19 Νοεμβρίου 2013

Η επόμενη Ευρώπη. Προς μια ομοσπονδιακή ένωση.


Όταν οι επικεφαλής των τριών μεγάλων θεσμικών οργάνων της ΕΕ - της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου - παρέλαβαν από κοινού το Νόμπελ Ειρήνης στο Όσλο τον περασμένο Δεκέμβριο, έδωσαν έμφαση στον ομιχλώδη σκοπό και στην έλλειψη θεσμικής σαφήνειας που βρίσκονται στο πυρήνα των σημερινών προβλημάτων της ΕΕ. Μέχρις ότου αυτά τα όργανα αποκτήσουν νομιμοποίηση μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτών και μετατρέψουν την ΕΕ σε μια πραγματική ομοσπονδιακή ένωση, με κοινή δημοσιονομική και οικονομική πολιτική που θα συμπληρώνουν το κοινό νόμισμα, η Ευρώπη θα πρέπει να ανησυχεί για το μέλλον της όσο και κατά το παρελθόν, και θα συνεχίζει να βλέπει το κοινωνικό μοντέλο της χτυπημένο από τις θύελλες μιας ολοένα και πιο ανταγωνιστικής παγκόσμιας οικονομίας.
Το πρώτο βήμα προς τα εμπρός πρέπει να είναι ο σχηματισμός μιας στρατηγικής οικονομικής ανάπτυξης, ώστε η Ένωση να ξεφύγει από την τρέχουσα παγίδα του χρέους και να δημιουργήσει ζωτικό χώρο για τις δύσκολες μεταρρυθμίσεις που μπορούν να κάνουν και πάλι την Ευρώπη ανταγωνιστική στο σύνολό της. Όπως είπε ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας Γκέρχαρντ Σρέντερ, «Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μπορεί να λειτουργήσουν μόνο σε συνδυασμό με μια τροχιά ανάπτυξης». Στη συνέχεια, για να υποστηριχθούν οι μεταρρυθμίσεις, η Ένωση χρειάζεται μια σαφή πορεία προς την νομιμοποίηση μιας ισχυρής αλλά περιορισμένης ευρωπαϊκής κυβέρνησης, η οποία να μοιάζει με την σημερινή ελβετική ομοσπονδία. Αυτό συνεπάγεται τη δημιουργία ενός εκτελεστικού οργάνου που να λογοδοτεί απευθείας στους πολίτες της Ευρώπης (που θα προκύπτει από την παρούσα Επιτροπή), την ενίσχυση του κοινοβουλίου ως κατώτερη νομοθετική Αρχή, και τη μετατροπή του Συμβουλίου (της επιτροπής από τους ηγέτες των κρατών-μελών) σε μια ανώτατη νομοθετική Αρχή. Στην πορεία, η Γαλλία θα πρέπει να κερδίσει μεγαλύτερη εθνική κυριαρχία από όση το ιστορικό της περιθώριο της έχει επιτρέψει μέχρι στιγμής, και η Γερμανία θα πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι είναι προς το δικό της συμφέρον το να φέρει το βάρος τής επίλυσης των ανισορροπιών του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στην ευρωζώνη.
Το κλειδί για τη δημιουργία μιας ομοσπονδιακής Ευρώπης με νομιμοποιημένους κυβερνητικούς θεσμούς είναι η κατάλληλη εφαρμογή τής αρχής που οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν ήδη ως «επικουρικότητα», με τα υψηλότερα επίπεδα της κυβέρνησης να αναλαμβάνουν μόνο τις λειτουργίες και τις αρμοδιότητες που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν σε χαμηλότερο επίπεδο. Το Ινστιτούτο Συμβουλίου Διακυβέρνησης για το Μέλλον της Ευρώπης Berggruen προσπάθησε να αντιμετωπίσει αυτά τα ζητήματα συγκεντρώνοντας μια μικρή ομάδα από τους πιο διακεκριμένους και έμπειρους πολιτικούς της Ευρώπης για να συζητήσουν και να σχεδιάσουν τα θεσμικά όργανα που θα κυβερνούν μια ομοσπονδιακή Ευρώπη και στη συνέχεια να χαράξουν μια πορεία προς τα εμπρός, βήμα προς βήμα. Αυτό το άρθρο βασίζεται στις συζητήσεις τους.*

Το γερμανικό πρόβλημα
Οι υποστηρικτές τής ομοσπονδιακής Ευρώπης πρέπει να στηρίξουν την υπόθεσή τους σε ένα όλο και πιο σκεπτικιστικό ευρωπαϊκό κοινό με το να τονίζουν όχι μόνο τα οφέλη μιας ενωμένης ηπείρου, με την μεγαλύτερη αγορά του κόσμου και την ελεύθερη κινητικότητα της εργασίας και του κεφαλαίου, αλλά και τις ανεπάρκειες των υφιστάμενων δομών της Ευρώπης ως βάση για την επιτυχία σε έναν όλο και πιο παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ έχει θέσει το ζήτημα ξεκάθαρα: η Ευρώπη σήμερα έχει το 7% του παγκόσμιου πληθυσμού, παράγει το 25% των προϊόντων στον κόσμο, και αντιπροσωπεύει το 50% των κοινωνικών δαπανών παγκοσμίως. Χωρίς μεταρρύθμιση, σε ένα όλο και πιο ανταγωνιστικό διεθνές οικονομικό περιβάλλον, θα είναι δύσκολο να χρηματοδοτηθεί το γενναιόδωρο κράτος πρόνοιας που έχουν συνηθίσει οι Ευρωπαίοι. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, σημειώνει ο πρώην πρωθυπουργός της Πολωνίας Marek Belka, κατέληξε να βλέπει το κοινό νόμισμα ως «τον μεγεθυντή των στρεβλώσεων της παγκοσμιοποίησης», αντί να το βλέπει ως την θωράκιση της Ευρώπης από αυτές, ως σαν η έλευση του ευρώ να βοήθησε να παραδοθεί η οικονομική μοίρα των Ευρωπαίων στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές και οι θέσεις εργασίας τους σε μακρινές χώρες με χαμηλούς μισθούς, όπως η Κίνα. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος επισημαίνει, ισχύει το αντίθετο: ο μόνος τρόπος για να καταστεί η Ευρώπη ανταγωνιστική και πάλι, και να καρπωθεί τα οφέλη από την παγκοσμιοποίηση, είναι να ξεκινήσει μια πολιτική ένωση.
Η αποτυχία του ευρώ θα βλάψει κάθε σημείο τού πυρήνα της Ευρώπης όσο και της περιφέρειάς της, και η μεσαία τάξη της Γερμανίας θα μπορούσε να πληρώσει το υψηλότερο τίμημα. Η επιτυχία της Γερμανίας ως το πλέον ανταγωνιστικό εμπορικό έθνος της Ευρώπης σήμερα μπορεί να αποδοθεί στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θεσπίστηκαν πριν από αρκετά χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης της ηλικίας συνταξιοδότησης και της περικοπής του κόστους εργασίας, ενώ προωθήθηκαν επενδύσεις στην εκπαίδευση και την Έρευνα και Ανάπτυξη. Αυτά έχουν βοηθήσει την μεταποίηση να συνεχίσει να αντιπροσωπεύει ένα υγιές 24% της γερμανικής οικονομίας. Αυτό που ποτέ δεν φαίνεται να συζητήθηκε στη Γερμανία, όμως, είναι το πώς αυτό το βιομηχανικό θεμέλιο της γερμανικής ευημερίας θα απειληθεί αν το ευρώ αποτύχει. Σε αυτή την περίπτωση, η Γερμανία θα αναγκαστεί να επιστρέψει στο γερμανικό μάρκο, η αξία του νομίσματός της θα ανέβει στα ύψη και η ανταγωνιστικότητα του μεταποιητικού της τομέα θα πέσει κατακόρυφα. Οι γερμανικές πολυεθνικές εταιρείες θα δώσουν ελάχιστο χρόνο πριν να μετακομίσουν την παραγωγή τους εκτός της Γερμανίας για να επωφεληθούν από το χαμηλότερο κόστος εργασίας στο εξωτερικό, την παγκόσμια εξάπλωση της τεχνολογίας καθώς και το δίκτυο των αλυσίδων εφοδιασμού που επιτρέπει ποιοτική παραγωγή και αλλού. Η έρευνα και ο σχεδιασμός μπορεί να παραμείνουν εντός της χώρας, αλλά η παραγωγή και η συναρμολόγηση που συνδέονται με πολυάριθμες θέσεις εργασίας μεσαίου εισοδήματος θα πάνε αλλού. Οι μεγάλοι χαμένοι σε ένα τέτοιο σενάριο θα είναι τα μέλη της γερμανικής μεσαίας τάξης - και έτσι, εάν κατανοηθεί σωστά, για τη Γερμανία το ευρώ είναι ένα ταξικό ζήτημα.
Ωστόσο, ακριβώς εξαιτίας τής ιστορικά ισχυρής μεταποιητικής οικονομίας της, η Γερμανία έχει γίνει λιγότερο προσανατολισμένη στις χρηματοπιστωτικές αγορές από όσο άλλα κράτη, κάτι που έχει οδηγήσει σε μια ορισμένη «κώφωση» μεταξύ των γερμανικών πολιτικών ελίτ σχετικά με την επίδραση της γερμανικής δημοσιονομικής πολιτικής για την Ευρώπη στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων. Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα είναι ότι αυτές οι αγορές ομολόγων θα υπαγορεύσουν όχι μόνο αν το ευρώ θα επιβιώσει, αλλά και το κόστος που θα πληρώσει η γερμανική μεσαία τάξη. Εάν η Γερμανία θέλει να παραμείνει σε γενικές γραμμές μια ευημερούσα και δίκαιη κοινωνία σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, μπορεί να το κάνει μόνο μέσα σε μια σταθερή ευρωζώνη και με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται – κατά πρώτον, μια τραπεζική ένωση, στη συνέχεια δημοσιονομική ένωση, και, τελικά, μια ομοσπονδιακή πολιτική ένωση.
Εξ άλλου, αν το ευρώ αποτύχει, ο γερμανικός χρηματοπιστωτικός τομέας θα δεχθεί επίσης ένα χτύπημα και θα προξενήσει περαιτέρω ζημία στην οικονομία. Το ντόμινο της αποτυχίας τής ευρωπαϊκής περιφέρειας θα καταλήξει τελικά να χτυπήσει εξίσου τις γερμανικές τράπεζες και τους αποταμιευτές, δεδομένου ότι είναι μεταξύ των μεγάλων πιστωτών που κατέχουν αυτές τις προβληματικές οφειλές (με ανεξόφλητα δάνεια το 2012 πάνω από 300 δισ. ευρώ για την Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Ιταλία, την Πορτογαλία και την Ισπανία). Και μια αποτυχία της ευρωζώνης λόγω του δισταγμού του Βερολίνου θα αποδώσει την ευθύνη για την καταστροφή της Ευρώπης στη Γερμανία, κάτι που ούτε ο γερμανικός λαός ούτε η ελίτ της Γερμανίας θέλουν να συμβεί.
Η Γερμανία, ως εκ τούτου, έχει πολλούς ισχυρούς λόγους να θέλει να διατηρηθεί το ευρώ αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να βοηθήσει να διορθωθεί η σημερινή αποσταθεροποίηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αποδεχόμενη ένα μειωμένο εξωτερικό πλεόνασμα. Πράγματι, με μειωμένο πλεόνασμα, η λεγόμενη Ένωση Μεταβιβάσεων (transfer union) στην οποία αντιτίθενται τόσο πολλοί Γερμανοί - μια μόνιμη επιδότηση των ασθενέστερων περιφερειακών κρατών - θα ήταν περιττή. Αλλά, με τα συνεχή μεγάλα εξωτερικά πλεονάσματα θα καταστεί απαραίτητη, αφού μόνο αυτό θα επιτρέψει σε άλλους Ευρωπαίους να χρηματοδοτήσουν την αγορά των γερμανικών προϊόντων. Το πραγματικό ζήτημα για τη Γερμανία σήμερα δεν είναι, επομένως, η διάσωση των υπολοίπων αλλά η διάσωση του εαυτού της, πριν να είναι πολύ αργά.

Ένωση Τώρα
Η ιστορία προσφέρει μερικά αξιοσημείωτα παραδείγματα επιτυχημένων πολιτικών ομοσπονδιών. Κατά τη δική τους εποχή τής ομοσπονδίας, στη δεκαετία του 1780, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν μια αραιοκατοικημένη χούφτα νέων κρατών με κοινό πολιτισμό και κοινή γλώσσα, και γι’ αυτό δεν παρέχουν πολλά σχετικά διδάγματα για την Ευρώπη σήμερα. Η εμπειρία της Ελβετίας, όμως, προσφέρει περισσότερα, ένα εκ των οποίων αφορά στην «αργή κύηση». «Η ομοσπονδία χρειάζεται χρόνο», λέει ο Ελβετός πρώην διπλωμάτης Jakob Kellenberger. «Χρειάστηκαν αιώνες στους ανθρώπους που ζουν σε ελβετικά καντόνια για να γνωρίσουν ο ένας τον άλλο, στη συνέχεια, μια μακρά περίοδος συνομοσπονδίας πριν από τη μετάβαση προς την πλήρη ομοσπονδία το 1848. Η μετάβαση αυτή έγινε μόνο μετά από μια ιστορική στιγμή μεγάλης έντασης μεταξύ φιλελεύθερων και συντηρητικών, καθολικών και προτεσταντών». Η ελβετική ομοσπονδία λειτούργησε, σημειώνει, επειδή το κέντρο έχει σεβασμό στην αυτονομία των καντονιών (τα οποία ποτέ δεν ήταν αγχωμένα να παραδώσουν την εξουσία τους) και είναι προσεκτικό να μην καταχράται τις εξουσίες του. Όλες οι εξουσίες που δεν έχουν ειδικά ανατεθεί στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση από το ελβετικό σύνταγμα, εξάλλου, εξακολουθούν να ασκούνται από τα καντόνια. Με συμπληρωμένες ήδη δεκαετίες βήμα προς βήμα ολοκλήρωσης και με έναν επιταχυνόμενο κόσμο μπροστά της, η Ευρώπη πρέπει να πετύχει την στροφή της προς την πλήρη πολιτική ένωση σε έτη και δεκαετίες, όχι αιώνες, αλλά παρ’ όλα αυτά ετούτη η μετάβαση μπορεί να συμφέρει να ακολουθήσει κατά πολύ το ελβετικό πρότυπο.
Ερωτηθείς κάποτε πώς αντιλαμβάνεται την ευημερία των σκανδιναβικών εθνών παρά τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές τους, ο οικονομολόγος Milton Friedman απάντησε ότι ήταν επειδή η κοινή ταυτότητά τους και ο ομοιογενής πολιτισμός τους επέτρεψε να βρεθεί μια συναίνεση. Οι ελεύθερες αγορές, τόνισε, ήταν σημαντικές ακριβώς επειδή επέτρεψαν στους ανθρώπους χωρίς κοινή ταυτότητα να εργαστούν από κοινού, ακόμη και αν μισούσε ο ένας τον άλλο. Μια τέτοια διαδικασία ολοκλήρωσης λειτούργησε καλά στην Ευρώπη μέχρι στιγμής, αλλά για να κλειδώσουν στα κέρδη και στις σχέσεις, πρέπει να ακολουθήσουν οι θεσμοί εκεί όπου οι αγορές έχουν ήδη φύγει. Οι θεσμοί αυτοί πρέπει να περιορίζονται στην παροχή δημόσιων αγαθών που είναι προς το κοινό συμφέρον, και ταυτόχρονα θα αποφεύγουν τις άσκοπες επεμβάσεις στις αυτόνομες ζωές των εθνικών μονάδων της Ένωσης. Όπως η Ελβετία, με άλλα λόγια, η Ευρώπη χρειάζεται μια ισχυρή, αλλά περιορισμένη κεντρική κυβέρνηση που θα φιλοξενεί όσο το δυνατόν περισσότερη τοπική ποικιλομορφία. Όπως συμβαίνει παντού, είναι θέμα εξισορρόπησης προτεραιοτήτων. Η διακυβέρνηση λειτουργεί καλύτερα - γιατί είναι πιο νομιμοποιημένη και υπεύθυνη - όταν η κλίμακα είναι μικρή. Οι αγορές ευημερούν περισσότερο όταν η κλίμακα είναι μεγάλη.
Ένας τομέας που σίγουρα χρειάζεται κεντρική ρύθμιση και θεσμική καθοδήγηση είναι ο χρηματοοικονομικός. Όπως υποστήριξε ο πρώην πρωθυπουργός της Ισπανίας, Φελίπε Γκονζάλες, «Είναι γελοίο τα κράτη μέλη να διατηρήσουν διαφορετικούς κανόνες σε αυτόν τον κοινό και ενιαίο χώρο, όπου τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα λειτουργούν ελεύθερα. Η απουσία ομοιογενούς ρυθμιστικού πλαισίου θα σπέρνει τους σπόρους της επόμενης χρηματοπιστωτικής κρίσης και θα κάνει την Ευρώπη να χωλαίνει τις επόμενες δεκαετίες, καθώς αντιμετωπίζει νέες ανταγωνιστικές προκλήσεις στην παγκόσμια οικονομία». Οι ευρωπαϊκές χώρες πρέπει επίσης να συμφωνήσουν σε κοινές προϋποθέσεις επί του ισοζυγίου πληρωμών και μια εναρμονισμένη ελάχιστη φορολόγηση προκειμένου να χρηματοδοτηθεί ένας ευρωπαϊκός προϋπολογισμός. Τέτοιες κινήσεις θα βοηθήσουν να γίνουν βαθιές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε μεμονωμένες χώρες, όπως η αύξηση της ευελιξίας στις αγορές εργασίας, η οποία θα προωθήσει την ανταγωνιστικότητα.
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η στενότερη ευθυγράμμιση των ευρωπαϊκών κρατών σε θέματα όπως τα επίπεδα των μισθών, το κοινωνικό συμβόλαιο και οι φορολογικοί συντελεστές θα πρέπει να αποτελεί το έργο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής - η οποία εκπροσωπεί τα 27 κράτη μέλη - και όχι των διακυβερνητικών συμφωνιών των οποίων η διαπραγμάτευση αναπόφευκτα κυριαρχείται από τη Γαλλία και, κυρίως, τη Γερμανία. Αυτό είναι λογικό, αλλά για να αναλάβει η Επιτροπή έναν τέτοιο ρόλο, θα πρέπει να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη λαϊκή νομιμοποίηση. Αυτό σημαίνει ότι ο πρόεδρος της Επιτροπής θα πρέπει να εκλέγεται άμεσα από τους Ευρωπαίους πολίτες, προκειμένου να προσωποποιεί την πολιτική ενότητα της Ευρώπης. Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, εν τω μεταξύ, θα πρέπει να είναι σε θέση να νομοθετούν (μια δύναμη που έχει τώρα μόνο η Επιτροπή). Θα ήταν επίσης λογικό να κατανεμηθούν οι έδρες στο κοινοβούλιο με έναν τρόπο που να εκφράζει σαφέστερα τους πληθυσμούς των κρατών μελών και να δημιουργηθεί θέση Επιτρόπου για την Εξοικονόμηση, που θα μπορούσε να επιβλέπει ότι τα κράτη μέλη τηρούν τις διάφορες οικονομικές και δημοσιονομικές δεσμεύσεις και υποχρεώσεις.
Εν τω μεταξύ, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, Γιόσκα Φίσερ, έχει προτείνει την μόχλευση της τρέχουσας νομιμοποίησης του έθνους-κράτους ώστε να διαμορφωθεί μια πιο αποτελεσματική κοινή ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική. «Επειδή δεν μπορεί να υπάρξει δημοσιονομική ένωση χωρίς κοινή δημοσιονομική πολιτική», υποστήριξε, «τίποτα δεν μπορεί να αποφασιστεί χωρίς τα εθνικά κοινοβούλια. Αυτό σημαίνει ότι μια “ευρωπαϊκή βουλή” - που θα περιλαμβάνει τους εθνικούς κοινοβουλευτικούς ηγέτες - είναι απαραίτητη. Μία τέτοια βουλή θα μπορούσε να ξεκινήσει ως ένα συμβουλευτικό όργανο, με τα εθνικά κοινοβούλια να διατηρούν τις αρμοδιότητές τους. Αργότερα, στη βάση μιας διακυβερνητικής συνθήκης, θα πρέπει να γίνει ένα πραγματικό σώμα κοινοβουλευτικού ελέγχου και λήψης αποφάσεων, που θα αποτελείται από μέλη των εθνικών κοινοβουλίων». (Στο ίδιο πνεύμα, ο γερμανός φιλόσοφος Jurgen Habermas έχει προτείνει τη γεφύρωση της εθνικής και ευρωπαϊκής κυριαρχίας με ορισμένα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που θα κατέχουν ταυτόχρονα έδρες στα αντίστοιχα εθνικά τους κοινοβούλια).
Παρά το γεγονός ότι μια ομοσπονδιακή Ευρώπη πρέπει να είναι ανοικτή σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, η πρόοδος προς την κατεύθυνση αυτή δεν θα πρέπει να μπλοκαριστεί επειδή μερικοί δεν είναι ακόμα πρόθυμοι να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση αλλά ούτε θα πρέπει κάτι τέτοιο να επιβληθεί από τα πάνω. Η δημοκρατική βάση τού κάθε κράτους θα πρέπει να αποφασίσει αν είναι προς το μακροπρόθεσμο συμφέρον της να ενταχθεί στην ομοσπονδία ή να αποχωρήσει. Είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι μια ισχυρή πολιτική ένωση μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην ασθενή αφοσίωση που προκύπτει από μικροαλλαγές στις Συνθήκες. Η ίδρυσή της πρέπει να αποτελεί μια λαϊκή εντολή. Ο κατάλληλος χώρος για τις συζητήσεις αυτές, όπως ο Schroeder και άλλοι έχουν προτείνει, θα είναι μια πλήρους κλίμακας ευρωπαϊκή σύνοδος. Ο πρώην πρωθυπουργός του Βελγίου, Guy Verhofstadt, ο Γερμανός πολιτικός, Daniel Cohn-Bendit (και οι δύο, μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) και άλλοι έχουν προτείνει να μετατραπούν οι ευρωεκλογές του 2014 σε εκλογές για την ανάδειξη μιας συντακτικής συνέλευσης που θα συντάξει ένα νέο σύνταγμα για την Ευρώπη, το οποίο θα ενσωματώσει τέτοιες ιδέες.
Συγκεκριμένα, πώς μπορεί να λειτουργήσει μια πολιτική ένωση στην Ευρώπη; Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να εκλέγει τον επικεφαλής τής Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο οποίος στη συνέχεια θα ορίζει ένα Υπουργικό Συμβούλιο από τα μεγαλύτερα κόμματα στο κοινοβούλιο - συμπεριλαμβανομένου ενός υπουργού Οικονομικών με τη δυνατότητα να επιβάλλει φόρους και να συντάξει έναν ουσιαστικό προϋπολογισμό πανευρωπαϊκής κλίμακας. Η μέριμνα του υπουργού Οικονομικών θα είναι ο μακροοικονομικός συντονισμός και όχι η μικροοικονομική διαχείριση. Άλλες θέσεις στο υπουργικό συμβούλιο θα καλύπτουν την παροχή υπερεθνικών ευρωπαϊκών δημόσιων αγαθών (άμυνα, εξωτερική πολιτική, ενέργεια, υποδομές, και ούτω καθεξής) αφήνοντας όσο το δυνατόν περισσότερες αποφάσεις για άλλα θέματα στα χέρια των εθνικών κυβερνήσεων στο πλαίσιο της ομοσπονδίας. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θα διαιτητεύσει τυχόν ζητήματα αμφισβήτησης κυριαρχίας που προκύπτουν μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών.
Επειδή το Κοινοβούλιο θα έχει αυξημένη ισχύ με το να επιλέγει τον επικεφαλής τής Ένωσης, θα ήταν λογικό να διενεργούνται βουλευτικές εκλογές με βάση πανευρωπαϊκές λίστες, αντί με εθνικές κομματικές λίστες. Το ότι θα διακυβεύονται περισσότερα στις εκλογές θα οδηγήσει σε περισσότερες συζητήσεις και σε υψηλότερα ποσοστά ψηφοφορίας, κάτι που θα σήμαινε μεγαλύτερη νομιμοποίηση για τα αποτελέσματα και τα θεσμικά όργανα γενικότερα. Τα κόμματα που λαμβάνουν λιγότερο από 10% ή 15% των ψήφων στις πανευρωπαϊκές εκλογές θα είναι παρόντα στη συζήτηση, αλλά δεν μπορούν να ψηφίσουν. Ένας τέτοιος κανόνας θα τείνει να ωθήσει την πολιτική προς κεντρώους συμβιβασμούς και να αποφύγει αδιέξοδα που μπορεί να προκύψουν από ένα ενδεχόμενο βέτο εκ μέρους των μικρών κομμάτων σε έναν συνασπισμό.
Σε αυτό το σχήμα, το σημερινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα πρέπει να μετατραπεί σε μια «άνω βουλή» για την νομοθέτηση της Ένωσης. Τα μέλη θα επιλέγονται από τα έθνη-κράτη για τμηματικές θητείες μεγαλύτερες από τον μικρότερο εκλογικό κύκλο της «κάτω βουλής» του κοινοβουλίου, ενθαρρύνοντας έτσι μια πιο μακροπρόθεσμη προοπτική σχετικά με τη διακυβέρνηση. Σε αντίθεση με την «κάτω βουλή», η οποία θα επικεντρώνεται κυρίως στα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα των εθνικών μελών της, η «άνω βουλή» θα είναι ένα πιο διαβουλευτικό σώμα, που θα επικεντρώνεται σε ευρύτερα και πιο μακροπρόθεσμα ζητήματα. Η αντιπροσώπευση θα πρέπει να βασίζεται σε ένα αναλογικό σύστημα, ανάλογα με τους πληθυσμούς των κρατών-μελών.
Προκειμένου να διατηρηθεί κάτι από την ανεξάρτητο, αξιοκρατικό χαρακτήρα της σημερινής Επιτροπής, κάθε υπουργός στην Επιτροπή θα πρέπει να συνδυάζεται με έναν μόνιμο γραμματέα από την ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση στο δικό του τομέα αρμοδιότητας. Όπως και σε ένα ιδανικό «σύστημα Westminster», η διαμόρφωση των προϋπολογισμών θα βασίζεται στην Επιτροπή, όχι στο κοινοβούλιο. Ο προϋπολογισμός της Επιτροπής θα πρέπει να υποβληθεί για ψηφοφορία στο κοινοβούλιο. Μια ψήφος «εποικοδομητικής μη-εμπιστοσύνης» από το κοινοβούλιο μπορεί να απορρίψει την κατεύθυνση της πολιτικής που ορίζει η Επιτροπή, και σε αυτή την περίπτωση μια νέα κυβέρνηση θα σχηματιστεί. (Μια εποικοδομητική ψήφος μη-εμπιστοσύνης είναι ένας μηχανισμός σφυρηλάτησης συναίνεσης, με τον οποίο μια ψηφοφορία μη-εμπιστοσύνης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο εάν έχει ήδη εξασφαλιστεί η υποστήριξη της πλειοψηφίας για ένα νέο, εναλλακτικό κυβερνητικό συνασπισμό). Φόροι και νόμοι θα πρέπει να εγκρίνονται από την πλειοψηφία και των δύο νομοθετικών σωμάτων.

Αν όχι τώρα, πότε;
Οποιαδήποτε κίνηση προς μια τέτοια πολιτική ένωση προφανώς θα δημιουργήσει μυριάδες ακανθώδη ζητήματα. Τα νέα θεσμικά όργανα και οι κανόνες τους θα πρέπει ιδανικά να καθοριστούν από κάτω προς τα πάνω, μέσω μιας συντακτικής συνέλευσης, και όχι από μια αλλαγή της ιδρυτικής συνθήκης - αλλά πώς θα μπορούσε μια πραγματική από την βάση διαδικασία να προχωρήσει; Τα μεγάλα κόμματα που θα κερδίσουν τις περισσότερες έδρες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να συζητήσουν έναν συμβιβασμό ή μια κοινή ατζέντα αρκετά ισχυρή ώστε να κάνει δυνατή την διακυβέρνηση - αλλά τι θα γίνει αν δεν το κάνουν; Και αυτό που είναι το πιο θεμελιώδες, θα μπορούσε μια πολιτική ένωση πραγματικά να διαμορφωθεί ποτέ αν δεν έχει προηγηθεί μια «εθνική οικοδόμηση» σε ολόκληρη την ήπειρο, με στόχο την σφυρηλάτηση μιας μακρόπνοης κοινής ταυτότητας; Αυτό που είναι σημαντικό τώρα, ωστόσο, είναι η αναγνώριση ότι το σημερινό σύστημα δεν λειτουργεί και ότι μια πιο στενή, όχι πιο χαλαρή, ολοκλήρωση είναι η πιο λογική και ελκυστική επιλογή.
Το 1789, ο Alexander Hamilton, τότε υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, πρότεινε ένα ισχυρό ομοσπονδιακό σύστημα διακυβέρνησης που θα μπορούσε να αναλάβει τα χρέη των κρατών από την Αμερικανική Επανάσταση, ενώ εγγυάτο μια σταθερή μελλοντική ροή εσόδων, την περαιτέρω εναρμόνιση της δημοσιονομικής πολιτικής, διατηρώντας παράλληλα ένα μεγάλο περιθώριο για τοπική κυριαρχία σε μη ομοσπονδιακά θέματα. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα για να γίνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες μια ηπειρωτική και, εν τέλει, παγκόσμια δύναμη. Έτσι, επίσης, στην Ευρώπη, η επίλυση του προβλήματος του χρέους μπορεί να είναι η μαμή της πολιτικής ένωσης που θα μπορούσε να καταστήσει την Ευρώπη έναν ισχυρό πυλώνα της γεωπολιτικής τάξης του εικοστού πρώτου αιώνα. Ο μόνος τρόπος για να απαντηθεί η τρέχουσα πρόκληση της Ευρώπης απέναντι στις πολλές αβεβαιότητες είναι οι ηγέτες της Ευρώπης, καθώς και οι πληθυσμοί της, επιτέλους να δεσμευτούν σε αυτόν τον μετασχηματισμό, αντί να παραμένουν παράλυτοι λόγω της διστακτικότητάς τους.

Nicolas Berggruen - Nathan Gardels
Πηγή

Ο Nicolas Berggruen είναι ιδρυτής και πρόεδρος της Berggruen Holdings και επικεφαλής του Ινστιτούτου Συμβουλίου Διακυβέρνησης για το μέλλον της Ευρώπης Berggruen. A dual American and German citizen (Alma mater, New York University)
Ο Nathan Gardels (UCLA) είναι βασικός σύμβουλος στο Ινστιτούτο Berggruen για την Διακυβέρνηση και συντάκτης στην επιθεώρηση New Perspectives Quarterly. Συγγραφέας του βιβλίου Intelligent Governance for the 21st Century: A Middle Way Between West and East με τον Nicolas Berggruen.

* Τα μέλη της ομάδας είναι οι Marek Belka, Tony Blair, Juan Luis Cebrián, Jacques Delors, Mohamed El-Erian, Niall Ferguson, Anthony Giddens, Felipe González, Otmar Issing, Jakob Kellenberger, Alain Minc, Mario Monti, Robert Mundell, Jean Pisani-Ferry, Romano Prodi, Nouriel Roubini, Gerhard Schroeder, Michael Spence, Joseph Stiglitz, Peter Sutherland, Matti Vanhanen, Guy Verhofstadt, Franz Vranitzky, και Axel Weber.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/139461/nicolas-berggruen-and-nath...


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική