21 Φεβρουαρίου 2014

I) Η «φιλοσοφία» του λιμπεραλισμού II) Καπιταλισμός και νέος διεθνισμός και III) η Ευρώπη ως αόριστη έννοια.


.~`~.
I
Η «φιλοσοφία» του λιμπεραλισμού

Μπορεῖ ἄραγε ἡ ἱστορία τοῦ παλαιοῦ κόσμου νά συνεχίση διακινουμένη μέ συνθήματα τῆς «κοινῆς γνώμης», πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ τελική σχέση «Εὐρώπης» καί ὅλου τοῦ ὑπολοίπου κόσμου εἶναι μόνο ὁ πόλεμος καί τίποτα ἄλλο; Ὅλος ὁ εἰκοστός αἰώνας πού ζοῦμε εἶναι ἕνας αἰώνας πολέμων καί τίποτα ἄλλο. Πόσοι ἀκριβῶς πόλεμοι ἔγιναν μετά τόν 2ο παγκόσμιο πόλεμο, θά ἰδῆ καλύτερα ὁ ἀναγνώστης στίς σελίδες τοῦ βιβλίου. Θά ἦταν ὅμως λάθος νά ὑποτεθῆ ὅτι ἡ περίοδος τοῦ μεσοπολέμου ὑπῆρξε περίοδος εἰρήνης. Ὑπῆρξε μόνο προπαγάνδα καί κηρύγματα περί «εἰρήνης», κατά τίς ἀπαιτήσεις τῆς «φιλειρηνικῆς» ἰδεολογίας τοῦ ἐμπορικοῦ λιμπεραλισμοῦ, εἰρήνη ὅμως ὄχι. Πρίν καλά καλά τελειώση ὁ 1ος παγκόσμιος πόλεμος, ἡ «φιλειρηνική Εὐρώπη» (τῆς «Ἑλλάδας» τοῦ Βενιζέλου συμπεριλαμβανομένης!) ἐπιτίθεται ἐναντίον τῆς «κομμουνιστικῆς δικτατορίας». Ἕνα χρόνο μετά θά ἐπιπέσουν οἱ μπολσεβίκοι ἐπί τῆς Πολωνίας. Τό 1921 θά ξεσπάση ἕνας ἀκόμα δυνατός πόλεμος μεταξύ Ἰρλανδῶν καί Ἄγγλων. Τό 1922 ἔχουμε τόν ἑλληνοτουρκικό πόλεμο, τό 1923 οἱ Γάλλοι θά καταλάβουν ἐνόπλως τό Ρούρ. Τό 1924 θά ξεσπάση ὁ πόλεμος στήν Κίνα. Τό 1931 θά καταλάβουν οἱ Γιαπωνέζοι τήν Μαντζουρία καί τό 1933 ἐπιτίθενται κατά τῶν Κινέζων στήν Σαγκάη. Τό 1935 ἐπιτίθενται οἱ Ἰταλοί στήν Ἀβησσυνία καί τό 1936 θά ξεσπάση ὁ πόλεμος στήν Ἱσπανία. Τό 1937 θά ἀρχίσουν οἱ Ἰάπωνες τόν πόλεμο ἐναντίον τῆς Κίνας. Τό 1939 θά καταλάβουν οἱ Γερμανοί τήν Πράγα καί οἱ Ἰταλοί τήν Ἀλβανία. Λίγους μῆνες μετά θά ἐπιτεθοῦν οἱ Γερμανοί κατά τῆς Πολωνίας.
Ὅλα αὐτά τά χρόνια (ὅπως καί τά μετά τόν 2ο πόλεμο, μέ τίς ἑκατοντάδες τῶν πολέμων τους) εἶναι χρόνια τῶν «διεθνῶν ὀργανισμῶν» καί τῶν κηρυγμάτων «εἰρήνης». Εἶναι, δηλαδή, ὅλος ὁ εἰκοστός αἰώνας. Τί εἴδους σύστημα ὅμως εἶναι αὐτό –καί ἐννοοῦμε αὐτό τοῦ «φιλελευθερισμοῦ»-, τό ὁποῖον δέν μπορεῖ νά ἀπαλλαγῆ οὔτε στιγμή ἀπό τήν ἀνάγκη καταφυγῆς στόν πόλεμο; Μπορεῖ τό σύστημα αὐτό νά ὁδηγήση τήν ἀνθρωπότητα στήν εἰρήνη καί τήν …ἐλευθερία; Μπορεῖ αὐτό τό σύστημα νά προαγάγη κανενός εἴδους πολιτισμό;
Ἡ «φιλοσοφία» τοῦ λιμπεραλισμοῦ εἶναι ἡ ἁπλούστερη δυνατή φιλοσοφία, διότι ἁπλούστατα, ὅπως καλύτερα θά ἰδῆ ὁ ἀναγνώστης, εἶναι μία φιλοσοφία κλοπῆς καί τίποτα ἄλλο. Εἶναι ἡ φιλοσοφία πού προγραμματίζει μέ τόν κομπιοῦτερ ποσοστά ἀνάπτυξης καί μιλάει ταυτόχρονα περί ἐλευθερίας. Εἶναι ἡ φιλοσοφία τῆς διπλῆς ἠθικῆς, πού ἀπό τήν μία μεριά κηρύσσει τήν «ἠθική τῆς ἐργασίας» γιά τόν ἁπλό ἄνθρωπο καί ἀπό τήν ἄλλη ἐν ὀνόματι τῆς «Staaträson» καί ἄλλων συναφῶν θεωρημάτων πραγματοποιεῖ τήν κρατική κλοπή, εἴτε ἀπό τάξη σέ τάξη, εἴτε ἀπό κράτος σέ κράτος. Σέ κάποια κείμενά του ὁ Κ.Mannheim (Man and society in an age of reconstruction, London 1940, γερμ. Ἔκδ. 1958, σελ.84) ἀναρωτιέται πώς μπορεῖ νά διαμορφωθῆ τό περιεχόμενο τῆς κοινωνικῆς ἠθικῆς, ὅταν οἱ ἐργαζόμενες μάζες κατανοήσουν αὐτό τό εἶδος τῆς διπλῆς ἠθικῆς. Πιστεύουμε ὅμως ὅτι τό ἐρώτημα εἶναι μᾶλλον θεωρητικῆς σημασίας, διότι οἱ ἐργαζόμενες μάζες τῆς βιομηχανικῆς ἀναπτύξεως ἐγνώριζαν ἀπό πάντα τοῦτο τό εἶδος τῆς διπλῆς ἠθικῆς. Τοῦτο ἀκριβῶς φανερώνουν ὁ σοσιαλισμός καί ὁ φασισμός, πού ἀποτελοῦν τά δύο ἐγγενῆ μικρόβια στήν θεωρία τοῦ λιμπεραλισμοῦ.
Πρόκειται γιά δύο μικρόβια, ἀπό τά ὁποῖα ὁ «φιλελευθερισμός» δέν πρόκειται νά ἀπαλλαγῆ ποτέ. Πρόκειται γιά δύο μικρόβια πού ἔχουν πάντα ἀνάγκη ἀπό τήν ἐξωτερική ἐπέκταση προκειμένου νά ἀποσοβηθοῦν ἐσωτερικά, καί ἀπόδειξη ἀποτελεῖ ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία καθ’ ὅλην της τήν βιομηχανική ἀνάπτυξη δέν γνώρισε οὔτε μία ἐπανάσταση. Μερικοί, μάλιστα, θεωρητικοί τῶν ἐργαστηρίων, ἔφθασαν στό σημεῖο νά ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ ἰμπεριαλισμός καί ἡ ἀποικιοκρατία εἶναι οἱ ἐσαεί ἀπαραίτητες προϋποθέσεις τῆς «δημοκρατίας». Καί ὡς πρός μέν τόν σοσιαλισμό, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἕνα ἠθικῆς σημασίας αἴτημα ὡς πρός τήν τακτική τῆς ἐνδοκρατικῆς ἠθικῆς τῆς «Staatsräson», ὁ λιμπεραλισμός εὐρῆκε μεταπολεμικά τό χάπι τῆς εὐημερίας καί τοῦ καταναλωτισμοῦ, ἀφοῦ αὐτά τά στήριξε σέ μισόν αἰώνα τοπικοῦ πολέμου καί τοπικῶν συρράξεων. Ἡ κατάσταση τοῦ «κομμουνιστικοῦ κινδύνου» εἶναι μία κατάσταση πού ἐξυπηρέτησε τήν μεταπολεμική «Δύση», διότι οὕτως ἤ ἄλλως οἱ χῶρες τοῦ «σιδηροῦ παραπετάσματος» δέν ἧσαν οἱ χῶρες ἀποικιοκρατικῆς ἐκμετάλλευσης γιά τήν δυτική Εὐρώπη. Ὁ «κίνδυνος», ὅμως, θά μποροῦσε νά ἐφαρμοσθῆ ὡς ἐργαλεῖο γιά ὅλον τόν ὑπόλοιπο κόσμο, ὁ ὁποῖος ἀποτελοῦσε τό κλασσικό πεδίο ἀποικιοκρατικῆς ἐκμετάλλευσης καί ἀπό τόν ὁποῖο ἔπρεπε νά ἐπιτευχθῆ ἡ ἐπανασυγκέντρωση τοῦ κεφαλαίου. Θά ἰδοῦμε λίγο πιό κάτω γιά ποιούς λόγους ὁ ψυχρός πόλεμος ἦταν ἡ μοναδική ἐκδοχή γιά τίς καταστάσεις τῆς δυτικῆς Εὐρώπης μεταπολεμικῶς. Σημασία ἔχει ὅτι μέ τόν καταναλωτισμό καί τήν «μαζική κουλτούρα», ὁ «φιλελευθερισμός» κατάφερε νά ἀνταποκριθῆ στά σοσιαλιστικά αἰτήματα ὑπό τήν μορφή τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ἀποδοχῶν.
Μέ τόν φασισμό, ὅμως, τά πράγματα εἶναι διαφορετικά. Ὁ φασισμός, σάν ἰδεολογία, ἀποτελεῖ τό θανατηφόρο μικρόβιο γιά τήν «δημοκρατία» τοῦ λιμπεραλισμοῦ καί γιά αὐτό αὐτή γνώση ἔχουσα, ἔχει κάθε λόγο νά τόν κατεβάζη στό ἐπίπεδο τοῦ ποινικοῦ ὑποκόσμου, ἀπ’εὐθείας. Μέ τόν φασισμό δέν πρόκειται περί διαπραγματεύσεως ἀποδοχῶν καί σημείων συγκλίσεως ἠθικῶν αἰτημάτων ὅπως στόν σοσιαλισμό. Ὁ φασισμός ἀπορρίπτει συλλήβδην, ἤγουν ὁλόκληρο τό ἰδεολογικό οἰκοδόμημα τῆς φιλελεύθερης φιλοσοφίας, θεωρῶντας το ἀνεπίδεκτο βελτιώσεως καί μονίμως στρεφόμενο κατά τῆς ψυχοπνευματικῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό πού κατ’ ἐξοχήν ἀπορρίπτει ὁ φασισμός εἶναι ἡ κεντρικώτερη ἔννοια τοῦ φιλελευθερισμοῦ, δηλαδή ἐκείνη τοῦ «οἰκονομικοῦ ἀτόμου», καί μαζί μέ αὐτήν κατά λογικήν συνέπεια καί ὅλες τίς ἄλλες: εἰρηνισμό (πού τόν θεωρεῖ ἀδύνατον ὑπό φιλελεύθερον καθεστώς καί ἁπλῶς ὡς ἕνα σύστημα διαιωνίσεως τῶν συνθηκῶν πολέμου), κοσμοπολιτισμό, ὑλισμό (θεμέλιο τῆς φιλελεύθερης φιλοσοφίας), μαρξισμό (πού τόν θεωρεῖ ἀναγκαία συνέπεια τῆς οἰκονομικῆς φιλοσοφίας τοῦ λιμπεραλισμοῦ), δημοκρατία, κληρικαλισμό, κ.λπ. Ὁ φασισμός ἔρχεται μετά τήν ἐπικράτηση τῆς σοσιαλδημοκρατίας, δηλαδή μετά τήν σχετική ἱκανοποίηση τῶν οἰκονομικῶν αἰτημάτων καί ρωτάει «γιατί». «Εἰρήνη» καί «τάξη», ἀλλά γιατί' Ἀποταμίευση, ἀλλά γιατί' εὐζωία, ἀλλά γιατί. Στά ἐρωτήματα αὐτά ὁ λιμπεραλισμός δέν μπορεῖ νά ἀπαντήση. Ἀφ’ ἑνός μέν γιατί τήν «εὐτυχία» τοῦ ἀνθρώπου τήν ὤρισε –θεωρητικῶς– ὡς ἐκείνη τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ πεινασμένου ζώου, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιατί μέσα στήν διατεταγμένη δομή τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς δέν εἶναι δυνατόν νά ἐγγυθῆ κανενός εἴδους ἐλευθερία διαμορφώσεως γιά τό συγκεκριμένο ἄτομο. Ὁ φασισμός ἔρχεται ἐκ τῶν κάτω νά καλύψη τήν διάσταση μεταξύ κοινωνίας καί κράτους καί δέν ἀποτελεῖ πραξικόπημα. Ἐχύθηκε βέβαια πολλή μελάνη μεταπολεμικά καί ἐξοδεύτηκαν ἀρκούντως ἑκατομμύρια διά τῆς... ἱστοριογραφίας τῆς «κοινῆς γνώμης», γιά νά «δειχθῆ» ὅτι ὁ φασισμός, πού ἀπετέλεσε γενικό φαινόμενο στόν χῶρο τῆς Εὐρώπης, προῆλθε σάν ἀντίδραση ἀπό τήν ρωσική ἐπανάσταση τοῦ 1917. Ἡ τρέχουσα πραγματικότητα ἀποτελεῖ τήν ἀπάντηση στίς ἰδεολογικές αὐτές ἐπιχειρήσεις: ὁ φασισμός ἐπανεβίωσε στίς εὐρωπαϊκές κοινωνίες ἀκριβῶς μέ τήν κατάργηση τοῦ σοβιετικοῦ κομμουνισμοῦ. Καί τοῦτο ἀκριβῶς σημαίνει πώς εἶναι ἐγγενές μικρόβιο τῆς φιλοσοφίας (καί τῆς καταστάσεως) τῆς «ἐλεύθερης ἀγορᾶς». Οἱ ἄνθρωποι ψάχνουν γιά ἔννοιες καί γιά νοήματα ζωῆς καί ὁ λιμπεραλισμός τούς δίνει νέα μοντέλα αὐτοκινήτων, ὑπό τήν ψυχολογική ἀπειλή ὅτι αὐτό εἶναι προυπόθεση ἐξασφαλίσεως τοῦ μεροκάματου... Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ πραγματολογική βάση τοῦ φασισμοῦ.
Δέν εἶναι μέσα στό νόημα τούτων τῶν γραμμῶν ἡ περαιτέρω διασκόπηση τοῦ ὅτι οὔτε ὁ φασισμός ἀποτελεῖ λύση τῶν προβλημάτων. Ἀφ’ ἑνός μέν λόγῳ τῆς ἴδιας τῆς δομῆς τῆς τεχνολογικῆς παραγωγῆς, ἀφ’ ἑτέρου δέ -καί κυρίως– διότι ἡ τεχνολογικῶς ἀνεπτυγμένη Εὐρώπη σέ καμμιά ἱστορική σχέση δέν βρίσκεται μέ τίς εὐρύτερες εὐρωπαϊκές περιοχές πού ἀποτελοῦν τήν προϋπόθεση ὑπάρξεώς της. Ὅπως θά ἰδοῦμε ἀμέσως πιό κάτω, τήν διευθέτηση ὡς πρός τίς περιοχές αὐτές ὁ φασισμός τήν εἶδε ἀποκλειστικῶς καί μόνο μέσῳ πολέμου. Αὐτό πού θέλομε νά τονίσωμε ἐδῶ εἶναι ὅτι ἡ φοβία περί τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ μεροκάματου, διά τῆς ὁποίας κατευθύνεται ψυχολογικά ἡ παραγωγή τῆς «ἐλεύθερης οἰκονομίας», ἀποτελεῖ τήν φυσική βάση δημιουργίας τοῦ νεοφασισμοῦ τῶν ἡμερῶν μας. Ἡ οἰκονομία τῆς «ἐλεύθερης ἀγορᾶς» ἔχει ἀνάγκη νά δουλεύει μέ ἀποσταθεροποιήσεις καθεστώτων, μέ πραξικοπήματα καί δικτατορίες. Αὐτά συνεπάγονται ἀναγκαστικά ἕνα ρεῦμα ξένων πρός τίς εὐρωπαϊκές μητροπόλεις, τό ὁποῖον δημιουργεῖ τά κοινωνικά ἐκεῖνα προβλήματα πού ἐκτρέφουν τήν φασιστική συμπεριφορά. Τό φιλελεύθερον κράτος τῆς ἀναπτύξεως, δέν ἐξηγεῖ βέβαια τίς αἰτίες τῶν φαινομένων αὐτῶν, ἀλλά προσπαθεῖ νά ἀντιμετωπίσει τά προβλήματα μέ συνθήματα τῆς «κοινῆς γνώμης», ὅπως αὐτό π.χ. τῆς «πολυπολιτισμικῆς κοινωνίας». Ἐπειδή ὅμως ἔτσι τά προβλήματα εἶναι φυσικό νά μή λύνωνται (πῶς νά λυθοῦν ἀφοῦ μέσα στήν ἔννοια τοῦ «πολυπολιτισμοῦ» ὁ καθένας μπορεῖ νά παραμένη αὐτό πού εἶναι;) τά πράγματα καταλήγουν κατ’ ἀνάγκην στόν ρατσισμό: ὁ προαναφερθείς καθηγητής R.Polin εἰσηγεῖτο στό βιβλίο του, γιά τούς Ἀφρικανούς πού κατακλύζουν τό Παρίσι, ἀποτελεσματικώτερες λύσεις: ἤ νά ἀφομοιωθοῦν ἤ νά διωχθοῦν...

.~`~.
II
Καπιταλισμός και νέος διεθνισμός

...ἡ κάθε καταστροφὴ πού ἐπέρχεται (καὶ στὴν ἔννοια τῆς «καταστροφῆς» ὑπάγεται καὶ ἡ κρίση περὶ μίας λαθεμένης πορείας) ἔχει τὴν ἰδιότητα νὰ μὴ γίνεται συνειδητὴ παρὰ μόνον ἀφοῦ ἐπέλθη. Διότι ἄλλως πὼς δὲν θὰ ἐγένετο. Προκειμένου τοῦ τρόπου τῆς καπιταλιστικῆς παραγωγῆς, τὰ πράγματα γίνονται ἀκόμη δυσκολώτερα, δηλαδὴ ἡ κάθε ἱστορικὴ περὶ αὐτοῦ κρίση ἀποβαίνει σχεδὸν ἀδύνατη, διότι ἡ δυτικὴ ἱστοριογραφία κατάφερε σχεδὸν νὰ ἐξαφανίσῃ ἀπὸ τὴν κοινὴ συνείδηση τὴν ἱστορία τῶν ἄλλων λαῶν. Καὶ τοῦτο εἶναι μιὰ ἐπιταγὴ τοῦ τρόπου τῆς καπιταλιστικῆς παραγωγῆς: ὁ κόσμος πρέπει νὰ ἀρκεῖται νὰ δουλεύη, ἀπολαμβάνοντας ἁπλῶς τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐργασίας του, χωρὶς οὐσιωδέστερες γνώσεις πού θὰ μποροῦσαν νὰ τὸν ἀποπροσανατολίσουν ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦτο. Τὰ διάφορα κοινωνικὰ κινήματα -οἰκολογικὰ κινήματα, ἐκδηλώσεις γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ τὸν ἀφοπλισμὸ κ.λπ-, ἀρχῆς γενομένης ὅλων αὐτῶν ἀπὸ τὸ κίνημα τοΰ «φιλελληνισμοῦ» κατὰ τὸν περασμένο αἰῶνα, δὲν ἀπορρέουν ἀπὸ κάποιαν ἀντικειμενικὴ γνώση ἤ συνείδηση ἀλλά ἀπὸ σκοπιμότητες τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς. Ὁ «φιλελληνισμὸς» π.χ. κατὰ τὸν περασμένο αἰῶνα δὲν ἀπέρρεε ἀπὸ κάποιαν γνώση περὶ τῶν τότε Ἑλλήνων καί Ἑλλάδος, ἀλλὰ ἐλειτούργησε σὰν τεχνικῶς δημιουργηθεῖσα «κοινὴ γνώμη» τόσο ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῶν κυβερνήσεων, ὅσο καὶ ὡς πρὸς τὶς κοινωνικὲς διεκδικήσεις τῶν λαῶν δίπλα ἀπὸ ἄλλα κινήματα. Στὸν τομέα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς εἶναι σχεδὸν παράδοση στὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο νὰ δημιουργεῖται πρῶτα μιὰ «κοινὴ γνώμη» στὸ ἐσωτερικό, νὰ προπαγανδίζεται μὲ ὅλα τὰ μέσα πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις, καὶ νὰ ἐμφανίζεται ἐν τέλει σὰν ἀξίωμα ἐνεργείας ὡς πρὸς τὴν ἴδια τὴν ἐσωτερικὴ πολιτική. Ἀνάλογο περιεχόμενο ἔχουν καὶ οἱ διαδηλώσεις. Μιὰ τέτοια γιὰ ἕναν πόλεμο λ.χ. δὲν γίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι κάποιοι πεθαίνουν ἤ ἀπὸ ἀκριβῆ γνώση τῶν αἰτίων πού πεθαίνουν, ἀλλά ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μιὰ «σκληρὴ» ἐξωτερικὴ πολιτικὴ μπορεῖ νὰ ἔχη τὴν ἴδια ἀνελαστικότητα καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερική. Ἔλλογη συνείδηση περὶ τῶν αἰτίων τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς δὲν μπορεῖ προφανῶς νὰ δημιουργήσῃ «διαδηλώσεις». Χαρακτηριστικὸ ἐν προκειμὲνῳ ὡς πρὸς τὰ ἰδεολογικὰ περιεχόμενα του εἶναι τὸ πρόβλημα τῶν ξένων στὶς δυτικὲς κοινωνίες, πού εἶναι κατ' ἐξοχὴν πρόβλημα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Χρησιμοποιεῖται ὅμως γιὰ καθαρὰ ἰδεολογικοὺς σκοποὺς τῆς ἐσωτερικῆς: εἶναι ἡ ἕλξη τῆς εὐμάρειας -καὶ συνεπῶς ἡ εὐκολία ζωῆς- πού φέρνει τοὺς ξένους στὴν Εὐρώπη, ἄρα οὐδεὶς λόγος κοινωνικῆς διαμαρτυρίας ὑπάρχει γιὰ τοὺς γηγενεῖς... Ὁ «ζῆλος» ἄλλων γιὰ τὴν εὐμάρεια εἶναι ἀπόδειξη ὅτι τὰ πράγματα εἶναι τὰ καλύτερα δυνατά!
Ἔτσι, ὅτι οἱ ξένοι πού καταφεύγουν στὶς δυτικὲς μητροπόλεις δὲν ἔρχονται καθόλου ἀπὸ λόγους φτώχειας, ἀλλά ὡς συνέπεια τοῦ τρόπου τῆς καπιταλιστικῆς παραγωγῆς, ὁ ἁπλὸς ἐργαζόμενος καὶ ἰδίᾳ ὁ μικροαστὸς (αὐτὴ ἡ κατάρα τῆς σύγχρονης ἀνθρωπότητας...) δὲν θὰ τὸ μάθη ποτέ. Ἐν προκειμένῳ εἶναι προτιμότερο ἕνα κίνημα ἀκραίων ἐθνικιστικῶν ἐπιδιώξεων (ἡ ἀπόλυτη ἰδεολογία τοῦ συγχρόνου βαρβάρου πού εἶναι ὁ μικροαστός βλάξ), ἀπὸ τὴν πραγματικὴ ἀντιμετώπιση τῆς σημασίας τῶν πραγμάτων, πού συνίσταται στὸ ἑξῆς: ὅτι οἱ ἐρχόμενοι ξένοι εἶναι αὐτοὶ πού πεινᾶνε λιγώτερο στὶς χῶρες καταγωγῆς των. Ὅτι εἶναι εἴτε οἱ «προδυτικὲς» ὁμάδες πού χρησιμοποιεῖ ὁ καπιταλιστικὸς τρόπος παραγωγῆς στὶς κατὰ τόπους χῶρες -καὶ πού, ὅταν ἡ ἀντίστοιχη πολιτικὴ ἀποτυγχάνη, αὐτοὶ πρέπει ἀναγκαστικὰ νὰ «ἀπορροφηθοῦν» ἀλλοιῶς-, εἴτε σύνολα τῆς «ἐσωτερικῆς μετανάστευσης» πού φέρνει ἡ «ἀνάπτυξη» στὶς κατὰ τόπους χῶρες. Οἱ πρῶτοι ἂν δὲν «ἀπορροφηθοῦν», δὲν καθίσταται δυνατὸς ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ ἰσχὺς τῶν «ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων» γιὰ τὰ καθεστῶτα πού ἐπικρατοῦν στὶς χῶρες των. Ἡ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ «ἀντιπολίτευση» καὶ συνεπῶς ἡ ἰσχὺς τῶν «ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων» παύουν, ἡ «ἐθνικὴ κυριαρχία» τοῦ νέου καθεστῶτος καθίσταται ἀπόλυτη καὶ δὲν ὑπάρχει τελικῶς πολιτική... Οἱ δεύτεροι εἶναι ἐξ ἴσου πρόσφυγες μὲ τοὺς ἄλλους, ἀλλά ἐπειδὴ συνεχίζουν νὰ διαθέτουν «ἐθνικὸ διαβατήριο» δὲν θεωροῦνται τυπικὰ ὡς τέτοιοι. Εἶναι τὰ προϊόντα τῶν «σχεδίων ἀναπτύξεως» τῶν χωρῶν τους, καὶ τέτοιος εἶναι ὅλος σχεδὸν ὁ πληθυσμὸς τῶν μεγαλουπόλεων τῆς Ἑλλάδος. Οἱ ἐκπατριζόμενοι δὲν καλύπτουν μόνο ἀνάγκες τῆς παραγωγῆς στὰ βιομηχανικὰ κέντρα, ἀλλά καὶ «ἐθνικῆς» φύσεως προβλήματα στὶς χῶρες τους, δεδομένου ὅτι πρόκειται γιὰ μειονότητες «πού πρέπει» νὰ ἐκπατρισθοῦν... Αὐτὲς οἱ μεταναστεύσεις δὲν ἔχουν βέβαια τίποτε κοινὸ μὲ τὶς μεταναστεύσεις τῶν περασμένων αἰώνων, ἡ τρέχουσα ὅμως πολιτικὴ σημασία τους δὲν πρέπει νὰ φθάσῃ στὴν σημερινὴ μέση συνείδηση. Ἡ ὁποία ἔτσι δὲν πρόκειται νὰ μάθῃ ποτὲ πώς δὲν εἶναι λόγοι «ἐλεημοσύνης», πού ἀναγκάζουν τὶς κυβερνήσεις νὰ δέχωνται τοὺς ξένους, ἀλλά ὅτι ἡ τονιζομένη ἰδεολογία τῆς «καλοπέρασης» ἔχει ὡς προϋπόθεση τὴν ὕπαρξη ὡρισμένων ἀντιφάσεων στὸν τομέα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς...
Ἡ νέα μυθολογία εἶναι βέβαια περὶ τῆς «πολυπολιτισμικῆς κουλτούρας». Κάτι τέτοιο εἶναι προφανῶς εὐκολώτερο νὰ τὸ λέῃ κανεὶς ἀπ' ὅ,τι νὰ τὸ πετύχῃ στὴν πράξη. Διότι ὁ ἴδιος ὁ ὅρος κατ' ἀρχὴν «πολυπολιτισμικὴ κουλτούρα» εἶναι ἀντιφατικὸς καὶ κενὸς περιεχομένου. Εἶναι ἁπλῶς ἕνα λεκτικὸν μύθευμα προκειμένου νὰ δικαιολογηθῆ ἡ εἰκόνα τῆς κατακερματισμένης ἀμορφίας πού βλέπει κανεὶς στοὺς δρόμους τῶν συγχρόνων μεγαλουπόλεων ὡς συνέπεια τῆς φιλοσοφίας τῆς «ἐλεύθερης ἀγορᾶς». Αὐτὸ πού ὑπάρχει ὡς ἐφικτόν ἰδεῶδες εἶναι μόνο ὁ διεθνισμός. Ὅπως καὶ ἡ ἴδια ἡ λέξη φανερώνει, πρόκειται περὶ ἑνὸς πολιτισμοῦ πού ἐνώνει πολλὰ ἔθνη, πού εἶναι «διεθνικός», καὶ ὄχι «πολλῶν πολιτισμῶν» μαζὶ δίκην σωροῦ ἀμόρφου μάζης. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ μοναδικὴ φιλοσοφία περὶ πολιτισμοῦ πού ἐγνώρισε ἀνέκαθεν ὁ κόσμος τῆς Ἀνατολῆς, μὲ αὐτὴ ἔκαμε ὄ,τι ἔκαμε, αὐτὴν προσπάθησε νὰ πραγματοποιήσῃ ὡς ἰδεῶδες καὶ μὲ αὐτὴν ἀποκλειστικὰ ἐδιοικήθη. Καὶ εἶναι καὶ ἡ σημερινὴ φιλοσοφία τοῦ μέλλοντος. Διεθνισμὸς σημαίνει -καὶ τὰ κατ' ἐξοχὴν διεθνιστικὰ φαινόμενα στὴν ἱστορία εἶναι οἱ θρησκεῖες- κοινὴ ἀποδοχὴ ὡρισμένων στοιχειωδῶν ἀρχῶν ἑνὸς πολιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος διαπερνᾶ πολλὰ ἔθνη, καὶ ὄχι τὴν ἐπὶ τοῦ δρόμου «συνύπαρξη» πολλῶν «ἐθνῶν», πού τὸ καθένα ἔχει τὸν δικό του πολιτισμό. Ἀπὸ τὴν κοινὴ «συνεργασία» τῶν ἐθνῶν αὐτῶν γιὰ τὴν προαγωγὴ τοῦ κοινοῦ «πολιτισμοῦ» προκύπτει γι' αὐτὸν ἡ φυσιογνωμία καὶ ἡ ἱστορική του διάρκεια. Καὶ οἱ «στοιχειώδεις» αὐτὲς ἀρχὲς κοινῆς ἀποδοχῆς ὀφείλουν νὰ ἔχουν κατ' ἀνάγκην τὸ χαρακτηριστικό τῆς «ἰσότητος» -προκειμένου νὰ τύχουν τῆς κοινῆς ἀποδοχῆς-, πρᾶγμα πού σημαίνει γιὰ τὸν πολιτισμὸ ὅτι πρέπει νὰ ἔχη τὸν χαρακτήρα τῆς ὀργανικότητος. Τοὺς ὅρους αὐτοὺς δὲν πληροῖ ἡ φιλοσοφία τῆς «ἐλεύθερης ἀγορᾶς», διότι αὐτὴ διέπεται ἀπὸ ἱεραρχημένες «προτεραιότητες». Οἱ ἀρχὲς τῆς «ἐθνικῆς κυριαρχίας» καὶ τῶν «ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων», δηλαδὴ οἱ ἀρχὲς τοῦ σημερινοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, δὲν εἶναι οἱ κατάλληλες γιὰ διεθνιστικὲς ἐπιδιώξεις, διότι ἀποτελοῦν τεχνικὰ «ἐφευρήματα» πρὸς ἱεράρχηση τῆς ἀνισότητος μεταξὺ τῶν ἐθνῶν καὶ δὲν προάγουν τὴν ἔνταξή τους σὲ κάποιαν ἱστορικὴ ὀργανικότητα. Ὅπως δηλαδὴ ἡ ἀφαίρεση τῆς «δημοκρατικῆς ἰσότητας» ἐφαρμόζεται κοινωνικὰ ἐπὶ ἀνίσων πραγμάτων, γιὰ νὰ προκύψῃ ἡ κοινωνικὴ διαίρεση τῆς παραγωγῆς, ἔτσι καὶ οἱ ἔννοιες «ἰσότητος» τοῦ ὑπάρχοντος Διεθνοῦς Δικαίου ἐφαρμόζονται ἐπὶ ἀνίσων «ἐθνῶν», προκειμένου νὰ προκύψῃ ἡ ἱεράρχησή τους. Ἀλλὰ διεθνισμὸς σημαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον τῆς ἱεραρχήσεως, ἐπειδὴ προϋποθέτει τὴν ἔννοια τῆς ὀργανικότητος. Διεθνικὲς καταστάσεις προκύπτουν, ὅταν ὁ «ξένος» μεταβαίνη σὲ μίαν ἄλλη χώρα γιὰ νὰ προσφέρη καὶ ὄχι γιὰ νὰ πάρη ἤ νὰ τοῦ... δοθῆ, ὅταν δηλαδὴ ἀκριβῶς δὲν αἰσθάνεται σ' αὐτὴν ξένος. Ὁ κοσμοπολιτισμὸς τῶν μεγάλων κέντρων τῆς Μεσογείου καὶ τῆς Ἀνατολῆς ὀφείλει τὸν χαρακτήρα του στὰ διεθνιστικὰ ἰδεώδη πού καλλιεργοῦσαν σ' αὐτὰ οἱ θρησκεῖες (Περί αδελφοσύνης και ιμπεριαλισμού). Ἡ ἐποχὴ μας ὁδεύει ἀναγκαστικὰ πρὸς ἕνα νέον διεθνισμό, ἀλλά θὰ χρειασθῆ ἐξαιρετικὴ προσπάθεια ἐν τῷ μεταξύ, ὥσπου νὰ καθαρίση τὸ μυαλὸ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν ἰδεολογικὴ σκουριὰ πού ἐσώρευσαν οἱ θεωρίες περὶ «προόδου» τοῦ λιμπεραλισμοῦ, τοῦ «δυτικοευρωπαϊσμοῦ» καὶ τῆς βιομηχανικῆς «ἐλευθερίας».
Ἐπικρατεῖ βέβαια συστηματικῶς ἡ καλλιεργούμενη γνώμη, ὅτι κανένα ἄλλο εἶδος πολιτικῆς δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπό τὰ δεδομένα τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς, παρ' ὅτι φυσικὰ βλέπομε τὶς καταστάσεις τῶν καιρῶν μας νὰ τὸ διαψεύδουν ἀπολύτως στὴν πράξη. Ἂν εἶναι ἔτσι (καὶ φυσικὰ ἂν τὸν ρόλο τῆς Ἀμερικῆς τὸν ἔπαιζε ἡ δυτικὴ Εὐρώπη κατὰ τὸν ψυχρὸ πόλεμο, τὸν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο θὰ εἴχαμε πρὸ πολλοῦ ὡς πραγματικότητα...), τότε καὶ κανένα ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα προβλήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῆ, ἡ δὲ ἀνθρωπότητα δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ μέλλον της στὴν ἐξέλιξη καταστάσεων πού δὲν μπορεῖ νὰ ἐλέγξῃ. Οἱ θεωρίες συνεπῶς περὶ διαφωτισμοῦ καὶ χειραφετήσεως τοῦ ἄνθρωπου ἔναντι τῶν πεπρωμένων του εἶναι ἁπλά ἰδεολογικὰ μυθεύματα. Ἀλλὰ εὐτυχῶς βέβαια πού τὰ πράγματα δὲν ἦταν δυνατὸν εἰμὴ νὰ διαψεύσουν αὐτὲς τὶς «θεωρίες». Ὁ εὐκαιριακὸς χαρακτήρας τῆς σκοπιμότητος εἶναι φανερός, ὁ ὁποῖος ὡστόσο σήμερα, ὕστερα ἀπὸ τὴν μὴ ὕπαρξη «ἐχθρῶν» γιὰ τὸ δυτικὸ σύστημα, μπορεῖ νὰ διερευνηθῆ κάπως νηφαλιώτερα.
Ἡ οὐσιαστικὴ ἔλλειψη θεωρίας καὶ προοπτικῆς γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς προέρχεται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ δυτικὴ ἱστοριογραφία κατάφερε τελικῶς νὰ ἐξαλείψη ἀπὸ τὴν γενικὴ συνείδηση τὸ πραγματικὸ νόημα τοΰ ἱστορικοῦ παρελθόντος. Τυπικώτατο παράδειγμα ἀποτελοῦν τὰ βαλκανικὰ προβλήματα, γιὰ τὰ ὁποῖα ὁ μέσος Εὐρωπαῖος ἔχει τόσην σαφῆ γνώση, ὅσην καὶ γιὰ μιὰ ἀπομονωμένη νησίδα τοῦ Εἰρηνικοῦ. Αὐτὸ δὲν εἶναι τυχαῖο. Ἀφοῦ αὐτὸ πού λέμε «ἱστορία» εἶναι ταυτόσημο μὲ τὸ παρελθὸν τοῦ μεσογειακοῦ ὀργανισμοῦ -τοῦ ὁποίου ἡ δυτικὴ Εὐρώπη ἀποτελεῖ ἕνα ἁπλῶς μέρος-, ἡ «ἱστορικὴ αὐτοτέλεια» πού ἀπὸ ἰδεολογικοὺς λόγους ἀπαιτοῦσε ἡ νεώτερη βιομηχανικὴ παραγωγή, δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ σημαὶνη οὐσιαστικὴ διαγραφὴ ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ συνειδέναι τοῦ πραγματικοῦ ἱστορικοῦ παρελθόντος καὶ ἄρα τὴν εὔκολη δημιουργία τῶν ἰδεολογημάτων πού θὰ κρατοῦσαν τὸν κόσμο ἀποκλειστικὰ στὴν παραγωγή. Καὶ ὁ βαθύτερος λόγος γιὰ τοῦτο εἶναι ἡ θρησκευτικὴ διάσπαση τοῦ δυτικοῦ εὐρωπαϊκοῦ σώματος. Ὁ Καθολικισμὸς εἶναι μία ἀπὸ τὶς διαστάσεις τοῦ μεσογειακοῦ ὀργανισμοῦ, δημιουργῶντας τὴν κοινὴ ἱστορία τοῦ μεσογειακοῦ χώρου μέ τὶς δύο ἄλλες, τὸν ὀρθόδοξο Χριστιανισμὸ καὶ τὸ Ἰσλάμ. Ἡ Μεταρρύθμιση, προκειμένου νὰ ἐπιτύχη τήν αὐτοτέλεια της ἐντὸς τοῦ εὐρωπαϊκοῦ σώματος, καὶ νὰ τὴν μετατρέψη στὴν σημερινὴ ἀκαθορίστου χρήσεως καὶ περιεχομένου ἔννοια «Εὐρώπη», δὲν θὰ φροντίση νὰ ἀποκόψη τὸν Καθολικισμὸ ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς μεσογειακές του ρίζες, ἀλλά θὰ ἀλλοιώσῃ τόσο τὸ νόημα τοῦ μεσογειακοῦ παρελθόντος, ὥστε σήμερα ἡ ἔλλειψη ἐναλλακτικῶν λύσεων τοῦ καπιταλιστικοῦ συστήματος ὡς πρὸς μιὰ ὁλικὴ στρατηγικὴ ἐπί τοῦ ὑπολοίπου κόσμου νὰ θεωρῆται ὡς αὐτονόητο φυσικὸ δεδομένο. Ἡ ἱστορία ἔγινε διὰ τῆς Μεταρρυθμίσεως δυτικοευρωπαϊκὴ κοινωνιολογία καὶ εὑρῆκε τὴν ὕπατη ἔκφρασή της στὶς ἀναλύσεις τοῦ Μὰξ Βέμπερ.
Οὐσιαστικὰ αὐτὲς δὲν προϋποθέτουν κανένα μεσογειακὸ παρελθὸν ἀλλά μόνο μιὰ τεχνικὴ ἔννοια ἀρχαίας Ἑλλάδος, ἡ ὁποία θὰ πάψη νὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ δύο χιλιάδες χρόνια γιὰ νὰ ξαναγεννηθῆ ξαφνικὰ μερικὲς δεκαετίες μετὰ τὴν γαλλικὴ ἐπανάσταση. Ὅλες οἱ ὑπόλοιπες διεργασίες τοῦ μεσογειακοῦ ὀργανισμοῦ, οἱ ὁποῖες ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὶς σημερινὲς παγκόσμιες μεταβολές, ἐξοβελίζονται ἀπὸ τὴν κοινὴ συνείδηση, ὥστε σήμερα τὸ μόνο πού μένει ὡς θεωρητικὸ ἐργαλεῖο τῆς πολιτικῆς εἶναι τὰ διάφορα «σενάρια» τῶν οἰκονομικῶν ἐγκεφάλων περὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παγκοσμίου πληθυσμοῦ πού πρέπει νὰ καταδικασθῆ σὲ ὁριστικὴ φτώχεια, προκειμένου νὰ ἐξασφαλισθοῦν οἱ ὑπάρχοντες «ρυθμοὶ ἀναπτύξεως». Καὶ ὡς πρὸς ἄλλα προβλήματα, ὅπως π.χ. τὰ οἰκολογικά, οἱ «λύσεις» τῶν «εἰδικῶν» εἶναι νὰ ἀγορασθοῦν ἀπὸ τὴν «Δύση» (μὲ λεφτὰ προφανῶς) τὰ δάση τοΰ Ἀμαζονίου, προκειμένου νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὴν βεβαία καταστροφὴ πού ἐπιβάλλουν οἱ «δεῖκτες ἀναπτύξεως»...
Βεβαίως δὲν θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι θὰ ἔπρεπε σήμερα νὰ ἐξετασθῇ πόσα ἀπὸ τὰ διάφορα «σενάρια» τοῦ παρελθόντος πραγματικῶς ἴσχυσαν, πόσο ἐβοήθησαν στὴν ἄσκηση τῆς προηγουμένης πολιτικῆς καὶ πόσα δυσαναλόγως πολλὰ χρήματα ἐσπαταλήθησαν γι' αὐτά. Γιὰ τοῦτο καὶ δὲν σκοπεύομε ἐδῶ νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τρέχοντα «σενάρια» περαιτέρω, διότι νομίζομε ὅτι ἀπουσιάζουν θεμελιωδῶς ἀπὸ τὴν μέση συνείδηση τῆς σήμερον βασικὰ στοιχεῖα τῶν μεσογειακῶν διεργασιῶν τοῦ παρελθόντος. Σκοπὸς μας εἶναι ἁπλῶς νὰ ὑπομνήσωμε ὡρισμένα ἀπὸ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν σχέση μὲ ἄμεσες πολιτικὲς κατανοήσεις τῶν καιρῶν μας.

.~`~.
III
Η Ευρώπη ως αόριστη έννοια

Ὁ ὅρος «Εὐρώπη» κανένα πραγματικὸ περιεχόμενο δὲν ἔχει. Εἶναι ἕνας ὅρος πού ἀκριβῶς λόγω τῆς ἀοριστίας του εὔκολα μπορεῖ νὰ μεταβάλλεται σὲ σύνθημα καὶ νὰ γίνεται ἄλλοτε μὲν «Δύση» (Occident), ὅταν πρόκειται γιὰ πολιτικοὺς σκοπούς, ἄλλοτε δὲ «Abendland», ὅταν πρόκειται γιὰ αὐθαίρετες πολιτιστικὲς περιχαρακώσεις. Κατ' ἀρχήν, δὲν ὑπάρχει μία Εὐρώπη, ἀλλά ὡς γεωπολιτικὲς ἑνότητες (μὲ ἄκρως διάφορες πολιτιστικὲς προϋποθέσεις, καθὼς ἀπαιτεῖ ἡ φυσικὴ τάξη πραγμάτων) τουλάχιστον τέσσαρες. Ὑπάρχει μιὰ δυτικὴ Εὐρώπη, μιὰ κεντρικὴ Εὐρώπη, μιὰ νοτιοανατολικὴ (δηλαδή μιὰ βαλκανική, πού ἀποτελεῖ τὴν κυρίως Εὐρώπη, καὶ τῆς ὁποίας κέντρο εἶναι ἡ Μαύρη Θάλασσα) καὶ μιὰ ἐν εὐρείᾳ ἐννοίᾳ μεσογειακὴ Εὐρώπη. Ἂν συνεπῶς τίθεται πρόβλημα Εὐρώπης, αὐτὸ συνίσταται στὴν ὀργανικὴ σύνδεση τῶν φυσικῶν αὐτῶν περιοχῶν. Ὑπάρχει μιὰ μωαμεθανικὴ Εὐρώπη, ὅσο καὶ χριστιανική. Ὅλες αὐτὲς οἱ «Εὐρῶπες» ἀποτελοῦν ἰσογενεῖς ἱστορικὲς διαμορφώσεις τῶν ἀρχαίων μεσογειακῶν πολιτισμῶν καὶ συνεπῶς δὲν ὑπάρχει καμμία πού νὰ ἔχη κάτι παραπάνω ἀπὸ τὶς ἄλλες. Μερικὲς μάλιστα, καθὼς ἐπιχειροῦμε νὰ δείξωμε στὸ βιβλίο τοῦτο, βρίσκονται πολὺ κοντύτερα στὴν κοινωνικὴ πραγμάτωση ἀρχαίων ἑλληνικῶν νοημάτων ἀπὸ ὅσο γενικῶς νομίζεται.
Σήμερα ὑπὸ τὸν ὄρο «Εὐρώπη» ἐννοεῖται μιὰ οἰκονομικὴ κοινοπραξία πού ὡς βάση της ἔχει 2,5 κράτη - τὴν Γαλλία, τὴν 'Ἀγγλία καὶ τὴν μισὴ Γερμανία. Ὁ συμμιγὴς αὐτὸς ἀριθμὸς δὲν προέκυψε τυχαῖα λόγῳ τοῦ πολέμου, ἀλλά ἀποτελεῖ μιὰ φυσικὴ συνέπεια τῆς εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς τουλάχιστον τοῦ ἑνὸς καὶ μισοῦ τελευταίου αἰῶνος μέχρι τὸν πόλεμο. Ὁ Τσώρτσιλ, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται μεγάλος πολιτικὸς ἐπειδὴ ἔτσι θέλουν τὰ μέσα μαζικῆς ἐνημέρωσης, ἀφοῦ προσπάθησε νὰ «καταργήση» τὸν «μπολσεβικισμὸ» διὰ τῶν θωρηκτῶν καὶ δὲν τὰ κατάφερε, ἐπροσπάθησε νὰ χρησιμοποιήση γιὰ τὸν ἴδιον σκοπὸ τὶς κοινωνικὲς καταστάσεις τῆς Γερμανίας τοῦ μεσοπολέμου. Ἀλλά, ὡς γνωστόν, μαζὶ μὲ τοὺς πολιτικούς, τὸν κόσμο τὸν διοικεῖ καὶ τό... Ἅγιο Πνεῦμα, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ λογαριασμοὶ τῶν πολιτικῶν νὰ μὴ βγαίνουν πάντα σωστοί. Ὅπως ἡ ἱστορία δείχνει, αὐτὸ ἰσχύει ἰδιαίτερα γιὰ τὸ εἶδος τῆς ἀγγλικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ὑπῆρξε πάντα ἕνα εἶδος «ὑπολογισμῶν γραφείου» καὶ καθόλου μιὰ πολιτικὴ ἱστορικῶν συνθέσεων, ὅπως θὰ ἅρμοζε σὲ μίαν αὐτοκρατορία. Τό... Ἅγιον Πνεῦμα στὴν περίπτωση τῆς Γερμανίας ἦταν ἡ ἴδια ἡ φύση τῆς Γερμανίας ὡς φορέως τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης.
Ὁ «ἐθνικὸς σοσιαλισμὸς» στὴν Γερμανία εἶναι μιὰ πολὺ πιὸ παληὰ ὑπόθεση ἀπὸ τὸν «ἐθνικοσοσιαλισμό». Οἱ ἀπαρχὲς του βρίσκονται στὰ πνευματικὰ κινήματα τοῦ Ρωμαντισμοῦ, ὁ ὁποῖος σὰν ἀντίδραση πρὸς τοὺς κατακτητικοὺς πολέμους τοῦ Ναπολέοντα καὶ στὸ πνεῦμα τῆς «λογικοκρατίας τοῦ ἀτόμου» βάση ἔχει τὸ λαϊκὸ πνεῦμα σὰν σύνθεση κόσμου, φύσης καὶ λαοῦ (βλ. π.χ. Ε. Thier, Wegbereiter des deutschen Sozialismus, Stuttgart 1940). Πρὸς τὶς ἐκ τῶν ἄνω κοινωνικὲς ὀργανώσεις διὰ τοῦ κράτους τοῦ δυτικοῦ λιμπεραλισμοΰ, οἱ ὁποῖες φέρουν τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐπανάστασης στὰ χέρια ὡρισμένων τάξεων καὶ συνεπῶς ἐλάχιστα ὁδηγοῦν σὲ μιὰ κοινωνικὴ καὶ πνευματικὴ χειραφέτηση τῶν λαϊκῶν μαζῶν, ὁ γερμανικὸς ἐθνικὸς σοσιαλισμὸς θέλησε νὰ ἀντιπαρατάξη ἕνα μοντέλο κοινωνικῶν σχέσεων καὶ παραγωγῆς ἐξόχως λαϊκοῦ χαρακτήρα (βλέπε σχετικῶς καὶ F. Glum, Der Nationalsozialismus, München 1962, σeλ. 83 κ.ε.).
Ἡ λεγόμενη «μπουρζουαζία», πού φέρεται ἄκρως σχηματοποιημένη ἀπὸ τὶς μαρξιστικὲς ἀναλύσεις -ἀκριβῶς ἐπειδὴ αὐτὲς προσπαθοῦν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν διεθνιστικὸν χαρακτήρα της μέσα ἀπὸ τὰ ἰδεολογικὰ συνθήματα περὶ «προόδου» καὶ τῶν ἄλλων γενικοτήτων τοῦ λιμπεραλισμοῦ (ἐδῶ εἶναι πού ὁ μαρξισμὸς μεταβάλλεται καὶ ὁ ἴδιος σὲ «γραμμικὴ» ἀντίληψη περὶ ἱστορίας)-, δὲν ἔλειψε ἀπό τούς χώρους τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης (πού ὑπῆρξε καὶ οἰκονομικῶς προνομιοῦχος). Τόσο στὴν Γερμανία, ὅσο καὶ στὴν Αὐστροουγγρικὴ Μοναρχία καὶ τὴν Ρωσία, ὑπῆρξε συγκεντρωμένο ἐμπορικὸ κεφάλαιο. Αὐτὸ πού ἔλειψε στὶς ἀντίστοιχες τάξεις ἦταν ἡ ἰδεολογικὴ ὀργάνωση -ὅπως π.χ. ἡ μασονικὴ ὀργάνωση τῆς γαλλικῆς μπουρζουαζίας-, ἡ ὁποία θὰ τοὺς ἐπέτρεπε τὴν χρησιμοποίηση τοῦ λαοῦ ὡς ἐργαλείου «ἱστορικῶν σκοπῶν»... Ἀντ' αὐτοῦ εἰσήχθη στὴν Γερμανία λ.χ. ἡ αὐστηρὴ ὀργάνωση τῆς ἐργασίας, ἕνας «πρωσσικὸς» τρόπος παραγωγῆς ἐκ τῶν κάτω μὲ εὐρεία λαϊκὴ βάση (βλ. π.χ. Μ. van den Bruck, Das Recht der jungen Völker, Berlin 1932, σελ. 158). Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὰ πρῶτα κοινωνικὰ μέτρα ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων μαζῶν ἐλήφθησαν στὴν Γερμανία ἀπὸ τὸν Βίσμαρκ, πολὺ πρὶν δηλαδὴ ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἄλλο εὐρωπαϊκὸ κράτος, ὁ δὲ κοινωνικὸς χαρακτήρας τῆς ἐργασίας ἀπεικονίζεται σαφῶς στὸ Σύνταγμα τῆς Δημοκρατίας τῆς Βαϊμάρης, πού εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ προοδευτικὰ τοῦ καιροῦ του. Ἡ λειτουργία τοῦ καπιταλιτιστικοΰ κράτους πάντα εἶχε προβλήματα στὸν εὐρύτερο χῶρο τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης (ἐξ οὗ καὶ οἱ μεγάλες «δόσεις» φιλοσοφίας στὴν Γερμανία εἰδικά, πού ἀποτελοῦσε τὴν διασύνδεση μεταξὺ δυτικῆς καὶ ἀνατολικῆς Εὐρώπης), διότι ἀκριβῶς στὸν χῶρο τοῦτον ὑπάρχει κάτι πού λείπει ἀπὸ τὰ κράτη τῆς δυτικῆς Εὐρώπης (Ἀγγλίας, Γαλλίας), δηλαδὴ ὁ ἐπηρεασμὸς ἀπὸ τὶς ἐξ ὁρισμοῦ λαοκρατικὲς ἰδεολογίες τοῦ σλαβικοῦ ἠμισφαιρίου καὶ τῆς βαλκανικῆς Εὐρώπης. Ὅπως ἐξηγοῦμε πιὸ κάτω καὶ ὅπως ἱστορικῶς ἔχομε ὡς δεδομένο, ἡ λειτουργία τοῦ κράτους στοὺς χώρους τῆς ἀνατολικῆς Εὐρώπης, δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἀπρόσκοπτη, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς λαοκρατικῆς ἰδεολογίας τῆς πολιτιστικῆς παράδοσης. Τὸ παράξενο γεγονὸς ὅτι στὴν νεώτερη ρωσικὴ ἱστορία ὅλοι σχεδὸν οἱ ἐπαναστάτες συγγραφεῖς καὶ οἱ ἀναρχικοὶ προέρχονται ἀπὸ τὰ κυρίαρχα στρώματα (εἶναι πρίγκιπες καὶ κόμητες), φανερώνει ἀκριβῶς ὅτι τὰ στρώματα αὐτὰ δὲν ἐνεργοῦν «χειραφετημένα» καὶ ξέχωρα ἀπὸ τὸ ὑπάρχον εἶδος τῆς λαοκρατικῆς ἰδεολογίας. Ἡ ἐπίμονη θεματικὴ μὲ ζητήματα δικαίου στὰ μυθιστορήματα τοῦ Ντοστογιέφσκυ ἀντιστοιχεῖ ἀκριβῶς σὲ μιὰ κατάσταση δικαιοσύνης πού τείνει νὰ διαχωρισθῆ μέσα στὶς ἀνάγκες τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς ἀπὸ μιὰ πατροπαράδοτη τάξη κοινωνικοῦ δικαίου ἄλλων ἰδεολογικῶν προϋποθέσεων. Κατ' αὐτές, ὑποχρεοῦται τὸ δικαστήριο νὰ ἀποδείξη τὴν ἐνοχὴ τοῦ κατηγορουμένου –πρᾶγμα πού κοινωνικῶς συσχετιζόμενο ὁδηγεῖ σὲ ἀκραῖες καταστάσεις δικαίου-, ἐνῷ στὸ καπιταλιστικῶς ὀργανωμένο κράτος εἶναι ὁ κατηγορούμενος πού ὀφείλει νὰ ἀποδείξη τὴν ἀθωότητα του πρὸ τοῦ δικαστηρίου. Τὰ ἰδεολογικὰ αὐτὰ δεδομένα ἐπηρεάζουν ἰσχυρὰ τὸν χῶρο τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης, ὅπου ἡ πληθυσμιακὴ σύνθεση ἐνέχει προεξάρχοντα τὸν παράγοντα τῶν Σλάβων, οἱ ὁποῖοι, ἀνεξαρτήτως θρησκεύματος, δὲν παύουν νὰ συμμετέχουν στὸν γενικώτερον ἰδεολογικὸ κόσμο τοῦ σλαβισμοῦ. Στὴν Γερμανία συγκλίνουν καὶ τὰ δύο αὐτὰ ρεύματα «Ἀνατολῆς» καὶ «Δύσης» καὶ ὁ «ἐθνικὸς σοσιαλισμὸς» βρίσκει ἀκριβῶς τὸ φυσικὸ ἔδαφος καλλιέργειάς του.
Ὁ «ἐθνικοσοσιαλισμὸς» εἶναι ἡ κακὴ ἰδεολογικοποἰηση μίας δεδομένης ἱστορικῆς καταστάσεως. Τὸ χειρότερο καὶ πιὸ ἀντιφατικὸ σ' αὐτὸν εἶναι ἡ φυλετική του φιλοσοφία, ἀκριβῶς γιὰ ἕνα χῶρο ὅπου ἡ φυλετικὴ συνύπαρξη καὶ μίξη ἀποτελοῦσε ἱστορικὸ καθεστώς.
Αὐτὴ ἡ φυλετικὴ φιλοσοφία τοῦ ἔθνικοσοσιαλιομοϋ περὶ «ἀρίας φυλῆς» καὶ «βορείου ἀνθρώπου» εἶναι ἕνα πολύπλοκο ἱστορικὸ καὶ ἰδεολογικὸ ζήτημα. Καὶ εἶναι ἱστορικῶς πολύπλοκο, ἀκριβῶς γιατί ἐμφανίζεται σὰν ἰδεολογία σ' ἕνα χῶρο μὲ τὶς ἐλάχιστες προϋποθέσεις ἐπικράτησης. Κατὰ παράξενο τρόπο στρέφεται πρακτικῶς ἐναντίον μίας μόνο «κατώτερης» φυλῆς, τῶν Ἑβραίων, ἐνῶ μὲ ἄλλες «κατώτερες» φυλὲς κλείνει συμφωνίες, παντὸς εἴδους συνεργασίας, τὶς ἀνέχεται καὶ τὶς ἀναγνωρίζει. Μιὰ διάταξη τοῦ NSDAP, τοῦ ναζιστικοῦ κόμματος, τῆς 28ης Μαρτίου 1933, ὁρίζει σαφῶς ὅτι ἀπαιτεῖται ἀπὸ τὶς ἀρχὲς ὁ ὕψιστος βαθμὸς ἀσφαλείας, (höchster Schutz) γιὰ κάθε ἄλλον ξένο στὴν Γερμανία, ἀνεξαρτήτως θρησκεύματος, καταγωγῆς καὶ ράτσας (βλ. W. Hofer, Der Nationalsozialismus, Dokumente 1933-1945, Frankfurt/M., 1992, σελ. 282). Ὁ «ρατσιστικὸς» συνεπῶς μανδύας εἶναι ἡ ἐπικάλυψη ἑνὸς πολιτικοῦ προβλήματος. Κατὰ μίαν ὄχι τυχαία σύμπτωση, ὁ φερόμενος ἀριθμὸς τῶν διωχθέντων ὑπό τοῦ ναζισμοῦ Ἑβραίων στὴν ἀνατολικὴ Εὐρώπη εἶναι περίπου ἴσος μὲ τὸν ἑβραϊκὸ πληθυσμὸ τὸν ἐγκατεστημένον στὶς νοτιοδυτικὲς περιοχὲς τῆς ρωσικῆς ἐπικράτειας ἀπὸ ἐποχῆς Αἰκατερίνης τῆς Μεγάλης. Οἱ Ἑβραῖοι εὑρῆκαν μεγαλύτερον βαθμὸν προστασίας στοὺς χώρους τῆς Ἀνατολῆς ἀπ' ὅ,τι σ' ἐκεῖνον τῆς Δύσης, ἐνῷ, λόγω τῆς δραστηριότητας των στὸν οἰκονομικὸ καὶ κοινωνικὸ τομέα στὶς κατὰ τόπους χῶρες καὶ λόγω τῆς μεγάλης των διασπορᾶς, ἀπετέλεσαν εὔκολο πολιτικὸ ἐργαλεῖο γιὰ τοὺς ἰμπεριαλιστικοὺς σκοποὺς τῶν τελευταίων αἰώνων. Μετὰ τὸ Συνέδριο τοῦ Βερολίνου, τὸ ὁποῖον σημαίνει μιὰ σοβαρὴ ἧττα γιὰ τὴν βαλκανικὴ πολιτικὴ τῆς Ρωσίας μετὰ τὴν Συνθήκη τοῦ Ἁγ. Στεφάνου, ὁ ἑβραϊσμὸς στὴ Ρωσία μεταβάλλεται σὲ πολιτικὸ πρόβλημα πού δὲν ὑπῆρχε πρίν, μὲ ἀποτέλεσμα κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς βασιλείας Ἀλεξάνδρου τοῦ Γ', ἐπὶ Πομπιεντονότσεφ καὶ ὑπουργοῦ ἐσωτερικῶν τοῦ Ἰγνάτιεφ, νὰ ξεσπάσουν ἄγρια πογκρὸμ ἐναντίον τῶν Ἑβραίων. Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ θὰ παρατηρηθῆ κι' ἕνα μεγάλο κῦμα Ἑβραίων πρὸς τὴν Γερμανία, οἱ ὁποῖοι σύντομα θὰ ἑλιχθοῦν στὴν κοινωνική, πνευματικὴ καὶ (μετὰ τὸν α' παγκόσμιο πόλεμο) πολιτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου (βλ. π.χ. W. Mommsen, Politische Geschichte von Bismarck bis zur Gegenwart, 1935, σελ. 222). Γιὰ ἕνα καθεστὼς σὰν τὸ ναζιστικὸ πού ἀνεγνώριζε ὡς κατ' ἐξοχὴν ἐχθρό του τὸ σύστημα τῶν δυτικῶν δημοκρατιῶν (οἱ διαφορὲς μὲ τὴν Ρωσία ἦσαν μᾶλλον ἐδαφικῆς φύσεως παρὰ ὁτιδήποτε ἄλλο), τὸ πρόβλημα τοῦ ἑβραϊσμοῦ στὴν Γερμανία, καὶ μὲ τὸ δεδομένο τῶν διεθνῶν του διασυνδέσεων, ἀποτελοῦσε ἕνα ἐξόχως εἰδικὸ πρόβλημα. Καὶ οἱ ναζιστὲς εὑρῆκαν τὴν δική τους λύση γι' αὐτό, ἡ ὁποία βέβαια κάθε ἄλλο παρὰ εὐτυχὴς ὑπῆρξε.
Ὑπὸ τὶς ρατσιστικὲς λοιπὸν θεωρίες ὑπάρχει ἡ ἐπικάλυψη ἑνὸς πολιτικοῦ προβλήματος, ἄλλα ὁ ρατσισμὸς δὲν ἐξαντλεῖται σ’ αὐτό, οὔτε ἐπινόηση τῶν Γερμανῶν ὑπῆρξε. Ὁ ρατσισμὸς ὡς ἰδεολογία εἶναι ἕνα προϊόν τῆς δυτικῆς Εὐρώπης καὶ ἔχει ἄμεση σχέση καὶ καταγωγὴ μὲ τὶς καταστάσεις τῆς Μεσογείου. Ἕνα πρᾶγμα πού δὲν ἔχει παρατηρηθῆ -καὶ οἱ ἐξηγήσεις σ' αὐτὸ δὲν εἶναι δύσκολες- εἶναι ὅτι οἱ θεωρίες τοῦ Γκομπινώ προέρχονται ἀπὸ ἕνα σύνολο ἰδεολογικῶν παραστάσεων πού ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὶς καταστάσεις τῆς Μεσογείου καὶ ἰδιαίτερα μὲ τὶς νεώτερες σχέσεις τῶν δυτικῶν κρατῶν μ' αὐτή. Ὁ πνευματικὸς κόσμος τοῦ Γκομπινώ -ὁ ὁποῖος γι' αὐτὸ διετέλεσε καὶ πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας στὴν Ἑλλάδα- εἶναι ἡ ἱστορία τῶν λαῶν τῆς μεσογειακῆς Ἀνατολῆς. Μέσα ἀπὸ αὐτὲς ἀναπτύσσει τὶς θεωρίες του, καὶ τὶς ἀναπτύσσει ἀκριβῶς σὲ μιὰ ἐποχὴ πού ἔχουν ἤδη ἀρχίσει νὰ ἀπορροφῶνται οἱ πλουτοπαραγωγικὲς πηγὲς τῆς ἀνατολικῆς Μεσογείου καὶ τῶν Βαλκανίων ἀπὸ τὴν δυτικὴ Εὐρώπη. Ποιὰ ἄλλη καλύτερη ὅσο καὶ προχειρότερη αἰτιολόγηση τοῦ πράγματος ἦταν δυνατή, παρὰ ὅτι οἱ μεσογειακοὶ αὐτοὶ λαοὶ εἶναι «ἀνάξιοι» νὰ ἔχουν τὸν ὅσον πλοῦτο εἶχαν; Οἱ «κατώτερες φυλὲς» τοῦ Γκομπινώ δὲν εἶναι ἀνθρωπολογικὲς φυλὲς τῆς Ἀφρικῆς, ἀλλὰ οἱ ἱστορικοὶ λαοὶ τῆς Μεσογείου. Καὶ ἀναπτύσσονται ἀκριβῶς σὲ μιὰ ἐποχὴ ὅπου ὁ «φιλελληνισμὸς» (αὐτὸς ὁ σφοδρὸς ἔρωτας πρὸς ἄγνωστη ἐρωμένη) ἔχει πλέον ἀποδώσει τοὺς καρπούς του, μὲ τὴν κατασκευὴ μίας Ἑλλάδος καταλλήλου πρὸς τὸ εἶδος τῆς περαιτέρω εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς ἐπὶ τῶν Βαλκανίων (βλ. σχετικῶς καὶ V. Gitermann, Gesch. Russlands, τόμ. 3, 1949, σελ. 62 κ.ε.), καὶ λόγω ἄλλων καταστάσεων, ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν της εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς, παρέχει τὴν θέση του σὲ ἄλλες ἰδεολογίες (βλ. τὸ βιβλίο μας Ἐπὶ τῆς Δομῆς τοῦ Νεοελληνικοῦ Κράτους, σελ. 84, κ.ε.). Καθόλου τυχαῖο δὲν εἶναι ὅτι μετὰ τὸν «φιλελληνισμὸ» οἳ διάδοχες «θεωρίες» στὸν εὐρωπαϊκὸν χῶρο εἶναι οἱ θεωρίες Φαλμεράϋερ καὶ Γκομπινώ (πού εἶναι περίπου τῆς ἴδιας ἐποχῆς), ἐνῷ στοὺς «Ἕλληνες» μένει ἡ «Μεγάλη Ἰδέα»! Εἶναι ἡ φυσιολογικὴ ἐξέλιξη τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς πολιτικῆς ἐπὶ τῶν Βαλκανίων μὲ ἀντιστοιχία πληρέστατη...
Μεσογειακῆς συνεπῶς καταγωγῆς φαινόμενο εἶναι ὁ ρατσισμός, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποτελέση τὸ περιεχόμενο τῶν δυτικοευρωπαϊκῶν συνειδήσεων γιὰ πάνω ἀπὸ ἕναν αἰῶνα περίπου. Μὲ τὸν Τσάμπερλαιν καὶ τὸν Βάγκνερ θὰ «τελειοποιηθῆ», γιὰ νὰ ἀποτελέση τὸ ἰδεολογικὸ ἐργαλεῖο τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ. Εἶναι μιὰ εἰρωνεία τῶν πραγμάτων, ὅτι οἱ ἐθνικοσοσιαλιστὲς θέλησαν νὰ πραγματοποιήσουν ἕνα μεγαλεπήβολο ἱστορικὸ σχέδιο γιὰ τὴν ἀναδιοργάνωση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ χώρου μὲ μιὰ τόσο αὐθαίρετη καὶ κωμικὴ ἰδεολογία περὶ «ἀρίας φυλῆς». Δὲν ἀρκέσθηκαν στὴν χρησιμοποίησή της γιὰ τοὺς ἐσωτερικοὺς πολιτικοὺς λόγους πού προείπαμε, ἀλλά τὴν ἐφήρμοσαν γιὰ ὅλους τούς λαοὺς τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης. Ἀκριβῶς, δηλαδή, σὲ ἕνα χῶρο πολυεθνικῆς σὔνθεσης ὅπου καμμιὰ πιθανότητα ἐφαρμογῆς δὲν εἶχε. Σὲ ἕνα χῶρο, πού καὶ ἂν τὸν κυριαρχοῦσαν μὲ τὰ ὄπλα, θὰ ἦταν ἀδύνατο νὰ τὸν κρατήσουν, ἀκριβῶς λόγω τῆς ἰδεολογίας πού ἐφήρμοζαν. Τὸ πολιτικὸ πρόγραμμα τῶν ἐθνικοσοσιαλιστῶν προέβλεπε τὴν ἀναδιοργάνωση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ χώρου ἐπὶ φυσικῶν δεσμῶν, ἤτοι ὀργάνωση τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης μὲ κατεύθυνση πρὸς τὴν Μαύρη Θάλασσα καὶ τὴν ὀργανικὴ ἐνσωμάτωση τῶν Βαλκανίων στὴν ὑπόλοιπη Εὐρώπη (βλ. π.χ. Α. Oesterheld, Wirtschaftsraum Europa, Berlin 1942). Τὸ πρόγραμμα δὲν ἐστερεῖτο φυσικότητος -εἶναι ἄλλωστε καὶ τὸ μόνο δυνατὸ γιὰ μιὰ σωστὴ ἔννοια Εὐρώπης-, πλὴν ὅμως πρακτικῶς ἀδύνατο ὅπως τὸ ἐπεχείρησαν οἱ ἐθνικοσοσιαλιστές. Ἡ κεντρικὴ Εὐρώπη δὲν ἀποτελοῦσε βέβαια καμμιὰ ὠργανωμένη ἑνότητα, ἀλλά ἀποτελοῦσε ἀνέκαθεν, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν Μεταρρύθμιση κι' ἐδῶ, τὸν πατροπαράδοτο χῶρο ἀσκήσεως τοῦ εὐρωπαϊκοῦ «ἰσοζυγίου» - ἤτοι τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας ἐπί του ἠπειρωτικοῦ χώρου, πράγμα πού ἀποτελεῖ καὶ τὸ καθ' ἑαυτὸ περιεχόμενο τῆς νεώτερης εὐρωπαϊκῆς ἱστορίας (βλ. συνοπτικῶς καὶ Α. Halfeld, Deutschland und die Westmachte, Jena 1940). Ἡ ὁποιαδήποτε ὅμως ὀργάνωση τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης περνοῦσε ἀναγκαστικὰ ἀπὸ τὰ Βαλκάνια, ἀλλά ἐδῶ τὰ πράγματα ἦσαν ἐξόχως πολύπλοκα, ὥστε νὰ μπορέσουν νὰ ἐξαντληθοῦν σὲ ὑπολογισμοὺς γραφείου. Πόσο πολύπλοκα καὶ στενὰ δεμένος εἶναι ὁ χῶρος τῶν Βαλκανίων μὲ κάθε διεργασία τῆς εὐρωπαϊκῆς ἠπείρου, μποροῦμε νὰ τὸ καταλάβουμε ἀπὸ τὴν τρέχουσα «μετασοσιαλιστικὴ» ἐποχή, ὅπου τὸ κέντρο τῆς παγκόσμιας πολιτικῆς εἶναι καὶ πάλι τὰ Βαλκάνια, πρῶτο μεταξὺ ὅλων. Καὶ θὰ συνεχίσουν τὰ πράγματα νὰ εἶναι ἔτσι γιὰ ὅσο θὰ ὑπάρχη κόσμος ἄλλα ὄχι καὶ μιὰ φυσικὴ ἔννοια Εὐρώπης -παρὰ τὶς ὅποιες... ἐπινοήσεις περὶ «ὑποσημειώσεως τῆς Weltwirtschaft»-, διότι ἁπλούστατα πᾶσα ἔννοια φυσικῆς Εὐρώπης ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὰ Βαλκάνια. Μιὰ ἁπλὴ ἀπάντηση στὶς θεωρίες περὶ «ὑποσημειώσεως» θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ ἑξῆς: μετὰ τὴν ἐπιχείρηση τῆς Ἀβησσυνίας καὶ τὸν ἐπακολουθήσαντα ἀποκλεισμό, ὅλη ἡ πολεμικὴ μηχανὴ τῆς Ἰταλίας ἐστηρίχθηκε στὸ πετρέλαιο καὶ τὰ λοιπὰ προϊόντα της Ἀλβανίας, ἐνῷ ὁ Χίτλερ ἤρκεσε νὰ ἐξασφαλίσῃ δύο μόνο βαλκανικές χῶρες, τὴν Βουλγαρία καὶ τὴν Ρουμανία, γιὰ νὰ μὴν ἀντιμετωπίσῃ πρόβλημα ἐφοδιασμοῦ γιὰ τίποτε. Ἡ «μικρὴ Ἀντάντ», ὅπως εἴδαμε, ἀπετέλεσε τὸν κύριο φορέα τῆς πολιτικῆς τοῦ μεσοπολέμου. Οἱ τρεῖς μόνο αὐτὲς χῶρες (Τσεχοσλοβακία, Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία), ἐκάλυψαν ὄχι μόνο τὸ κενὸ πού ὑπῆρξε ἀπὸ τὴν διάλυση τῆς Αὐστροουγγρικῆς Μοναρχίας, ἀλλὰ διέθεταν ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἕναν στρατὸ πού ἦταν μεγαλύτερος ἀπὸ ὁποιονδήποτε στρατὸ τῆς Εὐρώπης, τῆς Ρωσίας ἑξαιρουμένης (βλ. π.χ. F. Η. Simonds, Kann Europa Frieden halten?, Berlin 1932, σελ. 201).
Ἡ «ἐπιστήμη τῆς Weltwirtschaft» εἶναι ἡ «ἐπιστήμη» πού προσπαθεῖ νὰ πείση ὅτι οἱ πλουσιώτερες περιοχὲς τοῦ πλανήτη (Βραζιλία, Ἰνδία, Βαλκάνια κ.λπ) «ὀρθῶς» εἶναι... ὑποσημειώσεις τῆς σύγχρονης ἱστορίας καὶ πολιτικῆς. Ἡ «ἐπιστήμη» αὐτὴ δὲν διαφέρει ἀπὸ τὴν «ἐπιστήμη» τοῦ Γκομπινώ. Εἶναι μιὰ «ἐπιστήμη τοῦ στομαχιοῦ», θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ἀναθυμούμενοι κάποιον ἀνάλογον ὁρισμὸ τοῦ C. Rhodes («Ὁ ἰμπεριαλισμὸς εἶναι ὑπόθεση τοῦ στομάχου»). Τὸ μόνο ἰδιάζον μὲ τὴν περίπτωση τῶν Βαλκανίων εἶναι, ἁπλῶς, ὅτι αὐτὰ ἔχουν μιὰ βαθύτερη ὀργανικὴ σχέση μὲ τὴν εὐρωπαϊκὴ ἤπειρο σὰν σύνολο, ὥστε νὰ μπορῆ ἡ περίπτωσή τους νὰ ἐξαντληθῆ σὲ στατιστικὰ νούμερα. Οἱ δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, πού ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὰ Βαλκάνια, ἀποτελοῦν ἱκανὴ ἀπόδειξη.


To «Ανατολικό Ζήτημα» Σήμερα
Εκδ. Εικοστού Πρώτου
1998

Τα κείμενα αποτελούν κεφάλαια από το έργο του Γεράσιμου Κακλαμάνη, Το «Ανατολικόν Ζήτημα» Σήμερα.
Πηγή για I (Η «φιλοσοφία» του λιμπεραλισμού) και II (Καπιταλισμός και νέος διεθνισμός) - Πηγή για III (Η Ευρώπη ως αόριστη έννοια).

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική