25 Οκτωβρίου 2013

Η απαρχαίωση των πολιτικών εννοιών.


.~`~.
I
Για πολλοστή φορά στις ήμερες του αποτυχημένου πραξικοπήματος της Μόσχας, τον Αύγουστο του 1991, άκουγε και διάβαζε κανείς ότι οι «συντηρητικοί» της Κα-Γκε-Μπε και του ΚΚΣΕ ήθελαν να εμποδίσουν την πορεία προς την ελεύθερη οικονομία και τον κοινοβουλευτισμό. Και πολλά δημοσιογραφικά όργανα, τα όποια επιτιμούσαν με το επίθετο «συντηρητικός» όσους κατά τα άλλα χαρακτήριζαν «σταλινικούς» ή «ορθόδοξους κομμουνιστές», απέδιδαν αμέριμνα, κάποτε και στη διπλανή στήλη, την ίδια ιδιότητα σε πολιτικά πρόσωπα όπως ο Ρεηγκαν και η Θάτσερ, ο Μπους και ο Κολ. Ένας καλόπιστος αναγνώστης, ο όποιος θα ήθελε να πάρει στην ονομαστική του αξία τον προσφερόμενο έντυπο λόγο, θα έπρεπε απ’ αυτό να συμπεράνει λογικά ότι ανάμεσα στους παραπάνω δυτικούς πολιτικούς και στους σοβιετικούς εχθρούς της «περεστρόικα» υφίσταται μια κοινότητα φρονημάτων και σκοπών. Έναν τέτοιον παραλογισμό τον απέτρεπε βέβαια ο κοινός νους, όμως αυτός δεν έχει φανεί ως τώρα αρκετά αυτόβουλος ώστε ν’ αντιταχθεί στη σχιζοφρένεια του τρέχοντος πολιτικού λεξιλογίου, και μάλιστα φαίνεται να την έχει αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα.
Μια διέξοδο προσφέρει ο ισχυρισμός, ότι συντηρητικός είναι ο υπερασπιστής του εκάστοτε κατεστημένου, αδιάφορο σε τι συνίσταται σε κάθε περίπτωση το κατεστημένο αυτό' συντηρητικοί πολιτικοί που ζουν σε εντελώς διαφορετικές κοινωνίες δεν μπορούν λοιπόν παρά να προασπίζουν εντελώς διαφορετικά, και μάλιστα αντίθετα μεταξύ τους προγράμματα. Αν όμως το κριτήριο των πολιτικών ταξινομήσεων δεν είναι η τοποθέτηση της κάθε πλευράς απέναντι σε συγκεκριμένα προβλήματα περιεχομένου, τότε οι ταξινομήσεις αυτές πρέπει να θεμελιώνονται σε ψυχολογικούς ή ανθρωπολογικούς παράγοντες, σε κοινά βιωματικά στοιχεία. Αλλά ακόμα κι αν κάποιος θα ήθελε καλή τη πίστει να ισχυρισθεί ότι ανάμεσα στον Χέλμουτ Κολ λ.χ. και στους Ρώσους πραξικοπηματίες υπάρχουν παρόμοια κοινά σημεία, και πάλι η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση ελάχιστα θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Γιατί σε τέτοιες καταστάσεις το τιθέμενο ζήτημα είναι η επικράτηση ορισμένων πολιτικών περιεχομένων ή ορισμένων σκοπών με καθορισμένο περιεχόμενο, έτσι ώστε να διαμορφωθεί αντίστοιχα μια εθνική ή διεθνής συλλογική πολιτική οντότητα' οι εχθρικές ή φιλικές συνομαδώσεις προκύπτουν ακριβώς από την τοποθέτηση των εκάστοτε δρώντων υποκειμένων απέναντι σ’ αυτά τα περιεχόμενα και σ’ αυτούς τους σκοπούς. Η νομιμοποίηση τούτων εδώ μέσα στον πολιτικό αγώνα πραγματοποιείται βέβαια συχνότατα με την επίκληση ανθρωπολογικών αντιλήψεων όμως η πολιτική ανάλυση δεν μπορεί να συναγάγει συγκεκριμένα περιεχόμενα από τυπικές, και καθ’ εαυτές αφηρημένες, ανθρωπολογικές σταθερές χωρίς να περιπέσει σε μια κακή μεταφυσική.
Αυτά όλα δεν ισχύουν μονάχα για την έννοια του συντηρητισμού. Εξ ίσου μπερδεμένη εμφανίζεται η δημοσιογραφική, αλλά και η επιστημονική γλωσσική χρήση, όταν στραφούμε προς τις υπόλοιπες θεμελιώδεις έννοιες, γύρω από τις όποιες στράφηκε θετικά ή αρνητικά το πολιτικό λεξιλόγιο των τελευταίων εκατόν πενήντα χρόνων. Ασφαλώς, η πολυσημία συνοδεύει τις πολιτικές (και όχι μόνο τις πολιτικές) θεμελιώδεις έννοιες από την ώρα της γέννησής τους, όντας αναπόδραστη εξ αιτίας της πολεμικής χρήσης των εννοιών αυτών – και όμως διαφέρει από εκείνη την έλλειψη συγκεκριμένης αναφοράς και από εκείνη την αμορφία του περιεχομένου τους, η οποία υποδηλώνει την ιστορική τους παρακμή. Όσο οι έννοιες είναι ζωντανές και σηκώνουν το βάρος κοινωνικών φαινομένων, μπορούν να ερμηνευθούν θετικά ή αρνητικά, στενά ή πλατιά, και να παραλλαχθούν ανάλογα με τις εκάστοτε στρατηγικές ή τακτικές ανάγκες, όμως αναφέρονται ρητά ή άρρητα σ’ έναν ταυτόσημο και ταυτίσιμο φορέα. Όποιος έλεγε «συντηρητικός» στον 19ο αιώνα εννοούσε πρωταρχικά τις κοινωνικοπολιτικές επιδιώξεις της αντιφιλελεύθερης κληρονομικής αριστοκρατίας μεγάλης πατριαρχικής γαιοκτησίας, η οποία έβλεπε να απειλείται από τις προόδους του βιομηχανικού καπιταλισμού, ενώ ως κοινωνικοί φορείς εκείνου, που σήμερα ονομάζεται κάθε φορά «συντηρητισμός», αναφέρονται άλλοτε οι πρόμαχοι τις σχεδιασμένης οικονομίας και της δικτατορίας στην Ανατολή, άλλοτε οι συνήγοροι της ελεύθερης οικονομίας και του κοινοβουλευτισμού στη Δύση, κάποτε οι οικολογικά προσανατολισμένοι φίλοι της αλώβητης Φύσης και κάποτε οι θρησκευόμενοι εχθροί της μίνι φούστας. «Φιλελεύθερη» λεγόταν επίσης αρχικά κατά πρώτο λόγο μια πολιτική που άρθρωνε τις οικονομικές και συνταγματικές αντιλήψεις της αστικής τάξης, όχι λ.χ. η συνηγορία υπέρ της ελευθερίας των εκτρώσεων ή της κατάργησης της θανατικής ποινής.
Η μη δεσμευτικότητα του λεξιλογίου μαρτυρεί την απαρχαίωση του. Πράγματι, η πολιτική του 20ου αιώνα κατά μέγα μέρος διαδραματίσθηκε υπό τον αστερισμό εννοιών, οι όποιες λίγο-πολύ είχαν χάσει ή έχαναν προοδευτικά το χειροπιαστό ιστορικό τους περιεχόμενο. Αυτό μπορούσε βέβαια να το δει ο αμέτοχος παρατηρητής, όμως τα δρώντα υποκείμενα εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν το λεξιλόγιο του 19ου αιώνα, επειδή το χρειάζονταν για πολεμικούς λόγους. Επί πλέον, ο μακρός αγώνας ανάμεσα στο δυτικό σύστημα και στον κομμουνισμό συνέβαλε σημαντικά στη διάδοση μιας γλωσσικής χρήσης, η όποια σε κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν είχε ακριβείς εμπράγματες αντιστοιχίες. Γι’ αυτό ακριβώς το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, και μάλιστα η έκβασή του, αποκαλύπτει πόσο κενή περιεχομένου είχε καταντήσει στο μεταξύ η πολιτική γλώσσα. Η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί βέβαια ν’ αποτελέσει τελεσίδικη κρίση για την ψυχολογική και ιδεολογική της επίδραση στο παρελθόν και στο μέλλον.

.~`~.
II
Οι τρεις θεμελιώδεις έννοιες του πολιτικού λεξιλογίου των τελευταίων εκατόν πενήντα ετών, δηλ. «συντηρητισμός», «φιλελευθερισμός» και «σοσιαλισμός» (ή κοινωνική δημοκρατία) ενσάρκωναν αυθεντικά τρεις πραγματικές και σαφείς κοινωνικές επιλογές μονάχα στην εποχή της (άλλωστε σχεδόν παράλληλης) διαμόρφωσης τους. Γιατί μόνο γύρω στο 1848 βρίσκονταν η αριστοκρατία, η αστική τάξη και το προλεταριάτο αντιμέτωποι πάνω στο ίδιο πεδίο μάχης. Το τρίπτυχο αυτό όμως συρρικνώθηκε ήδη στην πορεία του 19ου αιώνα κι έγινε δίπτυχο, επειδή η ήδη εξασθενημένη αριστοκρατία απορροφήθηκε κατά μεγάλο μέρος από τη μεγαλοαστική τάξη, καθώς εγκατέλειψε nolens volens την πατριαρχική της εξουσία στην ύπαιθρο και ενσωματώθηκε σε διάφορους βαθμούς και σε διάφορες μορφές στην καπιταλιστική οικονομική ζωή και στο κοινοβουλευτικό παιγνίδι. Όταν η στατική της societas civilis υποχώρησε μπροστά στη δυναμική του καπιταλισμού, δεν μπορούσε πια να γίνει λόγος για συντηρητισμό με την ανόθευτη έννοια της διαφύλαξης μιας θεόδοτης, αιώνιας και ιεραρχικής τάξης επί της γης.
Αν παρ’ όλα αυτά η έννοια του συντηρητισμού παρέμεινε στη ζωή, αυτό το χρωστούσε λιγότερο στη ζωτικότητα των φυσικών της κοινωνικών φορέων και περισσότερο στο πολεμικό μένος των θριαμβευτών αντιπάλων τους. Προ παντός η αριστερά όλων των αποχρώσεων ενδιαφερόταν τώρα ιδεολογικά να παρουσιάσει τον αστικοφιλελεύθερο βασικό της αντίπαλο ως προδότη του ίδιου του του «προοδευτικού» παρελθόντος και ως συνεχιστή των «σκοταδιστικών» και «αντιδραστικών» θέσεων και πράξεων, οι όποιες ακόμα προ ολίγου χαρακτήριζαν τη δραστηριότητα του «φεουδαλικού κόμματος». Στην προοπτική αυτή ο «συντηρητισμός» οριζόταν με κριτήριο την αντίθεση προς την αριστερά, «συντηρητικό» λοιπόν ήταν κάτι στον βαθμό που αντιστρατευόταν τους σκοπούς της αριστεράς, και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν αυτό άλλαζε έμπρακτα την κοινωνία: γιατί αν η αριστερά κατείχε εξ ορισμού το μονοπώλιο της προόδου, τότε η αλλαγή της κοινωνίας σε κατεύθυνση αντίθετη προς τις επιθυμίες της αριστεράς δεν μπορούσε να αναγνωρισθεί ως «γνήσια» αλλαγή. Αυτό το σχήμα σκέψης διαμόρφωσε επί δεκαετίες ολόκληρη σχολή, και όχι μόνο στη διεθνή πολιτική. Η επίσημη «προοδευτική» πολιτική επιστήμη και κοινωνιολογία βοήθησε επίσης στην επικράτηση της αντίληψης ότι ο συντηρητισμός δεν αποτελεί έννοια ιστορικά καθορισμένη και παροδική, παρά μια μόνιμη τοποθέτηση που όμως ορίζεται διαφορετικά μέσα σε διάφορες συνάφειες και αντίστοιχα επιδρά στην πράξη. Προ παντός σε μιαν εποχή, όπου η κατά τα άλλα μη δεσμευτική πνευματική συνοδοιπορία με κομμουνιστικές θέσεις ήταν της μόδας, πολλοί διαπίστωναν με χαρά ότι οι πολιτικοί επιστήμονες των ανατολικών χωρών συμμερίζονταν αυτή την πεποίθηση.
Οι φιλελεύθεροι υποχρεώθηκαν να οικειοποιηθούν από την πλευρά τους την έννοια του συντηρητισμού όταν είδαν ότι η αρχική αστική σημασία του φιλελευθερισμού ξεθώριαζε, ενώ κέρδιζε συνεχώς έδαφος η μεθερμηνεία του με πρόθεση αντιαστική και δημοκρατική-εξισωτική' «συντηρητικές» αποκαλούνταν τώρα οι ιδέες και η κοινωνικοπολιτική πρακτική του κλασσικού φιλελευθερισμού, ο οποίος ήθελε να διαχωρίσει ρητά τη θέση του από εξισωτικές σοσιαλιστικές και δημοκρατικές επιδιώξεις. Οι τελευταίες πρόβαλλαν άλλωστε επί σκηνής με την αξίωση ότι διαχειρίζονται δημιουργικά την «αληθινή» κληρονομιά του φιλελευθερισμού και ότι στοχάζονται με ακραία συνέπεια τη «γνήσια» φιλελεύθερη σκέψη όταν από τα τυπικά δικαιώματα συνάγουν τα υλικά και από τη νομική ισότητα την κοινωνική. Υπ’ αυτές τις συνθήκες και κάτω από το φως της μεθερμηνείας αυτής ο φιλελευθερισμός ως θεωρία και έννοια φάνηκε αναγκαστικά λίγο-πολύ ύποπτος στους ίδιους τους κλασσικούς φιλελεύθερους, οι όποιοι σκέφτονταν με αστικές κατηγόριες. Τα μεγάλα συνθήματα της ελευθερίας και της ισότητας, που είχαν διακηρυχθεί ήδη από τον 17ο αιώνα στη γλώσσα του θύραθεν φυσικού δικαίου, επέτρεπαν πράγματι, με την αντίστοιχη καλή θέληση, μιαν ευρεία ερμηνεία, όμως η δυνατότητα αυτή μόλις στον 19ο αιώνα έγινε γενικά συνειδητή. Γιατί οι δημιουργοί των συνθημάτων αυτών όταν τα διατύπωναν είχαν απλώς κατά νου τον παραμερισμό των παλιών φραγμών και ιεραρχιών ανάμεσα στις τάξεις του ancien regime, όμως οι κοινωνικές ανισότητες, που θ’ αποτελούσαν την πέτρα του σκανδάλου για τούς κατοπινούς δημοκράτες, ήσαν στα μάτια τους ολότελα φυσικές, και γι’ αυτό δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι αν ίσχυε απόλυτα το φυσικό δίκαιο ο κύριος δεν θα ήταν πια κύριος ούτε ο δούλος δούλος' αρκεί να υπενθυμίσουμε τις διαμάχες του 19ου αιώνα γύρω από το εκλογικό δικαίωμα προκειμένου να διασαφήσουμε αυτό το σημείο. Εν πάση περιπτώσει τα πράγματα έφθασαν σε σημείο ώστε με την επίκληση μιας ηθικά φορτισμένης έννοιας του φιλελευθερισμού μπορούσε να χαιρετίσει κανείς ακόμα και τάσεις προς το κοινωνικό κράτος, και μάλιστα οχυρωμένος πίσω από την υψηλή περιωπή του ατόμου μέσα στο φιλελεύθερο πλαίσιο σκέψης. Ως ύψιστη αξία, το άτομο έπρεπε τώρα να απολαμβάνει την προστασία της κοινωνίας με τη διαμεσολάβηση του κράτους και να παίρνει απ’ αυτό εγγυήσεις για την ελεύθερη και ολόπλευρη εξέλιξή του.
Οι θέσεις τούτες συνιστούσαν βέβαια ριζική μεθερμηνεία του κλασσικού φιλελεύθερου ατομικισμού, ωστόσο εδώ δεν μας ενδιαφέρει η νομιμότητα της ερμηνείας αυτής παρά το γεγονός ότι έγινε και ότι επηρέασε την πρακτική πολιτική. Όσο περισσότερο η μαζική κοινωνία, που διαμορφώθηκε κάτω απ’ τη δεσπόζουσα επιρροή της αστικής τάξης, πλησίαζε προς τη σύγχρονη μαζική δημοκρατία, τόσο στενότερα συνδεόταν η έννοια του φιλελευθερισμού με τάσεις εν μέρει ηθικές-κρατικιστικές κι εν μέρει ριζικά ατομικιστικές ή απότοκες της πολιτισμικής επανάστασης. Για ευνόητους κοινωνικοϊστορικούς λόγους, μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες η γλωσσική χρήση απέδωσε ορθά την εμπράγματη αυτή κατάσταση, ενώ στην Ευρώπη κρατήθηκε η δισημία.

.~`~.
III
Έτσι λοιπόν μπόρεσε στον 20ο αιώνα να χρησιμοποιηθεί η έννοια του συντηρητισμού για αστικοφιλελεύθερους σκοπούς και η έννοια του φιλελευθερισμού για μια πολιτική αντιαστική στο σύνολο της. Αλλά εξ ίσου πολύσημη και κυμαινόμενη έγινε με τον καιρό και η έννοια του σοσιαλισμού ή της κοινωνικής δημοκρατίας. Η κατάληψη της εξουσίας από μέρους των μπολσεβίκων δεν στάθηκε ικανή να ενοποιήσει τους προϋπάρχοντες σοσιαλισμούς κάτω από το λάβαρο του μόνου νικηφόρου και έτσι να δώσει στην ιδέα του σοσιαλισμού περιεχόμενο αποκλειστικό και μονοσήμαντο. Απεναντίας, προκάλεσε την τελειωτική διάσπαση του σοσιαλιστικού κινήματος σε μιαν επαναστατική και μια μεταρρυθμιστική πτέρυγα, ενώ συνάμα η ιδιαίτερη εκδίπλωση του κομμουνισμού σε μερικές χώρες του Τρίτου Κόσμου είχε ως αποτέλεσμα να μπει η επιγραφή «σοσιαλισμός» πάνω σε καθεστώτα που, αν παραβλέψουμε τα ιδεολογικά ψιμύθια, δεν ήσαν τίποτε άλλο παρά εθνικιστικές δικτατορίες. Ο μεταρρυθμιστικός σοσιαλισμός δυτικού τύπου ακολούθησε από την πλευρά του την ηθική μεθερμηνεία φιλελεύθερων-ατομικιστικών κοινών τόπων, ενώ οι προσπάθειες αιρετικών μαρξιστών (και μαρξιστών-λενινιστών) να ξεκόψουν από τον «σταλινισμό» ως θεωρία και ως πράξη και να διαμορφώσουν τον «ανόθευτο» σοσιαλισμό απλώς εμπλούτισαν με διαρκώς νέες παραλλαγές ένα παιγνίδι που από καιρό είχε καταντήσει μπερδεμένο και πληκτικό.
Φθάνουμε έτσι στις συνέπειες του Ψυχρού Πολέμου για το πολυτάραχο πεπρωμένο του σύγχρονου πολιτικού λεξιλογίου. Γιατί ο Ψυχρός Πόλεμος, δηλ ο πολιτικός και στρατιωτικός ανταγωνισμός του δυτικού και του κομμουνιστικού στρατοπέδου μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, εν μέρει προξένησε και εν μέρει επέτεινε την πολυσημία και τη μη δεσμευτικότητα της έννοιας του σοσιαλισμού, όμως έκαμε και κάτι ακόμη, δηλ άσκησε παρόμοια επίδραση στο περιεχόμενο του συντηρητισμού και του φιλελευθερισμού. Στη νέα του λειτουργία ως έννοια αντίθετη προς τον «ολοκληρωτισμό», ο φιλελευθερισμός σήμαινε βέβαια τον οικονομικό φιλελευθερισμό και επομένως την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, όμως το κέντρο βάρους δεν έπεφτε σ’ αυτό το πεζό γεγονός, το οποίο άλλωστε ο αντίπαλος το χαρακτήριζε ως «κυριαρχία μιας φούχτας καπιταλιστών», παρά στις ευκαιρίες που δημιουργούσε ο οικονομικός φιλελευθερισμός για την ανάπτυξη της κοινωνίας και του ατόμου. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, φιλελευθερισμός είναι η αρχή της απεριόριστης ανανέωσης και των ανοιχτών δυνατοτήτων, της ανοχής και της ανθρώπινης ελευθερίας – κοντολογής της Ελευθερίας με κεφαλαίο. Την ίδια αυτήν ελευθερία εννοούσε όποιος χρησιμοποιούσε την έννοια της δημοκρατίας συνώνυμα με την έννοια του φιλελευθερισμού και στις «κομμουνιστικές τυραννίες» αντιπαρέθετε τις «δυτικές δημοκρατίες». Στο πλαίσιο αυτό, οι έννοιες «φιλελευθερισμός» και «δημοκρατία» γίνονταν αντιληπτές αξιολογικά και κανονιστικά, χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένα κοινωνικά περιεχόμενα ή μορφές κυριαρχίας. Από την πλευρά τους, οι κομμουνιστές μιλούσαν για «συντηρητισμό» ή «άντίδραση» προκειμένου να χαρακτηρίσουν το σύστημα του «κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού», το όποιο κατά την αντίληψή τους δεν ήταν ικανό για καμία ουσιαστική πρόοδο, παρά καταδικασμένο σε συνεχείς κρίσεις, καθώς θυσίαζε την ανάπτυξη της κοινωνίας και του ατόμου στην ανενδοίαστη επιδίωξη του κέρδους από μέρους μιας κυρίαρχης κλίκας. Ενδιαφέρον έχει ότι συχνά ομολογούσαν πίστη στον «συντηρητισμό» και πολλοί από εκείνους, οι όποιοι με την ιδιότητα του αντικομμουνιστή αυτοχαρακτηρίζονταν ως «φιλελεύθεροι» ή «δημοκράτες», όταν έτσι ήθελαν να υπερασπίσουν αιώνιες αλήθειες κι αξίες που έβλεπαν να τις απειλεί ο κομμουνισμός. Πιο συγκεκριμένη γινόταν η αντικομμουνιστική ομολογία πίστεως προς τον «συντηρητισμό», όταν το ζητούμενο ήταν η αποτελεσματική πάλη εναντίον εκείνων, οι όποιοι στο εσωτερικό των δυτικών κρατών μεθερμήνευαν με δημοκρατική έννοια τον φιλελευθερισμό και γι’ αυτό, δίκαια ή άδικα, κατηγορούνταν ως συνοδοιπόροι των κομμουνιστών.
Τώρα το αργότερο μετά την έκβαση του Ψυχρού Πολέμου καθένας οφείλει να γνωρίζει ότι η κομμουνιστική και αριστερή διάγνωση σ’ ό,τι άφορα στον «συντηρητικό» ή και «αντιδραστικό» χαρακτήρα του δυτικού συστήματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στα μεγάλα βιομηχανικά έθνη, ήταν όχι απλώς αβάσιμη, άλλα κενή περιεχομένου. Μπορεί και επιτρέπεται να απορρίψει κανείς το σύστημα αυτό για πολύ διαφορετικούς ηθικούς και αισθητικούς λόγους – όχι όμως επειδή είναι «συντηρητικό», επειδή δηλ εμποδίζει την τεχνική πρόοδο και τη συναφή μ’ αυτήν αναδιάρθρωση της κοινωνίας. Ανεξάρτητα από το πως αποτιμά κανείς ως αξίες την τεχνική πρόοδο, τις καταναλωτικές δυνατότητες και τις ελευθερίες, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την υπεροχή της Δύσης σ’ αυτούς τους τομείς. Η μομφή του «συντηρητισμού» απευθύνθηκε κατά τρόπο κυριολεκτικά παράλογο ενάντια σ’ ένα σύστημα, το όποιο επαναστατικοποίησε την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε έκταση άγνωστη ως τώρα στην παγκόσμια ιστορία και έθεσε στη διάθεση του ατόμου υλικές και άλλες δυνατότητες που εξ ίσου αποτελούν εκπληκτική κοσμοϊστορική καινοτομία. Αν ορισμένοι φορείς ή υπερασπιστές αυτού του συστήματος θέλουν να αυτοαποκαλούνται «συντηρητικοί», ο λόγος είναι εν μέρει οι πολεμικές ανάγκες που προαναφέραμε και εν μέρει ο τρόπος, με τον οποίο κατανοούν οι ίδιοι ηθικά και ιδεολογικά τον εαυτό τους, καθώς αρνούνται να συμφιλιωθούν με τη διαπίστωση ότι το σύστημα αυτό εδώ και καιρό ζει από την αδιάκοπη καταστροφή παλιών άξιών και ακόμη και βασικών βιολογικών δεδομένων – ζει δηλ από εκείνο που σε αληθινά συντηρητικές εποχές ονομαζόταν ύβρις.
Όπως όμως κι αν θα αυτοαποκαλούνται μελλοντικά τέτοιοι «συντηρητικοί», βέβαιο είναι ότι η νίκη της Δύσης στον Ψυχρό Πόλεμο θα παραλύσει τη γλώσσα των «προοδευτικών» κάθε απόχρωσης ή τουλάχιστον θα φέρει άνω-κάτω το λεξιλόγιό τους, γιατί τώρα πια δεν φαίνεται αυτονόητο να συσχετίζει κανείς το ζωτικότερο ή εν πάση περιπτώσει το νικηφόρο σύστημα με έναν νωθρό συντηρητισμό. Καθώς η δραστηριότητα των «προοδευτικών» διανοουμένων έγκειται προ παντός στην ακατάσχετη πολυλογία, αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσχέρειες όταν το γνώριμο τους λεξιλόγιο αλλάζει απότομα. Από κάμποσον καιρό πάντως η έννοια «συντηρητισμός» χρησιμοποιείται όλο και λιγότερο, ή όλο και πιο ανόρεχτα, με υποτιμητική έννοια.

.~`~.
IV
Στο σημείο αυτό πρέπει να θίξουμε ένα πολύ σημαντικό ορολογικό και εμπράγματο ζήτημα. Αν δηλ είναι λάθος να αντιλαμβανόμαστε την έκβαση του Ψυχρού Πολέμου ως νίκη της συντηρητικής Δύσης πάνω στην επαναστατική Ανατολή, αποτελεί εξ ίσου οπτική απάτη να πανηγυρίζεται η κατάρρευση του κομμουνισμού ως νίκη του αστικού φιλελευθερισμού. Έτσι μπορεί να εκφράζεται κανείς μόνον αν κατανοεί τον «φιλελευθερισμό» ως την αντίθετη έννοια προς τον «ολοκληρωτισμό», όπως συνηθιζόταν στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Υπαινιχθήκαμε ήδη ότι στην αντιπαράθεση αυτή χανόταν η ειδοποιός αστική σημασία του φιλελευθερισμού. Αυτό δεν ήταν διόλου τυχαίο. Σε συνάφεια με τη δημοκρατική μεθερμηνεία του φιλελευθερισμού και αναμφίβολα σε συνάρτηση με τον βαθμιαίο κοινωνικό ξεπεσμό της αστικής τάξης, η όποια παράλληλα μετέβαλλε τον χαρακτήρα της, η αστική ουσία του κλασσικού φιλελευθερισμού είχε απισχνανθεί σημαντικά ήδη πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η αστική μαζική κοινωνία βρισκόταν στον δρόμο προς τη σύγχρονη μαζική δημοκρατία από τότε που άρχισε η εκμηχάνιση της καθημερινής ζωής και ανακαλύφθηκε ο εργάτης ως καταναλωτής. Όμως η αποφασιστική αυτή στροφή συντελέστηκε σε ευρύ μέτωπο μόλις μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και κάτω από την επίδρασή του Ψυχρού Πολέμου. Γιατί, πέρα από τις μακροπρόθεσμες κοινωνικοϊστόρικές τάσεις, η μετατροπή της αστικοφιλελεύθερης μαζικής κοινωνίας στη σύγχρονη μαζική δημοκρατία προωθήθηκε και επιταχύνθηκε (και) χάρη στην επιδίωξη να προληφθεί ο κίνδυνος ανόδου των κομμουνιστών στην εξουσία μέσω της γρήγορης βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου. Η διαδικασία αυτή συμβάδισε με έναν ευρύ εκδημοκρατισμό σε όλους τους τομείς και με τον σχηματισμό νέων ελίτ στην οικονομία και στην πολιτική, οι οποίες παραμέρισαν ή διαδέχθηκαν την παλιά αστική τάξη' άλλωστε και η δική τους η σύνθεση αλλάζει πολύ γρηγορότερα από εκείνη προγενέστερων κυρίαρχων ομάδων εξ αιτίας της γενικά αυξημένης κοινωνικής κινητικότητας. Ο μάνατζερ, ο τεχνοκράτης και οι yuppies είναι ως κοινωνιολογικοί τύποι και ως φορείς λειτουργιών κάτι ουσιαστικά διαφορετικό από τον αστό' το αστικό ήθος και έθος ως τρόπος ζωής εκπληρώνει σήμερα, αν κοιτάξουμε τη γενική εικόνα, τις ίδιες γραφικές λειτουργίες εντός του «καλού κόσμου» που άλλοτε εκπλήρωναν μερικά απομεινάρια των παλιών ευγενών οικογενειών.
Η άκρα κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα, η κοινωνική κινητικότητα και ο πλουραλισμός των άξιων διαγράφουν –σε συνδυασμό με την παράλληλα συντελούμενη ισοπέδωση των ιεραρχιών και των εξουσιών, ήτοι σε συνδυασμό με τον εκδημοκρατισμό- μια γενική εικόνα, η οποία επιτρέπεται να χαρακτηρισθεί ως εκείνη μιας αστικοφιλελεύθερης κοινωνίας μονάχα αν παραγνωρίσουμε κεντρικούς κοινωνιολογικούς παράγοντες και θεμελιώδη μεγέθη της ιστορίας των ιδεών. Η σύγχρονη μαζική δημοκρατία προήλθε βέβαια από τούς κόλπους της αστικής κοινωνίας, όμως συνιστά έναν δομικά καινούργιο κοινωνικό σχηματισμό. Γι’ αυτό ακριβώς το πολιτικό λεξιλόγιο που διαμορφώθηκε στην αστική εποχή έχασε μέσα στον σχηματισμό αυτόν το πραγματικό του περιεχόμενο και νόημα, μολονότι οι ανταγωνιστικές πολιτικές ελίτ αναγκαστικά το χρησιμοποιούν, ελλείψει ενός άλλου, προκειμένου να ιδεολογοποιήσουν τις πρακτικές τους επιθυμίες, να διαχωρισθούν συμβολικά η μία από την άλλη και έτσι να φανούν πιο ενδιαφέρουσες.

.~`~.
V
Ώστε η Δύση νίκησε την Ανατολή μονάχα όταν ή αστική ταξική κοινωνία είχε δώσει πια τη θέση της στη μαζική δημοκρατία, πράγμα που έκαμε την κομμουνιστική κριτική του καπιταλισμού να φαίνεται απαρχαιωμένη και μάλλον αδιάφορη. Για να το πούμε παραδοξολογικά: ο αποχαιρετισμός από την Ουτοπία στην Ανατολή έγινε δυνατός χάρη στην πραγμάτωση της Ουτοπίας στη Δύση. Πράγματι, στη δυτική μαζική δημοκρατία ξεπεράσθηκε για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία η σπάνη των αγαθών και η κοινωνία αρθρώθηκε κατά μεγάλο μέρος με βάση τα κριτήρια της λειτουργικότητας και της απόδοσης, ήτοι πραγματώθηκε κατ’ αρχήν η ισότητα σε στενή συνάφεια με τον κατακερματισμό της κοινωνίας σε άτομα, ενώ συνάμα η αυτοπραγμάτωση του άτομου οιονεί ανακηρύχθηκε σε σκοπό του κράτους. Οι ελλείψεις και οι σκιές αυτής της εικόνας είναι γνωστές με το παραπάνω, όμως δεν άλλάζουν τίποτε στο γεγονός ότι αυτή ή -εξαμβλωματική, γελοιογραφική, ιλαροτραγική ή ό,τι άλλο- πραγμάτωση της Ουτοπίας εν τέλει αφόπλισε την κομμουνιστική κριτική του φιλελευθερισμού και του καπιταλισμού.
Έτσι, η σύγχρονη μαζική δημοκρατία παραμέρισε με μια και μόνη κίνηση το αντικείμενο των εννοιών «συντηρητισμός», «φιλελευθερισμός» και «σοσιαλισμός». Με την άκρα κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα και την απεριόριστη κοινωνική κινητικότητα, την οποία χρειάζεται απολύτως για να λειτουργήσει, διέλυσε τα μεγάλα συλλογικά υποκείμενα, με τα όποια συνδέονταν οι έννοιες εκείνες όσο είχαν συγκεκριμένο ιστορικό περιεχόμενο και συγκεκριμένη ιστορική αναφορά. Άλλωστε το κοινό τους πεπρωμένο απέρρεε από την κοινή τους καταγωγή και σταδιοδρομία. Διαμορφώθηκαν μέσα στην κοσμοϊστορική στροφή από τη societas civilis στη μαζική κοινωνία ή από τον αγροτικό στον βιομηχανικό πολιτισμό και έδωσαν από διαφορετικές κοινωνικοπολιτικές και κοσμοθεωρητικές σκοπιές απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα που αναγκαστικά έθεσε η στροφή αυτή.
Η διαδικασία, στην οποία αναφερόμαστε, άρχισε με την ευλαβή υποταγή του άνθρωπου στον Θεό και τέλειωσε με την υπεροπτική κυριαρχία του πάνω στη Φύση, ξεκίνησε από την αυτονόητη ένταξη του ατόμου σε μια κοινωνική ομάδα και έφθασε στην κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα, ορμήθηκε από πάγια ιεραρχημένες ουράνιες και γήινες ουσίες και κατέληξε σε λειτουργίες συνδυάσιμες κατά βούληση.
Οι όροι αυτοί εμπεριέχουν τα κεντρικά θέματα των Νέων Χρόνων, τα οποία εξειδικεύθηκαν στην ιδιαίτερη προβληματική της φιλοσοφίας και της κοινωνικής θεωρίας. Από την άποψη αυτή, ο συντηρητισμός, ο φιλελευθερισμός και ο σοσιαλισμός ανήκουν λόγω των ειδοποιών γνωρισμάτων τους στους Νέους Χρόνους, κι επομένως ή διαπίστωση, ότι αυτές οι έννοιες στην πορεία του αιώνα μας έχασαν προοδευτικά το πραγματικό τους περιεχόμενο, αναγκαστικά γεννά το ερώτημα αν οι Νέοι Χρόνοι ως ιστορική εποχή έφθασαν στο τέρμα τους. Στην προοπτική αυτή δεν μπορεί ούτε η κατάλυση του μαρξισμού να θεωρηθεί ως νίκη των φιλελεύθερων ιδεών. Γιατί, από την άποψη της ιστορίας των ιδεών, ο μαρξισμός πήρε τις θεμελιώδεις του προκείμενες από τον φιλελευθερισμό: όπως και τούτος, επιδίωξε μια σύνθεση οικονομισμού και ανθρωπισμού, ενώ συνάμα θέλησε να κατανοήσει τον κόσμο με βάση την ιστορία ως πρόοδο. Απ’ αυτή τη σκοπιά η ήττα του μαρξισμού σημαίνει τον παραμερισμό των τελευταίων συστηματικά οργανωμένων υπολειμμάτων του ανθρωπιστικού φιλελευθερισμού και την τελειωτική νίκη μιας σκέψης, την οποία μπορούμε να ονομάσουμε προσωρινά μεταμοντέρνα, αν θυμόμαστε συνεχώς τις μαζικοδημοκρατικές της ρίζες και λειτουργίες.
Η διαπίστωση της απαρχαίωσης του πολιτικού λεξιλογίου μετά τη νίκη των δυτικών μαζικών δημοκρατιών πάνω στον κομμουνισμό δεν είναι απαραίτητη μονάχα για τους σκοπούς της ακαδημαϊκής ερευνάς. Γιατί η πλανητική πολιτική θα διαμορφωθεί μελλοντικά με δεδομένο το γεγονός ότι τα δρώντα υποκείμενα θα αποδέχονται μαζικοδημοκρατικές αξίες και μαζικοδημοκρατικούς σκοπούς, από την απλώς ποσοτική άνοδο του βιοτικού επιπέδου ίσαμε την ποιοτική εξίσωση των ευκαιριών και της απόλαυσης τόσο εντός των επί μέρους εθνών όσο και στις σχέσεις των εθνών μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει πρώτα-πρώτα ότι τα οικονομικά (επίμαχα) ζητήματα θα αποκτήσουν μεγαλύτερο πολιτικό βάρος, ότι δηλ η πολιτική όλο και περισσότερο θα κατανοείται και θα ασκείται, ξεκινώντας από την οικονομία, ενώ θα περάσει στο περιθώριο το παραδοσιακά πρωταρχικό πρόβλημα του άριστου κράτους και του άριστου πολιτεύματος. Είναι αξιοσημείωτο ότι μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου φαίνεται να διαμορφώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο μια σύμπνοια πάνω στο πρόβλημα τούτο, ήτοι υφίσταται μια διάθεση μίμησης των πολιτικών θεσμών της Δύσης σε τούτη ή σε κείνη την παραλλαγή. Αυτό συναρτάται με τη συγχώνευση πολιτικής και οικονομίας, γιατί θεωρείται ότι οι τέτοιοι θεσμοί ευνοούν την οικονομική πρόοδο. Συνάμα εμφανίσθηκαν στον ορίζοντα του πλανήτη μας, που στενεύει όλο και περισσότερο, σοβαρότατα προβλήματα, όπως το οικολογικό και το πληθυσμιακό, που ούτε συλλαμβάνονται ούτε και αντιμετωπίζονται με βάση τις νοητικές κατηγορίες και τις συνήθεις σκέψης του συντηρητισμού, του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού. Όπως εν τω μεταξύ γνωρίζουμε, η συντήρηση έχει γίνει από καιρό οργανωτικό ζήτημα, η ελευθερία σε μαζικές κοινωνίες μπορεί εύκολα να οδηγήσει στην έκρηξη ή στη διάλυση, ενώ ο άκαμπτος σχεδιασμός γεννά κακά που δεν μπορεί να θεραπεύσει ο ίδιος.
Ωστόσο θα ήταν ευσεβής πόθος να πιστεύει κανείς ότι η αναπόδραστη αποκοπή από τις παραδοσιακές πολιτικές έννοιες καθώς και η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία θα καταργήσουν ή έστω θα μετριάσουν τις συγκρούσεις ανάμεσα στις ανθρώπινες ομάδες. Χωρίς αμφιβολία θα αποϊδεολογοποιήσουν την πολιτική, δηλ θα μειώσουν ή θα αφανίσουν την επιρροή των ιδεολογιών εκείνων, οι όποιες νομιμοποιούσαν την πολιτική δραστηριότητα από τον καιρό της γαλλικής Επανάστασης και μετά. Όμως είναι κοντόθωρο να αποδίδει κανείς τούς πολιτικούς αγώνες των τελευταίων δύο αιώνων απλώς σε ιδεολογικό φανατισμό και να περιμένει ex contrario από το «τέλος των ιδεολογιών» και το τέλος των αγώνων. Οι αποϊδεολογοποιημένοι αγώνες θα είναι ίσως σφοδρότεροι από τούς ιδεολογικούς, αν ορισμένα αγαθά αποδειχθούν σπάνια ακριβώς σε μιαν εποχή όπου ύψιστος σκοπός της ανθρωπότητας θεωρείται η υπέρβαση της σπάνης των αγαθών. Η άποϊδεολογοποίηση και η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία σε τελευταία ανάλυση σημαίνουν ότι στο έξης οι αγώνες θα διεξάγονται για χειροπιαστά υλικά αγαθά, δίχως αξιόλογες ιδεολογικές διαμεσολαβήσεις. Για να είμαστε λοιπόν ακριβείς θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε το τέλος των ιδεολογιών ως μερική επιστροφή στο ζωικό βασίλειο. Αν είναι ωραίο και ευκταίο να φθάσει ως εκεί ο αποχαιρετισμός από την Ουτοπία, παραμένει βέβαια ζήτημα γούστου.

Πλανητική Πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο
Εκδ. Θεμέλιο

.~`~.