6 Σεπτεμβρίου 2013

Τα όρια και το χάος των θεωριών. Η Ελλάδα και η Κύπρος από τη σκοπιά των σύγχρονων θεωριών. Ρεαλισμός, κανονιστική τοποθέτηση, δομισμός, θεωρία της εξάρτησης, ανάλυση παγκόσμιων συστημάτων, πλουραλισμός, κονστρουκτιβισμός, θετικισμός, εκσυγχρονισμός, κριτική θεωρία, μεταμοντερνισμός και λειτουργισμός.


.~`~.
Πρόλογος
Το χάος των θεωριών - γενικά στοιχεία
α´
Σαν να μην έφτανε η σύγκρουση μεταξύ ρεαλιστών και συμπεριφοριστών, το αντικείμενο των διεθνών σχέσεων, οι οποίες έχουν ουσιαστικά γίνει διεθνής πολιτική, έχει εμπλουτιστεί κατά πολύ από: το δομισμό, ο οποίος αποδίδει περισσότερη έμφαση στη συνολική δομή παρά στα ατομικά κράτη' τη θεωρία της εξάρτησης (για κάποιους μια υποδιαίρεση του δομισμού), η οποία αμφισβητεί τις υποθέσεις του εκσυγχρονιστικού υποδείγματος ότι όλα τα κράτη περνούν από τα ίδια στάδια, αποδίδοντας έμφαση στη σχέση εκμεταλλευτή-εκμεταλλευόμενου' την ανάλυση παγκοσμίων συστημάτων, η οποία οργανώνει τον κόσμο σε κράτη-πυρήνες, ημι-περιφερειακά και περιφερειακά κράτη' το θετικισμό, ο οποίος προσπαθεί να εξηγήσει μέσω της εδραίωσης προτύπων και, επομένως, βρίσκεται κοντά στο συμπεριφορισμό' τον κονστρουκτιβισμό, ο οποίος θέλει να δείξει πως οι ιδέες και οι προτιμήσεις παίζουν κυρίαρχο ρόλο στη συγκρότηση του κόσμου' το μεταμοντερνισμό, ο οποίος αμφισβητεί τις θεμελιώδεις παραδοχές των περισσότερων θεωριών διεθνών σχέσεων (και άλλων θεωριών) και συνδέεται στενά με την κριτική θεωρία' την κανονιστική θεωρία, η οποία εισάγοντας ένα ιδιαιτέρως ηθικό και πολιτικό περιεχόμενο στη μελέτη των διεθνών σχέσεων, έριξε μια γάτα στον περιστερώνα' τον πλουραλισμό, ο οποίος υποστηρίζει ότι το κράτος είναι ένας μεταξύ πολλών παραγόντων που συγκροτούν την ολότητα και ότι ο «κρατοκεντρισμός» τον οποίο ευνοούν οι ρεαλιστές είναι παραπλανητικός' και ο λειτουργισμός, ο οποίος τονίζει τον κεντρικό ρόλο της διεθνούς συνεργασίας κι έτσι αποδίδει πολύ περισσότερη έμφαση στα Ηνωμένα Έθνη από ό,τι για παράδειγμα, ένας ρεαλιστής. Το γεγονός ότι όλα τα παραπάνω έχουν καρυκευτεί με τις βασικές ιδεολογίες του συντηρητισμού, του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού, είναι εξίσου προφανές' και για να εμπλουτίσουμε περαιτέρω την εικόνα, έχουμε την κατηγοριοποίηση της «Αγγλικής Σχολής» [Martin Wight και Hedley Bull ο οποίος είναι διστακτικός προς αυτή την κατηγοριοποίηση] σε «τρεις παραδόσεις», την χομπσιανή' η οποία είναι ρεαλιστική και υπογράμμίζε ότι η ισχύς είναι ο κύριος παράγοντας στη σύγκρουση μεταξύ κυρίαρχων βουλήσεων, την γκροτιανή, η οποία θέλει να εισάγει αποτελεσματικούς κανόνες σε ένα αναρχικό σύστημα κρατών και την καντιανή, η οποία τονίζει την ισχύ του ατόμου.

β´
Ίσως το θεμελιώδες πρόβλημα δεν είναι τόσο οι ανταγωνιστικές ιδεολογικές «κοσμοεικόνες» όσο η προχειρότητα της ορολογίας και της κατηγοριοποίησης, ιδίως όταν διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσα σε «σχολές», «θεωρίες», «παραδείγματα», «προοπτικές», «προσεγγίσεις» και απλές «ιδέες». Ας εξετάσουμε συνοπτικά τον τρόπο με τον οποίο κάποιοι σεβάσμιοι ακαδημαϊκοί προσπάθησαν να απλοποιήσουν τα ζητήματα.
Ο Τζέφρευ Μπεριντζ (ο οποίος ταυτίζει τη διεθνή πολιτική με τις διεθνείς σχέσεις και επιμένει ότι πρόκειται για αντικείμενο και όχι για επιστημονικό πεδίο), γράφει ότι υπάρχουν τρεις ανταγωνιστικές προσεγγίσεις στο πεδίο: ο ρεαλισμός, ο πλουραλισμός και ο δομισμός. Το Penguin Dictionary of International Relations δηλώνει ότι με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου υπάρχουν τέσσερα ανταγωνιστικά παραδείγματα: ο νεορεαλισμός, ο νεοφιλελευθερισμός, η κριτική θεωρία και ο μεταμοντερνισμός. Ο Stephen Walt [οποίος χαρακτηρίζεται ως «αμυντικός ρεαλιστης» -σε αντίθεση με τον John J. Mearsheimer ο οποίος χαρακτηρίζεται ως «επιθετικός ρεαλιστής»- και έχει εισάγει την διαφοροποίηση της κλασικής έννοιας Balance of power σε Balance of threat] γράφει για τρεις παραδόσεις: ρεαλισμός, φιλελευθερισμός και ριζοσπαστισμός, έπειτα παρουσιάζει ένα διάγραμμα με τίτλο «Ανταγωνιστικά παραδείγματα», στο οποίο αναφέρει ξανά το ρεαλισμό και τον φιλελευθερισμό και προσθέτει τον κονστρουκτιβισμό. Υποτίθεται ότι ο αναγνώστης πρέπει να υποθέσει ότι ένα παράδειγμα είναι μια παράδοση και ότι ο ριζοσπαστισμός είναι κονστρουκτιβισμός; Ο Alan Sked προσφέρει μια σαφή εξήγηση από την οπτική γωνιά ενός ιστορικού και αναφέρεται σε τρεις σχολές: τη ρεαλιστική, τη συμπεριφορική και τη δομιστική. Όμως έπειτα αναφέρεται σε αυτές ως παραδείγματα, ενώ δηλώνει εύλογα ότι όλες αλληλοεπικαλύπτονται και ότι, επομένως, δεν είναι εύκολο να επιλέξουμε κάποια συγκεκριμένη, ιδίως από τη στιγμή που για να διαλέξουμε πρέπει να εξοικειωθούμε με ένα πλήθος επιστημονικών πεδίων όπως είναι η ιστορία, η πολιτική, η κοινωνιολογία, η οικονομική, το δίκαιο, η ψυχολογία, η ανθρωπολογία και η φιλοσοφία «για να αναφέρουμε κάποια».
Προς πλέον εμπλουτισμό (και περιπλοκή) του πεδίου (ή των πεδίων) της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, η σύγχρονη θεωρητική μελέτη των διεθνών σχέσεων πέρασε, από την έμφαση που απέδιδε στη Βιολογία ο κοινωνικός δαρβινισμός, στη Φυσική (μετά από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο) και σήμερα, όπως φαίνεται, επιστρέφει στη Βιολογία [εκεί πάντα κατοικοεδρεύει το δαιμονικό (*)]. Φαίνεται ότι τώρα ο Φουκουγιάμα, ίσως επειδή αντιλήφθηκε ότι το «τέλος της ιστορίας» είναι, εν τέλει, μια επιφανειακή και ανούσια ιδέα, υποστηρίζει ότι το κεντρικό ρόλο πρέπει να παίζουν οι «αρσενικές αξίες» οι οποίες «βασίζονται στη βιολογία». Γράφει ότι «οι θηλυκοί χιμπαντζήδες έχουν σχέσεις, ενώ οι αρσενικοί ασκούν realpolitik» και ότι επειδή (όπως ισχυρίζεται) υπάρχει συνέχεια ανάμεσα στον χιμπαντζη και το σύγχρονο άνθρωπο, αυτό έχει σημαντικές συνέπειες για τη διεθνή πολιτική, ιδίως από τότε που ο μεταμελημένος Φουκουγιάμα βολτάρει επικίνδυνα σε κάποιες από τις ιδέες του Mein Kampf του Αδόλφου Χίτλερ.
Πρέπει να πούμε ότι η σύνδεση ανάμεσα στη θεωρία διεθνών σχέσεων και την επιστήμη, πολιτική ή φυσική, έχει αναπτυχθεί κυρίως στην Αμερική, εκφράζοντας ίσως τον γενικώς υλιστικό τρόπο ζωής στις ΗΠΑ. Είναι εύλογο να πούμε ότι ο «ωμός επιστημονισμός» αποτελεί χαρακτηριστικό της σύγχρονης θεωρίας διεθνών σχέσεων και ότι η μοναδική συνετή διέξοδος από τον λαβύρινθο είναι «να προσφέρουμε εμπειρικά, φιλοσοφικά και και πολιτικά επιχειρήματα ενάντια στον επιστημονικό ιμπεριαλισμό» [Beware of the false prophets: biology, human nature and the future of International Relations theory].


.~`~.
Η Ελλάδα και η Κύπρος από τη σκοπιά των σύγχρονων θεωριών

Ρεαλισμός
Είτε μιλάμε για τον κλασικό, το νεοκλασικό και το στρατηγικό ρεαλισμό ή το νεορεαλισμό και τις διάφορες υποδιαιρέσεις του, όλοι εστιάζουν στην ισχύ του κράτους ως τον κύριο παράγοντα των διεθνών σχέσεων. Από αυτή την προοπτική, η θέση της νεότερης Ελλάδας και της Κύπρου είναι αποτέλεσμα ενός άναρχου κόσμου στον οποίο ισχυρές ενδιαφερόμενες δυνάμεις παζάρευαν γύρω από την Ελλάδα και την Κύπρο λόγω της υποτιθέμενης στρατηγικά σημαντικής θέσης τους, σε σχέση με τα Δαρδανέλια και τη «Δυτική Ασία» (όπως το έθεσε ο Ντισραέλι). Η δικαιολόγηση πίσω από αυτό το μάλλον ανάρμοστο παζάρι είναι η πολιτική της «ισορροπίας ισχύος», μια ευλογοφανής πανάκεια για όσους ρεαλιστές επιδιώκουν να διατηρήσουν τη σταθερότητα σε έναν άναρχο κόσμο. Η Ρωσία, η Βρετανία, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Αυστρο-Ουγγαρία και, σε μικρότερο βαθμό, η Γαλλία, ήταν οι κύριες ενδιαφερόμενες πλευρές, ενώ και η Ιταλία ανέβηκε στο τρένο με κέφι και κάποιες φανφάρες μετά το 1912. Έτσι, το Συνέδριο του Βερολίνου του 1878 μπορεί να θεωρηθεί ως μια ρεαλιστική απόπειρα της Βρετανίας να περιορίσει την προέλαση της Ρωσίας και τις απειλές στο ναυτικό έλεγχο της, στο όνομα της ισορροπίας της ισχύος. Για αυτό το σκοπό, μετά από το 1878 η Βρετανία ήθελε να διατηρήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως σοβαρή δύναμη, ακόμα και αφού είχε γίνει εμφανής η ταχύτατη παρακμή της. Επομένως, μετά από το 1923 η Βρετανία είχε πάντα την οξύνοια, όπως την έχει και σήμερα, να διασφαλίζει ότι τα απομεινάρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (η Τουρκία) θα παραμένουν αρκετά ισχυρά ώστε να χρησιμοποιούνται ενάντια στη Ρωσία και, αν χρειαστεί, την Ελλάδα. Η Ελλάδα και η Κύπρος ήταν, και είναι, όργανα αυτής της τακτικής. Εξ ου και η ανάγκη της Βρετανίας να διασφαλίσει ότι η Τουρκία δεν θα αποδυναμωθεί στρατιωτικά.

Κανονιστικό πρίσμα
Εξετάζοντας την Ελλάδα και την Κύπρο μέσα από ένα κανονιστικό πρίσμα, μπορούμε να δούμε τη διακριτική εισαγωγή ηθικών και πολιτικών ζητημάτων στο πρόβλημα, ζητημάτων όπως είναι η δικαιοσύνη, η αδικία, ο πόλεμος, η ειρήνη και η ανάμιξη με την εθνική κυριαρχία. Έτσι, ενώ ένας ρεαλιστής θα μπορούσε να εξηγήσει και να δικαιολογήσει τις διάφορες περιπτώσεις ανάμιξης στην ελληνική εθνική κυριαρχία, ένας κανονιστικός αναλυτής θα μπορούσε να ασκήσει κριτική σε αυτές τις παραβιάσεις και να τις αναλύσει από μια οπτική γωνία που αναρωτιέται αν αυτές οι παραβιάσεις θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν. Θα απέδιδε ιδιαίτερη προσοχή στην ανθρώπινη διάσταση και, συνεπώς, στους ατομικούς διαμορφωτές των αποφάσεων. Θα εξέταζε την ορθότητα και τα σφάλματα της βρετανικής αποικιακής κατοχής στην Κύπρο και αν θα έπρεπε ή όχι να επιτραπεί στην Κύπρο να είναι κυρία του εαυτού της. Σε αντίθεση με έναν ρεαλιστή, θα μπορούσε να ασκήσει οξεία κριτική στην τακτική «διαίρει και βασίλευε» των Βρετανών στην Κύπρο ή στη διαγωγή συγκεκριμένων ατόμων στο Υπουργείο Αποικιών, όπως αυτή αξιολογείται σύμφωνα με διεθνώς αποδεκτές νόρμες. Το κύριο πρόβλημα εδώ είναι ότι διαφορετικοί άνθρωποι και διαφορετικά συστήματα έχουν διαφορετικές νόρμες. Για παράδειγμα, στην Ανατολική Τουρκία, ακόμα και σήμερα, ένας αδερφός μπορεί να σκοτώσει την αδερφή του αν εκείνη έχει «ντροπιάσει την οικογένεια» ή αν έχει «πάει με άλλον άντρα» εκτός γάμου, ενώ κάτι τέτοιο θα εθεωρείτο σαφώς βάρβαρο στην Ελλάδα. Στην περίπτωση της Ελλάδας και της Κύπρου λοιπόν, η κανονιστική προσέγγιση μπορεί να συνεπάγεται περιπλοκές και αντιφάσεις, δεδομένων των διαφορετικών εθίμων, πεποιθήσεων και παραδόσεων που εμπλέκονται.

Δομισμός
Μια δομιστική οπτική γωνία θα μπορούσε να θεωρήσει την Ελλάδα και την Κύπρο αναγκαία τμήματα της συνολικής δομής των σχέσεων μεταξύ κρατών, προσπαθώντας να εξηγήσει τα γεγονότα ως συνάρτηση, π.χ., της θέσης της Ελλάδας στη διεθνή τάξη των συνθηκών, όπως εκείνων που δημιουργήθηκαν μετά από το 1878 (αν και κάποιοι θα υποστήριζαν ότι αυτό ήταν περισσότερο μιας περίπτωση αταξίας!) και από τη Συνθήκη της Λοζάνης του 1923. Έπειτα θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η θέση της Ελλάδας και της Κύπρου προέκυψε από την εξάρτηση τους από τα συμφέροντα μεγαλύτερων δυνάμεων.

Θεωρία της εξάρτησης
Με αυτόν τον τρόπο θα συνηγορούσε -ακούσια ή όχι- υπέρ της «θεωρίας της εξάρτησης», την οποία κάποιοι συνδέουν με το δομισμό - ή αποτελεί υποδιαίρεση του. Θα απέδιδε έμφαση στη σχέση «εκμεταλλευτή-εκμεταλλευόμενου», μια προσέγγιση η οποία πηγάζει από τη Σχολή της Φρανκφούρτης και το Μαρξισμό. Η Ελλάδα και η Κύπρος συνιστούν εύφορο έδαφος για αυτή τη προσέγγιση, καθώς ιστορικά διάφορες δυνάμεις έχουν ανταγωνιστεί, και συνεχίζουν να ανταγωνίζονται, για τον έλεγχο της Ελλάδας, της Κύπρου και της Ανατολικής Μεσογείου. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η Βρετανία έχει συμπεριφερθεί ηγεμονικά... η προσπάθεια για διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και για υποστήριξη μιας εγγενώς ασταθούς Τουρκικής πολιτείας στο όνομα της πολιτικής της ισορροπίας ισχύος διατηρώντας την ισχύουσα κατάσταση μέσω συντήρησης της ισχύος της Τουρκίας, συνδέεται επίσης με αυτή τη προσέγγιση, καθώς πλουσιότερες, πιο ισχυρές χώρες εμπλέκονται στην πολιτική μικρότερων κρατών για να υπερασπίσουν αυτό που θεωρούν δικό τους στρατηγικό όφελος.

Ανάλυση παγκοσμίων συστημάτων
Με αυτό συνδέεται η ανάλυση παγκοσμίων συστημάτων, η οποία διαιρεί τον κόσμο σε κράτη-πυρήνες, ημι-περιφερειακά και περιφερειακά κράτη. Η σύγχρονη Ελλάδα μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί σήμερα ότι έχει περάσει από μια περιφερειακή σε μια ημι-περιφερειακή θέση. Οι περιορισμοί στην ελευθερία δράσης της θα μπορούσαν να θεωρηθούν παράγοντας του βαθμού της «περιφερειακότητας» της σε σχέση με τα κράτη-πυρήνες, ενώ κάποιοι θα θεωρούσαν την Κύπρο ως ένα απλό πέμπτο τροχό στο σύστημα με περιορισμένη επιρροή στο πεπρωμένο της.

Πλουραλισμός
Σε αντίθεση με την ιδέα της κατηγοριοποίησης των κρατών, ο πλουραλισμός θεωρεί ότι το κράτος είναι ένας μεταξύ διαφόρων «παικτών» που συγκροτούν το σύνολο: πολυεθνικές επιχειρήσεις, εκπαιδευτικά σώματα, η πληθώρα των ομάδων συμφερόντων διαφόρων ειδών και διεθνείς οργανισμοί, μεταξύ πολλών άλλων. Έτσι, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι οι θέσεις της Ελλάδας και της Κύπρου και, εν τέλει, της Ανατολικής Μεσογείου, πηγάζουν από ένα συνδυασμό της πολιτικής ισχύος, π.χ., της Ρωσίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας και των ΗΠΑ, της πολιτικής του ΟΗΕ και των κινήτρων κέρδους ομάδων μετόχων μεγάλων κατασκευαστών όπλων, οι οποίοι δικαιολογούν τις πράξεις τους επικαλούμενοι την ανάγκη για θετική ισορροπία - ή, κατ' ιδίαν, για θετικούς ισολογισμούς.

Κονστρουκτιβισμός
Η κονστρουκτιβιστική προσέγγιση, η οποία απομακρύνεται από την ιδέα ενός κόσμου από αποτελείται από κράτη και άλλους «παίκτες», σε διάφορες κατηγορίες, οργανωμένους κάθετα ή οριζόντια, θα τόνιζε ότι όλα τα καλά και τα κακά που έχουν βιώσει η Ελλάδα και η Κύπρος είναι μια έκφραση ιδεών, προτιμήσεων και επιθυμιών και όχι υλικών, φυσικών παραγόντων. Με αυτή την έννοια, «μαζικές στάσεις και φιλοδοξίες» έχουν «κατασκευάσει» τα γεγονότα. Η αδυναμία αυτής της προσέγγισης, τουλάχιστον όσον αφορά στην Κύπρο και, εν τέλει, την αποικιακή και μετα-αποικιακή ιστορία μεγάλου μέρους της Ανατολικής Μεσογείου, έγκειται στο γεγονός ότι πολλές από τις ιδέες, τις απόψεις, τις θεωρίες και τις προτιμήσεις οι οποίες ισοδυναμούν πραγματικά με πολιτικές εκπορεύονται από σκέψεις οι οποίες βασίζονται σε υλικά συμφέροντα, κάτι το οποίο, φυσικά, συνδέεται με τον κρατοκεντρικό ρεαλισμό. Για παράδειγμα, το νεοσυντηρητικό πρόγραμμα της κυβέρνησης Μπους, με τα συναισθηματικά φορτισμένα στοιχεία του «αναγεννημένου» χριστιανικού φονταμενταλισμού που συνδέονται με τον Σιωνισμό, είναι μια ιδέα και μια προτίμηση η οποία αποτελεί συστατικό μιας πολιτικής, στο βαθμό που επηρεάζει τη διαμόρφωση της [Michael Northcott - An Angel Directs the Storm: Apocalyptic Religion and American Empire]. Παραδόξως, λοιπόν, βλέπουμε πως μια κονστρουκτιβιστική προσέγγιση μπορεί να καθορίσει ερήμην της μια νεοσυντηρητική προσέγγιση.

Θετικισμός
Ο θετικισμός, αντί να αναγνωρίζει τις ιδέες, τις προτιμήσεις και τις επιθυμίες σύμφωνα με τις οποίες οι άνθρωποι διαμορφώνουν τις διεθνείς σχέσεις, αποδίδει έμφαση στην εδραίωση προτύπων, και επομένως έχει στενή σχέση με τον συμπεριφορισμό, ο οποίος συχνά ταυτίζεται με την προσέγγιση της κοινωνικής επιστήμης. Αυτή η προσέγγιση δεν αναλύει συγκεκριμένες «συμπεριφορές» αλλά μάλλον τη δυναμική μεταξύ τέτοιων «συμπεριφορών» και, συνεπώς, τον τρόπο με τον οποίο η μια επηρεάζει τις άλλες, οδηγώντας σε μια συγκεκριμένη έκβαση. Στην περίπτωση της Ελλάδας και της Κύπρου ένας θετικιστής θα επιχειρούσε να εξετάσει τη συμπεριφορά των ατόμων και των κυβερνήσεων, φερ' ειπείν, στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Τουρκία, τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και τη Ρωσία και να εξετάσει δράσεις και αντιδράσεις στη διάρκεια διαφόρων κρίσεων. Θα σημείωνε ότι σε κάθε κρίση από το 1960 και εξής η Βρετανία αμέσως συμβουλευόταν τις ΗΠΑ και συμμαχούσε μαζί τους, ενώ η Σοβιετική Ένωση/Ρωσία εκτόξευε διάφορες διπλωματικές απειλές, η δε Ελλάδα προσπαθούσε να συντονιστεί σε μια κοινή θέση με την Κύπρο. Ακολούθως και οι δύο αντιδρούσαν στις τουρκικές απειλές αφού είχαν ήδη προσεγγίσει τη Βρετανία, τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Ο θετικιστής θα προσπαθούσε να αναδείξει μέσα από τις διάφορες ανταλλαγές ένα συνεπές πρότυπο. Η αδυναμία μιας τέτοιας προσέγγισης είναι ότι συχνά τα κράτη κρύβουν τα δεδομένα που απαιτούνται για τέτοιες αναλύσεις και αξιολογήσεις, κι έτσι ο θετικιστής τείνει να περιορίζεται σε αναφορές των ΜΜΕ και σε ακαδημαϊκές εργασίες, ενώ το παρασκήνιο παραμένει έξω από την εμβέλεια του, στο χώρο των εικασιών. Ένα άλλο πρόβλημα είναι η ανήθικη συμπεριφορά. Δεν είναι εύκολο για ένα θετικιστή να ενσωματώσει το ψεύδος στη προσεκτικά σχεδιασμένη εξίσωση του, πόσο μάλλον αν το ψεύδος εκτίθεται μετά από τη δημοσίευση της μελέτης του. Η επίθεση στο Ιράκ το 2003 είναι μια τέτοια περίπτωση. Παρομοίως, πολλά από τα τεκμήρια για την παρασκηνιακή συμπαιγνία της Βρετανίας με την Τουρκία τη δεκαετία του 1950, το τέχνασμα του Sir Ivone Kirkpatrick να εκθέσει τις (κατά τον ίδιο) διαφορές μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων και η απόφαση των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου να μην εμποδίσουν την τούρκικη εισβολή στην Κύπρο, δεν αποκαλύφθηκαν παρά τη δεκαετία του 1980 και του 1990. Σκεφτείτε πόσες σοφολογιότατες ακαδημαϊκές εργασίες πρέπει να έχουν γραφτεί βασιζόμενες σε (άγνωστες) ψευδείς προκείμενες!

Θεωρία του εκσυγχρονισμού
Αντί να προσπαθεί να αναγνωρίσει συμπεριφορικά πρότυπα, ένας θεωρητικός του εκσυγχρονισμού θα προσπαθούσε να αποδείξει ότι η Ελλάδα, η Κύπρος και η Τουρκία απλώς περνούν από στάδια και ότι, για παράδειγμα, σε είκοσι και σαράντα χρόνια αντιστοίχως θα έχουν φτάσει στο (τρέχον!) στάδιο της Ολλανδίας, του Λουξεμβούργου και της Γερμανίας. ίσως θα πρότεινε επίσης ότι τότε θα ήταν δυνατόν η Ελλάδα και η Τουρκία να επιλύσουν τις τουρκικές αξιώσεις σε ελληνικά εδάφη με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η Γαλλία και η Γερμανία επέλυσαν τη διαμάχη τους για την Αλσατία και τη Λωραίνη. Αυτή η θεωρία αμφισβητείται φυσικά με επιμονή από τους οπαδούς της θεωρίας της εξάρτησης, καθώς εκείνοι θα υποστήριζαν ότι η ανάπτυξη των αναπτυσσόμενων χωρών παρεμποδίζεται από τη συμπεριφορά κρατών-πυρήνων.

Κριτική θεωρία
Η κριτική θεωρία, σε αντίθεση με πολλές από τις παραπάνω θεωρίες, τείνει να αντιμετωπίζει κάποιες θεωρίες ως υποκειμενικά μορφώματα που εκφράζουν τα συμφέροντα συγκεκριμένων ομάδων. Έτσι θεωρούν τις περισσότερες θεωρίες εγγενώς πολιτικές και επικεντρώνονται στην απελευθέρωση των θεωρητικών από τις εννοιολογικές φυλακές τους και στην αναζήτηση εναλλακτικών προσεγγίσεων. Επομένως ένας θιασώτης της κριτικής θεωρίας θεωρεί ότι η γνώση έχει μολυνθεί από το πολιτικό συμφέρον -συνειδητό ή ασυνείδητο- του υποκειμένου της. Η κριτική θεωρία μπορεί να περιγραφεί γενικώς ως απόπειρα να αποτινάξουμε τις αλυσίδες των συμβατικών θεωριών «αποδομώντας» τις και αναζητώντας τρόπους για να τις αναδομήσουμε. Ένας θιασώτης της κριτικής θεωρίας μπορεί να βλέπει το πρόβλημα της Κύπρου ως αποτέλεσμα αμοιβαία ανταγωνιστικών θεωριών, από τις οποίες καμία δεν έχει βελτιώσει τη κατάσταση, κυρίως λόγω της παραδοχής ότι κάθε προσέγγιση βασίζεται σε συγκρούσεις ακαδημαϊκών και πολιτικών συμφερόντων και όχι στην επίλυση προβλημάτων καθ' εαυτήν.

Μεταμοντερνισμός
Η μεταμοντέρνα προσέγγιση, αν και συχνά ταυτίζεται με την κριτική, είναι για κάποιους πιο εσωτερική, στο βαθμό που προχωρά βαθύτερα αμφισβητώντας την ίδια την έννοια της γνώσης. Ένας τολμηρός μεταμοντερνιστής δεν θα επιχειρήσει απλώς να αποδομήσει κι έπειτα να ανασυγκροτήσει με νέο και «ελεύθερο» τρόπο, αλλά θα επιχειρήσει να καταστρέψει ολόκληρη της βάση της σκέψης που υπόκειται των θεωριών. Μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να είναι υγιής, από την άποψη ότι μπορεί πράγματι να εκθέσει και την υποκρισία και τον κίνδυνο των προιδεασμών και των προκαταλήψεων που επηρεάζουν τις διεθνείς σχέσεις. Παραμένει όμως το πρόβλημα που πάμε από εκεί (αν υποθέσουμε ότι πρέπει να πάμε κάπου). Με άλλα λόγια, όταν εκθέτουμε, συνήθως μέσω κειμενικής ανάλυσης, θεωρίες που επιχειρούν να προωθήσουν τη μονομέρεια, μπορούμε να απομείνουμε με ένα άδειο συναίσθημα και να αναρωτιόμαστε πως θα αναγεννηθούμε ως «άγρια μωρά» [«enfant sauvage»] για να ξεκινήσουμε από την αρχή. Το πρόβλημα είναι ότι ακόμα και το «enfant sauvage» σύντομα θα αρχίσει να γνωρίζει άλλους ανθρώπους και να σχηματίζει τις δικές του γνώμες, χωρίς να γνωρίζει ακόμα τις ηδονές της μεταμοντέρνας προσέγγισης. Όσον αφορά στην Κύπρο, ένας τολμηρός μεταμοντερνιστής θα μπορούσε να πει ότι όλα όσα έχουν συμβεί στο νησί και εντός του νησιού εκφράζουν ψευδείς προκείμενες, ρομποτική σκέψη, υποκρισία, πνευματική αγυρτεία, σοφιστεία και απληστία και ότι ακόμα και για να ξεκινήσουμε να προσεγγίζουμε το πρόβλημα, πρέπει να καταστρέψουμε όλους τους προιδεασμούς. Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκαναν οι Ντανταιστές στην έκθεση τους στο Βερολίνο ήταν να καταστρέψουν τους ίδιους τους πίνακες τους. Μετά από κάτι τέτοιο μπορεί κανείς να αρχίσει να λειτουργεί ξανά, και αν ναι, πως και βάσει ποιών προκείμενων; Χρειαζόμαστε όντως προκείμενες; Μήπως η ανάγκη για προκείμενες είναι και αυτή μια αλυσίδα που μας δεσμεύει;

Λειτουργισμός
Ο λειτουργισμός, η τελευταία προσέγγιση με την οποία θα ασχοληθούμε εδώ, είναι πιο πρακτικός και κατανοητός και τον αφήσαμε τελευταίο διότι η τρέχουσα κυβέρνηση της Κύπρου έχει τονίσει τη σημασία μιας λειτουργικής λύσης στο πρόβλημα της Κύπρου. Είναι μια χρήσιμη λέξη, καθώς, πέρα από τις συνδηλώσεις της για μια λύση που θα είναι πρακτική και εφαρμόσιμη, πρόκειται για μια θεωρία που προωθεί την ιδέα ότι οι κοινές ανάγκες μπορούν να ενώσουν λαούς διαμέσου συνόρων, αποφεύγοντας, όπου είναι αυτό δυνατόν, τα δύσκολα ζητήματα της υψηλής πολιτικής. Αναζητώντας περιοχές κοινών αναγκών και, επομένως, κοινών συμφερόντων, αποδίδει έμφαση στη διεθνή συνεργασία. Καθώς όμως αποφεύγει δύσκολες περιοχές, όπως είναι οι αποζημιώσεις ή οι εδαφικές αξιώσεις (έναντι της Κύπρου και της Ελλάδας), θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι επιτρέπει σε δύσκολα ζητήματα να υποβόσκουν και να γίνονται πιο δυσεπίλητα. Ένα αντεπιχείρημα θα ήταν ότι η εύρεση περιοχών κοινού συμφέροντος μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκό κλίμα στο οποίο μπορούν να προσεγγιστούν φαινομενικά δυσθεράπευτα προβλήματα. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ελλάδας και της Κύπρου, φαίνεται ότι η εύρεση περιοχών (φαινομενικά) κοινού συμφέροντος δεν έχει λειτουργήσει τουλάχιστον σε σχέση με την Τουρκία: η πολυδιαφημισμένη «διπλωματία του σεισμού» του Έλληνα πρώην Υπουργού Εξωτερικών Γεωργίου Παπανδρέου (στο πλαίσιο της οποίας χόρεψε ακόμα και ελληνικό χορό χάρη του Τούρκου ομολόγου του) και η ελληνική στήριξη (έστω για λόγους τακτικής) της εισόδου της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν οδήγησαν σε απάλυνση της στάσης της Τουρκίας ως προς την Κύπρο ή των αξιώσεων της για ελληνικές βραχονησίδες και για την υφαλοκρηπίδα. Έτσι, αν και μια λειτουργική προσέγγιση είναι καλή ιδέα και μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία σωμάτων όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, όταν μιλάμε για διμερείς σχέσεις, έχει τους περιορισμούς της


Μερικά από τα ονόματα που υπάρχουν στο ιστολόγιο και σχετίζονται με πολλές από τις άνωθεν θεωρίες είναι τα εξής: Παναγιώτης Κονδύλης, Immanuel Wallerstein, Hedley Bull, E. H. Carr, Gunnar Hering, Fernand Braudel, Kenneth Waltz, John J. Mearsheimer, Μιχάλης Χαραλαμπίδης, Karl Polanyi, Zbigniew Brzezinski, Αστέρης Χουλιάρας και άλλοι.

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική