δύσκολους αλλά και εύφορους αιώνες της προόδους (16ος-19ος μ.Χ αι.). Η εποχή της Τουρκοκρατίας ήταν θλιβερή πολιτισμική κατάπτωση και ύπνωση». Βλ. επίσης: Bulletin of the Faculty of Arts vol.XVI: «Η Αραβική Αναγέννηση αρχίζει με το χωρισμό της Αιγύπτου από το οθωμανικό κράτος, το αίσθημα του αιγυπτιακού εθνικισμού και τον ενθουσιασμό για την αραβική γλώσσα στη θέση της τουρκικής... Ο χωρισμός των αραβικών χωρών από το τουρκικό κράτος είναι από τους δυναμικούς παράγοντες [εξέλιξης] γι‘ αυτές τις χώρες. Έτσι, μετά το τέλος του Α‘ Παγκ. Πολέμου, το Ιράκ, ο Λίβανος και άλλες αραβικές χώρες αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την τουρκική γλώσσα και να προβούν στην αντικατάσταση της από την αραβική, κυρίως στον τομέα των κρατικών υπηρεσιών και στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Είναι δεδομένο ότι ο αραβικός Μεσαίωνας αρχίζει με το τέλος του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, δηλ. με την τουρκική κατάκτηση του αραβοισλαμικού κόσμου, το 1517 μ.Χ.».
Η ευρωπαϊκή αποικιοκρατική επέμβαση του 19ου αιώνα συναντά ένα αποστεωμένο Ισλάμ και επιβάλλει, χωρίς ιδιαίτερη λεπτότητα και μελέτη, έναν κοινωνικό δυισμό που στηρίχθηκε και διογκώθηκε από τα οικονομικά πρότυπα που εμφυτεύθηκαν σε κοινωνίες ανέτοιμες να τα δεχθούν. Ιστορικά, τις περιόδους του ισλαμικού μεγαλείου έχουν αντικαταστήσει φάσεις στασιμότητας και εκφυλιστικών φαινομένων σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Οι οικονομικά ισχυρές τάξεις των μουσουλμάνων γοητεύονται εύκολα από το όραμα του δυτικού εκσυγχρονισμού, δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερες αποστάσεις από τις οικονομικά ασθενείς μουσουλμανικές μάζες, οι οποίες αμύνονται καταφεύγοντας στο μόνο έρεισμα που τους απομένει: τις παραδόσεις τους. Κατά την έκφραση του Jacques Bergue, το Ισλάμ μετατρέπεται σε «καταφύγιο συνειδήσεων» χωρίς να λαμβάνει πλέον μέρος στο κοινωνικό γίγνεσθαι και διατηρώντας μόνο τη θρησκευτική του διάσταση.
Το τέλος της αποικιοκρατίας σηματοδοτεί τη περίοδο της αυτοκριτικής για τα ισλάμ’ στα πλαίσια της δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για συγκρίσεις με το ένδοξο παρελθόν. Η Nahda των αρχών του 20ού αι. βασίζεται στη διαλεκτική δημιουργία των θέσεων της ανασυγκρότησης της μουσουλμανικής κοινωνίας κατά τις επιταγές του Κορανικού Νόμου. Οι ιθύνοντες των νεογέννητων ισλαμικών κινημάτων, καταφεύγοντας σε συνεχείς συγκρίσεις με το «ένδοξο» παρελθόν, χαρακτηρίζουν τους δέκα τελευταίους αιώνες ως βέβηλη παράκαμψη της μουσουλμανικής ιστορίας. Ο σύγχρονος ισλαμικός διάλογος σε ό,τι αφορά στις δομές και τις λειτουργίες του νέου ισλαμικού κράτους βασίζεται σε σύμβολα όπως αυτό της Μεδίνας, της πόλης του Προφήτη επί μια δεκαετία (622-632). Το σύμβολο της Μεδίνας λειτουργεί ως ύπατη αναφορά για τον ισλαμικό προβληματισμό, προωθώντας και τη διπλή λειτουργία του μουσουλμάνου Ηγέτη των Πιστών, κατ’ απομίμηση αυτής του Προφήτη: του θρησκευτικού, δηλαδή, και πολιτικού αρχηγού. Το ίδιο συμβαίνει και με την έννοια της Umma: έστω και εάν δεν υφίσταται πλέον μετά το Χαλιφάτο των Ομευάδων, «υπάρχει μια συλλογική συνείδηση, μια ενότητα (Tawhid) στην οποία διαρκώς γίνεται μνεία, την οποία οι πιστοί ονειρεύονται και η οποία συντηρείται από την πολιτική εξουσία ως η ιδανική κατάληξη προς την οποία πρέπει να τείνει το Ισλάμ».
Οι αναφορές στα ένδοξα χρόνια του Ισλάμ οδηγούν τους πιστούς σε τελείως διαφορετικές αντιμετωπίσεις. Για τους ρεφορμιστές, ο «χρυσός αιώνας της Μεδίνας» αποτελεί το «φως και την οδό» των πιστών, αναθεωρημένος όμως βάσει των δεδομένων της σύγχρονης πραγματικότητας. Για τους πλέον ριζοσπαστικούς αποτελεί σημείο σωτηρίας για την επίτευξη του οποίου πρέπει πρώτα να ανατραπούν όλες οι διεφθαρμένες εξουσίες που έχουν εγκατασταθεί στα εδάφη του Ισλάμ και να καταδικαστούν στην λαϊκή συνείδηση για τις καταχρήσεις και τον ενδοτισμό τους. Αυτή η τελευταία ουτοπιστική τάση εμφανίστηκε στις αρχές του 1970 και του 1980 στο μεγαλύτερο μέρος των μουσουλμανικών χωρών. Μολονότι οι ομάδες που την εκπροσωπούν παραμένουν μειοψηφίες, ο πολιτικός τους λόγος αγγίζει αναμφίβολα το σημαντικότερο ποσοστό των πιστών σήμερα. Πρέπει, όμως, να ληφθεί σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι οι μουσουλμανικές κοινωνίες, στο σύνολο τους, έχουν κοινά κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά: ανήκουν σχεδόν όλες στον Τρίτο Κόσμο, γνωρίζουν καλπάζουσα δημογραφική αύξηση στις μεγάλες αστικές τους συγκεντρώσεις, μαζικά ρεύματα εσωτερικής μετανάστευσης αγροτικών πληθυσμών προς τα αστικά κέντρα που προορίζονταν αρχικά μόνο για την ολιγάριθμη αστική τάξη και μια μορφή βίας σύμφυτης με την διάρθρωση του συστήματος. Σύστημα που χαρακτηρίζεται από ανεργία, κρίση κατοικίας και ραγδαίο πολλαπλασιασμό των τενεκεδουπόλεων.
Είναι γεγονός πως ο δυτικός εκσυγχρονισμός και οι ρυθμοί του δεν μπόρεσαν να αφομοιωθούν και να υιοθετηθούν από τις μουσουλμανικές κοινωνίες των αρχών του αιώνα. Έτσι προκάλεσαν βαθιές κρίσεις κοινωνικής αποσταθεροποίησης στους εθνικούς σχηματισμούς που τους υπέστησαν.

β´
Προσπαθώντας να συνοψίσω το ρόλο των μέχρι σήμερα ιδεολογικών και πολιτικών ρευμάτων που επέδρασαν στο χώρο των μουσουλμανικών εθνικών σχηματισμών, μπορώ να καταλήξω στο εξής σχήμα: η εθνικιστική ιδεολογία χρησίμευσε για ν' αποκτηθεί η πολιτική ανεξαρτησία, ο ''τριτοκοσμισμός'' της δεκαετίας του 1960 κατήγγειλε τον οικονομικό νεο-αποικισμό και συνέβαλε στην επανάκτηση της εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών των χωρών αυτών από τις τοπικές εξουσίες κατά τη δεκαετία του '70. Σήμερα το Ισλάμ βαδίζει υπό το λάβαρο της πολιτιστικής χειραφέτησης. Η Ιρανική Επανάσταση είναι, κατ' αυτήν την έννοια, πολιτιστική επανάσταση. Έτσι, συμπεραίνουμε ότι το ισλαμικό κίνημα πηγάζει ουσιαστικά από μια πολιτιστική κρίση, μιας κρίσης εθνικής ταυτότητας και παραδοσιακών, θεμελιωδών αξιών ενώπιον ενός σαρωτικού εκσυγχρονιστικού τυφώνα, απρογραμμάτιστου κοινωνικά και πολιτικά, που τραντάζει συθέμελα, τις αρχαϊκές δομές της μουσουλμανικής κοινωνίας και οικονομίας.
Το γεγονός αυτό θα έπρεπε, βέβαια, να είναι αναμενόμενο, εφόσον η επείγουσα φύση που ελάμβανε η απόπειρα αντικατάστασης των αρχαϊκών δομών ήταν τέτοια, ώστε η προσπάθεια εναρμόνισης αυτών των νεωτερισμών με το πολιτιστικό περιβάλλον των χωρών που δέχονταν την επέμβαση όχι μόνο δεν καρποφορούσε αλλά και προκαλούσε αλλεπάλληλες ιδεολογικο-πολιτικές κρίσεις. Η κρίση π.χ. του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού προώθησε τις μαρξιστικές ιδέες των δεκαετιών του '40 και του '50. Η κρίση, όμως, του σοσιαλιασμού και των ''προοδευτικών'' λαικιστικών ιδεολογιών που εκπορεύονταν από αυτόν, όπως και η πρόσφατη κρίση του αραβισμού (εμφανέστατο γεγονός αν παρατηρήσουμε την ''ισλαμικοποίηση'' του πολιτικού λόγου του ιρακινού ''σοσιαλιστικού'' Μπάαθ, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον παναραβικό -κοσμικοσοσιαλιστικό- λόγο- κατά τη κρίση Ιράκ-Κουβέιτ), αποτελούν για πολλούς τα αίτια της ανόδου του ισλαμισμού και της παρακμής των ''λαικών'' αριστερών τάσεων. Βέβαια, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, το μέλλον των αριστερών ιδεολογιών και των τριτοκοσμικών παραφυάδων τους στην περιοχή είναι μάλλον σκοτεινό και αβέβαιο. Η Νέα Τάξη Πραγμάτων απαιτεί την προσαρμογή σε άλλη λογική και δεδομένα, τα οποία φαίνονται ούτως ή άλλως αρκετά απόμακρα για τις μουσουλμανικές κοινωνίες του Κεντρικού Ισλάμ. Τι, λοιπόν, τους απομένει ως εναλλακτική κοινωνικο-πολιτική και πολιτιστική λύση; Τι άλλο από το σύγχρονο ισλαμιστικό πολιτικό ιδεολόγημα; Διότι ο σύγχρονος ισλαμισμός δεν αποτελεί πλέον θεολογία, αλλά κυρίως πολιτική ιδεολογία εμπνευσμένη από τις παραδοσιακές αξίες, η οποία απαντά στις, αναξιόπιστες πια, δυτικές θεωρίες διαμορφώνοντας τις ανάλογα με το πολιτιστικό πλέγμα του μουσουλμανικού κοινωνικού σχηματισμού, στα πλαίσια του οποίου λειτουργεί.

γ´
Ευκαιρίας δοθείσης, πρέπει να τονίσουμε τα κομβικά αυτά σημεία του ισλαμιστικού πολιτικού λόγου που στηρίζουν τον θεωρητικό κορμό του κινήματος:
1. Οι ισλαμιστές κατηγορούν το ''Δυτικό Ιμπεριαλισμό'' ως υπεύθυνο της δημιουργίας των εθνικών μουσουλμανικών κρατών και, ως εκ τούτου και των εθνικών συνόρων, με τον κατακερματισμό της Κοινότητας των Πιστών [Umma] σε κράτη θραύσματα. Σε αυτό το σημείο το ισλαμιστικό κίνημα εθελοτυφλεί για ευνόητους λόγους. Και εθελοτυφλεί διότι λησμονεί ότι εθνικά κράτη με αυστηρά περιχαρακωμένα εθνικά σύνορα υπήρχαν πολύ πριν ο Προφήτης λάβει τη Θεία Επιφοίτηση. Παραδείγματα υπάρχουν πολλά: στη Β.Αφρική τα σύνορα των κρατών έχουν τις ρίζες τους στους αρχαίους χρόνους, η Αίγυπτος και η Περσία είναι γεωγραφικές οντότητες πολλών χιλιετιών [διαβάστε αυτή την παραπομπή, πιστεύω πως αξίζει τον κόπο]. Αντιθέτως, εθνικά κράτη όπως το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές διαχώρισαν τη θέση τους από την Ινδία τη δεκαετία του '50 και έκοψαν δεσμούς αίματος μ' αυτήν το 1971, μέσα σ' ένα λουτρό αίματος, βασισμένα κυρίως στο θρησκευτικό (μουσουλμανικό) στοιχείο, υλοποιώντας τα ισλαμιστικά κελεύσματα της ''μουσουλμανικής διεθνούς''.
Οι ισλαμιστές θέλουν να αγνοούν ότι ο σημερινός γεωπολιτικός κατακερματισμός τους είναι πολύ παλαιότερος από τις ευρωπαικές αποικιοκρατικές επεμβάσεις. Το κύριο ρήγμα στην πολιτική ενότητα του μουσουλμανικού κόσμου είναι αποτέλεσμα τεσσάρων παραμέτρων:
α. του σχίσματος μεταξύ σουνιτών και σιιτών,
β. του χάσματος μεταξύ περσικού και αραβικού πολιτισμού,
γ. της επέμβασης των τουρκικών φύλων της Ασίας και της αρπαγής της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας των πιστών από αυτά, και
δ. της τεράστιας εξάπλωσης του Ισλάμ από τη Ν.Σαχάρα μέχρι την Ινδία, δηλαδή σε γεωγραφικούς χώρους με πολιτισμό τελείως διαφορετικό απ' αυτόν της Μέσης Ανατολής.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι μπορούμε να παραβλέψουμε την αγγλική (Ινδία, Μ.Ανατολή), ρωσική (Κεντρική Ασία: Τουρκεστάν) και γαλλική (Μ.Ανατολή) επέμβαση. Επισημαίνω, όμως, ότι οι επεμβάσεις αυτές ήρθαν να επιβαρύνουν απλώς τις πολιτικές εξελίξεις που εμφανίζουν το σύγχρονο Ισλάμ γεωπολιτικά και ''εθνικά'' κατακερματισμένο.
2. «Δεν πρέπει να συγχέουμε τη θρησκεία του Ισλάμ και τις ιδεολογίες που το διεκδικούν, διότι το Ισλάμ είναι διιστορικό, διακοινωνικό, διαπολιτισμικό, ενώ οι ιδεολογίες αποτελούν συνάρτηση των πολιτικών, πολιτισμικών και ανθρωπολογικών συνθηκών των διαφόρων κοινωνικών σχηματισμών και των ευρύτερων βλέψεων των ηγετών τους. Το Ισλάμ αποτελεί θρησκεία που στη βάση της είναι μια και μοναδική, τα ισλάμ είναι ιδεολογίες». Έτσι διευκρινίζει ο M.Arcoun τη διαφορά μεταξύ της ισλαμιστικής ιδεολογίας και μουσουλμανικής θρησκείας, μεταξύ του Ισλάμ και των ισλάμ. Βέβαια, όλοι οι ηγέτες των ισλαμιστικών κινημάτων διατυπώνουν τον πολιτικό τους λόγο ισχυριζόμενοι ότι τον θεμελιώνουν στην ''καρδιά'' της μουσουλμανικής θρησκείας' παραβλέπουν όμως το γεγονός ότι, από θεολογική σκοπιά, το Ισλάμ εκφράζεται μόνον στην αραβική γλώσσα, ενώ τα ισλάμ χρησιμοποιούν το καθένα τη γλώσσα των δικών τους εθνικών κοινωνικών σχηματισμών, που, ενώ είναι μουσουλμανικοί, καμιά σχέση δεν έχουν με τους Άραβες και τα αραβικά.
Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι η σύγχυση που επικρατεί μεταξύ αραβικού και ισλαμικού στοιχείου, από σύγχρονη γεωπολιτική οπτική, είναι τελείως εσφαλμένη και επικίνδυνη... Οι ισλαμιστές κάνουν εσκεμμένα τη σύγχυση, αποφεύγοντας τους διαχωρισμούς στα πλαίσια της Κοινότητας των Πιστών [Umma], η σύγχρονη όμως γεωπολιτική ανάλυση εξηγεί ότι αυτό συμβαίνει απλά και μόνο διότι το ισλαμιστικό ιδεολόγημα θέλει να εδραιώσει την πολιτική ενότητα του μουσουλμανικού κόσμου, βασισμένο στη θεολογία, το Κοράνι και τα Λόγια (Hadith), γραμμένα φυσικά στη γλώσσα του Προφήτη δηλαδή στα αραβικά [σημ. Δ`~. και με αυτόν τον τρόπο, οι έξυπνοι αραβομουσουλμάνοι ισλαμιστές να ηγεμονεύσουν επί της Umma, όπως ακριβώς οι αγγλοσάξωνικες -liberal- ελίτ ηγεμονεύουν επί της «διεθνούς κοινωνίας» (η οποία είναι μετεξέλιξη της χριστιανικής και της μετέπειτα ευρωπαικής κοινωνίας. Η Umma τι μετεξέλιξη θα έχει;) και την οποία θεμελιώσαν μέσω της Κ.τ.Ε η Αγγλία, πρώτιστα, και μέσω του Ο.Η.Ε, οι Η.Π.Α, πρώτιστα - ακολουθώντας τις ιδέες του Καλβίνου, καλβινιστικές χώρες ούσες και οι δύο κατά βάση. Ex nihilo, εκ του μηδενός, δεν υπάρχει τίποτα, παρά μονάχα στα μυαλά ορισμένων. Ερώτημα, αν «εκκοσμικεύσουμε» καλβινιστικά -και λουθηρανικά- στοιχεία τι προκύπτει;]...
Την ιδιομορφία του Ισλάμ να συνδυάζει το πολιτικό με το θρησκευτικό στοιχείο εκμεταλλεύονται οι ισλαμιστές προσέχοντας, όπως είδαμε, να αναφέρονται μόνο στο θρησκευτικό στοιχείο, το οποίο χρησιμοποιούν ως συγκολλητικό υλικό για τις μάζες, ιδιαίτερα μετά την αποτυχία αφιχθεισών από την Ευρώπη ιδεολογών. Αλλά το ότι οι εισαχθείσες αυτές ευρωπαικές ιδεολογίες έχουν περιπέσει σε δυσμένεια δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι δεν κατάφεραν να ανταπεξέλθουν στα πιεστικά προβλήματα των μουσουλμανικών χωρών. Αποδίδεται, επίσης, και στην -σε πολλές περιπτώσεις- κακή χρήση των ιδεολογιών αυτών από τοπικούς ηγέτες. Το πνεύμα των κοσμικών εξουσιών στην πολιτική είναι εν πολλοίς ξένο για το ισλαμιστικό σύστημα αξιών, αλλά αυτό που το καθιστά καταδικαστέο είναι το γεγονός ότι αποτέλεσε κάλυμμα για διάφορα καθεστώτα ώστε να επιβάλλουν το νόμο μιας θρησκευτικής μειονότητας ή να δικαιολογήσουν κάθε είδους καταχρήσεις. Το να πούμε ότι η σύγχρονη μορφή κράτους δε μπορεί να θεωρείται νόμιμη στα μάτια ενός μουσουλμάνου, για τον οποίο μόνο η εξουσία του Χαλίφη είναι νόμιμη, είναι οπωσδήποτε αλήθεια αλλά δεν είναι αρκετό για να δικαιολογήσει το βαθμό αναξιοπιστίας που έχει για τον σημερινό πιστό το σύγχρονο ''δυτικού τύπου'' εθνικό κράτος.

δ´
Συμπερασματικά, μπορούμε να καταλήξουμε στο ότι το ισλαμικό φαινόμενο είναι ουσιαστικά μια κοινωνικοπολιτική αμφισβήτηση με σημαντικά μειωμένο θρησκευτικό περιεχόμενο. Δεν πρόκειται, λοιπόν, τόσο για μια θρησκευτική έκρηξη στις μουσουλμανικές κοινωνίες, αλλά για μια εκκοσμίκευση και ''εκλογίκευση'' του Ισλάμ, χωρίς να προηγηθεί κάποια πνευματική αναγέννηση του.
Το σημείο, όμως, που θεωρούμε καθήκον μας να τονίσουμε είναι το γεγονός ότι ο διεθνής διάλογος σχετικά με το καυτό ισλαμικό ζήτημα πρέπει να προσανατολισθεί στι εξής κατευθύνσεις:
α. την αντιμετώπιση του Ισλάμ ως θρησκείας και την εξατομίκευση του περιεχομένου της,
β. την ανάδειξη του ''εσωτερικού'' χαρακτήρα του Jihad ως μόνου ορθού και ρεαλιστικού τρόπου εφαρμογής του σύμφωνα με τη διεθνή τάξη πραγμάτων,
γ. τον τονισμό και την συνειδητοποίηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των πολυάριθμων και διαφορετικών ισλάμ,
δ. τη συγκριτική μελέτη των κοινών ηθικο-θρησκευτικών στοιχείων του Χριστιανισμού και του Ισλάμ και την ανάδειξη τους ως σημείων που ενώνουν τους δύο πολιτισμούς και όχι ως σκοπέλων που διαχωρίζουν,
ε. την, με κάθε τρόπο, προσπάθεια των βιομηχανικών χωρών να συμβάλλουν στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη των χωρών του ισλαμικού νεφελώματος. Η μέθοδος αυτή αποτελεί το μοναδικό τρόπο ανάδειξης των ιδιαίτερων και αξιόλογων πολιτιστικών και εθνικών ταυτοτήτων των πολυάριθμων εθνικών κοινωνικών σχηματισμών, τους οποίους προκρούστεια η Δύση σήμερα αποκαλεί, υπεραπλουστευόντας επικίνδυνα, ''Ισλάμ''. Είναι ο μόνος τρόπος για να ανασυρθούν από τις αγκάλες του ισλαμιστικού μεγαλοιδεατισμού και αλυτρωτισμού οι τεράστιες πληθυσμιακές μάζες των μουσουλμάνων,
στ. την επίτευξη του διαχωρισμού μεταξύ του θρησκευτικού και του πολιτικού στοιχείου.

.~`~.
IV
Εισαγωγικά στοιχεία για μια γεωπολιτική προσέγγιση του ισλαμιστικού κινήματος
α´
Προσπαθώντας να διακρίνουμε το σύγχρονο φιλελεύθερο ισλαμικό πνεύμα από το ισλαμιστικό κίνημα, θα έπρεπε, πριν απ’ όλα, να εντοπίσουμε τις διαφορές τους, όπως αυτές περιχαρακώνονται από τους στόχους τους και την πρακτική τους. Επίσης, πρέπει να δούμε που γεννιέται το ισλαμιστικό κίνημα: στην Αίγυπτο και το Ιράκ, για να συνεχίσει στο Ιράν και με τους ιρανικούς του κλάδους σε τρεις χώρες. Να μελετήσουμε αυτές τις τρείς κύριες πηγές του και τους αλληλοεπηρεασμούς τους, όπου αυτοί υπάρχουν. Να εντοπίσουμε τη θεωρητική βάση και την πολιτικό-στρατιωτική πράξη του και κατόπιν να συμπεράνουμε τη γεωπολιτική του. Δεν πρέπει όμως να περιορίζουμε σημασιολογικά την έννοια της γεωπολιτικής αλλά ούτε και να την αφήνουμε να πλανάται εν αοριστία.
Γεωπολιτική δημιουργεί η δυναμική ενός πολιτισμού, μιας ιδεολογίας, μιας γλώσσας, ενός ισχυρού δημογραφικού φαινομένου, μιας οικονομίας και τελικά μιας στρατιωτικής δύναμης. Πρέπει, όμως, να ληφθεί υπόψη ότι τα ισχυρά διεθνή κέντρα αποφάσεων δημιουργούν γεωπολιτικές δυναμικές θέλοντας να προωθήσουν ή να ενισχύσουν γεωπολιτικές ισορροπίες. Δε φείδονται, ως εκ τούτου, προσπαθειών (και χρημάτων) προκειμένου να παραγάγουν «εθνικές ιδεολογίες» ανύπαρκτων εθνών, να «θυμηθούν» ουδέποτε καταπατηθέντα ανθρώπινα δικαιώματα ή «δικαιώματα Λαών στην Αυτοδιάθεση». Είναι, λοιπόν, μέγα λάθος να εκτιμάται ότι μόνες οι θελήσεις των λαών μπορούν να διαμορφώνουν γεωπολιτική δυναμική. Όμως, είναι παράλληλα ορθό, σώφρον και ρεαλιστικό να εκτιμάται ότι η πλήρης και σαφής γνώση των γεωπολιτικών αυτών πραγματικοτήτων από μέρους των μικρών ή κατακερματισμένων εθνών, μπορεί αρκετές φορές να αποτρέψει τους ισχυρούς του πλανήτη από αποφάσεις τους, οι οποίες δεν είναι προσανατολισμένες στο συμφέρον της διεθνούς κοινότητας.
Δυστυχώς, το ισλαμιστικό κίνημα επέλεξε την οδό της ρήξης. Η σοφία του Ισλάμ διαστρεβλώνεται καθημερινά δημιουργώντας έκρυθμες καταστάσεις και σημεία εκρήξεων, που αναγκάζουν τους Δυτικούς να τηρούν στάση από εχθρική ως επιφυλακτική απέναντι στη ζώνη αυτή του πλανήτη. Το Ισλάμ και η τεράστια συμβολή του στον ανθρώπινο πολιτισμό μεταμορφώνονται σε οργισμένο, τυφλό αγρίμι, επικίνδυνο για τον εαυτό του και τον περίγυρο του. Το ευτύχημα είναι ότι πάντοτε παραμένουν μερικές ασίγαστες φωνές λογικής στα ίδια τα πλαίσια του κινήματος των «Πολεμιστών του Αλλάχ», οι οποίες δημιουργούν τις προϋποθέσεις για έναρξη διαλόγου και συνεννόησης μεταξύ του ισλαμιστικού κινήματος και της Δύσης.
Έτσι έχοντας αυτά κατά νου, μπορούμε να προβούμε στη σημαντική διάκριση μεταξύ της γεωπολιτικής που δημιουργεί το πνεύμα των ισλάμ με όλη τους την πολυμορφία, την πολιτιστική τους φόρτιση και τη δημογραφική τους ισχύ και της γεωπολιτικής που είναι απόρροια του ισλαμιστικού κινήματος, ενός κινήματος επαναστατικού, με πολιτικο-στρατιωτικές δομές και ένοπλη παράνομη δραστηριότητα σε όλον σχεδόν τον δυτικό κόσμο...
Ο δυτικός παρατηρητής, βέβαια, παραμένει στην ατμόσφαιρα της δημοσιογραφικής παράθεσης τρομοκρατικών πράξεων του ισλαμιστικού ακτιβισμού και ενός ''πολιτιστικολογούντος'' ισλαμοανατολιστικού ιστορικισμού με δόσεις εξωτισμού, μη μπορώντας να διακρίνει γεωγραφικά, πολιτικά και, τελικά, πρακτικά τον ισλαμισμό από το Ισλάμ. Μη μπορώντας να διακρίνει τον ισλαμιστικό ''επαναστατισμό'' από την πολιτική των μεμονωμένων εθνικών ισλαμικών κρατών ή, αλλιώς, τον ιεροπολεμικό πανισλαμισμό από τις πολιτικές των δημοκρατιών ή μοναρχιών του πλανήτη που έχουν ως επίσημη θρησκεία το Ισλάμ. Και κάτι ακόμη: χωρίς να μπορεί ο δυτικός παρατηρητής να διακρίνει τη σιιτική εξαγωγή της Ισλαμικής Επανάστασης ως ιδεολογική και πολιτικο-στρατιωτική πρακτική από τις συνέπειες της στα πλαίσια των υπόλοιπων μουσουλμανικών κρατών. Καταλήγουμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι ο σύγχρονος δυτικός παρατηρητής οφείλει να κάνει διαχωρισμό μεταξύ των αίτιων και των αιτιατών, χωρίς να πανικοβάλλεται, ενώπιον κάθε πολιτικού ή κοινωνικού σχήματος που έχει έμμεση ή άμεση σχέση με το Ισλάμ. Η κατάσταση αυτή δε βοηθά ούτε τις διεθνείς σχέσεις, ούτε τη διεθνή ύφεση αλλά ούτε και τον πολιτικό ρεαλισμό γενικότερα.

β´
Είναι λοιπόν κατανοητό γιατί πολλές χώρες του Κόλπου, του Μαγκρέμπ ή του Machrek, οδηγούνται σε έναν αγώνα επίδειξης ''ισλαμικού πνεύματος νομιμοφροσύνης''. Η μέθοδος αυτή θεωρείται ως ο μόνος τρόπος να αποφευχθούν εξεγέρσεις σιιτικών θυλάκων που βρίσκονται στα εδάφη τους και κατευθύνονται από μυστικές υπηρεσίες της Τεχεράνης ή ακόμη και της ''μπααθικής'' Βαγδάτης [παλαιότερα]... Είναι ουκ ολίγες οι περιπτώσεις που το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού είναι σιίτες, ενώ η κυβέρνηση είναι σουνιτική.
Την αιτία της ευαισθησίας των στρωμάτων αυτών στα ισλαμιστικά ανατρεπτικά κελέυσματα πρέπει να την αναζητήσουμε στην αποτυχία των διαφόρων εισαχθέντων δυτικών πολιτικών μοντέλων (αποικιοκρατία, προτεκτοράτα, δημοκρατίες ''δυτικού'' τύπου, τριτοκοσμικοί σοσιαλισμοί, κτλ., στα φαύλα και διεφθαρμένα εν τη εξελίξει τους καθεστώτα, λαμπρό παράδειγμα των οποίων μας δίνει η Αλγερία του, διεφθαρμένου πια, FLN που οδήγησε στον θρίαμβο του Ισλαμικού Μετώπου της Σωτηρίας, στις δημοτικές εκλογές του 1990. Επρόκειτο για τις πρώτες ελεύθερες εκλογές από την εποχή της ανακύρηξης της ανεξαρτησίας της, το 1962. Επίσης, πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία και στη διάθεση των στρωμάτων αυτών για αντίσταση στον πολιτικό μαρασμό στον οποίο ''τους εξαναγκάζει το δυτικό μοντέλο διακυβέρνησης'', όπως διατείνεται το κίνημα.
Αν κοιτάξουμε το σύνολο των ισλαμικών χωρών μέσα από το πρίσμα της φτώχειας και της υπανάπτυξης, θα καταλάβουμε το χαρακτήρα των ισλαμικών εξεγέρσεων, που, όπως φαίνεται, δεν περιορίζονται εύκολα μόνο στα πλαίσια του σιιτικού στοιχείου. Είναι, οπωσδήποτε, πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι η Ιρανική Επανάσταση διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο για το ευρύτερο ισλαμιστικό κίνημα. Δεν θα πρέπει, όμως, να παρασυρθούμε στην εσφαλμένη λογική του να κρίνουμε ''εξ όνυχος τον λέοντα'' και να προβούμε στο συμπέρασμα ότι η ισλαμική εξέγερση και η ισλαμιστική τρομοκρατία ταυτίζονται μόνο με το Ιράν. Φυσικά, η Σ.Αραβία, τα Αραβικά Εμιράτα και ιδιαίτερα το Μπαχρέιν -με σημαντική σε αριθμό σιιτική μειονότητα- δεν έμειναν μαρκάν των περιδινήσεων του ναυαγίου του περσικού θρόνου. Πρέπει, όμως, να διευκρινιστεί ότι η συμβολή της Ιρανικής Επανάστασης στην ανάπτυξη του ευρύτερου ισλαμιστικού κινήματος συνίστατο κυρίως στο γεγονός ότι οι δυνάμεις αμφισβήτησης της δεκαετίας του '80 είχαν ως ιδανικό το Ισλάμ. Επίσης, πρέπει να τονισθει ότι η ισλαμιστική τρομοκρατία που αποτελεί για τους ριζοσπαστικούς ισλαμιστικούς κύκλους τον ένοπλο βραχίονα του Ισλάμ, δεν είναι, κατααρχήν τουλάχιστον, κρατικής προέλευσης.

Γεωγραφία του ισλαμιστικού κινήματος στη Μέση Ανατολή
Εκδόσεις Παπαζήση
2002

Ολοκλήρωση α´ μέρους.

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική