9 Οκτωβρίου 2013

Ενθυμήσεις: «Ο εγκαταλειμμένος ναός... η πτώση της δημοκρατίας».



.~`~.
Προλεγόμενα

«Οι ''φασισμοί'' εμφανίστηκαν», έγραψε ένας Γάλλος κριτικός, «επειδή η φιλελεύθερη δημοκρατία απέτυχε πολιτικά και κοινωνικά». Οι συγγραφείς του Φασισμός για ποιούς; (1938) το έθεσαν πιο απλά: «Ο φασισμός ήταν προϊόν της δημοκρατικής αποσύνθεσης». Η αποσύνθεση αυτή εκδηλωνόταν εναργέστερα στις διαδικασίες του ίδιου του κοινοβουλίου. Για πολλούς Ευρωπαίους οι ρίζες της μεταπολεμικής «άνθησης της δικτατορίας» βρίσκονταν «στην κρίση της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης όπως αυτή ασκείται σήμερα».

Ελευθερία: Πολλοί χαμογελούν στο άκουσμα της λέξης. Δημοκρατία;
Κοινοβούλια; Λίγοι είναι αυτοί που δεν μιλούν άσχημα για τα κοινοβούλια...
Φραντσέσκο Νίττι, 1927
...μια περίοδος όπου ακούει κανείς να μιλούν παντού για κρίση
-μερικές φορές ακόμα και για τη συντριβή- της δημοκρατίας.
Χανς Κέλσεν, 1932

Πολλοί επικριτές του φασισμού αρέσκονταν να βλέπουν τη μετατόπιση της Ευρώπης προς τα δεξιά σαν ένα επεισόδιο συλλογικής φρενοβλάβειας, μια μορφή μαζικής τρέλας, που τελικά θα υποσκελιζόταν από τη λογική. Ακόμα και σήμερα πολλοί είναι αυτοί που το βρίσκουν ευκολότερο να φαντάζονται την Ευρώπη σαν μια ήπειρο που παρασύρθηκε από κάποιους ψυχασθενείς δικτάτορες παρά σαν μια ήπειρο που επέλεξε να εγκαταλείψει τη δημοκρατία. Καθόμαστε και χάβουμε βιβλία που παρουσιάζουν τον Μουσσολίνι σαν μπουφόνο, τον Χίτλερ σαν έναν παράφρονα και ανερμάτιστο φανατικό, τον Στάλιν σαν έναν παρανοϊκό ψυχοπαθή. Τι όμως στ' αλήθεια να μας πει η ζωή του Μουσσολίνι για την έλξη που άσκησε ο φασισμός;

.~`~.
I
Ο Φασισμός απορρίπτει στη Δημοκρατία το κατά συνθήκην ψεύδος της πολιτικής ισότητας, το πνεύμα της συλλογικής ανευθυνότητας και το μύθο της ευτυχίας και της προόδου επ' αόριστον... Δεν θα πρέπει να υπερβάλλει κανείς τη σημασία που είχε ο Φιλελευθερισμός τον περασμένο αιώνα και να τον ανάγει σε θρησκεία της ανθρωπότητας για όλο το παρόν και το μέλλον, τη στιγμή που στην πραγματικότητα ήταν μια μόνο από τις πολλές θεωρίες εκείνου του αιώνα... Σήμερα ο Φιλελευθερισμός είναι έτοιμος να κλείσει τις πύλες του εγκαταλειμμένου ναού του... Να γιατί όλοι οι πολιτικοί πειραματισμοί του σύγχρονου κόσμου είναι αντιφιλελεύθεροι και η επιθυμία να εξοριστούν από την ιστορία είναι εξόχως γελοία: λες και η ιστορία είναι τσιφλίκι του Φιλελευθερισμού και των καθηγητών, λες και ο Φιλελευθερισμός είναι η τελευταία και ανυπέρβλητη λέξη του πολιτισμού... Ετούτος ο αιώνας είναι ο αιώνας της εξουσίας, ένας αιώνας της Δεξιάς, ένας φασιστικός αιώνας.
Μπενίτο Μουσσολίνι, 1923
Στα πλαίσια της επίθεσης του ενάντια στον φιλελεύθερο ατομικισμό, ο φασισμός πρότεινε ένα κοινωνικό πρόγραμμα με επαναστατικές προεκτάσεις: ο αστικός καταμερισμός της ζωής σε δημόσια και ιδιωτική σφαίρα έπρεπε να αντικατασταθεί από μια «ολοκληρωτική» αντίληψη για την πολιτική ως συνολικό βίωμα... Οι αντιδράσεις από το εξωτερικό ήταν σε μεγάλο βαθμό θετικές. Οι ξένοι παρατηρητές δεν είχαν εντυπωσιαστεί από την ιταλική κοινοβουλευτική εμπειρία, και στις επιδοκιμασίες τους για τα επιτεύγματα του Μουσσολίνι διέβλεπε κανείς συχνά μια γενικότερη ανησυχία για την αποτελεσματικότητα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στον σύγχρονο κόσμο. Άγγλοι πολιτικοί όπως ο Ουίνστον Τσώρτσιλ ή ο Ώστον Τσαμπερλαιν, οι οποίοι αμφέβαλλαν αν η κοινοβουλευτική παράδοση ήταν έτσι κι αλλιώς εξαγώγιμη, συγχάρηκαν με συγκατάβαση τους Ιταλούς επειδή απελευθερώθηκαν από μια μορφή διακυβέρνησης η οποία προφανώς δεν τους ταίριαζε.
Ανάλογες αμφιβολίες για την οικουμενικότητα του δημοκρατικού μοντέλου μπορούσαν να ανιχνευτούν ευρύτερα. Ορισμένοι αναρωτιόνταν κατά πόσον «οι λατινικοί λαοί» με την απολυταρχική τους παράδοση μπορούσαν να βγάλουν από τη δημοκρατία οτιδήποτε άλλο εκτός από μια «κωμωδία». Στην Πορτογαλία, για παράδειγμα, στα δεκαπέντε χρόνια που κύλησαν από την ίδρυση της δημοκρατίας είχαν εμφανιστεί οχτώ πρόεδροι, δεκάδες κυβερνήσεις και αναρίθμητες απόπειρες πραξικοπήματος. Υπήρχαν ίσως ορισμένες ιδιαίτερες ιστορικές παραδόσεις στον αγγλοσαξονικό κόσμο που εξηγούσαν την αντοχή των δημοκρατικών θεσμών - μακριά ιστορία πετυχημένων αγώνων εναντίον της μοναρχίας, βαθιά προσήλωση στις ελευθερίες που είχαν κερδηθεί αργά και επώδυνα στη διάρκεια αυτών των αγώνων. Η προπολεμική εμπειρία της Ελλάδας, της Ρουμανίας, της Σερβίας, ακόμα και της ίδιας της Ιταλίας έδειχνε πως τα κοινοβούλια μπορούσαν κάλλιστα να συνυπάρξουν με τη διαφθορά τις πελατειακές σχέσεις και τη διαρκή οπισθοδρόμηση.
Ταυτόχρονα, οι μεταπολεμικές αλλαγές στη φύση της διακυβέρνησης και στο ρόλο του κράτους είχαν κάνει το κοινοβούλιο λιγότερο σημαντικό ως τόπο λήψης αποφάσεων απ' όσο ήθελαν να παραδεχτούν οι φιλελεύθεροι οπαδοί του. Τώρα έπρεπε να μοιράζεσαι την εξουσία με κέντρα επιχειρηματικής και συνδικαλιστικής διαπραγμάτευσης και άλλες ομάδες συμφερόντων. Όταν κοιτούσε κανείς με μεγαλύτερη προσοχή πως πραγματικά λειτουργούσαν τα κοινοβούλια στη δεκαετία του 1920, το ερώτημα ήταν εύλογο: και ποιόν ενδιαφέρουν τελικά;


.~`~.
II
α´
«Οι ''φασισμοί'' εμφανίστηκαν», έγραψε ένας Γάλλος κριτικός, «επειδή η φιλελεύθερη δημοκρατία απέτυχε πολιτικά και κοινωνικά». Οι συγγραφείς του Φασισμός για ποιούς; (1938) το έθεσαν πιο απλά: «Ο φασισμός ήταν προϊόν της δημοκρατικής αποσύνθεσης». Η αποσύνθεση αυτή εκδηλωνόταν εναργέστερα στις διαδικασίες του ίδιου του κοινοβουλίου. Για πολλούς Ευρωπαίους οι ρίζες της μεταπολεμικής «άνθησης της δικτατορίας» βρίσκονταν «στην κρίση της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης όπως αυτή ασκείται σήμερα».
Όπως είχαν προβλέψει από την αρχή ορισμένοι επικριτές της, η αναλογική αντιπροσώπευση οδήγησε σε κατακερματισμένα νομοθετικά σώματα με πλήθος κομμάτων. Το ίδιο σύστημα που είχε σχεδιαστεί για ν' αντανακλά τη λαϊκή βούληση αποκάλυπτε την απουσία της μέσα σ' ένα συνονθύλευμα από ταξικές, εθνοτικές ή θρησκευτικές διαφορές. Για παράδειγμα, στο Reichstag του 1930 εξασφάλισαν θέση δεκαέξι κόμματα, στις τσέχικες εκλογές του 1929 δεκαεννέα, ενώ στη Λετονία, στην Εσθονία και στην Πολωνία μερικές φορές ακόμα περισσότερα. Σύμφωνα με τον Κάμπο, «η μεγαλύτερη αναποτελεσματικότητα του ιταλικού κοινοβουλίου συνέπεσε με την εφαρμογή της... αναλογικής αντιπροσώπευσης», που την περιέγραφε ως «έναν από τους προφανέστερους λόγους της επιτυχίας της φασιστικής επανάστασης».
Ο κατακερματισμός αυτός μπορούσε να αποθαρρυνθεί με νέους εκλογικούς νόμους. Η Γαλλία το 1924 και η Ελλάδα το 1928 αντικατέστησαν την αναλογική αντιπροσώπευση με την πλειοψηφική. Οι επικριτές της πρώτης υποστήριζαν ότι το πλειοψηφικό σύστημα θα ενίσχυε τη σταθερότητα της δημοκρατίας και επικαλούνταν το παράδειγμα της Βρετανίας. Το πρόβλημα ωστόσο δεν σταματούσε στο εκλογικό σύστημα. Τα πολιτικά κόμματα -πολύ οργανωμένα, συχνά με τις δικές τους εκπαιδευτικές, πολιτιστικές, προνοιακές και παραστρατιωτικές υπηρεσίες- κατηγορούνταν συχνά ότι ενεργούσαν ως μεσάζοντες επιμέρους συμφερόντων, αντί να εκπροσωπούν τη χώρα στο σύνολο της. Ένας συντηρητικός Γερμανός θεωρητικός έκανε λόγο για τον «εγωισμό» των πολιτικών κομμάτων και θεωρούσε την επιρροή τους «σύμπτωμα ασθένειας» και «εκφυλισμού». Οι Βέλγοι μιλούσαν υποτιμητικά για «κομματοκρατία». Υπήρχαν Αγροτικά Κόμματα, Κομμουνιστικά και Σοσιαλδημοκρατικά Κόμματα για τη βιομηχανική εργατική τάξη, ακόμη κι ένα «Κόμμα των Μεσαίων Τάξεων, των Βιοτεχνών και των Εμπόρων» (στην Τσεχοσλοβακία). Τα κόμματα εμφανίζονταν με ταξικά αλλά και με εθνοτικά κριτήρια. Στη Βαϊμάρη εμφανίστηκε για λίγο ένα Κόμμα για την Πνευματική Αναγέννηση. Το κοινοβούλιο έμοιαζε με φακό, που μεγένθυνε αντί να επιλύει τις έντονες κοινωνικές, εθνικές και οικονομικές τριβές της κοινωνίας.
Συχνά έβλεπε κανείς βουλευτές να εξακοντίζουν βρισιές και καρέκλες μεταξύ τους' σε μια ακραία περίπτωση, στη Σκούπστινα [Βουλή] του Βελιγραδίου το 1928, ένας Σέρβος βουλευτής σκότωσε τον Κροάτη ηγέτη του Αγροτικού Κόμματος πυροβολώντας τον εξ επαφής, πράγμα που έκανε τον βασιλιά Αλέξανδρο να αναστείλει τις εργασίες της Βουλής, να άρει το Σύνταγμα και, σε μια εκδήλωση ακραίας ευελπιστίας, να μετονομάσει τη χώρα των Σέρβων, των Κροατών και των Σλοβένων σε Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας. Όλα αυτά όμως ελάχιστα ωφέλησαν, και το 1934 ο ίδιος ο Αλέξανδρος δολοφονήθηκε από ακραίους Κροάτες εθνικιστές.

β´
Στην ανάλυση του για το κομματικό σύστημα της Βαϊμάρης, ο Σίγκμουντ Νόυμαν υποστήριξε ότι τα πολιτικά κόμματα της Γερμανίας μάλλον αντιπαρατίθεντο παρά συνομιλούσαν το ένα με το άλλο. Κάθε ομάδα υποστηρικτών, ενεργοποιημένη στο πλαίσιο ολοένα πιο στρατιωτικοποιημένων κομματικών οργανώσεων που είχαν τα δικά τους λάβαρα και πλακάτ, έβλεπε με εχθρότητα τα άλλα τμήματα της κοινωνίας. Ο πολιτικός διάλογος και οι κυβερνήσεις συνεργασίας δυσκολεύονταν όλο και περισσότερο, διότι «η συζήτηση χάνει κάθε νόημα όταν ο συνομιλητής σου έχει ήδη αποφασίσει ποιά θα είναι η θέση του προτού καν αρχίσει η συζήτηση... Το αποτέλεσμα είναι ότι έχουν κλονιστεί τα πνευματικά θεμέλια του φιλελευθερισμού και του κοινοβουλευτισμού». Ο Νόυμαν προέβλεπε ότι «η κατάρρευση του κοινοβουλίου θα οδηγήσει αναγκαστικά στην αύξηση της σπουδαιότητας άλλων πολιτικών παραγόντων, ίσως του προέδρου του Ράιχ [ή] της κυβέρνησης του Ράιχ». Η νομοθετική παράλυση, σύμφωνα με τον συνάδελφο του Μόριτς Μπον, «κάνει να δυναμώνουν οι φωνές που ζητούν ένα δικτάτορα, ο οποίος θα θέλει να κάνει τα πράγματα που το έθνος θέλει να γίνουν, χωρίς να είναι δέσμιος της εξουσίας οικονομικών ομάδων ή ακόμα και μιας πλειοψηφίας». Ο Χανς Κέλσεν, ένας από τους επιφανέστερους Ευρωπαίους θεωρητικούς του δικαίου, μίλησε για την «κρίση του κοινοβουλευτικού συστήματος» και εξέτασε τη δυνατότητα να ενισχυθούν οι εξουσίες της κυβέρνησης έναντι του Reichstag. Ο Νόυμαν, ο Μπον και ο Κέλσεν ήταν όλοι τους δηλωμένοι δημοκράτες' αλλά καταλάβαιναν ότι ζούσαν σε κοινωνίες χωρισμένες στα δύο, σε μια εποχή πρωτοφανούς οικονομικής και πολιτικής πόλωσης. Η δημοκρατία υποτίθεται ότι είχε ενώσει το έθνος' αντί γι' αυτό, φαινόταν να το είχε διαιρέσει.
Λόγω της πληθώρας των ανταγωνιστικών κομματικών συμφερόντων, ο σχηματισμός κυβερνήσεων γινόταν ολοένα δυσκολότερος. Είναι αμφίβολο αν υπήρξαν μετά το 1918 στην Ευρώπη χώρες που η μέση κυβέρνηση τους να διήρκεσε περισσότερο από ένα χρόνο' στη Γερμανία και στην Αυστρία ο μέσος όρος ήταν οχτώ μήνες, στην Ιταλία πέντε, στην Ισπανία μετά το 1931 λιγότερο από τρεις. Στη γαλλική Τρίτη Δημοκρατία -το άκαρπο πρότυπο τόσων και τόσων ανατολικοευρωπαϊκών συνταγμάτων- η μέση ηλικία των κυβερνήσεων έπεσε από τους δέκα μήνες το 1870-1914, στους οχτώ το 1914-32 και μόλις στους τέσσερις το 1932-1940. Τούτο αντανακλούσε τη σχεδόν πλήρη απουσία σταθερών δικομματικών νομοθετικών σωμάτων, ή κομμάτων ικανών να κερδίζουν απόλυτες πλειοψηφίες. «Η αποκατάσταση του κύρους του κράτους στο πλαίσιο της δημοκρατίας... θα είναι... το πρώτο και σπουδαιότερο στοιχείο του προγράμματος που θα επεξεργαστούμε», ανήγγειλε ο Πωλ-Μπονκούρ το Δεκέμβριο του 1932' η κυβέρνηση του έπεσε ένα μήνα αργότερα.
Τα αδιέξοδα της νομοθετικής εξουσίας δημιούργησαν ένα ρεύμα υπέρ της ενδυνάμωσης της εκτελεστικής... Συνταγματικές αναθεωρήσεις με σκοπό την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας πράγματι συνέβησαν στην Πολωνία και στη Λιθουανία (1926 και 1935), στην Αυστρία (1929) και στην Εσθονία (1933 και 1937). Το 1931 το ισπανικό σύνταγμα -το πιο νεωτεριστικό της μεσοπολεμικής Ευρώπης- επέτρεψε την ανάθεση ουσιωδών νομοθετικών εξουσιών στην εκτελεστική εξουσία. Πολλοί ωστόσο φοβόνταν ότι τέτοιες κινήσεις θ' αποδεικνύονταν -όπως για παράδειγμα στη Πολωνία του Πιλούντσκι- ένα βήμα στο δρόμο προς τη δικτατορία, και όχι μια θωράκιση της δημοκράτιας. «Πρέπει να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία», προειδοποιούσε την Ένωση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ο κορυφαίος Γάλλος φιλελεύθερος Βίκτορ Μπάς το Μάιο του 1934. «Δεν θα δεχτούμε την αποπομπή του κοινοβουλίου, ούτε αυτά τα νομοθετικά διατάγματα, που μπορεί να είναι συνταγματικά, αλλά αντιστρατεύονται τις ίδιες τις αρχές της δημοκρατίας».
Εδώ ακριβώς μπορούμε να διακρίνουμε τη σύγκρουση ανάμεσα στους φιλελεύθερους δημοκράτες, από τη μια μεριά, οι οποίοι έβλεπαν στην «Εξουσία έναν εχθρό που πρέπει να αποδυναμώνεται όσο γίνεται περισσότερο», και από την άλλη, σ' εκείνους τους πιο πραγματιστές συνταγματικούς, οι οποίοι αντέτειναν ότι σε μια κρίση η εκτελεστική εξουσία πρέπει να χρησιμοποιήσει όλες τις διαθέσιμες συνταγματικές εξουσίες για να διαφυλάσσει την ουσία της δημοκρατίας. Πουθενά η σύγκρουση αυτή δεν είχε βαθύτερες συνέπειες απ' όσο στη Γερμανία της Βαϊμάρης.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 ο δεξιός θεωρητικός του δικαίου Καρλ Σμιτ είχε ήδη επεξεργαστεί την ανάλυση του για το «κράτος εξαίρεσης» - στο οποίο έκτακτες συνταγματικές εξουσίες θα ασκούνταν με σκοπό την υπεράσπιση του συντάγματος και όχι την εγκαθίδρυση της δικτατορίας. Με το Reichstag να έχει παραλύσει, ο Σμιτ προωθούσε την ιδέα του προέδρου ως υπερασπιστή του συντάγματος. Από το Μάρτιο του 1930 ώς τον Ιανουάριο του 1933, η Βαϊμάρη κινήθηκε προς ένα προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης μέσω εκτάκτων διαταγμάτων. Στις καταστροφικές εκλογές του 1930 οι Ναζί και οι Κομμουνιστές βγήκαν δεύτερο και τρίτο μεγαλύτερο κόμμα αντίστοιχα, κάνοντας αδύνατο ένα συνασπισμό της πλειοψηφίας και προσδίδοντας αξιοπιστία στα επιχειρήματα του Σμιτ. Η Γερμανία έδινε πια την εντύπωση ότι βρισκόταν σε μια κατάσταση όπου τα νομοθετικά διατάγματα που εκδίδονταν βάσει του άρθρου 48 του συντάγματος ήταν βασικής σημασίας προκειμένου η διακυβέρνηση να μην περάσει στα χέρια κομμάτων ταγμένων στην πλήρη ανατροπή της δημοκρατίας. Όμως, με την ολοένα μεγαλύτερη χρήση του άρθρου 48, γινόταν δύσκολο να προσδιοριστεί από ποιο σημείο και πέρα η δημοκρατία ολίσθαινε προς τη δικτατορία. Από το 1925 ως το 1931 εκδόθηκαν μόνο δεκαέξι έκτακτα διατάγματα' το 1931 έγιναν σαράντα δύο, έναντι τριάντα πέντε νόμων που είχαν ψυφιστεί από το Reichstag [Βουλή]' το 1932 έγιναν πενήντα εννέα έναντι πέντε... Ο περισσότερος κόσμος φρονούσε ότι το φιλελεύθερο μοντέλο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας χρειαζόταν αναθεώρηση.


.~`~.
III
α´
Τα κοινοβούλια δεν ήταν το μόνο επίμαχο ζήτημα' επιθέσεις δεχόταν επίσης, σε πολύ ευρύτερο μέτωπο η φιλελεύθερη δημοκρατία. Για να το θέσουμε όσο πιο απλά γίνεται: πόσο δημοκρατική ήταν η νοοτροπία της μεσοπολεμικής Ευρώπης; Απογοητευμένοι νομικοί έλεγαν πως το πρόβλημα δεν ήταν η υπερβολική δημοκρατικότητα των συνταγμάτων αλλά η έλλειψη δημοκρατικών αξιών στο ευρύ κοινό. Ο Μόριτς Μπον εξέφραζε την άποψη πολλών, όταν έλεγε ότι πίσω από την κρίση των κοινοβουλίων υπήρχε «η κρίση της ευρωπαϊκής ζωής».
Ήδη από το τελευταίο τέταρτο του δεκάτου ενάτου αιώνα διάφορα αντιφιλελέυθερα και αντιδημοκρατικά πιστεύω κέρδιζαν έδαφος. Με το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου εξαπλώθηκαν γρήγορα μέσω ενός «ευαγγελίου της βίας», που ήταν μεν πιο έκδηλο στο φασιστικό κίνημα, αλλά το συμμερίζονταν πολλοί εκπρόσωποι της «γενιάς του 1914», όπως την αποκάλεσε ένας μεταγενέστερος ιστορικός. Αναθρεμμένοι με τον πόλεμο, ορισμένοι ακραίοι ιδεολόγοι προτιμούσαν τη βία από το λόγο, τη δράση από τη ρητορεία: από τον Μαρινέττι ως τον Έρνστ Γιούνγκερ, πολλοί νέοι άρρενες Ευρωπαίοι στη δεκαετία του 1920 ήταν πρόθυμοι να δικαιολογήσουν και μάλιστα να υποστηρίξουν την πολιτική της αντιπαράθεσης... Η βία μάγευε τους καλλιτέχνες, εξπρεσιονιστές και σουρεαλιστές. Ορισμένοι διέκριναν τη κληρονομιά του Πολέμου στην ατμόσφαιρα του «εσωτερικού πολέμου» που πόλωνε τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, και η οποία βρήκε τη νομική της έκφραση στην αντίληψη του Λένιν περί εσωτερικού εμφυλίου πολέμου και στο ναζιστικό «κράτος εκτάκτου ανάγκης».
Ανάμεσα στους βετεράνους του πολέμου υπήρχαν στοχαστές όπως ο Γιούνγκερ και πολιτικοί της Δεξιάς όπως ο Ρεμ, αρχηγός των SA (Ταγμάτων Εφόδου), ο Όσβαλντ Μόζλευ, ο Φλαμανδός εθνικιστής Γιόρις βαν Σέβερεν, ο Ούγγρος Φέρεντς Σάλασι (ιδρυτής του εξτρεμιστικού κινήματος του Βελόσταυρου) και φυσικά ο Χίτλερ. Τούτοι χτυπούσαν τη δημοκρατία επειδή ήταν «αστική»: νωθρή, υλιστική, ανιαρή και ανίκανη να προκαλέσει τη συμπάθεια των μαζών, ένας καθρέφτης των οραμάτων μιας περασμένης γενιάς, που οι πολιτικοί της φορούσαν φράκο ημίψηλο.
Ο Μπερτράν ντε Ζουβενέλ έλεγε πως οι νέοι έβρισκαν τη δημοκρατία μη ελκυστική' ο Ανρί ντε Μοντερλάν αντιπαρέθετε στο «ταλαίπωρο βλέμμα» και την καθιστική ζωή του αστού τη σωματική ρώμη του πειθαρχημένου νεαρού θιασώτη του αυταρχισμού, ο οποίος καρπωνόταν τη φασιστική «επανάσταση του σώματος». Νέοι Ρουμάνοι διανοούμενοι όπως ο Εμίλ Σιοράν και ο Μιρτσέα Ελιάντε χαιρέτιζαν την επίθεση του Χίτλερ κατά του «δημοκρατικού ορθολογισμού» και την ενεργητικότητα του μεσσιανικού, πνευματικού ολοκληρωτισμού. Ενάντια στην εξύμνηση του εγωιστικού ατόμου από το φιλελευθερισμό προέβαλαν το πνεύμα της αυτοθυσίας, της υπακοής και του καθήκοντος στην κοινότητα. Παρακμασμένη και εξαντλημένη όμως έβρισκαν τη δημοκρατία και άλλοι εκτός από τους δηλωμένους αντιδημοκράτες. Ο Ρόμπερτ Μουζίλ, συγγραφέας του Ανθρώπου χωρίς ιδιότητες, έλεγε: «Δεν πολεμώ ενάντια στο φασισμό αλλά μέσα στο πλαίσιο της δημοκρατίας, για το μέλλον της, επομένως και ενάντια στη δημοκρατία». Ο Χ. Τζ. Ουέλς προέτρεπε τους σπουδαστές των θερινών μαθημάτων της Οξφόρδης να γίνουν «φιλελεύθεροι Fascisti» και «πεφωτισμένοι ναζί», που θα συναγωνίζονταν τους ένθερμους υποστηρικτές της δικτατορίας σε ενθουσιασμό και αυτοθυσία. Δεν έβλεπε πως θα μπορούσε να επιζήσει η δημοκρατία, αν δεν κατάφερνε να κινητοποιήσει τέτοιου είδους προασπιστές. Ο φιλελευθερισμός έμοιαζε υπερβολικά ατομικιστικός για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις μιας πιο κολεκτιβιστικής εποχής
Το 1930 ο καγκελάριος της Βαϊμάρης Χέρμαν Μύλλερ προειδοποιούσε ότι «μια δημοκρατία χωρίς δημοκράτες αποτελεί εσωτερικό και εξωτερικό κίνδυνο». Αλλά οι ιδρυτές του μεταπολεμικού συνταγματισμού δεν είχαν προβληματιστεί ιδιαίτερα γι' αυτό το ζήτημα. Ο Κέλσεν, για παράδειγμα, είχε προπαγανδίσει με καμάρι το όραμα του για μια «νομική θεωρία αποκαθαρμένη από κάθε πολιτική ιδεολογία»' μια τέτοια θεωρία όμως, εξαιτίας της αποστασιοποίησης της από την πολιτική, δεν είχε υποστηρικτές. Ο Κέλσεν επέκρινε τους Αυστριακούς χριστιανοσοσιαλιστές και σοσιαλδημοκράτες γιατί ακολουθούσαν διαφορετικές νομικές παραδόσεις, μολυσμένες από τον πολιτικό καθολικισμό ή το μαρξισμό' αυτοί όμως είχαν τουλάχιστον μεγάλη κομματική βάση, ενώ εκείνος όχι. Διανοητικά μπορεί η θέση του να ήταν ατράνταχτη' πολιτικά όμως ο ίδιος ζούσε με τις βολικές ψευδαισθήσεις της αστικής κουλτούρας του δεκάτου ενάτου αιώνα. Η δημοκρατία στην Ευρώπη είχε βασιστεί για λίγο μετά το 1918 σ' έναν ασταθή συνασπισμό διεθνών και εγχώριων δυνάμεων, ο οποίος τώρα κατέρρεε σε μεγάλο τμήμα της ηπείρου...
Ο σκληρός πυρήνας των φιλελεύθερων παλαιού τύπου περιθωριοποιήθηκε στα χρόνια του Μεσοπολέμου, καθώς οι αγώνες τους είχαν λήξει νικηφόρα με την ήττα των μοναρχών και των αριστοκρατιών. «Οι θετικοί λόγοι για να είναι κανείς φιλελεύθερος», σύμφωνα με τον Τζον Μέυναρντ Κέυνς το 1925, ήταν «πολύ ασθενείς». Η παρακμή των Βρετανών Φιλελεύθερων δεν επηρέασε τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος, δεν μπορούμε όμως να πούμε το ίδιο για το Δημοκρατικό Κόμμα της Βαϊμάρης, για παράδειγμα, ή για άλλα κλασικά φιλελεύθερα κόμματα. Η μαζική ψηφοφορία απειλούσε να τα περιθωριοποιήσει πολιτικά σε σχέση με τα μεγάλα κόμματα της Αριστεράς, του δυναμικού συντηρητισμού και εθνικισμού και του Καθολικισμού. Ιδίως ο φόβος του κομμουνισμού έσπρωξε πολλούς φιλελεύθερους προς αυταρχικές λύσεις. Εκεί συναντήθηκαν με διάφορους άλλους ελιτιστές -θιασώτες της κοινωνικής μηχανικής, διευθυντές επιχειρήσεων και τεχνοκράτες-, που επιθυμούσαν επιστημονικές απολίτικες λύσεις στα δεινά της κοινωνίας και δυσανασχετούσαν με την αστάθεια και την ανικανότητα του κοινοβουλευτικού συστήματος.

β´
Η ευρωπαϊκή Αριστερά είχε εξασθενήσει σοβαρά από τη διάσπαση σοσιαλδημοκρατών και κομμουνιστών, και δεν ξανάγινε ποτέ τόσο ισχυρή όσο το 1918-19. Οι κομμουνιστές αντιτάχθηκαν στην «αστική τυπολατρία», όπως την αποκαλούσαν -στην κοινοβουλευτική δημοκρατία δηλαδή-, μα δεν μπορούσαν να την καταστρέψουν, αν και έβαλαν τα δυνατά τους, τουλάχιστον μέχρι το 1934. Με πιθανή εξαίρεση τη Γαλλία της δεκαετίας του 1930, έμειναν στο περιθώριο της πολιτικής και φιγουράρισαν -όπως είπε πρόσφατα ένας ιστορικός- «στην πλευρά των χαμένων σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις των χρόνων του Μεσοπολέμου». «Οποιαδήποτε έλλογη κρίση και αν υιοθετήσουμε», καταλήγει ο Ντόναλντ Σασσούν, «οι επιδόσεις του προπολεμικού κομμουνισμού στην Ευρώπη πρέπει να καταγραφούν ως αποτυχία». Οι σοσιαλδημοκράτες δεν ήθελαν να καταστρέψουν τη δημοκρατία, εφόσον αυτή μπορούσε να μετασχηματιστεί σε σοσιαλισμό. «Η δημοκρατία δεν αρκεί / Στόχος είναι ο σοσιαλισμός», έλεγε το στιχάκι που συνόψιζε τη στάση του SPD απέναντι στη Βαϊμάρη. Ήταν μια πολύ προσωρινή υποστήριξη, βασισμένη σε μαρξιστικές προϋποθέσεις και επιφυλάξεις, ιδίως από τη στιγμή που φάνηκε ότι πολλά από τα κοινωνικά δικαιώματα που διατυπώνονταν στο δεύτερο μέρος του συντάγματος της Βαϊμάρης θα έμεναν κενό γράμμα. Τουλάχιστον ένας οξυδερκής κριτικός προείδε τις συνέπειες: ο Χέρμαν Χέλλερ προειδοποίησε στο απόγειο της ύφεσης ότι ή η Βαϊμάρη θα πραγματοποιούσε την υπόσχεση της να γίνει soziale Rechtsstaat -ένα κράτος με κοινωνική και οικονομική δικαιοσύνη, όπως προέβλεπε το σύνταγμα- ή θα ολίσθαινε προς τη δικτατορία.
Μόνο εκεί που οι σοσιαλδημοκράτες συνέπηξαν μια γερή συμμαχία με αγροτικούς πληθυσμούς -όπως κατεξοχήν στη Σκανδιναβία- ή με τους συντηρητικούς -όπως στο Βέλγιο και στη Βρετανία- επέζησε η δημοκρατία. Στις άλλες χώρες, οι συνταγματικές δεσμεύσεις για κοινωνικοοικονομικά δικαιώματα και παροχές πρόνοιας υπονομεύτηκαν από την ύφεση και τη μαζική ανεργία. Η επούλωση του ρήγματος στην Αριστερά μέσ' από μια στρατηγική Λαϊκού Μετώπου ήρθε πολύ αργά για τη Γερμανία και την Αυστρία, απέτυχε να σώσει το δημοκρατικό πολίτευμα στην Ισπανία και τελικά κατέρρευσε στην ίδια της τη γενέτειρα, τη Γαλλία.
Πολλοί συντηρητικοί, από τη μεριά τους, ήταν και αυτοί δυσαρεστημένοι από τη μεσοπολεμική δημοκρατία και ευχαρίστως θα επέστρεφαν σε πιο ελιτίστικους, αριστοκρατικούς, ενίοτε ακόμα και μοναρχικούς τρόπους διακυβέρνησης. Γι' αυτούς το πρόβλημα με τη δημοκρατία ήταν ότι έδινε δύναμη στις μάζες, ότι δημοκρατία και εξουσία ήταν υποτίθεται ασύμβατα μεγέθη. Επίσης συνήθιζαν να επιτίθενται στη δημοκρατία για ηθικούς λόγους. Η δημοκρατία έδινε υπερβολική έμφαση στα δικαιώματα και όχι αρκετή στις υποχρεώσεις. Είχε εκθρέψει τον εγωισμό και την ιδιοτέλεια των επιμέρους κοινωνικών ομάδων, συμβάλλοντας έτσι στην ίδια της την πτώση, αφού είχε πάψει να καλλιεργεί τη συνείδηση του πολίτη ή το αίσθημα της κοινότητας... Οι επικρίσεις αποκάλυπταν την αδυναμία της δημοκρατίας να σταθεί στο ύψος των αυτάρεσκων ισχυρισμών της, ότι είχε ενσαρκώσει το έθνος στο σύνολο του και του είχε δώσει φωνή. Κάποτε είχε ακουστεί τόσο σίγουρη: «Εμείς, το τσεχοσλοβακικό έθνος, θέλοντας να σχημαστίσουμε μια τελειότερη ένωση του έθνους...», έτσι ξεκινούσε το προοίμιο του τσεχικού συντάγματος του 1920' παρέμενε όμως ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσον οι Σλοβάκοι, οι Εβραίοι, οι Ούγγροι και οι Γερμανοί της χώρας ένιωθαν ότι συμπεριλαμβάνονταν σε αυτή την έκφραση.
Ο Ούγκο Πρόυς, συντάσσοντας το προσχέδιο του συντάγματος της Βαϊμάρης, σημείωνε ότι «δεν υπάρχει ούτε πρωσικό ούτε βαυαρικό έθνος... [εδώ γελάμε...] υπάρχει μόνο ένα γερμανικό έθνος, που θα διαμορφώσει την πολιτική του οργάνωση στο πλαίσιο της γερμανικής δημοκρατίας». Και όμως, τα γεγονότα έδειξαν το αντίθετο: στην μεν Αυστρία απαγορεύτηκε να ενταχθεί στη νέα Γερμανία, στη δε Βαυαρία να αποσχιστεί' το ίδιο το σύνταγμα συντάχθηκε σε ατμόσφαιρα εμφυλίου πολέμου. Ο γεμάτος αυτοπεποίθηση αστικός ισχυρισμός ότι τα φιλελεύθερα συντάγματα θα αναγνώριζαν και συνάμα θα γαλουχούσαν το Έθνος διαψεύστηκε σχεδόν παντού από τις εθνοτικές και ταξικές διαιρέσεις. Επομένως όσοι είχαν ως ύψιστη προτεραιότητα τους την εθνική ενότητα έλκονταν ολοένα περισσότερο από συμπαγέστερες και αυταρχικότερες μορφές διακυβέρνησης' η φιλελεύθερη δημοκρατία είχε απογοητεύσει το Έθνος και ίσως θα χρειαζόταν να θυσιαστεί, προκειμένου το Έθνος να επιζήσει. «Όταν ένα σύνταγμα αποδεικνύεται άχρηστο», έγραφε ο Χίτλερ στον καγκελάριο Μπρύνινγκ το 1931, «δεν πεθαίνει το έθνος - αλλάζει το σύνταγμα».
Έτσι δεν είναι περίεργο που στη δεκαετία του 1930 πολλοί ρωτούσαν για ποιό λόγο είχε θεωρηθεί δεδομένο ότι η δημοκρατία θα ανθούσε στην Ευρώπη. Αυτή η στάση πήγαινε γάντι στη βρετανική πολιτική του κατευνασμού. «Ίσως το σύστημα της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης, που ταιριάζει στη Μεγάλη Βρετανία, να ταιριάζει σε λίγες χώρες πέρα απ' αυτήν», σχολίαζαν περιφρονητικά οι Times, υπερασπιζόμενοι τη πολιτική της μη παρέμβασης στην Ισπανία: «οι πρόσφατες κυβερνήσεις της Ισπανίας προσπάθησαν να συμμορφωθούν προς τον κοινοβουλευτικό τύπο της αβασίλευτης δημοκρατίας, με ελάχιστη όμως επιτυχία». Ιδωμένη έτσι, η κρίση της δημοκρατίας στην Ευρώπη απλώς αποδείκνυε την ανωτερότητα της Βρετανίας.
Δεν ήταν όμως μόνο η απομονωτιστική Αγγλία που είχε αυτή την άποψη. Ο Καρλ Λεβενστάιν ήταν ένας από τους πολλούς που επισήμαιναν ότι οι ευρωπαϊκές χώρες με γηγενή δημοκρατική παράδοση ήταν πολύ λίγες. Σε πολύ λίγα κράτη, έλεγε, διέθεταν οι πληθυσμοί μια μακρόχρονη παράδοση αγώνων για τις λαϊκές ελευθερίες. Μήπως η ιστορία της ανατολικής Ευρώπης δεν έδειχνε ότι η δημοκρατία ήταν ένα δώρο της τελευταίας στιγμής που έκαναν στις χώρες της -ίσως μάλιστα με το ζόρι- οι νικητές στις Βερσαλλίες, και όχι αποτέλεσμα λαϊκών κινητοποιήσεων; Τι το περίεργο επομένως που ο κόσμος συναινούσε τόσο εύκολα στην απώλεια ενός πράγματος για το οποίο είναι ζήτημα αν είχε παλέψει; Οι ρηχές ρίζες της δημοκρατίας στην πολιτική παράδοση της Ευρώπης ήταν ένας λόγος που τα αντιφιλελεύθερα καθεστώτα εγκαθιδρύθηκαν με τόση ευκολία και με τόσο μικρή διαμαρτυρία.


.~`~.
IV
α´
Ο Μπενεντέττο Κρότσε περιέγραψε κάποτε το φασισμό ως παρένθεση στην ιταλική ιστορία, υπονοώντας ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία ήταν η φυσική κατάσταση της χώρας του.
Πολλοί επικριτές του φασισμού αρέσκονταν να βλέπουν τη μετατόπιση της Ευρώπης προς τα δεξιά σαν ένα επεισόδιο συλλογικής φρενοβλάβειας, μια μορφή μαζικής τρέλας, που τελικά θα υποσκελιζόταν από τη λογική. Ακόμα και σήμερα πολλοί είναι αυτοί που το βρίσκουν ευκολότερο να φαντάζονται την Ευρώπη σαν μια ήπειρο που παρασύρθηκε από κάποιους ψυχασθενείς δικτάτορες παρά σαν μια ήπειρο που επέλεξε να εγκαταλείψει τη δημοκρατία. Καθόμαστε και χάβουμε βιβλία που παρουσιάζουν τον Μουσσολίνι σαν μπουφόνο, τον Χίτλερ σαν έναν παράφρονα και ανερμάτιστο φανατικό, τον Στάλιν σαν έναν παρανοϊκό ψυχοπαθή. Τι όμως στ' αλήθεια να μας πει η ζωή του Μουσσολίνι για την έλξη που άσκησε ο φασισμός;
Ο Μάικλ Όουσκοτ παρατηρούσε το 1940 ότι ήταν μια χαρακτηριστική αστοχία του φιλελευθερισμού, να βλέπει ως εχθρό της ελευθερίας τον «μεμονωμένο τύραννο, το δεσπότη» -πρώτα οι μονάρχες, μετά οι δικτάτορες- και να μην μπορεί έτσι να δει από που προερχόταν η πραγματική πρόκληση προς τη δημοκρατία. Ο Όουσκοτ επιμένει ότι είναι ανάγκη να πάρουμε στα σοβαρά τις πολιτικές θεωρίες -και πρακτικές- της Δεξιάς και της Αριστεράς, διότι «καθεμιά τους ακολουθεί το ρεύμα κάποιας παράδοσης... του πολιτισμού μας». Ο φιλελευθερισμός είχε χάσει την «επαφή του με τον σύγχρονο κόσμο», σε αντίθεση με το φασισμό, τον κομμουνισμό, τον πολιτικό Καθολικισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό, και θα μπορούσε να διδαχτεί απ' αυτούς... Με δεδομένο τον έκδηλο ανορθολογισμό της Δεξιάς και την προτίμηση της για τη δράση και τη διαίσθηση παρά για το λόγο και τη λογική, ίσως φανεί παράξενο να παίρνει κανείς στα σοβαρά τις θεωρίες του αυταρχικού κράτους. Δεξιοί διανοούμενοι όπως ο Καρλ Σμιτ ή ο Μάρτιν Χάιντεγκερ ένιωθαν μόνιμη απογοήτευση μπροστά στην πραγματικότητα της Δεξιάς' άνθρωποι όπως ο Μουσσολίνι και ο Χίτλερ υιοθετούσαν και ύστερα απέρριπταν τις ιδέες τους χωρίς δισταγμό. Κι αντίστροφα όμως, είναι εύκολο να υπερτονιστεί ο ανορθολογισμός της Δεξιάς. Η Δεξιά είχε κι αυτή την πολιτική της θεωρία (ή θεωρίες) και το δικό της νομικό σύστημα, που τα δέχονταν εκατομμύρια άνθρωποι και που συνέχιζαν παλαιότερες παραδόσεις, εξίσου ισχυρές και στραμμένες προς το μέλλον όσο κι εκείνες του φιλελευθερισμού...
Γεγονός είναι ότι στα μέσα της δεκαετίας του 1930 στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης -εκτός από τις βόρειες παρυφές- ο φιλελευθερισμός έδειχνε κουρασμένος, η οργανωμένη Αριστερά είχε συντριβεί και οι μόνοι αγώνες γύρω από ζητήματα ιδεολογίας και διακυβέρνησης γίνονταν μέσα στους κόλπους της Δεξιάς - ανάμεσα σε υπέρμαχους του αυταρχισμού, παραδοσιακούς συντηρητικούς, τεχνοκράτες και ριζοσπάστες δεξιούς εξτρεμιστές. Μόνο η Γαλλία συνέχισε τον εμφύλιο πόλεμο της ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά σε όλη τη δεκαετία του 1930, ώσπου τον τερμάτισε το Βισύ. Εμφύλιος πόλεμος όμως είχε ήδη ξεσπάσει για λίγο στην Αυστρία (1934) και, πιο παρατεταμένα, στην Ισπανία, προτού καταλήξει σε θρίαμβο της Δεξιάς. Στην Ιταλία, την κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια η Δεξιά δέσποζε. Η ποικιλία των καθεστώτων περιελάμβανε τη βασιλική δικτατορία του βασιλιά Καρόλου στη Ρουμανία, τους στρατιωτικούς που κυβερνούσαν στην Ισπανία, την Ελλάδα και την Ουγγαρία, και τα μονοκομματικά κράτη της Γερμανίας και της Ιταλίας. Δεν ήταν όλα φασιστικά' μερικά μάλιστα έβλεπαν τους φασίστες σαν τους χειρότερους εχθρούς τους.

β´
Η κρίσιμη διαφορά ήταν ανάμεσα στα καθεστώτα της παλιάς Δεξιάς, που ήθελαν να γυρίσουν πίσω το ρολόι προς μια προδημοκρατική ελιτίστικη εποχή, και στη νέα Δεξιά, που καταλάμβανε και διατηρούσε την εξουσία με τα εργαλεία της μαζικής πολιτικής. Στα πρώτα, περιλαμβάνονταν ο στρατηγός Φράνκο και ο δικτάτορας Μεταξάς, άνθρωποι που φοβούνταν τη μαζική πολιτική και συμμάχησαν με προπύργια της καθεστηκυίας τάξης όπως η μοναρχία και η Εκκλησία. Στα Βαλκάνια η Δεξιά ξαναγύρισε στον δέκατο ένατο αιώνα, τότε που ένας ισχυρός, απόλυτος μονάρχης διόριζε τους υπουργούς του, επέβλεπε τα πολιτικά κόμματα και οργάνωνε αυστηρά ελεγχόμενες εκλογές.
Η νέα ριζοσπαστική Δεξιά, αντιθέτως, ήρθε στην εξουσία στην Ιταλία και στη Γερμανία με εκλογές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Εργαλείο της ήταν το κόμμα, το οποίο, σε μια εποχή καθολικής ψηφοφορίας, της έδινε τέτοια νομιμοποίηση και δύναμη που της επέτρεπαν να υπερφαλαγγίζει και ν' αποδυναμώνει τους παλαιούς συντηρητικούς, οι οποίοι δεν ήταν τόσο συνηθισμένοι στο νέο παιχνίδι της μαζικής πολιτικής. Όταν ο Χίτλερ τόνιζε στην καγκελάριο Μπρύνινγκ ότι «η θεμελιώδης θέση της δημοκρατίας είναι: ''Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό''», το έλεγε ως ηγέτης ενός κόμματος με μεγάλη εκλογική δύναμη. Πολυσυλλεκτικά κινήματα όπως το NSDAP (Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα) ήταν οι πραγματικοί διάδοχοι των λαϊκιστικών τάσεων της δεκαετίας του 1920, αφού αναγνώριζαν τη φοβερή δύναμη που έκλεινε μέσα της το λαϊκό αίτημα της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης. Η καθ' όλα υπαρκτή ένταση ανάμεσα στην παλιά και τη νέα Δεξιά ήταν ορατή με τον πιο καθαρό τρόπο σε χώρες όπως η Αυστρία, η Ουγγαρία και η Ρουμανία όπου, στη δεκαετία του 1930, ξέσπασαν φονικές πολιτικές συγκρούσεις ανάμεσα στους συντηρητικούς και τους ριζοσπάστες εθνικιστές.
Φυσικά αυτή η νέα Δεξιά, μολονότι μεταχειριζόταν το μαζικό κόμμα ως όχημα για την εξουσία, επέμενε ότι δεν συνέχιζε το κοινοβουλευτικό παιχνίδι και πρότεινε εναλλακτικές λύσεις απέναντι στον κοινοβουλευτισμό, ώστε να ικανοποιήσει το αίτημα για ενωτικές μορφές συμμετοχικής πολιτικής, που εμφανίστηκε μετά το 1918. Το πρώτο τέτοιο όχημα, και εκείνο που σαφώς επαινέθηκε περισσότερο ήταν το σωματειακό κράτος του Μουσσολίνι, που πορεύτηκε με πολλές φανφάρες συγκεντρώνοντας το διεθνές ενδιαφέρον μέσα στη δεκαετία του 1920. Ο ιταλικός κορπορατισμός διαφημίστηκε ως ένας τυπικά φασιστικός τρόπος να οργανωθεί η αντιπροσώπευση της κοινωνίας μέσα από ενώσεις παραγωγών αντί για τάξεις. «Το σωματειακό κράτος είναι για τον Μουσσολίνι ό,τι το Νιου Ντιλ για τον Ρούζβελτ», αποφαινόταν το περιοδικό Fortune το 1934.
Στην πραγματικότητα ο κορπορατισμός ήταν μια απάτη, που μεταμφίεζε την τιθάσευση των εργατών από το φασισμό και τη συνεργασία του τελευταίου με τη διευθυντική ελίτ. Η έλξη όμως που ασκούσε οφειλόταν στην εντύπωση ότι έδειχνε το δρόμο προς μια λιγότερο διαχωριστική και περισσότερο οργανική μορφή πολιτικής εκπροσώπησης. Για ορισμένους δε, ο ίδιος ο ιεραρχικός χαρακτήρας του πιστοποιούσε τη νεωτερική του φύση. «Η Ιταλία μας δείχνει», έγραφε ένας μελετητής της φασιστικής πολιτικής της δεκαετίας του 1930, «ότι αυτή η κεντρική αρχή μπορεί να προκύπτει άμεσα από την υπάρχουσα εθνική συνδικαλιστική δομή - μια ελεύθερα επιλεγμένη ελίτ που, εμπνεόμενη από νέα ιδεώδη περί κοινωνικών δικαιωμάτων και κοινωνικής δικαιοσύνης, είναι έτοιμη και ικανή να περιορίσει, χάρη στις οργανώσεις που εξαρτώνται απ' αυτήν, την ελευθερία του ενός προς το συμφέρον των πολλών».
Ανάλογα οργανωτικά σχήματα υιοθετήθηκαν και αλλού. Το 1933 ο Αντόνιο Σαλαζάρ εισήγαγαγε ένα νέο πορτογαλικό σύνταγμα, που ανακήρυσσε τη χώρα σωματειακή και ενωτική αβασίλευτη πολιτεία... Η Άνω Βουλή έγινε Σωματειακό Επιμελητήριο και οι εργασιακές σχέσεις αναπλάστηκαν υποχρεωτικά σύμφωνα με τις αρχές της Καθολικής οργανικής σκέψης μέσω του Εθνικού Εργασιακού Νόμου, ο οποίος κατέστησε παράνομες τις απεργίες και τα λοκάουτ, διέλυσε τα ανεξάρτητα συνδικάτα και οδήγησε στη δημιουργία εθνικών επαγγελματικών ενώσεων. Έτσι, τη θέση του ταξικού πολέμου και των καπιταλιστικών συγκρούσεων πήραν -θεωρητικά τουλάχιστον- η αρμονία και η συνεργασία. Όπως και στην Ιταλία όμως, η θεωρία αποδείχτηκε μονόπλευρη -ο φόβος των Καθολικών για τον κομμουνισμό συνήθως μετρίαζε την έχθρα τους προς τους κεφαλαιοκράτες-, και οι επιχειρηματίες διατήρησαν μεγάλο μέρος της αυτονομίας τους.
Στη βαθιά διαιρεμένη από την ύφεση Αυστρία το δημοκρατικό σύνταγμα του Χανς Κέλσεν αντιμετωπιζόταν με καχυποψία από τους Αυστρομαρξιστές, με εχθρικές διαθέσεις από τους Grossdeutsch Volkspartei (φιλογερμανοί εθνικοί φιλελεύθεροι), και χωρίς ενθουσιασμό από τους Χριστιανοσοσιαλιστές, οι οποίοι ενδιαφέρονταν περισσότερο για τον δικό τους Καθολικό κορπορατισμό. Ο καγκελάριος Ντόλφους τερμάτισε την ένταση ανάμεσα στη μαρξιστική Βιέννη και στις Καθολικές επαρχίες πρώτα αναστέλλοντας την κοινοβουλευτική διακυβέρνηση (στις 4 Μαρτίου του 1933, οχτώ μέρες προτού ο Χίτλερ κάνει το ίδιο στη Γερμανία), κι έπειτα, τον επόμενο χρόνο, διατάζοντας στρατιωτική επίθεση ενάντια στις μεγάλες σοσιαλιστικές εργατικές κατοικίες της πρωτεύουσας. Αφου κατέστρεψε την Κόκκινη Βιέννη -άλλο τεράστιο χτύπημα για την Αριστερά στην Ευρώπη-, ο Ντόλφους δημιούργησε ένα Καθολικό αυταρχικό κράτος, που αντικατέστησε το φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία με τη θεωρία του «χριστιανογερμανικού σωματειακού κράτους».
Έτσι η Αυστρία, ακολουθώντας την Πορτογαλία, άνοιξε το δρόμο στη διαμόρφωση εκείνου του ενσυνείδητα χριστιανικού εθνικισμού που έμελλε να διαποτίσει αργότερα τη Σλοβακία, την Ισπανία, την Ελλάδα, την Κροατία και τη Γαλλία του Βισύ, καθώς και τη δεξιά πολιτική στην Πολωνία, την Ουγγαρία και τη Ρουμανία. Συνακόλουθο αυτής της πορείας ήταν ο βίαιος αντισημιτισμός. Όταν ο φιλόσοφος Μόριτς Σλικ δολοφονήθηκε από έναν ανισόρροπο σπουδαστή μέσα στην αίθουσα του ίδιου του Πανεπιστημίου της Βιέννης, να ποιό ήταν το σχόλιο μια Καθολικής-εθνικιστικής εφημερίδας:
Θα θέλαμε να θυμίσουμε σε όλους ότι είμαστε χριστιανοί που ζούμε σ' ένα χριστιανογερμανικό κράτος και ότι εμείς αποφασίζουμε ποια φιλοσοφία είναι καλή και αρμόζουσα. Οι Εβραίοι ας έχουν την εβραϊκή τους φιλοσοφία στο δικό τους μορφωτικό ίδρυμα! Όμως στις έδρες φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Βιέννης στη χριστιανογερμανική Αυστρία ταιριάζουν χριστιανοί φιλόσοφοι! Προσφάτως εξηγήθηκε επανειλημμένα ότι μια ειρηνική λύση του εβραϊκού ζητήματος στην Αυστρία είναι προς το συμφέρον και των ίδιων των Εβραίων, διότι αλλιώς μια βίαιη λύση είναι αναπόφευκτη. Ας ελπίσουμε ότι ο φοβερός φόνος στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης θα συμβάλλει στην εξεύρεση μιας πραγματικά ικανοποιητικής λύσης στο εβραϊκό ζήτημα!
Το γεγονός ότι ο Σλικ δεν ήταν ο ίδιος Εβραίος βάραινε προφανώς λιγότερο από το γεγονός ότι συνδεόταν με «εβραϊκές» κινήσεις στη σύγχρονη φιλοσοφία! Πολύ προτού μπουν οι ναζί στη χώρα λοιπόν, ο αυστροφασισμός προωθούσε το στοχο μιας Judenrein (αποκαθαρμένης από Εβραίους) κοινότητας. Το 1938 το Anschluss (η συνένωση με τη Γερμανία) μπορεί να κατέστρεψε την αυστριακή ανεξαρτησία μα όχι και τη δημοκρατία, αφού αυτή είχε ήδη καταρρεύσει.
Ωστόσο, παρά τις ομοιότητες αυστροφασισμού και εθνικοσοσιαλισμού, υπήρχαν και διαφορές. Ο αυστροφασισμός, υπό την ηγεσία του Ντόλφους και αργότερα του Σουσνιγκ, στόχευε σ' έναν αυταρχικό Καθολικισμό. Δεν εχθρευόταν τη δημοκρατία και τα κοινοβούλια λιγότερο απ' ό,τι ο ναζισμός, αλλά αποδεχόταν τον ηγετικό ρόλο της Εκκλησίας στην κοινωνία. Γι' αυτό και αναπτύχθηκε ένα σχίσμα ανάμεσα στους υποστηρικτές του καθεστώτος και στους οπαδούς του φυλετισμού - σχίσμα που πρέπει να το πάρουμε στα σοβαρά, μέσα σ' ένα κλίμα όπου όλο και περισσότερο η δύναμη της Αριστεράς εξανεμιζόταν και οι βασικές εντάσεις εμφανίζονταν στο εσωτερικό της Δεξιάς.
Οι συντηρητικοί στοχαστές της μεταπολεμικής Αυστρίας, που συνδυάζαν τον γερμανικό εθνικισμό με τον Καθολικισμό, δεν αποσαφήνισαν ποτέ αν η θεωρία του σωματειακού κράτους ήταν ένα οικουμενικό πιστεύω ή αν προοριζόταν μόνο για τους Καθολικούς Γερμανούς. Ο εθνικοσοσιαλισμός, αντίθετα, ήταν αντιθρησκευτικός και έκδηλα εθνικιστικός. «Ο εθνικοσοσιαλισμός αντιπαραθέτει στο δόγμα της διεθνούς οικουμενιστικής επιστήμης του φιλελευθερισμού, σύμφωνα με το οποίο όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι, την επίγνωση της φυλετικής διαφοράς», δήλωνε ένας Αυστριακός φιλόσοφος, ο Φερντιναντ Βάινχαλντ, το 1940.
Απ' όλες λοιπόν τις δεξιές επιθέσεις ενάντια στον κοινοβουλευτικό φιλελευθερισμό, ο εθνικοσοσιαλισμός ήταν η πιο ακραία, η πιο ασυμβίβαστη: αν τα κοινοβούλια δεν ήταν πια ο τόπος νομιμότητας, το ίδιο ίσχυε για την Εκκλησία, κι ακόμα περισσότερο για τη μοναρχία. Εδώ βρισκόταν η διαφορά ανάμεσα στην Αυστρία του Ντόλφους, την Ισπανία του Φράνκο και τη Ρουμανία του Αντονέσκου από τη μια μεριά, που και οι τρεις αναγνώριζαν τις παραδοσιακές βάσεις της εξουσίας και συμβίωναν με αυτές, και στο Τρίτο Ράιχ από την άλλη. Το ένα είδος Δεξιάς υπερασπιζόταν την παλιά τάξη ενάντια στις δυνάμεις της μαζικής πολιτικής' το άλλο χρησιμοποιούσε αυτές τις δυνάμεις σε μια επαναστατική απόπειρα να αναπλάσει την ίδια την κοινωνία. Ακόμα και η φασιστική Ιταλία επέτρεψε στον βασιλιά και στην Εκκλησία να υφίστανται παράλληλα με το καθεστώς. Στη ναζιστική Γερμανία όμως, η νομιμότητα πήγαζε αποκλειστικά από τη λαϊκή βούληση, όπως την εξέφραζαν τα διατάγματα του Φύρερ.

γ´
Αν τα φιλελεύθερα ευρωπαϊκά συντάγματα της δεκαετίας του 1920 στόχευαν στην υπαγωγή της πολιτικής στην αρχή του νόμου, για τον Χίτλερ, αντίθετα, ο νόμος υπαγόταν στην πολιτική. Ωστόσο το Τρίτο Ράιχ δεν ήταν σε καμιά περίπτωση ένα άνομο κράτος. Το ναζιστικό καθεστώς επέμενε μάλιστα ότι υπερασπιζόταν το νόμο και τη τάξη ενάντια στις δυνάμεις της αναρχίας, και ο ισχυρισμός του αυτός είχε ζωτική σημασία για τη δημοτικότητα και την αυτοεικόνα του... Υπήρχε λοιπόν αφθονία νόμων στο Τρίτο Ράιχ, μόνο που βρίσκονταν σε πολύ διαφορετική σχέση με την πολιτική από αυτή που ίσχυε στις δημοκρατίες.
Η γερμανική νομική παράδοση ήταν ανέκαθεν πολύ συντηρητική. Ο θετικισμός, η απολυταρχική φύση της διοίκησης του Γουλιέλμου και η επαγγελματική δομή της δικαστικής εξουσίας έκαναν τους δικαστές να βλέπουν το δίκαιο σαν ένα εργαλείο για την προστασία όχι του ατόμου αλλά του κράτους... Κατ' αρχάς, οι ναζί αποκήρυξαν ρητά τις αξίες του φιλελεύθερου δικαίου, όπως αυτές εκφράζονταν από το σύνταγμα της Βαϊμάρης... Αντί να συντάξει ένα νέο σύνταγμα, όπως έκαναν οι Μπολσεβίκοι, η ναζιστική δικαιοσύνη βασίστηκε στο Fuhrerprinzip - στην άποψη ότι η δικαιοσύνη πρέπει ν' αντανακλά τη βούληση του Χίτλερ, να λειτουργεί ως εργαλείο εξυπηρέτησης των στόχων του καθεστώτος, που ήταν η δημιουργία μιας «υγιούς φυλετικής κοινότητας». Το Fuhrerprinzip καθυπόταζε τα «τυπικά νομικά κριτήρια» στα αυθαίρετα μέτρα τα οποία επικύρωνε η αυθεντία του Χίτλερ. «Προστασία της Volksgemeinschaft» [τι γαμωλέξεις είναι αυτές!], σήμαινε ότι ο νόμος έπαυε να προστατεύει τα δικαιώματα των Εβραίων και των τσιγγάνων, αλλά και των «εκφυλισμένων» κατηγοριών των Αρίων: των ακοινωνικών, των ομοφυλοφίλων, των σωματικά και διανοητικά υστερούντων και άλλων. Η αστυνομική καταστολή και η ιατρική βία εντάθηκαν και αντικατέστησαν τα θεραπευτικά σχήματα του κράτους πρόνοιας της Βαϊμάρης. Ο διαβόητος Ρόλαντ Φρισλερ τόνιζε ότι «τα θεμελιώδη δικαιώματα που δημιουργούν ελεύθερες σφαίρες για τα άτομα, ανέγγιχτες από το κράτος, είναι ασυμβίβαστα με την ολοκληρωτική αρχή του νέου κράτους»... Ο Μαξ Βέμπερ είχε υποστηρίξει ότι για την απρόσκοπτη λειτουργία μιας καπιταλιστικής οικονομίας ήταν απαραίτητο ένα ορθολογικό νομικό σύστημα. Η ναζιστική εμπειρία δεν διέψευσε τη θέση του: ευρύτατες περιοχές του ιδιωτικού και εμπορικού δικαίου αφέθηκαν σχεδόν ανέγγιχτες, με την αυτονόητη διευκρίνιση ότι οι Γερμανοεβραίοι γρήγορα έπαψαν να καλύπτονται από τις διατάξεις τους. Σε γενικές γραμμές όμως, ο ριζοσπαστικός εθνικοσοσιαλισμός αγνόησε τη φυσική επιθυμία των δικαστών για συνέπεια και ανεξαρτησία. Από νομική άποψη, η Γερμανία είχε γίνει «διττό κράτος», όπου ένας ατελείωτος ποταμός από αυθαίρετα διατάγματα τα οποία εξέδιδε η πολιτική ηγεσία διάβρωνε την υπάρχουσα νομοθεσία...
Στη ναζιστική Γερμανία, όπως και στα μονοκομματικά κράτη της Ιταλίας και της Ρωσίας, οι άνθρωποι κατά κανόνα έκαναν διάκριση ανάμεσα στον ηγέτη και στον κομματικό μηχανισμό. Η ανοικτή γκρίνια και ενόχληση σχετικά με τη συμπεριφορά των τοπικών αξιωματούχων εκφραζόταν συχνά την ίδια στιγμή με το θαυμασμό, το σεβασμό, ακόμα και τη λατρεία για τη μορφή του Ηγέτη.


.~`~.
V
Σήμερα, οι θεωρίες περί ολοκληρωτισμού της δεκαετίας του 1950, κατά τις οποίες μια μικρή ελίτ καταπίεζε έναν τεράστιο πληθυσμό με όπλο την απροσχηματιστη τρομοκρατία, μοιάζουν όλο και περισσότερο μια βολική αυταπάτη, λόγω της οποίας δεν βλέπουμε τη σταθερότητα των μη δημοκρατικών καθεστώτων στη μεσοπολεμικη Ευρώπη. Το Τρίτο Ράιχ δεν χτίστηκε μονάχα πάνω στην καταστολή, ούτε ήταν αυτή η μόνη λειτουργία του νομικού του συστήματος. Η πλειοψηφία του γερμανικού πληθυσμού δεν ψήφισε τον Χιτλερ, μα ούτε και του αντιστάθηκε. Οι άνθρωποι αποδέχτηκαν τη νέα κατάσταση πραγμάτων και το καθεστώς έγινε μέρος της κανονικής ζωής.
Οι διαφορές ανάμεσα στα δύο μεγαλύτερα μονοκομματικά κράτη της Ευρώπης -τη ναζιστική Γερμανία και τη σοβιετική Ρωσία- ήταν περισσότερες από τις ομοιότητες τους. Ο ναζισμός ήρθε στην εξουσία με μαζική εκλογική υποστήριξη, ο κομμουνισμός με πραξικόπημα. Το Τρίτο Ράιχ κυβερνήθηκε από ένα μεγάλο κόμμα, που η εξουσία του ηγέτη του δεν αμφισβητείτο ούτε στο εσωτερικό του κόμματος ούτε στη χώρα γενικά. Η Σοβιετική Ένωση, με τον διπλό πληθυσμό απλωμένο σε μια τεράστια έκταση γης, είχε μια κομματική βάση του ίδιου περίπου μεγέθους, που ταλαιπωρούνταν από εσωτερικές και εξωτερικές εντάσεις, πέρασε μια οξεία κρίση διαδοχής μετά τον θάνατο του Λένιν, τελικά δε, κυβερνήθηκε από έναν ηγέτη που ανησυχούσε πάντα για τη θέση του ως πρώτου μεταξύ ίσων. Ενώ ο Χίτλερ εκτιμούσε τους «παλαιούς συναγωνιστές» του και εκείνοι τον αναγνώριζαν ως τον Fuhrer τους, ο Στάλιν εκκαθάρισε αδίστακτα το κόμμα από τους παλιούς του συντρόφους ώστε να παγιώσει τη προσωπική του εξουσία. Η Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών, παρά τη βιαιότητα της άφησε άθικτο τον μεγάλο όγκο του ναζιστικού κόμματος' αντίθετα, το κομμουνιστικό κόμμα της δεκαετίας του 1930 είχε μικρή σχέση με την επαναστατική δύναμη που είχε δημιουργήσει ο Λένιν.
Οι αντιθέσεις αυτές καθρεφτίζουν το γεγονός ότι ο ιδεολογικός σκοπός του κόμματος δεν ήταν ίδιος στις δύο περιπτώσεις. Η Γερμανία του Χίτλερ ήταν η μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη της Ευρώπης, μ' ένα άριστα εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό. Ο εσωτερικός στόχος του NSDAP ήταν η δημιουργία ενός φυλετικού κράτους πρόνοιας -της Volksgemeinschaft-, το οποίο, τόσο ως προς τις εποικοδομητικές όσο και ως προς τις καταναγκαστικές του πλευρές, ακολουθούσε και επεξέτεινε προγενέστερες παραδόσεις κοινωνικής πρόνοιας. Τα κύρια εσωτερικά του θύματα ήταν μια μειονότητα, σε αντίθεση με τα εκατομμύρια των χωρικών που είχαν βάλει στόχο οι Μπολσεβίκοι. Εκείνοι είχαν πολύ πιο ριζοσπαστικούς σκοπούς: να καταργήσουν την ατομική ιδιοκτησία, να αναπτύξουν μια νέα σοβιετική εθνικότητα που θα κρατούσε συμπαγή την Ένωση και, στην πιο καθυστερημένη αγροτική οικονομία της Ευρώπης, να συμπτύξουν μέσα σε μια μόνο δεκαετία μια βιομηχανική επανάσταση η οποία αλλού είχε διαρκέσει όλη σχεδόν τη δεύτερη πεντηκονταετία του δέκατου ένατου αιώνα. Εξ ου και οι φοβερές εντάσεις και δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι Μπολσεβίκοι στην προσπάθεια τους να επιβάλλουν αυτό το σχέδιο. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο αυτά εγχειρήματα εξηγεί τα εντελώς διαφορετικά επίπεδα εσωτερικής βίας στις δύο χώρες τη δεκαετία του 1930.
Όμως ακριβώς επειδή ένα πολύ μεγάλο μέρος της ναζιστικής εσωτερικής πολιτικής ταίριαζε άνετα στην παραδοσιακή γερμανική ζωή, οι αυθεντικά ριζοσπαστικοί υπέρμαχοι του εθνικοσοσιαλισμού, με σημαντικότερο τον Χίτλερ, ανησυχούσαν διαρκώς μήπως τους πνίξουν «τα συνηθισμένα», οι τραπεζίτες, οι μεσαίες τάξεις και οι εθνικιστές συντηρητικοί που ήθελαν απλώς τάξη και σταθερότητα. Η κανονικότητα τρομάζει τους επαναστάτες, διότι λειτουργεί σαν τροχοπέδη στα ουτοπικά τους όνειρα, και η εύκολη αποδοχή του καθεστώτος από τον γερμανικό πληθυσμό ανησυχούσε τον Χίτλερ σχεδόν όσο ανησυχεί εμάς. Άλλο ήταν να εξοντωθεί το 1934 ο Ρεμ και να χαλιναγωγηθούν τα άνομα SA του ώστε να σταθεροποιηθεί ο έλεγχος των ναζί πάνω στην εξουσία, και άλλο να ενδώσουν εντελώς στη μπουρζουαζία. Ο «πολιτικός λήθαργος» τρόμαζε τον Φύρερ, ιδίως όσο πλήθαιναν το 1935-36 οι ενδείξεις τις αυξανόμενης απάθειας του κόσμου.
Οι ναζιστές ριζοσπάστες είδαν την άδοξη μοίρα του φασιστικού κόμματος της Ιταλίας, το οποίο είχε απορροφηθεί, μετά την κατάληψη της εξουσίας, μέσα στον κρατικό μηχανισμό και είχε υποχρεωθεί να εγκαταλείψει κάθε σκέψη για μια ριζοσπαστική φασιστική επανάσταση. Οι ηγέτες του Τρίτου Ράιχ είχαν διαφορετικές φιλοδοξίες. Ενώ ο Μουσσολίνι αποθέωνε το κράτος, ο Χίτλερ επέμενε ότι η αδράνεια και η παθητικότητα του έπρεπε να ελέγχονται μεσ' από το δυναμισμό του κόμματος. «Δεν διοικεί το κράτος εμάς, αλλά εμείς διοικούμε το κράτος», δήλωνε στο συνέδριο του κόμματος το 1934.
Το πολιτικό μήνυμα του κόμματος πρέπει να «εισχωρήσει στις καρδιές των μαζών, διότι αυτό είναι το καλύτερο και ισχυρότερο όχημα των πεποιθήσεων μας». Με ποιο σκοπό; Το γιγάντιο πρόγραμμα επανεξοπλισμού που ξεκίνησε στη δεκαετία του 1930 μας δίνει την απάντηση. Για τον Φύρερ -ο οποίος είχε στραμμένα τα μάτια του στα εκατομμύρια των Γερμανών που ζούσαν έξω από τα σύνορα του Ράιχ- μόνο μια απάντηση μπορούσε να υπάρχει. Μόνο με τον πόλεμο μπορούσε να πραγματοποιηθεί το ναζιστικό σχέδιο για τη φυλετική διάσωση του γερμανικού έθνους.

Σκοτεινή ήπειρος
Ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας
Εκδ. Αλεξάνδρεια

.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική