21 Οκτωβρίου 2013

Εισαγωγή στη νεοελληνική ἀστική ἰδεολογία. Οι παρενέργειες του γλωσσικού, τέχνη και επιστήμη, και η νεοελληνική ἀστική ἰδεολογία καί η ἀριστερά.


.~`~.
I
Οι παρενέργειες τοῦ γλωσσικοῦ, τέχνη και επιστήμη

Ξεκομμένος ὁ νεώτερος Ἕλληνας ἀπὸ τὴν παράδοσή του, μὲ τὴν χαριστικὴ βολὴ τοῦ «Ἐλευθέρου πνεύματος» καὶ ὅλης τῆς γενηᾶς αὐτῆς, ἐτράπη πρός τὸ ἄλογο, τὸν ἔσχατο ὑποκειμενισμό, πρὸς τὸ Irrationnel καὶ τὴν φιλοσοφικὴ ἀποδυνάμωση. Κατέστη ἀνίκανος νὰ ἐπεξεργάζεται νοήματα καί νὰ οἰκειώνεται θεωρίες. Δὲν φαίνεται τυχαῖο πού μεταπολεμικῶς ὡς τὸ 1967, ἡ φιλοσοφικὴ δραστηριότης περιωρίσθηκε γύρω ἀπὸ τὴν ψυχανάλυση καὶ τὰ περσοναλιστικὰ ὑποπροϊόντα τοῦ ὑπαρξισμοῦ (πού τὴν ἐμβόλιμοτητά τους θὰ ἐξετάσουμε στὴ συνέχεια). Αὐτὸ ἦταν τὸ πνευματικὸ πλαίσιο πού ἀπαιτεῖτο γιὰ νὰ κατανόηση ὁ νεώτερος Ἕλλην τὸ κριτικὸ ἔργο τῆς «γενηᾶς τοῦ '30» καὶ νὰ παραδεχθῆ ἀσυζητητὶ τὸ ἔργο αὐτῆς τῆς γενηᾶς. Τὸ «γλωσσικὸ» τοῦ Ψυχάρη ἔδωσε τοὺς καρπούς του.

ΣΤ
«Κατὰ τὸν ἐλεύθερον ἑλληνικὸν βίον ἔχομεν καλοὺς φιλολόγους πανεπιστημιακοὺς καθηγητάς, ἀλλὰ δυστυχῶς τὴν δραστηριότητα των ἀπερρόφησε τὸ περιλάλητον γλωσσικὸν ζήτημα». Κ. ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ : Εἰδικὴ διδακτική, σελ. 51.

Μία ἀπὸ τὶς κύριες παρενέργειες τοῦ γλωσσικοῦ, ἦταν ἡ συνόψιση τοῦ νοήματος τῆς πνευματικῆς ζωῆς γύρω ἀπὸ τὴν «τέχνη».
Κανένας δὲν ἀμφιβάλλει σήμερα στὸν τόπο μας πώς ὅταν λέμε «πνευματικὴ ζωή», ἐννοοῦμε ποιητές, ζωγράφους καὶ καλλιτέχνες. Ἐξ οὗ καὶ ὁ ὅρος «καλλιτεχνοδιανοούμενος» ! Ὅλη αὐτή ἡ περὶ τὴν Τέχνη παραγωγή μας καὶ λογοτεχνικὴ κριτική, κατατείνει βεβαίως στὸ πνευματικὸ ἀνέβασμα τοῦ «λαοῦ». Ἡ διαδικασία τοῦ «χαρτιοῦ» — τοῦ πτυχίου τῶν ἀνωτάτων σχολῶν — ἀνταυγάζει κάποιον ὑπονοούμενον ἐπιστημονισμὸ στοὺς γιατρούς, τοὺς μηχανικοὺς καὶ τοὺς δικηγόρους, μὰ ὅπως καὶ οἱ ἴδιοι τοῦτοι ἀπόφοιτοι μποροῦν νὰ βεβαιώσουν, δὲν ἔχει μεγάλη σχέση μὲ τὴν «πλατειὰ μόρφωση» [1]. Ὁ νέος ἔφηβος εἴτε μέσα, εἴτε ἔξω ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο, ἒφ' ὅσον θέλει νὰ «μορφωθῆ», πρέπει νὰ στρέψη τὶς ἀνησυχίες του πρὸς τὰ ἔξω, δηλαδή πρὸς τὰ ποιήματα, τὸ «θέατρο» καὶ κάθε ἄλλου εἴδους πνευματικὸ συναγελασμό. Οἱ ἄνθρωποι τῶν πολιτικῶν μας πραγμάτων, κατανοῶντας αὐτή τὴν ἀναγκαιότητα τῆς Τέχνης, δὲν παραλείπουν νὰ ἐπαινέσουν τὸ καλλιτεχνικὸ ἔργο ἀνθρώπων ἐστραμμένων σὲ τελείως διαφορετικόν, ὑποτίθεται, πολιτικὸ προσανατολισμὸ [2].
Ἐν ὀνόματι τοῦ ἀνεβάσματος τοῦ Λαοῦ ὅλ' αὐτά, μιά καὶ ἡ ἐπιστήμη δὲν ἔχει μεγάλη σχέση μὲ τὴν «πλατειὰ μόρφωση», μὲ τὴν καλλιέργεια ἐν τέλει.
Εἶναι ὥρα νὰ ξαναθυμηθοῦμε τὰ Πλατωνικὰ θεωρήματα.
Ἡ Τέχνη γίνεται παιδαγωγὸς τῶν λαῶν, ὅταν ἡ ἴδια εἶναι ἀποτέλεσμα πνευματικοῦ πολιτισμοῦ. Πρέπει δηλαδὴ νὰ ὑπάρχη ἕνας συνόλος ἐνσυνείδητος πολιτισμός, γιὰ νὰ ὑπάρξη καὶ ἡ παιδαγωγικὴ σημασία τῆς Τέχνης. Ἀλλοιώτικα ἡ Τέχνη εἶναι λαϊκὴ ἤ λαϊκιστική. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ λαὸς δημιουργὸς αὐτῆς τῆς τέχνης καὶ ἡ παιδαγωγικὴ σημασία μίας τέτοιας τέχνης εἶναι ἄνευ ἀντικειμένου. Ἡ Τραγωδία τοῦ Αἰσχύλου δὲν ἔχει τὸ ἴδιο νόημα πού ἔχουν τὰ Ὁμηρικὰ ἔπη, ὅπως δὲν εἶναι τὸ ἴδιο εἶδος τέχνης ὁ Φάουστ καὶ τὸ ἑλληνικὸ δημοτικὸ τραγούδι. Ἕνα ποίημα μπορεῖ νὰ εἶναι ὡραῖο ποίημα, χωρὶς νὰ εἶναι μεγάλο [3] ποίημα. Τὰ ὑλικὰ ὅλων τῶν ποιημάτων εἶναι τὰ ἴδια. Στὰ ἴδια αἰσθήματα ἀναφέρονται καὶ τὰ μικρὰ καὶ τὰ μεγάλα ποιήματα, μόνο πού τὰ μὲν βλέπουν τὸ αἴσθημα ὅσο καὶ ὅπως φαίνεται, ἐνῷ τὰ ἄλλα τὸ προσεγγίζουν μέσῳ ἄλλων διαδικασιῶν.
«Τὸ ἀντίθετο σ' αὐτὸ τὸ εἶδος ἀνθρώπου (τοῦ μυστικοῦ), πού παραιτεῖται ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν μορφῶν, εἶναι ὁ ἁπλοϊκὸς καλλιτέχνης, ὁ ὁποῖος προσδένεται ἐξ ὁλοκλήρου στὸν κόσμο τῶν μορφῶν καὶ παραιτεῖται ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ σύμπαντος, ἀπὸ τὰ μεταφυσικὰ κίνητρα τῆς ψυχῆς», γράφει ὁ Ι. Θεοδωρακόπουλος [4]. Ἄς μὴν ἐπιμείνουμε στοὺς διαχωρισμοὺς τοῦ κ. Θεοδωρακοπούλου. Εἴτε ὡς μυστικὸ λειτουργὸ πάρουμε τὸν ποιητή, εἴτε ὁπωσδήποτε ἀλλοιῶς, πρέπει νὰ συνθεωρήσωμε καὶ κάποιον «κόσμο», στὸν ὁποῖον ἀναφέρεται. Ἀπαιτεῖται κάποιος κόσμος σὰν «σημεῖο ἀναφορᾶς» γιὰ ν' ἀξιολογήσουμε τὴν τέχνη του. Καὶ ἂς μὴν πᾶμε τόσο μακρυὰ ἐμεῖς, στὸν μεταφυσικὸ κόσμο τοῦ κ. Θεοδωρακοπούλου. Ἂς μείνωμε στὸν ἀτελέστερο «κόσμο τοῦ σύμπαντος», πού μᾶς δίνει κάθε φορά ἡ ἐπιστήμη καὶ μέσα στὸν ὁποῖον ὑπάρχει ἀντικειμενικὰ ὁ ποιητὴς· στὸ «περιέχον» τοῦ ποιητῆ. Ἂς δεχθοῦμε τὸν «κόσμο τοῦ σύμπαντος» ὅπως τὸν προσεγγίζει ὁ ἑκάστοτε πολιτισμός. Παιδαγωγικὴν ἀξία ἔχει ἡ τέχνη τοῦ ποιητῆ, πού προσπαθεῖ, βιωματικὰ μέσῳ αὐτοῦ τοῦ πολιτισμοῦ, νὰ πλησιάση τὸν ἀντίστοιχο «κόσμο». Προϋπάρχει δηλαδὴ μία πνευματικὴ κοινωνία, ἡ ὁποία ἀνάγεται μὲ κοινὸν παρανομαστὴ τὴν Τέχνη. Ἡ Τέχνη ἔχει ἐδῶ προϋποθέσεις νὰ λειτουργήση παιδαγωγικά. Στὴν λαϊκιστικὴ ἀντίθετα τέχνη δὲν ὑπάρχει διαφορισμὸς μεταξὺ τοῦ «κόσμου» τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ «κόσμου» τοῦ ποιητῆ. Λείπει ἡ «διαφορὰ δύναμικοῦ», πού προϋποθέτει ἐξ ὑπαρχῆς τὸ παιδαγωγικὸ ἔργο. Καὶ παιδαγωγικὸ εἶναι ἕνα ἔργο τέχνης ἀπὸ τὴν στιγμὴ πού μᾶς μεταγγίζει τὴν ὅραση τοῦ καλλιτέχνη. Λαϊκὸς ποιητὴς δὲν εἶναι μόνο ὁ ποιητὴς τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ εἶναι καὶ ὁ ποιητὴς ἐκεῖνος πού χάνει τὴν ἀξία του ἔξω ἀπὸ τὸν λαό του. Ἡ Τέχνη τοῦ Γκαῖτε μπορεῖ νὰ ἐνδιαφέρη κι' ἕνα μὴ Γερμανό, ἐνῷ ἡ τέχνη ἑνὸς Πέρση π.χ. μεγάλου ποιητῆ — γιατὶ ἔχουν κι' αὐτοὶ βέβαια τούς μεγάλους τους — μπορεῖ νὰ μὴν ἐνδιαφέρει κατ' ἀνάγκην ἕνα Γάλλο. Πολὺ διαφορετικὰ θὰ μιλήση περὶ ἐλευθερίας ἕνας σύγχρονος εὐρωπαῖος ποιητής [5], ἀπὸ τὸν μεγάλο ποιητὴ τῆς Μοζαμβίκης πού θὰ πάρη σὲ λίγα χρόνια τὸ βραβεῖο Νόμπελ. Καὶ ὅταν ἀκόμη ἡ τέχνη ἦταν ἐσωτερικὴ ὑπόθεση ἑνὸς καὶ μόνο ἄνθρωπου — δηλαδὴ τοῦ παμπάλαιου προπάτορα τοῦ πρωτογόνου ἀνθρώπου, πού ζωγράφιζε πάνω στὸ βράχο τὸ θήραμα γιὰ νὰ τὸ ξεγελάση — πάλι εἶχε κάποιον «κόσμο» πού ἀναφερόταν, τὸν ἁπλούστατο τῆς βιολογικῆς ἀνάγκης.
Ἡ καταγωγὴ τῆς τέχνης ἐπιδέχεται βιολογικὸν χαρακτηρισμό, ὅπως καὶ ἡ ἐπιστήμη. Πολλὲς εἶναι οἱ ἀνθρώπινες ἐνέργειες πού προδίδουν «ἑτερογονία σκοπῶν». Ἕνα τυπικὸ παράδειγμα ἔχουμε στὸν ἔρωτα. Ὅταν τὰ πράγματα λειτουργοῦν ἀφ' ἑαυτῶν, πολλὲς φορὲς συμβαίνει αὐτὴ ἡ «ἑτερογονία».
Τὸ δημοτικὸ τραγούδι — αὐτή ἡ τέχνη τοῦ ἀπεριορίστου αἰσθήματος πού δὲν εἶναι ἔπος — ἦταν ἡ μόνη καταφυγή, τὸ μόνο μέσον συντήρησης καὶ ψυχικῆς συνοχῆς (δηλαδή καὶ πάλι συντήρησης) τοῦ ὑποδούλου. Ὁ ἥρωας τοῦ τραγουδιοῦ καὶ ἡ μετάληψη ἔμεναν στὸν Ἕλληνα ὡς συμβολισμοὶ ἐπιβίωσης. Ἡ τροπὴ πρὸς τὸ ἄλογο καὶ τὸ ἄκρως συναισθηματικὸ πού ὑποβάλλει τὸ δημοτικὸ τραγούδι, εἶναι ἐνέργεια καθαρὰ βιολογική. Εἶναι ἡ μετατροπὴ τῆς κάθε δυνατῆς λογικῆς σὲ «Λογική» τοῦ παρόντος. Ἡ πιὸ «λογικῶς» ἀδήριτη πράξη στὸν ὑπόδουλο Ἕλληνα εἶναι ἡ παλληκαριὰ τοῦ κλέφτη. Γιὰ τοῦτο πρέπει ἔμψυχα καὶ ἄψυχα νὰ συνυποφέρουν τὰ παθήματά του. Εἶναι ἀπολύτως «λογικὸ» νὰ κλαῖνε τὰ πουλιὰ καὶ νὰ μοιρολογοῦν τὰ δέντρα. Τί ἄλλο ἔμενε στὸν Ἕλληνα συντηρητικό, ὅταν στὶς «ἔντυπες αἰτήσεις» τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ, δεσπότης ὤν, ἔπρεπε νὰ ἀρχίζη μὲ τὸ «Πολυχρονεμένε μας. . . σκλαβικῶς φιλοῦμε τὸ ποδάρι σου»;
Λογικὴ καὶ δουλεία εἶναι πράγματα ἀκαριαίως ἀντιφατικά. Ἐμπρὸς στὴν de facto δουλεία ἡ Λογικὴ ἦταν ὑποχρεωμένη νὰ ὑποτροπιάση στὸ ἄμεσο καὶ χωρὶς ὅρια συναίσθημα, νὰ ἀναλάβη ἡ τέχνη τὴν εὐρύτατη βιολογική της ἀποστολή.
Δὲν ἕπεται βέβαια ὅτι καὶ κάθε τέχνη πού ὑποβάλλει τὸ συναισθηματικό, τὸ Irrationnel στοιχεῖο στὸν λαό, ἤ ἔστω τὸ καλλιεργεῖ, ἔχει κάποιαν θετικὴ βιολογικὴ σκοπιμότητα.
Εἴδαμε στὰ ὄπισθεν ὅτι, λόγοι καθαρῶς πολιτικῆς σκοπιμότητας τῆς εὐρωπαϊκῆς διπλωματίας, ἐπέβαλαν τὴν ἀποκοπὴ ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ ἑλληνικοῦ διαφωτισμοῦ, τὴν συνέχιση τοῦ ὁποίου ἱστορικῶς καὶ φυσικῶς ἦταν ὑποχρεωμένοι οἱ ἀττικιστὲς νὰ πραγματοποιήσουν. Ὅ,τι εἶχαν οἱ Ἕλληνες, ὕστερ’ ἀπὸ πέντε αἰῶνες δουλείας κοινὸ μὲ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες νὰ ἐπιδείξουν, ἦταν ἡ γλῶσσα πού μιλοῦσαν. Αὐτὸ ἦταν τὸ πραγματικὸ μέσον πού εἶχαν ν' ἀντιμετωπίσουν τὸν Φαλμεράϋερ — δηλαδή τὸ παιγνίδι τῶν εὐρωπαϊκῶν συμφερόντων στὰ Βαλκάνια, πού ἦσαν ἡ φυσικὴ διέξοδος των πρὸς τὶς ἀγορὲς τῆς ἀνατολῆς. Καὶ στὸ μοναδικὸ αὐτὸ μέσον προσέβλεψεν ἡ «προστασία».
Δημιουργῶντας τὸ «γλωσσικὸ» καὶ στρέφοντας ἀποκλειστικὰ τὴν προσοχὴ στὴν γλῶσσα μόνο, ἦταν ἑπόμενο νὰ δημιουργήσουν συνθῆκες μέσα στὶς ὁποῖες κάθε ἔννοια καλλιέργειας καὶ πνευματικῆς ὡριμότητας ἦταν ἐξ ὁρισμοῦ ἀδύνατες. Ὅταν ἀνάμεσα ἀπὸ τὴν ἔννοια καὶ τὸ νοῦ στέκει ἐμπόδιο ἡ γλῶσσα, εἶναι αὐτονόητο πώς καμμία μόρφωση δὲν μπορεῖ νὰ συντελεσθῆ. Τὸ «γλωσσικὸ» ἐμφανιζόταν σὰν ὑποκατάστατο πνευματικῆς ζωῆς καὶ συνεπῶς ὁ,τιδήποτε «καλὸ» ἦταν δυνατὸν νὰ πρόκυψη ἀπὸ τὶς διαμάχες τῆς γλώσσας, θὰ ἦταν γύρω ἀπὸ ζητήματα φιλολογικά, τουτέστιν γύρω ἀπό τά «γράμματα καὶ τὶς τέχνες». Οὕτως ἤ ἄλλως, μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ νέος Ἕλλην θὰ ἔμενε μακρυὰ ἀπὸ τὴν ροὴ τῆς νεώτερης πνευματικῆς ζωῆς — που ἑδραζόταν στὴν ἐπιστήμη — καί, ἄγευστος ἐπιστημονικῆς παιδείας, θὰ ἔμενε οὐσιαστικὰ ἀμέτοχος τοῦ νεώτερου πολιτισμοῦ, τρεφόμενος κατ' ἀνάγκην ἀπὸ τὶς λαϊκές του παραδόσεις καὶ προσβλέποντας σὰν σὲ ξόανο στὴν περασμένη του ἱστορία. Αὐτὰ ὅλα ἤθελε ἡ «προστασία». Δὲν προσπάθησε νὰ στερήση τὸν νεώτερο Ἑλληνισμὸ πνευματικῆς ζωῆς. Προσπάθησε νὰ τὸν στέρηση ἐκείνης τῆς πνευματικῆς ζωῆς πού θὰ τὸν ἀνώρθωνε ἐθνικά, θὰ τὸν συνεπύκνωνε πνευματικὰ καὶ θὰ τὸν ἔκανε ἀκατάλληλο γιὰ ὑποχείριο. Ἀφοῦ ὁ λαὸς δὲν θὰ εἶχε αὐτοδύναμη πνευματικὴ ζωή, οὔτε ἡγέτες θὰ εἶχε, οὔτε θὰ μποροῦσε νὰ βγάλη — δηλαδή οὔτε ἡ ὁποιαδήποτε ἡγεσία θὰ μποροῦσε νὰ ἀνανεωθῆ ἀφ' ἑαυτῆς, γενόμενη κατ' ἀνάγκην ὀππουρτουνιστικό ἱστορικὸ ἄθυρμα. Ἡ φαυλοκρατία πού διέπει ἐδῶ κι' ἑκατὸ χρόνια τὴν πολιτικὴ μας ζωὴ δὲν εἶναι ἀναίτια. Ἔχει τὴν πολὺ πραγματική της ἐξήγηση στὴν πνευματικὴ ἄπνοια πού μᾶς διέπει σὰν Λαό. Στὴν πλήρη ἔλλειψη πνευματικῆς ζωῆς. Ὅτι βέβαια ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ μεταγγισθῆ σὰν ἰατρικὸς ὀρός, οὔτε καὶ νὰ μεταφυτευθῆ κατ' ἐπιβολὴν μὲ «πνευματικὲς αὐθεντίες» καὶ ἄλλα τεχνάσματα, εἶναι ἤδη γνωστό. Ἡ πλέον ἀναγκαστικὴ καὶ γνήσια ἐκδήλωση πνευματικῆς ζωῆς στὴ νεώτερη ἱστορία, εἶναι ἡ ἐπιστήμη.
Ἡ ἐπιστήμη, ἀντίθετα ἀπὸ τὴν ποίηση, δὲν μπορεῖ νὰ παραχθῆ ἐκ τοῦ μηδενός. Ἀπαιτοῦνται εἰδικὲς συνθῆκες μέσα στὶς ὁποῖες μπορεῖ νὰ ἐμφανισθῆ καὶ νὰ καλλιεργηθῆ. Ἀπαιτεῖ παράδοση καὶ κάποιο στάδιο πολιτισμοῦ. Μὲ τὴν ἐπιστήμη στρέφεται ὁ ἄνθρωπος πρὸς ἀνώτερες σφαῖρες τῆς ὕπαρξής του, δηλαδή πρὸς ἐπίπεδα πού προϋποθέτουν στὴν διαδοχὴ τους κάποια ἄλλα προηγούμενα. Εἶναι ἡ ἐπιστήμη καθαρὸ προϊὸν κοινωνικῶν καὶ ἱστορικῶν διαδικασιῶν ὅπως δὲ τὶς ἀπαιτεῖ, ἔτσι καὶ τὶς συνεπάγεται. Αὐτό τό ἐγνώριζεν ἡ προστασία., γιατί ἦταν ἡ οὐσία τῆς δικῆς της ζωῆς. Σὲ ἐποχὲς κοινωνικῆς στασιμότητας, ὅπως στὸν Μέσον Αἰῶνα, δὲν ὑπάρχει ἀνάπτυξη τῆς ἐπιστήμης. Ὁ ἄνθρωπος ζῆ μεμονωμένος, ἔγκλειστος στὰ δικά του σχήματα, μακρυὰ ἀπό τὴν ἀπορητικὴ τῆς φύσης. Ἡ φύση ὑπάρχει, γιὰ νὰ ὕπαρχη ὁ Θεός καὶ νὰ λατρεύεται. Ὅμοια καὶ στὸ Ἀνατολικὸ Βυζάντιο. Ἂν τό Βυζάντιο διέθετε καὶ ἕναν ἔστω Ἀρχιμήδη, ἴσως ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου νὰ ἦταν διαφορετική. Κι' αὐτό δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν «μύτη τῆς Κλεοπάτρας». Δὲν λέμε ἂν ἦταν δυνατὸ νὰ ὑπάρξη στὸ Βυζάντιο Ἀρχιμήδης. Λέμε τί πιθανὸν νὰ ἐγινόταν ἂν ὑπῆρχε. Οὔτε καὶ ἡ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ἐδημιούργησε ἐπιστήμη — μέ τὴν Ἀριστοτελικὴν ἔννοια τοῦ ὄρου — καὶ δὲν εἶναι βέβαια τυχαῖο ὅτι κατήργησε κι' αὐτὴ πού ὑπῆρχε.
Ἡ ἐμφάνιση τῆς ἐπιστήμης συμπίπτει ὅπου συμβαίνουν ἔντονοι κοινωνικοὶ διαφορισμοί. Ἡ ἐπιστήμη ἐμφανίστηκε στὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἔχουμε κύκλους διαδοχῆς πολιτευμάτων. Οὔτε ἡ Αἴγυπτος, οὔτε ἡ Περσία, οὔτε ἡ Βαβυλωνία, οὔτε τό Ἰσραὴλ ἔδωσαν ἐπιστήμη. Τέχνη μόνο ἔδωσαν. Ἡ γρήγορη κοινωνικὴ ροή, μὴ ἀφήνοντας τὴν σκέψη κολλημένη σὲ μόνιμες παραστάσεις, ἀναγκάζει τὸν ἄνθρωπο νὰ σκεφθῆ μὲ ἰδέες — ἀπό τὰ πολλὰ ὅμοια νὰ ἀναχθῆ στὸ ἕν. Στατικὲς κοινωνίες ἔδωσαν τέχνη· ἐπιστήμη, ὅμως, καμμία. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ μεταξὺ ἐπιστήμης καὶ τέχνης. Ἡ ἐπιστήμη ἀπαιτεῖ εἰδικὸ κοινωνικὸ κλῖμα γιὰ ν' ἀναπτυχθῆ. Προϋποθέτει τὴν κοινωνικὴ διεργασία, πού ὡριμάζει τό μυαλὸ πρὸς τὴν ἀφαιρετικὴ κατεύθυνση. Αὐτὴ ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐπιστήμης καὶ τέχνης, εἶναι καὶ ὁ κυριωτερὸς ἐσωτερικὸς χαρακτηρισμός τους. Ἡ ἐπιστήμη προϋποθέτει ἀκόμη καὶ ἄλλα πνευματικὰ ἀπαιτούμενα, ὅπως κοινωνικὴν ἐλευθερία. Μία κοινωνία πού παράγει ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ εἶναι μία ἀνελεύθερη κοινωνία. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Κ. Γεωργούλης, ἡ ἐπιστήμη «ὄχι μόνον τὴν ἀφηρημένην σκέψιν ἀναπτύσσει ἀλλὰ καὶ τό κριτικὸν πνεῦμα . . . καί οὕτω μᾶς συνηθίζει νὰ μὴ ἀποδεχώμεθα τίποτε δογματικῶς. Ἡ ἀνάπτυξις τοῦ κριτικοῦ πνεύματος εἶναι ἰδιαιτέρως ἀπαραίτητος εἰς τὴν ἐποχή μας, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ λαϊκαὶ μάζαι ἀκριβῶς διὰ τὴν ἔλλειψιν κριτικοῦ πνεὺματος ὑφίστανται ὁμαδικὴν ὑποβολὴν καὶ ἐν συνεχείᾳ δικτατορικὴν ἐπιβολὴν . . . τὰ μαθηματικὰ καλλιεργοῦν καὶ τὴν ἠθικήν συνείδησιν, κάμνουν τόν ἄνθρωπον εὐσυνείδητον, διότι καταδεικνύουν ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι ὑποκειμενικὸν τι γεγονός, ἄλλα ὅτι ὑπάρχει μία ἀλήθεια ἐξ ἀντικειμένου [6], ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἴτε τό θέλομεν εἴτε ὄχι. . . συντελοῦν δὲ ἀκόμη καὶ εἰς τὴν αἰσθητικὴν καλλιὲργειαν...».
Ποιὲς εἶναι οἱ χῶρες πού παράγουν σήμερα ἐπιστήμη, ὅλοι πάνω κάτω ξέρουμε. Αὐτό σημαίνει ὅτι μᾶλλον χρειάζεται νὰ τροποποιήσουμε τοὺς μύθους μας καὶ ἕνας πολὺ διαδεδομένος μῦθος σ' ἐμᾶς εἶναι ὅτι οἱ λαοὶ πού ζοῦν μὲ τὴν τέχνη εἶναι «ἐλεύθεροι», ἐνῷ ἡ ἐπιστήμη μπορεῖ νὰ καλλιεργηθῆ καὶ μέσα σὲ δικτατορίες.
Τό ἀντικείμενο μίας ἐπιστήμης καθορίζεται ἀπό τὴν ἐξέλιξη τῆς ἴδιας τῆς ἐπιστήμης καὶ ἡ ἐπιστήμη ὡς σύνολη ἀνθρώπινη λειτουργία ρυθμίζεται ἀπό σκοπιμότητες βιολογικές. Ἂν σήμερα δὲν μποροῦμε νὰ δώσουμε ἕναν ὁρισμὸ τοῦ περιεχομένου τῆς Φιλοσοφίας εἶναι ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε νὰ δώσουμε ἀνάλογο ὁρισμὸ οὔτε γιὰ τὰ Μαθηματικά, οὔτε γιὰ τὴν Φυσική, οὔτε γιὰ τὴν Βιολογία. Μὰ ὅποιον ὁρισμὸ καὶ ἂν δίναμε, σὲ λίγα χρόνια θὰ εἶχε τροποποιηθῆ.
Ἡ ἐπιστήμη τῶν ἀρχαίων προϋπέθετε τὴν προηγούμενη ἐμπειρικὴ γνώση. Τό πείραμα τοῦ Γαλιλαίου προϋπέθετε τὰ θεωρήματα τοῦ Ἀριστοτέλη. Τό πείραμα τοῦ Watt προϋπέθετε ἐκεῖνο τοῦ Γαλιλαίου καὶ ὁ Ἀϊνστάιν τόν Νεύτωνα. Μὲ τόν Ἀϊνστάιν ὅμως ἡ ποσοτικὴ σώρευση τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης, μετετράπη σὲ ποιοτική. Ἡ ποιότητα, ὅπως προϋποθέτει τὴν μεγάλη ποσότητα, ἔτσι καὶ τὴν συνεπάγεται. Ἀπό τό ἄτομο ἐξεπήγασαν τεράστια ποσὰ δυνάμεων σὲ τρόπο πού ἡ ζωὴ νὰ μὴν αἰσθάνεται ἀσφαλὴς στὴν Γῆ, ὅπου οἱ συνέπειες της ἐξεπέρασαν τὶς προϋποθέσεις της. Δὲν κατοχυρώνεται βιολογικῶς ἡ ζωή, ἂν ἐπαφεθῆ σὲ ἕνα μόνο φορέα της, τὴν Λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου. Κι' ἐπειδὴ οἱ δυνάμεις πού βρίσκει ὁ ἄνθρωπος μποροῦν ν' ἀνατινάξουν τὴν Γῆ καὶ νὰ καταστραφῆ ἡ ζωή, μία βιολογικὴ ὤθηση σπρώχνει τὸν ἄνθρωπο στὴν ψευδαίσθηση τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας καί τὸν κάνει νὰ προσεγγίση ἄλλα ἀστέρια. Ὅλη ἡ ἐπιστήμη τῆς Γῆς θὰ εἶναι προϋπόθεση τῆς ἐπιστήμης σὲ κάποιον ἄλλον πλανήτη, ὅπου ὁ ἄνθρωπος θὰ εἶναι ἀσφαλέστερος. Ἡ περιπλάνηση τῆς ζωῆς μέσα στὸ ἄπειρο σύμπαν ἀποτελεῖ τὴν φυσικὴ δυνατότητα διατηρήσεώς της.
Εἶναι βέβαια προφανὲς ὅτί, ἂν ἔτσι μπορεῖ ἡ ἐπιστήμη νὰ ἐπηρεάζη τὴν σύνολη ὕπαρξη τῆς ζωῆς, μπορεῖ νὰ ἐπηρεάζη καὶ τὴν τέχνη.
Ἡ τέχνη ἂν δὲν συνεπάγεται τὸν ἐπηρεασμὸ στὴν ἐπιστήμη, ἀκολουθεῖ πάντα τὴν ἱστορικὴ τροχιὰ τῆς ἐπιστήμης, γιατί μὲ αὐτὴν ὁ ἄνθρωπος καθίσταται πιὸ ἐπίγειος καὶ ἀνάλογα αἰσθάνεται. Ὁ Θεὸς στὸν βυζαντινὸ ἄνθρωπο ἦταν μιὰ ψυχικὴ πραγματικότητα σχεδὸν καθημερινή. Ὁ Θεὸς εἶναι κοντὰ του περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι στὴν Ἀναγέννηση. Τὰ παράθυρα τῆς Ἅγιας Σοφιᾶς, πού εἶναι στὴν βάση τοῦ τρούλλου, αὐτή τὴν συναίσθηση φανερώνουν. Τὸ φῶς — ποὺ εἶναι ὁ Θεός — μπαίνει ἀπὸ πολὺ κοντά, γιατί κοντὰ βρίσκεται κι' ὁ Θεός στὴν ψυχὴ τοῦ καλλιτέχνη. Ὄχι ὅπως στὴν Ἀναγέννηση, πού εἶναι μιὰ ἀνθρωπινότερη ἐποχή. Τὸ φῶς προβληματίζει τὸν Μιχαήλ Ἄγγελο. Ὁ Θεὸς τώρα πῆγε μακρυὰ κι' αὐτὸ τὸ γεγονὸς κάνει τὸν καλλιτέχνη νὰ τὸν ψάξη βαθύτερα στὸν Οὐρανό. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ Μιχαήλ Ἄγγελος βάζει τὸ φῶς ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ Ἁγίου Πέτρου. Ψάχνει νὰ βρῆ τὸν Θεὸ ἐκεῖ πού τὸν πῆγε ὁ Γαλιλαῖος, δηλαδὴ πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τῆς Ἀναγέννησης. Τὸ φῶς πρέπει νὰ ἔρχεται ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ ἄπειρο, γιατί ἐκεῖ βρίσκεται τώρα κι' ὁ Θεός. Ἐκεῖ τὸν ἀπομάκρυνε ἡ ἐπιστήμη.
Ἡ τέτοια τέχνη τοῦ Μιχαήλ Ἀγγέλου, ὅπως ἐν γένει ἡ μεγάλη τέχνη [7] εἶναι κοσμολογική. Δὲν εἶναι ἁπλὸ καπρίτσιο συγχυσμένων περιόδων τῆς τέχνης, ἀλλά προϋποθετικὴ τοῦ ἀπόλυτου καὶ κοσμολογικὴ ὅπως καὶ ἡ ἐπιστήμη. Σὰν πνευματικὴ λειτουργία εἶναι ἀπολύτως ταυτόσημη καὶ μερικὲς φορὲς συμπληρωματική τῆς ἐπιστήμης. Συνεπάγεται μόνιμο προβληματισμό, προάγει ἐξ ἴσου τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, παρέχει καλλιέργεια καὶ ὄχι ἁπλὴ τέρψη. Ἂν εἶναι κανεὶς ὡραῖος, δὲν χρειάζεται νἄναι κι' ἔξυπνος, λέει κάπου ὁ Σαίξπηρ. Αὐτὸ πρὸ τοῦ νὰ εἶναι στίχος, εἶναι μέγα θεώρημα φυσιοδιφικό.
Οἱ μεγάλοι μίας τέτοιας τέχνης δὲν εἶναι ἁπλοί φορεῖς μίας ἒξαλλης καὶ καρπερῆς «μούσας» — ἄρα κατ' ἀνάγκην χυδαίας — ἀλλά πνεύματα βαθειὰ καὶ πολυσύνθετα μὲ γερότατο μυαλὸ πού θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι ὁ,τιδήποτε ἄλλο. Ὁ Ντὰ Βίντσι προτιμᾶ νὰ εἶναι ζωγράφος, ὅπως προτιμᾶ ὁ Μιχαήλ Ἄγγελος νὰ εἶναι γλύπτης. Ὁ Γκαῖτε φτιάχνει τὸν Φάουστ μὲ παράλληλη ψυχικὴ ὁδοιπορία στὴ Βιολογία. Νὰ ἦταν ἄραγε χωρὶς σημασία γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Γκαῖτε ὅτι σ' αὐτὸν ἔτυχε ἡ μοῖρα νὰ βρῆ τὸ ὀστοῦν, πού ἔψαχναν οἱ ζωολόγοι γιὰ ν' ἀποδείξουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν καταγωγὴ τοῦ πιθήκου ; Ὑπῆρξε τάχα ἀδιάφορο γεγονός, ὅτι μὲ τὴν ποίηση του προσπάθησε νὰ μικρύνη ἐκεῖνα τὰ χιλιοστὰ πού ἄφησε ὁ Μιχαήλ Ἄγγελος ν' ἀπέχη ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Θεό, ἐνῷ ταυτοχρόνως σὰν ἐπιστήμονας τὸν ἐπιβεβαίωνε ζῶο ;
«Ἡ πνευματικὴ ζωή στὴν ὁποία ὑπάγεται ἡ τέχνη καὶ τῆς ὁποίας εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ δυνατὰ ἐργαλεῖα, ἰσοδυναμεῖ μὲ μιὰ ἀνοδικὴ κίνηση πρὸς τὰ ἐμπρός, πολύπλοκη ἀλλά σαφῆ, πού μπορεῖ νὰ ἀναχθῆ σὲ ἕνα ἁπλὸ στοιχεῖο. Εἶναι ἡ ἴδια ἡ κίνηση τῆς γνώσης. Ὁποιαδήποτε μορφὴ καὶ νὰ πάρη, διατηρεῖ τὸ ἴδιο βαθὺ νόημα καὶ τὸν ἴδιο σκοπό», γράφει ὁ Kadinsky [8]. Μετὰ τὴν τέχνη τῶν πρωτογόνων, αὐτή πού ἀπαιτεῖ τὶς λιγώτερες προϋποθέσεις εἶναι ἡ ποίηση. Ἀρχίζει ἀπὸ τὸ ἔπος πού ἀντιστοιχεῖ σὲ ἀρχέγονες κοινωνικὲς δομήσεις καὶ ἀκολουθεῖ ὁλόκληρη τὴν ἱστορικὴ κλίμακα. Ἄλλες φορὲς σὰ σκοπὸς καὶ ἄλλες σὰν μέσο. Στὸν Ἐρατοσθένη εἶναι ἁπλῶς ἕνα μέσον συγγραφῆς, ὁ δὲ Πυθαγόρας ὥριζε τὸν στῖχο σὰν μέσο γιὰ πρακτικοὺς καθημερινοὺς σκοποὺς καὶ τὴν πρόζα γιὰ θεωρητικοὺς κι' ἐπιστημονικούς. Στὴν ἄποψη τοῦ Πυθαγόρα ξαναγύρισε, ὅπως θὰ δοῦμε, ὁ Ἔλιοτ.
Γιὰ μᾶς τὸ «γλωσσικό» ἔπαψε ν' ἀποτελῆ πρόβλημα, παρά μόνον ὅσον ἀφορᾶ στὴ Γλωσσολογία. Κάθε ἄλλο πρόβλημα πού συναρτᾶται μὲ τὸ γλωσσικὸ ἀποτελεῖ παραπλάνηση καὶ κατατείνει ἀλλοῦ. Ὅπως εἴπαμε, τὸ γλωσσικὸ ἐγεννήθηκε ἀνέκαθεν, στοὺς κόλπους τῆς ἑλληνικῆς ἀστικῆς τάξης καὶ δὲν ἦταν πηγαῖο τοῦ λαοῦ πρόβλημα. Τὸ γεγονὸς ἔχει γίνει στὶς μέρες μας ἐμφανέστερο. Καὶ ἂν γιὰ τοὺς παληοὺς ἀττικιστὲς δὲν εἶναι καθόλου βέβαιο ὅτι τὸ γλωσσικὸ ἀποτελοῦσε ὡς πρόθεση τους πρόσχημα ἄλλων ἐνσυνείδητων κοινωνικῶν στόχων, γιὰ τοὺς σημερινοὺς γλωσσαμύντορες τοῦ δημοτικισμοῦ ἡ δημοτικὴ γλῶσσα ἀποτελεῖ καθαρὰ μίαν ἐπιχείρηση προάσπισης ἔκδηλων κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν κεκτημένων. Διότι ἂν οἱ ἴδιοι δὲν εἶναι σὲ θέση ἤ δὲν θέλουν νὰ ἰδοῦν, ὑπάρχουν ξένοι ἐπιστήμονες πού μὲ μεγάλη προσοχὴ διετύπωσαν ὅτι τὸ πρόβλημα τῆς γλώσσας δὲν ἐπιδέχεται μονοσήμαντη λύση, ὅτι καὶ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα, ὅπως καὶ κάθε γλῶσσα, εἶναι ζωντανὸς ὀργανισμὸς πού δὲν ἐπιδέχεται τὴν νομοθετικὴ ρύθμιση « εἴτε δημοτική, εἴτε καθαρεύουσα». Οἱ ἀπόψεις τοῦ Mirambel ἔχουν ἐπιβεβαιωθῆ ἀπὸ τὴν πράξη.
Ἡ νομοθέτηση φαινομένων τῆς ζωῆς ἀποτελεῖ καθαρῶς πολιτικὴ δικτατορικὴ πράξη. Τί νόημα ἔχει νὰ πάη κανένας δώδεκα χρόνια σχολεῖο καὶ νὰ κατατρίβεται μὲ τὴν Γραμματική τῆς γλώσσας πού ἤδη μιλάει; Νὰ μάθη δηλαδὴ πῶς ξεψυχάει ἡ ζωντανὴ φράση μέσα στὸ φέρετρο τοῦ Γραμματικοῦ χανάνα; Καὶ γιατί πρέπει νὰ παρέμβουμε στὸ ζωντανὸ φαινόμενο τῆς γλώσσας μὲ τὸ ἀντισυλληπτικὸ χάπι τῆς Γραμματικῆς, ἀφοῦ κατ' ἀνάγκην ἡ ὁποιαδήποτε Γραμματική τῆς ὁμιλούμενης θὰ εἶναι κανονιστικὴ; Ἂν ἡ γλῶσσα ρυθμιζόταν μέσα στὴν Ἱστορία μὲ τὶς Γραμματικές, νομίζουν οἱ «δημοτικιστὲς» μας ὅτι θὰ συνὲβαινε, μέσα σὲ τόση καὶ τέτοια ἱστορία πού εἴχαμε, αὐτὸ πού λέει ὁ Η. Steinthal : «τὰ νέα ἑλληνικὰ νὰ συνδέωνται στενώτερα μὲ τὰ ἀρχαῖα παρὰ τὰ νέα γερμανικὰ μὲ τὰ γερμανικά τῆς ἐποχῆς τοῦ Καρλομάγνου»; Δὲν ἔχουν ἐννοήσει οἱ ἐπιταχυντὲς τῆς ἱστορίας μας ὅτι ἡ γλῶσσα ἐπειδὴ εἶναι εὐρύτατη κοινωνιολογικὴ κατηγορία γιὰ τοῦτο εἶναι καὶ τὸ πιὸ συντηρητικὸ πρᾶγμα πού ὑπάρχει; Ἀγνοοῦν ἄραγε τὶς ἀπόψεις τοῦ Γκρὶμμ καὶ τῆς σύγχρονης γλωσσολογίας; Γιατί ὁ Γάλλος δὲν πετάει τὸ σιρκονφλὲξ ἀπ’ τὸ ἀρετέ ἤ τὸ ντὲ ἀπὸ τὸ « se servir de la Logique»; Γιατί τὸ κρατάει κι' ἐπειδὴ δὲν ξέρει πώς εἶναι τὸ «χρῶμαι τινὸς» τὸ λέει expression, ὅπως λέμε ἐμεῖς τὴν συνθηματικὴ λέξη «χαρτόσημο» γιὰ τὰ διάφορα εἴδη φόρους ἐπὶ φόρων πού πληρώνουμε; Γιατί πρέπει νὰ κανονίσουμε ἐμεῖς ἀπὸ τώρα, ὥστε, ὕστερα ἀπὸ πενῆντα χρόνια ὁ μικρὸς μαθητᾶκος πού θὰ μαθαίνει γαλλικά, νὰ νομίση ὅτι τὸν κοροϊδεύουμε ἂν τοῦ ποῦμε ὅτι τὸ discuter εἶναι ἑλληνικὴ λέξη καὶ σημαίνει διασκοπῶ ἤ τὸ Ich gebe ihn Ihm εἶναι τὸ « δίδω τινὶ τί»; Ποιὸ θὰ εἶναι τὸ νόημα τοῦ σχολείου, ἂν πρόκειται νὰ διδάσκεται ἡ μητρικὴ γλῶσσα τοῦ μαθητῆ;
Καὶ θὰ θέλαμε πράγματι μιὰ ἁπλῆ ἀπάντηση γι' αὐτό καὶ ὄχι μιὰ ἀπάντηση ὑπονοουμένων — μυθολογία «ἄδηλης σοφίας» καὶ ἄρρητου «ἐπιστημονικοῦ κύρους», πού τόσο ἔχει καλλιεργηθῆ ἀπὸ μιὰ μερίδα ἀνεπαρκῶν ἀλλὰ δολίων «σοφῶν» μας. Τὴν ἴδια ἐρώτηση ἔκανε κάποτε κι' ἕνας μικρὸς δασκαλᾶκος στὸν Μ. Τριανταφυλλίδη κι' ἐκεῖνος, λέει, τὸν κοίταξε — ὡς εἰκός … contemplane — ἀπορῶντας γιὰ τὴν ἀνεπιστημονική του ἀφέλεια. Μὰ ὡστόσο δὲν τοῦ ἀπήντησε. Τί νὰ τοῦ ἔλεγε ὅμως; Σάμπως ἤξερε κι ὁ ἴδιος τὶς ὑποθῆκες τοῦ Ντισραέλι;

Z
«Γλωσσικὴ σύγχυση τέτοια πού τώρα πιὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῆ γιὰ νὰ λύση κανένα ἀπὸ τά ἀρχικὰ συνθετικά της μέρη, ἡ καθαρεύουσα ἤ ἡ δημοτική». (Ρ. SHERRARD : Δοκίμια γιὰ τὸν νέο ἑλληνισμό, σελ. 137).
(Τί νὰ θέλη ἄραγε νὰ πῆ ; Ποιὸς " τώρα πιὰ " νὰ λύση, τί;)

Γύρω ἀπὸ τὴν γλῶσσα ὁ μπεληᾶς εἶναι ἀτελεύτητος. Δὲν ἀναφερθήκαμε ἐδῶ στὴν γλῶσσα ὡς γλωσσολόγοι, οὔτε ἐπειδὴ τὰ γλωσσικὰ ζητήματα μᾶς ἐνδιαφέρουν καὶ πάρα πολύ. Ἡ γλωσσική μας φιλοσοφία ἀπέχει ἀπό τοῦ νὰ θεωρῆ τὴν γλῶσσα αὐτοσκοπὸ τῆς μόρφωσης. Ἡ γλῶσσα δὲν ἔχει ἀξία καθ' ἑαυτήν, ἀλλὰ μόνο σὰν ἐργαλεῖο. Ἡ γλῶσσα προϋποθέτει τουλάχιστον δύο ἀνθρώπους καὶ σίγουρα ὁ Ἀδὰμ δὲν ἤξερε νὰ μιλάη πρὶν φτιάση ὁ Θεὸς τὴν Εὕα. Ἐκεῖνο πού θέλουμε νὰ παρατηρήσουμε εἶναι ὄτι τὸ «γλωσσικὸ» ἀρχίζει νὰ παρακολουθῆ τὴν δημιουργία τοῦ νέου κράτους καὶ παραδόξως τὰ «τοπικὰ μέγιστα» αὐτοῦ τοῦ προβλήματος συμπίπτουν μὲ τὶς οὐσιαστικώτερες περιόδους τῆς νεοελληνικῆς ἱστορίας — περίοδος Τρικούπη, Βενιζέλου, 1940. Καὶ ἐνῷ θὰ καρτεροῦσε κανεὶς ὅτι ἡ ἴδια ἔνταση τοῦ «γλωσσικοῦ» θὰ διετηρεῖτο καὶ σὲ ἠπιώτερες περιόδους, ὅπως θὰ ὤφειλε, βλέπει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα κρύβει κατ' ἐμᾶς κάποιον χαρακτῆρα παράδοξο. Ἂν ὑπῆρχε μεγάλη κοινωνιολογικὴ κινητικότης στὴν νεοελληνικὴ κοινωνία, ἴσως νὰ ὑπῆρχε κάποια ἑρμηνεία τῆς καμπύλης αὐτοῦ τοῦ προβλήματος. Μὰ ξέρουμε καλὰ πώς τέτοιο πρᾶγμα δὲν συμβαίνει. Ἐπειδὴ καὶ ἡ παροῦσα στιγμὴ εἶναι μιὰ κάποια «ἱστορικὴ στιγμὴ» τοῦ ἑλληνισμοῦ μας καὶ ὅσο νἄναι οἱ «ἐθνικοφροσύνες» καὶ τὰ «μιάσματα» ἔχουν — ἐλέῳ ἑπταετίας! — γιὰ τὴν ὥρα ἀτονήσει, βλέπουμε μακρυά στὸν ὁρίζοντα τὸ «γλωσσικό». Ὁ τρόπος σκέψεως τῆς ἀστικῆς μας διανόησης θὰ τὴν ὁδηγήσῃ μονοσήμαντα στὸ «γλωσσικό», γιατί παρέχει ἤδη ποικίλα ἐκμεταλλεύσιμα ἀποτελέσματα γιὰ τὴν συνέχιση μερικῶν μηχανισμῶν. Δὲν λησμονᾶμε ὅτι ἡ ἀστική μας διανόηση ἔγινε πιὰ κατανοοῦσα. Ἂν στὸν καιρὸ τοῦ Μιστριώτη εἶχε τὴν δημοτικὴ ὑπὸ δίωξη — γιὰ τοὺς λόγους πού ἀναφέραμε — ἐννοοῦμε ἀπόλυτα τὴν σημερινή της ἀνάγκη νὰ τὴν υἱοθέτηση. Μόνο πού ξέρουμε ὅ,τι κι' αὐτὴ ἐνδομύχως πιστεύει : πώς αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν, πώς ἐν τέλει. . . «φοβοῦ τοὺς Δαναοὺς καὶ δῶρα φέροντας».
Μισὸς αἰώνας συνταγματικῆς κατοχύρωσης τῆς καθαρευούσης καὶ οὐσιαστικὰ διγλωσσίας — ἤ μᾶλλον πενταγλωσσίας κατὰ Mirambel — ἐδημιούργησε καθεστώς. Ἡ δημοτικὴ δὲν ἔχει ἐπιστημονικὴ παράδοση καὶ οὔτε εἶναι εὔκολο νὰ δημιουργήση, γιὰ πάρα πολλοὺς λόγους. Τὶς λίγες φορὲς πού ἐτόλμησε νὰ γονιμοποιηθῆ ἐπιστημονικά, ἔδωσε τέρατα [9].
Μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἐκμεταλλεύσεις πού γίνεται σχετικὰ μὲ τὴν γλῶσσα εἶναι ὅτι, ἐπειδὴ ἡ δημοτικὴ εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς ποίησης καὶ τῆς λογοτεχνίας, μπορεῖ εὔκολα νὰ γίνη καὶ ἡ γλῶσσα τῆς ἐπιστήμης. Ὁ ποιητικὸς λόγος, λέει ὁ Ἔλιοτ, εἶναι ἡ γλῶσσα ἑνὸς προσώπου πού μιλεῖ σ' ἕνα ἄλλο πρόσωπο. «Ὑπάρχει ἕνας φυσικὸς νόμος . . . πού ἀπαιτεῖ ἡ ποίηση νὰ μὴν ἀπομακρύνεται πολὺ ἀπὸ τὴν καθημερινὴ γλῶσσα . . . ἀπὸ τὴν γλῶσσα τῶν καθημερινῶν συνομιλιῶν». Στὴν καθημερινὴ ὁμιλία τους οἱ ἄνθρωποι συνεννοοῦνται περισσότερο μὲ τὸ συναίσθημα παρὰ μὲ τὴν λογική. Γιὰ τὴν ὁμιλία μὲ κάποιο ἄλλο πρόσωπο, εἶναι ἀπαραίτητο οἱ λέξεις νὰ εἶναι φορτισμένες μὲ κάποιο συναισθηματικὸ δυναμικό. Γι' αὐτὸ οἱ ἐμφανίσεις τῆς Δημοτικῆς στὸν καθαρεύοντα λόγο γίνονται στοὺς διαλόγους [10]. Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο ὅμως συμβαίνει μὲ τὴν ἐπιστήμη : ὅσο πιὸ οὐδέτερες καὶ «νεκρὲς» εἶναι οἱ λέξεις, τόσο ἀμεσώτερα μεταδίδονται τὰ νοήματα. Ὅσο πιὸ λίγες εἶναι οἱ χρησιμοποιούμενες λέξεις σ' ἕνα ἐπιστημονικὸ θέμα, τόσο διαυγέστερο καὶ ἄμεσο γίνεται, ἐνῷ ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο ἀπαιτεῖται γιὰ τὴν ποίηση. Δὲν ἔπεται βέβαια ὅτι ἕνας μεγάλος ποιητὴς — ὅπως π.χ. ὁ Καβάφης — δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφραστῆ μὲ λίγες λέξεις, μὰ ἡ «νέα» λέξη στὴν ποίηση εἶναι πάντα μία μεγάλη προσφορὰ καὶ μεγαλύτερη ἐσωτερική της ἀνάγκη. Τὸ «δὲν ξέρω πιὰ νὰ μιλάω» (Je ne sais plus parler) τοῦ Ρεμπώ, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἐκφράζει. Σὰν πρόσωπα πρὸς πρόσωπο μιλᾶμε μοναδικὰ καὶ πολυσήμαντα. Ἡ ζωντανὴ στιγμὴ εἶναι ἀνεπανάληπτη. Ἀκριβῶς ἀντίθετα ὅμως μιλᾶμε μέσῳ τῆς ἐπιστήμης. Τὸ «φίλος Πλάτων φιλτέρα ἡ ἀλήθεια» ἔχει ἀκριβῶς τὸ νόημα τῆς ἀπρόσωπης συνεννόησης, τῆς ψυχρῆς κι' ἀντικειμενικῆς. Ὁ συναισθηματισμὸς τῶν λέξεων σ' αὐτή τὴν περίπτωση εἶναι στοιχεῖο ἀρνητικό, ὅσο καὶ ὁ ἄμεσος παρεμβατισμὸς τοῦ αἰσθήματος στὴν λογικὴ διαδικασία. Ἡ γραφειοκρατία κι' ἡ τυποποίηση τῶν λέξεων εἶναι ἀπαραίτητη, ὅταν οἱ ἄνθρωποι συνεννοοῦνται ἀπρόσωπα. Ὁ ἴδιος «φυσικὸς νόμος» τοῦ Ἔλιοτ, πού ἀπαιτεῖ ἡ ποιητικὴ γλῶσσα νὰ μὴν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν ὁμιλουμένη, ἀπαιτεῖ ἡ ἐπιστημονικὴ γλῶσσα νὰ χρησιμοποιῆ ὅσο τὸ δυνατὸν φθαρμένες καὶ «νεκρὲς» λέξεις, πού νὰ τὶς καταλαβαίνουν ὅλοι κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἀμέσως [11].
Τὸ «γλωσσικὸ» ὅμως, τὴν ὥρα τούτη στὸν τόπο μας, δὲν ἔγκειται στὸν βαθμὸ χρηστικότητας τῆς γλώσσας. Αὐτὰ τὰ χρόνια ἡ Δημοτικὴ ἔδωσε μιὰ «σύγχρονη λογοτεχνία» καὶ μιὰ «σύγχρονη ποίηση» πού μποροῦν ἄνετα νὰ μποῦν στὰ Γυμνάσια καὶ νὰ καταργήσουν ὁλότελα τὸν Βιζυηνό, τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Ροΐδη — πρὶν ἀνακαλυφθοῦν κι' ἀλλοιῶς — ἐνῷ παραλλήλως δουλεύτηκε στὸ δοκίμιο καὶ στὶς μεταφράσεις, ἀποκτῶντας ἱκανὸ βαθμὸ ἀσάφειας [12]!
Εἶναι λοιπὸν ἡ ὥρα τῆς δημοτικῆς. Ὅλη ἡ ἐπιστήμη εἶναι στὴν καθαρεύουσα καὶ στὴ δημοτικὴ ἡ Λογοτεχνία. Μπορεῖ ἀκόμη τὸ γλωσσικὸ νὰ ἀποτελέση δικλεῖδα πολλῶν ἄμεσων προβλημάτων. Εἶναι λοιπὸν ἡ ὥρα του.

Η
«Στὸ σημεῖο πού ἔχουν φθάσει τὰ πράγματα εἶναι πολὺ πιθανὸ πώς
ὁ ἀναλφαβητισμὸς βοηθεῖ μᾶλλον παρὰ ἐμποδίζει τὴν ποιητικὴ κατανόηση».
ΣΕΦΕΡΗΣ

Τὶς σύντομες αὐτὲς ἀπόψεις μας περὶ τέχνης, ἐπιστήμης καὶ γλώσσης, τὶς ἐγράψαμε γιὰ τὴν ἀνετώτερη συνεννόηση μὲ τὸν ἀναγνώστη, προκειμένου νὰ συνεχίσουμε τὸ θέμα μας.
Ἀφοῦ ἡ θύελλα τοῦ «γλωσσικοῦ» ἐστἐρεψε κάθε προϋπόθεση πολιτιστικῆς ἐκλογίκευσης καὶ ἡ λίγη ἐπιστημονικὴ παραγωγὴ τῶν ἀττικιστῶν χάθηκε στὰ ράφια τῶν βιβλιοθηκῶν, ἀκριβῶς τὸ 1930, ὅταν δηλαδὴ ὁ κόσμος ἐπείσθη ὅτι αἰτία ὅλων τῶν κακῶν ἦταν ἡ καθαρεύουσα, βγῆκε τὸ μανιφέστο τοῦ Γ. Θεοτοκᾶ « Ἐλεύθερο πνεῦμα». Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἀπὸ τὸ μανιφέστο αὐτὸ ξεκινάει μιὰ ὁλόκληρη ἱστορία γιὰ τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα — ἡ συνοπτικῶς λεγομένη «γενηά του '30» — καθοριστικὴ καὶ μοιραία γιὰ τὴν πνευματικὴ τύχη τῆς Ἑλλάδος. Παραπλήσια πράγματα μὲ τὸν Θεοτοκᾶ ὑπεστήριζε περὶ τὸ τέλος τοῦ πρὶν αἰώνα ὁ Ροΐδης καὶ παρατηρεῖται ὅμοια μιὰ ἀνανεωτικὴ βούληση στὰ γράμματα μετὰ τὴν ἧττα τοῦ '97. Ὅμως καμμιὰ «γενηὰ» δὲν «ἐξεκίνησε» τὰ χρόνια ἐκεῖνα.
Μετὰ τὴν μικρασιατικὴ καταστροφή, μὲ τὸν Ἑλληνισμὸ πού μπῆκε στὴν Ἑλλάδα, ὁ δημοτικισμὸς καί ὁ κομμουνισμὸς ἐπισημοποίησαν τὶς σχέσεις τους, ὑπὸ τίς εὐλογίες τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας. Βρισκόμαστε ἀκριβῶς στὴν ὥρα τῆς οἰκονομικῆς κρίσης 29—31. Ὁ φασισμὸς ἀνεβαίνει στὴν Εὐρώπη, οἱ ἀστικὲς τάξεις ἐντείνουν τὴν κυριαρχία τους καὶ ὁ Μεταξᾶς τεκταίνει τὶς μεθόδους του σὰν ὑπουργὸς ἐσωτερικῶν στὴν κυβέρνηση Τσαλδάρη, ἐνῷ λίγο μετὰ θὰ κηρύξη τὴν δικτατορία γιὰ τὸν κίνδυνο τοῦ κομμουνιστοδημοτικισμοῦ. Ἡ προβλεπόμενη, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μιστριώτη, κομμουνιστικὴ ἀπειλὴ εἶναι πιὰ πραγματικότης. Ἡ μικρασιατικὴ καταστροφὴ ἐδημιούργησε τό προλεταριᾶτο, ἐνῷ οἱ ἀγροτικὲς μεταρρυθμίσεις τοῦ Βενιζέλου ἀποδυνάμωσαν τὴν οἰκονομικὴ ὀλιγαρχία. Ἡ δικτατορία τοῦ Μεταξᾶ ἀποτελεῖ τὴν ἄμεση ὁμολογία ὅτὶ ἡ ἀστικὴ ἡγεσία εἶναι ἀνίκανη ν' ἀντιμετωπίση κοινωνικὰ τὸν σοσιαλισμό, καταφεύγοντας στὴν πολιτικὴ βία. Καὶ ἀποτελεῖ βέβαια ἡ δικτατορία μία μέθοδο πολιτικῆς ἀνανέωσης, ἀλλά αὐτὴ ἀπαιτεῖ κι' ἄλλες προϋποθέσεις. Τουλάχιστον τὸ τυπικὸ προσὸν μίας κάποιας «πνευματικῆς» ἀνανέωσης. Στὴν ἐπιστήμη, ὅπως εἴπαμε, οὔτε καν ὑπῆρχε δικαίωμα ἁπλῆς ἔστω ὑποθέσεως. Ἔμεινε ἡ «τέχνη» καὶ ἡ λογοτεχνία εἰδικά, πού ὁ κόσμος εἶχε καὶ ἔχει πιστέψει ὅτι ἀποτελεῖ τὴν πεμπτουσία τοῦ πνεύματος. Ὑπ' αὐτοὺς τοὺς ὅρους ἔπρεπε ν' ἀπόκτηση ἡ πολιτικὴ ἡγεσία καὶ τὴν ἀντίστοιχη πνευματική.
Ἀναφορὰ ἀνανεώσεώς της θὰ ἦταν βέβαια ἡ Εὐρώπη. Ἡ θεωρία τοῦ Ροίδη [13] ἦταν βασικὰ σωστὴ κι' αὐτό, σήμερα πού ἡ «γενηὰ τοῦ '30» ἔδωσε ἤδη ὅτι ποιοτικὸ εἶχε νὰ δώση, τὸ ἐννοοῦμε καλύτερα. Καὶ ἔπρεπε νὰ γίνη αὐτή ἡ ἀνανέωση, καὶ δυνατὴ ἦταν. Ἦταν ἄλλωστε ὑπόθεση πολιτικῆς ταξικῆς συντήρησης.
Μόλις γύρισε ἀπὸ τὸ Λονδῖνο ὁ Θεοτοκᾶς, ἀμέσως τυπώνει τὸ «Ἐλεύθερο πνεῦμα» του. Τό βιβλίο αὐτὸ ἀπὸ ἄποψη ἐπιστημονικῆς ἐξακρίβωσης δὲν προσέφερε τίποτε καινούργιο. Μὲ ἀξίωμα τὴν πνευματικὴ αὐθαιρεσία περιέχει τὰ ἑξῆς δύο βασικὰ πράγματα, πού εἶναι κατὰ βάθος ταυτόσημα : Κριτικὴ κατὰ τῶν ἀπόψεων τοῦ Φ. Πολίτη καὶ Γ. Ἀποστολάκη, καὶ τὴν διαβεβαίωση ὅτι ἡ γενηὰ τοῦ Θεοτοκᾶ εἶναι ἡ προνομιοῦχος, ἔναντι τῶν παλαιοτέρων, στὴν ὁποία πρέπει τώρα ν' ἀνατεθῆ ἀνεπιφύλακτα ἡ πνευματικὴ ἡγεσία. Ἠθελημένα ἤ ὄχι, στὸ βιβλίο αὐτὸ ἡ ἔννοια τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἑξακριβωτικοῦ συσχετισμοῦ ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὴν ἐξαλλοσύνη — κοινωνιολογικῶς ὡστόσο αἰτιολογημένη — καὶ ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴν σύγκριση ποσῶν ἀνόμοιων, τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Εὐρώπης.
Ἡ δεκαετία τοῦ 20—30 πέρασε ἀσφυκτικὰ μὲ τοὺς Ἀποστολάκη καὶ Πολίτη. Ἡ κριτικὴ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἐξυπονοοῦσε μονοσήμαντα κοινωνικὰ σημαινόμενα καὶ ἔθετε ἐπιταγὲς προϋποθέσεων πνευματικῆς ζωῆς. Πρώτη δουλειὰ τοῦ Θεοτοκᾶ εἶναι νὰ στραφῆ ἐναντίον τους : «Δὲν εἶχε ἀνάγκη ἡ Ἑλλάδα ἀπὸ περισυλλογή, σεμνότητα, δουλειά, προσπάθεια, διότι, ὅπως εἶπε ὁ Zweig, τὸν κόσμο δὲν τὸν ἀνανέωσαν οἱ ἤρεμοι ἐπιστήμονες... ἀλλὰ οἱ ἔξω — νόμου».
Ποιὸς ἦταν ὁ Zweig, πότε ἔγραφε, γιατί τὰ ἔγραφε, κάτω ἀπὸ ποιὲς ἐπιδράσεις ἔγραφε, τί ἤθελε πού τὰ ἔγραφε καὶ τί σχέση ἔχουν ὅλ ' αὐτὰ τοῦ Zweig μὲ τὴν Ἑλλάδα, αὐτὸ δὲν ἔχει σημασία. Τὸ βάθος μετριέται μὲ μονάδα μετρήσεως τὴν ἐπιφάνεια. Ὁ περίγυρος τοῦ Zweig εἶναι ἴδιος μὲ τὸν Ἑλληνικό, ὅπως καὶ «τὸ περιβάλλον πού ἔζησε ὁ Ντοστογιέφσκυ δὲν φαίνεται νὰ ἦταν ἀνώτερο ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τοῦ περασμένου αἰώνα κι' ἦταν ἀσφαλῶς κατώτερο ἀπὸ τὸ σημερινὸ περιβάλλον μας», (σελ. 46)
Αὐθαίρετα πράγματα βέβαια, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἔχει σημασία. Σημασία ἔχει ὅτι τὴν στιγμὴ ἐκείνη κάποια γενηὰ ἔπρεπε νὰ καθιερωθῆ στὰ πνευματικὰ πράγματα. Οὔτε φυσικὰ ἔχει κανεὶς ἀπαίτηση ἀπὸ ἕνα λογοτέχνη, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται κάθε προκαθωρισμένη κοινωνικὴ σκοπιμότητα στὴν τέχνη, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος βρίσκεται ἐμπλεγμένος σὲ ἕναν ἄτεγκτον κοινωνικὸ ντετερμινισμό, νὰ κατέχη τὶς χρυσὲς λεπτομέρειες. Γιὰ τοὺς νεώτερους πού ψάχνουν νὰ βροῦν τὶς καλὲς ποιητικὲς συλλογὲς ἀπὸ βιβλιογραφίες τῶν βιβλίων Φυσικῆς, Μαθηματικῶν καὶ Ἀστρονομίας ἔχει πολὺ οὐσιαστικὴ σημασία ὅτι πίσω ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκυ εὑρίσκονταν ὁ Lobatchevski κι' ὁ Mendeleiev. Εἶναι μιὰ χρυσῆ λεπτομέρεια αὐτὴ γιὰ τὶς νεώτερες κοινωνίες, πού φυσικὰ ἕνας λογοτέχνης μπορεῖ, βάσει τοῦ νόμου τῆς ποιητικῆς ἀναίδειας, νὰ ἀγνοῆ. Εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση τοῦ «προσόντος» τῆς ἐξαλλοσύνης, ἄλλωστε. Καὶ τίποτε ἄλλο δὲν ἀπαίτησε ὁ Θεοτοκᾶς γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀνανέωση τῆς ἀστικῆς ἡγεσίας, παρὰ νὰ παραδοθῆ στὴν ἐξαλλοσύνη τῆς «γενηᾶς τοῦ '30». Μὲ φλάμπουρο τὴν ἐξαλλοσύνη πάλεψε ἡ «γενηὰ τοῦ '30» καὶ νίκησε ἐπὶ μισὸν αἰῶνα: « Οἱ σημερινὲς πνευματικὲς ἀνάγκες τῆς Ἑλλάδας δὲν ἐπιτρέπουν τὴν εὔκολη ἐργασία τοῦ παλιοῦ καλοῦ καιροῦ. Οἱ καιροὶ ἄλλαξαν... Πολὺς κόσμος διδάσκουν στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὶς ἕδρες... πολλοὶ σοβαρότατοι καὶ κατσουφιασμένοι ἄνθρωποι ἱδρύουν σχολές...μὲ κοινωνικά, φιλοσοφικά, αἰσθητικὰ συστήματα... σὲ μία ἐποχὴ πού ἡ Εὐρώπη ἀμφισβητεῖ τὴν ἀξία ὅλων, συλλήβδην και ἀθρόως, τῶν συστημάτων καὶ γυρεύει τὸ δρόμο της ἔξω ἀπὸ αὐτά. Σεβόμαστε βέβαια... μὰ προκοπὴ δὲ βλέπουμε». Ἡ ἀντίληψη τοῦ Φ. Πολίτη « μπορεῖ νὰ μορφώσει σοφοὺς καθηγητές, ἄριστους φιλόλογους, χρησιμώτατους φύλακες καὶ σχολιαστὲς τῆς κληρονομιᾶς τῶν προγόνων» μὰ ὅλοι ἐτοῦτοι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ «φρόνιμα παιδιά», ἀνίκανα νὰ «συντηρήσουν τὴν φωτιὰ τῆς δημιουργίας». «Εἶναι γεμάτοι τέτοιους ἀνθρώπους οἱ δρόμοι τῆς Ἀθήνας κι' ὡστόσο ἡ Ἑλλάδα δὲν δημιουργεῖ». « Ἀλλοίμονο στὴν Ἑλλάδα ἂν στηρίξει τὸ μέλλον της μονάχα στὶς ἄμορφες μάζες τῶν φρονίμων παιδιῶν». Καὶ τότε θὰ σωθῆ, ἂν ἐμπιστευθῆ στὴν «γενηὰ τοῦ '30» πού ἦταν τότε «ἀγόρια καὶ κορίτσια τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, ἀρκετὰ πρωτὸτυπα πλάσματα... ρωμαλέα παιδιά, γυμνασμένα, μὲ ἐλεύθερες κινήσεις καὶ ζωηρὰ χρώματα». « Ἡ μεγάλη ἀξία αὐτῆς τῆς γενηᾶς εἶναι ὅτι φέρνει ξανὰ στὴν νικημένη Ἑλλάδα μερικὲς πιθανότητες αὐτοπεποίθησης... καὶ θὰ δώση στὸν τόπο τὶς ψυχικὲς δυνάμεις πού τοῦ λείπουν». Αὐτὰ ἔλεγε ὁ Θεοτοκᾶς.
Σήμερα πιὰ ξέρουμε πώς ὅλ' αὐτὰ τοῦ Θεοτοκὰ ἦταν ψέμματα. Ἦταν ἐπαγγελίες τῆς στιγμῆς. Ἡ Ἑλλάδα δὲν καλυτέρευσε καὶ ἀπέχει περισσότερο ἀπὸ τὴν Εὐρώπη σήμερα ἀπ’ ὅ,τι ἀπεῖχε τότε.
Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν ὅμως τ' ἀποτελέσματα. Μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ προϋποθέσεις ἐκείνων τῶν «ρωμαλέων παιδιῶν». Ὅσο καὶ ἂν αὐτὰ πού λέει τὸ «Ἐλεύθερο πνεῦμα» μποροῦν νὰ φανοῦν σήμερα κωμικά, ἀπετέλεσαν τότε ἐπαρκῆ θεωρία γιὰ τὴν ἐπιχείρηση τῆς πλέον ὠργανωμένης κοινωνικῆς ἀπάτης. Σημασία ἔχει ὅτι τὸ «Ἐλεύθερο πνεΰμα» δούλεψε καὶ γιὰ τὶς ἄλλες γενηές, ἐδημιούργησε τὴν κατάσταση πού ζοῦμε σήμερα κι' ἐνίσχυσε στὸ ἒπακρο τὴν διαδικασία τῆς ἀποβλάκωσης. Ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ '30 κι' ἐδῶ τὰ Πανεπιστήμια ἒπαψαν νὰ ἐκπροσωποῦν ὁ,τιδήποτε. Τὸ ἔργο τοῦ ψυχικοῦ στραγγαλισμοῦ πού ἀνελάμβανε ἡ παιδεία, ἀποκατέστρεφε ἡ λογοτεχνικὴ παραγωγή, πού ἦταν σχεδὸν ὁλόκληρη της «γενηᾶς τοῦ '30». Ἡ «γενηὰ τοῦ '30» ξεκίνησε μὲ κοινωνικὰ ἐπιτάγματα, δὲν ἀρκέστηκε σὲ λογοτεχνικὲς ἐπιδιώξεις. Ἡ ἴδια διεχώρισε αὐτὰ τὰ πράγματα προσωρινά, γιὰ νὰ τὰ ἑνώση ἱστορικὰ στὸν πλέον ἐπιθανάτιο καὶ γιὰ τὸ ἔθνος καὶ γιὰ τὴν ἴδια συγκερασμό. Καὶ μερικὰ πράγματα τὰ πέτυχε. Ἡ τέχνη ἐκλήθη νὰ παίξη τὸν ἴδιο ρόλο μὲ τὸ δημοτικὸ τραγούδι. Ἀπὸ συνέπεια ζωῆς, νὰ γίνη προϋπόθεση ζωῆς. Νὰ ὑποκαταστήση τὴν διανόηση [14].
Ξεκομμένος ὁ νεώτερος Ἕλληνας ἀπὸ τὴν παράδοσή του, μὲ τὴν χαριστικὴ βολὴ τοῦ «Ἐλευθέρου πνεύματος» καὶ ὅλης τῆς γενηᾶς αὐτῆς, ἐτράπη πρός τὸ ἄλογο, τὸν ἔσχατο ὑποκειμενισμό, πρὸς τὸ Irrationnel καὶ τὴν φιλοσοφικὴ ἀποδυνάμωση. Κατέστη ἀνίκανος νὰ ἐπεξεργάζεται νοήματα καί νὰ οἰκειώνεται θεωρίες. Δὲν φαίνεται τυχαῖο πού μεταπολεμικῶς ὡς τὸ 1967, ἡ φιλοσοφικὴ δραστηριότης περιωρίσθηκε γύρω ἀπὸ τὴν ψυχανάλυση καὶ τὰ περσοναλιστικὰ ὑποπροϊόντα τοῦ ὑπαρξισμοῦ (πού τὴν ἐμβόλιμοτητά τους θὰ ἐξετάσουμε στὴ συνέχεια). Αὐτὸ ἦταν τὸ πνευματικὸ πλαίσιο πού ἀπαιτεῖτο γιὰ νὰ κατανόηση ὁ νεώτερος Ἕλλην τὸ κριτικὸ ἔργο τῆς «γενηᾶς τοῦ '30» καὶ νὰ παραδεχθῆ ἀσυζητητὶ τὸ ἔργο αὐτῆς τῆς γενηᾶς. Τὸ «γλωσσικὸ» τοῦ Ψυχάρη ἔδωσε τοὺς καρπούς του.

---------------------------------------------------------------
[1] Μέσῳ τοῦ «χαρτιοῦ» κατασκευάζεται συνήθως ἡ μεσοαστικὴ τάξη στὴν Ἑλλάδα. Ἡ διαδικασία κατασκευῆς της ἐλάχιστα τῆς ἐπιτρέπει ἄλλου εἴδους κοινωνικὲς συνειδητοποιήσεις, πολὺ δὲ περισσότερο ἡ ὑψηλῶς προλεταριακὴ χρησιμοποίησή της. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ἀποτελεῖ ἀναντικατάστατη πολιτικὴ σαβούρα στὴν μεταπολεμική μας πλοήγηση. Εἶναι ἡ τάξη πού κυρίως ἐκινδύνευσε, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς τελευταίας ἑπταετίας, νὰ βγῆ ἀπὸ τὴν ἀδράνεια της. Ἡ τάξη αὐτή θὰ τύχη, ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα, τοῦ ἀμερίστου ἐνδιαφέροντος τῆς «νέας» μας Δημοκρατίας, γιὰ νὰ ἐνδυναμωθῆ στὴ συνείδηση τῆς εὐτυχίας της καὶ συνεπῶς στὴν ἀδράνειά της.
[2] Βλ. ἐφ. «Τὸ Βῆμα», 22.12.1974, ὅπου ὁ κ. Πεπελάσης κατενθουσιασμένος μὲ τὰ ποιήματα τοῦ κ. Ρίτσου.
[3] Βλ. κατωτέρω.
[4] Ὁ «Φάουστ τοῦ Γκαῖτε», σελ. 531.
[5] Ἡ βασικώτερη κατηγορία στὴ νεώτερη εὐρωπαϊκὴ φιλοσοφία εἶναι, ὡς γνωστόν, ἡ ἀλλοτρίωση ( alienation ).
[6] Αὐτό, προκειμένου γιὰ τὰ Μαθηματικά, δὲν εἶναι ὁλότελα ἀλήθεια.
[7] Δὲν ὑπάρχει δυστυχῶς ὁρισμὸς τῆς μεγάλης τέχνης. Οἱ ἔννοιες πού δὲν μποροῦν νὰ ὑπαχθοῦν σὲ κάποιο γένος, ὀνομάζονται στὴν λογική ἰδιότυποι. Τέτοια εἶναι καὶ ἡ ἔννοια τῆς μεγάλης τέχνης. Παρόμοιες εἶναι ἡ σκέψη καὶ ἡ ζωή. Ἕνα ἁπλὸ χαρακτηριστικό τῆς μεγάλης τέχνης εἶναι ὅτι, ὅταν ἔρθης σ' ἐπαφὴ μαζί της, δὲν τὴν ξεχνᾶς ποτέ. Καὶ τὴν ἀναγνωρίζεις ἀμέσως.
[8] Du spirituel dans l’ art et dans la peinture en particulier σελ. 37-38
[9]Ἔχουμε τὰ κλασσικὰ πιὰ κακόηχα τέρατα στὰ Μαθηματικά τῆς «ἐπὶριψης» καὶ τῆς «ἔνριψης». (Σημειωτέον ὅτι ἡ «ἔνριψη» εἶναι βαφτισιμιὰ τῆς «ἐκπαιδευτικῆς μεταρρύθμισης» τοῦ 15%. Αὐτή ἡ λέξη εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μικρόβια πού φανερώνουν τὴν κληρονομικὴ ἐπιβάρυνση ἐκείνης τῆς μεταρρύθμισης). Τὸν τελευταῖον καιρὸ προστέθηκε ἕνα ἀκόμη ἐπιστημονικὸ βιβλίο στὴν φαρέτρα τῆς Δημοτικῆς : τοῦ J. Hunter ἡ θεωρία ἀριθμῶν, μεταφρασμένη ἀπὸ τὸν καθηγητὴ κ. Κριτικό. Ὁ κ. Κριτικὸς εἶναι παληὸς ὑπέρμαχος τῆς δημοτικῆς καὶ μάλιστα τῆς ἄτονης, μὲ τελίτσες μόνο! Προσέχοντας κανεὶς τὸν χαρακτῆρα τῆς δημοτικῆς τοῦ κ. Κριτικοῦ, καταλαβαίνει εὔκολα ὅτι ὁ κ. Κριτικὸς δὲν εἶναι δημοτικιστὴς γιὰ τοὺς ἴδιους λόγους πού εἶναι καὶ ὁ κ. Πεπονῆς.
Ὡστόσο δὲν πρόκειται γιὰ τὶς γλωσσικὲς ἀντιλήψεις τοῦ κ. Κριτικοῦ. Πρόκειται γιὰ τὴν πρόθεσή του νὰ πείση τοὺς «σπουδαστὲς τῶν μαθηματικῶν, τοὺς καθηγητὲς τῆς Μ.Ε. καὶ τοὺς ἐραστὲς αὐτοῦ τοῦ ὡραίου κλάδου» ὄτι εἶναι χρεία νὰ καταπιαστῆ σήμερα κανεὶς μὲ τὴν στοιχειώδη ἀριθμοθεωρία, μέσα στὴν ὑπάρχουσα κατάσταση τῶν Μαθηματικῶν. Καὶ ὅσο γιὰ τοὺς «ἐραστές», πάει καλά... Ὄχι βέβαια γιατί δὲν εἶναι ὡραία ἡ ἀριθμοθεωρία. Ἴσα ἴσα, εἶναι ὡραία ὅσο καὶ ἡ εὐκλείδια γεωμετρία. Νομίζουμε ὅμως ὅτι ἡ ἑλληνικὴ βιβλιογραφία, εἰδικὰ στὴν ἀριθμοθεωρία, παρὰ τὴν διαβεβαίωση τοῦ κ. Κριτικοῦ, μὲ τὰ ὅσα βιβλία ὁ ἴδιος ἀναφέρει σὺν μερικὰ ἄλλα πού ξεχνᾶ, εἶναι συγκριτικὰ μὲ ἄλλους κλάδους πληρεστάτη. Λείπουν φυσικὰ βιβλία ὅπως π.χ. ἡ «ἀλγεβρικὴ θεωρία τῶν ἀριθμῶν» τοῦ Ρ. Samuel, ἀλλὰ δὲν βρίσκουμε τὸν εἰδικόν λόγο ἐπιμονῆς εἰδικὰ γιὰ τὴν ἀριθμοθεωρία. Θὰ ἔλειπε βέβαια τούτη ἡ καλόπιστη ὑποσημείωση ἂν δὲν ὑπῆρχε κίνδυνος ὅτι θεωροῦμε τὸν κ. Κριτικὸ μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν τῆς θεωρίας, ὅτι σκοπὸς τῶν Μαθηματικῶν εἶναι νὰ καλλιεργήσουν τὴν εὐφυία αὐτῶν πού τὰ διαβάζουν. Αὐτή ἡ θεωρία εἶναι πολὺ διαδεδομένη στὸν τόπο μας. Σύμφωνα μὲ αὐτὴν θὰ ἔπρεπε οἱ μαθηματικοὶ νὰ εἶναι οἱ ἐξυπνώτεροι τῶν ἀνθρώπων καὶ φυσικὰ τὸ ἄδικο τὸ ἔχη ἡ πραγματικότητα πού δὲν συμβαδίζει μὲ τὰ λεγόμενα αὐτῆς τῆς θεωρίας.
[10] M.Vitti : Ἡ ἰδεολογικὴ λειτουργία τῆς ἑλληνικῆς ἠθογραφίας, σελ. 69 κ. ἐ.
[11] Αὐτὸ θὰ ἦταν δυνατὸν σήμερα μὲ τὴν προσαρμογὴ τῆς δημοτικῆς πρὸς τὴν καθαρεύουσα. Δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε τὸ ἀντίστροφο, γιατί ἡ καθαρεύουσα ἐγελοιοποιήθη ἀπό τούς ὑπερμάχους της. Ἀξίζει νὰ προσέξη κανείς — καὶ τοῦτο εἶναι ἄσφαλτο δεῖγμα μίας γενικώτερης πτώσης— τὴν καθαρεύουσα ἀπὸ τὸ ‘30 καὶ μετά. Ὅπως στὴν κοινωνική μας ζωὴ ἀνερριχήθησαν οἱ παντὸς εἴδους κομπραδόροι, ἔτσι καὶ στὶς ἀνώτατες σχολὲς βρέθηκαν διάφοροι ὀλιγόνοες φαυλόβιοι, πού κατάντησαν τὴν γλῶσσα κατασκεύασμα ἐμετικό.
[12] Στὸ «γλωσσικὸ» τοῦ 1972, λέει ὁ κ. Πεπονῆς ὅτι ἡ καθαρεύουσα ἀπομακρύνει τοῦ νοήματος γιατί τῆς λείπει ἡ ἀμεσότητα, ἐνῷ στὴ δημοτικὴ κατανοεῖ κανεὶς ἀμέσως, ἐπειδὴ εἶναι ἡ μητρική του. Ἰδοὺ ἕνα ἀκόμη ἀνανεωμένο ἀποπλανητικὸ ἐπιχείρημα. Εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ σοφοί μας ἔχουν τὶς πνευματικὲς των καταθέσεις στὶς ξένες Τράπεζες γνώσης. Θὰ μποροῦσε λοιπὸν νὰ ρωτήση κανεὶς : οἱ ξένες γλῶσσες τοὺς ἐμποδίζουν ἄραγε νὰ κατανοοῦν τὴν σοφία τῶν ξένων κειμένων ; Ὅση τουλάχιστον δείχνουν στοὺς ἄλλους; Γιὰ πόσους ἀπό τούς σοφούς μας τὰ Γαλλικὰ ἤ τὰ Γερμανικὰ εἶναι μητρικές τους γλῶσσες; Τοὺς Εὐρωπαίους τοὺς ἔμποδισεν ἡ γλῶσσα ν’ ἀφομοιώσουν τὸν Ἑλληνικὸ πολιτισμὸ ἀπὸ τ' ἀρχαῖα κείμενα; Τ’ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ εἶναι μητρικὴ γλῶσσα κανενὸς εὐρωπαϊκοῦ λαοῦ;
Δὲν εἶναι λοιπόν ἡ γλῶσσα πού ἐμποδίζει τὴν μόρφωση. Εἶναι τὸ περιεχόμενο τῶν κειμένων. Καὶ εἶναι ἀνώφελο νὰ μετατοπίζουμε ἤ νὰ συγκαλύπτουμε τὴν προβληματικὴ τῶν πραγμάτων. Τὸ πολὺ πολύ, ἂν ἦταν ἡ μόρφωση νὰ ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ τὴν γλῶσσα, νὰ ἔπαιζε αὐτὴ τὸν ρόλο πού παίζει ὁ παρθενικὸς ὑμένας γιὰ τὴν διαιώνιση τῶν ἀνθρώπων.
[13] «Ποίησιν ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐλπίζη, ἀφοῦ τὰ μὲν πάτρια ἤθη ἀπηρνήθη, τοῦ δὲ διανοητικοῦ βίου τῶν νεωτέρων ἐθνῶν εἰσέτι δὲν μετέχει». «Ποίησις», ἄρα σημαίνει προϋποθέσεις ζωῆς.
[14]. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀναρωτηθῆ ἂν ἡ «γενηὰ τοῦ '30» ἐκόμισε κάτι εἰς τὴν Τέχνη, ἤ ἂν κάτι ἐκέρδισε ἡ Τέχνη ἀπὸ αὐτήν. Στὴν Τέχνη ἡ «γενηὰ τοῦ '30» τίποτε δὲν ἐκόμισε. Ἡ ἐντόπια τέχνη ἐκέρδισε καὶ ἰδιαίτερα τὸ μυθιστόρημα. Ἡ καλλιτεχνικὴ παραγωγὴ τῆς «γενηᾶς τοῦ '30» θὰ ἐγίνονταν καὶ χωρὶς τὶς θεωρητικὲς διακηρύξεις αὐτῆς τῆς γενηᾶς. Αὐτὲς οἱ διακηρύξεις, πού εἶναι κάτι τὸ «ἐκ περισσοῦ», ἀποτελοῦν καὶ τὸ κριτήριο τῆς λογοτεχνικῆς της παραγωγῆς. Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὸ μυθιστόρημα εἶναι συνισταμένη ἀποκλειστικὰ κοινωνικῶν συνθηκῶν καὶ οὔτε ὁ Καλλιγᾶς μποροῦσε νὰ γράψη σὰν τὸν Μυριβήλη, οὔτε ὁ Μυριβήλης σὰν τὸν Καλλιγᾶ. Μετὰ τὴν μικρασιατικὴ καταστροφή, μὲ τὶς μεγάλες κοινωνικὲς ἀνακατατάξεις πού ἀκολούθησαν στὸν ἑλληνικὸ χῶρο, ἦταν ἡ ὥρα τοῦ μυθιστορήματος καὶ μίας κάποιας νεόμορφης ποίησης. Ἡ νέα πραγματικότης εἶναι ἁπτότερη γιὰ τοὺς μικρασιᾶτες λογοτέχνες, πού εἶναι καὶ οἱ κυρίως ἐκπρόσωποι αὐτῆς τῆς λογοτεχνικῆς παραγωγῆς. Πού καταλήγει ὅμως τὸ μυθιστόρημα μᾶς ἐνδιαφέρει, καὶ πού βρίσκεται σχετικὰ μὲ τὴν εὐρωπαϊκὴ παραγωγὴ τοῦ εἴδους. Ὅπως καὶ νὰ τὸ κάνουμε Μπαλζὰκ δὲν ἔχουμε καὶ οὔτε ἡ «γενηὰ τοῦ '30» μποροῦσε κάτι τέτοιο νὰ δώση... Στὸ παληὸ μυθιστόρημα, μὲ τὴν ἀπαίτηση τῆς περιγραφῆς τῆς εἰδυλλιακῆς ζωῆς τοῦ χωριοῦ, μέσῳ τῆς δημοτικῆς, τὸ «γλωσσικὸ» εὑρῆκε τὴν εὐκαιρία ἑνὸς ἀκόμη ἐλιγμοῦ ὑποτροπίασης. Τὸ μυθιστόρημα εἶναι ἡ μυθιστορία τῆς «μεγάλης ἰδέας». Ἡ ἴδια κοινωνικὴ καὶ πνευματικὴ στατικότητα συντελεῖ, ὥστε καὶ ὁ ἀναφαινόμενος ρεαλισμὸς στὸ νέο μυθιστόρημα, νὰ ἐκφυλισθῆ μέσα στὸν ἰδανισμό, τὴν ἰδεοληψία καὶ τὴν ἄλογη ἔκσταση. Τὸ πού καταλήγει τὸ νέο μυθιστόρημα τῆς «γενηᾶς τοῦ '30», τὸ δανείζομαι ἀπὸ τὸν M.Vitti. Ἁπλῶς παρατηροῦμε πώς δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ κατέληγε ἀλλοῦ : « Μὲ τὴν βαθμιαία ὑποχώρηση τοῦ ρεαλιστικοῦ ἐρεθισμοῦ ὁ Μυριβήλης βρίσκεται ὑποχρεωμένος νὰ παραχωρεῖ ὁλοένα περισσότερο ἔδαφος στὴ φυσιολατρεία. Παράλληλα μὲ τὴν δυσφορία πού αἰσθάνεται μπρὸς στὴν κοινωνικὴ πραγματικότητα... ζητεῖ καταφύγιο στὸν ἀσφαλέστερο κόσμο τοῦ παρελθόντος ». (Ἰδεολογικὴ λειτουργία τῆς ἑλληνικῆς ἠθογραφίας, σελ. 108).
---------------------------------------------------------------



.~`~.
II
Η νεοελληνική ἀστική ἰδεολογία καί η ἀριστερά

Γιὰ τὸ θέμα τοῦ βιβλίου μας ὁ ρόλος τῆς Ἀριστερᾶς ἦταν πυρηνικός.Ἦταν συνεπῶς ἀνάγκη νὰ ἀναφερθοῦμε σ' αὐτὸν ἐκτενῶς. Ἐπειδὴ ἡ ἀντιλογία εἶναι σχεδὸν τὸ ἁπλούστερο τῶν πραγμάτων, ἀντὶ μιᾶς ἁπλῆς διαπιστωτικῆς ἔκθεσης, ὑποχρεωθήκαμε στὴν διαλογικὴ ἀνάλυση. Προϋποθέτοντας νοερῶς τὸν ἀντίλογο, ἐγράψαμε τὶς ἀπαντήσεις. Ἀναφερθήκαμε στὸ παρελθὸν ἐπειδὴ ἔπρεπε νὰ προκύψουν οἱ ἐσωτερικές σχέσεις τῆς Ἀριστερᾶς μὲ τὴν νεοελληνικὴ Ἰδεολογία. Προσωπικὰ δὲν πιστεύομε στὸ παρελθόν, γιατί ἡ Ἱστορία δὲν ἐπιδέχεται δεοντολογικὲς ἀποτιμήσεις, ὅπως καὶ ἡ Φυσική. Θελήσαμε νὰ δείξωμε κατὰ ποιὸν τρόπο ἡ νοοτροπία τοῦ παρελθόντος διατηρεῖται στὸ παρόν, ὥστε νὰ προκύψουν οἱ ἐγγενεῖς ἀδυναμίες τῆς Ἀριστερᾶς, ἀπὸ τὶς ὁποῖες, ἀφ' ἑαυτῆς πλέον, ἀπορρέει ἡ ἰδιάζουσα σχέση της μὲ τὴν νεοελληνικὴ Ἰδεολογία. Ἐπειδὴ ἡ Ἀριστερὰ ἀντλεῖ τὴν ὕπαρξή της ἀπὸ τὸ μέλλον, ἂν ὑπάρχῃ κάποια ἐνοχή γιὰ τὸ ποιὸν τῆς ἑλληνικῆς Ἰδεολογίας, εἶναι ἡ κυρίως ἔνοχη. Ὁ Μακρυγιάννης —καὶ λέγοντας Μακρυγιάννη δὲν ἐννοοῦμε τὸν ἄνθρωπο, ἀλλά ὅ,τι πρὶν ἀναφέραμε— προβαλλεται ἀπὸ τὴν Δεξιὰ καὶ ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὴν Ἀριστερά. Σὲ τοῦτο ἀκριβῶς ἔγκειται καὶ ἡ ἔνοχή της.
*
"Ὅταν στήν κορυφή παίζουν βιολί, τί ἄλλο περιμένει κανείς παρά αὐτοί πού εἶναι ἀπό κάτω νά χορεύουν;"
(Κάρλ Μάρξ, Ἡ 18η Μπρυμαίρ )
"Ἄν τά βάζῃ κανείς μέ ὡρισμένους, ἐνδέχεται νά ἔχῃ δίκηο, ἄν τά βάζη μέ ὁλο τόν κόσμο, εἶναι σίγουρα τρελλός".
(Ντοστογιέφσκυ)

Ἂς ὑποθέσωμε λοιπὸν ὅτι εἴμαστε τρελλοὶ καὶ ἂς κάνωμε τώρα μερικὲς συμπληρωματικὲς ὑποθέσεις. Εἴπαμε ἤδη ὅτι ὁ τρόπος τῶν ἀναλύσεων μας εἶναι μαθηματικός, οἱ ὑποθέσεις συνεπῶς ἐπιτρέπονται πάντα.
Θὰ ἦταν ὑψίστης εὐτυχίας ἐνδεχόμενο ἄν, μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ νεοελληνικοῦ χειρουργείου, εὕρισκε κάπου κανεὶς νὰ ἀπόθεση κάποιες ἀμυδρὲς ἐλπίδες. Κόμμα τῶν ἐλπίδων εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ ἡ Ἀριστερά, γιατί εἶναι κόμμα τῆς κοσμοθεωρίας πού ἀφορᾶ μονίμως στὸ μέλλον. Στὸ μέλλον βρίσκεται πάντα καὶ ἡ ἐλπίδα.
Ὅπως εἴδαμε, ἡ νεοελληνικὴ ἀστικὴ ἰδεολογία δημιουργήθηκε μὲ δεδομένο τὴν πρόληψη τῶν κοινωνικῶν διαφορισμῶν, πού θὰ ἀποδυνάμωναν τὸ ἠμιαπoικιακὸ καθεστώς. Ἦταν συνεπῶς ἑπόμενο ἡ ἰδεολογία αὐτὴ νὰ ὑπέχῃ τὸν ρόλο τοῦ ἁπλοῦ ὅπλου, ἐστερημένη ὁποιουδήποτε ἐθνικοῦ περιεχομένου καὶ προοπτικῆς. Ἀφαιρῶντας τὰ ποσοστὰ τῆς ἀντισοσιαλιστικῆς σκοπιμότητας, ἡ ὑπόλοιπη ποσότης τῆς νεοελληνικῆς Ἰδεολογίας ἀνάγεται στὸ μηδέν. Ἡ συνεκτικὴ σχέση τῶν δύο πόλων οὐδέποτε ἐπέτρεψε τὴν ὕπαρξη ἄλλης πνευματικῆς ζωῆς. Τοῦτο φανερώνει ὅτι τροφοδότης τῆς νεοελληνικῆς ἰδεολογίας ἦταν κατ' οὐσίαν ἡ ἴδια ἡ ἀντίπαλή της ἰδεολογία : ὅτι ἦταν οὐσιαστικὰ ἐγγενῶς ἀδύναμη καὶ ἀπρόσφορη γιὰ μία ἀντίπαλη τακτική. Οὐδέποτε ἡ νεοελληνικὴ ἰδεολογία θὰ εὕρισκε τόσην εὐχέρεια ὑπάρξεως χωρὶς τὴν ἰδεολογικὴ στασιμότητα τῆς Ἀριστερᾶς. Καίτοι, ὅπως ἦταν φυσικό, ἐγνώριζε ἡ Ἀριστερὰ ὅτι τὴν μεταπολεμικὴ τουλάχιστον ὕπαρξή της θὰ ἔχρησιμοποιοϋσε ὡς προπέτασμα ἡ ἀστικὴ συντήρηση, ὄχι μόνο δὲν ἐφρόντισε νὰ βρῆ μία ἀνασχετικὴ τακτικὴ αὐτῶν τῶν διαθέσεων, ἀλλά πεπεισμένη ἐκ γενετῆς γιὰ τὴν ἱστορική της δικαίωση καὶ ἔμμονη στὶς κοσμοθεωρητικές της πίστες, οὐδέποτε μπόρεσε νὰ καθορίση ἀντικειμενικὰ πῶς καὶ πόσο ἦταν αὐτό πού ἀπεκόμιζε ἡ Δεξιὰ ἀπὸ τὴν τακτική της. Τοῦτο ἐπιδέχεται ἐμβάθυνση γιὰ τὴν πολιτικὴ νοοτροπία τῆς Ἀριστερᾶς.
Ἀνεξαρτήτως τῶν οἱωνδήποτε συνθηκῶν, τὴν ἑλληνικὴ Ἀριστερὰ βαρύνει ἕνα μοναδικὸ στὴν ἱστορία σύμπτωμα : ὅτι ἔχει στὸ παθητικό της τὸ μοναδικὸ ἀνὰ τὸν κόσμο ἡττημένο κομμουνιστικὸ κίνημα. Βάσει τῆς ἁπλῆς καὶ ἀπολύτως ἰσχυρᾶς Λογικῆς, ὅταν χάνεται ἕνας πόλεμος, συμβαίνουν δύο τινὰ : ἤ χάνεται ἐξ αἰτίας ἀνικάνων πολιτικῶν, ἤ ἐξ αἰτίας κακῶν στρατηγών [1]. Ἂν ὁ πόλεμος εἶναι ἐκ τῶν προτέρων καταδικασμένος, εἶναι χρέος τῶν πολιτικῶν νὰ τὸ προβλέψουν ἂν δὲν εἶναι, τότε φταῖνε οἱ στρατηγοί.
Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐμφυλίου πολέμου ἀποδεικνύει ἀπολύτως ὅτι κάπου ὑπερέχει ἡ Δεξιά. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν πολιτικὴ νόηση. Ἡ πολιτικὴ νόηση, κατὰ τὴν Ἀριστερά, φέρεται συμφυής, μὲ τὴν «θεωρία τῶν λαθῶν», ἀπορρέει δὲ ἀπὸ τὴν γνωστὴ διαδεδομένη ἄποψη : «Γνώμων τῆς μελλοντικῆς δράσης εἶναι ἡ κατανόηση τῆς παρελθούσης πείρας». Γράφει ἐπὶ παραδείγματι γνωστό ἔντυπο τῆς Ἀριστερᾶς :
«Τὸ Κ.Κ.Ε. μὲ τὴν θαρρετὴ καὶ ἀνοιχτὴ ἀναγνώριση τῶν λαθῶν του ἔδειξε πραγματικά, πώς εἶναι ἕνα σοβαρὸ μαρξιστικὸ - λενινιστικὸ κόμμα μὲ βαθιὰ συναίσθηση τῶν εὐθυνῶν καὶ τῆς ἀποστολῆς του. Ἕνα κόμμα πού ἀναζητάει, ἀναγνωρίζει, μαθαίνει καὶ διδάσκεται ἀπὸ τὸ λάθη του. Ἕνα κόμμα στὸ ὁποῖο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μπορεῖ νάχει ἐμπιστοσύνη ὅτι θὰ ὁδηγήσει σὲ νικηφόρο τέρμα».[2]
Διότι, ὅπως παρατηρεῖ τὸ ἴδιο ἔντυπο, «ὁ Λένιν τονίζει ὅτι ἡ σοβαρότητα ἑνὸς ἐπαναστατικοῦ κόμματος καὶ κατ' ἐπέκταση κι ἑνὸς ἐπαναστάτη ἡγέτη καθορίζεται, πρώτ' ἂπ' ὅλα, ἀπὸ τὴν στάση του ἀπέναντι στὰ λάθη του».
Ἂν ὅμως ἀναφερθῆ κανεὶς σὲ συγκεκριμένες ὅμοιες καταστάσεις, ὅπως π.χ. στὴν δικτατορία τοῦ Πάγκαλου, τοῦ Μεταξᾶ καὶ τῆς 21 Ἀπριλίου, θὰ διαπιστώση ὅτι ἡ Ἀριστερὰ πάσχει τὰ ἴδια ἀκριβῶς συμπτώματα — γεγονός πού ἐλάχιστα πείθει γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς «περὶ λαθῶν» θεωρίας»[3]. Ἐπὶ Παγκάλου, ὑπάρχει ἐσωτερικὸ πρόβλημα λικβινταρισμοΰ. Ἐπὶ Μεταξᾶ, ἀντιμετωπίζει «ἀγώνα φραξιονισμοῦ καὶ σεχταρισμοῦ», ἐνῶ, κατὰ τὴν τελευταία ἑπταετία, ρεβιζιονιστικὴ διάλυση. Ὅταν δηλαδή οἱ ἐξωτερικὲς συνθῆκες σκληρύνονται, οἱ ἐσωτερικὲς ὀξύνονται ὡς σὲ σημεῖο διαλύσεως. Τοῦτο φανερώνει πώς ἡ Δεξιὰ πάντοτε κατορθώνει ὅ,τι βούλεται στὸν χῶρο τῆς Ἀριστερᾶς. Ἡ ὁμοιότης τῶν καταστάσεων ἀποδεικνύει ὅτι στὴν Ἀριστερὰ ἐνδημεῖ κάποια ἱστορικὴ στασιμότητα καὶ μιὰ ἀτελέσφορη νοοτροπία. Μὲ τὶς ἴδιες αἰτίες, ἴδια ἀποτελέσματα. Αὐτὸ κατ' οὐσίαν φανερώνει τὴν ἔλλειψη δυναμικῆς ἰδεολογίας στὸν χῶρο τῆς Ἀριστερᾶς καὶ ἀκόμη, ὅτι ἡ ὀλίγη στατικὴ ἰδεολογικὴ προσκόλληση στὶς κλασσικὲς ἀρχὲς τοῦ Μαρξισμοῦ-Λενινισμοῦ, ὄχι μόνο ὑπερκαλύπτεται ἰδεολογικὰ ἀπὸ τὴν Δεξιά, μὰ ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὴν πρόφαση τῆς νεοελληνικῆς ἀστικῆς Ἰδεολογίας. Ἂν πρὸς στιγμὴν θέλαμε νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν ἀλήθεια αὐτὴ καὶ νὰ ἀποδώσωμε στὴν Ἀριστερὰ μία προσηρμοσμένη μαρξιστικὴ ἰδεολογία —ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὴν «περὶ λαθῶν» θεωρία— θὰ ἐμπλεκόμαστε σὲ ἀδιέξοδο ὡς πρὸς τὸν ἐθνικό της ρόλο ἔναντι τῆς προστασίας. Ἀναγνωρίζοντας ὀρθούς τους ἱστορικοπολιτικούς ρόλους πού ἡ ἴδια ἐπικαλεῖται καὶ παραδεχόμενοι τὴν ὕπαρξη μίας ἀποτελεσματικῆς Ἰδεολογίας —ἐπέκεινα τῆς «καλῆς πίστεως»—, προκύπτει αὐτομάτως ἡ ἐνοχή της γιὰ κάθε πολιτικὴ ἐκτροπὴ τῆς Δεξιᾶς. Ἀναγνωρίζοντας στὴν Ἀριστερὰ τὸν ρόλο τοῦ διαχειριστῆ τῶν ὑψίστων συμφερόντων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, θάπρεπε ταυτόχρονα νὰ προβληματισθοῦμε γιατί τοῦτος ὁ λαὸς ἔμεινε ἀκάλυπτος ἔναντι της ὅλης πολιτικῆς τῆς Δεξιᾶς, κατὰ τὴν δικτατορία τοῦ Μεταξᾶ, ὅπως καὶ κατὰ τὴν τελευταία ἑπταετία. Πρέπει δηλαδὴ νὰ ἐρευνήσωμε πῶς προέβλεψε ἡ Ἀριστερὰ τὶς δικτατορίες (Σήμ. ἡ παλαιὰ «αὐγὴ» λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν 21/4 ἔγραφε πώς οὐδεὶς κίνδυνος δικτατορίας ὑπάρχει) καὶ τί ἐν προκειμένω ἔκανε γιὰ νὰ τὶς ἀποτρέψη. Αὐτά, βέβαια, ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι οἱ δικτατορίες ἀποτελοῦν κάτι καθ' ἑαυτὸ κακόν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑπάρχουν ἀπόλυτα κακά, μπορεῖ κανεὶς νὰ ρωτήση : γιατί ἡ τελευταία δικτατορία νὰ μὴ ἀποβῇ πρὸς ὄφελος τῆς Ἀριστερᾶς; Ἡ δικτατορία αὐτή, πού ὑπῆρξε ἐνέργεια ἀφροσύνης τῆς ἀμερικανικῆς πολιτικῆς, ἦταν τὸ βασικὸ λάθος τοῦ ντόπιου ταξικοῦ της ἀντιπάλου, πού θὰ μποροῦσε νὰ ἐκμεταλλευθῇ ὅπως ἀκριβῶς ἐξεμεταλλεύθη ὁ Λένιν τὸν πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο. Ἡ καλὴ ὀργάνωση στὶς συνθῆκες φαίνεται. Ἡ ὑπεροχὴ τῆς πολιτικῆς νόησης ἔγκειται ἀκριβῶς στὴν ἐκμετάλλευση τῶν λαθῶν τοΰ ἀντιπάλου. Καὶ ἡ δικτατορία ὑπῆρξε μέγα ἐλάττωμα τῆς ἑλληνικῆς Δεξιᾶς. Δὲν συνιστᾶ δηλαδὴ δικαιολογία γιὰ τὴν κατάσταση τῆς Ἀριστερᾶς τὸ γεγονὸς τῆς δικτατορίας. Ἡ κατάσταση της εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ ὀφείλεται σὲ ἐγγενεῖς λόγους. Ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἡ δικτατορία, δημιουργήθηκε ἡ ἐντύπωση ὅτι ἦταν καί ἡ αἰτία τῆς καταστάσεως — ἂν δὲν ἦταν αὐτὴ κάποια ἄλλη δικαιολογία θὰ βρισκόταν. Οἱ συλλογισμοὶ αὐτοὶ ἀπορρέουν ἀπὸ τὸ ἁπλούστατο γεγονὸς ὅτι δὲν ἔχει μόνο ὁ ὀπαδὸς ὑποχρεώσεις πρὸς τὸ κόμμα του, ἀλλά καὶ τὸ ὁποιοδήποτε κόμμα ἔχει ὑποχρέωση ἔναντι τῶν θυσιῶν πού ὑφίσταται ὁ ὀπαδός. Ἂν συνεπῶς ἡ ὅλη πολιτικὴ τῆς Δεξιᾶς ἐφέρετο μὲ ἀποκλειστικὸ πνεῦμα τὸν ἀντικομμουνισμό, προκύπτει αὐτομάτως ἡ ὑποχρέωση τῆς Ἀριστερᾶς γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῶν ὀπαδῶν της καὶ τοῦ λαοῦ γενικά, ἔναντι μιᾶς τέτοιας πολιτικῆς. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἐθίξαμε.

α´
Τὸ πρόβλημα τῆς Ἀριστερᾶς —μὲ βάση πάντα τὰ δεδομένα καὶ τὰ ἀποτελέσματα—,ἦταν ἀνέκαθεν πρόβλημα ἡγεσίας. Καὶ τὴν κατάσταση αὐτὴ ὑποβάλλει ἡ ἴδια ἡ Δεξιά. Γιὰ τοῦτο μὲ ὅμοιες ἱστορικὲς συνθῆκες ἐπέρχονται ἴδια ἐσωτερικὰ ἀποτελέσματα. Οἱ κοινωνικὲς συνθῆκες τῆς χώρας μας δὲν ἐϊναι ἐκεῖνες πού θὰ ἐπέτρεπαν ἕνα ἀμιγὲς ἐργατικὸ κίνημα. Κάθε κίνημα στὸν τόπο μας συνεχίζει νὰ ἔχη κατ' ἀνάγκην ἀστικοδημοκρατικο διαφορισμό [4]. Τὰ βασικὰ χαρακτηριστικά τῆς νεοελληνικῆς σύνθεσης καὶ νοοτροπίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδράζονται καὶ οἱ μόνιμες ἐπιδιώξεις τῆς νεοελληνικῆς ἀστικῆς ἰδεολογίας, καθορίσθηκαν ἀπὸ τὸ 1871, μὲ τὸν νόμο τοῦ Κουμουνδούρου «περὶ διανομῆς καὶ διαθέσεων τῶν ἐθνικῶν γαιῶν». Κάθε ἰδεολογικὴ ἀδιαλλαξία, γιὰ τὶς ἀρχὲς τῆς προλεταριακῆς τακτικῆς, καταντᾶ ἄσκοπη θρησκοληψία, πού καταδικάζει τὸ σοσιαλιστικὸ κίνημα σὲ ἁπλόν διευκολυντή τῶν ἐπιδιώξεων τοῦ κατεστημένου. Ἐν ὀνόματι τῆς προλεταριακῆς ἐπανάστασης καὶ τοῦ «κομμουνιστικοῦ μανιφέστου», ἡ νόθα ἀστικὴ τάξη ὄχι μόνον ἐδυσκολεύτηκε νὰ βρῆ κάποιαν ἱστορικὴ συμπύκνωση καὶ μία ὁμαλὴ σχηματοποίηση, ἀλλά καὶ ἐξωθήθηκε ἤ δὲν ἐμποδίσθηκε νὰ ἀποδεχθῆ τὴν ἄνευ ὅρων κηδεμονία τῆς προστασίας. Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι γνωστά.
Τὰ πράγματα τῆς ἱστορίας ὅπως καὶ τὰ πράγματα τῆς ζωῆς δὲν γνοιάζονται, φυσικά, γιὰ τὴν λογική τους ἀκολουθία. Οἱ ἐργάτες ἤθελαν νὰ δουλεύουν ἀνθρώπινα, οἱ ἀγρότες νὰ μὴν ψοφοζοῦν καὶ οἱ ἐν γένει συνθῆκες ζωῆς νὰ τοὺς παρέχουν ἕνα μίνιμουμ ἐξασφαλίσεων. Ὅλα τοῦτα ἀπαιτοῦσαν ἀγῶνες, ἀπαιτοῦσαν ἕνα ὀργανωμένο κίνημα διεκδικήσεων. Ἀπὸ τὸ σημεῖο τοῦτο ὅμως ὡς τὴν ἐπαναστατικὴ διεκδίκηση τῆς ἐξουσίας, ἡ ἀπόσταση εἶναι μεγάλη. Τὸ '44 δὲν ἔγινε ἐν ὀνόματι τῆς μαρξιστικῆς θεωρίας, ἔγινε ὡς πειραματικὴ δοκιμή, ὅπως ἀκριβῶς τὸ 17 στὴν Ρωσία. Ἡ ἁπλὴ ἀλλά κρίσιμη διαφορὰ εἶναι ὅτι τὸ 17 ὑπῆρχε μιὰ ἐπαναστατικὴ κατάσταση, πού δὲν ὑπῆρχε τὸ '44. Τὸ πείραμα τοῦ '17 [5] στὴν Ρωσία συνετελέσθη, ἀφοῦ, πλὴν τῶν ἄλλων παραγόντων καί τοῦ πολέμου, ὑπῆρξαν ὅλες οἱ μακροχρόνιες προεργασίες πού ἐξησφάλισαν τὴν ἐπιτυχία τῆς ἀστικοδημοκρατικῆς ἐπανάστασης, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Λένιν [6], καὶ εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς πού ἐννοεῖ λέγοντας «ἐπαναστατικὴ κατάσταση». Ἐδῶ οἱ συνθῆκες ὡρίμανσης μιᾶς ἀστικῆς ἐπανάστασης δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ [7].
Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ ἀστικοδημοκρατική ἐπαναστατικὴ διαδικασία εἶναι ἱστορικὰ ἀναγκαία, βρίσκει πάντα ἡ Δεξιά, μέσῳ τοῦ λεπτοῦ αὐτοῦ σημείου, πού ἐπιμόνως ἀγνοεῖ ἡ Ἀριστερά, νὰ καθορίζη τὴν πολιτική της. Γιὰ τοῦτο σὲ κάθε δικτατορία δὲν χτυπάει τὸ κίνημα στὴν βάση του, ἀλλά κυρίως διασπᾶ μὲ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλο τρόπο τὴν ἡγεσία. Ἔχουμε ἔτσι τὴν κλασσικὴ πιὰ περίπτωση γιὰ τὴν ἡγεσία τῆς Ἀριστερᾶς, νὰ πεθαίνουν ὅλοι χαρακτηρισμένοι ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ Κόμμα προδότες! Αὐτὸ εἶναι ἐπίτευξη τῆς Δεξιᾶς. Ἐπειδὴ ἡ ἡγεσία τῆς Ἀριστερᾶς εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων ὑποχρεωμένη ν' ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀστικὰ στὸ σύνολο της στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ὁδηγοῦνται ὡς ἐκεῖ μέσῳ μίας ἀστικῆς ἐπαναστατικῆς διαδικασίας —ὅπως ὁ Λένιν π.χ.— ἀλλά λόγῳ μιᾶς μυστικιστικῆς θρησκοληψίας καὶ μιᾶς πολιτικῆς καθαρὰ ντόπιας νοοτροπίας, παρέχεται εὔκολα ἡ δυνατότης τῆς διάβρωσης καὶ ἡ διάσπαση ἐν τέλει. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁλόκληρο τὸ ἀριστερὸ κίνημα καταρρέει, ὁσάκις καταφέρη ἡ Δεξιὰ νὰ δημιουργῆ μιὰ καὶ μόνο ἀπόκλιση στὸ κόμμα [8]. Κόμμα χωρὶς ταυτόχρονο ἐσωτερικὸ ἀγώνα πρὸς τίς ἀποκλίσεις καὶ φράξιες δὲν ὑπάρχει καί οὔτε εἶναι φυσικὸ νὰ ὑπάρξῃ, γιατί τὸ κόμμα εἶναι ἔκφραση πραγματικῆς ἱστορικῆς διαδικασίας. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Λένιν, ὅπως καὶ οἱ Βιετκὸγκ διεξήγαγαν διπλὸν ἀγῶνα : καὶ μέσα καὶ ἔξω. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ἕνας ἀγώνας μπορεῖ νὰ ἄρη τὸν ἄλλον. Μαρξιστικὴ θρησκοληψία αὐτὸ ἀκριβῶς σημαίνει : μιὰ θεωρία φύσει δυναμικὴ —πού ἀντλεῖ τὴν ἰσχυρότητά της ἀπὸ τὸ ποσοστὸ προσαρμογῆς της στὴν ἀνάλυση τρεχουσῶν συνθηκῶν— νὰ μεταβάλλεται σὲ δόγμα ἀποκλεῖον κάθε σχετικότητα. Μὰ ἐπιστημονικὴ θεωρία μὴ σχετικὴ οὔτε ὑπῆρξε, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ.
Ἡ ἡγεσία τῆς Ἀριστερᾶς πάσχει μονίμως ἀπὸ τὸ σύμπτωμα τοῦτο καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος ν' ἀνατρέξωμε στὸν Ζαχαριάδη, πού ἐφήρμοσε τὰ μαρξιστικά του κριτήρια γιὰ ν' ἀπόδειξη τὸν Παλαμᾶ κομμουνιστὴ! Μποροῦμε ν' ἀναφερθοῦμε ἀπὸ τὸ '50 κι' ἐδῶ — ἐποχὴ πού θὰ καλοῦμε χάριν συντομίας, μεταπολεμική.
Δὲν κατενόησε λοιπὸν ἡ Ἀριστερὰ ὅτι στὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει ἀστικὴ τάξη πού θὰ ἐπέτρεπε τὴν ἐφαρμογὴ μαρξιστικῶν θεωρημάτων, ἀλλά μόνο συμμωρία (τοῦ Μεϋνώ) (*), πού ἀπαιτεῖ ἁπλῶς μιὰ εἰδικὴ τακτική. Ἄν τοῦτο κατανοοῦσε, δεδομένου ὅτι τὸ ποσοστὸ παραγωγῆς στὸ ἐθνικὸ προϊὸν ἀνέρχεται σὲ 48 % ἀπὸ τὸν τομέα τῶν τριτογενῶν ὑπηρεσιῶν, θὰ καταλάβαινε ὅτι τὰ πράγματα μας ὑπολείπονται πολύ τοῦ σημείου ἀπ' ὅπου ἀρχίζει ἡ μαρξιστικὴ θεωρία. Θὰ καταλάβαινε δηλαδή ὅτι μόνο μέσῳ μιᾶς ἀμιγοῦς ἀστικῆς ἐπαναστατικῆς διαδικασίας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ ὁ Μαρξισμός. Ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ε. Ἀβέρωφ-Τοσίτσας, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐμφυλίου ἐπῆλθε γιατί δὲν κατώρθωσε ἡ Ἀριστερὰ νὰ πείση τὴν μεγάλη μάζα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τοῦτο εἶναι ἀπόλυτα σωστό, ἐπιβεβαιούμενο ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἂν ὁ λαὸς ἐπείθετο —ἂν ἦταν συνειδητὰ προετοιμασμένος— οὔτε ὁ Σκόμπυ, ὀΰτε ἄλλη δύναμη θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ἀναχαιτήση. Τὸ παράδειγμα τοῦ Βιετνὰμ μᾶς πείθει [9]. Οὔτε τότε, οὔτε τώρα πρόκειται νὰ πείση ἡ Ἀριστερὰ αὐτή τὴν μάζα. Διότι ἡ πολιτικὴ της εἶναι —νομίζομε— ξένη καὶ ἄσχετη πρὸς τὴν σύνθεση καί τὴν εἰς βάθος νοοτροπία, αὐτῆς τῆς μάζας.
---------------------------------------------------------------
---------------------------------------------------------------
Ἂν θεωρήσουμε τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα σὰ μία μαρξιστικὴ ὁλότητα, ἡ ἱστορικὴ ἀνωμαλία δὲν βαρύνει μόνο τὴν Δεξιά, ἀλλά καὶ τὴν Ἀριστερά. Ὅπως δηλαδή ἡ ἀστικὴ διανόηση ὑπεραμύνεται τῆς παράδοσης, ἐνῷ στὴν οὐσία τὴν ἐξευτελίζει, ἔτσι καὶ ἡ Ἀριστερὰ ὑπεραμύνεται τῆς μαρξιστικῆς θεωρίας καὶ κατ' οὐσίαν τὴν κακοποιεῖ. Ἂν κάποιο ἀπὸ τὰ δύο δὲν συνέβαινε, δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ ἱστορικὸ τέλμα μὲ τοὺς πολιτικούς του ὑποτροπιασμούς.
Ὅπως ξέρουμε, τὸ μεταπολεμικὸ ἀστυνομικὸ κράτος ἔλαβε τὴν ἀκρογωνιαία του στήριξη ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐμφυλίου πολέμου. Ἡ μετέπειτα τακτικὴ τῶν ἡττημένων —δηλαδή ἡ τακτική της ἀδιαλλαξίας, χωρὶς ἴχνος πολιτικῆς σκοπιμότητος κι' εὐελιξίας— δημιούργησε ἕνα ἄγχος στοὺς νικητές, πού τούς ὑπεχρέωσε, ὄπως δικαιολογεῖ στὶς τελευταῖες σελίδες τοῦ βιβλίου του ὁ κ. Ε. Ἀβέρωφ-Τοσίτσας, στὴν τακτική τοῦ γνωστοῦ μεταπολεμικοῦ κράτους. Δὲν ἕπεται βέβαια ὅτι καὶ χωρίς τὰ δεδομένα αὐτά, τὸ ἀστυνομικὸ κράτος θ' ἀποφευγόταν. Ἐδείξαμε προηγουμένως ὅτι ἦταν ἀναγκαῖο. Αὐτὸ πού λέμε τώρα εἶναι ὅτι στὴν προσπάθεια αὐτὴ τὸ κατεστημένο βοηθήθηκε ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἀμβλύνοια τῆς Ἀριστερᾶς. Ἡ Ἀριστερά τοῦ προσὲφερε ὅλα τὰ προσχήματα τῶν ἐπιδιώξεων του. Μὲ βάση τὰ ἴδια τὰ μαρξιστικὰ θεωρήματα πού διαγιγνώσκουν τὰ συμπτώματα τῆς σεσηπυΐας Δεξιᾶς, μπορεῖ κανένας νὰ ἀποφανθῆ καὶ γιὰ τὴν Ἀριστερά.
Διότι Δεξιὰ καὶ Ἀριστερά, μέσα σὲ δεδομένες ἱστορικὲς συνθῆκες, ἀποτελοῦν μία ὁλότητα γιὰ τὴν ὁποίαν ἰσχύουν ἑνιαῖα θεωρήματα.
Πολιτικὴ σημαίνει ἀνυπαρξία ἀρχῶν. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχουν τελικοὶ σκοποὶ στὴν πολιτική. Μποροῦν νὰ ὑπάρχουν σκοποὶ καὶ μάλιστα νὰ μοιάζουν αἰώνιοι. Διότι ἂν οἱ σκοποὶ δὲν ἀφοροῦν σὲ κάποιο «αἰώνιο» τέλος, καταντοῦν ἄσκοποι. Σημαίνει ὅμως ὅτι δὲν μπορῶ νὰ ἀνακηρύσσω σὲ ἀμετάθετη ἀρχὴ ὅ,τι ἔκανε ὁ Λένιν ἐδῶ κι' ἑκατὸ χρόνια. Γιατί κι' ὁ ἴδιος ὁ Λένιν καμμιὰ ἀρχὴ δὲν ἐτήρησε, προκειμένου νὰ πετύχη τὸν σχοπό του. Εἶναι περιττὸ νὰ ἐπιμείνουμε σὲ λεπτομέρειες. Ἐπειδὴ ὑπάρχουν σκοποὶ στὴν πολιτική, γι' αὐτὸ εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀνυπαρξία ἀρχῶν. Ὁ πολιτικὸς συνεπῶς κρίνεται ἀπό τους σκοποὺς πού ἐπιδιώκει καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ μέσα πού χρησιμοποιεῖ. Ἀκαμψία ὡς πρὸς τὶς ἀρχές, σημαίνει ἔλλειψη προσηρμοσμένης πολιτικῆς νοοτροπίας. Αὐτό πού λέει τὸ κατεστημένο καὶ πού ἐνδεχομένως θὰ ἀποτελοῦσε δικαιολογία γιὰ τὴν τακτική της Ἀριστερᾶς —ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν στὸν τόπο μας κόμματα ἀρχῶν— εἶναι ἔμμεση ὁμολογία τῆς ἔλλειψης ἱστορικῶν καὶ ἐθνικῶν σκοπῶν ἐκ μέρους τῆς κατεστημένης τάξεως, τήν ὁποίαν αὐθαιρέτως βαφτίζει «κόμματα ἀρχῶν». Ἡ φράση αὐτή εἶναι κενή περιεχομένου. Καί τοῦτο τό ξέρει τό κατεστημένο. Ἁπλῶς ταχυδακτυλουργεῖ γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά. Προπέτασμα αὐτῶν τῶν κομμάτων ἀρχῶν εἶναι ἡ Δημοκρατία — δηλαδή κάτι πού ἀποτελεῖ κανόνα βίου καὶ ὄχι ἀναλύσιμη ἔννοια. Μέσα στὴν ὁμίχλη αὐτῆς τῆς λέξης ἐπιβιώνει τὸ νόημα τῶν «κομμάτων ἀρχῶν». Ἡ μεγάλη ὅμως πολιτικὴ εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα, ὅπου τά χρησιμοποιηθέντα μέσα ἁγιάζονται ἐκ τῶν ὑστέρων. Για τόν Λένιν πολιτικὴ ἀρχῶν θὰ ἦταν ἀδιανόητη. Ἡ σημερινὴ Ἀριστερὰ στὸν τόπο μας, τὰ προφανῆ καὶ συνειδητὰ πολιτικὰ ψέμματα τοῦ Λένιν τὰ ἀνεκήρυξε σὲ ἄρθρα πίστης. Δὲν μπορεῖ δηλαδή νὰ διακρίνη τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια ἀπὸ τὸν λεπτὸ πολιτικὸ ἑλιγμό. Μὲ τὶς ἔμμονες θρησκοληψίες της ἀπαλοίφει τὸν βασικὸ ἱστορικὸ συντελεστὴ στὴν χώρα μας, ὅτι δηλαδή στὶς σχέσεις μας μὲ τὴν προστασία εἴμαστε μιὰ σχεδὸν ἀποικιακὴ ὑπανάπτυκτη χώρα. Ὁ Λένιν ἔλεγε: «Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν ἀκαταμάχητη ἀλήθεια ὅτι ἕνας μαρξιστής πρέπει νά ἔχῃ ἀντίληψη τῆς ζωῆς, τῆς πραγματικότητας, ὅτι δέν πρέπει νά προσκολλᾶται στήν θεωρία τοῦ χθές, πού, ὅπως κάθε θεωρία, περιλαμβάνει μόνο τὰ γενικὰ πλαίσια, καὶ μόνο προσεγγίζει τὸ πολύπλοκο τῆς ζωῆς». (Γράμματα γιὰ τὴν τακτική).
Ἀντὶ λοιπὸν νὰ προσεγγίσῃ ἡ Ἀριστερὰ τὴν περίπτωση τῆς προστασίας καὶ νὰ διαμορφώσῃ μίαν ἀνάλογη τακτική, ἔμενε καί συνεχίζει να μένῃ ἀγκυλωμένη σὲ σχήματα. Ἔχουμε βάσιμους λογοὺς νὰ πιστεύουμε ὅτι ἡ Ἀριστερὰ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἀναλύσῃ μαρξιστικὰ τὶς ἐπιπτώσεις τῆς προστασίας. Ὅταν λέμε ὅτι ἡ νεολληνικὴ ἀστική ἰδεολογία στηρίχθηκε ἀποκλειστικὰ στὴν πνευματικὴ ἀποβλάκωση, μέσῳ τῆς καθολικῆς παιδείας, δὲν ἐπαναλαμβάνουμε μίαν ἁπλὴ πασίγνωστη ἀλήθεια - ἐννοοῦμε μία μαρξιστικὴ ἀποδεικτική. Λέγοντας ἐξανδραποδισμὸ ἐννοοῦμε αὐτό πού ἐννοεῖ ὁ Μὰρξ λέγοντας «σχέσεις παραγωγῆς» καὶ λέγοντας ἀποβλακωτικὴ ὑπανάπτυξη, ἐννοοῦμε τὸν ἐξωτερικόν ἔλεγχο τῶν σχέσεων παραγωγῆς. Προστασία δηλαδὴ στὸν ἰδεολογικὸν τομέα, σημαίνει παγίωση τῶν παραγωγικῶν σχέσεων καὶ ἔλεγχο ἐφ' ὅλων τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων, πλὴν τῶν ἐργατῶν. Δεδομένου ὅτι ἡ παγίωση τῶν σχέσεων παραγωγῆς ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ χαμηλότατο ἐπίπεδο γενικῆς παιδείας, πού ἐξαπολύεται μέσῳ τῆς ἀστικῆς ἰδεολογίας, γεννιέται τὸ ἐρώτημα : πῶς ἔχει μέχρι τώρα ἀντιδράσει ἡ Ἀριστερὰ πρὸς τὸ καθεστὼς τοῦτο; Ὤφειλε νὰ ἀνακαλύψῃ ὅτι ἡ παιδεία ὑπὸ καθεστὼς προστασίας εἶναι ὁ καταλύτης πού μεταβάλλει τὶς παραγωγικὲς δυνάμεις σὲ μέσα παραγωγῆς, ἤγουν τοὺς ἀνθρώπους σὲ ζῶα. Μέριμνα της συνεπῶς ἔπρεπε νὰ εἶναι πρωτίστως ἡ τάξη ἐκείνη πού πλήττεται ἀπὸ ἕνα τέτοιο καθεστώς. Καὶ αὔτη εἶναι ἡ δεύτερη παραγωγικὴ τάξη κατὰ Μάρξ, δηλαδή ἡ τάξη τῶν διανοουμένων. Πῶς ἀντέδρασεν ἡ Ἀριστερὰ μέσα στὸ καθεστὼς τῆς νεοελληνικῆς Ἰδεολογίας; Εἶναι περιττὸ νὰ ἰσχυρισθῆ ὁ,τιδήποτε, διότι καθόλου δὲν ἀντέδρασε. Δὲν συνέλαβε καθόλου τὸ πρόβλημα. Ἤξερε καὶ ξέρει ὅτι ὑπάρχει στὸν τόπο μας τὸ πρόβλημα τῆς προστασίας. Ἔκεϊνο πού ἁγνοεΐ εἶναι τί ἀκριβῶς σημαίνει προστασία καὶ πῶς δρᾶ μέσα στὴν κοινωνικὴ διαδικασία. Καὶ ἀντὶ ν' ἀσχοληθῆ μὲ αὐτή τὴν ἐξακρίβωση, προτίμησε νὰ θεωρήσῃ τὶς ἐπιπτώσεις τῆς προστασίας σὰν ἄμεσα ἐκμεταλλεύσιμα πολιτικὰ γεγονότα, ἀνακηρύσσοντας τὴν τακτικὴ τῶν εὐκαιριῶν σὲ ὑπάτη πολιτικὴν ἀρχή [10].
Προστασία σημαίνει ἔλεγχος τῶν παραγωγικῶν σχέσεων. Τότε ἔχομε ἀναπτυξιακὴ διαδικασία, ὅταν οἱ παραγωγικὲς δυνάμεις [11] καθορίζονται ἄμεσα ἀπὸ τὴν σύμμορφη συνάρτησή τους μὲ τὶς σχέσεις παραγωγῆς καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἔνταξή τους μέσα σὲ μιὰ ἐξωτερικὰ καθορισμένη τέτοια συνάρτηση. Τὸ computer π.χ. δὲν εἰσάγεται στὴν ἑλληνικὴ ζωὴ σὰν ἕνα ἀναμενόμενο γεγονὸς ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τῆς παραγωγικῆς δυνάμεως τῶν ἐπιστημόνων. Ἁπλῶς μεταφυτεύεται καὶ δημιουργεῖται μία τάξη τεχνικῶν —αὐτὴ πού λέμε ἐπιστήμονες— πού τὸ ὑπηρετεῖ. Αὐτοὶ οἱ τεχνικοί, τεχνικῶς κατασκευασμένοι, δὲν ἐκφράζουν κάποια διαδικασία τῶν παραγωγικῶν σχέσεων, ὥστε ν' ἀποτελοῦν παραγωγική δύναμη. Εἶναι ἁπλῶς μία τάξη ἀθροιστικὰ κατασκευασμένη καὶ πλήρως ἐλεγχόμενη, πού σκοπὸ ἔχει νὰ παράγη χάριν κάποιας ἑταιρείας, πού χρησιμοποιεῖ τὸ κομπιοῦτερ. Εἶναι μία τάξη, χωρὶς νὰ εἶναι παραγωγικὴ δύναμη. Παραγωγικὴ δύναμη ἐν προκειμένῳ εἶναι ὁ κατασκευαστὴς τοῦ κομπιοῦτερ, πού βρίσκεται στὴν Ἀμερική.
Αὐτὸς ὁ τεχνικὸς —καὶ σὰν τέτοιον ἐννοοῦμε ὅλη τὴν μεσοαστικὴ τάξη στὴν Ἑλλάδα, ὅπως καθηγητές, γιατρούς, δικηγόρους. μηχανικοὺς καὶ ὅλους τούς ἄλλους ὑψηλοὺς μεροκαματιάρηδες— εἶναι τὸ ἄμεσον ὑποχείριο τῆς προστασίας, προϊόν τοῦ ἐλέγχου τῶν παραγωγικῶν σχέσεων καὶ ὄχι ἀποτέλεσμα κοινωνικῆς διαδικασίας. Ὁ ἔλεγχος τῶν παραγωγικῶν σχέσεων προϋποθέτει ἕνα χαμηλότατο ἐπίπεδο κουλτούρας καὶ μεγάλον βαθμὸ ψυχοπνευματικῆς ἀλλοτρίωσης. Σὲ χῶρες ἀνεπτυγμένες, ἕνας τέτοιος ἔλεγχος παραγωγικῶν σχέσεων δὲν εἶναι δυνατός. Ἡ Γερμανικὴ οἰκονομία ἀπετελέσθη μεταπολεμικῶς ἀπὸ κεφάλαια Ἀμερικανικά, μὰ ἡ Γερμανία δὲν ὑφίσταται τὴν προστασία ὅπως ἐμεῖς. Ἡ «προστασία», ὅπως τὴν ξέρομε, ἐπιτυγχάνει μέσῳ τῆς διαρκοῦς πολιτιστικῆς ὑποβάθμισης. Ὁ διὰ τῆς προστασίας ἔλεγχος τῶν παραγωγικῶν σχέσεων γίνεται σ' ἐμᾶς μέσῳ τῶν μονίμων συντεταγμένων πού δημιουργεῖ ἡ νεοελληνικὴ ἀστικὴ ἰδεολογία. Αὐτὴν συνεπῶς εἶχε πρώτιστον χρέος νὰ ἀντιμετώπιση ἡ Ἀριστερά. Καὶ τὸ χρέος της αὐτὸ δὲν ἦταν μόνο πολιτικό, ἔναντι τοῦ Λαοῦ καὶ τῶν ὀπαδῶν της, ἀλλά καὶ θεωρητικό.
Μία ἀπὸ τὶς ὑποχρεώσεις τῆς σοσιαλιστικῆς συνέπειας εἶναι ἡ διαπλάτυνση καὶ ἡ προσαρμοστικὴ ἐπεξεργασία τοῦ Μαρξισμοῦ. Ὁ Λένιν στὸν καιρό του δὲν ὀλιγώρησε ν' ἀντιπαράθεση τὸν Μαρξισμὸ στὴν κορυφαία ἀστικὴ φιλοσοφικὴ διανόηση τῆς Εὐρώπης καὶ ὅσο κι' ἂν ὑπῆρξε διακινδυνευμένο, ἐθεώρησε χρέος του νὰ τὰ βάλη μὲ κορυφαίους ἐπιστήμονες τοῦ καιροῦ του, ὅπως τὸν Ὄστβαλντ, τὸν Πουανκαρὲ καὶ τὸν Μάχ. Καὶ τοὺς πολέμησε μέσα στὴν ἴδια τους τὴν περιοχή. Δὲν μποροῦσε βέβαια νὰ κάμη διαφορετικὰ ὁ Λένιν, διότι ὁ Μαρξισμός, ὅταν δὲν γονιμοποιῆται ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, στερεύει. Εἶναι δηλαδή στὴν φύση τῆς ἐπιστήμης τὸ σύμπτωμα αὐτὸ καὶ ἰδιαίτερα τῆς ἐφηρμοσμένης ἐπιστήμης. Τέτοιος εἶναι ὁ Μαρξισμὸς καὶ εἶναι ἴδιον τῆς ἐπιστημονικῆς του φύσης νὰ μένη πάντα ἀνοιχτὸς πρὸς τὴν πραγματικότητα. Παγία ἐπιστήμη καὶ τελειωμένη στὶς ἀρχές της δὲν ὑπάρχει, διότι ἐπιστήμη εἶναι ὁ τρόπος ἐξαρτήσεως μας ἀπὸ τὴν Φύση, συνεπῶς καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνία. Αὐτὸ σημαίνει ἐπιστήμη σὰν ὠργανωμένη λογικὴ δραστηριότητα. Αὐτοὶ οἱ τρόποι ἐξαρτήσεως διαρκῶς μεταβάλλονται καὶ Μαρξισμὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση αὐτῶν τῶν τρόπων.
Ἀντὶ ἡ Ἀριστερὰ νὰ κατανόηση τὴν περίπτωση καὶ τὴν λειτουργικότητα τῆς προστασίας, ἀπεδέχθη ὡς ὑψίστη ἱκανοποίηση, ἔναντι τῆς ἰδεολογικῆς προπαγάνδας τῆς μεταπολεμικῆς Δεξιᾶς, τὴν ἀναγκαστικὴ τοτεμικὴ προσκύνηση στὶς ἀρχὲς τοῦ Μαρξισμοῦ - Λενινισμοῦ. Μὰ ὁ Μὰρξ καὶ ὁ Λένιν, ὅμως, δὲν εἶχαν ἀναγκαστικὰ ὑπ' ὄψη τους τὸν Θεοτοκᾶ καὶ τὸν Μελᾶ! Δὲν τίθεται καν θέμα ἂν μποροῦσε ν' ἀντιπαρατεθῆ στὴν νεοελληνικὴ Ἰδεολογία μία συντονισμένη μαρξιστικὴ φιλολογία, διότι στὸ τέλος-τέλος ποιὸς ἦταν ὁ Θεοτοκᾶς καὶ ποιὸς ὁ Μελᾶς. Τίθεται ὅμως θέμα τακτικῆς μίας τέτοιας ἀντιπαράθεσης. Ἀκούγεται πολὺ συχνὰ ὅτι ὁ Μαρξισμὸς εἶναι «ξεπερασμένος». Ἡ εὐθύνη γιὰ τὴν κατηγορία αὐτή ἀνήκει στὴν διανόηση τῆς Ἀριστερᾶς. Διότι ὁ Μαρξισμὸς εἶναι ὄντως ξεπερασμένος, ὅταν μεταβάλλεται σὲ ἕνα σύστημα ἀμετακίνητων δογμάτων. Τὸ Κ.Κ. μετὰ τὴν πρόσφατη νομιμοποίησησή του, τὰ πρῶτα ἒργα πού βρῆκε νὰ ἐκδώσῃ ἦταν τὰ «ὑλικά του 9ου συνεδρίου» καὶ τὸ «πρόγραμμα καὶ τὸ καταστατικό». Αὐτὰ τὰ βιβλία χρειάζεται ὁ νέος φοιτητὴς σήμερα πού τὸ '67 ἦταν νήπιο στὴν τρίτη Γυμνασίου; Ἀνέκαθεν ἡ Ἀριστερὰ εἶχε μιὰ ἀπαράμιλλη ἱκανότητα νὰ παρουσιάζη ἄκρως ἀντιπαθητικὴ τὴν μαρξιστικὴ θεωρία καὶ μέσα στὶς συνέπειες αὐτῆς τῆς ἀντιπάθειας νὰ κινῆται ἡ προστασία, μέσῳ τῆς νεοελληνικῆς μας Ἰδεολογίας. Αὐτή ὑπῆρξε ἡ μεγάλη συνεργία τῆς Ἀριστερᾶς στὴν ἐπιβίωση τῆς νεοελληνικῆς ἀστικῆς Ἰδεολογίας. Ἂν κοιτάξη κανένας τὶς σύγχρονες ἐκδόσεις στὸν χῶρο τῆς Ἀριστερᾶς, θὰ ἰδῆ ὅτι πρόκειται γιὰ ἁπλὲς ἀνατυπώσεις ἀναιμικῶν βιβλίων πού βγῆκαν ἀπὸ τὸ '50 καὶ πρίν. Ρωτᾶμε λοιπὸν : αὐτὸ λέγεται διαπλάτυνση τοῦ Μαρξισμοῦ - Λενινισμοῦ; Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιβιώσει πνευματικὰ κανένας, περισσότερο ἀπὸ τρία χρόνια, μὲ τὴν πνευματικὴ τροφὴ πού τοῦ προσφέρει ἡ Ἀριστερά.

β´
Ἡ Ἀριστερὰ τὴν οὐσιαστικὴ μόρφωση τὴν θεωρεῖ χασομέρι. Φοβᾶται ὅτι μὲ τὴν μόρφωση θὰ τῆς προκύψουν φράξιες καὶ φαγωμάρα (ἡ συνήθης ἐπιδημία) καὶ δὲν καταλαβαίνει ὅτι αὐτή ἡ ἐπιδημία εἶναι τὸ ἐνδεικτικό της οὐσιαστικῆς ὕπαρξής της. Ὁ Λένιν ὅλο μὲ φράξιες εἶχε νὰ κάμη, μὰ τοῦτο δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ κάμη ὅ.τι ἔκαμε. Φροντίζουσα ἡ ἴδια νὰ ἀποφύγη τὶς φράξιες —ἂν τὶς δημιουργοῦσε θὰ μποροῦσε νὰ τὶς ἐλέγχῃ, ὅπως κι' ὁ Λένιν— τὶς ἔχει ἐμπιστευθῆ στὴν προστασία. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ προστασία ἀνέλαβε ἡ ἴδια νὰ ἐκδίδῃ σύγχρονα «μαρξιστικὰ» ἔργα. Μὴ μπορῶντας ἤ μὴ θέλοντας νὰ κάμη τίποτε ἐμπρὸς σ’αὐτή τὴν κατάσταση, ἀποφάσισε νὰ πιστέψη ὅ,τι πιστεύει καὶ τὸ κατεστημένο : πώς ὁ καλύτερος ἱστορικὸς της σύμμαχος εἶναι ἡ ὑπανάπτυξη καὶ ἡ πνευματικὴ νηπιότης. Ἔτσι λοιπὸν ἀποτείνεται στὸ συναίσθημα καὶ τὴν πίστη, μεταβάλλει τὸν Μαρξισμὸ σὲ θρησκεία, κι' ἐπιδιώκει τὴν συναισθηματικὴ συγκόλληση τῶν ὀπαδῶν της μὲ «ἐκδηλώσεις», ποιήματα καὶ τραγούδια ἀνὰ τὰ ταβερνεϊα τῶν Ἀθηνῶν. Αὐτὲς τὶς μεθόδους στὴν Ἀριστερὰ τὶς ὑποβάλλει οὐσιαστικὰ τὸ κατεστημένο. Διότι τὸ κατεστημένο, σοφὸ καὶ διεφθαρμένο ὅπως εἶναι, μαντεύει τὴν ἐσώτατη πίστη τῆς Ἀριστερᾶς: ὅτι ἐπειδὴ νομίζει πῶς τῆς ἀνήκουν οἱ ἄνθρωποι, πιστεύει ὅτι δὲν τῆς χρειάζεται τὸ μυαλό. Μέσῳ αυτῶν τῶν ἐκδηλώσεων, πού πιστεύει ὅτι μπορεῖ νὰ λειτουργήση ὁ ὁποιοσδήποτε μηχανισμός της, δρᾶ κατ' οὐσίαν ὁ μηχανισμὸς Ἀσφαλείας τοῦ κατεστημένου. Ὅλη ἡ μεταπολεμικὴ περίοδος εἶναι μιὰ ἀτόφια ἀπόδειξη. Ἴσως δὲν χρειάζονται πρόσθετες ἀποδείξεις, ἂν παρατηρήσουμε ὅτι καμμία ἔκδοση μαρξιστικοῦ ἔργου δὲν ὑπάρχει ὡς ὠργανωμένη ἐκδοτικὴ προσπάθεια ττς Ἀριστερᾶς. Τὸ «Θεμέλιο» παληότερα, ἐκτός ἀπὸ μερικὲς ἀνατυπώσεις κλασσικῶν ἔργων —ἁπλῶς μεταφρασμένες καὶ ἀσχολίαστες—, ἐθεώρησε χρέος του μέσα σὲ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ψιλὴ «προσφορά» του, νά ἐκδώσῃ καὶ τὸν Θεοτοκᾶ. Μποροῦσε ὅμως ἀπὸ αὐτὸ νὰ βγῆ κανένα κέρδος, ἀφοῦ ὁ Θεοτοκᾶς ἦταν πιὸ ἔξυπνος ἀπὸ τὸ «Θεμέλιο» ; Πῶς ἀλλοιῶς ὀνομάζεται αὐτὸ παρὰ πολιτικὴ τῆς σπέκουλας; Θὰ ἐξετάσουμε παρακάτω τὶς πιθανὲς δικαιολογίες, μὰ πρέπει νὰ παρατηρήσουμε ὅτι ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται ἡ πολιτικὴ ὑπεροχὴ τοῦ κατεστημένου : ὅτι μπορεϊ νὰ καλλιεργῆ μίαν ἰδεολογικὴ στασιμότητα στὴν ἀριστερὴ διανόηση καὶ νὰ διαθέτη διανοουμένους καὶ νὰ τοὺς προβάλη ἡ ἴδια ἡ Ἀριστερά. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστικό του μηχανισμοῦ τῆς νεοελληνικῆς ἀστικῆς Ἰδεολογίας καὶ ἐδῶ ἔγκειται ἡ εὐθύνη τῆς Ἀριστερᾶς. Εἶναι σοφὴ ἡ ἐναλλακτικὴ ἰδεολογικὴ μαεστρία τοῦ κατεστημένου μὲ τὴν Ἀριστερά. Ἀξίζει νὰ προσέξη κανείς, στὴν τωρινὴ ἐπιχείρηση τῆς Δεξιᾶς γιὰ τὴν ἐπανάκτηση τῶν θεσμῶν της, πόσο μεγάλη προσπάθεια πλειοδότησης καὶ ἐξομοίωση πρὸς τὰ ἀριστερὰ καταβάλλεται [12]. Διαρκής υἱοθέτηση καὶ παραποίηση ἀριστερῶν ἀρχῶν.
Εἴτε ἡ Δεξιὰ —καθ’ὅ νικητής—θα ἔχη ἀπομονωμένη τὴν Ἀριστερὰ [13] καὶ θὰ διαθέτη τοὺς ἐκπροσώπους της προβαλλόμενους ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἀριστερά, εἴτε, ὅπως τώρα, θὰ πλειοδοτῇ ἡ ἴδια εἰς ἀριστερισμὸ καὶ «Δημοκρατία». Κάποιος βαθύτερος βέβαια λόγος ὑπάρχει πού ἡ Κεντροδεξιὰ ἀσχολεῖται μὲ τὴν μαρξιστικὴ ἔρευνα καὶ πού μεριμνᾶ μὲ περιοδικά της νὰ καλύπτη ἕνα ὡρισμένο χῶρο τῆς ἀριστερᾶς διανόησης.
Γιὰ τὴν μέριμνα αὐτὴ ἀρκεῖ, κατὰ τὴν Ἀριστερά, ὁ ἐξορκισμὸς μὲ τὰ Λενινιστικὰ φετίχ. Τὸ τσιτάτα τοῦ Μὰρξ καὶ τοῦ Λένιν εἶναι γιὰ τὸν νέο ἀνθροιπο ἕνα εἶδος τίμιου ξύλου καὶ ἅπαξ καὶ τὸ ἀγγίξῃ, δὲν τόν πιάνουν οἱ ἰδεολογικοὶ διάολοι τῆς Δεξιᾶς. Ὁ νέος ἄνθρωπος γιὰ νὰ προφυλαχθῆ ἀπὸ τὶς ἰδεολογικὲς σειρῆνες τῆς Δεξιᾶς, δὲν ἔχει παρὰ νὰ διαβάσῃ τὸ Κεφάλαιο τοῦ Μάρξ! Ἔτσι ἀντιλαμβάνεται τίς ἰδεολογικές της ὑποχρεώσεις ἡ ἀριστερὰ [14]. Ἀφοῦ ὑπάρχουν τὰ κείμενα τοῦ Μὰρξ καὶ τοῦ Λένιν καὶ κυκλοφοροῦν στὸ ἐμπόριο, ἡ εὐθύνη τῆς Ἀριστερᾶς ἀπέναντι στὸ πρωτοετῆ φοιτητὴ δὲν εἶναι νὰ τὸν βοηθήση στὸν παραδαρμὸ του ἀνάμεσα ἀπὸ τὸν Μαρξισμὸ τῆς «σχολῆς τῆς Φρανκφούρτης» καὶ τὸν Μαρξισμὸ τοῦ Ράϊχ, ἀλλά νὰ τοῦ σερβὶρῃ τὰ «πρακτικὰ» γιὰ τὶς ὑποχρεώσεις του ὡς συνεποῦς κομμουνιστοῦ. Αὐτὴ ὅμως ἡ τακτικὴ δὲν εἶναι μαρξισμός, μὰ ἀστρομαντική. Ὁ Λένιν ἔγραφε: «Γιὰ νὰ γίνουμε στὰ μάτια τῆς κοινῆς γνώμης μιὰ πολιτικὴ δύναμη, δὲν ἀρκεῖ νὰ κολλήσουμε τὴν ἐττικέτα «πρωτοπορία» πάνω σὲ μιὰ θεωρία καὶ μιὰ τακτικὴ ὀπισθοφυλακῆς. Πρέπει νὰ δουλέψουμε πολὺ καὶ μὲ πεῖσμα. γιὰ ν’ ἀνεβάσουμε τὴν συνείδησή μας». (Τί νὰ κάνουμε, 1956, σελ. 99).
Εἶναι ἐθνικῶς ὑπόλογη ἡ Ἀριστερὰ ὅταν ὑπερυψώνη σὲ πρότυπο κομματικῆς συμπεριφορᾶς τὴν νοοτροπία τοῦ ὀργισμένου ἀσυνείδητου νεαροῦ πού κρατάει τὸ μεγάλο πλακὰτ στὴ συγκέντρωση καὶ ὠρύεται. Διότι ὁ ὀργισμένος αὐτὸς νεαρὸς ἔχει ὑποκαταστήσει, ἁπλούστατα, τὴν ποδοσφαιρική του ἐκτόνωση μὲ τὸ πλακὰτ καὶ τὸ «ἀταξικὸν ἰδεῶδες». Ἡ ἰδεολογική του συνειδητοποίηση στὸ πλακὰτ σταματᾶ. Καὶ γιὰ τοῦτο κυρίως ὑπὸλογη εἶναι ἡ Ἀριστερά. Διότι καμμία προσπάθεια δὲν ἔκαμε καὶ καμμία τακτικὴ δέν ἐφήρμοσε γιὰ τὸ ἀνέβασμα τῆς συνείδησης τῶν ὀπαδῶν της.
Ἀπὸ τὸ 1926 πού πρωτοεκπροσωπήθηκε ὡς κόμμα στὴν ἑλληνικὴ βουλή, τὸ ποσὸν τῆς πνευματικῆς της συνεισφορᾶς πρὸς τὸ ἔθνος (τὴν προλεταριακὴ ἔννοια τοῦ «ἔθνους» ἀναλύομε παρακάτω) βρίσκεται ἐγγύς του μηδενός. Ἐμεῖς, πέραν ἀπὸ τὸν «Σοφιστὴ» τοῦ Γληνοῦ, τίποτε ἀξιόλογο καί μὴ θορυβοποιητικὸ δὲν ξέρουμε. Ἡ Ἀριστερὰ τὴν πνευματική της ἡγεσία τὴν ἐδίωξε ἀμειλίκτως. Ὄχι πάντα φανερά, μὰ πάντα ἀμειλίκτως. Ἀπὸ τὴν πνευματική της ἡγεσία ἐκράτησε μόνο ὅσους τὴν ἐξυπηρετοῦσαν γιὰ τὰ ἄμεσα συναγελαστικὰ της ἔργα, τὶς συγκεντρώσεις καὶ τὶς «πορεῖες Εἰρήνης»! Εἶναι ἡ μόνη περιπτωση πού γιὰ πολλοὺς ἀπ' αὐτοὺς ἐπέδειξε μειλιχιότητα καί συγκατάβαση. Ἐνῶ ἄλλους δὲν ἐκαταδέχθηκε νὰ τοὺς βγάλη οὔτε βουλευτὲς — ὅπως τόν Γ. Σκουριώτη πού ἔδωσε τὸ «Κεφάλαιο» τοῦ Μάρξ. Ὁ τόσος μόχθος τοῦ «Κεφαλαίου» δὲν ἄξιζε μιὰ βουλευτικὴ ἕδρα ! Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Ἀριστερὰ περιφρονεῖ τὴν διανόηση, ὅτι, ὅταν λέῃ «διανοούμενο», ἐννοεῖ θορυβοποιὸ ἀμέσου κομματικοῦ κέρδους. Σημαίνει δηλαδή ὅτι ἔχει ὑποκαταστήσει τὴν διανόηση μὲ τὴν εἰδωλολατρεία. Καὶ ἀνάλογες εἶναι οἱ μέθοδες πού χρησιμοποιεῖ. Αὐτὲς οἱ μέθοδες ὅμως δὲν μποροῦν νὰ δώσουν ἱστορικὸ ἀποτέλεσμα. Ἡ συναισθηματική συγκόλληση τῶν ὀπαδῶν μέσῳ τῆς περιστασιακῆς ποίησης καὶ τῶν τραγουδιῶν εἶναι μέθοδες δοκιμασμένες καὶ ξεπερασμένες [15], εἶναι μέθοδες πού κάνουν νὰ ἐπαληθεύουν κάποιες μικρὲς ἀλήθειες πού ἔλεγε παληότερα ἕνας Ἀστυνομικὸς Διευθυντὴς [16]. Εἶναι μέθοδες πού δὲν ἐπιτρέπουν τὸν ἔλεγχο, διότι ὠθοῦν τά ἀρχικὰ κίνητρα πρὸς τὸν ὑποτροπιασμὸ [17]. Εἶναι βιασμοί, πού μὲ δαύτους μπορεῖ κανένας νὰ ζῆ χρόνια μετανοιωμένος ἀριστερός. Ὅτι οἱ ἀσυνείδητοι ὀπαδοί, παρὰ τὴν εὐκαιριακὴν ἐκμετάλλευση, δὲν ὠφελοῦν τὴν ὑπόθεση τοῦ σοσιαλισμοῦ, εἶναι σὲ θέση νὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Ἀριστερά, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά. Διότι ἡ ψυχολογία τοῦ νεαροῦ ἀστοῦ, πού γίνεται ὀπαδός, εἶναι μᾶλλον σύμπτωμα τῆς ἀστικῆς του καταβολῆς, παρὰ ἰδεολογικὴ ὡριμότης. Αὐτὸν τὸν νεαρὸ ἔπρεπε νὰ ἔχη τὴν εὐφυία ἡ Ἀριστερὰ νὰ καταστήση ὀπαδό της. Ἔπρεπε δηλαδή νὰ διαθέτη τὴν δυνατότητα νὰ μεταβάλη τὴν ἀστική του εἷς βάθος ψυχοσύνθεση. Μὰ γιὰ τὸ ἔργο τοϋτο ἦταν ἀπαραίτητο νὰ διαθέτη μιὰ εὐλύγιστη ἰδεολογία καὶ μιὰ εὐρύτατη φιλολογία πρὸς τὰ δεξιά. Μέσα στήν ἀδυναμία της αὐτή, ἡ Ἀριστερά ἀμύνεται μὲ τὴν καχυποψία. Ἀνακηρύσσει σὲ δόγματα τίς κομματικὲς ἀρχὲς καὶ δοκιμάζει μὲ τὴν προσκύνησή τους. Αὐτὸ ὅμως συνιστᾶ καὶ μιάν ἄπειρη πολιτικὴ μειονεκτικότητα ἔναντί τοῦ κατεστημένου.
Τῆς νοοτροπίας αὐτῆς ὑπάρχει βέβαια ἡ πραγματικὴ ἐξήγηση, πού ταυτόχρονα ἐπιβεβαιώνει καὶ τὴν πολιτικὴ ἀμεριμνησία : εἶναι ἡ ἀντίληψη ὅτι τὸ Κόμμα ἀποτελεῖ τὴν «ἀστείρευτη κοίτη». Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ ἐμβάλλει τὴν ἔμμονη στὴν ἀμετακινησία τῶν δογμάτων. Ἀγνοῶντας ἀφειδῶς τὸ ἀνθρώπινο ὑλικὸ —πεπεισμένη γιὰ τὴν «ἀστείρευτη κοίτη» — μετρᾷ τὴν ἱστορία μὲ αἰῶνες αἰώνων καὶ ἡ μυθολογικὴ ψυχὴ της βλέπει παντοῦ μουζίκους, λαϊκὰ μέτωπα καὶ Κερένσκυδες. Κανένα ἴχνος πολιτικοῦ συγχρονισμοῦ. Δὲν ξέρουμε βέβαια γιὰ τοὺς μουζίκους, ξέρουμε ὅμως ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς ἅπαξ ἐμφανίσεως τοῦ Κερένσκυ, ἀποκλείει τὴν ἐπανεμφάνισή του. Μήπως πίστευε τὸ '63 ἡ Ἀριστερὰ ότι θὰ ἔπαιρνε τὴν ἐξουσία ἀπὸ τὴν Ἕνωση Κέντρου, ὅπως τὴν πῆρε ὁ Λένιν ἀπὸ τὸν Κερένσκυ; Μήπως ἀκόμη πίστευε ὅτι θὰ παρεῖχε τὸ Κέντρο τὴν εὐκαιρία τῆς πολιτικῆς τοῦ Δούρειου Ἵππου; [18] Καὶ ἂν οἱ συνθῆκες δὲν ἦταν ἐκεῖνες πού θὰ ἐπέτρεπαν ἕνα τέτοιο γεγονός, πρὸς τί ἡ ὀπτασία τοῦ μετώπου; Ἐκτός ἄν ἡ Ἀριστερὰ πιστεύη στὴν «Δημοκρατία», ὁπότε κι' ἐμεῖς δὲν ἔχουμε τί ἄλλο νὰ προσθέσουμε. Ἡ ἱστορικὴ ἀπάντηση ἀπὸ τὸ μέτωπο ἐκεῖνο ἦρθε τὴν 21 Ἀπριλίου. Αὐτὸ ἤθελε μὲ τὸν τόσο θόρυβο τῶν «Λαμπράκηδων» ; Τὴν Δεξιά, ἡ Ἀριστερά, θεωρεῖ πολιτικό της ἀντίπαλο καὶ κρίνει ὅτι μπορεῖ καλύτερα νὰ κινηθῆ μὲ κεντρῶες κυβερνήσεις καὶ μὲ τὴν σοσιαλδημοκρατία! Εἶναι τοῦτο ἐνδεικτικό τῆς πολιτικῆς της νοήσεως. Κατὰ ποιὰ Λογικὴ μπορεῖ νὰ μαζικοποιηθῆ τὸ κίνημα της μέσα σὲ συνθῆκες ὑφέσεως, εἶναι ἕνα ἐρώτημα γιὰ τὸ ὁποῖο πρέπει κανεὶς ν' ἀποτανθῆ στὸ Μαντεῖο τῶν Δελφῶν [19]. Ἐπειδὴ ἡ πολιτικὴ της εἶναι ἐμπειρικὴ παρέχει πληθώρα προγνωστικῶν ἐντυπωσιασμῶν στοὺς φαρμακοποιοὺς τῆς πολιτικῆς ἀλχημείας, πού συνεπάγονται μιὰ ἄμετρη θολούρα καὶ δέος γιὰ τὸν ταλαίπωρο ὀπαδό [20]. Εἴμαστε πεπεισμένοι ὅτι ὁ Λένιν οὐδέποτε θὰ υἱοθετοῦσε συνθήματα καὶ τακτικὲς πού θὰ μποροΰσαν νὰ βελτιώσουν τὴν κατάσταση τοῦ ἀντιπάλου του. Ὅ,τι ἔβλεπε νὰ ἐπιδεινώνη, θὰ τὸ ἐπικροτοῦσε ἀπόλυτα καὶ θὰ φρόντιζε, ἁπλούστατα, νὰ ἐκμεταλλευθῇ τ' ἀποτελέσματα. Μὰ τοῦτο προϋποθέτει ὅτι ἡ ὁποιαδήποτε πολιτικὴ συμπεριφορὰ εἶναι ἀπόρροια κάποιας θεωρητικῆς τακτικῆς, κάποιας συγκεκριμένης πολιτικῆς θεωρίας. Τέτοιο πρᾶγμα δὲν διαθέτει ἡ Ἀριστερά. Διότι οἱ πολιτικὲς ὑπαγορεύσεις ἐκπηγάζουν μόνο ἀπὸ τὴν χρήση μίας ἐμπράγματης πολιτικῆς ἀνάλυσης καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ σημεῖο, ὅπου ἀδυνατεῖ. Μὴ μπορῶντας νὰ χρησιμοποίση τὸν Μαρξισμὸ σὲ διαρκῆ ἀναφορὰ πρὸς τὴν πραγματικότητα —ἑπομένως κατ' ἀνάγκην ἀχρηστεύοντας τον— τὸν διατηρεῖ ὁμοίωμα καὶ συναξάρι ἀφορισμῶν. Ἔτσι, ἡ μὲν πολιτική της στὴν πράξη εἶναι ἡ τοῦ ἐνστίκτου —ὅ,τι πρὸς στιγμὴν μᾶς βολεύει πρὸς ἄγραν ὀπαδῶν—, ἡ δὲ μαρξιστικὴ θεωρία γίνεται πρωτοχριστιανικὸ δόγμα, κατάλληλο μόνον γιὰ τὸν ἀνώριμο εἰκοσαετῆ ὀπαδό. Γιὰ τοῦτο ἡ Ἀριστερὰ δὲν ἀφήνει εὐκαιρία συναγελαστικὴς ἐκδήλωσης νὰ πάη χαμένη, πεπεισμένη ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ τακτικὴ γιὰ τὴν συνειδητοποίηση τῶν «ὀπαδῶν» καὶ τὴν μαζικοποίηση τοῦ κινήματος!
Μὰ τούτη ὅμως ἡ τακτικὴ δὲν βλέπουμε σὲ τί διαφέρει ἀπὸ τὴν παληότερη, ὅταν δηλαδή ἐπίστευε πώς ἡ κατάργηση τῆς «ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας» συνίστατο στὴν πυρπόληση τῶν ὑποθηκοφυλακείων! Εἶναι ἡ τακτική της μυθολογικῆς ἔξαψης, ἀπό τήν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ὑποστῇ ἡ Ἀριστερά. Καὶ τοῦτο συμβαίνει ἐπειδὴ ἡ πολιτικὴ της πράξη εἶναι ἄσχετη ἀπὸ τὴν ὁποιαδήποτε μαρξιστικὴ κατανόηση συγκεκριμένων καταστάσεων.

γ´
Ἐπειδὴ ἀκριβῶς πάσχει θεωρητικῶς, στὸ σημεῖο τοῦτο στηρίζεται ἡ ὅλη ἀντίπαλη πολιτικὴ καὶ ἡ προστασία. Πιστεύει π.χ. ἡ Ἀριστερὰ ὅτι ἡ τακτική τῆς «εἰρηνικῆς συνύπαρξης» βγαίνει ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη βούληση τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως [21] καὶ συνεπῶς τὰ φαινόμενα τοῦ τόπου μας —καί ἰδιαίτερα τὴν ὑποστήριξη τῆς Σόβ. Ἑνώσεως πρὸς τὸ καθεστὼς τῆς 21 Ἀπριλίου— τά ἑρμηνεύει κατὰ τὸ δοκοῦν, βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς συνεπείας πρὸς τὶς ἀρχὲς τοῦ σοσιαλιστικοῦ διεθνισμοῦ. Γιὰ τοῦτο καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς διαμάχης «περὶ διεθνισμοῦ». Ἐὰν ἡ Δεξιὰ δὲν εἶναι σοφὴ γιὰ τὸν ἑαυτὸ τῆς εἶναι ἀναμφιβόλως σοφωτερη ἐναντί τῆς Ἀριστερᾶς. Δὲν θὰ ὑπῆρχε περιθώριο διαμάχης ἐὰν ἡ Ἀριστερά ἐπεξεργαζόταν τὸν Μαρξισμὸ πάνω στὴν σωστὴ ἀντίληψη τρεχουσῶν συνθηκῶν. Ὁτιδήποτε καὶ νὰ ἀπεπειρᾶτο ἡ Δεξιὰ θὰ ἦταν ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχη στὶς ἐπιδιώξεις της, ἐὰν ἕνα τμῆμα τῆς Ἀριστερᾶς δὲν ἦταν ἀπὸ τήν ἐποχὴ τοῦ ‘50 θεωρητικὰ ἀνεξέλιγκτο καὶ ἀσυντόνιστο πρὸς τὴν τροπὴ τοῦ παγκόσμιου σοσιαλιστικοῦ κινήματος. Γιὰ τοῦτο δὲν μπόρεσε νὰ ἀντιληφθῆ ὅτι ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωση δρᾶ ἀποκλειστικῶς ἐπί ἐθνικοΰ ἐπιπέδου καὶ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Λένιν —ὅπως ἀκριβῶς καθὸρισε ὁ ἴδιος ὁ Λένιν καὶ ὅπως εἶναι ἱστορικῶς ἀναγκαῖο— οἱ ἀρχὲς τοῦ διεθνισμοϋ καθορίζονται μὲ ἀποκλειστικὴ βάση τὸ συμφέρον τῆς Σοβιετικῆς "Ἕνωσης. (Ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸν Β' παγκόσμιο πόλεμο, πού ἡ ἱστορική της ὕπαρξη καὶ ὁ προορισμὸς της ἀνεγνωρίσθησαν ἀμετακλήτως). Χωρὶς νὰ ἰσχυριζόμαστε ὅτι ἡ Σ.Ε. τὸ '44 καλλιέργησε στὴν χώρα μας μιὰ κατάσταση πού θὰ τῆς διευκόλυνε τὴν διεθνῆ πολιτική, ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ ἐμφύλιο πόλεμο προέκυψαν ἀναμφισβήτητα ἀτοῦ γιὰ τοὺς διπλωματικοὺς ἑλιγμοὺς τοῦ Στάλιν. Ἀπὸ ἄποψη συνεπῶς καθαρὰ πολιτικῆς τακτικῆς, οὐδέποτε ἡ Ἀριστερὰ ἔπρεπε νὰ υἱοθέτηση τὴν ἔμμονη προσκόλληση στὶς ἀρχὲς τοῦ σοσιαλιστικοῦ διεθνισμοῦ, ἀπὸ μόνην ἰδεολογικὴ ὑποχρέωση! Τὰ εὐκόλως ἐννοούμενα δὲν λέγονται. Διότι ὄχι μόνο θὰ παρεῖχε πολιτικὴ ἄνεση στὸν ἀντίπαλο —ποὺ ἦταν κι ὁ νικητὴς— ἀλλὰ θὰ τοῦ παρεῖχε τὸν ἴδιο της τὸν ἑαυτό, κατὰ τὸν τρόπο πού ἐκεῖνος ἤθελε, Ὕστερ’ ἀπὸ τὶς πρόσφατες ἐξελίξεις, καταλαβαίνουμε ὅτι ὅλη ἡ διεισδυτικὴ ἐπιχείρηση τῆς Δεξιᾶς γιὰ τὴν διάσπαση τῆς Ἀριστερᾶς, στηρίχτηκε στὴν «ἀντεθνικὴ» νοοτροπία τῆς προσκόλλησης στὰ δόγματα τοῦ διεθνισμοῦ. Καὶ ἡ ἀριστερὰ ἐπιμένη νὰ ἀποδέχεται αὐτὸν τὸν ἰδεολογικόν «ἀγῶνα» !
Δὲν ἐννοεῖ ἴσως ἡ Ἀριστερὰ ὅτι οἱ ἰδέες εἶναι εὐαίσθητα πράγματα καὶ ἡ κατανόηση τους ἔγκειται στὴν ὀρθὴ κάθε φορά σύμμειξη συναισθήματος καὶ λογικῆς. Οὔτε μὲ μόνο τὸ συναίσθημα, οὔτε μὲ μόνη τὴν λογικὴ μπορεῖ νὰ διεξαχθῆ ἰδεολογικὸς ἀγῶνας καὶ τοῦτο στὰ ἔργα τοῦ Λένιν φαίνεται καθαρά. Μὲ μόνο τὸ συναίσθημα ἱδρύονται ἴσως θρησκεῖες, δὲν μποροῦν ὅμως νὰ διεξαχθοῦν ἰδεολογικοὶ ἀγῶνες. Πείθω ἰδεολογικὰ σημαίνει ὅτι καλύπτω μὲ τίς ἰδέες μου καὶ τὸ συναίσθημα καὶ τὴν Λογική τοῦ ἄλλου. Καί τὰ δύο μαζί. Πλήρης Λογικὴ πειθὼ στὰ κοινωνικὰ ζητήματα εἶναι ἀδύνατη, ὅπως εἶναι ἄχρηστη καὶ ἡ ἀντίστοιχη συναισθηματική. Διότι ἡ Ἱστορία συντελεῖται μὲ πολλαπλὲς δυνάμεις καὶ μὲ συνισταμένες κινήσεις, πού πολλὲς δὲν εἶναι σταθμητές. Ἡ κίνηση τῆς Ἱστορίας μὲ σταθμητὸ καὶ ἀστάθμητο εἶναι ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ κίνηση ἑνὸς πλανητικοῦ συστήματος πού κινεῖται καὶ ὡς πρὸς ἑαυτὸ καί ὡς πρὸς τὸ σύμπαν. Ὁ Μαρξισμὸς δὲν εἶναι μιὰ ψευδὴς ἐντύπωση κατάργησης αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἀλλά ἡ εἰς βάθος κατανόησή τους. Τὸ συναίσθημα τοῦ μὴ ὀπαδοῦ εἶναι τελείως ἄλλοιωτικο ἀπὸ τὸ συναίσθημα τοῦ ὀπαδοῦ. Ἐλάχιστη πιθανότης ὑπάρχει νὰ πείση ὁ δεύτερος τὸν πρῶτο, ἐξηγῶντας του κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος ἔχει πεισθῆ. Διότι ἁπλούστατα ὁ ἄλλος δὲν τὸν καταλαβαίνει, μὰ καὶ ἂν τὸν καταλάβη πρὸς στιγμήν, εὐθὺς μετὰ τὸν ξεχνᾶ. Πειθὼ στὴν περίπτωση αὐτή σημαίνει νὰ προβληματισθῆ μόνος του ὁ πρῶτος, γιὰ ὅσα ἔχει πιστέψει ὁ δεύτερος.
Ἄν προσέξῃ κανεὶς τὰ περιοδικὰ ἔντυπα τῆς Ἀριστερᾶς, θὰ νομίση ὅτι ὅλος ὁ κόσμος εἶναι κομμουνιστὲς καὶ σκοπὸς αὐτῶν τῶν ἐντύπων εἶναι νὰ διατηρήσουν τὸν διάλογο. Αὐτὴ ἡ νοοτροπία εἶναι ταυτόσημη μὲ τὴν προηγούμενη, ὅπου εἶναι ἀρκετὸ ἕνας νέος πρωτοετὴς φοιτητὴς νὰ κοιμηθῆ μία νύχτα ἀγκαλιὰ μὲ τὸ «Κεφάλαιο» γιὰ νὰ ξυπνήση Μαρξιστής. Ἐνῶ στὸν ἀστικὸ περιοδικὸ τύπο βλέπει κανεὶς ὁλόκληρες «διατριβὲς» γιὰ τὸν Μαρξισμό, στὸν ἀντίστοιχο τῆς Ἀριστερᾶς ὅλες οἱ σελίδες εἶναι ἴδιες καὶ ὅλες φκιασμένες μὲ τὶς ἴδιες σχεδὸν λέξεις, ὅπως π.χ.«πρωτοπόρος», «ἐργατικὴ τάξη», «εἰρήνη», «παλλαϊκός», «θρίαμβος» κ.λπ. Ὅλες αὐτὲς οἱ λέξεις ἔχουν ἕνα κοινὸ χαρακτηριστικὸ : Ὅτι εἶναι σύμβολα μυθολογικὰ καὶ μοιραῖα. Πάνω στὶς ἐγγενεῖς αὐτὲς ἀδυναμίες στηρίζεται ἡ συνέχιση τῆς νεοελληνικῆς ἀστικῆς ἰδεολογίας. Αὐτὴ ἡ συνέχιση καμμία ἀντίσταση δὲν βρίσκει ἀπὸ τ' ἀριστερά. Ἡ Ἀριστερὰ ἰδεολογικῶς εἶναι ἕνας ὀμφαλοσκοπούμενος κόσμος.
Ἂν ἡ ἑλληνικὴ Ἀριστερὰ ἦταν καλύτερη καὶ εἶχε κάποια ποιότητα νὰ ἐπιδείξῃ, ἡ ἀστικὴ τάξη θὰ ἦταν ἀλλοιώτικη. Καὶ τοῦτο θὰ ἐσήμαινε γι' αὐτὴν κέρδος!
Τώρα ἡ Ἀριστερὰ ἐξαντλεῖται στοὺς ἐσωκομματικούς της ἀγῶνες. Ἐντυπώσεις καὶ δῆθεν προβληματικὴ γιὰ τοὺς ἀπ’ ἔξω, μὰ ὅλος τοϋτος ὁ θόρυβος μπορεῖ νὰ συνοψιστῆ σ' ἕνα ἁπλούστατο «γιατί». Καὶ εἶναι ἀπαραίτητο αὐτό γιὰ νὰ κατανοηθῆ ἡ ὅλη ὑπόσταση τῆς Ἀριστερᾶς καί ἡ συνενοχή της στὴν νεοελληνικὴ ἰδεολογία. Δὲν ἔχει σημασία «πῶς» δημιουργήθηκε ἡ κατάστασή της, ἀλλὰ «γιατί» δημιουργήθηκε. Τὸ «πῶς» σημαίνει ἄσκοπη φλυαρία, τὸ «γιατί» ἀποκαλύπτει μιὰ ἀνυποχώρητη καὶ σαφῆ πραγματικότητα. Ἡ πολιτικὴ τῆς ἑλληνικῆς Ἀριστερᾶς δὲν στηρίζεται στὰ ἀξιώματα τοῦ Μαρξισμοῦ - Λενινισμοΰ, ἀλλὰ στὴν κοινοβιακὴ νοοτροπία τοῦ ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἔτσι μπόρεσε στὴν Κατοχὴ καὶ δημιούργησε τὸ Ε.Α.Μ [22]. Στὴν ἴδια τακτικὴ στηρίζεται καὶ ἡ σημερινή της δραστηριότης. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀπολιτικὴ τακτικὴ ἐκπηγάζει τὸ πλῆθος τῶν «ἀτυχιῶν» καὶ τῶν «λαθῶν» [23]. Ἴσως στό σημεῖο τοῦτο πρέπει νὰ προσθέσουμε μίαν ἀκόμη ἀπόδειξη.
Ὅλοι βέβαια ξέρομε τί ἦταν πρὸ τοῦ 67 ἡ ΕΔΑ. Κατὰ τὸ 1965 συζητήθηκε ἂν ἔπρεπε ἡ ΕΔΑ νὰ μετατραπῆ σὲ Μαρξιστικὸ - Λενινιστικὸ Κόμμα [24]. Ἦταν συνεπῶς ὑποκατάστατο τοῦ Κ.Κ. Εἶχε ὅμως τέτοια συνείδηση κομμουνιστικοῦ Κόμματος πού ἀντὶ στὰ γραφεῖα της νὰ διατηρῇ μερικὰ δοχεῖα βενζίνης, γιὰ τὴν κακὴ ὥρα, εἶχε γιὰ τὰ ἀρχεῖα της τὰ γερότερα χρηματοκιβώτια. Ἔτσι, μετὰ τὴν 21 Ἀπριλίου, ὅλα τὰ χαρτιὰ ἦρθαν στὰ χέρια τῆς Ἀσφάλειας, ἡ ὁποία —ποιὸς ξέρει γιατί— μᾶς ἔδωσε δείγματα τῶν καταλόγων τῶν συνδρομητῶν. Εἴδαμε λοιπὸν κάτω ἀπὸ τὸν ἐπώνυμο ἐργατᾶκο πού ἔδινε ἕνα τάλληρο τὸν μήνα, ἀποσιωπημένους συνδρομητάς τῆς τάξεως 70.000 δρχ. ἕως ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ποϋ ἀνῆκαν καὶ ποιοὶ ἦταν αὐτοὶ οἱ συνδρομητές, δὲν εἶναι δύσκολο νὰ φαντασθῆ κανείς. Γεγονὸς εἶναι ὅτι εἴτε σὰν ἰδεολόγοι, εἴτε σὰν ἐργοστασιάρχες, εἶχαν σπουδαίους λόγους νὰ θέλουν νὰ ὑπάρχῃ μία ἀριστερὰ πού νὰ δέχεται τὶς συνδρομές τους. Ἐνῷ μετὰ τὸν ἐμφύλιο τὸ Κ.Κ. βγῆκε ἐκτός νόμου, πάντα ὑπῆρχε μία θορυβοποιὸς Ἀριστερά, πού υἱοθετοῦσε τὰ εἰκονοκλαστικὰ παρασκευάσματα τοῦ κατεστημένου. Ἔτσι τὸ κατεστημένο κατεσκεύαζε τὴν Ἀριστερά, ὡς τὸ 1967. Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχη μιὰ Ἀριστερὰ ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκινδύνευαν ἡ «παράδοση» καὶ τὰ «ἐθνικὰ ἰδεώδη» — ἐξ οὗ οἱ «ἐθνικοφροσύνες», τὰ «μιάσματα» καὶ τὸ ἐν γένει ἔργον τῆς νεοελληνικῆς καθάρσεως, δηλαδή ὁ ψυχικὸς ἀλευρόμυλος. Μόλις ὁ φοιτητὴς πάταγε τὸ πόδι του στὸ πανεπιστήμιο, εὕρισκε ἐμπρός του ἕνα ἀκατανόητο καθεστὼς ποιημάτων, συζητήσεων, αἰτημάτων, φωνῶν καὶ ἀπεργιῶν. Ἀπ' ἔξω, οἱ διαδηλώσεις, οἱ ἀπεργίες, οἱ συζητήσεις καὶ τὰ ἄλλα γνωστά. Αὐτὸ τὸ καθεστὼς εἶχε πλήρως ἐπανδρωθῆ ἀπὸ λεγεῶνες σπιούνων, χωροφυλάκων καὶ συνεργατῶν τῆς Ἀσφαλείας. Στὶς ταράτσες τῶν χώρων τῶν διαδηλώσεων, ὁλόκληρα συνεργεῖα λήψεως φωτογραφιῶν, τηλεφακοί, τηλεσκόπια καὶ ὅλα τὰ σύνεργα τοῦ Γαλιλαίου. Μέσα στοὺς διαδηλωτὲς ἀκατάσχετοι κομμουνιστὲς ἰδεολόγοι, φουσκωμένοι ἀπὸ τὰ φορητὰ μαγνητόφωνα καὶ τὰ διάφορα ἄλλα μικροτρίκ. Καὶ ὅλες οἱ διαδηλώσεις ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Ἀριστερᾶς. Συγκεντρώσεις γιὰ τὸ Βιετνάμ, τὴν Μπιὰφρα, τὸν Λουμούμπα, τὴν εἰρήνη, «πορεῖες εἰρήνης», συνεστιάσεις, ταβέρνες, κ.λπ. Αὐτά βέβαια τὰ ἔκανε ἡ Ἀριστερά, ἐκ λόγων συνεπείας πρὸς τὶς ἀρχὲς τοῦ προλεταριακοῦ διεθνισμοῦ καὶ τῆς παγκόσμιας ἐπανάστασης. Γιὰ τὴν μαζικοποίηση τοῦ κινήματος! Μὲ τὰ ἴδια ὅμως πράγματα δούλευε καὶ τὸ κατεστημένο. Μ' αὐτὰ τὰ πράγματα γίνονταν τὸ ξεκαθάρισμα στὸν φοιτητικὸ χῶρο. Ἀμέσως ἀπὸ τὰ πρῶτα ἔτη γινόταν μέσα στὸ κλῖμα αὐτὸ τὸ ἐμβόλιο στοὺς ἀνυποψίαστους φοιτητὲς κι' ἀμέσως ἔδειχναν τὰ πρῶτα συμπτώματά τους. Ἀπὸ ‘κεῖ καὶ πέρα δὲν ὑπῆρχε πρόβλημα, γιατί μεσολαβοῦσε ὁ φάκελλος τῆς Ἀσφάλειας. Τὸ καθεστὼς μποροῦσε νὰ δουλέψῃ ἀπερίσπατο [25].
Οἱ μέθοδες αὐτὲς ἦταν τὰ μόνιμα ἐπινοήματα τῆς ἀστικῆς τάξης ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Βιζυηνοΰ καὶ τοῦ Χοϊδᾶ. Μὰ καὶ ἡ νοοτροπία τῆς Ἀριστερᾶς ἐξ ἴσου ἀναλλοίωτη. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι γιὰ μὲν τὴν ἀστική μας ἡγεσία οἱ μέθοδες αὐτὲς ὡς τακτικὴ ἐξελίσσονται, ἐνῷ γιὰ τὴν ἀριστερὰ παραμένουν πάντα ἴδιες ρωμαντικές ἐκδηλώσεις. Καὶ ἐνῷ γιὰ τὴν μία πλευρὰ προκύπτουν διαρκῶς ὀφελήματα, στὴν ἄλλη ἐπέρχονται μονίμως ζημιές. Ἀντίστοιχη εἶναι καὶ ἡ συναρμογὴ πρὸς τὰ πράγματα τῶν ἀντιστοίχων ἰδεολογιῶν. Καὶ μόνη ἡ διαπίστωση ὅτι ἡ Δεξιὰ μπορεῖ νὰ ἐμπλέκῃ τὴν Ἀριστερὰ σὲ θεωρητικὲς διαμάχες (κατὰ τὴν ἔννοια ὅτι μετατοπίζει ἕνα πρακτικὸ πρόβλημα σὲ «θεωρητικό»), εἶναι ἱκανὴ ἀπόδειξη γιὰ τὴν ἰδεολογικὴ στασιμότητα τῆς Ἀριστερᾶς. Διότι ἁπλούστατα μιὰ προσηρμοσμένη ἰδεολογία δὲν θὰ ἐπέτρεπε τὴν διάσπαση καὶ κατὰ μείζονα λόγο τὶς προϋποθέσεις τῆς διάσπασης. Ἐννοοῦμε τὸ ζήτημα τοῦ «διεθνισμοῦ».
Ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως ὁ διεθνισμός, γιὰ ἕνα μὴ Κομμουνιστή, παίζει τὸν ἴδιο ρόλο πού παίζει καὶ ἡ «οὐράνια βασιλεία» γιὰ ἕνα μὴ Χριστιανό. Τὰ ποσοστὰ τῆς πειθοῦς του ἄρα ὁ «διεθνισμός», εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀντλῇ ἀπὸ τὴν ἀναφορά του στὰ πράγματα. Ἀγών κατὰ ὁποιασδήποτε ἀπόκλισης νοεῖται, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει δυνάμει ἐφαρμογὴ τοῦ Μαρξισμοῦ στὴν πράξη. Ἀλλοιῶς, ἡ ἐμμονή στὶς «ἀρχές», δὲν εἶναι οὔτε καν ἀρχειομαρξισμός. Εἶναι πρόληψη.
Ὁ Διεθνισμὸς ἐγεννήθη ἀπὸ τὶς Διεθνεῖς καὶ ἀπορρέει ἄμεσα ἀπὸ τὴν θεωρία τοῦ «Κεφαλαίου», ἐμπῆκε δὲ στὴν πολιτικὴ πράξη ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 17. Προέκυψε δηλαδή τὸ θέμα τῶν σχέσεων τοῦ Ρωσικοῦ προλεταριάτου μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ μετὰ τὸν πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο. Πρὶν ἀπὸ τὸν πρῶτο πόλεμο πίστευε ὁ Λένιν ὅτι ἡ Ρωσικὴ ἐπανάσταση θὰ διαρκοῦσε —δηλαδή θὰ πετύχαινε— μὲ τὴν ὑποστήριξη καὶ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἐπανάστασης, πού ἔθεωροῦσε ἐπικείμενη. Ὅταν ὅμως στὸν πόλεμο εἶδε τΐς ἐργατικὲς μάζες τῆς Εὐρώπης νὰ τηροῦν ἄλλη τακτικὴ ἔναντι τοῦ πολέμου καὶ τὰ ἐργατικὰ κόμματα νὰ ὑπερψηφίζουν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν πολεμικῶν δαπανῶν τῶν δυτικῶν κυβερνήσεων, ἐτροποποίησε τὶς ἀρχικὲς περὶ προλεταριακοῦ διεθνισμοῦ ἀντιλήψεις του, θεωρῶντας αἴτιες τὶς ἡγεσίες τοῦ δυτικοῦ προλεταριάτου, πού τὸ ὡδήγησαν στὸν συμβιβασμὸ τοῦ πολέμου ἔναντι τῶν ἀποικιακῶν λαῶν. Μετὰ τὴν ἐπανάσταση, τὸ 1918, ἡ ἔννοια τοῦ διεθνισμοῦ ἔχει τροποποιηθῆ οὐσιωδῶς στὶς ἀντιλήψεις τοῦ Λένιν. Τὶς ἀπόψεις του αὐτὲς τὶς ἔχει γράψει στὸ ἔργο του «Ἡ προλεταριακὴ ἐπανάσταση καί ὁ ἀποστάτης Κὰουτσκυ». Στὴν σελίδα 83 τῆς ἑλλ. ἔκδοσης ἀναφέρει :
«Ὁ ἀντιδραστικὸς ἤ ἐπαναστατικὸς χαρακτήρας τοῦ πολέμου ἑξαρτιέται ὄχι ἀπὸ τὸ ποιὸς ἐπιτέθηκε οὔτε σὲ ποιὰ χώρα βρίσκεται ὁ «ἐχθρός», μὰ ἀπὸ τοῦτο : ποιὰ τάξη κάνει τὸν πόλεμο καὶ ποιᾶς πολιτικῆς εἶναι προέκταση. Ἂν ὁ πόλεμος εἶναι ἀντιδραστικὸς ἰμπεριαλιστικός, δηλαδὴ πόλεμος ἀνάμεσα σὲ δυὸ παγκόσμιες ὁμάδες τῆς ἀντιδραστικῆς, ληστρικῆς, καταπιεστικῆς, ἰμπεριαλιστικῆς ἀστικῆς τάξης, τότε ὁλόκληρη ἡ ἀστικὴ τάξη (ἀκόμα καὶ μίας μικρῆς χώρας) συμμετέχει σ' αὐτὴ τὴ ληστεία, καὶ τὸ καθῆκον μου, τὸ χρέος μου σὰν ἐκπροσώπου τοῦ ἐπαναστατικοῦ προλεταριάτου εἶναι νὰ πραετοιμάσω τὴν παγκόσμια προλεταριακὴ ἐπανάσταση, μόνη σανίδα σωτηρίας ἀπὸ τὶς φρικαλεότητες τοῦ παγκόσμιου πολέμου. Δὲν πρέπει νὰ σκεφθῶ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς χώρας «μου» (πρέπει νὰ τ’ ἀφήσω αὐτὸ στὸν ἀποβλακωμένο μικροαστὸ ἐθνικιστή, πού δὲν καταλαβαίνει πῶς εἶναι ἕνα παιχνιδάκι στὰ χέρια τῆς ἰμπεριαλιστικῆς μεγαλοαστικῆς τάξης), μὰ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς συμμετοχῆς μου στὴν προετοιμασία, στὴν προπαγάνδα γιὰ τὴν ἐπιτάχυνση τῆς παγκόσμιας προλεταριακῆς ἐπανάστασης. Νὰ τί εἶναι διεθνισμός, νὰ ποιὸ εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ διεθνιστῆ, τοῦ ἐπαναστάτη ἐργάτη, τοῦ ἀληθινοῦ σοσιαλιστῆ».
Ἀπὸ τὸ ἀπόσπασμα τοῦτο —πού διαμορφώθηκε πάνω στὴν συγκεκριμένη στιγμή, ὅπου ὁ διεθνισμὸς ἐδοκιμαζόταν ἀπὸ τὴν ἐπαναστατικὴ πράξη στὴν πρώτη χώρα τοῦ κόσμου— βγαίνει τὸ συμπέρασμα, ὅτι διεθνισμὸς εἶναι μιὰ τακτικὴ ἐν ὄψει μιᾶς «ἐπαναστατικῆς κατάστασης» (ἐδῶ του πολέμου) [26]. Ὁ Διεθνισμὸς ὡς παγκόσμιον γεγονὸς εἶναι ἀπόρροια ἑνὸς ἄλλου παγκοσμίου γεγονότος. Ὡς τέτοιο μονίμως ὑφιστάμενο γεγονὸς ἐδέχθη ὁ Μάρξ τὸν διεθνικὸ χαρακτῆρα τοῦ Κεφαλαίου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀπορρέει ὁ διεθνισμὸς τοῦ κομμουνιστικοῦ μανιφέστου : «προλετάριοι ὅλων τῶν χωρῶν ἔνοιθεϊτε».
Οἱ δύο περιπτώσεις Διεθνισμοῦ διαφέρουν κατὰ τὸ ὅτι ὁ μὲν εἶναι «δυνάμει», ὁ δὲ «ἐνεργείᾳ». Ὁ Διεθνισμὸς τοῦ Μάρξ εἶναι μιὰ ἁπλὴ θεωρητικὴ ἀρχή, ἐνῷ ὁ Διεθνισμὸς τοῦ Λένιν εἶναι συγκεκριμένη τακτικὴ ἐν ὄψει μιᾶς ἀναγκαστικὰ ἀναμενόμενης ἐπανάστασης. Ὁ Διεθνισμὸς τοῦ Λένιν διαφέρει, διότι περιλαμβάνει τὴν ἔννοια τήι στρατηγικῆς σὲ δεδομένη στιγμή, δηλαδή μίαν ἀνεξάρτητη μεταβλητή. Ὄχι ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς χώρας «μου», λέει ὁ Λένιν, ἀλλά ἀπὸ τὴν «ἄποψη τῆς συμμετοχῆς μου». Ἡ δεύτερη περίπτωση περιλαμβάνει τὴν πρώτη, ἐνῷ μόνη ἡ πρώτη, δυνατὸν νὰ αἴρη τὴν δεύτερη. Ἀπὸ τὴν «ἄποψη τῆς συμμετοχῆς μου» δὲν θέλει νὰ πῆ ὅτι δὲν μπορῶ νὰ ἀπομονώσω τὴν ἰδιαίτερη περίπτωση τῆς συγκεκριμένης χώρας μου καὶ πρὸς στιγμὴν νὰ διαχωρίσω τὴν εἰδικὴ ἐπαναστατικὴ περίπτωσή μου ἀπὸ τὸ παγκόσμιο κίνημα. Διότι αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκανε ὁ Λένιν τὸ ’17. Ἀντιστρέφοντας τὶς κατηγορίες τοῦ Καούτσκυ, ὁ ὁποῖος τὸν κατηγόρησε ὅτι ἐκοίταξε νὰ διασφαλίσῃ τὴν Ρωσικὴ ἐπανάσταση καὶ ὄχι νὰ τὴν θέση «ἀφετηρία τῆς γενικῆς εὐρωπαϊκῆς ἐπανάστασης» λέει, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ καθορίζη εἰδικώτερα, ὅτι χρέος τοῦ μαρξιστῆ ἐπαναστάτη εἶναι ἡ ἀκριβὴς ἐκτίμηση τῶν συνθηκῶν τῆς συγκεκριμένης ἐπανάστασης καΐ δὲν ἀποκλείει καθόλου τήν ἐξαίρεση : «Εἶναι τὸ ἄλφα-βῆτα τοῦ μαρξισμοῦ πώς ἡ τακτική τοῦ σοσιαλιστικοῦ προλεταριάτου δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἴδια ὅταν ἡ κατάσταση εἶναι ἐπαναστατικὴ καὶ ὅταν δὲν εἶναι», (στὸ ἴδιο, σελ. 86). Ἡ ἐξαίρεση πού ἰσχυροποιεῖ τὸν κανόνα εἶναι ὅτι, πρὸ μιᾶς ἐπαναστατικῆς καταστάσεως, ὁ ἡγέτης ἔχει χρέος νὰ ἀποδείξῃ στὸν Λαό, νὰ ἐξηγήσῃ, νὰ προετοιμάςῃ καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἐπανάσταση (σέλ. 88). Τέτοια «ἐξαίρεση» —θεωρία τοῦ κρίκου— ὑπῆρξε καὶ ἡ ἐπανάσταση τοῦ '17, τῆς ὁποίας τὸ μυστικό της ἐπιτυχίας βρίσκεται, κατὰ τὸν ἴδιο τὸν Λένιν, στὸ γεγονὸς ὅτι «θὰ ἦταν μέγιστο σφάλμα ἂν προσπαθούσαμε νὰ προσαρμόσουμε τὰ περίπλοκα, ἐπείγοντα καὶ ἄμεσα προβλήματα τῆς ἐπανάστασης στὴν προκρούστεια κλίνη τῆς στενῆς ἀντίληψης γιὰ μία «θεωρία» (Γράμ. ἀπὸ μακρυά).
Ὁ Διεθνισμὸς ἄρα ὡς τακτική, εἶναι ἀδύνατο νὰ διαγραφῇ σὲ μιὰ σαφῶς καθωρισμένη θεωρία. Καὶ τοῦτο εἶναι πού μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ, γιὰ τὸ ἀκατανόητό τῆς ἀποδοχῆς μιᾶς διένεξης στὸν χῶρο τῆς Ἀριστερᾶς [27]. Μιᾶς διένεξης πού ἡ Δεξιὰ προσπαθεῖ 50 χρόνια τώρα νὰ ἐγκαταστήση στὶς τάξεις.
Καὶ ἡ Ἀριστερὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ καταλάβη πώς, ὁποιαδήποτε συνέπεια στὶς ἀρχὲς τοῦ «διεθνισμοῦ», ἠχεῖ σά μομφὴ στὴν συνείδηση τοῦ ταλαιπωρημένου λαοῦ καὶ ἀδυνατεῖ νὰ ἀντιληφθῆ τὶς συνέπειες τῆς ἀποδοχῆς μιᾶς τέτοιας διαμάχης. Διότι στὴν σημερινὴ θεωρητικὴ τοῦ διεθνισμοῦ δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται τὸ δεδομένο μιᾶς ἧττας καὶ στὸ διεθνὲς ἐπίπεδο, δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζεται ὅτι ἡ «ταξικὴ διαίρεση» ἐχώρησε μέσα στὸ ἴδιο τὸ προλεταριάτο ἀπὸ κράτους σὲ κράτος. Ἂν μεταπολεμικῶς τὸ σοσιαλιστικὸ κίνημα ἀνέβηκε, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ὑπάρχει καὶ μιὰ ἀνάλογη ἐπαναστατικὴ κατάσταση. Πενήντα χρόνια μετὰ τὴν Ρώσικη ἐπανάσταση εἶναι νομίζουμε ἀρκετὰ γιὰ νὰ κατανοηθῆ ὅτι τὸ εὐρωπαϊκὸ προλεταριάτο διέπεται ἀπὸ παράξενες καπιταλιστικὲς «συνήθειες» καὶ εἶναι ἐλάχιστα διεθνιστικό. Οἱ Γερμανοὶ ἐργάτες δέχονται οἱ Ἕλληνες συνάδελφοί τους νὰ συνεργάζονται στὸ ἴδιο ἐργοστάσιο μόνο μὲ ὑποχρεώσεις καὶ χωρὶς κανένα δικαίωμα. Καὶ τοῦτο κάτι σημαίνει ἀπὸ διεθνιστικὴ ἄποψη. Οἱ ἰδιόμορφες ἑλληνικὲς συνθῆκες τῆς προστασίας καὶ τῆς μεταπολεμικῆς σύνθεσης, ἀποτελοῦν τὸν μέγα καταλύτη στὸ κοινωνικὸ προτσές, σὲ τρόπο πού οἱ «ἀμιγεῖς θεωρητικὲς ἀπόψεις» νὰ ἔχουν ἐλάχιστη πιθανότητα ἐφαρμογῆς. Ἰδιαίτερα τοῦτον τὸν προσεχῆ καιρό, πού μιὰ κάποια ἐθνικιστικὴ ἔξαψη θὰ ὕπαρξη ἴσως ἀναγκαία, ἡ ἐμμονὴ σὲ «διεθνιστικὲς» ἀπόψεις καταντᾶ τακτικὴ ἀπομόνωσης καὶ πολιτικῆς ἀπερισκεψίας [28].
Ἀποδεχόμενη ἡ Ἀριστερὰ στοὺς κόλπους της τὴν διαμάχη τοΰ «διεθνισμοῦ», ἀποστερεῖ τὸν ἑαυτὸ της τῆς δυνατότητος νὰ ἀντιληφθῆ ὅτι τὸ πρόβλημα δὲν ἔγκειται στὴν «ἐθνικὴ» ἤ «διεθνιστικὴ» φυσιογνωμία πού θὰ μποροῦσε νὰ ἔχῃ μιὰ μελλοντικὴ ἀλλαγὴ στὸν τόπο μας —διότι αὐτὸ εἶναι ἕνα καθαρὰ πρακτικὸ θέμα, ἐξαρτώμενο ἀπό τὶς ἀντίστοιχες διεθνεῖς συνθῆκες [29] καὶ τὴν ἐν γένει κατάσταση τοῦ σοσιαλιστικοῦ κινήματος— ἀλλά στὸ ἂν μπορεῖ ὁ κ. Καραμανλῆς μὲ τοὺς «ἀριστίνδην» καὶ τὴν Δεξιὰ του ν' ἀποτελέσουν ἔναντι τῆς προστασίας κάποιαν ἀρχὴ γιὰ τὴν ὁποιαδήποτε ἀλλαγὴ ! Μόνο σὲ μιὰ τέτοια διένεξη ἡ τακτικὴ καὶ οἱ διακρίσεις θὰ εἶχαν σημασία.

δ´
Γιὰ τὸ θέμα τοῦ βιβλίου μας ὁ ρόλος τῆς Ἀριστερᾶς ἦταν πυρηνικός.Ἦταν συνεπῶς ἀνάγκη νὰ ἀναφερθοῦμε σ' αὐτὸν ἐκτενῶς. Ἐπειδὴ ἡ ἀντιλογία εἶναι σχεδὸν τὸ ἁπλούστερο τῶν πραγμάτων, ἀντὶ μιᾶς ἁπλῆς διαπιστωτικῆς ἔκθεσης, ὑποχρεωθήκαμε στὴν διαλογικὴ ἀνάλυση. Προϋποθέτοντας νοερῶς τὸν ἀντίλογο, ἐγράψαμε τὶς ἀπαντήσεις. Ἀναφερθήκαμε στὸ παρελθὸν ἐπειδὴ ἔπρεπε νὰ προκύψουν οἱ ἐσωτερικές σχέσεις τῆς Ἀριστερᾶς μὲ τὴν νεοελληνικὴ Ἰδεολογία. Προσωπικὰ δὲν πιστεύομε στὸ παρελθόν, γιατί ἡ Ἱστορία δὲν ἐπιδέχεται δεοντολογικὲς ἀποτιμήσεις, ὅπως καὶ ἡ Φυσική. Θελήσαμε νὰ δείξωμε κατὰ ποιὸν τρόπο ἡ νοοτροπία τοῦ παρελθόντος διατηρεῖται στὸ παρόν, ὥστε νὰ προκύψουν οἱ ἐγγενεῖς ἀδυναμίες τῆς Ἀριστερᾶς, ἀπὸ τὶς ὁποῖες, ἀφ' ἑαυτῆς πλέον, ἀπορρέει ἡ ἰδιάζουσα σχέση της μὲ τὴν νεοελληνικὴ Ἰδεολογία. Ἐπειδὴ ἡ Ἀριστερὰ ἀντλεῖ τὴν ὕπαρξή της ἀπὸ τὸ μέλλον, ἂν ὑπάρχῃ κάποια ἐνοχή γιὰ τὸ ποιὸν τῆς ἑλληνικῆς Ἰδεολογίας, εἶναι ἡ κυρίως ἔνοχη. Ὁ Μακρυγιάννης —καὶ λέγοντας Μακρυγιάννη δὲν ἐννοοῦμε τὸν ἄνθρωπο, ἀλλά ὅ,τι πρὶν ἀναφέραμε— προβαλλεται ἀπὸ τὴν Δεξιὰ καὶ ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὴν Ἀριστερά. Σὲ τοῦτο ἀκριβῶς ἔγκειται καὶ ἡ ἔνοχή της.
Δὲν θὰ θέλαμε ἀκόμη νὰ ὑπονοηθῆ ὅτι συμπεριλαμβανόμαστε εἰς ἐκείνους πού συζητοῦν ἄν μπορεΐ ἡ Ἀριστερὰ νὰ ἀποτελέση βασικὸν φορέα ἐξελίξεων στὸν τόπο μας. Πολλοὶ τὸ ἀμφισβητοῦν καὶ ἐπιμένουν νὰ προβληματίζονται, τονίζοντας διαρκῶς τὴν ἀνάγκη συντονισμοῦ πρὸς κάποιο σοσιαλιστικὸ ἰδεῶδες. Ἑξαιρῶντας ὅμως τὴν Ἀριστερά, προβάλλει ἀμέσως τὸ ἐρώτημα : Ποιὲς εἶναι οἱ δυνάμεις καὶ θὰ μποροῦσαν ν' ἀποτελέσουν φορέα ἀλλαγῆς καὶ ἀπὸ ποιὰ διαδικασία βγαίνουν; Προκύπτει ἡ ἀπορία, ὄχι μόνο ἡ πολιτικὴ ἔκφραση ποιᾶς τάξης θὰ μποροῦσε ν' ἀποτελέσῃ τὸν φορέα ἑνὸς σοσιαλιστικοῦ μετασχηματισμοῦ, ἀλλά καὶ τῆς δυνατῆς τακτικῆς ἔναντί τῆς προστασίας. Διότι ἡ προστασία εἶναι τὸ σημεῖο ἀπ' ὅπου πρέπει νὰ ἐκκινοῦν οἱ συλλογισμοί. Τὸ αἴτημα τῆς σοσιαλδημοκρατίας προέκυψε σὰν ἐνδεχόμενο γιὰ τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα τὸ 1900 καὶ δὲν ἐπραγματοποιήθη. Σήμερα ἀποτελεῖ προηγμένη μετακαπιταλιστικὴ κατὰσταση καὶ ἴσως δυσεφάρμοστη [30]. Ἀπομένει ἕνας σοσιαλισμὸς στὰ ἐθνικὰ ὅρια, μὰ τοῦτος εἶναι σαφῶς ταυτόσημος μὲ τὴν ἀποδυνάμωση τῆς ἐξάρτησης. Προκύπτει συνεπῶς τὸ θέμα τῆς δυνατότητας του χωρὶς την Ἀριστερά. Ἄν ὁ ὁποιοσδήποτε σοσιαλισμὸς δὲν προκύπτη ὡς αἴτημα τῶν ὅσων τὸν ἔχουν ἀνάγκη — κι αὐτοὶ εἶναι ὁπωσδήποτε ὅσοι ἐκφράζονται μὲ τὴν Ἀριστερὰ — δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπαίτηση γιὰ ὅσους δέν αἰσθάνονται καν τὴν ἀναγκαιότητά του. Σὲ κάθε περίπτωση, μένει τὸ πεϊσμον ἐρώτημα γιὰ τὴν τακτικὴ ἔναντι τῆς προστασίας, δηλαδή γιὰ τὶς προϋποθέσεις πραγματοποιήσεως ὁποιασδήποτε νέας διαδικασίας. Χωρις τὴν Ἀριστερά, αὐτὲς οἱ προϋποθέσεις παίρνουν ἕναν ἄπειρο παρανομαστή. Δὲν ἔχει σημασία πόσοι θὰ ἤθελαν κάτι καλύτερο- σημασία ἔχει πόσοι τὸ μποροῦν. Ἡ συγκεκριμένη πολιτική, ἄλλωστε, δὲν εἶναι ὑπόθεση διανοητικῶν προγραμματισμῶν, ἀλλά τοῦ καλύτερου δυνατοῦ μέσα σὲ ὅσα εἶναι δυνατά. Καὶ χωρὶς μιὰ συγχρονισμένη Ἀριστερά, μᾶς φαίνεται ὅτι μακροχρονίως ὅλα σχεδὸν τὰ ἐνδεχόμενα δυνατὰ περίπου ἐξαφανίζονται. Εἶναι μία εὐκαιρία νὰ κατανοηθῆ τώρα, ὅτι χωρὶς μιὰ συμπαγῆ, ἐνισχυμένη καὶ ξεκαθαρισμένη Ἀριστερὰ κάθε «συζήτηση περὶ ἀλλαγῆς» εἶναι μάταιη οἰωνοσκοπία. Τώρα, πού «ὁ ἄρρωστος νοῦς πού ἀδειάζει δὲν χρειάζεται μακρὺ καιρὸ γιὰ νὰ γεμίσει μὲ τὴν τρέλλα».


---------------------------------------------------------------
[1] Ό παράγων «τύχη» δέν ἀλλοιώνει τήν ισχύ τοῦ θεωρήματος.
[2] «Κομ. Επιθεώρηση», τεῦχ. 4, 1975, σελ. 14.
[3] Ἢ δικαιολογία μόνον ὡς αἰτιολογικὴ ἑρμηνεία μπορεῖ νὰ ἔχη κάποιο νόημα. Σὲ κάθε ἄλλη περίπτωση εἶναι τακτικὴ συμβιβασμοῦ καί κουτσοπόρεψης. Λέμε στὴ Φυσικὴ ὅτι τὰ πειράματα ἀποτελοῦν βεβαίαν γνώση, ἐφ' ὅσον οἱ συνθῆκες τοῦ ἐργαστηρίου παραμένουν ἀμετάβλητες. Ἡ ἱστορία εἶναι καὶ αὐτὴ ἕνα μεγάλο ἐργαστήριο μὲ τὴν ἐπὶ πλέον ἰδιομορφία, ὅμως, ὅτι οἱ συνθῆκες της δὲν μένουν ποτὲ ἀναλλοίωτες. Ἡ ἱστορία εἶναι ὁ ποταμὸς τοῦ Ἡράκλειτου. Τὸ ὑλικό της Ἱστορίας συμμετέχει ἄμεσα στὸν χρόνο, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ὑλικό της Φυσικῆς. Γιὰ τοῦτο, οὐδέποτε τὰ ἱστορικὰ γεγονότα ἐπαναλαμβάνονται πανομοιότυπα καί, οὔτε ἕνας χαρακτηρισμὸς μπορεῖ νὰ ἀρκέσῃ γιὰ ὁλόκληρο τὸ νόημα τῆς Ἱστορίας. Ἡ «ἀνάλυση τῶν λαθῶν» θὰ εἶχε σημασία, ἐφ' ὅσον στὰ ἱστορικὰ γεγονότα ἐνυπῆρχε κάποιο στοιχεῖο ἀναλλοιώτως ἐπαναλαμβανόμενο. Αὐτὸ εἶναι ἄλλωστε καὶ ἡ προϋπόθεση ἐν γένει τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης.
[4] Δέν επαναλαμβάναμε ἐδῶ τούς χαρακτηρισμούς τῆς Γ' Διεθνοῦς. Ἁπλῶς σημειώναμε μιά κατάσταση πού παραμένει πραγματικότης. Ἰδιαίτερα μεταπολεμικῶς.
[5] Σάν τέτοιο τό δέχεται ό ἴδιος ό Λένιν. Τό 1919 δέν είναι ακόμη βέβαιος ὅτι ή Ρωσική επανάσταση Ἔχει πετύχει. (Βλ. Ἡ προλεταριακή ἐπανάσταση καί ό ἀποστάτης Καούτοκυ, έλλ. ἔκδ. 1956, σελ. 92).
[6] Βλ. τό ἴδιο ἔργο τοῦ Λένιν, σελ. 99 ὡς τό τέλος.
[7] Ἐκτός τῶν ἄλλων, αὐτό δέν ἦταν δυνατά, άφοῦ ἡ ἀστική ἰδεολογία άνεκόπη άπό τό «γλωσσικό» χωρίς νά μορφωθῇ ἱστορικά.
[8] Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀνωμαλία, διότι τά Κ. Κ. υπάρχουν ὅπως οἱ «ἐλέῳ Θεοῦ» βασιλεῖες: ἀνεξαρτήτως προσώπων.
[9] Ἡ κατάσταση στό Βιετνάμ καί ἡ σύνθεση τῆς Ἑλλάδος κατά τόν Β' πόλεμο ἦταν περίπου παραπλήσιες. (Βλ. G.Cleserman – G. Koursanov, Problemes fond. Du mater. Histrorique, 1968, σελ. 144) Σέ παραπλήσιους συντελεστές στηρίχθηκε καί ό Χό Τσί Μίνχ, μόνο πού τούς ἐκλογίκευσε. (Βλ. καί στρατηγοῦ V. Ν. GΙΑΡ : Ντιέν Μπιέν Φού).
[10] Ἡ τακτική τῶν «Ἐκδηλώσεων» καί τῶν «μετώπων» εἶναι ἡ μεταπολεμική μορφή πάλης τῶν σοσιαλιστικῶν κινημάτων (βλ. G.Cleserman – G. Koursanov, ἔ. α. σελ. 130, 138. 142, 147),
"Ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ παγκόσμιου σοσιαλιστικοῦ κινήματος, ἡ τακτικὴ αὐτὴ εἶναι ἀναμφισβήτητα λυσιτελής. Εἶναι ἄλλωστε καὶ ἡ μόνη δυνατή. Αὐτὴ ὅμως ἡ τακτικὴ προϋποτίθεται ὅτι ἐλέγχεται ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ κόμματα καὶ δὲν ἀποτελεῖ σημεῖο στρατηγικῆς τῶν ἀντιδραστικῶν κυβερνητῶν. Ἀκριβῶς ἡ τακτικὴ αὐτὴ δημιουργεῖ ηὐξημένες ὑποχρεώσεις καί εὐθύνες στὰ ἐπὶ μέρους κόμματα.
[11] Ὡς παραγωγικές δυνάμεις δέν ἐννοοῦμε ὅ,τι συντελεῖ στἠν βελτίωση τῶν μέσων παραγωγῆς, ἀλλά τούς ἀνθρώπους ώς φορεῖς τέτοιων παραγόντων.
[12]Ἂν προσέξη κανεὶς τοὺς δεινοσαύρους τῆς «Εἰσαγωγῆς στὴ Φιλοσοφία» τοῦ κ. Θεοδωρακοπούλου, μπορεῖ ἄνετα νὰ πιστέψη ὅτι τοὺς ἔγραψε κάποιος... κύριος Dühring. Ἀπό τὴν ἄλλη μεριὰ μεγαλόπνοες περιοδικές ἐκδόσεις τοῦ κεντροδεξιοῦ κατεστημένου περὶ τὸν Μαρξισμό... en pilules δηλ. μέσῳ, «σχολῆς τῆς Φρανκφούρτης», Ράιχ καὶ Ἔριχ Φρόμ. Αὐτὰ μᾶς θυμίζουν ἐκεῖνα τὰ ἐπὶ δικτατορίας ἀμίμητα τῶν «Πολιτικῶν θεμάτων», ὅπου στὴν πρὼτη σελίδα ὑπῆρχε ὁλόσωμη φωτογραφία τοῦ Λένιν (δηλ. ἐμπρός, ὅλοι μαζύ!) καὶ στὴν δεύτερη reportage τοῦ Βασ-Βασ, γιὰ τίς; «φρικαλεότητες» τῶν γεγονότων τῆς Πράγας!
[13]Ἂν ἡ παληὰ ὀκταετία τῆς Ε.Ρ.Ε. κράτησε τόσο, ἕνας ἀπό τους οὐσιώδεις λόγους ἦταν ἡ ἀπομόνωση τῆς ἀριστερᾶς μὲ τὸ 24 %. Μπόρεσε δηλ. νὰ διαθέτη μιὰ ἀπομονωμένη καὶ ἐλεγχόμενη ἀντιπολίτευση. Πῶς, ὡστόσο, ἐξεμεταλλεύθη ἡ ἀριστερὰ αὐτὸ τὸ 24%, ἀπεδείχθη λίγα χρόνια μετά, τὴν 21-4-67.
[14] Εἶναι τοῦτο ἀποδεικτικὸ καὶ τῆς δικῆς της ἰδεολογικῆς κατάστασης. Εἶναι ἀπό τ' ἄγραφα ὅτι ἀπαιτεῖ ἡ Ἀριστερὰ νὰ ἀποκτήση ὀπαδοὺς μὲ τὸ « Κεφάλαιο», τὸ «Κράτος καὶ Ἐπανάσταση» καὶ τὸ «Ἀντὶ-Ντύρινγκ». Καλόπιστος καὶ ἐνθουσιώδης ὁ νέος τρέπεται πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ χάνεται μέσα στὴν ἀντιπάθεια πού ἀποπνέουν αὐτὰ τὰ κείμενα γιὰ τὸν ἀμύητο. Ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατο νὰ τὰ καταλάβη, ἀποφασίζει νὰ τὰ κάνη ταμποῦ καὶ τὸν Μαρξισμὸ μόδα. Καὶ τοῦτο ἡ Ἀριστερὰ τὸ θεωρεῖ τακτική!
[15] Δὲν ξέρουμε ἂν ἡ ἐποχικὴ (ὅπως τοῦ Παλαμᾶ) ἢ ἡ ἐπικαιρικὴ ποίηση εἶναι μεγάλες ποιήσεις γιατί ἐξαρτᾶται τί ἐννοεῖ κανεὶς λέγοντας «μεγάλη ποίηση». Ξέρουμε ὅμως ὅτι τὸ εἶδος τῆς εὐκαιριακῆς ποίησης τοῦ ἄμεσου αἰσθήματος καὶ τῆς στιγμιαίας παραφορᾶς εἶναι δυνατὸν μὲν νὰ συγκινεῖ πολὺν κόσμο, ὄχι ὅμως καὶ νὰ διεκδικῆ ποιητικὴ μονιμότητα. Καὶ προφανῶς, δὲν ἐννοοῦμε τὸν Σολωμὸ πού ἔγραφε τὸν «Ὕμνο» ἀκούγοντας τὶς μπομπάρδες, ἐπειδὴ αὐτές ἦσαν ταυτόσημες μὲ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν γλῶσσα, πάρεξ τῶν ὁποίων δὲν εἶχε ἄλλο στὸ νοῦ του. Ἦταν δηλ. ἕνα ἀναμενόμενο γεγονὸς σὲ μιὰ διὰ βίου ὑπόθεση. ( Ὁ Πορφύρας εἶναι τραγικὴ ποίηση, δὲν εἶναι περιστασιακή). Μίαν τέτοια «ἐπικαιρικὴ» ποίηση τὴν ἐμπιστευόμαστε, ὅπως θὰ ἐμπιστευόμαστε κι' ἐκείνη πού θά ἐτήρει τίς ἀρχικὲς προθέσεις της :«Τὴν ἄρνηση γιὰ μόνη θέση πῆρα κι' ἔκφραση, στὴ μορφή μου ὁριστικὴ : τή μούντζα, καὶ κραδαίνοντας τὴ Λύρα ἐκδίκηση σκορπῶ τὴ μουσική». Ἐδῶ δὲν εἶναι οἱ «ἐλάσσονες» ἀσθενεῖς• εἶναι οἱ «μείζονες» βεβιασμένες: Ἡ ἄρνηση σὰν «μόνη θέση», στὴν ἁπλὴ γλῶσσα λέγεται καὶ συνήθεια.
[16]Ἔλεγε ὁ Θ.Ρακιτζῆς τὸ 1956 : «Δὲν ἐχομεν θεϊκάς δυνάμεις. Οἱ ἴδιοι οἱ κομμουνισταὶ μᾶς βοηθοῦν. Ἐγώ μέσα εἰς τὴν ΕΔΑ ἔχω τόσους πράκτορες πού δὲν θέλω πλέον ἄλλους...». Αὐτές οἱ κουβέντες πολὺ ἀπέχουν ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι σκοπιμότητες ἑλιγμῶν. Εἶναι βαθειὲς ἱστορικὲς καὶ κοινωνικὲς ἀλήθειες. Σήμερα τὸ καταλαβαίνουμε.
[17] Αὐτὸ φαίνεται πολὺ σὲ μερικὰ γραπτὰ «ἡγετῶν» τῆς Ἀριστερᾶς.
[18] Βλ. «Κομ. Θεωρία καὶ πολιτική», τεῦχ. 2, σελ. 98, α στήλ, § 1. Μὰ ἦταν ἀδύνατο νὰ χρησιμοποίηση ἡ Ἀριστερὰ τὸ Κέντρο, διότι χρησιμοποιοῦσε ἤδη τὸ Κέντρο τὴν Ἀριστερά.
[19] Ἀκόμη δὲν ἔχει καταλάβει ἡ Ἀριστερά, παρά τὴν μακρὰ θητεία της στὰ «μέτωπα», ὅτι μέσῳ αὐτῶν βρίσκει τρόπο ἡ Δεξιὰ νὰ τὴν τσακίζη. Δὲν κατενόησε π.χ. ὅτι τὸ προπολεμικὸ μέτωπο (σύμφωνο Σοφούλη-Σκλὰβαινα), ἦταν ἡ μεγάλη ἐπινόηση τῆς ἀστικῆς τάξης γιὰ νὰ μπορέσῃ μὲσῳ τῆς δικτατορίας τοῦ Μεταξᾶ νὰ ἀνορθωθῆ καὶ ν' ἀποκτήσῃ ἡγεσία πού τῆς ἔλειπε. «Συνεννοήσεις» ἤθελε καὶ τὸ ‘44, «μέτωπο καὶ τὸ ‘63. Εἶναι πιὰ συνήθειά της.
[20] Ἀκοῦμε λοιπὸν τελευταϊα ὅτι στὰ στρατηγεῖα τῆς ὁδοῦ Σωκράτους, τεκταίνονται σχέδια «συνοδοιπορείας» καὶ μύρια ἄλλα παρδαλά. Ἡ ἀδέσποτη τακτική τῆς Ἀριστερᾶς ἐμποδίζει νὰ κατανοηθῆ τὸ νόημα τῆς «συνοδοιπορείας» καὶ τὸ νόημα τῆς «κριτικῆς». "Ὅταν μιὰ ἐφημερίδα, «ἐκ γενετῆς φασιστική», ἀπαιτεῖ ὁ τάδε ὑπουργὸς νὰ πάη στὸ Μετσοβο νὰ συγγράψη κι' ὁ ἄλλος σπίτι του νὰ ξεκουρασθῆ, τὸ ἴδιο δὲ αἴτημα υἱοθετεῖ καὶ ἡ Ἀριστερά, σημαίνει μᾶλλον ὅτι κάποιος ἀπό τους δύο κάπου κάνει λάθος.
[21]. Βλ. Κομμουνιστικὴ Ἐπιθεώρηση, τεῦχ. 4, 1975, σελ. 51.
[22] Μὴ βρίσκοντας τίποτε στὶς ἀποθῆκες οἱ Γερμανοὶ καὶ κατάσχοντας τὴν παραγωγὴ ἀπ' τὰ χέρια τοῦ ἴδιου τοῦ παραγωγοῦ, ἄφηκαν τὸν κόσμο νὰ πεθάνη ἀπὸ τὴν πεῖνα. Πεῖνα ὑπῆρξε ὁ κορυφαῖος πρωτοπόρος τοῦ Κ.Κ., ὠθῶντας ἐξ ἐνστίκτου τὴν κοινοβιακὴ νοοτροπία σὲ ἔξαψη καὶ διευκολύνοντας τὴν δημιουργία τοῦ Ε.Α.Μ. Ἀλλὰ ὅλ' αὐτὰ ἦσαν ἁπλές προϋποθέσεις πού γιὰ νὰ δώσουν ἱστορικὸ ἀποτέλεσμα ἔπρεπε νὰ ἐκλογικευθοῦν. (ἐπεξήγηση : κοινοβιακὴ νοοτροπία λέγοντας, ἐνοοῦμε πλὴν τῶν ἄλλων καὶ τὸ αἴτιο ἐκεῖνο πού ἐδημιουργοῦσε στὸν κ. Καραμανλῆ τὴν ἐπιθυμία — ὅπως μᾶς ἐπληροφόρησε ἡ κ. Βλάχου! —νὰ τοῦ στέλνουν στὸ Παρίσι ἐληἐς καὶ μυζήθρα ἀπὸ τὸ Κιούπκιοϊ).
[23] Τὰ λάθη αὐτὰ συμποσοῦνται σὲ 4 (Βλ, Κόμ. Ἐπιθ.». τεύχ. 4, σελ. 13, 1975), κατ' ἐμᾶς ὅμως συνοψίζονται στὸ ἑξῆς ἕνα: ὅτι οἱ ἀριστεροὶ ἡγέτες εἶναι ὑπὲρ τὸ δέον ἠθικοὶ ἄνθρωποι. Εἶναι ἀπελπιστικὰ συνεπεῖς στὰ ὅσα λένε. Καὶ λένε ἀκριβῶς ὅσα πιστεύουν. Γιὰ τοῦτο στὴν τακτικὴ διέπονται ἀπὸ ἀσυγχώρητη συναισθηματικὴ εὐαισθησία. Ἀντιγράφω ἀπὸ τὸ παραπάνω ἔντυπο : «Στὴ σύγκρουση τοῦ Δεκέμβρη ὁ ΕΛΑΣ ἔπαθε μερικὴ ἧττα. Διατηροῦσε ἀνέπαφες τὶς δυνάμεις του. Μποροῦσε, συνεπῶς τὸ Κόμμα, στηριζόμενο σ' αὐτὲς τὶς δυνάμεις... νὰ ἐξασφαλίσει μιὰ λύση ἐντελῶς διαφορετική. . . Μὰ δὲν τὄκαμε. . . Ἡ μονόπλευρη αἱματηρὴ τρομοκρατία καὶ τὸ ὄργιο τῶν δολοφονιῶν τῶν ἀγωνιστῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντίστασης, πού ἐπακολούθησε μετὰ τὴν «Συμφωνία τῆς Βάρκιζας», ἄνοιξαν τὸν δρόμο γιὰ τὴν τρίχρονη ἐμφύλια σύγκρουση μὲ τὶς γνωστὲς συνέπειες...». Ἡ μαγικὴ φράση στὸ παραπάνω κείμενο εἶναι τὸ « ἄνοιξαν τὸν δρόμο». Ὁ ἐμφύλιος λοιπὸν ἔγινε ἀπὸ εὐαισθησία. Ἔγινε ἐπειδὴ ἔσφαξαν. «Ἄνοιξε ὁ δρόμος» γιὰ τὸν ἐμφύλιο, γιὰ νὰ πάψουν νὰ σφάζουν. Στὴν γλῶσσα τῆς πολιτικῆς αὐτὸ λέγεται συναισθηματισμός. Πολιτικὴ πράξη τότε, ἦταν αὐτὸ πού τὸ ἴδιο ἔντυπο ἀναφέρει : «Ὅπως ἀποδείχτηκε μὲ ἀτράνταχτα στοιχεῖα καὶ ντοκουμέντα, (ἄλλη μυθολογικὴ λέξη τὸ ἀτράνταχτα. Τί θὰ πῆ ἀτράνταχτα ; Μήπως ἀρνεῖται ἡ Δεξιὰ ὅτι ὄντως ἔτσι ἔκαμε;) οἱ Βρεταννοὶ ἰμπεριαλιστὲς σὲ συνεννόηση μὲ τοὺς Ἀμερικανοὺς καὶ τὴν ἑλληνικὴ ἀντιδραστικὴ ὀλιγαρχία, προετοίμασαν καὶ προκάλεσαν τὴ σύγκρουση τοῦ Δεκέμβρη τοῦ 1944 μὲ σκοπό... νὰ συντρίψουν κυρίως τὸ Κ.Κ-.Ε,». Ἡ διαφορὰ τῶν δύο ἀποσπασμάτων εἶναι ἢ διαφορὰ μεταξὺ συναισθήματος καὶ Λογικῆς. Καὶ εἶναι αὐταπόδεικτη.
[24] Βλ. «κομμουνιστικὴ θεωρία καὶ πολιτική», τεύχ. 2 σέλ. 102, 1975.
[25] Πρέπει νὰ ἐξηγήση ἡ Ἀριστερὰ —καὶ νὰ δώση καὶ στοὺς ἄλλους νὰ τὸ καταλάβουν— πῶς καὶ γιὰ ποιοὺς λόγους, μετὰ ἀπὸ 7 χρόνια δικτατορίας, τὸ ποσοστὸ της κατέβηκε στὸ 10%. Αὐτὸ θὰ εἶναι μέγα ὄφελος καὶ γιὰ τὴν ἴδια, καὶ γιὰ τὸ λαό. Ἂν ἢ δικτατορία τοῦ Μεταξᾶ βοήθησε γιὰ τὸ Ε.Α.Μ. καὶ ὁ Σαλαζὰρ γιὰ τὰ γεγονότα τῆς Πορτογαλλίας, πρέπει νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ ἡ Ἀριστερὰ τὸ 10% ὡς συνάρτηση τῆς ἑπταετίας. Νὰ μᾶς ἑρμηνεύση δὲ μαρξιστικῶς τὸ ἀρχικὸ σύνθημα τῆς τῆς «ἀποχουντοποιησης»!
[26] Ὁ ἴδιος ὁ Marx σὲ γράμμα του πρὸς τὸν Ρῶσο ναρότνικο Νικόλαο Μιχαηλόφσκυ, ὑπεστήριξε ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Ρωσία νὰ περάση ἀπὸ τὸ πατριαρχικὸ σύστημα στὸν Σοσιαλισμό. (Ἡ πρώτη μετάφραση τοῦ «Κεφαλαίου» στὸν κόσμο ἦταν στὰ Ρωσικά).
[27] Πολὺ περισσότερο, ὅταν, σὲ ἀμετακίνητες πεποιθήσεις ἀγκυλωμένη τούτη ἡ διένεξη, ἐπεκτείνεται σὲ θέματα διεθνοῦς πολιτικῆς, ὅπως στὴν θεωρία περὶ «σφαιρῶν ἐπιρροῆς». Τό νὰ γίνωντα1. ἀντικείμενα πολεμικῆς λεπτότατα θέματα μὲ πολλαπλὴ μέσα τους λογικὴ δὲν εἶναι ὁπωσδήποτε ἔνδειξη πολιτικῆς ὀξυδέρκειας. Πολὺ περισσότερο ὅταν τείνουν νὰ μειώσουν τὴν πολιτικὴ μεγαλοφυία τοῦ Στάλιν. Τὸ πρόβλημα ἀλλοῦ ἔγκειται καὶ ὄχι στὸ ἂν πράγματι ὑπῆρξε τὸ «χαρτάκι» τοῦ Τσώρτσιλ. (Βλ. «Κομ. Ἐπιθεώρηση», τεύχ. 5, σελ. 47, πρώτη στήλη § 1, ἐδάφιο ἀντιφατικὸ πρός σελ. 54, β' στήλη, § 2, τοῦ τεύχους 4).
[28] Οἱ ὑπεραμυνόμενοι τοῦ διεθνισμοῦ δημιουργοῦν βέβαια μὲ τὰ λεγόμενα τους μίαν εὐθέως διαδεδομένη ἐντύπωση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Σ.Ε. δὲν θέλει νὰ ἐνισχύσῃ ἕνα ἐθνικὸ κίνημα, μήπως ( ἐκ πολλαπλῶν λόγων ) μετατραπεῖ σὲ «ἐθνικὸ κομμουνισμὸ» — ὁπότε δημιουργεῖται στὰ Βαλκάνια μιὰ γραμμὴ (Γιουγκοσλαβία - Ἀλβανία - Ἑλλάδα) πού θὰ μποροῦσαν νὰ τὴν ἀκολουθήσουν ἡ Ρουμανία καὶ κάτ’ ἀνάγκην ἡ Βουλγαρία. Εἶναι δηλ, σὰ νὰ λένε ὅτι ἡ Σ.Ε. προτιμᾶ τὸ καθεστὼς τῆς ὕφεσης μέσα στὶς συνθῆκες τοῦ ψυχροῦ πολέμου καὶ τῆς εἶναι ἀδιάφορη μιὰ ἄλλὴ λύση, ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ἢ Ἑλλάδα ὁλόκληρη μιὰ πυρηνικὴ ἀποθήκη. (Βλέπε σχετικῶς, Α. Σιαπκαρᾶ: Ἑλληνικὰ Στρατηγικὰ προβλήματα — Ἀμερικανικαί Βάσεις ἐκδ. Ἑρμῆς, Ἀθήνα Ι973). Ἐμεῖς βέβαια δὲ πιστεύουμε ἕνα τέτοιο πρᾶγμα, διότι ἡ Σ.Ε. τὴν περίπτωση τῶν Ἐθνικῶν κομμουνισμῶν» θά πρέπει νὰ εἶναι προετοιμασμένη νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὡς φυσιολογικὴ περίπτωση. Οὔτε καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύη ἡ Σ.Ε. ὅτι μπορεῖ νὰ ἐκμεταλλευθῆ τὶς συνθῆκες τῆς ὕφεσης γιὰ νὰ ἀναπτύξῃ τίς ἀντιφάσεις τοῦ καπιταλιστικοῦ συστήματος. Διότι ἁπλούστατα ἂν κάτι τέτοιο συμβῆ, δὲν θὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς γιὰ τὸν τερματισμὸ τῆς ὕφεσης. Καλὸ πρᾶγμα εἶναι νὰ μὴν διεξάγη ἡ Ἀριστερὰ τὴν ἐγχώρια πολιτικὴ της μέσῳ ἐντυπώσεων ἐπὶ τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Διότι ἁπλούστατα αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι τόσο ὑψίσυχνα, ὥστε οἱ ἐντυπώσεις φέρνουν ἄλλα ἀντ' ἄλλων ἀποτελέσματα. Καὶ θολούρα πολλή.
[29] Ἡ σπασμωδικὴ πολιτικὴ - τοῦ καπιταλισμοῦ — δηλ. ἡ τακτική τῆς ἀμύνης —δὲν ἐπιτρέπει πρώϊμες διαμάχες γιὰ ἀφηρημένα καὶ γενικὰ θέματα.
[30] Νομίζουμε ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς σοσιαλδημοκρατίας προϋποθέτει καί ἕνα ὑψηλὸ ἐπίπεδο πολιτιστικῶν κατακτήσεων. Μᾶς φαίνεται τοῦτο ἐπὰναγκες, διότι ὡς σύστημα διακυβέρνησης ἑδράζεται σὲ μία μείζονα προϋπόθεση συμβιωτικῆς ἐλευθερίας καί συνεκτικώτερης σχέσης ἀτόμου καὶ κράτους.
---------------------------------------------------------------

.~`~.